Νόμοι — ΦΕΚ A' 102/2013
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 102 29 Απριλίου 2013
ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4150
Ανασυγκρότηση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ
Άρθρο 1
Σκοπός – Αρμοδιότητες – Διάρθρωση υπηρεσιών
Το Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου, το οποίο ιδρύθηκε με το π.δ. 85/2012 (Α΄ 141), όπως ισχύει, έχει τις γενικές αρμοδιότητες και τη διάρθρωση των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος.
Αρμοδιότητες:
- α) Ο σχεδιασμός της ναυτιλιακής πολιτικής, με σκοπό
την προαγωγή και την προάσπιση των συμφερόντων της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας και τη σύνδεσή της με την εθνική οικονομία, η ανάπτυξη της ναυτικής εκπαίδευσης και η ναυτική εργασία, καθώς και η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, η σχεδίαση και εφαρμογή της ολοκληρωμένης νησιωτικής πολιτικής και η ανάπτυξη του θαλάσσιου τουρισμού και των θαλάσσιων συγκοινωνιών και μεταφορών, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και της ανθρώπινης ζωής και περιουσίας στη θάλασσα, η μέριμνα για την πρόληψη και την καταστολή εκνόμων ενεργειών στους χώρους αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και ο έλεγχος των θαλασσίων συνόρων.
- β) Η χάραξη της λιμενικής πολιτικής, η εποπτεία των
λιμενικών υποδομών κάθε λειτουργικής μορφής και η προαγωγή του εθνικού λιμενικού συστήματος ως παράγοντα ανάπτυξης της οικονομίας, των νησιών και της ναυτιλίας της χώρας.
- γ) Η οργάνωση και λειτουργία του Λιμενικού Σώματος −
Ελληνικής Ακτοφυλακής.
α) Στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου ανατίθεται ο εθνικός συντονισμός για την παρακολούθηση της Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Integrated Maritime Policy of the EU). Για το σκοπό αυτόν, συνιστάται μη αμειβόμενη Επιτροπή για την Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική, της οποίας προΐσταται ο αρμόδιος Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου. Έργο της είναι ο συντονισμός των συναρμόδιων Υπουργείων για τη διαμόρφωση των εθνικών θέσεων και προτεραιοτήτων, η παρακολούθηση των συναφών πολιτικών και νομοθετικών πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η προετοιμασία δράσεων με θαλάσσια διάσταση που άπτονται της Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής, η χρηματοδότηση και υλοποίηση των οποίων διενεργείται από τα καθ’ ύλην αρμόδια Υπουργεία.
- β) Στην Επιτροπή συμμετέχουν εκπρόσωποι των
Υπουργείων Εξωτερικών, Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Τουρισμού και Ναυτιλίας και Αιγαίου. Με πρόσκληση του Προέδρου της μπορεί να καλούνται εκπρόσωποι άλλων δημόσιων και ιδιωτικών φορέων για την εκπλήρωση του έργου της.
- γ) Με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Εθνικής
Άμυνας και Ναυτιλίας και Αιγαίου συγκροτείται η Επιτροπή και καθορίζεται η λειτουργία της, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Διάρθρωση:
- α) Στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου ανήκουν η
Γενική Γραμματεία Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων, η οποία ιδρύεται δια του παρόντος και προέρχεται από την τροποποίηση και μετονομασία της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, η Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και το Λιμενικό Σώμα − Ελληνική Ακτοφυλακή με το Αρχηγείο αυτού.
- β) Οι επιμέρους αρμοδιότητες και οργάνωση των υπηρεσιών και μονάδων του Υπουργείου καθορίζονται με
διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Ναυτιλίας και Αιγαίου. Στο ως άνω διάταγμα, το οποίο αποτελεί τον Οργανισμό του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, περιλαμβάνονται αναλυτικά οι ασκούμενες αρμοδιότητες των υπηρεσιών του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, της Γενικής Γραμματείας Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων, της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου 1449 να ιδρύονται νέες διοικητικές μονάδες και όργανα, να καταργούνται, να συγχωνεύονται και να μετονομάζονται οι ήδη υπάρχουσες και να ανακατανέμονται ή να μεταβάλλονται οι αρμοδιότητές τους, πλην των θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας εκείνων που ρυθμίζονται διαφορετικά με το παρόν, καθώς επίσης να ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την τοποθέτηση του προσωπικού του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και των πολιτικών υπαλλήλων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου σε οργανικές θέσεις αυτού.
- γ) Συνιστάται Υπηρεσία Εκπαίδευσης Ναυτικών με
αρμοδιότητα την παροχή και ανάπτυξη της ναυτικής εκπαίδευσης και πιστοποίησης των ναυτικών και τη διοίκηση και εποπτεία των Σχολών Εμπορικού Ναυτικού. Επίσης, συνιστάται Διεύθυνση με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση ή ανάθεση εκπόνησης μελετών και την κατασκευή ή βελτίωση των κτιριακών έργων ή εγκαταστάσεων που ανήκουν στο Δημόσιο και στεγάζουν υπηρεσίες του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των Δημοσίων Σχολών Εμπορικού Ναυτικού σε όλη την Eπικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων. Με τις διατάξεις του διατάγματος του στοιχείου β΄ της παρούσας παραγράφου ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην οργανωτική διάρθρωση και τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης αυτής, τα αρμόδια όργανα για τη λήψη αποφάσεων, καθώς και σε κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της.
Άρθρο 2
Εποπτευόμενοι φορείς Το Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου εποπτεύει, μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών του, για όλα τα θέματα διοίκησης, λειτουργίας και ανάπτυξης, τους ακόλουθους φορείς και οργανισμούς:
- α) Τους Οργανισμούς Λιμένων Α.Ε.
- β) Τα Λιμενικά Ταμεία, αρμοδιότητας του Υπουργείου
Ναυτιλίας και Αιγαίου.
- γ) Τον Οίκο Ναύτου.
- δ) Το Ναυτικό Επιμελητήριο Ελλάδος.
- ε) Το Γραφείο Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας.
- στ) Το Ινστιτούτο Ιστορίας Εμπορικής Ναυτιλίας.
- ζ) Το Ταμείο Αρωγής Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής
Ακτοφυλακής.
- η) Το Πλωτό Μουσείο Νεράιδα του άρθρου 4 του
ν. 4081/2012 (Α΄ 184).
- θ) Το Ερευνητικό Ινστιτούτο Νησιωτικής Πολιτικής, το
οποίο προβλέπεται στο άρθρο 34 του παρόντος.
Άρθρο 3
Προγραμματισμός − Απολογισμός έργου Έως την 20ή Νοεμβρίου εκάστου έτους, οι Γενικοί Γραμματείς και οι εποπτευόμενοι φορείς του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου υποβάλλουν στον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου ετήσιο προγραμματισμό (σχέδιο δράσης) για το επόμενο έτος, το οποίο καταρτίζεται και έχει περιεχόμενο, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 15 του ν. 4109/2013 (Α΄ 16). Έως την 31η Ιανουαρίου εκάστου έτους, οι Γενικοί Γραμματείς και οι εποπτευόμενοι φορείς του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου υποβάλλουν στον Υπουργό απολογισμό δράσης για το προηγούμενο έτος. Ο προγραμματισμός και ο απολογισμός δράσης του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής καταρτίζονται από τον Αρχηγό του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και υποβάλλονται, κατά τα ανωτέρω, από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΣΩΜΑ − ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΚΤΟΦΥΛΑΚΗ
Άρθρο 4
Νομική Φύση Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής − Αρχηγείο και διάρθρωση υπηρεσιών Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής
Το Λιμενικό Σώμα − Ελληνική Ακτοφυλακή ανήκει στην οργανωτική δομή του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και συμβάλλει, κατά την ειδικότερη αποστολή του, στην αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτού.
Το Λιμενικό Σώμα − Ελληνική Ακτοφυλακή είναι ένοπλο Σώμα, στρατιωτικώς οργανωμένο, με αρμοδιότητες την ασφάλεια και την υποστήριξη της ναυτιλίας, το προσωπικό του οποίου έχει την ιδιότητα του στρατιωτικού, σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (Σ.Π.Κ.). Στο προσωπικό του εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν στα άλλα ένοπλα Σώματα, εφόσον τούτο ορίζεται ειδικά από τις κείμενες διατάξεις, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 129 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος (Κ.Π.Λ.Σ.) που κυρώθηκε με το ν. 3079/2002 (Α΄ 311), όπως ισχύει.
Το Λιμενικό Σώμα − Ελληνική Ακτοφυλακή συγκροτείται από Κεντρικές και Περιφερειακές Υπηρεσίες.
- α) Κεντρικές Υπηρεσίες είναι το Αρχηγείο του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και οι υπαγόμενες σε αυτό υπηρεσίες, όπως αυτές προσδιορίζονται
με το διάταγμα του στοιχείου β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1.
- β) Περιφερειακές Υπηρεσίες είναι οι Περιφερειακές
Διοικήσεις του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, οι υπαγόμενες σε αυτές Λιμενικές Αρχές και οι υπηρεσίες των Ναυτιλιακών Ακολούθων. Έως την έκδοση του διατάγματος που προβλέπεται στο στοιχείο β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1, η διάρθρωση των Υπηρεσιών του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής ρυθμίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις και ιδίως από το π.δ. 67/2011 (Α΄ 149) και το π.δ. 242/1999 (Α΄ 201), όπως ισχύουν.
- γ) Λιμενικές Αρχές είναι τα Κεντρικά Λιμεναρχεία, τα
Λιμεναρχεία, τα Υπολιμεναρχεία, καθώς και οι υπαγόμενοι σε αυτά Λιμενικοί Σταθμοί και Λιμενικά Τμήματα.
- δ) Με διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση
των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου μπορεί να ιδρύονται, να αναδιαρθρώνονται, να συγχωνεύονται, να μετατάσσονται σε ανώτερη ή κατώτερη τάξη, να μετονομάζονται ή να καταργούνται Περιφερειακές Υπηρεσίες του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και να καθορίζεται η έδρα και η καθ’ ύλην και η κατά τόπο αρμοδιότητά τους.
- ε) Οι Λιμενικοί Σταθμοί και τα Λιμενικά Τμήματα
ασκούν τις αρμοδιότητες των Λιμενικών Αρχών υπαγωγής τους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο διάταγμα ίδρυσής τους ή σε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας. με την οποία ο Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής ασκεί τη διοίκησή του. Έργο του Αρχηγείου, ως προϊσταμένης αρχής των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών που συγκροτούν το Λιμενικό Σώμα − Ελληνική Ακτοφυλακή, είναι η μέριμνα για την εκπλήρωση της αποστολής του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, σύμφωνα με την πολιτική που ασκεί το Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου.
