Νόμοι — ΦΕΚ A' 253/2013

Type Νόμος
Publication 2013-11-21
Τελευταία ενημέρωση 2013-11-20
State In force
Source ΦΕΚ
articles 107
Reform history JSON API

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4209

Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2011/61/ΕΕ σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και την Οδηγία 2011/89/ΕΕ σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων, μέτρα για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012/ΕΕ περί εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, κεντρικών αντισυμβαλλόμενων και αρχείων καταγραφής συναλλαγών και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ Α΄

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/61/ΕΕ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 53 του Μέρους Α΄ του παρόντος νόμου προσαρμόζεται η νομοθεσία προς την Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 (ΕΕ L 174/1.7.2011) «σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) που διαχειρίζονται ή προωθούν εμπορικά τέτοιους οργανισμούς, καθώς και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010», όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2013/14/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2013 (ΕΕ L 145/31.5.2013).

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 3, οι διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) εφαρμόζονται:

  • α) σε διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) με έδρα στην Ελλάδα, οι οποίοι διαχειρίζονται έναν ή περισσότερους οργανισμούς εναλλακτικών

επενδύσεων (ΟΕΕ), ασχέτως αν οι εν λόγω ΟΕΕ είναι ΟΕΕ με έδρα στην Ελλάδα, με έδρα σε άλλο κράτοςμέλος της ΕΕ ή ΟΕΕ με έδρα εκτός ΕΕ,

  • β) σε ΔΟΕΕ με έδρα εκτός της ΕΕ, οι οποίοι διαχειρίζονται έναν ή περισσότερους ΟΕΕ με έδρα στην

Ελλάδα και

  • γ) σε ΔΟΕΕ με έδρα εκτός της ΕΕ, οι οποίοι προωθούν εμπορικά στην Ελλάδα έναν ή περισσότερους ΟΕΕ,

ασχέτως αν οι εν λόγω ΟΕΕ είναι ΟΕΕ με έδρα στην Ελλάδα, ΟΕΕ με έδρα σε άλλο κράτος−μέλος της ΕΕ ή ΟΕΕ με έδρα εκτός ΕΕ.

2.

Η εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) δεν επηρεάζεται:

  • α) αν ο ΟΕΕ είναι ανοικτού τύπου ή κλειστού τύπου,
  • β) αν ο ΟΕΕ έχει συμβατική ή καταστατική μορφή ή

μορφή εμπιστεύματος (trust) ή έχει οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή,

  • γ) από τη νομική δομή του ΔΟΕΕ.
3.

Οι διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) δεν έχουν εφαρμογή στις ακόλουθες οντότητες:

  • α) εταιρείες συμμετοχών (holding companies),
  • β) ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης του ν. 3029/2002

(Α΄ 160) ή ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που εμπίπτουν στην Οδηγία 2003/41/ΕΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, οι αδειοδοτημένοι φορείς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση τέτοιων ιδρυμάτων και ενεργούν για λογαριασμό τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της ίδιας Οδηγίας ή οι διαχειριστές επενδύσεων οι οποίοι ορίσθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 της ίδιας Οδηγίας, αν δεν διαχειρίζονται ΟΕΕ,

  • γ) υπερεθνικά όργανα, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων,

το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, οι Ευρωπαϊκοί αναπτυξιακοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί και οι διμερείς αναπτυξιακές τράπεζες, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλα υπερεθνικά όργανα και παρεμφερείς διεθνείς οργανισμοί, αν τα εν λόγω όργανα ή οργανισμοί διαχειρίζονται ΟΕΕ και αν οι εν λόγω ΟΕΕ ενεργούν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος,

  • δ) εθνικές κεντρικές τράπεζες,
  • ε) εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές και οργανισμούς ή άλλα ιδρύματα που διαχειρίζονται κεφάλαια στήριξης συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και

συντάξεων, ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 253 21 Νοεμβρίου 2013 4335

  • ζ) οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης.
4.

Οι ΔΟΕΕ της παραγράφου 1 συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) σε διαρκή βάση.

Άρθρο 3

Εξαιρέσεις (άρθρο 3 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Οι διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) δεν εφαρμόζονται σε ΔΟΕΕ, αν διαχειρίζονται έναν ή περισσότερους ΟΕΕ των οποίων οι μόνοι επενδυτές είναι οι ίδιοι οι ΔΟΕΕ ή οι μητρικές επιχειρήσεις ή οι θυγατρικές επιχειρήσεις αυτών των ΔΟΕΕ ή άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών επιχειρήσεων αυτών των ΔΟΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι κανένας από αυτούς τους επενδυτές δεν αποτελεί ο ίδιος ΟΕΕ.

2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 44, μόνον οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στους ακόλουθους ΔΟΕΕ με έδρα στην Ελλάδα:

  • α) ΔΟΕΕ οι οποίοι, άμεσα ή έμμεσα, μέσω εταιρείας

με την οποία ο ΔΟΕΕ συνδέεται μέσω κοινής διαχείρισης ή ελέγχου ή μέσω ουσιαστικής άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής, διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια ΟΕΕ των οποίων τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων τα οποία αποκτήθηκαν μέσω της χρήσης μόχλευσης, δεν υπερβαίνουν συνολικά το όριο των εκατό εκατομμυρίων ευρώ (100.000.000 €) ή

  • β) ΔΟΕΕ οι οποίοι, άμεσα ή έμμεσα, μέσω εταιρείας με

την οποία ο ΔΟΕΕ συνδέεται μέσω κοινής διαχείρισης ή ελέγχου ή μέσω ουσιαστικής άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής, διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια ΟΕΕ των οποίων τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, δεν υπερβαίνουν συνολικά το όριο των πεντακοσίων εκατομμυρίων ευρώ (500.000.000 €), αν τα ως άνω χαρτοφυλάκια αποτελούνται από ΟΕΕ χωρίς μόχλευση και δεν έχουν χορηγήσει στους επενδυτές τους δικαίωμα εξαγοράς που να μπορεί να ασκηθεί κατά τη διάρκεια πέντε ετών από την ημερομηνία της αρχικής επένδυσης σε κάθε ΟΕΕ.

3.

Οι ΔΟΕΕ της παραγράφου 2 κατ’ ελάχιστον:

  • α) υποχρεούνται σε καταχώριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,
  • β) γνωστοποιούν τη στιγμή της ως άνω καταχώρισης

στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τόσο τα στοιχεία των ιδίων, όσο και των ΟΕΕ που τελούν υπό τη διαχείρισή τους,

  • γ) παρέχουν τη στιγμή της ως άνω καταχώρισης στην

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες σχετικά με τις επενδυτικές στρατηγικές των ΟΕΕ που τελούν υπό τη διαχείρισή τους,

  • δ) παρέχουν τακτικά στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

πληροφορίες σχετικά με τα κύρια μέσα επί των οποίων συναλλάσσονται και τις βασικές εκθέσεις σε κινδύνους, καθώς και τις πιο σημαντικές συγκεντρώσεις συμμετοχών των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται, ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να είναι σε θέση να παρακολουθεί αποτελεσματικά το συστημικό κίνδυνο και

  • ε) ενημερώνουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην

περίπτωση που δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2. Αν δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2, οι συγκεκριμένοι ΔΟΕΕ αιτούνται τη χορήγηση άδειας εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, σύμφωνα με τις σχετικές διαδικασίες που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρα 6−11) του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53).

4.

Οι ΔΟΕΕ της παραγράφου 2 δεν απολαμβάνουν κανένα από τα δικαιώματα που χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53), εκτός αν επιλέξουν την υπαγωγή τους σε αυτόν, μέσω της διαδικασίας αδειοδότησης που προβλέπεται στο Κεφάλαιο Β΄ του Μέρους Α΄. Αν οι ΔΟΕΕ επιλέξουν την εν λόγω υπαγωγή, οι διατάξεις του Μέρους Α΄ του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στο σύνολό τους.

5.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με:

  • α) τον προσδιορισμό των διαδικασιών για τους ΔΟΕΕ

που επιλέγουν την υπαγωγή στις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) σύμφωνα με την παράγραφο 4,

  • β) τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να υπολογίζονται

τα κατά την παράγραφο 2 όρια και την αντιμετώπιση των ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ των οποίων τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων όσων περιουσιακών στοιχείων αποκτώνται κάνοντας χρήση της μόχλευσης, υπερβαίνουν ή/και υπολείπονται του σχετικού ορίου περιστασιακά μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος,

  • γ) τις υποχρεώσεις καταχώρισης και παροχής πληροφοριών για τους σκοπούς της αποτελεσματικής παρακολούθησης των συστημικών κινδύνων, όπως προβλέπει

η παράγραφος 3 και

  • δ) την υποχρέωση ενημέρωσης προς την Επιτροπή

Κεφαλαιαγοράς κατά την παράγραφο 3.

Άρθρο 4

Ορισμοί (άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Για τους σκοπούς του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53), ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

  • α) Ως «ΟΕΕ» νοείται οποιοσδήποτε οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν επενδυτικών του τμημάτων, ο οποίος:
  • αα) Συγκεντρώνει κεφάλαια από επενδυτές με σκοπό

την επένδυσή τους σύμφωνα με καθορισμένη επενδυτική πολιτική προς όφελος των εν λόγω επενδυτών και

  • ββ) δεν χρειάζεται άδεια σύμφωνα με το άρθρο 4

του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) ή το άρθρο 5 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

  • β) αα) Ως «ΔΟΕΕ» νοείται κάθε νομικό πρόσωπο του

οποίου η συνήθης δραστηριότητα είναι η διαχείριση ενός ή περισσότερων ΟΕΕ.

  • ββ) Ως «Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών

Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΑΕΔΟΕΕ)» νοείται ο ΔΟΕΕ που είναι ανώνυμη εταιρεία, έχει έδρα στην Ελλάδα και έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

  • γ) Ως «υποκατάστημα» σχετικά με ένα ΔΟΕΕ νοείται

μονάδα εκμετάλλευσης που αποτελεί τμήμα του ΔΟΕΕ, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει λάβει άδεια ο ΔΟΕΕ. Όλες οι μονάδες εκμετάλλευσης με εγκατάσταση στο ίδιο και μόνο υποκατάστημα.

