Νόμοι — ΦΕΚ A' 81/2013

Type Νόμος
Publication 2013-04-05
State In force
Source ΦΕΚ
articles 53
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 81 5 Απριλίου 2013

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4141

Eπενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του ν. 2992/2002 Το άρθρο 7 του ν. 2992/2002 (Α΄ 54) τροποποιείται ως ακολούθως:

1.

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 αντικαθίσταται ως εξής: «Η διάρκεια του Α.Κ.Ε.Σ. δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη».

2.

Η παρ. 4 του άρθρου 7, αντικαθίσταται ως εξής: «4. Το Α.Κ.Ε.Σ έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη συμμετοχή στο κεφάλαιο επιχειρήσεων οι οποίες εδρεύουν: (α) στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή (β) σε τρίτη χώρα, εφόσον δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ή στην παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα. Για την εκπλήρωση του σκοπού του το Α.Κ.Ε.Σ. μπορεί: α. Να συμμετέχει, κατά την ίδρυση ή μεταγενέστερα, στο κεφάλαιο επιχειρήσεων με κινητές αξίες που δεν είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή διαπραγματεύσιμες σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (Π.Μ.Δ.), καθώς και να επενδύει σε τίτλους επιλογής ή άλλες κινητές αξίες που παρέχουν δικαίωμα απόκτησης των ως άνω κινητών αξιών. β. Να συμμετέχει στο κεφάλαιο επιχειρήσεων με κινητές αξίες ήδη εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή διαπραγματεύσιμες σε Π.Μ.Δ., καθώς και να επενδύει σε τίτλους επιλογής ή άλλες κινητές αξίες που παρέχουν δικαίωμα απόκτησης των ως άνω κινητών αξιών εφόσον, κατά το χρόνο απόκτησης της συμμετοχής, το ποσοστό του Α.Κ.Ε.Σ. θα ανέρχεται τουλάχιστον στο 15% του μετοχικού κεφαλαίου των εν λόγω επιχειρήσεων. Το ελάχιστο αυτό όριο του 15% δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που το Α.Κ.Ε.Σ. συμμετείχε ήδη στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων αυτών προ της εισαγωγής τους σε οργανωμένη αγορά ή έναρξης διαπραγμάτευσής τους σε Π.Μ.Δ.. γ. Να επενδύει σε κάθε είδους ομολογίες επιχειρήσεων με την επιφύλαξη του ορίου της περίπτωσης β΄ της παρούσας παραγράφου, εφόσον πρόκειται για εισηγμένες ομολογίες ή μετατρέψιμες ομολογίες εισηγμένων εταιρειών. δ. Να τοποθετεί τα διαθέσιμά του σε καταθέσεις και σε μέσα χρηματαγοράς.»

3.

Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 7 οι λέξεις «του ν. 2396/1996» αντικαθίστανται με τις λέξεις «του ν. 3606/2007» και προστίθενται οι λέξεις «και εταιρία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ του ν. 4099/2012 (A΄ 250)».

4.

Στην παράγραφο 10 του άρθρου 7 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Οι απαγορεύσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 10 δεν ισχύουν εφόσον η επένδυση εγκριθεί από το εκατό τοις εκατό (100%) των λοιπών μεριδιούχων και υπό την προϋπόθεση ότι η επένδυση σε εκδότες των περιπτώσεων α΄ και β΄ δεν υπερβαίνει αθροιστικά το 30% του συνόλου του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ.. Η δυνατότητα αυτή, καθώς και η ειδικότερη διαδικασία της έγκρισης πρέπει να ορίζονται στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης του Α.Κ.Ε.Σ..»

5.

Προστίθεται παράγραφος 7α ως εξής: «7α. Επιτρέπεται η εισαγωγή σε οργανωμένη αγορά της παρ.10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 ή η ένταξη προς διαπραγμάτευση σε Π.Μ.Δ. της παρ. 11 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 μεριδίων Α.Κ.Ε.Σ. ή μεριδίων/μετοχών κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capitals) που εδρεύουν σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τον Κανονισμό της οργανωμένης αγοράς ή του Π.Μ.Δ., αντιστοίχως. Τα ως άνω μερίδια Α.Κ.Ε.Σ. ή αλλοδαπά μερίδια/μετοχές κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών καταχωρούνται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του ν. 3756/2009. Για τα Α.Κ.Ε.Σ. που εισάγουν ή εντάσσουν προς διαπραγμάτευση μερίδιά τους σε οργανωμένη αγορά ή Π.Μ.Δ. που λειτουργεί στην Ελλάδα, αρμόδια αρχή για την εποπτεία της τήρησης των υποχρεώσεών τους και την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των κανονιστικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ΄εξουσιοδότησή του, είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Για τα ανωτέρω Α.Κ.Ε.Σ. ισχύουν τα εξής: 1033

  • αα) Η συμμετοχή στο Α.Κ.Ε.Σ. αποδεικνύεται με την

καταχώρηση των μεριδίων και των στοιχείων των δικαιούχων στο Σ.Α.Τ., σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας του,

  • ββ) δεν επιτρέπεται να τίθενται περιορισμοί, με τη

σύμβαση σύστασης και διαχείρισης, στη μεταβίβαση, επιβάρυνση και γενικά στη διάθεση των δικαιωμάτων επί μεριδίων Α.Κ.Ε.Σ. και

  • γγ) η μεταβίβαση μεριδίων Α.Κ.Ε.Σ. εισηγμένων σε

οργανωμένη αγορά ή ενταγμένων προς διαπραγμάτευση σε Π.Μ.Δ. ισχύει έναντι πάντων με την καταχώρησή της στο Σ.Α.Τ.. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 21 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για τα εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά ή διαπραγματεύσιμα σε Π.Μ.Δ. μερίδια Α.Κ.Ε.Σ..

  • β) Η σύσταση ενεχύρου επί των εισηγμένων μεριδίων

Α.Κ.Ε.Σ. ισχύει έναντι πάντων με την καταχώρησή της στο Σ.Α.Τ., η δε ικανοποίηση του δικαιώματος του ενεχυρούχου δανειστή εκ των μεριδίων Α.Κ.Ε.Σ. που είναι εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά ή διαπραγματεύονται σε Π.Μ.Δ., γίνεται σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263), τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3632/1928, καθώς και τις εν γένει διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση επί μετοχών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά.

  • γ) Η εισαγωγή ή ένταξη προς διαπραγμάτευση μεριδίων Α.Κ.Ε.Σ. προϋποθέτει την ολοσχερή κατάθεση

των στοιχείων του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ. στον θεματοφύλακα.

  • δ) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου

8, από την κατάθεση της αίτησης εισαγωγής ή ένταξης προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή Π.Μ.Δ. αντιστοίχως, αίρεται το όριο των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ για την ελάχιστη αξία συμμετοχής κάθε μεριδιούχου.

  • ε) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου

17, η ετήσια έκθεση για τα Α.Κ.Ε.Σ. δεν περιλαμβάνει τις μεταβολές στην ταυτότητα των μεριδιούχων.

  • στ) Για την εφαρμογή κάθε ειδικής διάταξης που προβλέπει τις επιτρεπόμενες επενδύσεις από ορισμένα πρόσωπα υπαγόμενα σε ειδικό καθεστώς, τα μερίδια των

Α.Κ.Ε.Σ. που εισάγονται ή εντάσσονται προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε Π.Μ.Δ., αντιστοίχως, νοούνται ως κινητές αξίες κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 3371/2005.»

6.

Η παράγραφος 18 του άρθρου 7 αντικαθίσταται ως εξής: «18. Τα στοιχεία του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ. είτε είναι εισηγημένα σε χρηματιστήριο είτε όχι αποτιμώνται από τη διαχειρίστρια εταιρία, σύμφωνα με τους κανόνες που επιβάλλουν τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής αναφοράς.»

7.

Στην παράγραφος 19 του άρθρου 7 διαγράφεται η λέξη «ετησίως».

8.

Στο άρθρο 7 προστίθενται παράγραφοι 25 και 26 ως εξής: «25. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να καθορίζονται και να εξειδικεύονται θέματα όπως οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι διαχειριστές των εισηγμένων Α.Κ.Ε.Σ. και των αντίστοιχων αλλοδαπών κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών που διαθέτουν μερίδια/μετοχές στην Ελλάδα, το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου εισαγωγής των μεριδίων, οι υποχρεώσεις διαφάνειας και ενημέρωσης για τα εισηγμένα μερίδια, οι υποχρεώσεις των εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών που σχετίζονται με Α.Κ.Ε.Σ., η διαδικασία και κάθε άλλο θέμα που αφορά την εξαγορά των εισηγμένων μεριδίων σε περίπτωση διαγραφής τους από την οργανωμένη αγορά ή τον Π.Μ.Δ. αντιστοίχως, τυχόν αποκλίσεις μεταξύ χρηματιστηριακής και καθαρής τιμής μεριδίων και τυχόν επιβολή περιορισμών ως προς τη μόχλευση των ελληνικών Α.Κ.Ε.Σ., τα ειδικότερα στοιχεία που περιέχονται στις καταχωρήσεις εισηγμένων μεριδίων στο Σ.Α.Τ., καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τα ανωτέρω.

26.