Στο Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής λειτουργεί, ως όργανό του, Συμβούλιο Επιτελικού Σχεδιασμού και Διαχείρισης Κρίσεων, η συγκρότηση και η λειτουργία του οποίου καθορίζονται με το διάταγμα του στοιχείου β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1.
Στις διεθνείς σχέσεις του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος «Hellenic Coast Guard».
Άρθρο 5
Αποστολή – Αρμοδιότητες του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής
Οι αρμοδιότητες του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής ασκούνται στο θαλάσσιο χώρο ευθύνης του, στα πλοία και στα πάσης φύσεως πλωτά ναυπηγήματα, στους δημόσιους και ιδιωτικούς λιμένες και στις λιμενικές ζώνες τους, όπως ειδικότερα καθορίζεται από τις κείμενες διατάξεις, ιδίως στο ν.δ. 444/1970 (Α΄ 39), στο άρθρο 29 του ν. 2971/ 2001 (Α΄ 285), στο άρθρο 12 του ν. 2289/1995 (Α΄ 27), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 163 του ν. 4001/2011 (Α΄ 179) και όπως ισχύει, και πάντως, μόνο στους χώρους που η κείμενη νομοθεσία ορίζει ως χώρους αρμοδιότητάς του.
Στην αποστολή του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και στο χώρο ευθύνης του περιλαμβάνονται ιδίως: α. Η μέριμνα για την εξασφάλιση της δημόσιας τάξης που περιλαμβάνει την άσκηση γενικής αστυνόμευσης, τροχαίας και ελέγχου της αλιείας. β. Η μέριμνα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και ιδίως του οργανωμένου που περιλαμβάνει την άσκηση δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. γ. Η διαμόρφωση όρων και η εξασφάλιση συνθηκών ασφαλούς ναυσιπλοΐας (maritime safety), σε συνεργασία με τις Υπηρεσίες του Πολεμικού Ναυτικού για τα θέματα αρμοδιότητάς τους, ναυτικής ασφάλειας (maritime security), ασφαλούς διαχείρισης στα πλοία και τις λιμενικές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με τις ισχύουσες Διεθνείς Συμβάσεις και Κανονισμούς και ο έλεγχος εφαρμογής του σχετικού θεσμικού πλαισίου. δ. Η έρευνα και διάσωση στη θάλασσα. ε. Η μέριμνα για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. στ. Η λήψη μέτρων για την παρακολούθηση, την άσκηση αστυνόμευσης και τον έλεγχο των θαλάσσιων συνόρων. ζ. Η παροχή υποστήριξης της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. η. Η παροχή υποστήριξης για τα ζητήματα σχετικά με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας επί των πλοίων και την εκπαίδευση των ναυτικών. θ. Η παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με την εκτέλεση της αποστολής του και η συμμετοχή στις εργασίες των αντίστοιχων διεθνών οργανισμών και οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υποστήριξη και προώθηση των ελληνικών θέσεων.
Για την εκτέλεση της αποστολής του, το Λιμενικό Σώμα − Ελληνική Ακτοφυλακή εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και τον εξοπλισμό, συνεργάζεται με Αρχές και υπηρεσίες του εσωτερικού ή και άλλων χωρών και συμμετέχει στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των διεθνών οργανισμών και φορέων για θέματα που αφορούν στην αποστολή του.
Οι υπηρεσίες του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και το προσωπικό του τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την υλοποίηση της αποστολής του και βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, όταν καθίσταται αναγκαία η επέμβασή του. Συμμετέχουν στην αντιμετώπιση κάθε έκτακτης ανάγκης που προκύπτει από θεομηνίες και ατυχήματα ή άλλες καταστροφές σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Αρχές και υπηρεσίες και συμβάλλουν στην ασφάλεια και άμυνα της χώρας, σύμφωνα ιδίως με το ν. 2292/1995 (Α΄ 35), όπως ισχύει.
Άρθρο 6
Διοίκηση – Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων
Ο Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής ασκεί τη διοίκηση του Σώματος και επιλέγεται από το Κ.Υ.Σ.Ε.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του π.δ. 81/2012 (Α΄ 139).
Ο Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής επικουρείται στην άσκηση των καθηκόντων του από τους Υπαρχηγούς, οι οποίοι είναι οι άμεσοι βοηθοί του. Τα ειδικότερα καθήκοντα των Υπαρχηγών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, κατόπιν εισήγησης του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Ο Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει στους Υπαρχηγούς, στον Γενικό Επιθεωρητή, στους Επιθεωρητές Περιφερειακών Διοικήσεων και στον Ανώτερο Διοικητή Νομού Αττικής, στον Διευθυντή Επιτελικού Γραφείου του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, στους Προϊσταμένους των Περιφερειακών Διοικήσεων, στους Διευθυντές των Κλάδων και των Διευθύνσεων του Αρχηγείου του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και στους Προϊσταμένους των Υπηρεσιών που υπάγονται στο Αρχηγείο, ορισμένες αρμοδιότητές του, εκτός από αυτές που του μεταβίβασε με απόφασή του ο Υπουργός Ναυτιλίας και Αιγαίου. Επίσης, μπορεί να μεταβιβάζει στα πιο πάνω όργανα το δικαίωμα να υπογράφουν «με εντολή του».
Οι Υπαρχηγοί του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, ο Γενικός Επιθεωρητής, οι Επιθεωρητές των Περιφερειακών Διοικήσεων, ο Ανώτερος Διοικητής Νομού Αττικής, οι Προϊστάμενοι των Περιφερειακών Διοικήσεων, οι Διευθυντές των Κλάδων και Διευθύνσεων του Αρχηγείου, καθώς και οι Προϊστάμενοι των Υπηρεσιών που υπάγονται στο Αρχηγείο, μπορούν να μεταβιβάζουν, ύστερα από έγκριση του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, σε υφισταμένους τους το δικαίωμα να υπογράφουν «με εντολή τους» για θέματα αρμοδιότητάς τους, εκτός από αυτά που τους μεταβίβασαν με αποφάσεις τους τα προϊστάμενα αυτών υπηρεσιακά κλιμάκια. Λιμεναρχείων μπορούν να μεταβιβάζουν σε υφισταμένους τους το δικαίωμα να υπογράφουν «με εντολή τους» για θέματα αρμοδιότητάς τους, εκτός από αυτά που τους μεταβίβασαν με αποφάσεις τους τα προϊστάμενα αυτών υπηρεσιακά κλιμάκια.
Οι ανώτατοι αξιωματικοί του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 7 και στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 57 του παρόντος νόμου τοποθετούνται με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου κατόπιν εισήγησης του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, οι δε λοιποί Ανώτατοι Αξιωματικοί, με απόφαση του Αρχηγού Λιμενικού Σώματος. Tο λοιπό προσωπικό Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής τοποθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 33/2009 (Α΄50), όπως ισχύει.
Στο Γραφείο του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής τοποθετείται, με απόφαση του Αρχηγού Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, Ανώτατος Αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής με αρμοδιότητα, ιδίως, την παρακολούθηση και το συντονισμό των δράσεων του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής για τη διασύνδεση αυτών προς τις δράσεις των λοιπών Υπηρεσιών του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου.
Άρθρο 7
Βαθμοί Διοικούντων
Ο Αρχηγός και οι Υπαρχηγοί του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής φέρουν το βαθμό του Αντιναυάρχου. Ο αρχαιότερος, μετά τον Αρχηγό, Αντιναύαρχος Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής είναι ο πρώτος Υπαρχηγός.
Ως Γενικός Επιθεωρητής Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής τοποθετείται ο αρχαιότερος Υποναύαρχος του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Ως Επιθεωρητές Περιφερειακών Διοικήσεων και ως Ανώτερος Διοικητής Νομού Αττικής τοποθετούνται Υποναύαρχοι του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Ως Διευθυντές Κλάδων του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής τοποθετούνται Υποναύαρχοι ή Αρχιπλοίαρχοι του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής και ως Επόπτες Υπηρεσιών Κλάδων του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής τοποθετούνται Αρχιπλοίαρχοι του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Ως Προϊστάμενοι των Περιφερειακών Διοικήσεων τοποθετούνται Αρχιπλοίαρχοι ή Πλοίαρχοι του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Ως Διευθυντές των Διευθύνσεων του Αρχηγείου και των Υπηρεσιών που υπάγονται σε αυτό, πλην του Γενικού Επιθεωρητή του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, τοποθετούνται Πλοίαρχοι του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής. Ανώτεροι Αξιωματικοί τοποθετούνται ως βοηθοί των Επιθεωρητών Περιφερειακών Διοικήσεων, του Ανώτερου Διοικητή Νομού Αττικής και των Προϊσταμένων των Περιφερειακών Διοικήσεων του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Οι Τμηματάρχες των Διευθύνσεων των Κλάδων του Αρχηγείου και των υπαγόμενων σε αυτό Υπηρεσιών φέρουν τους βαθμούς από Πλωτάρχη Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής μέχρι και Αντιπλοίαρχο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Οι προϊστάμενοι των Λιμενικών Αρχών φέρουν τους ακόλουθους βαθμούς, ανά κατηγορία Λιμενικής Αρχής, ως εξής:
- α) Οι προϊστάμενοι των Κεντρικών Λιμεναρχείων φέρουν τους βαθμούς από Πλοίαρχο Λιμενικού Σώματος
− Ελληνικής Ακτοφυλακής μέχρι και Αρχιπλοίαρχο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
- β) Οι προϊστάμενοι των Λιμεναρχείων φέρουν τους
βαθμούς από Πλωτάρχη Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής μέχρι και Αντιπλοίαρχο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
- γ) Οι προϊστάμενοι των Υπολιμεναρχείων φέρουν τους
βαθμούς από Ανθυποπλοίαρχο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής μέχρι και Υποπλοίαρχο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
- δ) Οι προϊστάμενοι των Λιμενικών Σταθμών φέρουν τους
βαθμούς από Επικελευστή Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής μέχρι και Ανθυποπλοίαρχο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, προερχόμενοι είτε από τη Σχολή Δοκίμων Υπαξιωματικών Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής είτε από τη Σχολή Λιμενοφυλάκων.
