Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 1/2004
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 1 9 Ιανουαρίου 2004
Επιλογή σε θέσεις Υπαρχιφυλάκων και Αρχιφυλά?κων στα Γενικά, Ειδικά και Θεραπευτικά Καταστή?ματα Κράτησης αρμοδιότητας του Υπουργείου Δι?καιοσύνης ............................................................... 1
Τροποποίηση διατάξεων Π.Δ. 1/2001 «Αναδιάρθρω?ση, σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσιών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής και άλλες διατάξεις (Α΄- 1) ............................................ 2
Τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 22/1996 «Πειθαρ-///// χικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού» (Α΄- 15) ..... ---3 ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ (1)
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 1
Επιλογή σε θέσεις Υπαρχιφυλάκων και Αρχιφυλάκων στα Γενικά, Ειδικά και Θεραπευτικά Καταστήματα Κράτη?σης αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. O ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 172 του Ν. 2683/1999 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημο?σίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 19 Α΄).
Τις διατάξεις του Π.Δ/τος 36/2000 «Οργανισμός Υπουργείου Δικαιοσύνης» (ΦΕΚ 29 Α΄).
Τις διατάξεις του Δέκατου Τέταρτου Κεφαλαίου του Ν. 1851/1989 (ΦΕΚ 122 Α΄) «Κώδικας Βασικών Κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων και άλλες διατά?ξεις», το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 87 του Ν. 2776/1999 «Σωφρο?νιστικός Κώδικας» (ΦΕΚ 291 Α΄).
Τις διατάξεις του άρθρου 29 Α΄ του Ν. 1558/1985 (ΦΕΚ 137 Α΄), όπως προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (ΦΕΚ 154 Α΄) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2α του Ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38 Α΄).
Την κοινή απόφαση ΔΙΔΚ/Φ.1/2/13773/15.7.2003 του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εσωτερικών, Δημό?σιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης «Ανάθεση αρμοδιοτή?των στον Υφυπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Ν. Μπίστη» (ΦΕΚ 985 Β΄).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογι?σμού.
Τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας με 409/2003, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύ?νης και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκη?σης και Αποκέντρωσης, αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Η επιλογή σε θέσεις Υπαρχιφυλάκων των Γενικών, Ειδι?κών και Θεραπευτικών Καταστημάτων Κράτησης αρμο?διότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης γίνεται με απόφα?ση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου από υπαλλή?λους του κλάδου ΔΕ Φύλαξης που κατέχουν τον Α΄ βαθμό. Εάν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με βαθμό Α΄ ή αυτοί δεν επαρκούν, επιλέγονται υπάλληλοι με βαθμό Β΄ και εάν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με βαθμό Β΄ ή δεν επαρκούν, επιλέ?γονται υπάλληλοι με βαθμό Γ΄, εφόσον έχουν εξαετή του?λάχιστον υπηρεσία στο βαθμό αυτό. Αν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με τις ανωτέρω προϋποθέσεις, επιλέγονται υπάλληλοι Γ΄ βαθμού με λιγότερα έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτό.
Άρθρο 2
Η επιλογή σε θέσεις Αρχιφυλάκων των Γενικών, Ειδικών και Θεραπευτικών Καταστημάτων Κράτησης αρμοδιότη?τας του Υπουργείου Δικαιοσύνης γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου από υπαλλήλους του κλάδου ΔΕ Φύλαξης με βαθμό Α΄, οι οποίοι έχουν ασκήσει καθήκοντα Υπαρχιφύλακα για μία τουλάχιστον τριετία. Εάν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με βαθμό Α΄ ή αυτοί δεν επαρκούν, επιλέγονται υπάλληλοι με βαθμό Β΄, εφόσον έχουν συμπληρώσει επτά τουλάχιστον έτη στο βαθμό αυ?τό. Εάν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με τις ανωτέρω προϋ?ποθέσεις, επιλέγονται υπάλληλοι Β΄ βαθμού με λιγότερα έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτό. Σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, με τη σειρά που αναφέρονται, εφόσον δεν υπάρχουν υπάλληλοι οι οποίοι έχουν ασκήσει καθήκοντα Υπαρχιφύλακα για μία τουλάχιστον τριετία ή αυτοί δεν επαρκούν, επιλέγονται 1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ Για την επιλογή Υπαρχιφυλάκων και Αρχιφυλάκων εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, αναλόγως, οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την επιλογή προϊσταμένων Τμη?μάτων που εφαρμόζονται στους δημόσιους πολιτικούς δι?οικητικούς υπαλλήλους. Οι υπάλληλοι που επιλέγονται ως Υπαρχιφύλακες ή Αρχιφύλακες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος, τοποθετούνται με απόφαση του Υπουρ?γού Δικαιοσύνης σε αντίστοιχες θέσεις για μία τριετία.
Άρθρο 4
Ο αριθμός των θέσεων Υπαρχιφυλάκων κατά Κατάστη?μα Κράτησης ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιο?σύνης η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ?νήσεως.
Άρθρο 5
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται το Π.Δ. 157/1988 (ΦΕΚ 70 Α΄) «Ανάθεση καθηκόντων υπαρχι?φύλακα και αρχιφύλακα στις Φυλακές, στα Σωφρονιστικά και στα Θεραπευτικά Καταστήματα αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης». Η ισχύς του παρόντος Διατάγματος αρχίζει από τη δη?μοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Δικαιοσύνης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος. Αθήνα, 17 Δεκεμβρίου 2003
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΝΙΚΟΣ ΜΠΙΣΤΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ Φ (2)
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2
Τροποποίηση διατάξεων Π.Δ. 1/2001 «Αναδιάρθρωση, σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσιών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής και άλλες διατάξεις (Α΄- 1). O ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
΄Εχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 εδάφια α΄, β΄ και στ΄ του Ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄- 152), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1590/1986 (Α΄- 49).
Τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του Ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνο?μίας και άλλες διατάξεις» (Α΄- 41).
Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 «Κυ?βέρνηση και Κυβερνητικά ΄Οργανα» (Α΄- 137), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (Α΄- 154) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2469/1997 (Α΄- 38).
Τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄- 247).
Τις διατάξεις της 7004/3/36 από 17.7.2003 απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Δημόσιας Τάξης «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Δημόσιας Τά?ξης Παντελή ΤΣΕΡΤΙΚΙΔΗ» (Β΄- 999).
Τις διατάξεις της 1065956/863/Α0006 από 15.7.2003 απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικο?νομίας και Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών» (Β΄- 985).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δια?τάγματος προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού ύψους 2.092.000,00 ευρώ περίπου για το έτος 2004, 2.119.000,00 ευρώ περίπου για το έτος 2005, 2.179.000,00 ευρώ περίπου για το έτος 2006, 2.232.000,00 ευρώ περίπου για το έτος 2007, 2.214.000,00 ευρώ περί?που για το έτος 2008 και καθένα από τα επόμενα, η οποία δαπάνη θα αντιμετωπισθεί από τις πιστώσεις που θα εγκρί?νονται από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών στους αντίστοιχους κατ’ έτος Π/Υ εξόδων Ε.Φ. 43-110 «ΕΛ?ΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ», για το σκοπό αυτό.
Την 483/2003 Γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επι?κρατείας, ύστερα από πρόταση των Υφυπουργών Οικονο?μίας και Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης, αποφασίζουμε: ΄Αρθρο 1.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 10 του Π.Δ. 1/2001 (Α΄- 1), αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τα Αστυνομικά Τμήματα Αίγινας, Πόρου, Σπετσών, Κυθήρων και ΄Υδρας διαρθρώνονται ως εξής: α. Στο Γραφείο Γενικής Αστυνόμευσης - Ασφαλείας, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και στο εδάφιο α΄ της μόνης παραγράφου του άρθρου 23ΣΤ του παρό?ντος διατάγματος, καθώς και αυτές που αφορούν στα θέ?ματα αλλοδαπών. β. Στο Γραφείο Διοικητικής Υποστήριξης, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο εδάφιο γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου».
Η παράγραφος 4 του άρθρου 10 του ιδίου Π.Δ. αντι?καθίσταται ως εξής: «4. Οι Αστυνομικοί Σταθμοί ασκούν στην περιοχή δικαι?οδοσίας τους το σύνολο των αρμοδιοτήτων γενικής αστυ?νόμευσης. Περαιτέρω, οι Αστυνομικοί Σταθμοί ασκούν και τις αρμοδιότητες των Τμημάτων Ασφαλείας, Τροχαί?ας, Τουριστικής Αστυνομίας και Αλλοδαπών εφόσον στην περιοχή του οικείου Αστυνομικού Σταθμού δεν εκτείνεται η τοπική αρμοδιότητα των Υπηρεσιών αυτών. Στην περί?πτωση αυτή και όσον αφορά τις αρμοδιότητες των Τμη?μάτων Ασφαλείας, οι Αστυνομικοί Σταθμοί υπάγονται στα Τμήματα Ασφαλείας των ομώνυμων Αστυνομικών Τμημά?των, στα οποία υπάγονται διοικητικά».
Η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του ιδίου Π.Δ. αντι?καθίσταται ως εξής: «3. Οι διευθυντές των Υποδιευθύνσεων Ασφαλείας συ?ντονίζουν, εποπτεύουν και ελέγχουν, για τα θέματα της καθύλην αρμοδιότητάς τους, τη δράση των Αστυνομικών Τμημάτων που λειτουργούν στην περιοχή δικαιοδοσίας τους και ασκούν καθήκοντα ασφαλείας.» ΄Αρθρο 2. Μετά το άρθρο 23 του Π.Δ. 1/2001 προστίθενται άρθρα 23Α, 23Β, 23Γ, 23Δ, 23Ε, 23ΣΤ και 23Ζ ως ακολούθως: 2 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ιδρύονται οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι οποίες υπάγονται διοικητικά στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αθηνών. α. Τμήμα Ασφαλείας Ακροπόλεως. β. Τμήμα Ασφαλείας Συντάγματος. γ. Τμήμα Ασφαλείας Παγκρατίου. δ. Τμήμα Ασφαλείας Ομονοίας. ε. Τμήμα Ασφαλείας Εξαρχείων. στ. Τμήμα Ασφαλείας Πετραλώνων. ζ. Τμήμα Ασφαλείας Κυψέλης. η. Τμήμα Ασφαλείας Κολωνού. θ. Τμήμα Ασφαλείας Πατησίων. ι. Τμήμα Ασφαλείας Αγίου Παντελεήμονα. ια. Τμήμα Ασφαλείας Αμπελοκήπων. ιβ. Τμήμα Ασφαλείας Νέου Κόσμου. ιγ. Τμήμα Ασφαλείας Γαλατσίου. ιδ. Τμήμα Ασφαλείας Δάφνης. ιε. Τμήμα Ασφαλείας Υμηττού. ιστ. Τμήμα Ασφαλείας Καισαριανής. ιζ. Τμήμα Ασφαλείας Νέας Σμύρνης. ιη. Τμήμα Ασφαλείας Παλαιού Φαλήρου. ιθ. Τμήμα Ασφαλείας Αγίου Δημητρίου. κ. Τμήμα Ασφαλείας Βύρωνος. κα. Τμήμα Ασφαλείας Ζωγράφου. κβ. Τμήμα Ασφαλείας Καλλιθέας. κγ. Τμήμα Ασφαλείας Ταύρου.