Αν παραβιασθούν οι διατάξεις των παραγράφων 7α και 25 ή οι αποφάσεις που εκδίδονται κατεξουσιοδότησή τους, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει, στη διαχειρίστρια εταιρία ή και στο θεματοφύλακα επίπληξη ή πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που τυχόν απεκόμισε ο παραβάτης. Εάν το ποσό του οφέλους δεν μπορεί να προσδιορισθεί, πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ. Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών, το ύψος της προκληθείσας ζημίας σε επενδυτές και της τυχόν αποκατάστασής της, η λήψη μέτρων από την εταιρία για την συμμόρφωσή της στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ υποτροπήν τέλεση παραβάσεων του νόμου αυτού ή της λοιπής νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά.»

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις του ν. 2367/1995 Ο ν. 2367/1995 (Α΄ 261) τροποποιείται ως εξής:

1.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 αντικαθίσταται με εδάφια ως εξής: «Η Εταιρία Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (Ε.Κ.Ε.Σ.) είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό τη συμμετοχή στο κεφάλαιο επιχειρήσεων, οι οποίες εδρεύουν: (α) στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή (β) σε τρίτη χώρα, εφόσον οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ή στην παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα. Η εταιρία ιδρύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και από το καταστατικό της πρέπει να προκύπτει ο αποκλειστικός της σκοπός, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η σχετική εγκριτική απόφαση γνωστοποιείται ταυτόχρονα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Ε.Κ.Ε.Σ. υποχρεούται να περιλαμβάνει στην επωνυμία της τη φράση «Εταιρία Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (Ε.Κ.Ε.Σ.) του ν. 2367/1995. Από την εισαγωγή των μετοχών της Ε.Κ.Ε.Σ. σε οργανωμένη αγορά ή την ένταξή τους για διαπραγμάτευση σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (Π.Μ.Δ.), σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 6, η Ε.Κ.Ε.Σ. εποπτεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τις εταιρίες που είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή που έχουν ενταχθεί σε Π.Μ.Δ., αντίστοιχα.» «3. Η Ε.Κ.Ε.Σ. μπορεί να συμμετέχει στο κεφάλαιο επιχειρήσεων με κινητές αξίες ήδη εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή διαπραγματεύσιμες σε Π.Μ.Δ., κατά την έννοια των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 αντίστοιχα, καθώς και να επενδύει σε τίτλους επιλογής ή άλλες κινητές αξίες που παρέχουν δικαίωμα απόκτησης των ως άνω κινητών αξιών, μέχρι σωρευτικά ανώτατου ποσοστού 40% του ενεργητικού της. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή της να μεταβάλλει το παραπάνω ποσοστό. Η Ε.Κ.Ε.Σ. μπορεί, επίσης, να επενδύει σε ομολογίες που εκδίδονται από επιχειρήσεις που είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή διαπραγματεύσιμες σε Π.Μ.Δ..»

3.

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 5 αντικαθίσταται ως εξής: «Διαχειριστής μπορεί να είναι εταιρία που έχει λάβει άδεια να παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007 ή επιχείρηση, κράτους − μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου η οποία δύναται να διαχειρίζεται αντίστοιχα σχήματα παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου και έχει την απαραίτητη οργάνωση και εμπειρία, καθώς και εταιρία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ του ν. 4099/2012 (Α΄ 250). Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι διαχειριστές Ε.Κ.Ε.Σ.»

4.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως «1. Το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο της Ε.Κ.Ε.Σ. ορίζεται σε τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και καταβάλλεται ολοσχερώς κατά τη σύσταση της εταιρίας. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να μεταβάλλεται το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο της Ε.Κ.Ε.Σ..»

5.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως «2. Οι μετοχές της Ε.Κ.Ε.Σ. είναι ονομαστικές και εισάγονται σε οργανωμένη αγορά της παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 ή εντάσσονται προς διαπραγμάτευση σε Π.Μ.Δ. της παρ. 11 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007, εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από τη σύστασή της, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τις οργανωμένες αγορές και Π.Μ.Δ. διατάξεις ή από την ισχύ του παρόντος νόμου, εφόσον πρόκειται για ήδη υφιστάμενες και λειτουργούσες Ε.Κ.Ε.Σ.. Σε περίπτωση μη εισαγωγής Ε.Κ.Ε.Σ. σε οργανωμένη αγορά ή σε περίπτωση μη ένταξης της Ε.Κ.Ε.Σ. σε Π.Μ.Δ., η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, ύστερα από αίτηση της Ε.Κ.Ε.Σ., να παρατείνει την παραπάνω προθεσμία, για χρονικό διάστημα έως δεκαοκτώ (18) μήνες, εφόσον συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή αν κριθεί ότι οι συνθήκες της αγοράς θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη της εισαγωγής των μετοχών της εταιρίας στην οργανωμένη αγορά ή την ένταξή τους στον Π.Μ.Δ.. Εφόσον η Ε.Κ.Ε.Σ. δεν εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά ή δεν ενταχθεί σε Π.Μ.Δ. εντός των παραπάνω προθεσμιών (αρχική και μετά από δοθείσα παράταση) λύεται αυτοδικαίως, ανακαλούνται τα προβλεπόμενα για αυτήν φορολογικά οφέλη, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες ευνοϊκές για αυτήν φορολογικές ρυθμίσεις, που θεσπίζονται σε άλλους νόμους και τίθεται σε εκκαθάριση.»

6.

Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως «Η επένδυση κεφαλαίων ή η παροχή εγγυήσεων από την Ε.Κ.Ε.Σ. σε επιχείρηση ή σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει αθροιστικά το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των ιδίων κεφαλαίων της Ε.Κ.Ε.Σ., όπως αυτά ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της επόμενης παραγράφου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23α του κ.ν. 2190/1920.»

7.

Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 6 αντικαθίστανται ως εξής: «Μετά το κλείσιμο της τρίτης χρήσης της η Ε.Κ.Ε.Σ. υποχρεούται να έχει συνεχώς επενδεδυμένο ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) των ιδίων κεφαλαίων της σε συμμετοχές και ομολογίες των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3 του άρθρου 5».

8.

Η παράγραφος 7 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως «7. Τα στοιχεία του ενεργητικού της Ε.Κ.Ε.Σ. αποτιμώνται σύμφωνα με τους κανόνες που επιβάλλουν των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής αναφοράς. Η Ε.Κ.Ε.Σ. αναθέτει τη φύλαξη των στοιχείων του χαρτοφυλακίου επενδύσεών της σε επιχείρηση που μπορεί να παρέχει υπηρεσίες θεματοφυλακής στην Ελλάδα.»

9.

Οι παράγραφοι 5, 7 και 8 του άρθρου 5, η παράγραφος 3 του άρθρου 6 και η παράγραφος 4 του άρθρου 8 καταργούνται.

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις του ν. 3371/2005 Ο ν. 3371/2005 (Α΄ 178) τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 17 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η ίδια πλειοψηφία απαιτείται και για τη λήψη απόφασης εταιρικού μετασχηματισμού (συγχώνευσης, διάσπασης ή μετατροπής), η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή των μετοχών της εκδότριας εταιρίας από το χρηματιστήριο. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται εάν, συνεπεία των εταιρικών μετασχηματισμών, οι μέτοχοι της απορροφώμενης, διασπώμενης ή μετατρεπόμενης εταιρίας λαμβάνουν εισηγμένες μετοχές σύμφωνα με τους όρους των ανωτέρω μετασχηματισμών.»

2.

Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 30 αντικαθίσταται ως εξής: «δ) Νεοεκδιδόμενες κινητές αξίες, εφόσον οι όροι έκδοσης περιλαμβάνουν την υποχρέωση υποβολής αίτησης για εισαγωγή σε οργανωμένη αγορά και εφόσον η εισαγωγή αυτή οφείλει να πραγματοποιηθεί, το αργότερο εντός δύο ετών από την έκδοση.»

3.

Η παράγραφος 6 του άρθρου 31 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η Α.Ε.Ε.Χ. δεν επιτρέπεται να αποκτά ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%):

  • α) των μετοχών είτε με δικαίωμα ψήφου είτε χωρίς

δικαίωμα ψήφου ενός εκδότη. Το ανωτέρω όριο δεν εφαρμόζεται όταν η τοποθέτηση της Α.Ε.Ε.Χ. δεν υπερβ) των ομολόγων ενός εκδότη. Το ανωτέρω όριο δεν εφαρμόζεται όταν η τοποθέτηση της Α.Ε.Ε.Χ. δεν υπερ

  • γ) των μέσων χρηματαγοράς ενός εκδότη. Το ανωτέρω όριο δεν εφαρμόζεται όταν η τοποθέτηση της

Α.Ε.Ε.Χ. δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου της,

  • δ) των μεριδίων οργανισμού συλλογικών επενδύσεων

σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) ή άλλου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων. Τα ως άνω όρια μπορεί να μεταβάλλονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

Άρθρο 4

Τροποποιήσεις του ν. 3756/2009 Ο ν. 3756/2009 (Α΄ 53) τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο διαχειριστής του ΣΑΤ ενεργεί ως Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 83 του ν. 3606/2007 (Α΄ 195) και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις επόμενες διατάξεις.»

2.

Στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3756/2009 οι περιπτώσεις ζ΄, η΄, θ΄και ι΄ αναριθμούνται σε η΄, θ΄, ι΄ και ια΄ αντίστοιχα, και προστίθεται νέα περίπτωση ζ΄, της, και ως εξής: «ζ) οι διαδικασίες διακανονισμού συναλλαγών επί των άυλων κινητών αξιών ή και επί άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων του στοιχείου δ΄ του άρθρου 5 του ν. 3606/2007, βάσει των οποίων εκτελούνται οι παραδόσεις κινητών αξιών στο Σ.Α.Τ. ή και οι χρηματικοί διακανονισμοί σε σχέση με τις συναλλαγές αυτές».