Οι προϊστάμενοι στις Έδρες Ναυτιλιακών Ακολούθων φέρουν το βαθμό ανώτερου Αξιωματικού Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής. Κατ’ εξαίρεση μπορούν να παραμένουν και Αρχιπλοίαρχοι Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Οι προβλεπόμενοι, κατά τα ανωτέρω, βαθμοί, πλην των βαθμών που προβλέπονται για τις Έδρες Ναυτιλιακών Ακολούθων, μπορεί να καλυφθούν και από στελέχη Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής του αμέσως ανώτερου ή κατώτερου βαθμού.
Άρθρο 8
Αναπλήρωση Διοικούντων Σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας, οι διοικούντες τις Υπηρεσίες του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής αναπληρώνονται ως εξής:
- α) τον Αρχηγό αναπληρώνει ο αρχαιότερος Υπαρχηγός,
- β) τον αρχαιότερο ή νεότερο Υπαρχηγό, ο έτερος
Υπαρχηγός,
- γ) τον Γενικό Επιθεωρητή, ο ανώτερος ή αρχαιότερος
υφιστάμενός του αξιωματικός,
- δ) τους Διευθυντές των Κλάδων, ο Επόπτης Κλάδου ή
ο ανώτερος/αρχαιότερος Διευθυντής των Διευθύνσεων του οικείου Κλάδου,
- ε) τους Διευθυντές των Διευθύνσεων του Κλάδου, ο
ανώτερος ή αρχαιότερος υφιστάμενός τους αξιωματικός,
- στ) τους Προϊσταμένους των υπαγομένων στο Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής
Υπηρεσιών οι ανώτεροι ή αρχαιότεροι υφιστάμενοί τους αξιωματικοί,
- ζ) τους Τμηματάρχες των Διευθύνσεων του Κλάδου,
ο ανώτερος ή αρχαιότερος υφιστάμενός τους αξιωματικός,
- η) τον Ανώτερο Διοικητή Νομού Αττικής και τους Επιθεωρητές Περιφερειακών Διοικήσεων, ένας εξ αυτών,
Διοίκηση, εκτός αν προϊστάμενος Λιμενικής Αρχής περιοχής δικαιοδοσίας του είναι αρχαιότερος αυτού, οπότε τον αντικαθιστά ο τελευταίος,
- ι) τους Προϊσταμένους Λιμενικών Αρχών, οι ανώτεροι
ή αρχαιότεροι υφιστάμενοί τους Αξιωματικοί, Ανθυπασπιστές ή Υπαξιωματικοί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΣΗ
Άρθρο 9
Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιτήρησης και Ελέγχου Συνόρων (Ε.Σ.Κ.Ε.Ε.Σ.) Η παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 4058/2012 (Α΄63) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Το Ε.Σ.Κ.Ε.Ε.Σ. στελεχώνεται από το αναγκαίο για τη λειτουργία του προσωπικό των Υπηρεσιών των Υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, το οποίο αποσπάται σε αυτό για χρονικό διάστημα έως τριών ετών που μπορεί να ανανεώνεται μια φορά για ίσο χρονικό διάστημα. Επίσης, στο Κέντρο μπορεί να αποσπάται και προσωπικό των Υπουργείων Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Το προσωπικό των Υπουργείων που αναφέρονται στα ανωτέρω εδάφια, πλην εκείνων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, αποσπάται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού. Ως Προϊστάμενος του Κέντρου τοποθετείται με απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου ανώτατος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής. Οι διατάξεις του άρθρου 18 παράγραφοι 5 και 6 εδάφιο α΄ του ν. 3614/2007 (Α΄ 267), όπως ισχύει, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στο ανωτέρω προσωπικό.»
Άρθρο 10
Πρόστιμα Η περίπτωση δ΄ της παρ. 15 του άρθρου 6 του ν. 2399/ 1996, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2881/2001 (Α΄ 16) και ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως: «δ) από τα πρόστιμα που επιβάλλονται από τις Λιμενικές Αρχές για παράνομη στάθμευση κατά τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999, Α΄ 57)».
Άρθρο 11
Ρυθμίσεις Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973) – Επιτροπές Κωδικοποίησης
Στο άρθρο 126 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973, Α΄ 261), το εδάφιο μόνο αριθμείται ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2 ως ακολούθως: «2. Ο έλεγχος και η θεώρηση ναυτιλιακών εγγράφων, στο πλαίσιο της διαδικασίας του κατάπλου και απόπλου κατηγοριών πλοίων που δραστηριοποιούνται στις θαλάσσιες ενδομεταφορές, εκτός αυτών που εκτελούν δρομολόγια με σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, δύνανται να διενεργούνται περιοδικά από τις Λιμενικές Αρχές. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας.»
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 157 του Κώδικα Δημόσιου Ναυτικού Δικαίου αντικαθίσταται ως εξής: «Πριν από την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων, οι παραβάτες καλούνται με έγγραφη πρόσκληση της Λιμενικής Αρχής σε απολογία. Η απολογία υποβάλλεται στη Λιμενική Αρχή εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης».
Η παρ. 1 του άρθρου 39 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. α) Η πιστοποίηση πλοίων, καθώς και πλοιοκτητριών και διαχειριστριών εταιριών, η γενική ή μερική επιθεώρηση, ο έλεγχος και η έγκριση σχεδίων, μελετών, εγχειριδίων, εξοπλισμού και υλικών, η έκδοση αδειών ναυπήγησης και μετασκευής, η παρακολούθηση των αντίστοιχων εργασιών, η αναγνώριση επιβατηγών πλοίων ως ελληνικών, καθώς και κάθε άλλη πράξη απαραίτητη για τη διαπίστωση συμμόρφωσής τους με την ισχύουσα νομοθεσία, δύναται να ανατεθούν στο σύνολό τους ή εν μέρει σε εξουσιοδοτημένους από την Ελλάδα οργανισμούς με γραπτή συμφωνία. Οι οργανισμοί αυτοί τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου.
- β) Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής
εξουσιοδότησης προς τους ανωτέρω οργανισμούς, καθώς και το ειδικότερο περιεχόμενο αυτής.»
Η παρ. 1 του άρθρου 45 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη της περιπτώσεως του άρθρου 44, για κάθε παράβαση των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού και των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται σε εκτέλεσή του και ανεξάρτητα εάν συντρέχει ποινική ή πειθαρχική δίωξη, επιβάλλεται, με αιτιολογημένη απόφαση του Προϊσταμένου του αρμοδίου Κλάδου του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής ή του Προϊσταμένου της Λιμενικής ή Προξενικής Αρχής, κατά λόγο αρμοδιότητάς τους, πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ έως πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ. Υπόχρεοι για την καταβολή τoυ προστίμου είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο πλοιοκτήτης, ο διαχειριστής, ο εφοπλιστής, ο πράκτορας και ο πλοίαρχος του πλοίου. Ειδικότερα για τις παραβάσεις του Διεθνούς Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης (ISM Code), με αιτιολογημένη απόφαση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Κλάδου του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, επιβάλλεται το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου στον πλοιοκτήτη ή στην «εταιρία», όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1.1.2. του Μέρους Α΄ του Διεθνούς Kώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης (ISM Code), όπως ισχύει.» 5 α. Στην παρ. 2 του άρθρου 87 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973, Α’ 261) προστίθεται περίπτωση δ΄ ως εξής: «δ) επί επιβατηγών πλοίων που εκτελούν πλόες αναψυχής και περιήγησης άνω των τριάντα (30) ν.μ. από το λιμένα αφετηρίας έως τον τελικό λιμένα προορισμού και συνολικής διάρκειας μικρότερης του εικοσιτετραώρου». β. Στο άρθρο 87 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου προστίθεται παράγραφος 3, ως εξής: του προσωπικού επιβατηγού ή επιβατηγού/οχηματαγωγού πλοίου που εκτελεί πλόες:
- α) Μεταξύ ελληνικών λιμένων και λιμένων της αλλοδαπής ή μεταξύ λιμένων της αλλοδαπής.
- β) Δρομολογιακούς μεταξύ ελληνικών λιμένων συνολικής
απόστασης από το λιμένα αφετηρίας μέχρι τον τελικό λιμένα προορισμού έως και 30 ν.μ. και είναι κλειστού τύπου.
- γ) Μεταξύ ελληνικών λιμένων ή μεταξύ ελληνικών λιμένων και λιμένων της αλλοδαπής ή μεταξύ λιμένων της
αλλοδαπής, όταν αυτό εμπίπτει στην εφαρμογή του Κώδικα Ταχυπλόων Πλοίων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) ή του Κώδικα Δυναμικώς Υποστηριζομένων Σκαφών του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ). Η οργανική σύνθεση για την ως άνω περίπτωση α΄ διαμορφώνεται με βάση τον απαιτούμενο αριθμό ναυτικών για το χειρισμό και τη στελέχωση των σωστικών μέσων του πλοίου, όπως ο αριθμός αυτός καθορίζεται, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη και τις αντίστοιχες απαιτήσεις της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας, 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4078/2012 (Α΄ 179).»
α. Τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 164 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει, αριθμούνται ως παράγραφος 1. β. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 164 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει, αριθμείται ως παράγραφος 2 και αντικαθίσταται ως ακολούθως: «2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται στα επιβατηγά πλοία, για τα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 3 της Οδηγίας 98/18 (EEL 144/1998), όπως ενσωματώθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 103/1999 (Α΄ 110) και ισχύει, υπό τους όρους ότι τα πλοία πληρούν τις κατά περίπτωση απαιτήσεις του άρθρου 6(α) της Οδηγίας 98/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2003/24 (EEL 123/2003) ΕΚ και όπως ενσωματώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 66/2005 (Α΄ 100) και ισχύει, καθώς και των απαιτήσεων των άρθρων 6, 8 και 9 της Οδηγίας 2003/25/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκαν με τα άρθρα 6, 8 και 9 του π.δ. 52/2005 (Α΄ 79) και ισχύει.» γ. Στο άρθρο 164 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου προστίθεται παράγραφος 3 ως ακολούθως: «3. Oι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στα επιβατηγά και επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία, για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται ομοίως στα επιβατηγά και επιβατηγά / οχηματαγωγά πλοία, που εκτελούν πλόες μέχρι είκοσι (20) ναυτικά μίλια από την ακτογραμμή, εφόσον ικανοποιούνται οι πρόσθετες διαδικασίες ελέγχου και πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται για το σκοπό αυτόν με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου. Με τις διατάξεις του διατάγματος αυτού οφείλουν να εναρμονιστούν εντός μεταβατικής περιόδου που θα προβλέπεται στο διάταγμα αυτό και τα επιβατηγά και επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία, στα οποία έχει γίνει εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.»