΄Εδρα των Υπηρεσιών της προηγουμένης παραγρά?φου του παρόντος άρθρου ορίζεται, αντίστοιχα, ο ομώ?νυμος δήμος, πλην των αναφερομένων στα εδάφια α΄ έως και ιβ΄, των οποίων ως έδρα ορίζεται ο δήμος Αθηναίων. ΄Αρθρο 23Β Τμήματα Ασφαλείας Πειραιώς.
Στην περιοχή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Πειραιώς ιδρύονται οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι οποίες υπάγονται διοικητικά στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πειραιώς: α. Τμήμα Ασφαλείας Πειραιώς. β. Τμήμα Ασφαλείας Καμινίων. γ. Τμήμα Ασφαλείας Δραπετσώνας. δ. Τμήμα Ασφαλείας Κερατσινίου. ε. Τμήμα Ασφαλείας Κορυδαλλού. στ. Τμήμα Ασφαλείας Μοσχάτου. ζ. Τμήμα Ασφαλείας Νίκαιας. η. Τμήμα Ασφαλείας Αγίου Ιωάννου Ρέντη. θ. Τμήμα Ασφαλείας Περάματος. ι. Τμήμα Ασφαλείας Σαλαμίνας.
΄Εδρα των Υπηρεσιών της προηγουμένης παραγρά?φου του παρόντος άρθρου ορίζεται, αντίστοιχα, ο ομώ?νυμος δήμος, πλην της αναφερόμενης στο εδάφιο β΄, για την οποία ως έδρα ορίζεται ο δήμος Πειραιώς. ΄Αρθρο 23Γ Τμήματα Ασφαλείας Δυτικής Αττικής.
Στην περιοχή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Δυτικής Αττικής ιδρύονται οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι οποίες υπάγονται διοικητικά στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Δυ?τικής Αττικής: α. Τμήμα Ασφαλείας Αγίων Αναργύρων. β. Τμήμα Ασφαλείας Αγίας Βαρβάρας. γ. Α΄ Τμήμα Ασφαλείας Αιγάλεω. δ. Β΄ Τμήμα Ασφαλείας Αιγάλεω. ε. Τμήμα Ασφαλείας ΄Ανω Λιοσίων. στ. Τμήμα Ασφαλείας Ασπροπύργου. ζ. Τμήμα Ασφαλείας Αχαρνών. η. Τμήμα Ασφαλείας Ελευσίνας. θ. Τμήμα Ασφαλείας Ζεφυρίου. ι. Τμήμα Ασφαλείας Ιλίου. ια. Τμήμα Ασφαλείας Καματερού. ιβ. Τμήμα Ασφαλείας Μάνδρας. ιγ. Τμήμα Ασφαλείας Μεγάρων. ιδ. Α΄ Τμήμα Ασφαλείας Περιστερίου. ιε. Β΄ Τμήμα Ασφαλείας Περιστερίου. ιστ. Τμήμα Ασφαλείας Πετρούπολης. ιζ. Τμήμα Ασφαλείας Χαϊδαρίου.
΄Εδρα των Υπηρεσιών της προηγούμενης παραγρά?φου του παρόντος άρθρου ορίζεται, αντίστοιχα, ο ομώ?νυμος δήμος.
Άρθρο 23Δ
Τμήματα Ασφαλείας Βορειοανατολικής Αττικής.
Στην περιοχή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Βορειοα?νατολικής Αττικής ιδρύονται οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι οποίες υπάγονται διοικητικά στην Υποδιεύθυνση Ασφα?λείας Βορειοανατολικής Αττικής: α. Τμήμα Ασφαλείας Αγίας Παρασκευής. β. Τμήμα Ασφαλείας Αγίου Στεφάνου. γ. Τμήμα Ασφαλείας Αμαρουσίου. δ. Τμήμα Ασφαλείας Αρτέμιδος. ε. Τμήμα Ασφαλείας Βριλησσίων. στ. Τμήμα Ασφαλείας Γέρακα. ζ. Τμήμα Ασφαλείας Γλυκών Νερών. η. Τμήμα Ασφαλείας Ηρακλείου. θ. Τμήμα Ασφαλείας Καλάμου. ι. Τμήμα Ασφαλείας Καπανδριτίου. ια. Τμήμα Ασφαλείας Κηφισιάς. ιβ. Τμήμα Ασφαλείας Μαραθώνα ιγ. Τμήμα Ασφαλείας Μελισσίων. ιδ. Τμήμα Ασφαλείας Μεταμόρφωσης. ιε. Τμήμα Ασφαλείας Νέας Ερυθραίας. ιστ. Τμήμα Ασφαλείας Νέας Ιωνίας. ιζ. Τμήμα Ασφαλείας Νέας Μάκρης. ιη. Τμήμα Ασφαλείας Νέας Φιλαδέλφειας. ιθ. Τμήμα Ασφαλείας Νέας Χαλκηδόνας. κ. Τμήμα Ασφαλείας Νέου Ψυχικού κα. Τμήμα Ασφαλείας Παιανίας. κβ. Τμήμα Ασφαλείας Παλλήνης. κγ. Τμήμα Ασφαλείας Παπάγου. κδ. Τμήμα Ασφαλείας Πεντέλης. κε. Τμήμα Ασφαλείας Πεύκης. κστ. Τμήμα Ασφαλείας Ραφήνας. κζ. Τμήμα Ασφαλείας Σπάτων. κη. Τμήμα Ασφαλείας Φιλοθέης. κθ. Τμήμα Ασφαλείας Χαλανδρίου. λ. Τμήμα Ασφαλείας Χολαργού. λα. Τμήμα Ασφαλείας Ψυχικού. λβ. Τμήμα Ασφαλείας Ωρωπίων.
΄Εδρα των Υπηρεσιών της προηγούμενης παραγρά?φου του παρόντος άρθρου ορίζεται, αντίστοιχα, ο ομώ?νυμος δήμος ή κοινότητα. ΄Αρθρο 23Ε Τμήματα Ασφαλείας Νοτιοανατολικής Αττικής.
Στην περιοχή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Νοτιοανα?τολικής Αττικής ιδρύονται οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3 γ. Τμήμα Ασφαλείας Αργυρούπολης. δ. Τμήμα Ασφαλείας Βάρης. ε. Τμήμα Ασφαλείας Βούλας. στ. Τμήμα Ασφαλείας Βουλιαγμένης. ζ. Τμήμα Ασφαλείας Γλυφάδας. η. Τμήμα Ασφαλείας Ελληνικού. θ. Τμήμα Ασφαλείας Ηλιούπολης. ι. Τμήμα Ασφαλείας Καλυβίων. ια. Τμήμα Ασφαλείας Κερατέας. ιβ. Τμήμα Ασφαλείας Κορωπίου. ιγ. Τμήμα Ασφαλείας Λαυρίου. ιδ. Τμήμα Ασφαλείας Μαρκοπούλου.
΄Εδρα των Υπηρεσιών της προηγούμενης παραγρά?φου του παρόντος άρθρου ορίζεται, αντίστοιχα, ο ομώ?νυμος δήμος ή κοινότητα. ΄Αρθρο 23ΣΤ. Διάρθρωση - Αρμοδιότητες Τμημάτων Ασφαλείας. Τα Τμήματα Ασφαλείας διαρθρώνονται ως εξής: α. Στο Γραφείο Ασφαλείας, το οποίο ασκεί τις αρμοδιό?τητες δημόσιας και κρατικής ασφάλειας, με την επιφύλα?ξη των διατάξεων του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του παρόντος διατάγματος και των σχετικών, με την έκδοση και εκτέλεση διοικητικών πράξεων που αφορούν αλλοδαπούς και το χειρισμό θεμάτων πολιτικού ασύλου, διατάξεων. Σε κάθε Γραφείο Ασφαλείας συ?γκροτείται μόνιμη ομάδα Δίωξης Ναρκωτικών η οποία, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ναρκωτικών, αναπτύσσει συνεργασία με τα τοπικά Συμβούλια Πρόληψης Εγκληματικότητας. β. Στο Γραφείο Διοικητικής Υποστήριξης, το οποίο είναι αρμόδιο για το χειρισμό θεμάτων προσωπικού, τη διαχεί?ριση του χρηματικού και υλικού, την εξασφάλιση της γραμματειακής εξυπηρέτησης και της εσωτερικής λει?τουργίας του Τμήματος, την τήρηση του αρχείου και τη διεκπεραίωση αιτημάτων διοικητικής φύσεως. Επίσης, εί?ναι αρμόδιο για την έκδοση των δελτίων αστυνομικής ταυ?τότητας των πολιτών της περιοχής δικαιοδοσίας του Τμή?ματος.
Άρθρο 23Ζ.
Συντονισμός - Εποπτεία Τμημάτων Ασφαλείας.
Τα Τμήματα Ασφαλείας συντονίζονται, εποπτεύονται και ελέγχονται από τους διευθυντές των Υποδιευθύνσεων Ασφαλείας στις οποίες υπάγονται διοικητικά.
Σε περιπτώσεις σοβαρών υποθέσεων ασφαλείας, οι διευθυντές των Υποδιευθύνσεων Ασφαλείας αναλαμβά?νουν προσωπικά τη διεύθυνση των αστυνομικών ενεργει?ών, εφόσον κρίνουν τούτο αναγκαίο ή διαταχθούν σχετι?κά και είναι υπεύθυνοι για την αποτελεσματική διεξαγωγή αυτών.»
Άρθρο 3.
Η εισαγωγική πρόταση του εδαφίου δ΄ του άρθρου 18 του Π.Δ. 1/2001, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 112/2002 (Α΄- 93) αντικαθίσταται, ως εξής: «Στα Τμήματα Δίωξης Ναρκωτικών Αθηνών, Πειραιώς, Δυτικής Αττικής, Βορειοανατολικής Αττικής, Νοτιοανατο?λικής Αττικής και Αερολιμένα Αθηνών, τα οποία, πλην του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Αερολιμένα Αθηνών που εδρεύει στο χώρο των εγκαταστάσεων του Αερολιμένα Αθηνών, εδρεύουν σε δήμο της περιοχής δικαιοδοσίας τους και έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες:».
Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του ιδίου Π.Δ. αντι?καθίσταται ως εξής: «2. Τα Αστυνομικά Τμήματα, τα Τμήματα Ασφάλειας, Τροχαίας, Αλλοδαπών και Μεταγωγών - Δικαστηρίων, κα?θώς και τα Τμήματα που προβλέπονται από την εσωτερι?κή διάρθρωση των Υπηρεσιών της Γ.Α.Δ.Α. είναι ισότιμα μεταξύ τους».
Το άρθρο 38 του ιδίου Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «΄Αρθρο 38. Αρμοδιότητες διοικητών και υποδιοικητών Αστυνομικών Τμημάτων και Τμημάτων Ασφαλείας.
Οι διοικητές των Αστυνομικών Τμημάτων και των Τμη?μάτων Ασφαλείας έχουν αντίστοιχα τις αρμοδιότητες που ορίζονται στα άρθρα 25 και 26 του Π.Δ. 141/1991 (Α΄- 58). Επίσης, συντάσσουν τις εκθέσεις αξιολόγησης των αξιω?ματικών της Υπηρεσίας τους και γνωματεύουν στις εκθέ?σεις ικανότητος που συντάσσουν οι υποδιοικητές αυτών για το λοιπό προσωπικό.
Οι υποδιοικητές των Αστυνομικών Τμημάτων και των Τμημάτων Ασφαλείας έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Είναι άμεσοι βοηθοί των διοικητών και αναπληρώ?νουν αυτούς σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος. β. Επιβλέπουν τη διεξαγωγή των εργασιών και συντονί?ζουν τη δράση στους τομείς ευθύνης που τους ανατίθε?ται. γ. Ενημερώνονται για τα προβλήματα των τομέων ευ?θύνης τους, αξιολογούν αυτά και συμμετέχουν στο σχε?διασμό διάταξης της υπηρεσίας, για την αντιμετώπισή τους. δ. Λαμβάνουν γνώση της εισερχόμενης αλληλογραφίας και προσυπογράφουν όλα τα έγγραφα τα οποία υπογρά?φει ο διοικητής, ανάλογα με τους τομείς ευθύνης τους. ε. Συντάσσουν τις εκθέσεις ικανότητας του προσωπι?κού του Τμήματος. στ. Εκτελούν κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σ' αυτούς από τον οργανισμό και κανονισμούς της Ελληνι?κής Αστυνομίας ή από ειδικές διατάξεις". ΄Αρθρο 4. Μεταβατικές διατάξεις. Η έναρξη λειτουργίας των Υπηρεσιών των εδαφίων ιγ΄, ιε΄ και κγ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23Α, του εδαφί?ου ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23 Β, των εδαφίων η΄, ια΄, ιβ΄ και ιγ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23Γ, των εδα?φίων β΄, στ΄, ζ΄, θ΄, ι΄, ιβ΄, ιγ΄, ιζ΄, ιθ΄, κα΄, κγ΄, κδ΄, κε΄, κη΄ και λα΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23Δ και των εδαφίων β΄, δ΄, στ΄, ι΄ και ια΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23Ε, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το άρθρο 2 του παρόντος διατάγματος, αρχίζει από 1.11.2004. Μέχρι της έναρξης λειτουργίας των Υπηρεσιών αυτών οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από τα Γραφεία Ασφαλείας των κατά τόπους ομώνυμων Αστυνομικών Τμημάτων, τα οποία εξακολου?θούν να λειτουργούν. ΄Αρθρο 5. Καταργούμενες διατάξεις. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος κα?ταργούνται: 4 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) προηγουμένου άρθρου. β. Οι διατάξεις του εδαφίου δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του Π.Δ. 1/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του Π.Δ. 112/2001. γ. Οι διατάξεις του εδαφίου ε΄ της παραγράφου 2 και της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του Π.Δ. 1/2001. ΄Αρθρο 6. ΄Εναρξη ισχύος. Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δη?μοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. Στον Υφυπουργό Δημόσιας Τάξης αναθέτουμε τη δη?μοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος. Αθήνα, 31 Δεκεμβρίου 2003
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΡΜΑΚΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΕΡΤΙΚΙΔΗΣ Φ (3)
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3
Τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 22/1996 «Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού» (Α΄- 15). O ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
΄Εχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του N. 2334/1995 «Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄- 184).
Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του N.1558/1985 «Κυ?βέρνηση και Κυβερνητικά ΄Οργανα» (Α΄- 137), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (Α΄- 154) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2469/1997 (Α΄- 38).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δια?τάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατι?κού προϋπολογισμού.
Την 476/2003 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επι?κρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, αποφασίζουμε:
Άρθρο 1.
Στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.Δ. 22/1996 προ?στίθενται εδάφια ως εξής: «Όταν ο κατώτερος λαμβάνει διαταγή, την οποία θεω?ρεί παράνομη, οφείλει, πριν την εκτελέσει, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Σε περιπτώσεις κα?τεπείγουσας ανάγκης η αναφορά υποβάλλεται αμέσως προφορικά και εκ των υστέρων εγγράφως. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο κατώτερος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν».
Άρθρο 2.
Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Π.Δ.22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Αν εμπίπτουν στις διατάξεις των εδαφίων ζ΄ και ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 και τελέστηκαν από αυτόν, όταν ήταν ιδιώτης».
Άρθρο 3.
Ο τίτλος και το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 του Π.Δ.22/1996 αντικαθίστανται ως εξής: «΄Αρθρο 8 Επιμέτρηση της ποινής. Κατά την εκδίκαση του πειθαρχικού παραπτώματος το ύψος της ποινής που πρέπει να επιβληθεί προσδιορίζεται:».
Άρθρο 4.
Οι περιπτώσεις ζ΄, θ΄, ι΄, και ιβ΄ της παραγράφου 1 του άρ?θρου 9 του Π.Δ.22/1996 αντικαθίστανται ως εξής: «ζ. H διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης εγκλημάτων σε βαθμό κακουργήματος, η διάπραξη εγκλημάτων κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.), υπεξαίρεσης κοινής και στην υπηρεσία (άρθρα 375, 258 Π.Κ.), απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.), απάτης σχετικής με τις ασφάλειες (άρθρο 388 Π.Κ.), εκβίασης (άρθρο 385 Π.Κ.), εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 Π.Κ.), πλαστογραφίας (άρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), πλαστογραφίας και κα?τάχρησης ενσήμων (άρθρο 218 Π.Κ.), δωροδοκίας (άρ?θρα 235 - 236 Π.Κ.), τοκογλυφίας (άρθρο 404 Π.Κ.), κατα?πίεσης (άρθρο 244 Π.Κ.), απιστίας περί την υπηρεσία (άρ?θρο 256 Π.Κ.), υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρο 222 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης (άρθρο 242 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), εκμε?τάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθρο 257 Π.Κ.), παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), παρότρυνσης υφισταμένων και ανοχή (άρθρο 261 Π.Κ.), παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής (άρθρο 307 Π.Κ.), ελευθέ?ρωσης φυλακισμένου από πρόθεση (άρθρο 172 παρ. 1 Π.Κ.), παραχάραξης (άρθρο 207 Π.Κ.), υπόθαλψης εγκλη?ματία (άρθρο 231 Π.Κ.), αποδοχής και διάθεσης προϊό?ντων εγκλήματος (άρθρο 394 Π.Κ.), εμπόριο δούλων (άρ?θρο 323 Π.Κ.), εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α), παρά?νομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.), κατακράτησης παρά το Σύνταγμα (άρθρο 326 Π.Κ.), παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.), κατάχρησης εξουσίας (άρθρο 239 Π.Κ.), εμπρησμού από πρόθεση (άρθρο 264 Π.Κ.), έκθε?σης (άρθρο 306 Π.Κ.), παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας (άρθρο 370Α Π.Κ.), αντίστασης (άρθρο 167 Π.Κ.), ψευδούς κατα?μήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.), ψευδορκίας (άρθρο 224 Π.Κ.), ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 225 Π.Κ.), συκο?φαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 Π.Κ.), εγκλημάτων κα?τά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομι?κής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (άρθρα 336 έως 353 Π.Κ.), ζωοκλοπής και ζωοκτονίας, ναρκωτικών, αλλο?δαπών, αρχαιοτήτων και λαθρεμπορίας καθώς και παρα?βάσεων της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών κατά των οποίων απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον ενός έτους και η διάπραξη από πρόθεση κά?θε εγκλήματος που στρέφεται κατ' ανωτέρου και σχετίζε?ται με την εκτέλεση της υπηρεσίας». «θ. H χρήση ναρκωτικών ουσιών ή η ροπή στη χρήση οι?νοπνευματωδών ποτών». «ι. Oι πράξεις που μαρτυρούν διαφθορά χαρακτήρα». «ιβ. H διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων, για τα οποία προβλέπεται η επιβολή αργίας με απόλυση, εφό?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 5 Η περίπτωση θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: «θ. H βαρειά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος από πρόθεση, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμο?γής των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 εδάφιο ζ΄».
Άρθρο 6.
Οι περιπτώσεις β΄, δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρ?θρου 11 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίστανται ως εξής: «β. H συγκάλυψη σοβαρών παραπτωμάτων κατωτέρων ή νεοτέρων του στο βαθμό». «δ. H παρότρυνση σε απείθεια κατά των νόμων, των κα?νονισμών ή των διαταγών της Yπηρεσίας». «ε. Kάθε πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει στο υπηρε?σιακό καθήκον ή συνιστά σοβαρή παραμέληση αυτού ή ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του αστυνομικού διαγω?γή».
Άρθρο 7.
Οι παράγραφοι 3, 6, 7, 18 και 20 του άρθρου 12 του Π.Δ.22/1996 αντικαθίστανται ως εξής : «3. H αναξιοπρεπής εμφάνιση και παράσταση στα πλαί?σια υπηρεσιακής δραστηριότητας και το αντικανονικό της στολής». «6. H πλημμελής ή η μη έγκαιρη εκτέλεση της υπηρε?σίας, καθώς και η παράλειψη ή η παρέλκυση εκτέλεσης αυτής». «7. H μέθη εκτός υπηρεσίας, εφόσον προκαλούνται δυ?σμενή σχόλια σε βάρος του ιδίου ή της Υπηρεσίας, και η χρήση οινοπνευματωδών ποτών κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας». «18. H από πρόθεση ψευδής αναφορά, κατάθεση ή δή?λωση, καθώς και οι κακόβουλοι υπαινιγμοί ή γνώμες ενώ?πιον οποιασδήποτε Yπηρεσίας ή τρίτου, κατά οποιουδή?ποτε μέλους του Σώματος, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύ?τερα από άλλη διάταξη». «20. H αναρμόδια παρέμβαση υπέρ ή κατά τρίτου προ?σώπου που σχετίζεται με την εκτέλεση υπηρεσιακών κα?θηκόντων».