3.

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 προστίθενται εδάφια ως εξής : «Ο εκδότης του πιστοποιητικού που αποκτά κυριότητα των παριστάμενων κινητών αξιών κατέχει τις κινητές αξίες υπό τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση. Οι παριστάμενες κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό του εκδότη των πιστοποιητικών, δεν αποτελούν μέρος της πτωχευτικής του περιουσίας και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εναντίον του κατάσχεσης ή δέσμευσης, σε περίπτωση δε που κατασχεθούν παρά ταύτα μπορεί να ασκηθεί ανακοπή με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 936 Κ.Πολ.Δ..»

4.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 αντικαθίσταται ως εξής : «Ο διαχειριστής του Σ.Α.Τ. μπορεί να τηρεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό τρίτων δικαιούχων, σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τις αλλοδαπές κινητές αξίες, συγκεντρωτικό λογαριασμό στο αλλοδαπό μητρώο άυλων ή ακινητοποιημένων τίτλων, απευθείας ή μέσω πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που ενεργεί ως θεματοφύλακας. Οι κινητές αξίες που τηρούνται από τον διαχειριστή του Σ.Α.Τ. για λογαριασμό τρίτων αποχωρίζονται από την εταιρική περιουσία του διαχειριστή και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εναντίον του κατάσχεσης ή δέσμευσης, σε περίπτωση δε που κατασχεθούν παρά ταύτα μπορεί να ασκηθεί ανακοπή με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 936 Κ.Πολ.Δ.».

5.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως εξής : «Ο διαχειριστής του Σ.Α.Τ. μπορεί να συνάπτει συμφωνίες τήρησης κινητών αξιών σε λογιστική μορφή ή να δημιουργεί συνδέσμους με αλλοδαπά συστήματα ή μητρώα ή πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που ενεργούν ως θεματοφύλακες, μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΠΑΡΟΧΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΚΙΝΗΤΩΝ ΑΞΙΩΝ

Άρθρο 5

Ορισμοί Για τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 5 έως 11 του παρόντος νόμου νοούνται ως:

  • α) «Κινητές αξίες»: οι κινητές αξίες των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν.

3606/2007, μερίδια ή μετοχές Ο.Σ.Ε.Κ.Α. του ν. 4099/2012, καθώς και τα μερίδια Α.Κ.Ε.Σ. του ν. 2992/2002 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή σε Πολυμελή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (Π.Μ.Δ.).

  • β) «Οργανωμένη Αγορά»: οργανωμένη αγορά κράτους

− μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτου κράτους που διέπεται από ισοδύναμους κανόνες εποπτείας .

  • γ) «Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης»: Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης κράτους−μέλους

της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • δ) «Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας»: το σύνολο της παρεχόμενης από επενδυτή ασφαλείας, αποτελούμενης

από κινητές αξίες ή και μετρητά προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παροχή πίστωσης από την ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών.

  • ε) «Περιθώριο»: η διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών που περιέχονται στο χαρτοφυλάκιο ασφάλειας και του χρεωστικού υπολοίπου.
  • στ) «Αρχικό περιθώριο»: το ελάχιστο περιθώριο ως

ποσοστό επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, το οποίο θα πρέπει να υφίσταται προκειμένου να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη αγορά κινητών αξιών με πίστωση, συμπεριλαμβανομένης της αξίας της εν λόγω αγοράς.

  • ζ) «Διατηρητέο περιθώριο»: το ελάχιστο περιθώριο ως

ποσοστό επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, το οποίο πρέπει να υφίσταται οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της πιστωτικής σύμβασης.

  • η) «Έλλειμμα Περιθωρίου»: το ποσό κατά το οποίο το

περιθώριο υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στο Αρχικό ή Διατηρητέο περιθώριο.

Άρθρο 6

Όροι για την παροχή πίστωσης

1.

Ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ), η οποία έχει λάβει από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια λειτουργίας προκειμένου να παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, καθώς και πιστωτικό ίδρυμα μπορούν να παρέχουν πίστωση σε πελάτες τους για την αγορά κινητών αξιών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 13 του παρόντος νόμου .

2.

Οι ΑΕΠΕΥ απαγορεύεται να παρέχουν κάθε άλλη πίστωση προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για σκοπό άλλον από τον οριζόμενο στην παράγραφο 1.

3.

Για την παροχή πίστωσης σε επενδυτή απαιτείται η σύναψη έγγραφης σύμβασης. Η σύμβαση και οι συμ

4.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατόπιν γνώμης της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την παροχή πίστωσης από ΑΕΠΕΥ και ιδίως: (α) το ελάχιστο διατηρητέο περιθώριο ως ποσοστό επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, (β) το ελάχιστο αρχικό περιθώριο που πρέπει να ισχύει σε κάθε περίπτωση, (γ) οι περιορισμοί στη συμμετοχή των κατηγοριών κινητών αξιών που αποτελούν στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας, (δ) ο τρόπος αποτίμησης του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, (ε) οι αποκλίσεις από τις περιπτώσεις α΄ έως δ΄ της παρούσας παραγράφου ανάλογα με τα χαρακτηριστικά, τον τύπο ή την κατηγορία των κινητών αξιών, (στ) οι κατηγορίες κινητών αξιών που τυχόν δεν μπορεί να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας και (ζ) κάθε άλλο θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια εν γένει που αφορά τη λειτουργία της παρεπόμενης υπηρεσίας της πίστωσης.

5.

Με κοινή απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις της παραγράφου 4 που εφαρμόζονται για την παροχή πίστωσης από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Άρθρο 7

Χαρτοφυλάκιο ασφαλείας

1.

Το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας αποτελείται από τις κινητές αξίες, οι οποίες αγοράζονται με πίστωση, μετρητά, και από άλλες κινητές αξίες, οι οποίες είναι καταχωρημένες ή παρακολουθούνται σε σύστημα καταχώρησης και παρακολούθησης τίτλων σε λογιστική μορφή που λειτουργεί στην Ελλάδα, τις οποίες παρέχει ο επενδυτής ως ασφάλεια για την οφειλή που γεννάται ύστερα από τη χορήγηση κάθε πίστωσης.

2.

Για την εξασφάλιση της ομαλής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παροχή πίστωσης προς επενδυτή, συστήνεται νόμιμο ενέχυρο υπέρ της ΑΕΠΕΥ ή του πιστωτικού ιδρύματος επί των κινητών αξιών ή των απαιτήσεων επί κινητών αξιών που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας και διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. Σε περίπτωση που οι κινητές αξίες που περιέχονται στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο, η ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα φέρει την ευθύνη διενέργειας ελέγχου καταλληλότητας (due diligence) επί των αξιών αυτών, με γνώμονα τη νόμιμη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας επί αυτών και τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου δικαίου.

Άρθρο 8

Αρχικό και διατηρητέο περιθώριο

1.

Η κάλυψη αρχικού περιθωρίου πραγματοποιείται πριν την εκτέλεση της εντολής αγοράς με καταβολή μετρητών ή με ένταξη στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας κινητών αξιών, που δεν περιέχονται μέχρι τότε σε αυτό.

2.

Σε περίπτωση που το περιθώριο καταστεί κατώτερο από το διατηρητέο περιθώριο, η ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα καλεί μέχρι την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης τον επενδυτή να προβεί σε κάλυψη της διαφοράς το αργότερο μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την ενημέρωσή του.

3.

Εάν ο επενδυτής δεν καλύψει εμπρόθεσμα το έλλειμμα του διατηρητέου περιθωρίου, η ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα, προκειμένου να αποκατασταθεί το διατηρητέο περιθώριο, προβαίνει το αργότερο μέχρι την επομένη εργάσιμη ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας κάλυψης, σε απευθείας εκποίηση κινητών αξιών που είναι δεσμευμένες στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας.

Άρθρο 9

Εκποίηση κινητών αξιών Προκειμένου για κινητές αξίες ή απαιτήσεις επί κινητών αξιών που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, οι κινητές αξίες εκποιούνται απευθείας από την ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή προϋπόθεση κατά παρέκκλιση των άρθρων 1237 και 1239 του Αστικού Κώδικα και από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Προκειμένου για κινητές αξίες που διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο η ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα μεριμνά για την εκποίησή τους κατά τις διατάξεις του οικείου δικαίου.

Άρθρο 10

Εξόφληση τιμήματος χωρίς πίστωση

1.

Σε περίπτωση κατάρτισης συναλλαγής σε κινητές αξίες χωρίς να έχει συναφθεί σύμβαση πίστωσης μεταξύ ΑΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος και επενδυτή, ο επενδυτής εξοφλεί με μετρητά το τίμημα αυτής μέσα στην εκάστοτε προβλεπόμενη προθεσμία εκκαθάρισης και διακανονισμού των ανωτέρω συναλλαγών.