Η υποπερίπτωση iii της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 168A του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει, τροποποιείται ως ακολούθως: «iii). Το πλοίο και ο πλοιοκτήτης πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων α΄, β΄ και δ΄ της παραγράφου 2 και των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 του άρθρου τρίτου του ν. 2932/2001, όπως ισχύουν». 8.α. Στο άρθρο 165 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 5 ως ακολούθως: «5. Στα ελληνικά επιβατηγά πλοία, στα υπό κοινοτική σημαία επιβατηγά πλοία και στα επιβατηγά πλοία που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγια των κρατών – μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και φέρουν τη σημαία τους, τα οποία έχουν το δικαίωμα περιηγήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 περίπτωση α΄ και β΄ και 4 του παρόντος άρθρου, παρέχεται το δικαίωμα παραλαβής επιβατών και από τους ενδιάμεσους ελληνικούς λιμένες, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) ο λιμένας της οριστικής αποβίβασης των επιβατών
είναι ο ελληνικός λιμένας επιβίβασής τους και
- β) η διάρκεια του κυκλικού περιηγητικού ταξιδιού από
το λιμένα επιβίβασης των επιβατών έως και το λιμένα αποβίβασής τους είναι κατ’ ελάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες.» β. Οι παράγραφοι 5, 6 και 7 του άρθρου 165 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει, αναριθμούνται σε 6, 7 και 8 αντιστοίχως. γ. Οι διατάξεις του π.δ. 122/1995 (Α΄ 75), όπως ισχύει, κατά το μέρος που ρυθμίζουν με τρόπο διαφορετικό τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 165 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, καταργούνται.
α. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου συγκροτείται μη αμειβόμενη Επιτροπή για την τροποποίηση και κωδικοποίηση του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΚΔΝΔ), της οποίας προΐσταται ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, με αναπληρωτή τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου. Στην Επιτροπή συμμετέχουν εκπρόσωποι των αρμοδίων Διευθύνσεων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, δικαστικοί λειτουργοί, καθηγητές ΑΕΙ, εκπρόσωποι του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και άλλων επαγγελματικών οργανώσεων, καθώς και πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας στο σχετικό αντικείμενο. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας και γραμματειακής υποστήριξης της Επιτροπής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. β. Με όμοια απόφαση συγκροτείται μη αμειβόμενη Επιτροπή, αντίστοιχης συνθέσεως, για τον εκσυγχρονισμό και την κωδικοποίηση του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ). Με την ως άνω απόφαση ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας και γραμματειακής υποστήριξης της Επιτροπής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑΣ
Άρθρο 12
Έλεγχος Διαχείρισης Ασφάλειας Πλοίων και Λιμενικών Εγκαταστάσεων (Τροποποιήσεις του ν. 3622/2007)
Στο άρθρο 2 του ν. 3622/2007 (Α΄ 281) προστίθεται παράγραφος 16 ως ακολούθως: και της εκμετάλλευσης του λιμένα».
Οι παράγραφοι 12, 13 και 14 του άρθρου 2 του ν. 3622/2007 αντικαθίστανται ως ακολούθως: «12. Λιμένας: Η προσδιορισμένη περιοχή ξηράς και ύδατος, στην οποία βρίσκονται μία ή περισσότερες λιμενικές εγκαταστάσεις, πλην στρατιωτικών, τα όρια της οποίας καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 του παρόντος και δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με τα όρια της ζώνης λιμένα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 2971/ 2001, όπως ισχύει, η οποία περιλαμβάνει έργα και εξοπλισμό που προορίζονται για την εξυπηρέτηση των εργασιών εμπορικών θαλάσσιων μεταφορών.
Συντονιστικό Κέντρο: Η Διεύθυνση Ελέγχου Διαχείρισης Ασφάλειας Πλοίων και Λιμενικών Εγκαταστάσεων.
Κέντρο Αναφορών Ασφάλειας: Το Κέντρο Επιχειρήσεων Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής, το οποίο λειτουργεί ως Κέντρο Λήψης Αναφορών Ασφάλειας και ενημέρωσης των υπευθύνων ασφάλειας λιμένων, λιμενικών εγκαταστάσεων, πλοίων και εταιριών για τις μεταβολές των επιπέδων ασφάλειας, σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων Υπηρεσιών του Υπουργείου. Επίσης, λειτουργεί ως σημείο επαφής με τα πλοία σύμφωνα με τον κανόνα 7 του Κεφαλαίου ΧΙ−2 της Διεθνούς Σύμβασης SOLAS και με τους υπεύθυνους ασφάλειας των πλοίων, των εταιριών τους και των λιμενικών εγκαταστάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4.16 του Β΄ Μέρους του Κώδικα ISPS.»
Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3622/ 2007 αντικαθίστανται ως ακολούθως: «1. Η Ενιαία Αρμόδια Αρχή συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει την τήρηση των διαδικασιών και την εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας που προβλέπει ο νόμος αυτός. Ειδικότερα:
- α) Το Συντονιστικό Κέντρο ασκεί τις αρμοδιότητες
που περιγράφονται στις επιμέρους διατάξεις του παρόντος και λειτουργεί ως σημείο επαφής για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη − μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τα κράτη που έχουν συμβληθεί στη Διεθνή Σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (SOLAS 74) και έχουν κυρώσει τις τροποποιήσεις της Διεθνούς αυτής Σύμβασης που υιοθετήθηκαν στη Διάσκεψη των Συμβαλλόμενων Κυβερνήσεων της Διεθνούς Σύμβασης στις 12 Δεκεμβρίου 2002, προκειμένου να διευκολύνει, παρακολουθεί και ενημερώνει αυτούς, όσον αφορά στην εφαρμογή των μέτρων για την ασφάλεια στη θάλασσα που προβλέπονται στον Κανονισμό 725/2004/ΕΚ. Επιπροσθέτως, έχει ως αποστολή τη διευκρίνιση, την παρακολούθηση, τη λήψη, τη διαχείριση και την παροχή πληροφοριών για την εφαρμογή των μέτρων ενίσχυσης της ασφάλειας πλοίων, λιμενικών εγκαταστάσεων και λιμένων.
- β) Η Γενική Γραμματεία Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής
και Ναυτιλιακών Επενδύσεων ασκεί τις αρμοδιότητες που περιγράφονται σε επιμέρους διατάξεις του παρόντος και συνεργάζεται με τους φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμενικών εγκαταστάσεων και λιμένων στην υλοποίηση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος.
α) Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου συγκροτείται, κατά περιοχή ευθύνης κάθε Λιμενικής Αρχής, ανεξαρτήτως του αριθμού των υπόχρεων λιμένων αρμοδιότητάς της, μια Αρχή Ασφάλειας Λιμένα, η οποία είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση της κατάρτισης του Σχεδίου ή των Σχεδίων Ασφάλειας Λιμένα ή Λιμένων από το φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα, καθώς και για την εφαρμογή τους. Επίσης, εισηγείται τον ορισμό του Υπεύθυνου Ασφάλειας Λιμένα και του αναπληρωτή του.
- β) Η Αρχή Ασφάλειας Λιμένα απαρτίζεται από: α) τον
Προϊστάμενο της Λιμενικής Αρχής, ως πρόεδρο, β) έναν εκπρόσωπο της οικείας Αστυνομικής Αρχής, γ) έναν εκπρόσωπο της οικείας Τελωνειακής Αρχής, δ) έναν εκπρόσωπο του Γραφείου Πολιτικής Προστασίας της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, ε) τους κατά το άρθρο 9 οριζόμενους υπεύθυνους ασφάλειας των υπόχρεων εφαρμογής του Κανονισμού λιμενικών εγκαταστάσεων που βρίσκονται σε κάθε λιμένα και που συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Αρχής μόνο για τα θέματα του συγκεκριμένου λιμένα που κατά περίπτωση απασχολούν την Αρχή Ασφάλειας Λιμένα, ως τακτικά μέλη. Με την ίδια Απόφαση ορίζονται τα αναπληρωματικά μέλη που, σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας, αναπληρώνουν τα τακτικά μέλη, καθώς και ο Υπεύθυνος Ασφάλειας Λιμένα και ο αναπληρωτής του εκ των υπεύθυνων ασφάλειας των λιμενικών εγκαταστάσεων που βρίσκονται στον κάθε υπόχρεο λιμένα. Σε περίπτωση ύπαρξης λιμενικών εγκαταστάσεων δημόσιου χαρακτήρα στο λιμένα, ορίζονται ως Υπεύθυνος Ασφάλειας Λιμένα και αναπληρωτής του εκ των υπεύθυνων ασφάλειάς τους και των αναπληρωτών τους αντίστοιχα. Το χρονικό διάστημα, για το οποίο ορίζεται ο Υπεύθυνος Ασφάλειας Λιμένα και ο αναπληρωτής του, δεν δύναται να είναι μικρότερο του έτους. Στις συνεδριάσεις της Αρχής Ασφάλειας Λιμένα δύνανται να συμμετέχουν άνευ ψήφου και κατόπιν σχετικής προσκλήσεως της Αρχής για τη συζήτηση συγκεκριμένων θεμάτων ή την παροχή πληροφοριών που θα ήταν χρήσιμες για την Αρχή, οι υπεύθυνοι ασφάλειας των τμημάτων του λιμένα και των παρακείμενων περιοχών του που επηρεάζουν την ασφάλειά του, όπως αυτές έχουν καθορισθεί βάσει των πορισμάτων της αξιολόγησης ασφαλείας του λιμένα.
- γ) Δεν απαιτείται συγκρότηση Αρχής Ασφάλειας για
λιμένα που από την προβλεπόμενη κατά το άρθρο 7 του παρόντος νόμου αξιολόγηση ασφάλειάς του προκύψει ότι τα όριά του καλύπτονται από τα όρια της μιας μόνης υπάρχουσας σε αυτόν υπόχρεης λιμενικής εγκατάστασης.»
Η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3622/2007 καταργείται, οι δε παράγραφοι 4, 5, 6, 7, 8, και 9 αναριθμούνται σε 3, 4, 5, 6, 7 και 8 αντιστοίχως.
Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 5 του ν. 3622/ 2007 αντικαθίστανται ως ακολούθως: «1. α) Οι φορείς διαχείρισης και εκμετάλλευσης υπό ελληνική σημαία πλοίων και οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμενικών εγκαταστάσεων της Επικράτειας ορίζουν Υπεύθυνους Ασφάλειας για την εταιρία, το πλοίο και τη λιμενική εγκατάσταση, αντιστοίχως, εκτός αν άλλως ορίζεται σε έγγραφες συμφωνίες είτε μεταξύ του κυρίου των λιμενικών εγκαταστάσεων και του φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης αυτών είτε μεταξύ του τελευταίου και τρίτου (υπομισθωτή).
- β) Οι ανωτέρω φορείς έχουν την ευθύνη για την πραγματοποίηση αξιολόγησης ασφάλειας των πλοίων τους
ων ασφάλειας, τις αναθεωρήσεις αυτών και γενικότερα συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του Κώδικα ISPS και του Κανονισμού, διαθέτοντας τους απαραίτητους προς τούτο πόρους. Επίσης, διαθέτουν πόρους και μέσα για την υλοποίηση των μέτρων ασφάλειας που προβλέπονται στα εγκεκριμένα σχέδια ασφάλειας των πλοίων ή λιμενικών εγκαταστάσεων που διαχειρίζονται.
- γ) Οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα
έχουν την ευθύνη για την πραγματοποίηση αξιολόγησης ασφάλειας των λιμένων τους, τη σύνταξη των σχεδίων ασφάλειας, τις αναθεωρήσεις αυτών και γενικότερα την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/65/ΕΚ, διαθέτοντας τους απαραίτητους προς τούτο πόρους. Επίσης, οι εν λόγω φορείς διαθέτουν πόρους και μέσα για την υλοποίηση των μέτρων ασφάλειας που προβλέπονται στα εγκεκριμένα σχέδια ασφάλειας των λιμένων που διαχειρίζονται.
- δ) Σε περίπτωση που οι αξιολογήσεις και τα σχέδια
ασφάλειας λιμένων, καθώς και οι αναθεωρήσεις αυτών, δεν έχουν καταρτιστεί εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αυτές πραγματοποιούνται με ευθύνη της Γενικής Γραμματείας Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων και με δαπάνες των φορέων διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένων. Η σχετική δαπάνη εγγράφεται υποχρεωτικά στους προϋπολογισμούς των φορέων αυτών.
- ε) Κάθε φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης παρακείμενων του λιμένα περιοχών ή σε περίπτωση απουσίας
του, ο κύριος των εν λόγω περιοχών, που έχουν επίπτωση στην ασφάλεια του λιμένα, όπως καθορίσθηκαν βάσει των πορισμάτων των αξιολογήσεων ασφαλείας του λιμένα, ορίζουν υπεύθυνους ασφάλειας για τα τμήματα και τις περιοχές αντίστοιχα και εφαρμόζουν με δικούς τους πόρους και μέσα τα προβλεπόμενα στο Σχέδιο Ασφάλειας Λιμένα μέτρα και διαδικασίες ασφαλείας στα τμήματα και στις περιοχές αυτές, εντός τριμήνου από την ημερομηνία έγκρισης του σχεδίου ασφάλειας. Οι επιμέρους οικονομικά δραστηριοποιούμενοι σε χώρους των τμημάτων του λιμένα φορείς, συμπεριλαμβανόμενων και των διαχειριστών των εξυπηρετούμενων σε αυτά πλοίων, ορίζουν υπευθύνους ασφαλείας των εν λόγω χώρων, καθώς και των πλοίων, και εφαρμόζουν τα προβλεπόμενα στο Σχέδιο Ασφάλειας Λιμένα μέτρα και τις διαδικασίες ασφαλείας στους χώρους ευθύνης τους, με δικούς τους πόρους και μέσα, εντός τριμήνου από την ημερομηνία έγκρισης του Σχεδίου.» «3. α) Οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης υπόχρεων για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα ISPS και του Κανονισμού λιμενικών εγκαταστάσεων, οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης υπόχρεου εφαρμογής της Οδηγίας λιμένα ή παρακείμενων περιοχών που έχουν επίπτωση στην ασφάλειά του και οι επιμέρους φορείς που δραστηριοποιούνται οικονομικά σε τμήματα υπόχρεου εφαρμογής της Οδηγίας λιμένα μπορεί να αναθέτουν και σε ιδιωτικές εταιρίες παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, που είναι εφοδιασμένες με την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια, την άσκηση των προβλεπόμενων από τα εγκεκριμένα σχέδια ασφάλειας ελέγχων. Μεταξύ των ελέγχων αυτών συμπεριλαμβάνονται ιδίως οι έλεγχοι προσώπων, αποσκευών και φορτίων, οι έλεγχοι πρόσβασης και η επιτήρηση ασφάλειας των λιμενικών εγκαταστάσεων, τμημάτων λιμένα και παρακείμενων αυτού περιοχών που έχουν επίπτωση στην ασφάλειά του.
- β) Η άσκηση των παραπάνω δραστηριοτήτων προϋποθέτει την έκδοση άδειας αστυνομικής φύσεως από την
οικεία Λιμενική Αρχή και τελεί υπό τον άμεσο έλεγχο του φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης και της Αρχής Ασφάλειας Λιμένα. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου ρυθμίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την έκδοση της άδειας του προηγούμενου εδαφίου.»
Το άρθρο 7 του ν. 3622/2007 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 7 Αξιολογήσεις ασφάλειας
Για τις λιμενικές εγκαταστάσεις και τους λιμένες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του παρόντος, εκπονούνται μελέτες αξιολόγησης ασφάλειας από εξουσιοδοτημένους προς τούτο Αναγνωρισμένους Οργανισμούς Ασφάλειας (Α.Ο.Α.). Η Ενιαία Αρμόδια Αρχή διατηρεί το δικαίωμα εκπόνησης μελετών αξιολογήσεων ασφάλειας λιμενικών εγκαταστάσεων και λιμένων. Κατά την εκπόνηση των εν λόγω μελετών λαμβάνονται υπ’ όψιν οι απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 15.3 και 15.4 του Μέρους Β΄ του Κώδικα ISPS, όσον αφορά στις λιμενικές εγκαταστάσεις και στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας όσον αφορά στους λιμένες. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου μεταφέρεται στο εθνικό δίκαιο το Παράρτημα Ι της Οδηγίας και ρυθμίζεται το ανάλογο θέμα.
Οι μελέτες αξιολόγησης ασφάλειας λιμένα λαμβάνουν επιπλέον υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες των διάφορων τμημάτων κάθε λιμένα, καθώς και των παρακείμενων περιοχών, εάν οι περιοχές αυτές έχουν επίπτωση στην ασφάλειά του. Επίσης, λαμβάνουν υπόψη τις εγκεκριμένες αξιολογήσεις ασφάλειας των επιμέρους λιμενικών εγκαταστάσεων εντός των ορίων του εν λόγω λιμένα. Στην περίπτωση που από την αξιολόγηση ασφάλειας λιμένα, εντός του οποίου βρίσκεται μια μόνο υπόχρεη λιμενική εγκατάσταση, προκύψει ότι τα όριά του συμπίπτουν με τα όρια της λιμενικής εγκατάστασης αυτής, υπερισχύουν οι διατάξεις του Κανονισμού.
Οι μελέτες αξιολόγησης ασφάλειας λιμενικών εγκαταστάσεων και οι αναθεωρήσεις αυτών εγκρίνονται από το Συντονιστικό Κέντρο. Οι μελέτες αξιολόγησης ασφάλειας λιμένων και οι αναθεωρήσεις αυτών εγκρίνονται από το Συντονιστικό Κέντρο, κατόπιν εισηγήσεως της Αρχής Ασφάλειας Λιμένα, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται να έχει συγκροτηθεί, καθώς και γνώμης της Γενικής Γραμματείας Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου.»
Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 8 του ν. 3622/ 2007 αντικαθίστανται ως ακολούθως: «1. Βάσει των πορισμάτων που προκύπτουν από τις μελέτες αξιολόγησης ασφάλειας του προηγούμενου άρθρου, εκπονούνται σχέδια ασφάλειας, για τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν τουλάχιστον οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 9.2 του Μέρους Β΄ του Κώδικα ISPS σε ό,τι αφορά στα πλοία, στις παραγράφους 16.3 και 16.8 του Μέρους Β΄ του ίδιου Κώδικα σε ό,τι αφορά στις λιμενικές εγκαταστάσεις και στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας σε ό,τι αφορά στους λιμένες. Δεν απαιτείται κατάρτιση σχεδίου ασφάλειας για λιμένα που του συμπίπτουν με τα όρια της μίας μόνης υπάρχουσας σε αυτόν υπόχρεης στον Κανονισμό λιμενικής εγκατάστασης. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου μεταφέρεται στο εθνικό δίκαιο το Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας και ρυθμίζεται το ανάλογο θέμα.
Τα σχέδια ασφάλειας λιμένα λαμβάνουν επιπλέον υπόψη τις ιδιαιτερότητες διαφόρων τμημάτων αυτού, ενσωματώνουν τα εγκεκριμένα σχέδια ασφάλειας των λιμενικών εγκαταστάσεων εντός των ορίων του και αναπτύσσονται από Α.Ο.Α.. Για καθένα από τα επίπεδα ασφάλειας, τα σχέδια ασφάλειας λιμένα προσδιορίζουν: α) τις ακολουθητέες διαδικασίες, β) τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν και γ) τις ενέργειες που πρέπει να πραγματοποιηθούν. Εφόσον και καθ’ ο μέρος απαιτείται, τα σχέδια ασφάλειας λιμένα περιλαμβάνουν μέτρα ασφάλειας, που εφαρμόζονται στους επιβάτες και στα οχήματα που πρόκειται να επιβιβασθούν σε επιβατηγά − οχηματαγωγά (Ε/Γ−Ο/Γ) πλοία, εσωτερικών ή διεθνών γραμμών. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μη παρακωλύεται, κατά το δυνατόν, η ροή της εργασίας.»