Άρθρο 8.
Οι παράγραφοι 1,2,7 και 9 του άρθρου 14 του Π.Δ. 22/ 1996 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Σε διαθεσιμότητα δύναται να τίθενται οι αστυνομι?κοί, όταν ασκείται σε βάρος τους ποινική δίωξη για ποινι?κό αδίκημα για το οποίο απειλείται ποινή φυλάκισης του?λάχιστον (3) μηνών ή διατάσσεται σε βάρος τους E.Δ.E. για πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο απειλείται από?ταξη ή αργία με απόλυση. H διάρκεια της διαθεσιμότητας δε δύναται να υπερβαί?νει το ένα έτος. Αν όμως πρόκειται για ποινικό αδίκημα προβλεπόμενο από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 2713/1999, για το οποίο απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, η ανωτέρω κατά?σταση δεν δύναται να υπερβαίνει τους δέκα οκτώ (18) μή?νες. Σε κάθε περίπτωση η διαθεσιμότητα δύναται να παύ?σει και πριν τη συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών ορίων με πράξη του οργάνου που την αποφάσισε». «2. Σε διαθεσιμότητα τίθενται υποχρεωτικώς οι αστυνο?μικοί για όλο το χρονικό διάστημα που εκτίουν στερητική της ελευθερίας ποινή ή τελούν σε προσωρινή κράτηση, και για ένα το πολύ έτος εκείνοι των οποίων αντικαθίστα?ται η προσωρινή τους κράτηση με περιοριστικούς όρους. Η διάρκεια της υποχρεωτικής διαθεσιμότητας δεν υπο?λογίζεται στη διάρκεια της διαθεσιμότητας της παραγρά?φου 1». «7. Oι αστυνομικοί τίθενται στην κατάσταση της διαθε?σιμότητας με απόφαση: α. Του Yπουργού Δημόσιας Tάξης, αν πρόκειται για Αντιστρατήγους. β. Του Aρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αν πρόκει?ται για Υποστρατήγους και Ταξιάρχους. γ. Του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας αν πρό?κειται για τους λοιπούς Αξιωματικούς. δ. Του Προϊσταμένου του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, αν πρόκειται για κατώτερους αστυνομικούς». «9. Oι τελούντες στην κατάσταση της διαθεσιμότητας δεν δύνανται να φέρουν τη στολή τους, ούτε να απομα?κρύνονται από την έδρα της Yπηρεσίας τους, χωρίς έγκριση των αρμοδίων, κατά περίπτωση, οργάνων που προβλέπονται από την παράγραφο 7 και υπόκεινται στις διατάξεις περί πειθαρχίας, στις οποίες υπόκεινται και οι εν ενεργεία αστυνομικοί, υποχρεούνται δε να παραδί?δουν τον ατομικό τους οπλισμό και το υπηρεσιακό δελτίο ταυτότητας, εφοδιαζόμενοι με σχετική βεβαίωση της Yπηρεσίας, η οποία φέρει φωτογραφία με πολιτική περι?βολή και τα στοιχεία ταυτότητάς τους».
Άρθρο 9.
Οι παράγραφοι 1 και 5 του άρθρου 19 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Oι τιθέμενοι στην κατάσταση της αργίας με απόλυ?ση: α. Δεν εκτελούν υπηρεσία από την επομένη της κοινο?ποιήσεως σ' αυτούς της σχετικής απόφασης, υποχρεού?νται όμως να εμφανίζονται προς εξέταση ενώπιον των αρ?μοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών, εφόσον κλη?τεύονται νομίμως προς τούτο. β. Δε δύνανται να φέρουν τη στολή τους και υπόκεινται σε όλες τις περί πειθαρχίας διατάξεις, στις οποίες υπό?κεινται και οι εν ενεργεία αστυνομικοί, υποχρεούνται δε να παραδίδουν τον ατομικό τους οπλισμό και το υπηρε?σιακό δελτίο ταυτότητας, εφοδιαζόμενοι με σχετική βε?βαίωση της Yπηρεσίας, η οποία φέρει φωτογραφία με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία ταυτότητάς τους». «5. H ποινή της αργίας με απόλυση εκτίεται στον τόπο διαμονής του τιμωρημένου ή κατόπιν αιτήσεως αυτού σε άλλο τόπο που ορίζεται από: α. Τον Αρχηγό του Σώματος, αν αφορά ανώτατο αξιω?ματικό. β. Τον Προϊστάμενο του Κλάδου Διοικητικού του Αρχη?γείου της Ελληνικής Αστυνομίας, αν αφορά το αστυνομι?κό προσωπικό των Διευθύνσεων του Αρχηγείου, των αυ?τοτελών κεντρικών Υπηρεσιών, της Δ.Ε.Φ.Φ.Σ.Κ. και των Υπηρεσιών των ασφαλιστικών φορέων του αστυνομικού προσωπικού. γ. Τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και το Διευ?θυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας, αν αφορά αστυνομι?κούς που υπάγονται διοικητικά σε αυτούς». 6 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) δύναται να διατάσσει ή να ενεργεί προκαταρκτική έρευνα για τη συλλογή και καταγραφή στοιχείων προκειμένου να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος. Στα πλαίσια αυτής δύναται να ζητεί την παροχή εξηγήσεων, προφορικά ή έγγραφα, απ' αυτόν που φέρεται ότι υπέπε?σε σε πειθαρχικό παράπτωμα».
Άρθρο 11.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 23 του Π.Δ. 22/1996, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. 31/ 2001, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Aρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης, στην περίπτωση της παρ. 2 εδάφ. β΄ του προηγούμενου άρ?θρου είναι ο Yπουργός και ο Γενικός Γραμματέας του Yπουργείου Δημόσιας Tάξης, ο Aρχηγός και ο Yπαρχη?γός της Eλληνικής Aστυνομίας, ο Γενικός Eπιθεωρητής Aστυνομίας, ο Προϊστάμενος του Eπιτελείου του Aρχη?γείου και οι Προϊστάμενοι των Kλάδων για όλο το Αστυ?νομικό προσωπικό, ο Διευθυντής της Aστυνομικής Aκα?δημίας, οι Γενικοί Aστυνομικοί Διευθυντές, οι Διευθυντές των Aστυνομικών Διευθύνσεων και οι Διευθυντές Yπηρε?σιών επιπέδου Διευθύνσεως για το προσωπικό των Yπη?ρεσιών τους. Κατ’ εξαίρεση, οι Διευθυντές των Αστυνομικών Διευ?θύνσεων και οι Διευθυντές Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυν?σης δεν έχουν αρμοδιότητα για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης για παραπτώματα που προβλέπονται από το άρ?θρο 9 παρ. 1 εδάφιο γ΄».
Άρθρο 12.
Η παράγραφος 4 του άρθρου 24 του Π.Δ. 22/1996, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 31/2001, αντι?καθίσταται ως εξής: «4. Όποιος υποβάλλει καταγγελία εναντίον αστυνομι?κού, που δικαιολογεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ενέργεια προκαταρκτικής έρευνας ή προφορικής ή ένορ?κης διοικητικής εξέτασης, δικαιούται ύστερα από αίτημά του να πληροφορείται για το αποτέλεσμα αυτών».
Άρθρο 13.
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο εγκαλούμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των πα?ραπάνω στοιχείων, αλλά και αντίγραφα υφισταμένων εγ?γράφων».
Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: «στ. Την προθεσμία προς υποβολή έγγραφης απολο?γίας, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) πλήρων ημερών από την επίδοση της κλήσης».
Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου προστίθεται πε?ρίπτωση η΄ ως εξής: «η. Το δικαίωμα του εγκαλουμένου να λάβει γνώση των στοιχείων αλλά και αντίγραφα των υφισταμένων εγγρά?φων».
Άρθρο 14.
Η παράγραφος 5 του άρθρου 26 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Oι διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 2, 4, 5 και 9 έχουν και στην προκειμένη περίπτωση ανάλογη εφαρμογή».
Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: «α. Για την εξακρίβωση των συνθηκών ελαφρών τραυ?ματισμών αστυνομικού και της σχέσης αυτών προς την Υπηρεσία».
Άρθρο 15.
Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του Π.Δ. 22/1996, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρ?θρο 4 του Π.Δ. 31/2001, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν όμως πρόκειται για την περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 23 του παρόντος, η Ε.Δ.Ε. ανατίθεται σε αξιωματικό διαφορετικής Διεύθυνσης ή εξομοιούμενης μ’ αυτήν Υπηρεσίας από εκείνη στην οποία υπάγονται διοικητικά οι διωκόμενοι αστυνομικοί».
Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: «α. Nα λαμβάνει γνώση των εγγράφων της δικογραφίας. Προς απόδειξη άσκησης του δικαιώματος αυτού, ο εγκα?λούμενος μονογράφει σχετική ένδειξη επί του σώματος κάθε εγγράφου, γίνεται δε σχετική μνεία στην έκθεση εξέ?τασης κατηγορουμένου. Mε γραπτή αίτηση του εγκαλου?μένου και με δαπάνη του χορηγούνται σ' αυτόν αντίγραφα των εγγράφων της δικογραφίας, πλην εκείνων τα οποία από ειδικές διατάξεις χαρακτηρίζονται ως απόρρητα. Σε περίπτωση περισσότερων του ενός κατηγορουμένων στην ίδια υπόθεση, ο καθένας δε δικαιούται να λάβει γνώ?ση της απολογίας των λοιπών συγκατηγορουμένων».
Οι παράγραφοι 7, 9 και 10 του ιδίου άρθρου αντικαθί?σταται ως εξής: «7. H κλήση σε απολογία, είναι γραπτή και περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 25 παρ. 2 περι?πτώσεις α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και ζ΄ του παρόντος, τη διαταγή δυ?νάμει της οποίας ενεργείται η E.Δ.E. και μνεία των προα?ναφερόμενων δικαιωμάτων του εγκαλουμένου, επιδίδε?ται δε σ' αυτόν πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την απολογία του». «9. Σε περίπτωση που διαταχθεί συμπλήρωση της ενερ?γηθείσης E.Δ.E. και προκύψουν νέα στοιχεία, αν μεν αυτά επιβαρύνουν το κατηγορητήριο, ο εγκαλούμενος καλεί?ται εκ νέου σε απολογία για όλα τα διαπραχθέντα παρα?πτώματα, δυνάμενος ν' ασκήσει εκ νέου όλα τα προανα?φερόμενα δικαιώματά του, διαφορετικά καλείται να λάβει γνώση, αλλά και αντίγραφα, αν επιθυμεί, όλων των μετα?γενέστερων της απολογίας του εγγράφων, συμπεριλαμ?βανομένου και του αρχικώς συνταχθέντος Πορίσματος, χωρίς να καλείται στην περίπτωση αυτή εκ νέου σε απο?λογία, εκτός και αν ο ίδιος υποβάλλει ρητά τέτοιο αίτημα, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός κατηγορουμένων από τη γνώση και τη χορήγηση αντιγρά?φων εξαιρούνται οι απολογίες των συγκατηγορουμένων». «10. Aυτός που διενεργεί την E.Δ.E. δύναται, αν το κρί?νει αναγκαίο, να καλεί κάθε κατώτερό του, που έχει οποι?αδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση που ερευνά, να υποβάλει σ' αυτόν εφόσον επιθυμεί σχετική έγγραφη αναφορά».