2.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης ολοκλήρου του τιμήματος εκ μέρους του επενδυτή μέσα στην ανωτέρω προβλεπόμενη προθεσμία και εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί πίστωση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, η ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα: (α) προβαίνει, την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, σε απευθείας εκποίηση των κινητών αξιών για την αγορά των οποίων o επενδυτής δεν έχει καταβάλει το τίμημα, (β) μέχρι την πλήρη εξόφληση του τιμήματος, δεν θα προβαίνει για λογαριασμό του επενδυτή σε οποιαδήποτε άλλη αγορά. Με τις ανωτέρω διατάξεις δεν θίγεται η δυνατότητα της ΑΕΠΕΥ ή του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στην άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος προβλέπεται από τη νομοθεσία για την επιδίωξη είσπραξης των απαιτήσεών τους.

Άρθρο 11

Κυρώσεις Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αν παραβιαστούν διατάξεις των άρθρων 5 έως 10 του παρόντος νόμου, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτών κανονιστικών αποφάσεων, επιβάλλει στον παραβάτη επίπληξη ή πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης και εάν το ανωτέρω ποσό δεν μπορεί να προσδιοριστεί, πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, το οποίο διπλασιάζεται σε περίπτωση καθ’ υποτροπή τέλεσης των ανωτέρω παραβάσεων. Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει τις ανωτέρω κυρώσεις σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν είναι μέλη οργανωμένης αγοράς. Κατά την επι της αγοράς, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών, το ύψος της προκληθείσας ζημίας σε επενδυτές και της τυχόν αποκατάστασής της, η λήψη μέτρων από την εταιρία για τη συμμόρφωσή της στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπήν τέλεση παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 5 έως 10 του νόμου αυτού ή της λοιπής νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά.

Άρθρο 12

Μεταβατικές – Καταργούμενες διατάξεις

1.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του ν. 2843/2000 (Α΄ 219) καταργούνται, καθώς και κάθε άλλη διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης που αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 έως 11 του παρόντος νόμου.

2.

Τηρουμένης της παραγράφου 1, οι κανονιστικές αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 έως 6 του ν. 2843/2000 εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την κατάργησή τους από νέες κανονιστικές αποφάσεις.

3.

Ως προς τις διατάξεις της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς που παραπέμπουν σε καταργούμενες, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, διατάξεις των άρθρων 1 έως και 6 του ν. 2843/2000, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες, ως προς το περιεχόμενό τους, διατάξεις των άρθρων 5 έως 11 του παρόντος νόμου.

4.

Οι διατάξεις που καταργούνται βάσει της παραγράφου 1 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 13

Τροποποιήσεις του ν. 3606/ 2007 Ο ν. 3606/2007 (Α΄ 195) τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 14 γίνονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α. Οι λέξεις «επαγγελματικής επάρκειας» αντικαθίστανται με τη λέξη «καταλληλότητας». β. Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5 αναριθμούνται σε 3, 4, 5, 6 αντίστοιχα. γ. Στις παραγράφους 1, 4, 5, 6, όπως αναριθμήθηκαν ανωτέρω οι ενδοπαραπομπές στις παραγράφους 2, 3, και 4 αντικαθίστανται με παραπομπή στις παραγράφους 3, 4 και 5 αντίστοιχα. δ. Προστίθεται νέα παράγραφος 2 ως εξής: «2. Φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν υπαλληλική είτε οποιαδήποτε άλλη σχέση συνεργασίας με τις εταιρίες της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 4099/2012, και τα οποία διαθέτουν μερίδια ή μετοχές ΟΣΕΚΑ ή και άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, οφείλουν να διαθέτουν σχετικό πιστοποιητικό καταλληλότητας που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εφόσον πρόκειται για υπαλλήλους και στελέχη πιστωτικών ιδρυμάτων ή ασφαλιστικών επιχειρήσεων, το πιστοποιητικό καταλληλότητας χορηγείται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι εξετάσεις για τη χορήγηση του πιστοποιητικού καταλληλότητας διενεργούνται με ευθύνη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή από κοινού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η εξαίρεση από την υποχρέωση συμμετοχής σε εξετάσεις και η τυχόν ανάθεση της χορήγησης του πιστοποιητικού καταλληλότητας και σε άλλους φορείς, καθορίζονται με τις αποφάσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.» ε. Στο τελευταίο εδάφιο της αναριθμημένης παραγράφου 3 οι λέξεις «εξαίρεση από τη συμμετοχή» αντικαθίστανται με τις λέξεις «εξαίρεση από την υποχρέωση συμμετοχής». στ. Οι αναριθμημένες παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται ως εξής: « 5. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται τα στοιχεία της παραγράφου 3 αναφορικά με το πιστοποιητικό καταλληλότητας που οφείλουν να διαθέτουν υπάλληλοι και στελέχη ΑΕΠΕΥ που είναι αρμόδιοι για την εκκαθάριση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων.»

6.

Με κοινή απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται τα στοιχεία της παραγράφου 3 αναφορικά με το πιστοποιητικό καταλληλότητας που οφείλουν να διαθέτουν υπάλληλοι και στελέχη πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι αρμόδια για την εκκαθάριση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων.»

2.

α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ ανέρχεται τουλάχιστον σε επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.» β. Η παράγραφος 3 του άρθρου 10 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ, η οποία παρέχει μόνο την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών, παροχής συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς να κατέχει σε κάθε περίπτωση κεφάλαια ή χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών, ανέρχεται σε διακόσιες είκοσι πέντε χιλιάδες (225.000) ευρώ.» γ. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 10 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να μεταβάλλεται το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση αυτή για τις εταιρίες που λειτουργούν λαμβάνονται υπόψη τα ίδια κεφάλαιά τους».

3.

Μετά το άρθρο 21 προστίθεται άρθρο 21Α ως εξής: «Άρθρο 21Α Μεταφορά συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών

1.

Πιστωτικό ίδρυμα ή ΑΕΠΕΥ που έχει αποφασίσει να παύσει να παρέχει συγκεκριμένες επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, ως προς κάποια ή όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα, (μεταβιβάζουσα επιχείρηση) δύναται να μεταβιβάσει σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή ΑΕΠΕΥ (ανάδοχος επιχείρηση), τις συμβάσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών με πελάτες του, ως προς όλες ή κάποιες επενδυτικές ή παρεπόμενες μεταβίβασης των συμβάσεων του προηγούμενου εδαφίου οι εν λόγω επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες παρέχονται πλέον από την ανάδοχο επιχείρηση ως προς τους πελάτες και για τις υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα, που αφορά η μεταβίβαση, καθώς επίσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, μεταφέρονται και τα χαρτοφυλάκια (χρηματοπιστωτικά μέσα και μετρητά) που αντιστοιχούν στους πελάτες που αφορά η μεταφορά. Σε περίπτωση χρηματοπιστωτικών μέσων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η μεταφορά τους διενεργείται με την αλλαγή του χειριστή λογαριασμού στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣΑΤ), σύμφωνα με τον Κανονισμό λειτουργίας του ΣΑΤ. Από την ημέρα μεταφοράς, που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τη μεταβιβάζουσα επιχείρηση ενώ στην ανάδοχο επιχείρηση προβάλλονται αξιώσεις για απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά την ημέρα μεταφοράς.

2.

Για τη μεταφορά της παραγράφου 1 τηρείται η εξής διαδικασία: α. Με ευθύνη της αναδόχου και της μεταβιβάζουσας επιχείρησης, ενημερώνεται ο πελάτης, τον οποίο αφορά η μεταφορά, με τα μέσα του άρθρου 3 της απόφασης 1/452/1.11.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για τη διενεργούμενη μεταφορά, τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που μεταφέρονται και τα χρηματοπιστωτικά μέσα επί των οποίων η ανάδοχος επιχείρηση θα παρέχει υπηρεσίες. Η ως άνω ενημέρωση περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο: αα) τις πληροφορίες της παραγράφου 3 του άρθρου 25 και της παραγράφου 3 του άρθρου 27, όπως εξειδικεύονται από την απόφαση 1/452/1.11.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, εφόσον διαφοροποιούνται από την ανάδοχο επιχείρηση, πλην της περίπτωσης των οικονομικών όρων που δύναται να διαφοροποιηθούν μόνον εφόσον υπάρχει σχετική συμβατική πρόβλεψη στη μεταβιβαζόμενη σύμβαση, ββ) το δικαίωμα του πελάτη να αντιταχθεί στη μεταφορά, καθώς και τις συνέπειες της αντιρρήσεώς του, γγ) τον τρόπο και την προθεσμία άσκησης αυτού, καθώς και δδ) κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία προκειμένου οι πελάτες της μεταβιβάζουσας επιχείρησης να διαμορφώσουν τεκμηριωμένη γνώμη για τη μεταφορά. Στην ως άνω ενημέρωση αναφέρεται επίσης υποχρεωτικά και η ημερομηνία μεταφοράς, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής αντιρρήσεων σύμφωνα με την περίπτωση β΄. β. Εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την αποστολή της ενημέρωσης στους πελάτες κατά τα προβλεπόμενα στην περίπτωση α΄ κάθε πελάτης της μεταβιβάζουσας επιχείρησης μπορεί να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς. Η προβολή αντιρρήσεων συνεπάγεται τη μη μεταφορά της συμβατικής του σχέσης στην ανάδοχο επιχείρηση. γ. Η μεταφορά ολοκληρώνεται με τη σύνταξη λεπτομερούς πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής των χαρτοφυλακίων των πελατών (χρηματοπιστωτικά μέσα και μετρητά) των οποίων οι συμβάσεις μεταβιβάζονται. Το πρωτόκολλο αυτό υπογράφεται αρμοδίως από τη μεταβιβάζουσα και την ανάδοχο επιχείρηση και κοινοποιείται, κατά περίπτωση, στον διαχειριστή του Συστήματος ΄Αυλων Τίτλων για αλλαγή χειριστή στους λογαριασμούς των πελατών ή στα πιστωτικά ιδρύματα και λοιπούς θεματοφύλακες για μεταφορά των λογαριασμών των εν λόγω πελατών.