Το άρθρο 9 του ν. 3622/2007 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 9 Ορισμός υπεύθυνου ασφάλειας
Για κάθε υπόχρεο ελληνικό πλοίο ορίζονται από τον φορέα διαχείρισης και εκμετάλλευσής του, ο Υπεύθυνος Ασφάλειας Εταιρίας (ΥΑΕ) και ο Αξιωματικός Ασφάλειας Πλοίου (ΑΑΠ), ως και οι αναπληρωτές αυτών. Για κάθε υπόχρεη λιμενική εγκατάσταση της χώρας, προτείνεται από το φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης αυτής και εγκρίνεται από το Συντονιστικό Κέντρο ο Υπεύθυνος Ασφάλειας Λιμενικής Εγκατάστασης (ΥΑΛΕ), ως και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι διαθέτουν: α) πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, β) εμπειρία στον τομέα ελέγχου ασφάλειας εμπορικών λιμενικών εγκαταστάσεων ή εμπορικών πλοίων και γ) τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό γνώσεις. Για κάθε υπόχρεο λιμένα, ορίζεται ο Υπεύθυνος Ασφάλειας Λιμένα (ΥΑΛ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3622/2007.
Οι υπεύθυνοι ασφάλειας πλοίων, διαχειριστριών εταιριών τους και λιμενικών εγκαταστάσεων εφαρμόζουν τα εγκεκριμένα σχέδια ασφάλειας, προγραμματίζουν τη διεξαγωγή γυμνασίων και μεριμνούν για τη συμμετοχή σε ασκήσεις των κατά τόπους αρμόδιων Αρχών. Επίσης, έχουν την ευθύνη για την ανασκόπηση των αξιολογήσεων ασφάλειας και των σχεδίων ασφάλειας κατ’ έτος και την αναθεώρησή τους, οποτεδήποτε κριθεί τούτο αναγκαίο. Οι Υπεύθυνοι Ασφάλειας Λιμένων (ΥΑΛ) λειτουργούν ως σημεία επαφής για θέματα σχετικά με την ασφάλεια λιμένων.»
Η παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3622/2007 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «2. Η εκπαίδευση των ΑΑΠ, των αναπληρωτών τους και των πληρωμάτων των πλοίων, των ΥΑΛΕ, των αναπληρωτών τους και του προσωπικού ασφάλειας των λιμενικών εγκαταστάσεων, καθώς και των ΥΑΕ και των αναπληρωτών τους, διενεργείται από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς εκπαίδευσης, οι οποίοι παρέχουν την προβλεπόμενη στις παραγράφους 13.1, 13.2, 13.3, 13.4, 18.1, 18.2 και 18.3 του Μέρους Β΄ του Κώδικα ISPS εκπαίδευση.»
Η παρ. Α.1.β του άρθρου 17 του ν. 3622/2007 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «β) Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου και μετά από εισήγηση του Συντονιστικού Κέντρου και προηγούμενη έγγραφη σύσταση του τελευταίου προς το φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης της λιμενικής εγκατάστασης για συμμόρφωση εντός εύλογης προθεσμίας, αναστέλλεται η λειτουργία αυτής για όσο διάστημα δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος, του Κανονισμού και του Κώδικα ISPS. Ειδικά για την αναστολή λειτουργίας λιμενικών εγκαταστάσεων που δεν εποπτεύονται από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου, απαιτείται επιπροσθέτως και η προηγούμενη γνώμη της αρμόδιας διοικητικής αρχής που τις εποπτεύει. Με όμοια απόφαση παύει να ισχύει η εν λόγω αναστολή, εφόσον διαπιστωθεί ότι: αα) οι προϋποθέσεις που δικαιολογούσαν την έκδοση της σχετικής απόφασης έχουν εκλείψει και η λειτουργία της λιμενικής εγκατάστασης μπορεί να συνεχισθεί, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλειά της ή την ασφάλεια των πλοίων που βρίσκονται εντός αυτής και ββ) έχει καταβληθεί το διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει του παρόντος, καθώς και όλα τα έξοδα που προέκυψαν από το διενεργηθέντα έλεγχο σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του παρόντος.»
Στο τέλος του στοιχείου Α΄ του άρθρου 17 του ν. 3622/2007 προστίθεται παράγραφος 3 ως ακολούθως: «3. α) Όταν η Αρχή Ασφάλειας Λιμένα διαπιστώσει τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα ή παρακείμενων περιοχών που έχουν επίπτωση στην ασφάλειά του, με έκθεσή της ενημερώνει στην περίπτωση δημόσιων φορέων τον εποπτεύοντα τους φορείς αυτούς Υπουργό, ο οποίος προβαίνει στον πειθαρχικό έλεγχο της Διοίκησής τους, ενώ στην περίπτωση μη δημόσιων φορέων την οικεία Λιμενική Αρχή, η οποία προβαίνει στην επιβολή διοικητικού προστίμου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 του ν.δ. 187/1973 (ΚΔΝΔ).
- β) Σε περίπτωση που η Αρχή Ασφάλειας Λιμένα διαπιστώσει ότι δραστηριοποιούμενος οικονομικά, σε τμήμα
υπόχρεου λιμένα ή παρακείμενης περιοχής που έχει επίπτωση στην ασφάλειά του, φορέας δεν εφαρμόζει τα προβλεπόμενα στο Σχέδιο Ασφάλειας Λιμένα μέτρα και τις διαδικασίες ασφαλείας στους χώρους ευθύνης του, αφού προβεί σε έγγραφη σύσταση προς το φορέα αυτόν για συμμόρφωσή του εντός εύλογης προθεσμίας, ενημερώνει εγγράφως σχετικά την αρμόδια Αρχή ή φορέα αδειοδότησής της δραστηριοποίησής του, ο οποίος υποχρεούται να αναστείλει άμεσα την ισχύ της σχετικής άδειας, για όσο διάστημα δεν συμμορφώνεται.»
Η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3622/2007 καταργείται.
Άρθρο 13
Καταμέτρηση πλοίων που εκτελούν πλόες εσωτερικού
α. Για πλοία, τα οποία εκτελούν πλόες εσωτερικού, για τα οποία εκδίδεται πιστοποιητικό καταμέτρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 973/1971 (Α΄ 194), όπως αυτό ισχύει, και τα οποία δεν διαθέτουν σε ισχύ διεθνές αυτός ισχύει, πέραν της εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του ν.δ. 973/1971, υπολογίζεται και πιστοποιείται και η ολική χωρητικότητα (GT) με έναρξη εφαρμογής την 1η Ιανουαρίου 2014. β. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου καθορίζονται ο τρόπος υπολογισμού, η διαδικασία διενέργειας της καταμέτρησης και πιστοποίησης της ολικής χωρητικότητας (GT), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. γ. Έως την 31η Δεκεμβρίου 2013 η ολική χωρητικότητα (GT) των ως άνω πλοίων θα λαμβάνεται ως ίση με την αριθμητική τιμή, στον πλησιέστερο προηγούμενο ακέραιο αριθμό, των κόρων ολικής χωρητικότητάς τους (ΚΟΧ).
Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εξαιρούνται τα αλιευτικά σκάφη στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2930/1986, όπως κάθε φορά ισχύει.
Από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν μεταβάλλονται τα δικαιώματα υπηρεσίας που χορηγούνται με αποδεικτικά ναυτικής ικανότητας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και ο προσδιορισμός των λιμενικών τελών επί πλοίου, των πλοηγικών και φαρικών τελών και δικαιωμάτων, καθώς και η υποχρέωση πλοήγησης των πλοίων που απορρέουν από τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις.
Άρθρο 14
Επιθεώρηση πλοίων
Στο άρθρο 2 του π.δ. 345/2000 (Α΄ 298) προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής: «9. Δεν επιτρέπεται η συμμετοχή στα Τοπικά Κλιμάκια Επιθεώρησης Πλοίων (ΤΚΕΠ) ιδιωτών, των οποίων η επιχειρηματική ή εμπορική δραστηριότητα των ιδίων, των μελών της οικογένειάς τους και των συγγενών τους μέχρι και 2ου βαθμού, σχετίζεται με την κατηγορία στην οποία εκτελούν ελέγχους ή επιθεωρήσεις.»
α) Στην περίπτωση 1.2 του άρθρου 3 του π.δ. 345/2000 προστίθεται νέα υποπερίπτωση 1.2.5. ως εξής: «1.2.5. Οι αρχικές και περιοδικές επιθεωρήσεις του συστήματος αυτόματης αναγνώρισης (AIS) των πλοίων δύνανται να διενεργούνται και από επιθεωρητές τηλεπικοινωνιακού τομέα−μέλη των Τοπικών Κλιμακίων Επιθεώρησης Πλοίων».
- β) Οι υποπεριπτώσεις 1.2.5 έως 1.2.11 αναριθμούνται σε
1.2.6 έως 1.2.12 αντιστοίχως.
Το στοιχείο i της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του άρθρου πρώτου του π.δ. 38/2011 (Α΄ 96) αντικαθίσταται ως εξής : «i) ενός (1) ατόμου ανά τρεις (3) πνευστές σωσίβιες σχεδίες για τα πλοία που υπάγονται στις διατάξεις του π.δ. 103/1999 (Α΄110), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και εκτελούν πλόες κατηγοριών Β΄, Γ΄ ή Δ΄, καθώς και στα πλοία που υπάγονται στις διατάξεις του β.δ. 36/1967 (Α΄ 9), όπως ισχύει».
Θέματα ελαχίστων κριτηρίων προσόντων ελεγκτών και επιθεωρητών του Κλάδου Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων, που δεν ορίζονται ως υποχρεωτικά από την ενωσιακή ή διεθνή νομοθεσία, μπορεί να ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου.
Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου καταρτίζεται πρόγραμμα εκπαίδευσης των στελεχών του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου που διαθέτουν κατά περίπτωση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για την πιστοποίησή τους ως ελεγκτών και επιθεωρητών για τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων, αρμοδιότητας του Κλάδου Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων.
Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου δύνανται να ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στα ελάχιστα κριτήρια προσόντων, γνώσεων και εμπειρίας των στελεχών του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, προκειμένου αυτά να εκπαιδεύουν τους ελεγκτές και τους επιθεωρητές του Κλάδου Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων.