Στο ίδιο άρθρο προστίθεται παράγραφος 12 ως εξής: «12. Σε περίπτωση κατά την οποία, από την διενέργεια της Ε.Δ.Ε, με βάση τις διατάξεις της προηγούμενης πα?ραγράφου, βεβαιωθεί πειθαρχικό παράπτωμα εφαρμόζο?νται για τον υπαίτιο οι διατάξεις της παραγράφου 6». ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 7 Κωλύματα προς ενέργεια διοικητικών εξετάσεων.
Δε δύναται να ενεργήσει Προκαταρκτική Έρευνα, Π.Δ.Ε. ή Ε.Δ.Ε.: α. Όποιος είναι συγγενής εξ αίματος του εγκαλουμένου ή του εγκαλούντος κατ' ευθεία μεν γραμμή απεριόριστα, εκ πλαγίου δε μέχρι τετάρτου βαθμού και εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου ή σύζυγος αυτών. Tα κωλύματα της εξ αγχιστείας συγγένειας και της συζυγικής σχέσεως υφίστα?νται και μετά τη λύση του γάμου. β. Όποιος κατά το χρόνο έναρξης της διοικητικής εξέ?τασης, έχει ιδιαίτερη φιλία ή έχθρα με τον εγκαλούμενο ή τον εγκαλούντα ή γενικά συντρέχουν στο πρόσωπό του γεγονότα ικανά να δικαιολογήσουν εύλογη δυσπιστία για την αμερόληπτη κρίση του. γ. Όποιος κατήγγειλε την πράξη, για την οποία διατάσ?σεται η ενέργεια της διοικητικής εξέτασης, εφόσον ο κα?ταγγέλλων είχε αυτοπρόσωπη αντίληψη της καταγγελλό?μενης πράξης. δ. Eκείνος κατά του οποίου υπάρχουν ενδείξεις ότι φέ?ρει ευθύνη για την πράξη που αποτελεί αντικείμενο της δι?οικητικής ερεύνης. ε. Όποιος έχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. στ. Όποιος έχει εξετασθεί ως μάρτυρας ή έχει γνωμο?δοτήσει ως πραγματογνώμων στην ίδια υπόθεση.
Ο αξιωματικός, στον οποίο ανατίθεται η ενέργεια της διοικητικής εξέτασης, σε περίπτωση συνδρομής κωλύμα?τος της προηγούμενης παραγράφου, υποχρεούται να αναφέρει αμέσως μετά τη λήψη της διαταγής την ύπαρξη του κωλύματος αυτού σ’ αυτόν που τον όρισε με αναφο?ρά του, στην οποία εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους εξαιρέσεως από την ενέργεια της εξέτασης επισυνάπτο?ντας και τα απαραίτητα στοιχεία για την απόδειξη των λό?γων αυτών. Την ίδια υποχρέωση έχει ο ενεργών τη διοικη?τική εξέταση και όταν ο λόγος εξαίρεσης ανακύψει κατά την πορεία αυτής.
Η από πρόθεση αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης, κα?θώς και η αναληθής επίκληση τέτοιου λόγου, με σκοπό την απαλλαγή από το έργο της ανάκρισης, συνιστά πει?θαρχικό παράπτωμα, τιμωρούμενου σύμφωνα με τις δια?τάξεις του παρόντος, με την επιφύλαξη εφαρμογής και των διατάξεων του άρθρου 254 του Π.Κ.
Αν η πειθαρχική δίωξη με ενέργεια Ε.Δ.Ε. ή Π.Δ.Ε. έχει ασκηθεί ρητά σε βάρος συγκεκριμένου αστυνομικού, η σχετική διαταγή για τη διενέργειά της κοινοποιείται στον εγκαλούμενο, ο οποίος, μέσα σε τρεις μέρες από την κοι?νοποίηση, δικαιούται να ζητήσει εφάπαξ, με έγγραφη αναφορά του, την εξαίρεση του αξιωματικού, στον οποίο ανατέθηκε η ανάκριση, για κάποιον από τους αναφερο?μένους στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου λόγους, επισυ?νάπτοντας και τα απαραίτητα στοιχεία για την απόδειξη των προβαλλόμενων ισχυρισμών του. Αν ο λόγος εξαίρε?σης ανακύψει κατά την πορεία της εξέτασης, το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την προσέλευσή του προς απολογία. Η από πρόθεση επίκληση αναληθών λό?γων εξαίρεσης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα που τιμω?ρείται κατά τις διατάξεις του παρόντος.
Aν κατά την πορεία της διοικητικής εξέτασης προκύ?ψουν ευθύνες σε βάρος αστυνομικού, κατά του οποίου δεν είχε ασκηθεί αρχικά η πειθαρχική δίωξη, κοινοποιείται σ΄ αυτόν, κατά περίπτωση, η διαταγή διενέργειας της Ε.Δ.Ε. ή της Π.Δ.Ε., με την οποία είχε παρασχεθεί στον ενεργούντα την εξέταση η εξουσιοδότηση για επέκταση της ανάκρισης και στην έρευνα παραπτωμάτων άλλου αστυνομικού, ή η ειδική διαταγή επέκτασης αυτής, που εκδόθηκε από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο κατά τους ορισμούς των άρθρων 27 παρ. 5 και 26 παρ. 5. Κατά τα λοι?πά εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παρα?γράφου.
Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις διε?νέργειας Προκαταρκτικής Έρευνας, Π.Δ.Ε. ή Ε.Δ.Ε. κατά τα άρθρα 22 παρ. 3, 26 παρ. 6 και 27 παρ. 11. Ο αρμόδιος προς άσκηση πειθαρχικής δίωξης που ενεργεί αυτεπαγ?γέλτως Προκαταρκτική Έρευνα κατ΄ εφαρμογή των δια?τάξεων του άρθρου 22 παρ. 3 υποχρεούται να γνωστο?ποιήσει στον εγκαλούμενο την έναρξη ή την επέκταση αυ?τής καθώς και το αντικείμενό της.
Aν η E.Δ.E., η Π.Δ.Ε. ή η Προκαταρκτική Έρευνα στρέφεται σε βάρος δύο ή περισσότερων αστυνομικών, το τυχόν κώλυμα, που συντρέχει στο πρόσωπο του ενερ?γούντος τη διοικητική εξέταση σε σχέση με τον ένα εγκα?λούμενο, λογίζεται ως κώλυμα και ως προς τους λοιπούς συγκατηγορουμένους.
Eπί των αιτημάτων εξαίρεσης αποφαίνονται οριστικά και τελεσίδικα: α. Προκειμένου περί Προκαταρκτικών Ερευνών, ο Διευ?θυντής της οικείας Διεύθυνσης στην οποία υπάγεται διοι?κητικά ο ενεργών τη διοικητική εξέταση αξιωματικός. β. Προκειμένου περί Π.Δ.Ε. και Ε.Δ.Ε. που ενεργούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 παρ. 1 εδαφ. β΄ και γ΄ και 11, οι αρμόδιοι να αποφασίσουν γι' αυτές. γ. Προκειμένου περί Ε.Δ.Ε. που ενεργούνται κατ' εφαρ?μογή του άρθρου 27 παρ. 1 εδαφ. α΄: 1) Ο Aρχηγός του Σώματος αν ο διωκόμενος είναι Αστυ?νομικός Διευθυντής ή ανώτατος αξιωματικός. 2) Ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυ?ντές και ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας για τους λοιπούς διωκόμενους αστυνομικούς, πλην των υπη?ρετούντων στην Ε.Υ.Π. και στην Υπηρεσία Π.Σ.Ε.Α/Υ.Δ.Τ στις περιπτώσεις που είναι αρμόδιοι να αποφασίσουν κα?τά τους ορισμούς του άρθρου 31 παρ. 1 εδάφ. β΄ .
Η υποβολή αιτημάτων εξαίρεσης αναστέλλει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων μέχρι την έκδοση της από?φασης επί του αιτήματος εξαίρεσης. Αν το αίτημα εξαίρε?σης απορριφθεί, διατάσσεται η συνέχιση της διοικητικής εξέτασης από τον ίδιο αξιωματικό. Αν οι λόγοι εξαίρεσης κριθούν βάσιμοι, ορίζεται άλλος αξιωματικός για την ενέργεια της εξέτασης, οι ανακριτικές πράξεις όμως που διενεργήθηκαν παραμένουν έγκυρες».
Άρθρο 17.
Το άρθρο 31 του Π.Δ.22/1996, όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 5 του Π.Δ. 31/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 31. Aρμόδιοι να αποφασίσουν επί των διοικητικών εξετά?σεων.
Aρμόδιοι να αποφασίσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 και 38, επί των διοικητικών εξετάσεων, είναι: 8 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1) Ο Yπουργός Δημόσιας Tάξης, αν αφορούν Αντιστρα?τήγους ή Υποστρατήγους ή ενεργήθηκαν από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας. 2) Ο Aρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, αν αφορούν Ταξιάρχους ή Αστυνομικούς Διευθυντές ή ενεργήθηκαν από τους Αντιστρατήγους και τους Προϊσταμένους των Κλάδων του Αρχηγείου. 3) Ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας :
- α) Αν αφορούν αστυνομικούς μέχρι και το βαθμό του
Αστυνομικού Υποδιευθυντή και ενεργήθηκαν από Αξιω?ματικούς του Αρχηγείου, των αυτοτελών κεντρικών Υπη?ρεσιών, της Δ.Ε.Φ.Φ.Σ.Κ., της Ε.Υ.Π., της Υπηρεσίας Π.Σ.Ε.Α./Υ.Δ.Τ. και των ασφαλιστικών φορέων του αστυ?νομικού προσωπικού.
- β) Αν ενεργήθηκαν από τους Γενικούς Αστυνομικούς Δι?ευθυντές ή το Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας.
4) Οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές και ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας, αν αφορούν αστυνομικούς μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή και ενεργήθηκαν από Αξιωματικούς της δικαιοδοσίας τους. γ. Προκειμένου περί E.Δ.E., που ενεργούνται κατ' εφαρ?μογή των διατάξεων των παρ. 1 εδάφ. β΄ και γ΄ και 11 του άρθρου 27, τα ακόλουθα κατά περίπτωση όργανα : 1) O Yπουργός και ο Γενικός Γραμματέας του Yπουρ?γείου Δημόσιας Tάξης, ο Aρχηγός και ο Yπαρχηγός της Eλληνικής Aστυνομίας, ο Γενικός Eπιθεωρητής, ο Προϊ?στάμενος του Eπιτελείου και οι Προϊστάμενοι των Kλάδων του Aρχηγείου της Eλληνικής Aστυνομίας, για τις E.Δ.E. που διέταξαν οι ίδιοι. 2) Oι Διευθυντές των Γενικών Aστυνομικών Διευθύνσε?ων και ο Διευθυντής της Aστυνομικής Aκαδημίας, αν η E.Δ.E. διατάχθηκε από τους ίδιους. 3) Oι Διευθυντές των Yπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης, για τις E.Δ.E. που διέταξαν οι ίδιοι.
Σε περίπτωση εμπλοκής αξιωματικού και λοιπών αστυ?νομικών στην ίδια υπόθεση που έχει διερευνηθεί με E.Δ.E., η αποφασιστική αρμοδιότητα επί της E.Δ.E. ασκείται από το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για τον αξιω?ματικό και αν εμπλέκονται περισσότεροι αξιωματικοί, εκεί?νο που είναι αρμόδιο για τον ανώτερο απ' αυτούς.
O Aρχηγός της Eλληνικής Aστυνομίας δύναται σε κά?θε περίπτωση που έχει διενεργηθεί E.Δ.E., κατ' εφαρμο?γή των διατάξεων του άρθρου 27 παρ. 1 εδάφ. α΄ του πα?ρόντος, να διατάσσει την υποβολή της δικογραφίας της E.Δ.E. στον ίδιο, για την άσκηση αποφασιστικής αρμοδιό?τητας, εφόσον η υπόθεση δεν παραπέμφθηκε στο πει?θαρχικό συμβούλιο και δεν έχει παρέλθει τρίμηνο από την τελική κρίση της υπόθεσης από τα αρμόδια κατά περί?πτωση όργανα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδάφ. β΄ πε?ρίπτωση (4).
Oι κατά τα ανωτέρω αρμόδιοι ν' αποφασίσουν επί των E.Δ.E. και των Π.Δ.Ε. καθώς και οι ενδιάμεσα γνωματεύο?ντες επί των Πορισμάτων αυτών, δύνανται να επιστρέ?φουν τη σχετική δικογραφία για συμπλήρωση, αν από τη μελέτη αυτής κρίνουν ότι υπάρχουν τυπικές ή ουσιαστι?κές ελλείψεις που έχουν ανάγκη συμπλήρωσης».
Άρθρο 18.
Το άρθρο 34 του Π.Δ. 22/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Π.Δ. 31/2001, αντικαθίσταται ως εξής : «Άρθρο 34. Πειθαρχικά όργανα.
Tην πειθαρχική εξουσία στο αστυνομικό προσωπικό ασκούν: α. Tα αρμόδια Πειθαρχικά Συμβούλια. β. Oι αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, που προβλέπονται από το άρθρο 23 παράγραφοι 1-3.
Tα Πειθαρχικά Συμβούλια είναι: α. Tα Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια Aνθυπαστυνόμων, Aρχιφυλάκων και Aστυφυ?λάκων, που είναι αρμόδια για την εκδίκαση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, των πειθαρχικών υποθέσε?ων, που παραπέμπονται σ' αυτά και αφορούν αστυνομικό προσωπικό των ανωτέρω βαθμών. β. Tα Πειθαρχικά Συμβούλια Υπαστυνόμων, που είναι αρμόδια για την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό των πειθαρχι?κών υποθέσεων που παραπέμπονται σ' αυτά και αφορούν αξιωματικούς που φέρουν το βαθμό Υπαστυνόμου Β΄ και Υπαστυνόμου Α΄, καθώς και τους αστυνομικούς κατωτέ?ρων βαθμών, οι οποίοι εμπλέκονται στην ίδια υπόθεση ή σε υποθέσεις που ερευνήθηκαν με την ίδια Ε.Δ.Ε. γ. Tα Πειθαρχικά Συμβούλια Αστυνόμων, που είναι αρ?μόδια για την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό των πειθαρχικών υποθέσεων που παραπέμπονται σ' αυτά και αφορούν αξιωματικούς που φέρουν το βαθμό Αστυνόμου Β΄ και Αστυνόμου Α΄, καθώς και τους αστυνομικούς κατωτέρων βαθμών, οι οποίοι εμπλέκονται στην ίδια υπόθεση ή σε υποθέσεις που ερευνήθηκαν με την ίδια Ε.Δ.Ε. Τα ίδια συμβούλια είναι αρμόδια και για την εκδίκαση των προσφυγών κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων Υπαστυνόμων. δ. Tα Πειθαρχικά Συμβούλια Αστυνομικών Υποδιευθυ?ντών, που είναι αρμόδια για την εκδίκαση σε πρώτο βαθ?μό των πειθαρχικών υποθέσεων που παραπέμπονται σ' αυτά και αφορούν αξιωματικούς του ανωτέρω βαθμού, καθώς και τους αστυνομικούς κατωτέρων βαθμών, οι οποίοι εμπλέκονται στην ίδια υπόθεση ή σε υποθέσεις που ερευνήθηκαν με την ίδια Ε.Δ.Ε. Τα ίδια συμβούλια είναι αρμόδια και για την εκδίκαση των προσφυγών κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων Αστυνόμων. ε. Tα Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια των Aστυνομικών Διευθυντών, που είναι αρ?μόδια για την εκδίκαση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, των πειθαρχικών υποθέσεων, που παραπέ?μπονται σ' αυτά και αφορούν αξιωματικούς του ανωτέρω βαθμού. Tα Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια Αστυνομικών Διευθυντών είναι αρμόδια και για την εκδίκαση των προ?σφυγών κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβου?λίων Αστυνομικών Υποδιευθυντών. στ. Tο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Tαξιάρχων Aστυνο?μίας, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση σε πρώτο και τε?λευταίο βαθμό, των πειθαρχικών υποθέσεων Αξιωματι?κών του βαθμού αυτού. ζ. Tο Aνώτατο Συμβούλιο Kρίσεων, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των πει?θαρχικών υποθέσεων των Yποστρατήγων Aστυνομίας. ΦΕΚ 1 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 9 και στ΄ της προηγούμενης παραγράφου έχουν ετήσια θη?τεία και συγκροτούνται το μήνα Aπρίλιο κάθε έτους, με απόφαση του Aρχηγού Eλληνικής Aστυνομίας. Mε την απόφαση συγκρότησης καθορίζεται η τοπική αρμοδιότη?τα των Συμβουλίων και ορίζονται ονομαστικώς τα τακτικά και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη τους, στα οποία πε?ριλαμβάνεται απαραιτήτως αναπληρωτής του προέδρου του Συμβουλίου. Tα Πειθαρχικά Συμβούλια των εδαφίων α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της ως άνω παραγράφου λειτουργούν στην Aθήνα και Θεσσαλονίκη, με τη συμμετοχή σ' αυτά, ως μελών, και αι?ρετών εκπροσώπων των Ομοσπονδιών των συνδικαλιστι?κών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων, οι οποίοι εκλέγονται ειδικά προς τούτο με τα λοιπά μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των εν λόγω Ομοσπονδιών. Όμοια Πειθαρχικά Συμβούλια μπορούν να συγκροτούνται με απόφαση του Aρχηγού Eλληνικής Aστυνομίας και να λειτουργούν και σε άλλες πόλεις. Tα Πειθαρχικά Συμβούλια των εδαφίων ε΄ και στ΄ της πα?ραγράφου 2 του παρόντος άρθρου λειτουργούν στην Aθήνα. Mε την απόφαση συγκρότησής τους ορίζεται και γραμματέας ανώτερος αξιωματικός με τον αναπληρωτή του. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αστυνομικών Διευθυντών έχουν δικαίωμα να παρίστανται και να εκ?φράζουν γνώμη οι Πρόεδροι των Ομοσπονδιών των συν?δικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνο?μικών Υπαλλήλων και σε περίπτωση κωλύματος οι νόμιμοι αναπληρωτές τους. Προς τούτο καλούνται υποχρεωτικά από τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σύμφω?να με τα οριζόμενα στο άρθρο 41 παρ. 1 εδάφ. α΄.
Tο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αστυνομι?κών Διευθυντών και τα συμβούλια των εδαφίων β΄, γ΄, δ΄, στ΄, ζ΄ και η΄ της παρ. 2 είναι αρμόδια και για την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό των πειθαρχικών υποθέσεων αξιωμα?τικών που προήχθησαν σε βαθμούς της αρμοδιότητάς τους και η υπόθεσή τους εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από κατώτερο πρωτοβάθμιο συμβούλιο, του βαθμού που κατείχαν πριν την προαγωγή.
Tα Πειθαρχικά Συμβούλια απαρτίζονται από αξιωμα?τικούς γενικών καθηκόντων, ως ακολούθως: α. Tο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Aνθυπαστυ?νόμων, Aρχιφυλάκων και Aστυφυλάκων, από έναν (1) Aστυνόμο Α΄, ως Πρόεδρο, έναν (1) Aστυνόμο Β΄, έναν (1) Yπαστυνόμο A΄ και δύο (2) Αξιωματικούς, από το βαθμό του Υπαστυνόμου Β΄ μέχρι το βαθμό του Αστυνόμου Β΄, εκπροσώπους, ανά ένας, των Ομοσπονδιών των συνδικα?λιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων, ως μέλη. β. Tο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Aνθυπα?στυνόμων, Aρχιφυλάκων και Aστυφυλάκων, από έναν (1) Aστυνομικό Υποδιευθυντή, ως Πρόεδρο, δύο (2) Aστυνό?μους A΄ και δύο (2) Αξιωματικούς, από το βαθμό του Υπα?στυνόμου Α΄ μέχρι και το βαθμό του Αστυνόμου Α΄, εκ?προσώπους, ανά ένας, των Ομοσπονδιών των συνδικαλι?στικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων, ως μέλη. γ. Tο Πειθαρχικό Συμβούλιο Υπαστυνόμων, από έναν (1) Aστυνομικό Υποδιευθυντή, ως Πρόεδρο, έναν (1) Aστυ?νόμο Α΄, έναν (1) Aστυνόμο Β΄ και δύο (2) Αξιωματικούς, με το βαθμό του Αστυνόμου Β΄ ή Αστυνόμου Α΄, εκπροσώ?πους, ανά ένας, των Ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλή?λων, ως μέλη. δ. Tο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αστυνόμων, από έναν (1) Αστυνομικό Διευθυντή, ως Πρόεδρο και τέσσερις (4) Aστυνομικούς Yποδιευθυντές, εκ των οποίων οι δύο εκ?πρόσωποι, ανά ένας, των Ομοσπονδιών των συνδικαλι?στικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων, ως μέλη. ε. Tο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αστυνομικών Υποδιευθυ?ντών, από έναν (1) Tαξίαρχο Aστυνομίας, ως Πρόεδρο, και τέσσερις (4) Aστυνομικούς Διευθυντές, εκ των οποίων οι δύο (2) εκπρόσωποι, ανά ένας, των Ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυ?νομικών Υπαλλήλων, ως μέλη. στ. Tο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Aστυνομι?κών Διευθυντών, από έναν (1) Yποστράτηγο Aστυνομίας, ως Πρόεδρο, και δύο (2) Tαξίαρχους Aστυνομίας, ως μέλη. ζ. Tο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Aστυνομι?κών Διευθυντών από δύο (2) Yποστρατήγους, από τους οποίους ο αρχαιότερος εκτελεί καθήκοντα Προέδρου και έναν (1) Tαξίαρχο Aστυνομίας. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου αυτού δεν πρέπει να είναι νεότερος του Προέδρου του αντίστοιχου Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που εκδίκασε την ίδια υπόθεση. η. Tο Πειθαρχικό Συμβούλιο Tαξιάρχων Aστυνομίας, από έναν (1) Aντιστράτηγο Aστυνομίας, ως Πρόεδρο, και δύο (2) Yποστρατήγους Aστυνομίας ως μέλη.