3.

Η μεταφορά της παραγράφου 1 διενεργείται εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α. Έχει τηρηθεί η διαδικασία της παραγράφου 2. β. Η ανάδοχος επιχείρηση έχει την απαιτούμενη άδεια για την παροχή των μεταφερόμενων επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών επί των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων που αφορά η μεταφορά. γ. Ο πελάτης δεν έχει προβάλλει αντιρρήσεις για τη μεταφορά.

4.

Η μεταφορά ολοκληρώνεται αυτόματα από την ημερομηνία μεταφοράς, όπως αυτή αναφέρεται στην ενημέρωση του πελάτη, χωρίς πρόσθετη υποχρέωση αναγγελίας. Τυχόν μεταβολή στο πρόσωπο της μεταβιβάζουσας επιχείρησης, λόγω επελεύσεως αποτελεσμάτων εταιρικού μετασχηματισμού, δεν επηρεάζει την ολοκλήρωση της μεταφοράς.

5.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλογικά σε ΑΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 και στην περίπτωση απόσχισης κλάδου κατά τα προβλεπόμενα στο ν. 2166/1993 (Α΄137), το ν.δ. 1297/1972 (Α΄ 217) και το ν. 2992/2002 (Α΄54).

6.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις ΑΕΔΑΚ που παρέχουν τις υπηρεσίες της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4099/2012, καθώς και στις ΑΕΕΔ.

7.

Κάθε ειδικό ή τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

4.

Η παράγραφος 4 του άρθρου 36 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Το μετοχικό κεφάλαιο των ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο από εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορεί να μεταβάλλεται το ποσό του προηγούμενου εδαφίου.»

5.

Στην περίπτωση δ΄ της παρ.1 του άρθρου 39 του ν. 3606/2007 η φράση «πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ» αντικαθίσταται από τη φράση «τριάντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων (37.500) ευρώ».

Άρθρο 14

Τροποποιήσεις του ν. 1969/1991 Στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 1969/1991 (Α΄167) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να θεσπίζονται και να εξειδικεύονται τα τεχνικά μέτρα και οι λεπτομέρειες εφαρμογής της νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές και συστάσεις που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 16 του Κανονισμού 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010, «σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΕ L 331)».» Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3340/2005 (Α΄112) οι λέξεις «ένα (1) έτος» αντικαθίστανται με τις λέξεις «πέντε (5) τουλάχιστον έτη».

Άρθρο 16

Τροποποίηση του ν. 3556/2007 Η παρ. 8 του άρθρου 21 του ν. 3556/2007 (Α΄ 91) καταργείται.

Άρθρο 17

Τροποποιήσεις του ν. 3461/2006 και ερμηνεία του ν. 3528/2007

1.

Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 3461/2006 (Α΄ 106), όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66), αντικαθίσταται ως εξής: «(β) από την υψηλότερη τιμή στην οποία το υπόχρεο πρόσωπο ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό απέκτησε κατά τους δώδεκα (12) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση, κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης.»

2.

Στο άρθρο 9 του ν. 3461/2006 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Σε περίπτωση υποβολής δημόσιας πρότασης με αντάλλαγμα κινητές αξίες που είναι εισηγμένες και διαπραγματεύονται σε οργανωμένη αγορά, το αντάλλαγμα (σχέση ανταλλαγής) θεωρείται ως δίκαιο και εύλογο, εφόσον ληφθούν υπόψη οι εξής τιμές για την υπό εξαγορά εταιρεία και την εταιρεία της οποίας οι κινητές αξίες προσφέρονται ως αντάλλαγμα: (α) Για την τιμή κινητής αξίας της υπό εξαγορά εταιρίας λαμβάνεται υπόψη η υψηλότερη τιμή μεταξύ: (αα) της μέσης χρηματιστηριακής τιμής της κινητής αξίας που αποτελεί αντικείμενο της δημόσιας πρότασης κατά τους έξι (6) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης και, (ββ) της τιμής στην οποία ο προτείνων ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν, απέκτησε κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρείας κατά τους δώδεκα (12) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης. (β) Για την τιμή κινητής αξίας της εταιρείας, της οποίας οι κινητές αξίες προσφέρονται ως αντάλλαγμα λαμβάνεται υπόψη η μέση χρηματιστηριακή τιμή της κινητής αξίας που προσφέρεται ως αντάλλαγμα κατά τους έξι (6) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της δημόσιας πρότασης.»

3.

Οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3461/2006, όπως τροποποιούνται και συμπληρώνονται με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων 1 και 2, δεν εφαρμόζονται σε δημόσιες προτάσεις που έχουν ανακοινωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3461/2006 πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

4.

Το άρθρο 30 του ν. 3461/2006, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 3556/2007 (Α΄ 91), καταργείται.

5.

α. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 86 του ν. 3528/2007, η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προθεσμία του ενός (1) μηνός είναι ενδεικτική. β. Πράξεις, εισηγήσεις και άλλα έγγραφα που έχουν υπογραφεί από τους αναπληρωτές προϊσταμένους κατ’εφαρμογή της ως άνω διάταξης, καθώς και επιδόματα ευθύνης που έχουν καταβληθεί σε αυτούς μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται ότι έχουν υπογραφεί και έχουν καταβληθεί νομίμως.

Άρθρο 18

Κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 41 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2012 για τις ανοικτές πωλήσεις και ορισμένες πτυχές των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια Αρχή για τους σκοπούς του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (Ε.Ε. L 86), επιβάλλει σε όποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού, των κατ’ εξουσιοδότησή του κανονισμών και των εκτελεστικών κανονισμών για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης και εάν το ανωτέρω ποσό δεν μπορεί να προσδιορισθεί, πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών, το ύψος της προκληθείσας ζημίας σε επενδυτές και της τυχόν αποκατάστασής της, η λήψη μέτρων για την αποτροπή της παράβασης στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπήν τέλεση παραβάσεων του νόμου αυτού ή της λοιπής νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλει πρόστιμο μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ σε περίπτωση μη συνεργασίας σε έρευνα που καλύπτεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 236/2012. Για την επιμέτρηση του προστίμου εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακοινώνει δημόσια οποιαδήποτε μέτρα ή κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012, των κατ’ εξουσιοδότησή του κανονισμών και των εκτελεστικών κανονισμών για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, εκτός εάν η ανακοίνωση αυτή διαταράσσει σοβαρά τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

Άρθρο 19

Τροποποιήσεις του ν. 2778/1999 Τα άρθρα 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28 και 30 του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 2778/1999 (Α΄ 295) αντικαθίστανται ως εξής : «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Άρθρο 21

Σκοπός και σύσταση της εταιρίας

1.

Η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία (ΑΕΕΑΠ) είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό την τη διενέργεια επενδύσεων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22.

2.

Το μετοχικό κεφάλαιο της ΑΕΕΑΠ έχει ελάχιστο ύψος είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ που εισφέρονται ολοσχερώς κατά τη σύστασή της. Το ύψος του ποσού αυτού μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας συγκροτείται από εισφορές μετρητών, μέσων χρηματαγοράς, κινητών αξιών των περιπτώσεων δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 22 και ακινήτων, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 22 του παρόντος νόμου, καθώς και άλλων κινητών ή ακινήτων, τα οποία εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες της εταιρίας. Η εισφορά κατά τη σύσταση της εταιρίας άλλων από μετρητά στοιχείων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ως προς την αξία τους τα όρια που τίθενται από τον παρόντα νόμο για τις επενδύσεις της ΑΕΕΑΠ. Η αποτίμηση των εισφορών σε είδος διενεργείται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920, ενώ, ως προς τα μέσα χρηματαγοράς και τις κινητές αξίες της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 22, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 4099/2012 (Α΄250).

3.

Για να εκδοθεί άδεια σύστασης της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία απαιτείται να έχει χορηγηθεί προηγουμένως από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια λειτουργίας της, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Αντίστοιχη άδεια απαιτείται και για τη μετατροπή υφιστάμενης εταιρίας σε ΑΕΕΑΠ. Η AEEΑΠ διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. Για τη χορήγηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της άδειας λειτουργίας εκτιμώνται η οργάνωση, τα τεχνικά και οικονομικά μέσα της εταιρίας, η αξιοπιστία και η πείρα των προσώπων που πρόκειται να τη διοικήσουν, ιδίως στον τομέα των επενδύσεων σε ακίνητα, η καταλληλότητα των ιδρυτών για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της εταιρίας και η ύπαρξη κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης κατά τις διατάξεις του άρθρου 24. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφασή της να εξειδικεύει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, καθώς και κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ΑΕΕΑΠ.

4.

Η εταιρία υποβάλλει, με την αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λεπτομερή περιγραφή της επενδυτικής πολιτικής και των χρήσεων ακινήτων, στα οποία η εταιρία θα επενδύει τα διαθέσιμά της, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων της αγοράς, στα οποία βασίζεται η στρατηγική της και των μέσων που αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει για την επίτευξη των αναπτυξιακών της στόχων.

5.

Για κάθε τροποποίηση του καταστατικού της, όπως και για κάθε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, απαιτείται προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

6.