  • δ) Ως «συμμετοχή επί της πρόσθετης απόδοσης»

(carried interest) νοείται μερίδιο στα κέρδη του ΟΕΕ που περιέρχεται στον ΔΟΕΕ ως πρόσθετη αμοιβή για τη διαχείριση του ΟΕΕ, εξαιρουμένου κάθε μεριδίου στα κέρδη του ΟΕΕ που περιέρχεται στον ΔΟΕΕ ως απόδοση επένδυσης του ΔΟΕΕ στον ΟΕΕ.

  • ε) Ως «στενοί δεσμοί» νοείται η κατάσταση κατά την

οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με:

  • αα) Σχέση συμμετοχής, δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω

ελέγχου, του 20% ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

  • ββ) σχέση ελέγχου, δηλαδή σχέση μεταξύ μητρικής και

θυγατρικής επιχείρησης, όπως αναφέρεται στην παρ. 5 του άρθρου 42ε και στην παρ. 1 του άρθρου 106 του κ.ν. 2190/1920 ή παρόμοια σχέση μεταξύ ενός φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης αυτών των θυγατρικών. Η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μόνιμα με το ίδιο πρόσωπο με σχέση ελέγχου θεωρείται επίσης ότι συνιστά «στενό δεσμό» μεταξύ αυτών των προσώπων.

  • στ) Ως «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι εθνικές αρχές

των κρατών−μελών οι οποίες εξουσιοδοτούνται, διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να εποπτεύουν τους ΔΟΕΕ. Αρμόδια αρχή για την Ελλάδα ορίζεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

  • ζ) Ως «αρμόδιες αρχές» σε σχέση με το θεματοφύλακα, νοούνται:
  • αα) Αν ο θεματοφύλακας είναι πιστωτικό ίδρυμα που

έχει λάβει άδεια στο πλαίσιο του ν. 3601/2007 (Α΄ 178), η αρμόδια αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Αν ο θεματοφύλακας είναι πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια βάσει της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, αρμόδια αρχή είναι αυτή του κράτους − μέλους καταγωγής του.

  • ββ) Αν ο θεματοφύλακας είναι επιχείρηση παροχής

επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) που έχει λάβει άδεια στο πλαίσιο του ν. 3606/2007 (Α΄195), η αρμόδια αρχή είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Αν ο θεματοφύλακας είναι επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) που έχει λάβει άδεια βάσει της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, αρμόδια αρχή είναι αυτή του κράτους − μέλους καταγωγής του.

  • γγ) Αν ο θεματοφύλακας εμπίπτει σε κατηγορία ιδρύματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του παρόντος

νόμου, αρμόδια αρχή είναι αυτή του κράτους − μέλους καταγωγής του.

  • δδ) Αν ο θεματοφύλακας είναι οντότητα στην οποία

αναφέρεται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 21 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, αρμόδια αρχή είναι αυτή του κράτους − μέλους καταγωγής του.

  • εε) Αν ο θεματοφύλακας διορίζεται ως θεματοφύλακας για εκτός ΕΕ ΟΕΕ σύμφωνα με την περίπτωση β΄

της παραγράφου 5 του άρθρου 21 του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) και δεν είναι μία από τις προαναφερθείσες οντότητες, αρμόδιες αρχές είναι οι σχετικές εθνικές αρχές της τρίτης χώρας στην οποία ο θεματοφύλακας έχει την καταστατική του έδρα.

  • η) Ως «αρμόδιες αρχές ΟΕΕ της ΕΕ» νοούνται οι εθνικές αρχές κράτους − μέλους, οι οποίες εξουσιοδοτούνται, δια νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να εποπτεύουν

τον ΟΕΕ.

  • θ) Ως «έλεγχος» νοείται η ύπαρξη μίας τουλάχιστον

από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 42ε και στην παρ. 1 του άρθρου 106 του κ.ν. 2190/1920 ή στο άρθρο 1 της έβδομης οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς ή παρόμοια σχέση μεταξύ ενός φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης.

  • ι) Ως «εγκατεστημένος» νοείται:
  • αα) Προκειμένου περί ΔΟΕΕ, εκεί που έχει την καταστατική του έδρα,
  • ββ) προκειμένου περί ΟΕΕ, εκεί που έχει λάβει άδεια

ή καταχωρηθεί ή, κατά περίπτωση, αν ο ΟΕΕ δεν έχει λάβει άδεια ούτε έχει καταχωρηθεί, εκεί που έχει την καταστατική του έδρα,

  • γγ) προκειμένου περί θεματοφύλακα, εκεί που έχει

την καταστατική του έδρα ή υποκατάστημα,

  • δδ) προκειμένου περί νομίμου εκπροσώπου, ο οποίος

είναι νομικό πρόσωπο, εκεί που έχει την καταστατική του έδρα ή υποκατάστημα,

  • εε) προκειμένου περί νομίμου εκπροσώπου, ο οποίος

είναι φυσικό πρόσωπο, εκεί που έχει τον τόπο κατοικίας του.

  • ια) Ως «ΟΕΕ της ΕΕ» νοείται:
  • αα) κάθε ΟΕΕ που έχει λάβει άδεια ή έχει καταχωρηθεί

σε κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία ή

  • ββ) κάθε ΟΕΕ που δεν έχει λάβει άδεια ούτε έχει

καταχωρηθεί σε κράτος − μέλος, αλλά έχει την καταστατική του έδρα και/ή τα κεντρικά γραφεία του σε κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • ιβ) Ως «ΔΟΕΕ της ΕΕ» νοείται κάθε ΔΟΕΕ που έχει

την καταστατική του έδρα σε κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • ιγ) Ως «τροφοδοτικός ΟΕΕ» νοείται κάθε ΟΕΕ ο οποίος:
  • αα) Επενδύει τουλάχιστον ογδόντα πέντε τοις εκατό

(85%) των περιουσιακών του στοιχείων σε μερίδια ή μετοχές άλλου ΟΕΕ (του «κύριου ΟΕΕ») ή

  • ββ) επενδύει τουλάχιστον ογδόντα πέντε τοις εκατό

(85%) των περιουσιακών του στοιχείων σε περισσότερους του ενός κύριους ΟΕΕ, αν οι εν λόγω κύριοι ΟΕΕ έχουν ταυτόσημες επενδυτικές στρατηγικές ή

  • γγ) έχει κατ’ άλλον τρόπο έκθεση ύψους τουλάχιστον

ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των περιουσιακών του στοιχείων σε κύριο ΟΕΕ.

  • ιδ) Ως «χρηματοπιστωτικό μέσο» νοείται ένα μέσο,

όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 του ν. 3606/2007.

  • ιε) Ως «εταιρεία συμμετοχών» νοείται εταιρεία με συμμετοχή σε μία ή περισσότερες άλλες εταιρείες, εμπορικός σκοπός της οποίας είναι η εφαρμογή επιχειρηματικής στρατηγικής ή στρατηγικών μέσω των θυγατρικών

ή συνδεδεμένων εταιρειών της ή των συμμετοχών της, προκειμένου να αυξηθεί η μακροπρόθεσμη αξία τους, και η οποία είναι εταιρεία που:

  • αα) Λειτουργεί για ίδιο λογαριασμό και της οποίας οι

μετοχές έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά της ΕΕ ή

  • ββ) δεν έχει συσταθεί με κύριο σκοπό την εξασφάλιση

κέρδους για τους επενδυτές της μέσω αποεπένδυσης ή άλλα επίσημα έγγραφα.

  • ιστ) Ως «κράτος − μέλος καταγωγής ενός ΟΕΕ» νοείται:
  • αα) Το κράτος − μέλος στο οποίο ο ΟΕΕ έχει λάβει

άδεια ή έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ή, σε περίπτωση πολλαπλών αδειών ή καταχωρίσεων, το κράτος − μέλος στο οποίο ο ΟΕΕ έχει λάβει άδεια ή έχει καταχωρηθεί για πρώτη φορά ή

  • ββ) αν ο ΟΕΕ δεν έχει λάβει άδεια ή δεν έχει καταχωρηθεί σε κράτος − μέλος, το κράτος−μέλος στο οποίο ο

ΟΕΕ έχει την καταστατική του έδρα και/ή τα κεντρικά γραφεία του.

  • ιζ) Ως «κράτος − μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ» νοείται

το κράτος−μέλος στο οποίο ο ΔΟΕΕ έχει την καταστατική του έδρα. Για τους εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ, κάθε παραπομπή στο «κράτος − μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ» στις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) νοείται ως παραπομπή στο «κράτος − μέλος αναφοράς», όπως προβλέπεται στο Κεφάλαιο Ζ΄ (άρθρα 34−40).

  • ιη) Ως «κράτος − μέλος υποδοχής του ΔΟΕΕ» νοείται,

κατά περίπτωση:

  • αα) Το κράτος − μέλος, εκτός του κράτους − μέλους

καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ διαχειρίζεται ΟΕΕ της ΕΕ,

  • ββ) το κράτος − μέλος, εκτός του κράτους − μέλους

καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ενός ΟΕΕ της ΕΕ,

  • γγ) το κράτος − μέλος, εκτός του κράτους − μέλους

καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ενός ΟΕΕ εκτός ΕΕ,

  • δδ) το κράτος − μέλος, εκτός του κράτους − μέλους

αναφοράς, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ διαχειρίζεται ΟΕΕ της ΕΕ,

  • εε) το κράτος − μέλος, εκτός του κράτους − μέλους

αναφοράς, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ προωθεί εμπορικά μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ της ΕΕ ή στστ) το κράτος − μέλος, εκτός του κράτους − μέλους αναφοράς, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ προωθεί εμπορικά μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ εκτός ΕΕ.

  • ιθ) Ως «αρχικό κεφάλαιο» νοούνται τα κεφάλαια κατά

την παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3601/2007.

  • κ) ως «εκδότης» νοείται κάθε εκδότης κατά την έννοια της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.