Άρθρο 15
Ρυθμίσεις σχετικές με την αποζημίωση ζημιών ρύπανσης από πετρελαιοειδή
Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου δεύτερου του ν. 3482/2006 (Α΄ 163) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Κάθε «πρόσωπο», σύμφωνα με τον ορισμό του Πρωτοκόλλου, το οποίο παραλαμβάνει μέσα στην Επικράτεια «πετρέλαιο» που μεταφέρεται με πλοία σε συνολική ποσότητα μεγαλύτερη από 150.000 μετρικούς τόνους το χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 1(α) και (β) του Πρωτοκόλλου, οφείλει να καταβάλει σε καθορισμένη προθεσμία, συνεισφορά στο «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο», η οποία καθορίζεται από τη συνέλευση του «Συμπληρωματικού Κεφαλαίου», σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του Πρωτοκόλλου, δια του λογαριασμού που τηρεί το «πρόσωπο» αυτό σε οποιαδήποτε ελληνική ή αλλοδαπή τράπεζα.» «3. Τα ποσά των συνεισφορών κατατίθενται στο λογαριασμό που τηρεί το οριζόμενο στη σύμβαση «πρόσωπο» σε οποιαδήποτε ελληνική ή αλλοδαπή τράπεζα και στη συνέχεια εμβάζονται στον Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου ή, άλλως, κατατίθενται απευθείας στο λογαριασμό του «Συμπληρωματικού Κεφαλαίου». Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Ναυτιλίας και Αιγαίου, καθορίζεται η διαδικασία με την οποία διενεργείται η ανωτέρω κατάθεση, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»
α) Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου τρίτου του ν. 1638/1986 (Α΄ 108) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Κάθε «πρόσωπο», σύμφωνα με τον ορισμό της σύμβασης, το οποίο παραλαμβάνει μέσα στην Επικράτεια «πετρελαιοειδή» μεταφερόμενα με πλοία σε ποσότητα μεγαλύτερη από 150.000 μετρικούς τόνους το χρόνο, οφείλει να καταβάλει σε καθορισμένη προθεσμία, συνεισφορά στο «Κεφάλαιο», η οποία καθορίζεται από τη συνέλευση του «Κεφαλαίου», σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 της Σύμβασης, στο λογαριασμό δια του λογαριασμού που τηρεί το «πρόσωπο» αυτό σε οποιαδήποτε ελληνική ή αλλοδαπή τράπεζα.» «4. Τα ποσά των συνεισφορών κατατίθενται στο λογαριασμό που τηρεί το οριζόμενο στη σύμβαση «πρόσωπο» σε οποιαδήποτε ελληνική ή αλλοδαπή τράπεζα και στη συνέχεια εμβάζονται στον Διευθυντή του Διεθνούς Κεφαλαίου ή, άλλως, κατατίθενται απευθείας στο λογαριασμό του «Κεφαλαίου». Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Ναυτιλίας και Αιγαίου, καθορίζεται η διαδι
- β) Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου τρίτου
του ν. 1638/1986, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2α του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να ισχύει η με αριθμό 747/Φ183507/87/29.4.1987 κ.υ.α. (Β΄ 226).
Άρθρο 16
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3393/2005
Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου τρίτου του ν. 3393/2005 (Α΄ 242) αντικαθίστανται ως ακολούθως: «1. α) Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, της «Σύμβασης» και των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται σε εκτέλεσή του, εφαρμόζονται σε πλοία υπό ελληνική σημαία, ολικής χωρητικότητας (ο.χ.) πάνω από 1000 (GT), ανεξαρτήτως των πλόων που εκτελούν και του τρόπου καταμέτρησης τους, καθώς και σε πλοία υπό ξένη σημαία, ολικής χωρητικότητας (ο.χ.) πάνω από 1000 (GT), που έχουν καταμετρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης για τη μέτρηση της χωρητικότητας των πλοίων, 1969, για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής που προσδιορίζει το άρθρο 2 της «Σύμβασης».
- β) Έως την 31η Δεκεμβρίου 2013 για τα πλοία υπό
ελληνική σημαία που εκτελούν αποκλειστικά πλόες εσωτερικού και έχουν καταμετρηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 973/1971 (Α΄194) για την εφαρμογή της «Σύμβασης», η ολική χωρητικότητα (GT) των ως άνω πλοίων θα λαμβάνεται ως ίση με την αριθμητική τιμή, στον πλησιέστερο προηγούμενο ακέραιο αριθμό, των κόρων ολικής τους χωρητικότητας.
Με διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, μπορεί να επεκτείνεται η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου και των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται σε εκτέλεση αυτού, στα υπό ελληνική σημαία πλοία, τα οποία εκτελούν αποκλειστικά πλόες εσωτερικού, ολικής χωρητικότητας (ο.χ.) μικρότερης των 1000 (GT).»
Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει ένα μήνα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Άρθρο 17
Βοηθητικά σκάφη και πλωτά βοηθητικά ναυπηγήματα υδατοκαλλιεργειών
Ως βοηθητικό σκάφος υδατοκαλλιεργειών ή ως πλωτό βοηθητικό ναυπήγημα υδατοκαλλιεργειών ορίζεται κάθε σκάφος ή πλωτό ναυπήγημα, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για σκοπούς υποστήριξης της υδατοκαλλιεργητικής δραστηριότητας, ιδίως για μεταφορά προσωπικού, ιχθυοτροφών, εφοδίων, ρυμούλκηση κλωβών, δεξαμενών, της φύλαξης.
Κάθε βοηθητικό σκάφος υδατοκαλλιεργειών ή πλωτό βοηθητικό ναυπήγημα υδατοκαλλιεργειών εφοδιάζεται με άδεια, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες Λιμενικές Αρχές, εάν πρόκειται για σκάφος ή ναυπήγημα που δραστηριοποιείται στη θάλασσα, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου υδατοκαλλιεργητή και έγκριση της αρμόδιας για θέματα αλιείας υπηρεσίας που εκδίδει την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της μονάδας υδατοκαλλιέργειας. Εάν πρόκειται για σκάφος ή ναυπήγημα που δραστηριοποιείται σε εσωτερικά ύδατα (λίμνες, ποτάμια, λιμνοθάλασσες και λοιπούς υδάτινους σχηματισμούς), η άδεια εκδίδεται από την υπηρεσία που εκδίδει την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της μονάδας υδατοκαλλιέργειας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου υδατοκαλλιεργητή. Η άδεια ισχύει για πέντε (5) έτη από την ημερομηνία έκδοσής της και ανανεώνεται από την αρμόδια αρχή εντός του τελευταίου τριμήνου πριν από τη λήξη της. Για τη χορήγηση και την ανανέωση της άδειας, ο ενδιαφερόμενος καταθέτει διπλότυπο είσπραξης τέλους υπέρ του Δημοσίου, ύψους δεκαπέντε (15) ευρώ, το ύψος του οποίου δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου.
Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου καθορίζονται τα ειδικότερα τεχνικά και λεπτομερειακά κριτήρια για το χαρακτηρισμό σκάφους ή πλωτού ναυπηγήματος ως βοηθητικό υδατοκαλλιεργειών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για τη χορήγηση και ανανέωση άδειας και για την οργανική σύνθεση πληρώματος.
Κάτοχοι επί δύο (2) τουλάχιστον έτη άδειας χειριστή ταχύπλοου σκάφους ή άδειας διακυβέρνησης ιδιωτικού πλοίου αναψυχής επιτρέπεται να κυβερνούν βοηθητικά σκάφη υδατοκαλλιεργειών ή/και πλωτά βοηθητικά ναυπηγήματα υδατοκαλλιεργειών μικρότερα των είκοσι (20) μέτρων και σε κάθε περίπτωση ολικής χωρητικότητας μέχρι είκοσι πέντε (25) κόρων.
Στους παραβάτες των διατάξεων του παρόντος άρθρου επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 157 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973, Α΄ 261), σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο, από τις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος.
Η άδεια βοηθητικού σκάφους υδατοκαλλιεργειών ή πλωτού βοηθητικού ναυπηγήματος υδατοκαλλιεργειών ανακαλείται με αιτιολογημένη απόφαση του οργάνου που την εξέδωσε, σε περίπτωση αλλαγής χρήσης του βοηθητικού σκάφους υδατοκαλλιεργειών ή του πλωτού βοηθητικού ναυπηγήματος υδατοκαλλιεργειών ή σε περίπτωση που ο υπεύθυνος για το βοηθητικό σκάφος υδατοκαλλιεργειών ή το πλωτό βοηθητικό ναυπήγημα υδατοκαλλιεργειών δεν συμμορφώθηκε καθ’ υποτροπή με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ή σε περίπτωση που παρέβη την ισχύουσα σχετική νομοθεσία. Μετά το πέρας ενός (1) έτους από την ανάκληση, ο ενδιαφερόμενος δύναται να υποβάλει εκ νέου δικαιολογητικά και να ακολουθήσει τη διαδικασία για την έκδοση νέας άδειας.
Έως την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 3, τα βοηθητικά σκάφη και τα πλωτά ναυπηγήματα συνεχίζουν να αδειοδοτούνται και να λειτουργούν, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις.
Άρθρο 18
Τροποποίηση των σχετικών διατάξεων με την Ελληνική Υπηρεσία Διερεύνησης Ναυτικών Ατυχημάτων και Συμβάντων (ΕΛΥΔΝΑ)
Στο άρθρο 8 του ν. 4033/2011 (Α΄ 264) προστίθεται παράγραφος 13 ως ακολούθως: «13. Οι μετακινήσεις του Προϊσταμένου, του Διευθυντή και του προσωπικού της Υπηρεσίας στο εσωτερικό ή το εξωτερικό πραγματοποιούνται ως ακολούθως:
- α) Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου
πραγματοποιούνται οι μετακινήσεις του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας. απόφαση του Διευθυντή πραγματοποιούνται οι μετακινήσεις του προσωπικού.»
Στο τέλος του άρθρου 9 του ν. 4033/2011 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Οι δαπάνες λειτουργίας της Υπηρεσίας βαρύνουν τις πιστώσεις του ειδικού φορέα Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου, 41/140 «Α.ΛΣ−ΕΛ.ΑΚΤ»».
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 11 του ν. 4033/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Με την επιφύλαξη του ν. 2742/1997 (Α΄50) (Οδηγία 95/46/ΕΚ, ΕΕ L 31995L0046) «για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», εξασφαλίζεται ότι οι ακόλουθες πληροφορίες παρέχονται αποκλειστικώς και μόνο για τους σκοπούς της διερεύνησης, εκτός εάν αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, μετά το πέρας της διερεύνησης, αποφασίσει ότι υπέρτατο δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί την αποκάλυψη των κάτωθι:».
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 3 του άρθρου 26 του ν. 4033/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «β) Για πλοία τα οποία έχουν ήδη εγγραφεί στα ελληνικά νηολόγια, κατά την έκδοση ή θεώρηση του Πιστοποιητικού Ασφαλείας ή Πιστοποιητικού Ασφαλείας Κατασκευής ή Πρωτοκόλλου Γενικής Επιθεώρησης ή Πιστοποιητικού Ασφαλείας Ταχυπλόου Σκάφους ή Πιστοποιητικού Ασφαλείας Δυναμικώς Υποστηριζόμενου Σκάφους:».