Tα Συμβούλια που προβλέπονται στα εδάφια ζ΄ και η΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, συγκροτούνται σύμ?φωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις που ισχύουν για την κρίση των αξιωματικών και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Οι Ομοσπονδίες των συνδικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων, εντός του πρώτου 15νθημέρου του μηνός Απριλίου εκάστου έτους, με έγγραφό τους προς τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προ?σωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, γνω?στοποιούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφ. α΄, β΄, γ΄, δ και ε΄ της παραγράφου 5, τα στοιχεία των αιρετών εκ?προσώπων τους, τακτικών και αναπληρωματικών. Οι ανωτέρω εκπρόσωποι των Ενώσεων προέρχονται για μεν τα Συμβούλια της Αθήνας από Υπηρεσίες της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, για δε τα Συμβούλια της Θεσσαλονίκης, από Υπηρεσίες της τοπικής αρμοδιό?τητας των οικείων Συμβουλίων. Αν δεν γνωστοποιηθούν από τις Ομοσπονδίες, σύμφω?να με τα προαναφερόμενα, τα στοιχεία των αξιωματικών που προορίζονται για μέλη των Συμβουλίων, η σύνθεση αυτών συμπληρώνεται, κατά περίπτωση, από αξιωματι?κούς γενικών καθηκόντων.
Aπό τα μέλη του Συμβουλίου, πλην των εκπροσώπων των Ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων, το νεό?τερο κατά σειρά αρχαιότητας εκτελεί καθήκοντα εισηγη?τή. Σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος τακτικού μέλους, τούτο αναπληρώνεται από ομοιόβαθμο αναπληρωματικό μέλος με τη σειρά που αναγράφονται στην απόφαση συ?γκρότησης του Συμβουλίου, με εξαίρεση τους εκπροσώ?πους των παραπάνω Ομοσπονδιών, οι οποίοι αναπληρώ?10 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.
Δεν μπορεί να συμμετέχει στις εργασίες του Συμβου?λίου: α. Όποιος ενήργησε την E.Δ.E. για την υπόθεση που πρόκειται να εκδικασθεί. β. Όποιος γνωμάτευσε για την παραπομπή του εγκα?λουμένου στο Συμβούλιο. γ. Όποιος εμπίπτει στα κωλύματα που αναφέρονται στο άρθρο 28 παρ. 1. δ. Όποιος έχει τιμωρηθεί έστω και σε πρώτο βαθμό με ανώτερη πειθαρχική ποινή. ε. Προκειμένου περί Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου, όποιος συμμετείχε στη σύνθεση του Πρωτοβαθμίου Συμ?βουλίου.
Oι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή για τα πειθαρχικά συμβούλια των εδα?φίων ε΄, στ΄, ζ΄ και η΄ της παραγράφου 2.
Για τον προσδιορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των Πειθαρχικών Συμβουλίων της παραγράφου 2, δε λαμ?βάνεται υπόψη ο βαθμός που αποκτά ο παραπεμπόμενος αστυνομικός, ενόψει της αποστρατείας του».
Άρθρο 19.
Το άρθρο 35 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 35. Δικαιοδοσία πειθαρχικών οργάνων.
Tα Πειθαρχικά Συμβούλια δύνανται να επιβάλλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, για τις πειθαρχικές υπο?θέσεις που παραπέμπονται σ’ αυτά. Oι ποινές της απότα?ξης, της αργίας με απόλυση και της αργίας με πρόσκαιρη παύση επιβάλλονται μόνο από τα πειθαρχικά συμβούλια.
Oι ποινές που επιβάλλονται από τα πειθαρχικά συμ?βούλια εκτελούνται: α. Mε προεδρικό διάταγμα, αν αφορούν απόταξη αξιω?ματικού. β. Mε απόφαση του Yπουργού, αν αφορούν ποινές, που επιβάλλονται σε Αντιστρατήγους. γ. Mε απόφαση του Aρχηγού της Ελληνικής Αστυνο?μίας, αν αφορούν ποινές, που επιβάλλονται σε Υποστρα?τήγους. δ. Mε απόφαση του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνο?μίας, αν αφορούν ποινές, που επιβάλλονται σε Ταξίαρχους και Αστυνομικούς Διευθυντές. ε. Mε απόφαση του Προϊσταμένου του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, αν αφορούν ποι?νές, που επιβάλλονται στους λοιπούς Αξιωματικούς. στ. Mε απόφαση του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικη?τικού, αν αφορούν ποινές που επιβάλλονται στους κατώ?τερους αστυνομικούς.
Oι ποινές του προστίμου και της επίπληξης για τις πει?θαρχικές υποθέσεις που δεν έχουν παραπεμφθεί στα Πει?θαρχικά Συμβούλια, επιβάλλονται από τα ακόλουθα όρ?γανα: α. Tο πρόστιμο επιβάλλεται από τον Yπουργό, το Γενικό Γραμματέα του Yπουργείου Δημόσιας Tάξης και τους αρ?μόδιους για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης αξιωμα?τικούς, με τις εξής διακρίσεις: 1) O Yπουργός, ο Γενικός Γραμματέας και ο Aρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, μέχρι τρεις (3) μηνιαίους βα?σικούς μισθούς (M.B.M.). 2) Οι Aντιστράτηγοι, μέχρι 2 ½ ενός M.B.M. 3) Οι Υποστράτηγοι μέχρι 2 M.B.M. 4) Οι Ταξίαρχοι μέχρι 1½ ενός Μ. Β. Μ. 5) Oι Aστυνομικοί Διευθυντές μέχρι 1 M.B.M. 6) Oι Aστυνομικοί Yποδιευθυντές μέχρι 5/6 ενός M.B.M. 7) Oι Aστυνόμοι A΄ μέχρι 4/6 ενός M.B.M. 8) Oι Aστυνόμοι B΄ μέχρι 3/6 ενός M.B.M. 9) Oι Yπαστυνόμοι A΄ μέχρι 2/6 ενός M.B.M. 10) Oι Yπαστυνόμοι B΄ μέχρι 1/6 ενός M.B.M. β. H ποινή της επίπληξης επιβάλλεται από τα αναφερό?μενα στο προηγούμενο εδάφιο πρόσωπα, καθώς και από τους Aνθυπαστυνόμους και Aρχιφύλακες, που ασκούν δι?οίκηση.
Oι αξιωματικοί, που φέρουν το βαθμό του Yπαστυνό?μου A΄ ή Υπαστυνόμου B΄, δεν μπορούν να επιβάλλουν σε αξιωματικούς τις αναφερόμενες στην παραγράφου 3 ποι?νές της δικαιοδοσίας τους, εφόσον δεν ασκούν διοίκη?ση».
Άρθρο 20.
Η τελευταία περίοδος της περίπτωσης (1) του εδαφίου β΄ του άρθρου 36 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: «Όταν η ποινή επιβάλλεται από τον Υπουργό, το Γενικό Γραμματέα, τον Αρχηγό του Σώματος, τους Αντιστρατή?γους και τους Προϊσταμένους των Κλάδων του Αρχηγεί?ου, αντί πίνακα ποινής, συντάσσεται σχετική απόφαση επιβολής ποινής».
Άρθρο 21.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Προκειμένου περί Ε.Δ.Ε. που έχουν ενεργηθεί κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 παρ. 1 εδάφ. α΄ του παρόντος, οι κατά το άρθρο 31 παρ. 1 εδάφ. β΄ αρμό?διοι να αποφασίσουν, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μη?νών, που αρχίζει από την ημερομηνία της εισόδου της δι?κογραφίας στο αρμόδιο Τμήμα της Δ/νσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου ή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ή της Αστυνομικής Ακαδημίας, εκτιμούν τα περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από την Ε.Δ.Ε. και αν μεν κρίνουν ότι δεν υπάρχει παράπτωμα, θέτουν τη δικογρα?φία στο αρχείο, αν δε κρίνουν ότι υπάρχει παράπτωμα, που πρέπει να τιμωρηθεί με κατώτερη πειθαρχική ποινή, επιβάλλουν με απόφασή τους την ποινή αυτή, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή νέα κλήση σε απολογία. Αν κρίνουν ότι το παράπτωμα επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, παραπέμπουν τον υπαίτιο αστυνομικό στο αρ?μόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο».
Άρθρο 22.
Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρ?θρου 39 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι προϊστάμενοι τυχόν ενδιάμεσων υπηρεσιακών κλι?μακίων διατυπώνουν τη γνώμη ή την πρότασή τους επί του σχετικού πίνακα ποινής, χωρίς να επιφέρουν μεταβο?λή της ποινής ή του αιτιολογικού της ή του νομικού χαρα?κτηρισμού του παραπτώματος».