3556/ 2007 (Α΄ 91), ο οποίος έχει την καταστατική του έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και του οποίου οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007.

  • κα) Ως «νόμιμος εκπρόσωπος» νοείται κάθε φυσικό

πρόσωπο με τόπο κατοικίας ή κάθε νομικό πρόσωπο με καταστατική έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο, ύστερα από ρητό καθορισμό του από ένα ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ, ενεργεί στο όνομα του εν λόγω ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ έναντι των αρχών, των πελατών, των οργάνων και των αντισυμβαλλόμενων του εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά τις υποχρεώσεις του εν λόγω εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ στο πλαίσιο του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53).

  • κβ) Ως «μόχλευση» νοείται κάθε μέθοδος διά της οποίας ο ΔΟΕΕ αυξάνει την έκθεση σε κινδύνους ενός ΟΕΕ

που διαχειρίζεται είτε μέσω δανεισμού μετρητών ή κινητών αξιών είτε μέσω μόχλευσης ενσωματωμένης σε θέσεις παραγώγων ή μέσω οποιωνδήποτε άλλων μέσων.

  • κγ) Ως «διαχείριση ΟΕΕ» νοείται η διενέργεια τουλάχιστον των λειτουργιών διαχείρισης επενδύσεων που

αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου.

  • κδ) Ως «εμπορική προώθηση» νοείται κάθε άμεση ή

έμμεση προσφορά ή τοποθέτηση, με πρωτοβουλία του ΔΟΕΕ ή εξ ονόματος του ΔΟΕΕ, μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται σε επενδυτές με κατοικία ή καταστατική έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

  • κε) Ως «κύριος ΟΕΕ» νοείται κάθε ΟΕΕ στον οποίο

επενδύει ή έχει έκθεση ένας άλλος ΟΕΕ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω περίπτωση ιγ΄.

  • κστ) Ως «κράτος − μέλος αναφοράς» νοείται το κράτος− μέλος που καθορίζεται σύμφωνα με την υποπαράγραφο A΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 37.
  • κζ) Ως «ΟΕΕ εκτός ΕΕ» νοείται κάθε ΟΕΕ που δεν

είναι ΟΕΕ της ΕΕ.

  • κη) ως «ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ» νοείται κάθε ΔΟΕΕ που δεν

είναι ΔΟΕΕ της ΕΕ.

  • κθ) Ως «μη εισηγμένη εταιρεία» νοείται κάθε εταιρεία

η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της οποίας οι μετοχές δεν έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007.

  • λ) Ως «ίδια κεφάλαια» νοούνται τα ίδια κεφάλαια όπως

ορίζονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με το άρθρο 72 του ν. 3601/2007, τον τίτλο V Κεφάλαιο 2 Τμήμα 1 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ και τα άρθρα 13 έως 16 της Οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

  • λα) Ως «μητρική επιχείρηση» νοείται η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου

42ε ή της παρ. 1 του άρθρου 106 του κ.ν. 2190/1920 ή, αν πρόκειται για μητρική επιχείρηση με καταστατική έδρα εκτός Ελλάδος, κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

  • λβ) Ως «βασικός διαμεσολαβητής» νοείται πιστωτικό ίδρυμα, ΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που υπόκειται σε

προληπτικό θεσμικό πλαίσιο και συνεχή εποπτεία και προσφέρει μία ή περισσότερες υπηρεσίες σε επαγγελματίες επενδυτές, κυρίως για τη χρηματοδότηση ή πραγματοποίηση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα ως αντισυμβαλλόμενο μέρος, και μπορεί επίσης να παρέχει άλλες υπηρεσίες, όπως εκκαθάριση και διακανονισμό συναλλαγών, υπηρεσίες θεματοφυλακής, δανειοδοσία τίτλων, εξειδικευμένη τεχνολογία, και μέσα και εγκαταστάσεις επιχειρησιακής υποστήριξης.

  • λγ) Ως «επαγγελματίας επενδυτής» νοείται κάθε επενδυτής που θεωρείται επαγγελματίας πελάτης ή μπορεί

κατόπιν αιτήσεώς του να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας πελάτης κατά την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007.

  • λδ) Ως «ειδική συμμετοχή» νοείται κάθε άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ΔΟΕΕ η οποία αντιπροσωπεύει το

δέκα τοις εκατό (10%) τουλάχιστον του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 της Οδηγίας 2004/109/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 10 του ν. 3556/2007 και στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της Οδηγίας 2004/109/ΕΚ ή συμμετοχή η οποία επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διοίκηση του ΔΟΕΕ στον οποίο υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή. θρο 2 του π.δ. 240/2006 (Α΄ 252) ή στο στοιχείο ε΄ του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ.

  • λστ) Ως «ιδιώτης επενδυτής» νοείται επενδυτής ο

οποίος δεν είναι επαγγελματίας επενδυτής.

  • λζ) Ως «θυγατρική επιχείρηση» νοείται η θυγατρική

επιχείρηση κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε ή της παρ. 1 του άρθρου 106 του κ.ν. 2190/1920 ή, αν πρόκειται για θυγατρική επιχείρηση με καταστατική έδρα εκτός Ελλάδος, κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

  • λη) Ως «εποπτικές αρχές» σε σχέση με ΟΕΕ εκτός ΕΕ

νοούνται οι εθνικές αρχές τρίτης χώρας οι οποίες έχουν εξουσιοδοτηθεί, διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να εποπτεύουν τον ΟΕΕ.

  • λθ) Ως «εποπτικές αρχές» σε σχέση με ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ

νοούνται οι εθνικές αρχές τρίτης χώρας οι οποίες έχουν εξουσιοδοτηθεί, διά νόμου ή κανονιστικής ρύθμισης, να εποπτεύουν τον ΔΟΕΕ.

  • μ) Ως «οντότητα ειδικού σκοπού τιτλοποίησης» νοείται,

για τους σκοπούς της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2, μια οντότητα μοναδικός σκοπός της οποίας είναι να διεξάγει τιτλοποίηση ή τιτλοποιήσεις κατά την έννοια του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 και της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 24/2009 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 19ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με στατιστικά στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού των χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού οι οποίες μετέχουν σε συναλλαγές τιτλοποίησης και άλλες δραστηριότητες κατάλληλες για την εκπλήρωση αυτού του σκοπού.

  • μα) Ως «ΟΣΕΚΑ» νοούνται οι οργανισμοί συλλογικών

επενδύσεων σε κινητές αξίες οι οποίοι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4099/2012 ή το άρθρο 5 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

  • μβ) Ως «υπερκείμενος ΟΕΕ» νοείται ο ΟΕΕ που επενδύει σε άλλους ΟΕΕ.
  • μγ) Ως «υποκείμενοι ΟΕΕ» νοούνται οι ΟΕΕ στους οποίους επενδύει ο υπερκείμενος ΟΕΕ.
2.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παρ. 3 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με:

  • α) τις μεθόδους μόχλευσης, όπως ορίζονται στο

στοιχείο κβ΄ της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε χρηματοοικονομικών και/ή νομικών δομών με συμμετοχή τρίτων οι οποίες ελέγχονται από τον σχετικό ΟΕΕ και

  • β) τον τρόπο υπολογισμού της μόχλευσης.
Άρθρο 5

Προσδιορισμός του ΔΟΕΕ (άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Κάθε ΟΕΕ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) έχει έναν και μόνον ΔΟΕΕ, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωση προς τις ανωτέρω διατάξεις. Ο ΔΟΕΕ είναι είτε:

  • α) εξωτερικός διαχειριστής (εξωτερικός ΔΟΕΕ) ο οποίος είναι το νομικό πρόσωπο που διορίζεται από τον

ΟΕΕ ή για λογαριασμό του ΟΕΕ και ο οποίος μέσω του διορισμού αυτού είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση του ΟΕΕ ή

  • β) ο ίδιος ο ΟΕΕ, που λαμβάνει άδεια ως ΔΟΕΕ, στην

περίπτωση που η νομική μορφή του ΟΕΕ επιτρέπει εσωτερική διαχείριση και αν το διευθυντικό όργανο του ΟΕΕ επιλέγει να μη διορίσει εξωτερικό ΔΟΕΕ.

2.

Σε περιπτώσεις που ο εξωτερικός ΔΟΕΕ δεν διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) του ΟΕΕ ή άλλης οντότητας η οποία ενεργεί για λογαριασμό του, ο ΔΟΕΕ ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και, αν πρόκειται για ΟΕΕ με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της ΕΕ, την αρμόδια αρχή του σχετικού ΟΕΕ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καλεί τον ΔΟΕΕ να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διόρθωση της κατάστασης.

3.

Αν, παρά τις ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, συνεχίζεται η μη συμμόρφωση, και στον βαθμό που αφορά ΔΟΕΕ της ΕΕ ή ΟΕΕ της ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τον ΔΟΕΕ να παραιτηθεί από ΔΟΕΕ του συγκεκριμένου ΟΕΕ. Σε αυτή την περίπτωση, ο ΟΕΕ δεν μπορεί πλέον να προωθείται εμπορικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν η μη συμμόρφωση αφορά ΔΟΕΕ με έδρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαχειρίζεται ΟΕΕ με έδρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ΟΕΕ πλέον δεν προωθείται εμπορικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές του κράτους − μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ B΄

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΕ AEΔΟΕΕ

Άρθρο 6

Προϋποθέσεις για την ανάληψη δραστηριοτήτων AEΔΟΕΕ (άρθρο 6 και Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η AEΔΟΕΕ διέπεται από τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. Οι μετοχές της ΑΕΔΟΕΕ είναι ονομαστικές. Για να εκδοθεί άδεια σύστασης ΑΕΔΟΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, απαιτείται να έχει χορηγηθεί προηγουμένως άδεια λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Άδεια λειτουργίας απαιτείται και για τη μετατροπή υφιστάμενης εταιρείας σε ΑΕΔΟΕΕ. Μόλις χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας και η άδεια σύστασης, η ΑΕΔΟΕΕ δύναται να διαχειριστεί ΟΕΕ. Η ΑΕΔΟΕΕ που λαμβάνει άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) συμμορφώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της προς τους όρους χορήγησης άδειας λειτουργίας που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις.