Πριν από την είσοδο των μετοχών της ΑΕΕΑΠ σε οργανωμένη αγορά, πρόσωπο που επιθυμεί να αποκτήσει μετοχές ΑΕΕΑΠ ή δικαιώματα ψήφου που συνδέονται με αυτές, έτσι ώστε η συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου της εταιρίας, άμεσα ή έμμεσα, να υπερβαίνει τα όρια των 10%, 20%, 33,3%, 50% και 66,6%, υποχρεούται να ανακοινώσει, τουλάχιστον ένα μήνα νωρίτερα, την πρόθεσή του αυτή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και να της παράσχει κάθε απαραίτητο στοιχείο για να κρίνει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την καταλληλότητά του για τη διασφάλιση της χρηστής διοίκησης και διαχείρισης της ΑΕΕΑΠ. Ως έμμεση συμμετοχή νοείται η απόκτηση ή η άσκηση δικαιωμάτων ψήφου κατά την έννοια του άρθρου 10 του ν. 3556/2007. Κτήση μετοχών ΑΕEΑΠ ή δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με αυτές στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου επιτρέπεται μόνον κατόπιν αδείας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

7.

Κάθε δημοσίευση, κατά την έννοια του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, που αφορά σε τροποποίηση του καταστατικού ή σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου γνωστοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

8.

Η εταιρία υποχρεούται να αναγράφει κάτω από την εταιρική επωνυμία τον αριθμό της άδειας λειτουργίας της.

9.

Οι μετοχές των εταιριών είναι υποχρεωτικά ονομαστικές.

10.

Απαγορεύεται η εταιρία να εκδίδει ιδρυτικούς τίτλους.

Άρθρο 22

Επενδύσεις σε ακίνητη περιουσία

1.

Τα διαθέσιμα της ΑΕΕΑΠ επενδύονται αποκλειστικά σε:

  • α) Ακίνητη περιουσία, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, σε ποσοστό

τουλάχιστον 80% του ενεργητικού της.

  • β) Καταθέσεις και μέσα χρηματαγοράς κατά την έννοια της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007.
  • γ) Κινητές αξίες των περιπτώσεων δ΄, ε΄ και στ΄ της

παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

  • δ) Άλλα κινητά και ακίνητα που εξυπηρετούν λειτουργικές ανάγκες της ΑΕΕΑΠ, τα οποία δεν επιτρέπεται να

υπερβαίνουν σωρευτικά, κατά την απόκτησή τους, το δέκα τοις εκατό (10%) του ενεργητικού της. Η ΑΕΕΑΠ δύναται να τηρεί τα διαθέσιμά της σε καταθέσεις και μέσα χρηματαγοράς ως μορφή τοποθέτησης για εύλογο χρόνο έως τη διενέργεια των επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, τηρουμένης της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 23.

2.

Ως ακίνητη περιουσία, στην οποία μπορεί να επενδύει η ΑΕΕΑΠ, νοούνται τα κάθε είδους ακίνητα που ευρίσκονται στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή σε τρίτο κράτος σύμφωνα με την περίπτωση γ΄, αποκτώνται κατά πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή επί των οποίων συστήνεται επικαρπία υπέρ της εταιρίας και τα οποία εμπίπτουν σε μία τουλάχιστον από τις παρακάτω περιπτώσεις:

  • α) Μπορούν να χρησιμοποιηθούν: αα) ως επαγγελματική στέγη, για εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικώς των ξενοδοχειακών

εγκαταστάσεων, της τουριστικής κατοικίας και των μαρίνων ελλιμενισμού ή και ββ) ως κατοικίες με σκοπό την εκμετάλλευσή τους, συμπεριλαμβανομένης της εξοχικής κατοικίας, μόνα τους ή από κοινού με άλλα ακίνητα. Το σύνολο των επενδύσεων της εταιρίας σε ακίνητα οικιστικού σκοπού, κατά το χρόνο κτήσεως, πρέπει να είναι κατώτερο του 25% του συνόλου των επενδύσεών της. μής ακινήτου, αποπεράτωση, επισκευή, αναπαλαίωση, συντήρηση, μεταβολή χρήσης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς που αναγράφονται ανωτέρω στην περίπτωση α΄, σύμφωνα με αναλυτικό πρόγραμμα που καταρτίζεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, ειδικά προς αυτόν το σκοπό και που κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και, επιπλέον, οι ανωτέρω εργασίες είναι δυνατόν να ολοκληρωθούν εντός τριάντα έξι (36) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της οικοδομικής άδειας, εφόσον η άδεια εκδοθεί από την ΑΕΕΑΠ μετά την απόκτηση του ακινήτου από αυτή. Αν η άδεια προϋπήρχε, το χρονικό διάστημα των τριάντα έξι μηνών ισχύει από την ημερομηνία απόκτησης του ακινήτου από την ΑΕΕΑΠ. Σε περίπτωση αναθεώρησης της άδειας, το ανωτέρω διάστημα παρατείνεται έως τη λήξη ισχύος της αναθεώρησης. Σε περίπτωση που το έργο προβλέπεται να ολοκληρωθεί σε διαδοχικές φάσεις λόγω του μεγέθους του, το ανωτέρω διάστημα θα αφορά στην πρώτη φάση του έργου. Τα έξοδα των ανωτέρω εργασιών για τα ακίνητα της κατηγορίας αυτής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν, στο σύνολό τους, το σαράντα τοις εκατό (40%) επί του συνόλου των επενδύσεων της εταιρίας σε ακίνητη περιουσία, όπως αυτή θα έχει διαμορφωθεί μετά την ολοκλήρωση των εργασιών. Το πρόγραμμα του πρώτου εδαφίου αναφέρει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου προβλέπεται να ολοκληρωθούν οι ανωτέρω εργασίες και αναλυτική πρόβλεψη των εξόδων που συνδέονται με αυτές.

  • γ) Ευρίσκονται σε τρίτα, εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, κράτη και είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν

άμεσα για κάποιον από τους σκοπούς που αναγράφονται στην περίπτωση α΄, εφόσον, στο σύνολό τους, δεν υπερβαίνουν σε αξία το είκοσι τοις εκατό (20%) του συνόλου των επενδύσεων της εταιρίας σε ακίνητα.

3.

Η ΑΕΕΑΠ δύναται, επίσης, να επενδύει σε:

  • α) δικαιώματα από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων

των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 είτε με απευθείας κατάρτιση από την εταιρία σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων είτε με εκχώρηση σε αυτήν προϋφιστάμενης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων που έχει συνάψει τρίτος, ή και

  • β) δικαιώματα επιφανείας της παρ. 1 του άρθρου 18

του ν. 3986/2011, όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και μακροχρόνιες παραχωρήσεις χρήσης ή εμπορικής εκμετάλλευσης ακινήτων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου όπως, ενδεικτικά, εκτάσεων για ανέγερση ξενοδοχειακών και εν γένει τουριστικού ενδιαφέροντος εγκαταστάσεων, μαρίνων ελλιμενισμού, εκτάσεων δυναμένων να υπαχθούν σε προνομιακό ή ιδιαίτερο καθεστώς δόμησης και οικιστικής ανάπτυξης, εκτάσεων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους των οποίων η αξιοποίηση είναι επιτρεπτή υπό ιδιαίτερους όρους, ή και

  • γ) απαιτήσεις προς απόκτηση ακίνητης περιουσίας

κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 βάσει προσυμφώνων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμβατικώς διασφαλισθεί το μέγιστο τίμημά τους, η προκαταβολή τιμήματος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του τιμήματος, η ποινική ρήτρα του πωλητή, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται του εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%) της προκαταβολής, και αα) προκειμένου περί ακινήτων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2, ο χρόνος αποπεράτωσής τους και η χρησιμοποίησή τους για τους εκεί οριζόμενους σκοπούς το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την απόκτησή τους, ββ) προκειμένου δε περί ακινήτων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2, ο χρόνος μεταβίβασής τους και ο χρόνος έναρξης των εργασιών, που δεν μπορεί να απέχει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου από την κατάρτιση του προσυμφώνου, βάσει του αναλυτικού προγράμματος εργασιών, που ετοιμάζεται κατά το χρόνο συντάξεως του προσυμφώνου, ή και

  • δ) τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%) των μετοχών ανώνυμης εταιρίας με αποκλειστικό σκοπό την

εκμετάλλευση ακινήτων, το σύνολο του παγίου κεφαλαίου της οποίας είναι επενδεδυμένο σε ακίνητα των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του παρόντος νόμου, ή εταιρίας χαρτοφυλακίου, ή και

  • ε) τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%) των μετοχών εταιρίας συμμετοχών, που επενδύει αποκλειστικώς

σε εταιρίες της περίπτωσης δ΄, ή και

  • στ) τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των

μετοχών εταιρίας με την οποία η ΑΕΕΑΠ συνδέεται με σχέση μητρικής και θυγατρικής κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, εφόσον: αα) σκοπός της θυγατρικής εταιρίας είναι η απόκτηση, διαχείριση και εκμετάλλευση ακινήτων, περιλαμβανομένης της διενέργειας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 22, και ββ) σκοπός της συμμετοχής της ΑΕΕΑΠ στο κεφάλαιο της θυγατρικής της είναι η εφαρμογή κοινής επιχειρηματικής στρατηγικής ή στρατηγικών για την ανάπτυξη ακινήτου ή ενότητας ακινήτων ελάχιστης αξίας τουλάχιστον δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ, σύμφωνα με αναλυτικό πρόγραμμα που καταρτίζεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου της θυγατρικής εταιρίας, εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕΕΑΠ και κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το εν λόγω αναλυτικό πρόγραμμα, μαζί με έκθεση προόδου αυτού, εγκρίνεται ετησίως από το διοικητικό συμβούλιο της θυγατρικής, και η σχετική έκθεση προόδου τίθεται υπόψη του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕΕΑΠ, που τοποθετείται σχετικώς και αξιολογεί την πρόοδο του προγράμματος. Η σχετική έκθεση αξιολόγησης του ΔΣ της ΑΕΕΑΠ υποβάλλεται από την ΑΕΕΑΠ στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

4.