Στην παρ. 3 του άρθρου 26 του ν. 4033/2011 προστίθενται περιπτώσεις ε΄, στ΄ και ζ΄ ως ακολούθως: «ε) Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 για τα πλοία που εκτελούν αποκλειστικά πλόες εσωτερικού και έχουν καταμετρηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 973/1971 (Α΄ 194), για τον υπολογισμό του ύψους του παραβόλου, η ολική χωρητικότητα (GT) των ως άνω πλοίων θα λαμβάνεται ως ίση με την αριθμητική τιμή των κόρων ολικής τους χωρητικότητας, στον πλησιέστερο προηγούμενο ακέραιο αριθμό.
- στ) Σε πλοία, τα οποία εξαιρούνται της υποχρέωσης
υπολογισμού και πιστοποίησης της χωρητικότητάς τους σε ο.χ. (GT), το ύψος του παραβόλου υπολογίζεται με τη διαδικασία που προβλέπεται στην προηγούμενη περίπτωση.
- ζ) Αναγνωρισμένοι Οργανισμοί εξουσιοδοτημένοι από
την ελληνική Αρχή να παρέχουν υπηρεσίες έκδοσης ή θεώρησης πιστοποιητικών της περίπτωσης β΄, μεριμνούν για τη βεβαίωση καταβολής από τους υπόχρεους του σχετικού παραβόλου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Άρθρο 19
Μητρώο Ενεργών Ναυτικών
Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου και κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης, καταρτίζεται «Μητρώο Ενεργών Ναυτικών». Το Μητρώο περιλαμβάνει ιδίως τα στοιχεία των ναυτικών, τις ειδικότητες και τις ναυτολογήσεις.
«Ενεργός» θεωρείται ο ναυτικός που έχει τουλάχιστον οκτώ (8) μήνες υπηρεσίας επί πλοίου κατά τα τελευταία τέσσερα (4) έτη από την απογραφή ή την τελευταία ναυτολόγησή του.
Με την απόφαση της παραγράφου 1 προσδιορίζεται το ειδικότερο περιεχόμενο του Μητρώου, η διαδικασία και ο χρόνος ενημέρωσής του, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 20
Παράταση θητείας επίκουρων καθηγητών, καθηγητών εφαρμογών και μελών Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.)
Στην παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2638/1998 (Α΄ 204), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3450/2006 (Α΄64) και ισχύει, προστίθεται νέο στοιχείο γ΄, ως ακολούθως: «γ) Κατά το χρονικό διάστημα από τη συμπλήρωση της τριετούς θητείας έως την έκδοση της πράξεως μονιμοποιήσεως των αιτούντων ή τυχόν απορρίψεως της αιτήσεώς τους για μονιμοποίηση, θεωρείται ότι παρατείνεται η θητεία τους, με όλες τις νόμιμες συνέπειες, υπό την προϋπόθεση ότι έχει υποβληθεί αίτηση μονιμοποιήσεώς τους εντός της δίμηνης προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου. Σε περίπτωση θετικής κρίσεως, η μονιμοποίηση ολοκληρώνεται με την έκδοση σχετικής αποφάσεως του οικείου Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αν η υποβληθείσα αίτηση κριθεί αρνητικά από το Εκλεκτορικό Σώμα, η θητεία του κρινόμενου παρατείνεται με όλες τις νόμιμες συνέπειες μέχρι τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της σχετικής διαπιστωτικής πράξεως του οικείου Υπουργού για την απόρριψη της αιτήσεως. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για μονιμοποίηση, η θητεία θεωρείται ότι παρατείνεται με όλες τις νόμιμες συνέπειες και λήγει αυτοδικαίως με τη λήξη της ως άνω δίμηνης προθεσμίας για την υποβολή της αιτήσεως, εκδιδομένης περί αυτού σχετικής διαπιστωτικής πράξεως του οικείου Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η κρίση περί μονιμοποίησης ή μη των αιτούντων διενεργείται εντός του ακαδημαϊκού έτους κατά το οποίο λήγει η θητεία τους και πάντως όχι πέραν ενός (1) ημερολογιακού έτους από τη λήξη αυτής.»
Τα στοιχεία γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2638/1998, όπως ισχύει, αναριθμούνται σε δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ αντίστοιχα.
Άρθρο 21
Εκπαιδευτικά ταξίδια σπουδαστών Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού (ΑΕΝ)
Οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις που υπάγονται ή έχουν ήδη υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (Α΄ 77), όπως ισχύει, έχουν την υποχρέωση να ναυτολογούν, κατ’ ελάχιστον, αντίστοιχο αριθμό σπουδαστών των ΑΕΝ σε σχέση με τον αριθμό των πλοίων που διαχειρίζονται, ανεξαρτήτως σημαίας τηρώντας αναλογικά τα αντίστοιχα ποσοστά φοίτησης σπουδαστριών και σπουδαστών στις ΑΕΝ. Οι κατά τα ανωτέρω ναυτολογούμενοι σπουδαστές μπορεί να απασχολούνται σε ένα ή περισσότερα πλοία της ίδιας διαχειρίστριας εταιρίας, κατ’ επιλογήν της. Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει για κάθε θαλάσσια εκπαιδευτική περίοδο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της πρακτικής άσκησής τους επί πλοίου, με την επιφύλαξη των αναφερομένων στον όρο 8
Παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται επιβολή προστίμου σε βάρος της εταιρίας, ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ανά εκπαιδευόμενο υπέρ του Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαίδευσης (ΚΝΕ).
Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Ναυτιλίας και Αιγαίου ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την ανωτέρω ναυτολόγηση, η διαδικασία επιβολής και είσπραξης του προστίμου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 22
Ρυθμίσεις για τους σπουδαστές των ΑΕΝ
Η περίπτωση β΄ της παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 2638/1998 (Α΄ 204), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 225 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) και ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως: «β) Σπουδαστές και σπουδάστριες των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού (ΑΕΝ), πρώτης και δεύτερης θαλάσσιας εκπαιδευτικής περιόδου, που δεν βρίσκουν θέσεις απασχόλησης για την εκτέλεση της πρακτικής άσκησής τους σε πλοία με ελληνική σημαία ή σε πλοία με σημαία τρίτης χώρας συμβεβλημένα με το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ), επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, να ναυτολογηθούν σε πλοία με σημαία κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας μη συμβεβλημένα με το ΝΑΤ. Η ως άνω θαλάσσια υπηρεσία λαμβάνεται υπόψη για την απόκτηση διπλώματος Πλοιάρχου ή Μηχανικού Γ΄ τάξης Εμπορικού Ναυτικού. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις της ως άνω κατ’ εξαίρεση ναυτολόγησης και της αναγνώρισης δια εξαγοράς της θαλάσσιας υπηρεσίας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»
Η ισχύς της διάταξης της παρ. 8 του άρθρου 9 του ν. 2575/1998 (Α΄ 23), όπως ισχύει, παρατείνεται έως και 31.12.2015.
Άρθρο 23
Γραφείο Σταδιοδρομίας Στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου συστήνεται Γραφείο Σταδιοδρομίας, υπαγόμενο στην αρμόδια Υπηρεσία Εκπαίδευσης Ναυτικών, το οποίο έχει ως αρμοδιότητα την ενημέρωση και την παροχή κατευθύνσεων και υποδείξεων προς τους δοκίμους των ΑΕΝ, προκειμένου να διευκολυνθεί η ναυτολόγησή τους σε πλοία ναυτιλιακών εταιριών για τη συμπλήρωση της επαγγελματικής κατάρτισής τους. Το Γραφείο Σταδιοδρομίας επικοινωνεί με τις ναυτιλιακές εταιρίες, προκειμένου να διασφαλίσει την αντικειμενικότητα και διαφάνεια της ναυτολόγησης. Για το σκοπό αυτόν υποστηρίζεται από ειδικό πληροφοριακό σύστημα και διαδικτυακό ιστότοπο. Στον Οργανισμό του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, ο οποίος προβλέπεται στο στοιχείο β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του παρόντος, καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας του Γραφείου Σταδιοδρομίας.
Άρθρο 24
Ρυθμίσεις για το Ναυτικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΝΕΕ) Στο τέλος του α΄ εδαφίου της περίπτωσης γ΄, καθώς και στο τέλος του β΄ εδαφίου της περίπτωσης ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 989/1979 (Α΄ 260), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις αντίστοιχες περιπτώσεις γ΄ και ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3450/2006 (Α΄ 64) και ισχύουν, προστίθενται οι λέξεις: «ή διατελέσαντες Πρόεδροι ή Διευθύνοντες Σύμβουλοι με 15ετή τουλάχιστον υπηρεσία σε διαχειρίστρια ναυτιλιακή εταιρία εγκατεστημένη στην Ελλάδα».
Άρθρο 25
Διάσκεψη («Forum») επί εργασιακών ζητημάτων του τομέα ναυτιλίας
Συνιστάται συλλογικό όργανο διαβούλευσης και διατύπωσης απόψεων με τίτλο «Διάσκεψη επί εργασιακών ζητημάτων του τομέα ναυτιλίας». Σκοπός της Διάσκεψης («Forum») είναι η οργάνωση και η συστηματοποίηση του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων της ναυτιλίας, η καταγραφή και η δημοσιοποίηση συμπερασμάτων και κατευθύνσεων, καθώς και η εισήγηση στον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου επί των σχετικών ζητημάτων.
Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη λειτουργία της Διάσκεψης, τη συμμετοχή μελών και την τήρηση σχετικού Μητρώου, τη δημοσιότητα των εργασιών της, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 26
Φύλακες παροπλισμένων πλοίων ή πλοίων που τελούν υπό νόμιμη απαγόρευση απόπλου λόγω αναγκαστικής ή συντηρητικής κατάσχεσης ή προσωρινής διαταγής των δικαστηρίων
Ως φύλακες παροπλισμένων πλοίων ή πλοίων που τελούν υπό απαγόρευση απόπλου λόγω αναγκαστικής ή συντηρητικής κατάσχεσης ή προσωρινής διαταγής των δικαστηρίων προσλαμβάνονται εν ενεργεία ναυτικοί ανεξαρτήτως, ναυτικής ειδικότητας και σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων οι οποίοι δεν πρέπει να έχουν υπερβεί το εξηκοστό έβδομο (67) έτος της ηλικίας τους.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)