2.

α) Η εξωτερική ΑΕΔΟΕΕ έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση ΟΕΕ και επιπροσθέτως, τη διαχείριση ΟΣΕΚΑ, αν έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του ν. 4099/2012.

  • β) Η δραστηριότητα της διαχείρισης ΟΕΕ περιλαμβάνει, για τους σκοπούς του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53),

τουλάχιστον τη λειτουργία της διαχείρισης επενδύσεων, όπου ως διαχείριση επενδύσεων νοείται η διαχείριση χαρτοφυλακίου και η διαχείριση κινδύνων, και επιπροσθέτως, τις παρακάτω λειτουργίες:

  • αα) τη διοίκηση των ΟΕΕ: νομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες λογιστικής διαχείρισης, υπηρεσίες εξυπηρέτησης

πελατών, αποτίμηση του χαρτοφυλακίου και καθορισμό ρησης των κανονιστικών διατάξεων, τήρηση μητρώου μεριδιούχων/μετόχων, διανομή εισοδήματος, έκδοση και εξαγορά μεριδίων/μετοχών, διεκπεραίωση συναλλαγών επί μεριδίων/μετοχών, αποστολή εντύπων και βεβαιώσεων και τήρηση αρχείων,

  • ββ) τη διαφήμιση των ΟΕΕ και την εμπορική προώθησή

τους και

  • γγ) δραστηριότητες που αφορούν στα περιουσιακά

στοιχεία των ΟΕΕ, όπως υπηρεσίες απαραίτητες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων πίστης του ΔΟΕΕ, της διαχείρισης υποδομών και εγκαταστάσεων, των δραστηριοτήτων διαχείρισης ακινήτων, της παροχής συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση των κεφαλαίων τους, της βιομηχανικής στρατηγικής και σχετικών θεμάτων, της παροχής συμβουλών και υπηρεσιών σχετικά με συγχωνεύσεις και την εξαγορά επιχειρήσεων και άλλες υπηρεσίες που συνδέονται με τη διαχείριση του ΟΕΕ και των εταιρειών και άλλων περιουσιακών στοιχείων στα οποία έχει επενδύσει.

3.

Ο ΟΕΕ με εσωτερική διαχείριση δεν αναπτύσσει δραστηριότητες άλλες από την εσωτερική διαχείριση του συγκεκριμένου ΟΕΕ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

4.

Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2 και κατόπιν άδειας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η εξωτερική ΑΕΔΟΕΕ μπορεί να παρέχει, επιπροσθέτως, τις ακόλουθες υπηρεσίες:

  • α) Διαχείριση χαρτοφυλακίων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν σε συνταξιοδοτικά

ταμεία και σε ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, σύμφωνα με την απόφαση Φ.Επαγγ.ασφ./οικ.16/9.4.2003 «Όροι λειτουργίας των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης» του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 462), σύμφωνα με εντολές που δίδονται από πελάτες και για κάθε πελάτη χωριστά και

  • β) παρεπόμενες υπηρεσίες:
  • αα) Παροχή επενδυτικών συμβουλών,
  • ββ) φύλαξη και διοικητική διαχείριση μετοχών ή μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και
  • γγ) λήψη και διαβίβαση εντολών επί χρηματοπιστωτικών μέσων.
5.

Οι ΑΕΔΟΕΕ δεν δύνανται να λάβουν άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, βάσει του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53), για:

  • α) την παροχή μόνο των υπηρεσιών της παραγράφου

4,

  • β) την παροχή των παρεπόμενων υπηρεσιών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4, χωρίς να έχουν λάβει

άδεια για την παροχή της υπηρεσίας της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4,

  • γ) την άσκηση μόνον των δραστηριοτήτων των υποπεριπτώσεων αα΄, ββ΄ και γγ΄ της περίπτωσης β΄ της

παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου,

  • δ) την παροχή της υπηρεσίας της διαχείρισης χαρτοφυλακίου χωρίς να παρέχουν την υπηρεσία της διαχείρισης κινδύνων, οι οποίες αναφέρονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου,

και αντιστρόφως.

6.

Η ΑΕΔΟΕΕ εφαρμόζει την παράγραφο 5 του άρθρου 3 και τα άρθρα 10, 12, 14, 19 και 25 του ν. 3606/2007 κατά την παροχή των υπηρεσιών της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφασή της να ρυθμίζει λεπτομέρειες και τεχνικά θέματα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου.

7.

Οι ΑΕΔΟΕΕ παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις πληροφορίες που χρειάζεται για την ευχερή παρακολούθηση της συνεχούς συμμόρφωσης των ΑΕΔΟΕΕ με τους όρους των διατάξεων του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53).

8.

Οι ανώνυμες εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το ν. 3606/2007, οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος−μέλος σύμφωνα με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ και τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα σύμφωνα με το ν. 3601/2007 ή σε άλλο κράτος−μέλος σύμφωνα με την Οδηγία 2006/48/ ΕΚ δεν υποχρεούνται να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας βάσει του παρόντος νόμου προκειμένου να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, όπως ατομική διαχείριση χαρτοφυλακίου σε σχέση με ΟΕΕ. Οι ως άνω εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μπορούν, άμεσα ή έμμεσα, να προσφέρουν ή να διαθέτουν μερίδια ΟΕΕ σε επενδυτές στην Ελλάδα, μόνον στο βαθμό κατά τον οποίο τα μερίδια μπορούν να προωθηθούν εμπορικά σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53).

Άρθρο 7

Αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ (άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η ΑΕΔΟΕΕ υποβάλλει αίτηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας.

2.

Η ΑΕΔΟΕΕ που αιτείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας παρέχει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις ακόλουθες πληροφορίες, όσον αφορά στην ίδια, σχετικά με:

  • α) τα φυσικά πρόσωπα που πραγματικά διεξάγουν

τις εργασίες της,

  • β) την ταυτότητα των φυσικών και νομικών προσώπων

που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή, καθώς και το ύψος της συμμετοχής αυτής,

  • γ) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της το οποίο καθορίζει και την οργανωτική δομή του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο με

τον οποίο η ΑΕΔΟΕΕ σκοπεύει να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της δυνάμει των Κεφαλαίων Β΄ (άρθρα 6−11), Γ΄ (άρθρα 12−21), Δ΄ (άρθρα 22−24) και, κατά περίπτωση, των Κεφαλαίων Ε΄ (άρθρα 25−30), ΣΤ΄ (άρθρα 31−33), Ζ΄ (άρθρα 34−40) και Η΄ (άρθρο 41) του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53),

  • δ) πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές και πρακτικές

αμοιβών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 και

  • ε) πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις οι οποίες

πραγματοποιούνται για την ανάθεση και τη δευτερεύουσα ανάθεση λειτουργιών σε τρίτους, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20.

3.

Η ΑΕΔΟΕΕ που αιτείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας παρέχει επιπλέον στην Επιτροπή Κεφαλαια με:

  • α) τις επενδυτικές στρατηγικές, συμπεριλαμβανομένων των τύπων των υποκείμενων επενδυτικών κεφαλαίων στην περίπτωση που ο ΟΕΕ αποτελεί επενδυτικό

κεφάλαιο που επενδύει σε άλλα επενδυτικά κεφάλαια, και της πολιτικής της ΑΕΔΟΕΕ όσον αφορά τη χρήση μόχλευσης, καθώς και το προφίλ κινδύνου και τα άλλα χαρακτηριστικά των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή σκοπεύει να διαχειρισθεί, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τα κράτη−μέλη ή τα τρίτα κράτη στα οποία οι ΟΕΕ είναι εγκατεστημένοι ή αναμένεται να εγκατασταθούν,

  • β) τον τόπο εγκατάστασης του κύριου ΟΕΕ στην περίπτωση που ο ΟΕΕ αποτελεί τροφοδοτικό ΟΕΕ,
  • γ) τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα κάθε

ΟΕΕ που σκοπεύει να διαχειρισθεί η ΑΕΔΟΕΕ,

  • δ) τις ρυθμίσεις που έγιναν για το διορισμό θεματοφύλακα, σύμφωνα με το άρθρο 21, για κάθε ΟΕΕ που

σκοπεύει να διαχειρισθεί η ΑΕΔΟΕΕ και

  • ε) οποιεσδήποτε επιπλέον πληροφορίες οι οποίες

αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή προτίθεται να διαχειρισθεί η ΑΕΔΟΕΕ.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν απαιτεί από ΑΕΔΑΚ του ν. 4099/2012, που αιτείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) του παρόντος νόμου, να παράσχει πληροφορίες ή έγγραφα τα οποία η ΑΕΔΑΚ είχε ήδη παράσχει αν ζήτησε άδεια λειτουργίας βάσει του ν. 4099/2012, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληροφορίες ή έγγραφα εξακολουθούν να είναι επικαιροποιημένα.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών σε τριμηνιαία βάση για τις άδειες λειτουργίας που χορηγήθηκαν ή ανακλήθηκαν σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο (άρθρα 6−11).