Με την επιφύλαξη του αμέσως επόμενου εδαφίου, η αξία του συνόλου των ακινήτων της ΑΕΕΑΠ, επί των οποίων αυτή δεν έχει πλήρη κυριότητα, πρέπει να είναι κατώτερη του είκοσι τοις εκατό (20%), κατά το χρόνο κτήσεως, του συνόλου των επενδύσεων της ΑΕΕΑΠ. Σε περίπτωση απόκτησης από την ΑΕΕΑΠ δικαιωμάτων από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων, κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3, η αξία του συνόλου αυτών των δικαιωμάτων πρέπει να είναι κατώτερη, κατά το χρόνο κτήσεως, του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του συνόλου των επενδύσεων της ΑΕΕΑΠ.

5.

Η αξία κάθε ακινήτου κατά την έννοια της παραγράφου 2 και των περιπτώσεων α΄ έως γ΄ της παραγράφου 3, το οποίο περιλαμβάνεται στις επενδύσεις της εταιρίας, πρέπει να είναι κατώτερη, κατά το χρόνο της απόκτησης ή της ολοκλήρωσης των εργασιών, βάσει του σχετικώς καταρτιζομένου προγράμματος, του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αξίας του συνόλου των επενδύσεών της. Προκειμένου για επενδύσεις σε σμός ισχύει ως προς την αξία του κάθε ακινήτου που αποκτά η θυγατρική. Η επένδυση της ΑΕΕΑΠ σε εταιρία της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 3 πρέπει να είναι κατώτερη σε αξία ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του συνόλου των επενδύσεων της ΑΕΕΑΠ.

6.

Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 8 και 9 του παρόντος άρθρου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται ο τρόπος και τα μέσα αποτίμησης της αξίας των επενδύσεων σε ακίνητα και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την αποτίμηση της αξίας των επενδύσεων σε ακίνητα. Με όμοια απόφαση που εκδίδεται κατόπιν εισήγησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να διευκρινίζονται θέματα ένταξης ακινήτων στις κατηγορίες του παρόντος άρθρου.

7.

Η αποτίμηση της αξίας των επενδύσεων της ΑΕΕΑΠ διενεργείται στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης, από νόμιμο ελεγκτή, ο οποίος δεσμεύεται από την ειδική τακτική έκθεση που συντάσσεται κάθε φορά για το σκοπό αυτό, από ανεξάρτητο εκτιμητή. Ο εκτιμητής του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται από τη γενική συνέλευση της ΑΕΕΑΠ, μαζί με το νόμιμο ελεγκτή της εταιρίας.

8.

Η κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 και τις περιπτώσεις α΄ έως γ΄ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου επένδυση των διαθεσίμων της ΑΕΕΑΠ σε ακίνητα ή σε δικαίωμα επί ακινήτου, καθώς και η επένδυση σε ακίνητα από εταιρίες των περιπτώσεων δ΄ και στ΄ της παραγράφου 3, προϋποθέτει προηγούμενη εκτίμηση της αξίας τους από τον ανεξάρτητο εκτιμητή της προηγούμενης παραγράφου. Ο εκτιμητής διενεργεί εκτίμηση της αξίας του ακινήτου ή των ανωτέρω μετοχών πριν από την απόκτησή τους από την εταιρία. Προκειμένου περί απαιτήσεων εκ προσυμφώνων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3, η αποτίμηση των ακινήτων, στα οποία αφορούν οι απαιτήσεις αυτές, πραγματοποιείται πριν από την οριστική μεταβίβασή τους στην ΑΕΕΑΠ. Κατά την αποτίμηση λαμβάνεται υπόψη κάθε γεγονός, το οποίο μέχρι την ημερομηνία ένταξής της, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ακίνητης περιουσίας στις επενδύσεις της ΑΕΕΑΠ μπορεί να επηρεάσει την αξία της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας. Η αποτίμηση αυτή είναι δεσμευτική. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στη μεταβίβαση στοιχείων της ακίνητης περιουσίας, τα οποία έχουν ενταχθεί στις επενδύσεις της ΑΕΕΑΠ. Το τίμημα που καταβάλλεται ή εισπράττεται από την ΑΕΕΑΠ για την απόκτηση ή την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας ή του δικαιώματος επί ακινήτου ή των ανωτέρω μετοχών επιτρέπεται να είναι υψηλότερο ή χαμηλότερο, αντιστοίχως, μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) από την αξία τους, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί από τον εκτιμητή.

9.

Η αποτίμηση της αξίας των κινητών και ακινήτων που αποκτά η ΑΕΕΑΠ για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών της αναγκών, κάθε φορά που απαιτείται τέτοια αποτίμηση, γίνεται με βάση τις σχετικές διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.

10.

Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση των μετοχών θυγατρικής εταιρίας που κατέχει η ΑΕΕΑΠ ή ακινήτου, στο οποίο αυτή έχει επενδύσει διαθέσιμά της, πριν από την πάροδο δώδεκα (12) μηνών από την απόκτησή τους, εξαιρουμένων των ακινήτων της υποπερίπτωσης ββ΄της περίπτωσης α΄ και της περίπτωσης β΄της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

11.

Η μη τήρηση όρου του παρόντος άρθρου, σχετικά με την απόκτηση ή τη μεταβίβαση ακινήτου από ΑΕΕΑΠ δεν συνεπάγεται την ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών.

12.

Τα ακίνητα στα οποία επενδύει η ΑΕΕΑΠ, άμεσα ή έμμεσα, μέσω θυγατρικών της, ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των ασφαλιστικών συμβολαίων.

13.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 23

Εισαγωγή των μετοχών της εταιρίας σε οργανωμένη αγορά

1.

Η ΑΕΕΑΠ εισάγει υποχρεωτικά τις μετοχές της σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 εντός δύο (2) ετών από τη σύστασή της. Κατά το χρόνο της εισαγωγής, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας πρέπει να έχει επενδυθεί σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) σε ακίνητη περιουσία. Σε περίπτωση μετατροπής εταιρίας σε ΑΕΕΑΠ, η υποχρεωτική εισαγωγή των μετοχών της σε οργανωμένη αγορά, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να πραγματοποιείται μέσα σε διάστημα δύο (2) ετών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετατροπής.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, ύστερα από αίτηση της εταιρίας, να παρατείνει την προθεσμία της παραγράφου 1 για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες από την ημερομηνία λήξης αυτής σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή αν κρίνει ότι οι συνθήκες της αγοράς θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη της εισαγωγής των μετοχών της εταιρίας στην οργανωμένη αγορά. Για ΑΕΕΑΠ που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η προθεσμία της παραγράφου 1 ισχύει από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Παράταση που είχε χορηγηθεί κατά τις προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθεί ισχύουσα για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

3.

Εάν η εταιρία δεν έχει επιτύχει την εισαγωγή των μετοχών της σε οργανωμένη αγορά εντός των προθεσμιών των παραγράφων 1 και 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια λειτουργίας της και η εταιρία τίθεται υπό εκκαθάριση.

4.

Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ΑΕΕΑΠ ανακαλούνται τα προβλεπόμενα για αυτήν φορολογικά οφέλη, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες ευνοϊκές για αυτήν φορολογικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται σε άλλους νόμους. ΑΕΕΑΠ που υφίστανται κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου εξαιρούνται της ανακλήσεως που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο για το μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου χρονικό διάστημα.

Άρθρο 24

Θεματοφύλακας − Κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης

1.

Οι επενδύσεις της εταιρίας σε κινητές αξίες των περιπτώσεων δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 22 κατατίθενται προς φύλαξη σε πιστωτικό ίδρυμα

2.

Ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει τη φύλαξη κινητών αξιών σε άλλα πρόσωπα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 3371/2005.

3.

Ο θεματοφύλακας ευθύνεται έναντι της εταιρίας και των μετόχων της για κάθε πταίσμα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του.

4.

Οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης που ισχύουν για τις εταιρίες, των οποίων κινητές αξίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά, εφαρμόζονται αναλόγως και στις ΑΕΕΑΠ από τη σύστασή τους.

5.

Από τη σύστασή της, η ΑΕΕΑΠ καταρτίζει τις οικονομικές καταστάσεις της με βάση τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ).

6.

ΑΕΕΑΠ που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και των οποίων οι μετοχές δεν έχουν εισαχθεί ακόμη σε οργανωμένη αγορά, υποχρεούνται να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παραγράφου 4 εντός τριμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και με τις διατάξεις της παραγράφου 5 εντός εξαμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 25

Εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων

1.