Άρθρο 8

Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας AEΔΟΕΕ (άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγεί άδεια λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ, μόνον αν:

  • α) βεβαιωθεί ότι η ΑΕΔΟΕΕ είναι σε θέση να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις των διατάξεων του Μέρους Α΄

(άρθρα 1−53),

  • β) η ΑΕΔΟΕΕ έχει επαρκές μετοχικό κεφάλαιο και ίδια

κεφάλαια κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9,

  • γ) τα πρόσωπα που πραγματικά διεξάγουν τις εργασίες της ΑΕΔΟΕΕ διαθέτουν την απαιτούμενη αξιοπιστία και επαγγελματική εμπειρία σε σχέση και με τις

επενδυτικές στρατηγικές που ακολουθούν οι ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ. Η ΑΕΔΟΕΕ γνωστοποιεί χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα στοιχεία των προσώπων αυτών, καθώς και κάθε αντικατάσταση των εν λόγω προσώπων. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι τα παραπάνω πρόσωπα δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και εμπειρίας ζητεί την απομάκρυνσή τους. Σε κάθε περίπτωση, οι εργασίες της ΑΕΔΟΕΕ διευθύνονται από δύο (2) τουλάχιστον πρόσωπα που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφασή της να ρυθμίζει κάθε θέμα σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης, καθώς και με τα κριτήρια καταλληλότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕΔΟΕΕ και των λοιπών προσώπων που πραγματικά διεξάγουν τις εργασίες της,

  • δ) οι μέτοχοι της ΑΕΔΟΕΕ που κατέχουν ειδική συμμετοχή είναι κατάλληλοι, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να εξασφαλισθεί η χρηστή και συνετή διαχείριση

της ΑΕΔΟΕΕ και

  • ε) η καταστατική έδρα και η κεντρική διοίκηση της

ΑΕΔΟΕΕ βρίσκονται στην Ελλάδα.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητεί προηγουμένως τη γνώμη των αρμόδιων αρχών των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών − μελών, προκειμένου να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε ΑΕΔΟΕΕ, η οποία είναι:

  • α) θυγατρική άλλου ΔΟΕΕ, εταιρείας διαχείρισης

ΟΣΕΚΑ, επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος ή

  • β) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης άλλου ΔΟΕΕ,

εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος ή

  • γ) εταιρεία που ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά

πρόσωπα με αυτά που ελέγχουν άλλο ΔΟΕΕ, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητεί προηγουμένως τη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε ΑΕΔΟΕΕ, η οποία:

  • α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει στην Ελλάδα ή
  • β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης που εδρεύει

στην Ελλάδα ή

  • γ) ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα

που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ αν η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων παρεμποδίζεται εξαιτίας κάποιας από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) από στενούς δεσμούς μεταξύ της ΑΕΔΟΕΕ και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων,
  • β) από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές

διατάξεις τρίτου κράτους, οι οποίες διέπουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία η ΑΕΔΟΕΕ έχει στενές σχέσεις,

  • γ) από δυσκολίες στην επιβολή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.
5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να περιορίσει το αντικείμενο της άδειας λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ, ιδίως όσον αφορά τις επενδυτικές στρατηγικές των ΟΕΕ που επιτρέπεται στην ΑΕΔΟΕΕ να διαχειρισθεί.

6.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει εγγράφως την ΑΕΔΟΕΕ που αιτείται άδεια λειτουργίας, εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της πλήρους αίτησης, για τη χορήγηση ή μη της άδειας. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να παρατείνει την προθεσμία αυτή ενημερώσει σχετικά την ΑΕΔΟΕΕ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, μια αίτηση κρίνεται πλήρης, αν η ΑΕΔΟΕΕ έχει υποβάλει τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 7. Η ΑΕΔΟΕΕ μπορεί να αρχίσει να διαχειρίζεται ΟΕΕ στην Ελλάδα που έχουν τις επενδυτικές στρατηγικές που περιγράφονται, κατά τα προβλεπόμενα στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 7, στην αίτηση που υπέβαλε για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, αμέσως μετά τη λήψη της εν λόγω άδειας, αλλά όχι νωρίτερα από έναν (1) μήνα μετά την υποβολή των πληροφοριών που τυχόν έλειπαν και αναφέρονται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και στις περιπτώσεις γ΄, δ΄ και ε΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 7.

Άρθρο 9

Μετοχικό κεφάλαιο και ίδια κεφάλαια ΑΕΔΟΕΕ (άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Το μετοχικό κεφάλαιο της ΑΕΔΟΕΕ που αποτελεί εσωτερικά διαχειριζόμενο ΟΕΕ έχει ελάχιστο ύψος τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.

2.

Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΔΟΕΕ που έχει οριστεί ως εξωτερική διαχειρίστρια ΟΕΕ έχει ελάχιστο ύψος εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000) ευρώ.

3.

Κατ’ εξαίρεση, για τις υφιστάμενες εταιρείες που διαχειρίζονται ΟΕΕ τα όρια των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται για τα ίδια κεφάλαιά τους. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δύναται να τροποποιούνται τα ποσά των παραγράφων 1 και 2. Στην περίπτωση αυτή, για τον υπολογισμό του ελαχίστου ύψους του μετοχικού κεφαλαίου των ΑΕΔΟΕΕ που λειτουργούν κατά το χρόνο της αλλαγής, λαμβάνονται υπόψη τα ίδια κεφάλαιά τους.

4.

Στην περίπτωση που η αξία των χαρτοφυλακίων των ΟΕΕ που διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα εκατομμύρια (250.000.000) ευρώ, η ΑΕΔΟΕΕ οφείλει να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά της κατά το ποσό που αντιστοιχεί στο 0,02% του ποσού κατά το οποίο η αξία των χαρτοφυλακίων της ΑΕΔΟΕΕ υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα εκατομμύρια (250.000.000) ευρώ. Η κατά το παραπάνω εδάφιο αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου δεν απαιτείται αν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΔΟΕΕ και του ποσού της αύξησης υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.

5.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, ως χαρτοφυλάκια της ΑΕΔΟΕΕ θεωρούνται οι ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ΟΕΕ για τους οποίους η ΑΕΔΟΕΕ έχει αναθέσει λειτουργίες σύμφωνα με το άρθρο 20, αλλά εξαιρουμένων των χαρτοφυλακίων ΟΕΕ τα οποία η ΑΕΔΟΕΕ διαχειρίζεται κατόπιν ανάθεσης.

6.

Ανεξαρτήτως της παραγράφου 4, τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΔΟΕΕ δεν πρέπει να υπολείπονται του ποσού που ορίζεται με την απόφαση 1/459/27.12.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία ενσωματώνει το άρθρο 21 της Οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

7.

Τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΔΟΕΕ δεν μπορεί να είναι μικρότερα από τα ποσά που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2, 4 και 6 του παρόντος άρθρου. Για το λόγο αυτόν, η ΑΕΔΟΕΕ υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις οικονομικές της καταστάσεις αμέσως μετά τη δημοσίευσή τους. Αν τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΔΟΕΕ είναι μικρότερα από τα ποσά που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφασή της, όποτε το δικαιολογούν οι περιστάσεις, να θέτει στην ΑΕΔΟΕΕ περιορισμένη προθεσμία για την προσαρμογή των ιδίων κεφαλαίων της, άλλως, την παύση του συνόλου ή μέρους των δραστηριοτήτων της.

8.

Η ΑΕΔΟΕΕ επιτρέπεται να μην καταβάλει μέχρι και το πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αύξησης των ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο 4, αν προσκομίσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ισόποση εγγύηση στην οποία θα αναφέρεται ότι σε πρώτη ζήτηση θα κατατεθεί σε λογαριασμό της ΑΕΔΟΕΕ το ως άνω ποσό της αύξησης των ιδίων κεφαλαίων της. Εκδότης της εγγύησης δύναται να είναι πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση που έχουν την καταστατική τους έδρα σε κράτος − μέλος ή σε τρίτο κράτος, αν υπόκεινται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεωρούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τουλάχιστον ισοδύναμοι με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντολείς της εν λόγω εγγύησης είναι η ΑΕΔΟΕΕ ή οι μέτοχοί της.

9.

Για την κάλυψη ενδεχόμενων κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης που προκύπτουν από δραστηριότητες της ΑΕΔΟΕΕ κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, τόσο οι εσωτερικά διαχειριζόμενοι ΟΕΕ όσο και οι εξωτερικές ΑΕΔΟΕΕ είτε:

  • α) διαθέτουν πρόσθετα ίδια κεφάλαια που επαρκούν

για την κάλυψη ενδεχόμενων κινδύνων αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια είτε

  • β) διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης για

την κάλυψη της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, η οποία είναι επαρκής για τους κινδύνους που καλύπτει.

10.

Τα ίδια κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 9, επενδύονται σε ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία ή σε περιουσιακά στοιχεία που δύνανται να μετατραπούν άμεσα σε μετρητά και δεν περιλαμβάνουν κερδοσκοπικές θέσεις.

11.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 9 του άρθρου 9 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, βάσει των οποίων εκδόθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 231/2013, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου τα οποία καθορίζουν:

  • α) τους κινδύνους που πρέπει να καλύπτουν τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια ή η ασφάλιση επαγγελματικής

ευθύνης,

  • β) τις προϋποθέσεις για την αξιολόγηση της επάρκειας των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων ή της κάλυψης

που παρέχει η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης και

  • γ) τον τρόπο προσδιορισμού των απαιτούμενων προσαρμογών των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων ή της κάλυψης που παρέχει η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

της παραγράφου 11, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε ΑΕΔΟΕΕ που είναι ταυτοχρόνως ΑΕΔΑΚ του ν. 4099/ 2012 ή εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

Άρθρο 10

Αλλαγές στο πεδίο εφαρμογής της άδειας λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ (άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η ΑΕΔΟΕΕ γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε ουσιώδη αλλαγή στις προϋποθέσεις για την αρχική άδεια λειτουργίας, και ιδίως τις ουσιώδεις αλλαγές στις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 7, πριν από την εφαρμογή τους.

2.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίσει να επιβάλει περιορισμούς ή να απορρίψει τις εν λόγω αλλαγές, ενημερώνει την ΑΕΔΟΕΕ, εντός ενός (1) μηνός από τη λήψη της γνωστοποίησης της παραγράφου 1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να παρατείνει την προθεσμία αυτήν κατά έναν (1) επιπλέον μήνα, αν το θεωρήσει αναγκαίο λόγω των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης και αφού ενημερώσει σχετικά την ΑΕΔΟΕΕ. Οι αλλαγές αυτές τίθενται σε ισχύ αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν αντιταχθεί σε αυτές εντός της σχετικής περιόδου αξιολόγησής τους, κατά τα προηγούμενα εδάφια.

Άρθρο 11

Ανάκληση άδειας λειτουργίας ΑΕΔΟΕΕ (άρθρο 11 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγήσει σε ΑΕΔΟΕΕ, μόνον αν αυτή:

  • α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας που της

χορηγήθηκε εντός δώδεκα (12) μηνών ή παραιτηθεί ρητά από αυτήν ή έχει παύσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει αδειοδοτηθεί για διάστημα μεγαλύτερο από έξι (6) μήνες,

  • β) έλαβε την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο,
  • γ) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας της,
  • δ) δεν τηρεί πλέον τις σχετικές διατάξεις του ν.

3606/ 2007, αν η άδεια λειτουργίας της καλύπτει και την υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίων πελατών της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου,

  • ε) έχει παραβεί σοβαρά και συστηματικά τις διατάξεις

που θεσπίζονται βάσει του Μέρους Α΄ (άρθρα 1−53) ή

  • στ) συντρέχει άλλος λόγος για την ανάκληση της

άδειας λειτουργίας της ο οποίος προκύπτει από την ισχύουσα νομοθεσία.

2.

Πριν προχωρήσει στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην ΑΕΔΟΕΕ τις διαπιστωθείσες ελλείψεις ή παραβάσεις, καθώς και την πρόθεσή της να προχωρήσει σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, τάσσοντάς της ταυτόχρονα προθεσμία, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την παραπάνω γνωστοποίηση, μέσα στην οποία η ΑΕΔΟΕΕ οφείλει να διατυπώσει τις απόψεις της και να λάβει, αν συντρέχει περίπτωση, τα κατάλληλα μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Μετά την πάροδο της προθεσμίας και αφού λάβει υπόψη της τις θέσεις της ΑΕΔΟΕΕ και αξιολογήσει τα μέτρα που έχει λάβει, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει οριστικώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΑΠΟ ΑΕΔΟΕΕ

ΤΜΗΜΑ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 12

Γενικές αρχές (άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Οι ΑΕΔΟΕΕ τηρούν διαρκώς τους ακόλουθους κανόνες:

  • α) ενεργούν εντίμως και νομίμως, με τη δέουσα προσοχή, μέριμνα και επιμέλεια κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους,
  • β) ενεργούν προς το συμφέρον των ΟΕΕ ή των επενδυτών των ΟΕΕ που διαχειρίζονται και της ακεραιότητας της αγοράς,
  • γ) διαθέτουν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά

τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη βέλτιστη διεκπεραίωση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων,

  • δ) λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για την αποτροπή

συγκρούσεων συμφερόντων και, αν αυτές δεν είναι δυνατόν να αποφευχθούν, για τον εντοπισμό, τη διαχείριση και την παρακολούθηση, και, κατά περίπτωση, τη γνωστοποίηση των εν λόγω συγκρούσεων συμφερόντων προκειμένου να αποτρέπεται η επιζήμια επίδρασή τους στα συμφέροντα των ΟΕΕ και των επενδυτών τους και να εξασφαλίζεται η δίκαιη μεταχείριση των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται,

  • ε) τηρούν όλες τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπουν την άσκηση των επιχειρηματικών τους

δραστηριοτήτων, έτσι ώστε να προωθούνται κατά τον πλέον επωφελή τρόπο τα συμφέροντα των ΟΕΕ που διαχειρίζονται ή των επενδυτών τους και να διασφαλίζεται η ακεραιότητα της αγοράς και

  • στ) μεριμνούν ώστε όλοι οι επενδυτές των ΟΕΕ να

τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης. Κανένας επενδυτής ΟΕΕ δεν μπορεί να τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης, εκτός αν αυτή γνωστοποιείται στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα του συγκεκριμένου ΟΕΕ.

2.

Η ΑΕΔΟΕΕ, που έχει λάβει άδεια για την παροχή της υπηρεσίας της διαχείρισης χαρτοφυλακίων πελατών της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 6:

  • α) δεν επιτρέπεται να επενδύει το σύνολο ή μέρος

του χαρτοφυλακίου των πελατών σε μερίδια ή μετοχές των ΟΕΕ που διαχειρίζεται, εκτός αν λάβει προηγούμενη γενική έγκριση από τον πελάτη και

  • β) υπόκειται, όσον αφορά τις υπηρεσίες της παραγράφου 4 του άρθρου 6, στις διατάξεις των άρθρων 61 έως

και 78 του ν. 2533/1997 (Α΄ 228) σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών.

3.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 3 του άρθρου 12 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με τα κριτήρια που χρησιμοποιεί για την εποπτεία της τήρησης από τις ΑΕΔΟΕΕ των υποχρεώσεών τους βάσει της παραγράφου 1. (άρθρο 13 και Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Οι ΑΕΔΟΕΕ θεσπίζουν και τηρούν πολιτικές και πρακτικές αποδοχών για εκείνες τις κατηγορίες προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των ΑΕΔΟΕΕ ή των ΟΕΕ που διαχειρίζονται, συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρων διευθυντικών στελεχών, των στελεχών που ασκούν διαχείριση κινδύνων, των στελεχών που ασκούν λειτουργίες ελέγχου και οποιωνδήποτε υπαλλήλων, των οποίων οι συνολικές αποδοχές τους εντάσσουν στην ίδια κατηγορία αποδοχών με τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και τα στελέχη που ασκούν διαχείριση κινδύνων. Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών πρέπει να είναι συμβατές και να εξυπηρετούν τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και να μην ενθαρρύνουν την ανάληψη κινδύνων ασύμβατων προς το προφίλ κινδύνου, τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΕΕ που διαχειρίζονται. Οι ΑΕΔΟΕΕ καθορίζουν τις ανωτέρω πολιτικές και πρακτικές αποδοχών σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4.

2.

Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των μισθών και των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, για τις κατηγορίες προσωπικού της παραγράφου 1, οι ΑΕΔΟΕΕ συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές κατά τρόπο και σε βαθμό ενδεδειγμένο προς το μέγεθός τους, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:

  • α) Η πολιτική αποδοχών συνάδει και προάγει την ορθή

και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη κινδύνων που είναι ασύμβατη προς το προφίλ κινδύνου, τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΕΕ που διαχειρίζονται.

  • β) Η πολιτική αποδοχών είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα

συμφέροντα της ΑΕΔΟΕΕ και των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή των επενδυτών των ΟΕΕ και περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή των συγκρούσεων συμφερόντων.

  • γ) Το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕΔΟΕΕ, κατά την

άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας, υιοθετεί και περιοδικώς αξιολογεί τις γενικές αρχές της πολιτικής αποδοχών και είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή της.

  • δ) Η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται,

τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, σε κεντρική και ανεξάρτητη εσωτερική επαναξιολόγηση ως προς τη συμμόρφωσή της προς τις πολιτικές και διαδικασίες αποδοχών που έχουν υιοθετηθεί από το διοικητικό συμβούλιο στο πλαίσιο της εποπτικής του αρμοδιότητας.

  • ε) Τα στελέχη που ασκούν λειτουργίες ελέγχου αποζημιώνονται σε συνάρτηση με την επίτευξη ή μη των

στόχων που συνδέονται με τις λειτουργίες τους, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις των επιχειρηματικών τομέων που ελέγχουν.

  • στ) Οι αποδοχές των ανωτέρων διευθυντικών στελεχών στις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και κανονιστικής συμμόρφωσης παρακολουθούνται από την

επιτροπή αποδοχών, αν έχει συσταθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4.

  • ζ) Στην περίπτωση που οι αποδοχές συναρτώνται

προς τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των αποδοχών βασίζεται σε ένα συνδυασμό της αξιολογούμενης επίδοσης του προσώπου και της υπηρεσιακής μονάδας ή του υπό εξέταση ΟΕΕ με τα συνολικά αποτελέσματα της ΑΕΔΟΕΕ. Κατά την αξιολόγηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια.

  • η) Η αξιολόγηση των επιδόσεων εντάσσεται σε ένα

πολυετές πλαίσιο προσαρμοσμένο στον κύκλο ζωής των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία αξιολόγησης βασίζεται σε μακροπρόθεσμες επιδόσεις και ότι η πραγματική καταβολή των αποδοχών κατά το σκέλος που συναρτώνται προς τις επιδόσεις κατανέμεται σε χρονική περίοδο που λαμβάνει υπόψη την πολιτική εξαγοράς μεριδίων ή μετοχών των ΟΕΕ που η ΑΕΔΟΕΕ διαχειρίζεται και τους αντίστοιχους επενδυτικούς τους κινδύνους.

  • θ) Οι εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές αποτελούν

εξαίρεση, ισχύουν μόνο σε περίπτωση πρόσληψης νέου προσωπικού και περιορίζονται στο πρώτο έτος απασχόλησης.

  • ι) Οι σταθερές και οι μεταβλητές συνιστώσες των

συνολικών αποδοχών καθορίζονται με την κατάλληλη αναλογία, με το σταθερό τμήμα τους να αντιπροσωπεύει ένα επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής για τις μεταβλητές αποδοχές, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να μην καταβληθούν μεταβλητές αποδοχές.

  • ια) Οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που

επιτεύχθηκαν σε βάθος χρόνου και είναι σχεδιασμένες κατά τρόπο ώστε να μην ανταμείβεται η αποτυχία.

  • ιβ) Η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιούνται

για τον υπολογισμό των μεταβλητών αποδοχών ή ομάδων μεταβλητών αποδοχών, περιλαμβάνει ένα αναλυτικό μηχανισμό προσαρμογής που ενσωματώνει όλους τους σημαντικούς τύπους τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων.