Η ΑΕΕΑΠ δημοσιεύει στο τέλος κάθε ημερολογιακού εξαμήνου εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων των διαθεσίμων της, με χωριστή αναφορά στις κατηγορίες επενδύσεων. Η πρώτη κατάσταση επενδύσεων επιτρέπεται να καλύπτει περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου, ώστε η ημερομηνία της να συμπέσει με το πέρας ημερολογιακού εξαμήνου, χωρίς όμως αυτή η περίοδος να μπορεί να υπερβεί το έτος. Η κατάσταση περιλαμβάνει την περιγραφή κάθε ακινήτου, το σκοπό για τον οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, την εμπορική του αξία, σε σχέση με την αντικειμενική, εφόσον έχει οριστεί αυτή, καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνεται χρήσιμο για να επιτρέψει την αξιολόγηση των επενδύσεων της εταιρίας. Ως προς τα δικαιώματα επικαρπίας ή ψιλής κυριότητας ακινήτων, καθώς και δικαιώματα από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτου, η εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων περιέχει υποχρεωτικά περιγραφή του δικαιώματος, την πραγματική αξία του, σε σχέση με την πραγματική και την αντικειμενική αξία του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται, καθώς και οποιοδήποτε άλλο χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των συγκεκριμένων επενδύσεων. Η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 έως και 9 του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.

2.

Η εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων βασίζεται σε έκθεση ανεξάρτητου εκτιμητή και ελέγχεται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο του ν. 3693/2008. Υποβάλλεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και αναρτάται στην ιστοσελίδα της εταιρίας και της αγοράς, στην οποία αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης οι μετοχές της ή μόνο στην ιστοσελίδα της εταιρίας αν δεν έχει διενεργηθεί η εισαγωγή των μετοχών της σε αγορά.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή της να ορίσει το ειδικότερο περιεχόμενο της εξαμηνιαίας κατάστασης επενδύσεων της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία.

Άρθρο 26

Δάνεια, πιστώσεις και εγγυήσεις

1.

Επιτρέπεται η σύναψη δανείων από την ΑΕΕΑΠ και η παροχή πιστώσεων σε αυτή, για ποσά τα οποία, στο σύνολό τους, δεν θα υπερβαίνουν το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ενεργητικού της. Τα δάνεια συνάπτονται και οι πιστώσεις παρέχονται από πιστωτικό ίδρυμα. Τα δάνεια αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι πιστώσεις μπορούν να δοθούν τόσο για την απόκτηση όσο και για την αξιοποίηση ακινήτων στα οποία επενδύονται ή έχουν επενδυθεί τα διαθέσιμα της εταιρίας ή των εταιριών της περίπτωσης δ΄της παραγράφου 3 του άρθρου 22. Το σύνολο των δανείων που λαμβάνονται για την αποπεράτωση ακινήτων της εταιρίας ή των εταιριών της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 22 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσοστό που αναγράφεται στο πρόγραμμα της περίπτωσης β΄της παραγράφου 2 του άρθρου 22. Στο ύψος του επιτρεπόμενου δανεισμού συμπεριλαμβάνονται και τα δικαιώματα από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 22.

2.

Για την εξασφάλιση των δανείων και πιστώσεων της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να συνιστώνται βάρη επί των κινητών ή ακινήτων της εταιρίας.

3.

Η ΑΕΕΑΠ μπορεί να συνάπτει δάνεια με πιστωτικό ίδρυμα για την απόκτηση ακινήτων που θα χρησιμοποιήσει για τις λειτουργικές της ανάγκες, εφόσον το ύψος των δανείων, στο σύνολό τους, δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας του συνόλου των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας μειουμένων κατά το συνολικό ποσό των επενδύσεων της εταιρίας σε ακίνητα. Τα ποσά των δανείων αυτών δεν συνυπολογίζονται στο ποσοστό της παραγράφου 1. Με τους ίδιους όρους και για τον ίδιο σκοπό μπορεί να παρασχεθεί πίστωση στην ΑΕΕΑΠ.

4.

Για την εξασφάλιση των δανείων και πιστώσεων της παραγράφου 3 επιτρέπεται να συνιστώνται βάρη επί του ακινήτου που αποκτά η εταιρία, για τους σκοπούς που ορίζονται στην ανωτέρω παράγραφο.

Άρθρο 27

Διανομή κερδών

1.

Η ΑΕΕΑΠ υποχρεούται να διανέμει ετησίως στους μετόχους της τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) των ετήσιων καθαρών προς διανομή κερδών της. Τα κέρδη που σχετίζονται με την υπεραξία από την πώληση ακινήτων δεν συμπεριλαμβάνονται στη διανομή. Επιτρέπεται η διανομή χαμηλότερου ποσοστού, έως των ορίων του κ.ν. 2190/1920, ή η μη διανομή μερίσματος από την εταιρία με απόφαση της γενικής συνέλευσης εφόσον το καταστατικό της περιέχει σχετική πρόβλεψη είτε προς σχηματισμό έκτακτου αφορολόγητου αποθεματικού από λοιπά έσοδα εκτός από κέρδη κεφαλαίου είτε προς δωρεάν διανομή μετοχών προς τους μετόχους, με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.

2.

Με απόφαση της γενικής συνέλευσης δύναται να σχηματιστεί τακτικό αποθεματικό, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.

3.

Εφόσον στο τέλος μίας εταιρικής χρήσης προκύψει ζημία από την αποτίμηση των κινητών αξιών της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 22, για την κάλυψη της ζημίας, επιτρέπεται ο σχηματισμός πρόβλεψης μέχρι και το σύνολο της ζημίας. σε συγκεκριμένα πρόσωπα

1.

Απαγορεύεται η μεταβίβαση ακινήτων, τα οποία η ΑΕΕΑΠ κατέχει άμεσα ή έμμεσα, μέσω θυγατρικών της, σε μετόχους της ΑΕΕΑΠ που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, μέσω συνδεδεμένων προσώπων κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή μέσω προσώπων που ελέγχονται από αυτά, κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3556/2007, ποσοστό τουλάχιστον 5% του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΕΑΠ, σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της, συζύγους και συγγενείς τους μέχρι και τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, καθώς και σε ελεγχόμενα από αυτούς, κατά την ανωτέρω έννοια, νομικά πρόσωπα. Η μεταβίβαση ακινήτων από την ΑΕΕΑΠ σε μετόχους που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, κατά την ανωτέρω έννοια, ποσοστό μικρότερο του 5% του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΕΑΠ επιτρέπεται μετά από ειδική άδεια της Γενικής Συνέλευσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 23Α του κ.ν. 2190/1920.

2.

Η απαγόρευση της προηγουμένης παραγράφου δεν ισχύει για τη μεταβίβαση ακινήτων στις εταιρίες των περιπτώσεων δ΄ και στ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 22. Μεταβίβαση ακινήτων σε άλλες συνδεδεμένες με την ΑΕΕΑΠ εταιρίες επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγούμενης άδειας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία παρέχεται εφόσον η μεταβίβαση γίνεται με όρους αγοράς και είναι επωφελής για την ΑΕΕΑΠ. Οι ειδικότεροι όροι εφαρμογής της παρούσας παραγράφου μπορεί να εξειδικεύονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

3.

Μετά την ολοκλήρωση της εισαγωγής προς διαπραγμάτευση των μετοχών της ΑΕΕΑΠ σε οργανωμένη αγορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται περαιτέρω η μεταβίβαση προς την ΑΕΕΑΠ ακινήτων που ανήκουν σε: α) μετόχους της ΑΕΕΑΠ που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, μέσω συνδεδεμένων προσώπων κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή μέσω προσώπων που ελέγχονται από αυτά, κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3556/2007, ποσοστό τουλάχιστον 5% του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΕΑΠ, και β) σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της, συζύγους και συγγενείς τους μέχρι και τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, καθώς και σε ελεγχόμενα από αυτούς, κατά την ανωτέρω έννοια, νομικά πρόσωπα. Η απαγόρευση δεν καταλαμβάνει την εισφορά ακινήτων στην ΑΕΑΑΠ κατά το στάδιο σύστασης ή μεταγενέστερης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου.

Άρθρο 30

Εποπτεία − Κυρώσεις

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια για την εποπτεία και τον έλεγχο της εφαρμογής του παρόντος νόμου και των κανονιστικών αποφάσεων λειτουργίας των ΑΕΕΑΠ που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

2.

Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να διενεργεί ελέγχους και να αναθέτει σε νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία τη διενέργεια εκτάκτων ελέγχων.

3.

Οι ΑΕΕΑΠ και οι θυγατρικές τους υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και των εντεταλμένων οργάνων της τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διενέργεια του ελέγχου. Τα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά περίπτωση μπορούν:

  • α) να έχουν πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο υπό

οποιαδήποτε μορφή και να λαμβάνουν αντίγραφό του και

  • β) να ζητούν πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο

και, εφόσον είναι απαραίτητο, να καλούν και να λαμβάνουν μαρτυρικές καταθέσεις από οποιοδήποτε πρόσωπο εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 9 έως 13 του άρθρου 22 του ν. 3340/2005.

4.

Αν παραβιαστούν οι διατάξεις του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει σε ΑΕΕΑΠ επίπληξη ή πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Για την επιλογή της κύρωσης και κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ενδεικτικώς υπόψη το μέγεθος και η σημασία της παράβασης, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών, το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε σε επενδυτές και της τυχόν αποκατάστασής της, η λήψη μέτρων από την εταιρία για τη συμμόρφωσή της στο μέλλον, ο βαθμός υπαιτιότητας της εταιρίας, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπήν τέλεση παραβάσεων του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)