  • ιγ) Με βάση τη νομική μορφή του ΟΕΕ και τον κανονισμό ή τα καταστατικά του έγγραφα, σημαντικό ποσοστό, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον πενήντα

τοις εκατό (50%) οποιωνδήποτε μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από μερίδια ή μετοχές του σχετικού ΟΕΕ ή ισοδύναμα ιδιοκτησιακά συμφέροντα ή χρηματοπιστωτικά μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη ρευστά μέσα. Στην περίπτωση που η αξία του χαρτοφυλακίου των υπό διαχείριση ΟΕΕ ισοδυναμεί με λιγότερο από πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου του χαρτοφυλακίου που διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ, το ελάχιστο ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) δεν ισχύει. Τα μέσα της παρούσας περίπτωσης υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων προς τα συμφέροντα της ΑΕΔΟΕΕ και των ΟΕΕ που διαχειρίζεται και των επενδυτών των ΟΕΕ. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται τόσο στο μέρος των μεταβλητών αποδοχών, των οποίων η καταβολή αναστέλλεται σύμφωνα με την επόμενη περίπτωση ιδ΄ όσο και στο μέρος των μεταβλητών αποδοχών που δεν τελεί υπό αναστολή. Με απόφασή της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να θέτει περιορισμούς στο είδος και στο σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύει ορισμένα μέσα όπως αρμόζει. μεταβλητών αποδοχών, αναστέλλεται για περίοδο η οποία είναι αρμόζουσα του κύκλου ζωής και της πολιτικής εξαγοράς των μεριδίων ή μετοχών του οικείου ΟΕΕ και ευθυγραμμίζεται ορθά με τη φύση των κινδύνων του εν λόγω ΟΕΕ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρούσα περίπτωση είναι από τρία (3) έως πέντε (5) έτη εκτός αν ο κύκλος ζωής του σχετικού ΟΕΕ είναι συντομότερος. Οι πληρωτέες αποδοχές που τελούν υπό αναστολή κατοχυρώνονται κατ’ αναλογία του εναπομένοντος χρονικού διαστήματος μέχρι τη λήξη της περιόδου αναστολής. Στην περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, αναστέλλεται η καταβολή τουλάχιστον του εξήντα τοις εκατό (60%) του εν λόγω ποσού.

  • ιε) Οι μεταβλητές αποδοχές, συμπεριλαμβανομένου

του υπό αναστολή τμήματός τους, καταβάλλονται ή κατοχυρώνονται μόνο αν είναι αποδεκτές βάσει της οικονομικής κατάστασης της ΑΕΔΟΕΕ συνολικά και δικαιολογημένες βάσει των επιδόσεων της επιχειρησιακής μονάδας, του ΟΕΕ και του συγκεκριμένου προσώπου. Με την επιφύλαξη των γενικών αρχών του εθνικού εργατικού δικαίου, περιλαμβανομένων και των διατάξεων περί συμβάσεων εργασίας, το σύνολο των μεταβλητών αποδοχών κατά κανόνα συρρικνώνεται σημαντικά αν η ΑΕΔΟΕΕ ή ο σχετικός ΟΕΕ παρουσιάζει χαμηλές ή αρνητικές χρηματοοικονομικές επιδόσεις, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις τρέχουσες αποδοχές όσο και τις μειώσεις σε ποσά που είχαν προηγουμένως εισπραχθεί, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων αρνητικού πριμ (malus) ή επιστροφής ποσών (clawback).

  • ιστ) Η συνταξιοδοτική πολιτική είναι σύμφωνη προς

την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ΑΕΔΟΕΕ και των ΟΕΕ που διαχειρίζεται. Αν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την ΑΕΔΟΕΕ πριν από τη συνταξιοδότησή του, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την ΑΕΔΟΕΕ για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών με τη μορφή των μέσων της περίπτωσης ιγ΄. Στην περίπτωση υπαλλήλου που συνταξιοδοτείται, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων της περίπτωσης ιγ΄ με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης.

  • ιζ) Το προσωπικό υποχρεούται να μην χρησιμοποιεί προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή

ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη με σκοπό την καταστρατήγηση των μηχανισμών ευθυγράμμισης με τον κίνδυνο που περιλαμβάνονται στις ρυθμίσεις περί αποδοχών.

  • ιη) Οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω

μηχανισμών ή μεθόδων που διευκολύνουν την αποφυγή των απαιτήσεων του παρόντος νόμου.

3.

Οι αρχές της παραγράφου 2 εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε μορφή αποδοχών καταβάλλει η ΑΕΔΟΕΕ, σε οποιοδήποτε ποσό καταβάλλει άμεσα ο ίδιος ο ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής επί της πρόσθετης απόδοσης, και σε οποιαδήποτε μεταβίβαση μεριδίων του ΟΕΕ προς όφελος εκείνων των κατηγοριών προσωπικού της παραγράφου 1.

4.

Οι ΑΕΔΟΕΕ που είναι σημαντικές από την άποψη του μεγέθους τους ή του μεγέθους των ΟΕΕ που διαχειρίζονται, της εσωτερικής τους οργάνωσης και της φύσης, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, συγκροτούν επιτροπή αποδοχών. Η επιτροπή αποδοχών συγκροτείται κατά τρόπο που της επιτρέπει να εκφέρει εμπεριστατωμένη και ανεξάρτητη κρίση για τις πολιτικές και πρακτικές αποδοχών και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση κινδύνων. Η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προπαρασκευή των αποφάσεων που αφορούν τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν επιπτώσεις για τους κινδύνους και τη διαχείριση κινδύνων της ΑΕΔΟΕΕ ή των ΟΕΕ που αφορούν, και οι οποίες αποφάσεις λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο στο πλαίσιο της εποπτικής του αρμοδιότητας. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕΔΟΕΕ.

Άρθρο 14

Σύγκρουση συμφερόντων (άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Οι ΑΕΔΟΕΕ λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν, κατά τη διαχείριση ΟΕΕ μεταξύ:

  • α) της ΑΕΔΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστών της, των υπαλλήλων της ή οποιουδήποτε προσώπου συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την ΑΕΔΟΕΕ με

σχέση ελέγχου και του ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ ή των επενδυτών αυτού του ΟΕΕ,

  • β) ενός ΟΕΕ ή των επενδυτών του και ενός άλλου ΟΕΕ

ή των επενδυτών του άλλου ΟΕΕ,

  • γ) του ΟΕΕ ή των επενδυτών του και άλλου πελάτη

της ΑΕΔΟΕΕ,

  • δ) του ΟΕΕ ή των επενδυτών του και ενός ΟΣΕΚΑ

τον οποίο διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ ή των μεριδιούχων αυτού του ΟΣΕΚΑ ή

  • ε) δύο (2) πελατών της ΑΕΔΟΕΕ.

Οι ΑΕΔΟΕΕ θεσπίζουν και εφαρμόζουν οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις με σκοπό τη λήψη κάθε εύλογου μέτρου για την αναγνώριση, την αποτροπή, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων, προκειμένου να αποτρέπουν αυτές να επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των ΟΕΕ και των επενδυτών τους. Οι ΑΕΔΟΕΕ διαχωρίζουν, εντός του ιδίου του λειτουργικού τους περιβάλλοντος, καθήκοντα και ευθύνες που μπορούν να θεωρηθούν ασυμβίβαστα μεταξύ τους ή ενδέχεται να προκαλέσουν συστηματικές συγκρούσεις συμφερόντων. Οι ΑΕΔΟΕΕ εκτιμούν το βαθμό στον οποίο οι λειτουργικές τους συνθήκες μπορεί να συνεπάγονται οποιεσδήποτε άλλες ουσιώδεις συγκρούσεις συμφερόντων και τις γνωστοποιούν στους επενδυτές των ΟΕΕ.

2.

Στην περίπτωση που οι οργανωτικές ρυθμίσεις τις οποίες πραγματοποιούν οι ΑΕΔΟΕΕ για την αναγνώριση, την αποτροπή, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων δεν επαρκούν για να εξασφαλισθεί, με εύλογη βεβαιότητα, η αποτροπή κινδύνων πρόκλησης ζημίας στα συμφέροντα των επενδυτών, οι ΑΕΔΟΕΕ γνωστοποιούν με σαφήνεια τη γενική φύση ή τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων στους επενδυτές πριν αναλάβουν να ασκήσουν δραστηριότητες για λογαριασμό τους, και αναπτύσσουν κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες. βητή, οι όροι της συνεργασίας αυτής περιλαμβάνονται σε γραπτή σύμβαση. Ειδικότερα, η ενδεχόμενη δυνατότητα μεταφοράς και επαναχρησιμοποίησης περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ πρέπει να προβλέπεται στην εν λόγω σύμβαση και να συνάδει με τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ. Η ως άνω σύμβαση προβλέπει επίσης ότι ο θεματοφύλακας ενημερώνεται σχετικά με αυτήν. Οι ΑΕΔΟΕΕ επιδεικνύουν τη δέουσα προσοχή, μέριμνα και επιμέλεια κατά την επιλογή και το διορισμό των βασικών διαμεσολαβητών με τους οποίους πρόκειται να συνάψουν σύμβαση συνεργασίας.

4.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 4 του άρθρου 14 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με:

  • α) τα είδη των συγκρούσεων συμφερόντων, κατά τα

προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 και

  • β) τα εύλογα μέτρα τα οποία αναμένεται να λάβουν

οι ΑΕΔΟΕΕ αναφορικά με δομές και οργανωτικές και διοικητικές διαδικασίες για την αναγνώριση, την αποτροπή, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη γνωστοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων.

Άρθρο 15

Διαχείριση κινδύνων (άρθρο 15 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ και άρθρο 3 της Οδηγίας 2013/14/ΕΕ)

1.

Οι ΑΕΔΟΕΕ διαχωρίζουν, λειτουργικά και ιεραρχικά, τις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων από τις επιχειρησιακές μονάδες, καθώς και από τις λειτουργίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει το λειτουργικό και ιεραρχικό διαχωρισμό των λειτουργιών διαχείρισης κινδύνων, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι οι ΑΕΔΟΕΕ πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση σε θέση να αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένες διασφαλίσεις για τις περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων επιτρέπουν την ανεξάρτητη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων διαχείρισης κινδύνων και ότι η διαδικασία διαχείρισης κινδύνων ικανοποιεί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και είναι διαρκώς αποτελεσματική.

2.

Οι ΑΕΔΟΕΕ εφαρμόζουν επαρκή συστήματα διαχείρισης κινδύνων για την αναγνώριση, μέτρηση, διαχείριση και παρακολούθηση όλων των σχετικών κινδύνων με κάθε επενδυτική στρατηγική ΟΕΕ και στους οποίους κάθε ΟΕΕ είναι εκτεθειμένος ή δύναται να εκτεθεί. Ειδικότερα, οι ΑΕΔΟΕΕ, κατά την εκτίμηση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας των στοιχείων ενεργητικού των ΟΕΕ, δεν στηρίζονται αποκλειστικά ή μηχανιστικά σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας που εκδίδονται από οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, όπως αυτοί ορίζονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 σχετικά με τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Οι ΑΕΔΟΕΕ επανεξετάζουν τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων με τη δέουσα συχνότητα και τουλάχιστον μία φορά ετησίως και τα αναπροσαρμόζουν, όποτε είναι αναγκαίο.

3.

Οι ΑΕΔΟΕΕ πρέπει τουλάχιστον να:

  • α) εφαρμόζουν κατάλληλη, τεκμηριωμένη και τακτικά

επικαιροποιημένη διαδικασία δέουσας επιμέλειας, κατά την πραγματοποίηση επενδύσεων για λογαριασμό του ΟΕΕ, σύμφωνα με την επενδυτική στρατηγική, τους στόχους και το προφίλ κινδύνου του ΟΕΕ,

  • β) διασφαλίζουν ότι οι κίνδυνοι οι οποίοι συνδέονται

με κάθε επενδυτική θέση του ΟΕΕ και η συνολική τους επίδραση στο χαρτοφυλάκιο του ΟΕΕ μπορούν να αναγνωρίζονται, να μετρώνται, να τίθενται υπό διαχείριση και να παρακολουθούνται κατάλληλα σε συνεχή βάση, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης κατάλληλων διαδικασιών μέτρησης κινδύνων σε ακραίες καταστάσεις (stress testing) και

  • γ) διασφαλίζουν ότι το προφίλ κινδύνου του ΟΕΕ

ανταποκρίνεται στο μέγεθος, τη διάρθρωση χαρτοφυλακίου και τις επενδυτικές στρατηγικές και στόχους του ΟΕΕ, όπως αυτά αποτυπώνονται στον κανονισμό ή στα καταστατικά του έγγραφα, στο ενημερωτικό δελτίο και στα λοιπά έντυπα προσφοράς.

4.

Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ΟΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρακολουθεί την επάρκεια των διαδικασιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που εφαρμόζουν οι ΑΕΔΟΕΕ, αξιολογεί τη χρήση αναφορών σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας, κατά τα προβλεπόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, στο πλαίσιο των επενδυτικών πολιτικών των ΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ενθαρρύνει την άμβλυνση του αντίκτυπου των αναφορών αυτών, προκειμένου να μειωθεί η αποκλειστική και μηχανιστική στήριξη σε τέτοιες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας.

5.

Οι ΑΕΔΟΕΕ ορίζουν ανώτατο επίπεδο μόχλευσης το οποίο μπορούν να χρησιμοποιούν για λογαριασμό κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζονται, καθώς και το εύρος του δικαιώματος επαναχρησιμοποίησης κάθε πρόσθετης ασφάλειας ή εγγύησης που μπορούν να παράσχουν δυνάμει του διακανονισμού μόχλευσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων:

  • α) το είδος του ΟΕΕ,
  • β) την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ,
  • γ) τις πηγές μόχλευσης του ΟΕΕ,
  • δ) κάθε άλλη διασύνδεση ή σχέση με άλλα ιδρύματα

χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο,

  • ε) την ανάγκη περιορισμού της έκθεσης σε κίνδυνο

έναντι κάθε επιμέρους αντισυμβαλλομένου,

  • στ) το βαθμό στον οποίο η μόχλευση συνοδεύεται

από ασφάλειες,

  • ζ) το λόγο ενεργητικού/υποχρεώσεις και
  • η) την κλίμακα, τη φύση και την έκταση της δραστηριότητας της ΑΕΔΟΕΕ στις αγορές που δραστηριοποιείται.
6.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 5 του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με:

  • α) τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων που πρέπει να

χρησιμοποιούνται από τις ΑΕΔΟΕΕ αναφορικά με τους κινδύνους τους οποίους διατρέχουν για λογαριασμό των ΟΕΕ που διαχειρίζονται,

  • β) την κατάλληλη συχνότητα επανεξέτασης του συστήματος διαχείρισης κινδύνων,

σιακές μονάδες, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων,

  • δ) τις ειδικές διασφαλίσεις κατά των συγκρούσεων

συμφερόντων, κατά τα προβλεπόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 και

  • ε) τις απαιτήσεις της παραγράφου 3.

Τα μέτρα που εξειδικεύουν τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου διασφαλίζουν ότι οι ΑΕΔΟΕΕ παρακωλύονται να στηρίζονται αποκλειστικά ή μηχανιστικά σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας κατά την εκτίμηση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας των στοιχείων ενεργητικού των ΟΕΕ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Άρθρο 16

Διαχείριση ρευστότητας (άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η ΑΕΔΟΕΕ εφαρμόζει, για κάθε ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται που δεν αποτελεί ΟΕΕ κλειστού τύπου χωρίς μόχλευση, κατάλληλο σύστημα διαχείρισης ρευστότητας και καθορίζει διαδικασίες που της επιτρέπουν να παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας του ΟΕΕ και να διασφαλίζει ότι τα χαρακτηριστικά ως προς τη ρευστότητα των επενδύσεων του ΟΕΕ συνάδουν με τις υποκείμενες υποχρεώσεις του. Η ΑΕΔΟΕΕ διεξάγει τακτικά μετρήσεις κινδύνων σε ακραίες καταστάσεις (stress tests), υπό κανονικές και υπό έκτακτες συνθήκες ρευστότητας, που της επιτρέπουν να εκτιμά και να παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας των ΟΕΕ που διαχειρίζεται.

2.

Η ΑΕΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι, για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται, η επενδυτική στρατηγική, τα χαρακτηριστικά ρευστότητας και η πολιτική εξαγορών είναι συνεπείς μεταξύ τους.

3.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 3 του άρθρου 16 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με:

  • α) τα συστήματα και τις διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας και
  • β) την ευθυγράμμιση της επενδυτικής στρατηγικής,

των χαρακτηριστικών ρευστότητας και της πολιτικής εξαγορών κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2.

Άρθρο 17

Επενδύσεις σε θέσεις τιτλοποίησης (άρθρο 17 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ) Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα του άρθρου 17 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ και προκειμένου να μην υπάρχει απόκλιση μεταξύ των συμφερόντων των εταιρειών που μετατρέπουν δάνεια σε διαπραγματεύσιμες κινητές αξίες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα (τιτλοποίηση απαιτήσεων) και των ΑΕΔΟΕΕ που επενδύουν σε αυτές τις διαπραγματεύσιμες κινητές αξίες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα για λογαριασμό των ΟΕΕ που διαχειρίζονται, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με:

  • α) τις απαιτήσεις στις οποίες χρειάζεται να ανταποκρίνονται οι εταιρείες τιτλοποίησης απαιτήσεων,

προκειμένου να επιτρέπεται σε ΑΕΔΟΕΕ να επενδύει, για λογαριασμό των ΟΕΕ, σε κινητές αξίες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα αυτού του τύπου που εκδίδονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2011, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω εταιρείες διατηρούν καθαρή οικονομική συμμετοχή όχι κατώτερη του πέντε τοις εκατό (5%) και

  • β) τις ποιοτικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι

ΑΕΔΟΕΕ που επενδύουν στις εν λόγω κινητές αξίες ή τα άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα για λογαριασμό ενός ή περισσότερων ΟΕΕ. ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 18

Γενικές αρχές (άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η ΑΕΔΟΕΕ χρησιμοποιεί διαρκώς επαρκείς και κατάλληλους ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την ορθή διαχείριση των ΟΕΕ. Ειδικότερα, η ΑΕΔΟΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των ΟΕΕ που διαχειρίζεται, διαθέτει κατάλληλες και επαρκείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς ελέγχου και διαδικασίες ασφάλειας για την ηλεκτρονική επεξεργασία των δεδομένων, καθώς και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου που περιλαμβάνουν, ιδίως, κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των υπαλλήλων της ή για την κατοχή ή διαχείριση επενδύσεων με σκοπό την επένδυση για ίδιο λογαριασμό. Οι ανωτέρω διαδικασίες και μηχανισμοί εξασφαλίζουν τουλάχιστον ότι για κάθε συναλλαγή στην οποία συμμετέχουν οι ΟΕΕ είναι δυνατή η εξακρίβωση της προέλευσής της, των συναλλασσομένων σε αυτήν, της φύσης της, καθώς και του τόπου και χρόνου πραγματοποίησής της, και ότι τα στοιχεία του ενεργητικού των ΟΕΕ που διαχειρίζεται η ΑΕΔΟΕΕ επενδύονται σύμφωνα με τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα των ΟΕΕ, καθώς και σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.

2.

Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 2 του άρθρου 18 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφασή της κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις της παραγράφου 1.

Άρθρο 19

Αποτίμηση (άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η ΑΕΔΟΕΕ θεσπίζει, για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται, κατάλληλες και συνεπείς διαδικασίες, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ορθή και ανεξάρτητη αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, της ισχύουσας νομοθεσίας και του κανονισμού ή των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ.

2.

α) Η ΑΕΔΟΕΕ αποτιμά τα στοιχεία του ενεργητικού του ΟΕΕ σύμφωνα με λογιστικούς κανόνες που θεσπίζονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων.

  • β) Για τον προσδιορισμό της καθαρής αξίας του ενεργητικού του ΟΕΕ αφαιρούνται οι δαπάνες που σύμφωνα

με τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα βαρύνουν της καθαρής αξίας του μεριδίου ή μετοχής του ΟΕΕ διαιρείται η καθαρή αξία ενεργητικού του ΟΕΕ με τον αριθμό των μεριδίων ή μετοχών του.

  • γ) Η καθαρή αξία του ενεργητικού του ΟΕΕ, ο αριθμός

των μεριδίων ή μετοχών του και η καθαρή αξία του μεριδίου ή μετοχής του ΟΕΕ γνωστοποιούνται στους μεριδιούχους του.

  • δ) Στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα του

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)