Οι παράγραφοι 4 και 5 του ιδίου άρθρου αντικαθί?στανται ως εξής: ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 11 α. Στον Aρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, αν πρόκει?ται για ανώτατους Αξιωματικούς ή Αστυνομικούς Διευθυ?ντές. β. Στον Υπαρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, αν αφο?ρούν Αστυνόμους Α΄ και Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και επιβάλλονται από Αξιωματικούς του Αρχηγείου, των αυτο?τελών Κεντρικών Υπηρεσιών και των Ασφαλιστικών φορέων του Αστυνομικού Προσωπικού ή από τους Γενικούς Αστυ?νομικούς Διευθυντές ή Διευθυντές ισότιμων Υπηρεσιών. γ. Στο Διευθυντή της οικείας Γενικής Αστυνομικής Διεύ?θυνσης ή ισότιμης με αυτή Υπηρεσίας, αν αφορούν Αστυ?νόμους Α΄ και Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και αυτοί που επέβαλαν την ποινή υπηρετούν σε Υπηρεσίες της δικαιο?δοσίας τους». «5. Σε περίπτωση που προϊστάμενος της Υπηρεσίας εί?ναι πολιτικός υπάλληλος, η αρμοδιότητα του ελέγχου ασκείται από τον αρχαιότερο αξιωματικό της Υπηρεσίας και αν την ποινή επέβαλε ο αξιωματικός αυτός, ο έλεγχος ασκείται από τον προϊστάμενο του αμέσως ανώτερου ιε?ραρχικά υπηρεσιακού κλιμακίου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4».
Άρθρο 23.
Οι περιπτώσεις β΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Π.Δ. 22/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Π.Δ. 31/2002, αντικαθίστανται ως εξής: «β. Nα ζητεί την εξαίρεση μέχρι δύο το πολύ μελών του συμβουλίου, τακτικών και αναπληρωματικών, για τα οποία συντρέχει κώλυμα από τα αναφερόμενα στην πα?ράγραφο 9 του άρθρου 34». «δ. Nα ζητεί ο ίδιος και με δικές του δαπάνες τη χορή?γηση αντιγράφων των εγγράφων της δικογραφίας, συ?μπεριλαμβανομένου του Πορίσματος, πλην εκείνων τα οποία από ειδικές διατάξεις χαρακτηρίζονται ως απόρρη?τα. Σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός κατηγορουμέ?νου, από τη χορήγηση αντιγράφων εξαιρούνται οι απολο?γίες των συγκατηγορουμένων».
Άρθρο 24.
Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν πρόκειται για εκδίκαση πειθαρχικής υπόθεσης ενώ?πιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αστυνομικών Διευθυντών κοινοποιεί υποχρεωτικά την πράξη παραπομπής και στους Προέδρους των Ομοσπον?διών των συνδικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων και τους καλεί να παρα?στούν, εφόσον επιθυμούν, οι ίδιοι ή οι νόμιμοι αναπληρω?τές τους στη συνεδρίαση του Συμβουλίου».
Οι περιπτώσεις β΄ και δ΄ της ίδιας παραγράφου αντι?καθίστανται ως εξής: «β) Γνωστοποιεί στον εγκαλούμενο τα αναφερόμενα στο προηγούμενο άρθρο δικαιώματα και καλεί αυτόν να ασκήσει, εφόσον επιθυμεί, τα δικαιώματα, που αναφέρο?νται στα εδάφια β΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του ίδιου άρ?θρου, με έγγραφη αναφορά του απευθυνόμενη στον Πρόεδρο, μέσω της γραμματείας». «δ) Καλεί τους μάρτυρες, που κρίνει αναγκαίους προς διαφώτιση του Συμβουλίου. Αν οι μάρτυρες διαμένουν μακριά από την έδρα του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος κρί?νει ότι η μαρτυρία τους είναι ουσιώδης για το σχηματισμό πληρέστερης κρίσης, ζητεί την ένορκη εξέταση αυτών από την κατά τόπο αρμόδια αστυνομική υπηρεσία, ανα?βάλλοντας, αν απαιτείται, την εκδίκαση της υπόθεσης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες».
Στο ίδιο άρθρο προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Στη Γραμματεία των Συμβουλίων τηρείται Βιβλίο Ει?σερχομένων Υποθέσεων, στο οποίο καταχωρίζονται ο αριθμός της παραπεμπτικής διαταγής, τα στοιχεία του παραπεμπομένου, συνοπτικά το αιτιολογικό της πράξης παραπομπής και το ερώτημα που διατυπώνεται σ' αυτήν, καθώς και η ημερομηνία της δικασίμου. Επίσης τηρείται Βιβλίο Δικασίμου στο οποίο ο Πρόεδρος καταχωρεί τον αριθμό της παραπεμπτικής διαταγής, τα στοιχεία του πα?ραπεμπομένου, το ερώτημα που διατυπώνεται στην πρά?ξη παραπομπής, την ημερομηνία της δικασίμου και τη λη?φθείσα απόφαση».
Άρθρο 25.
Η παράγραφος 4 του άρθρου 42 του Π.Δ. 22/1996 αντι?καθίσταται ως εξής: «4. Μέλος του Συμβουλίου, για το οποίο συντρέχει κώ?λυμα συμμετοχής του στις εργασίες του Συμβουλίου από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 9 του άρθρου 34, οφεί?λει πριν από την έναρξη της συνεδριάσεως να γνωστο?ποιήσει αυτό στο Συμβούλιο και να ζητήσει την εξαίρεσή του με έγγραφη αναφορά του, στην οποία εκθέτει λεπτο?μερώς τους λόγους εξαιρέσεως και επισυνάπτει τα τυχόν υπάρχοντα στοιχεία για την απόδειξη των προβαλλόμε?νων λόγων. Το Συμβούλιο αποφασίζει περί της εξαιρέσε?ως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη πα?ράγραφο».
Άρθρο 26.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 44 του Π.Δ. 22/1996 αντικαθίσταται ως εξής: «Μετά το πέρας της ανάγνωσης των εγγράφων ο Πρόε?δρος καλεί για εξέταση τους μάρτυρες, που τυχόν έχουν κληθεί αυτεπάγγελτα από τον ίδιο ή έχουν εμφανισθεί με μέριμνα του εγκαλουμένου».
Η παράγραφος 10 του ιδίου άρθρου, όπως αντικατα?στάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 12 του Π.Δ. 31/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «10. Mετά το πέρας της εξέτασης του εγκαλουμένου, ο συνήγορός του δικαιούται να εκθέτει σύντομα τις από?ψεις του επί του κατηγορητηρίου. Στη συνέχεια ο Πρόε?δρος καλεί τους Προέδρους των Ομοσπονδιών των συν?δικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνο?μικών Υπαλλήλων ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους, εφόσον παρίστανται στη συνεδρίαση, να εκφράσουν τη γνώμη τους. Ακολούθως ο Πρόεδρος δίδει το λόγο στον εγκαλούμενο ή το συνήγορό του και στη συνέχεια κηρύσ?σει περαιωμένη την αποδεικτική διαδικασία, καλώντας τους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών ενώσεων, τον εγκαλούμενο και το συνήγορό του να αποχωρήσουν από την αίθουσα».
Η παράγραφος 11 του ιδίου άρθρου, όπως αντικατα?στάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 12 του Π.Δ. 31/2001, αντικαθίσταται ως εξής: 12 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) παρισταμένων Προέδρων των προαναφερομένων Ομο?σπονδιών ή των νομίμων αναπληρωτών τους «.
Άρθρο 27.
Στο άρθρο 45 του Π.Δ. 22/1996 προστίθεται παράγρα?φος 5 ως εξής: «5. Μετά τη λήψη απόφασης και τη λήξη της συνεδρία?σης, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου καταχωρίζει στο Βιβλίο Δικασίμου την απόφαση επί του ερωτήματος που διατυ?πώθηκε στην πράξη παραπομπής, θέτοντας στην οικεία στήλη την υπογραφή του και την ατομική του σφραγίδα. Ο παραπεμπόμενος δύναται να πληροφορείται από τη Γραμματεία τη ληφθείσα απόφαση, εμφανιζόμενος προς τούτο αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, μετά τη λήξη των εργασιών των Συμβουλίων και υπογράφοντας σε οικεία ένδειξη του ανωτέρω βιβλίου. Σε κάθε περίπτω?ση η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει από την επίδοση της απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 53».
Άρθρο 28.
Οι περιπτώσεις γ΄ και ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 46 του Π.Δ. 22/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Π.Δ. 31/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του εγκαλουμένου, το ονοματεπώνυμο του τυχόν παρισταμένου συνηγόρου και το τελικό αίτημά του, καθώς και μνεία των τυχόν κατα?τιθεμένων εγγράφων ή υποβαλλομένων αιτημάτων τους. Όταν συνεδριάζει το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμ?βούλιο Αστυνομικών Διευθυντών, τα ονοματεπώνυμα και τη γνώμη των Προέδρων των Ομοσπονδιών των συνδικα?λιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων ή των νόμιμων αναπληρωτών τους, εφόσον παρίστανται στη συνεδρίαση». «ε. Τα ονοματεπώνυμα των ενώπιον αυτού εξετασθέ?ντων μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, των διορισθέ?ντων διερμηνέων, με μνεία της όρκισης αυτών, καθώς επί?σης και τα ονοματεπώνυμα των ενώπιον αυτού εξετασθέ?ντων τεχνικών συμβούλων».
Άρθρο 29.
Το άρθρο 49 του Π.Δ. 22/1996, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Π.Δ. 31/2001, αντικαθί?σταται ως εξής: « Άρθρο 49. Σχέση πειθαρχικής προς ποινική δίκη.
H πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. Πραγματικά περιστατικά των οποίων η ύπαρξη ή η ανυ?παρξία διαπιστώθηκε με αμετάκλητη απόφαση ή αμετά?κλητο απαλλακτικό βούλευμα ποινικού δικαστηρίου δε?σμεύουν τον πειθαρχικό δικαστή. Σε κάθε άλλη περίπτω?ση η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη και στην πειθαρχική δίκη, χωρίς όμως να κωλύεται το πειθαρχικό όργανο να εκδώσει απόφαση διαφορετική από εκείνη του ποινικού δικαστηρίου. H ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Oι αρμόδιοι, όμως, να ασκήσουν την πειθαρχική δίωξη, που προβλέπονται από το άρθρο 23 παρ. 1-2 και τα αρμόδια να εκδικάσουν τα πειθαρχικά παραπτώματα μονομελή πειθαρχικά όργα?να δύνανται για εξαιρετικούς λόγους με απόφασή τους, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να αναστέλλουν μέχρι ένα έτος την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης ή τη λήψη απόφασης για επιβολή ποινής ή την παραπομπή του υπαί?τιου αστυνομικού στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Εάν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου, η αρμοδιότητα αναστολής λήψης απόφασης για επιβολή ποινής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ανήκει αποκλειστικά στο συλλογικό αυτό όργανο. Σε πε?ρίπτωση συρροής πειθαρχικών παραπτωμάτων από τα οποία μόνο ορισμένα έχουν ποινικό χαρακτήρα η τυχόν δοθείσα αναστολή αφορά αδιακρίτως όλα τα συρρέοντα παραπτώματα. O χρόνος αναστολής δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου, από τις διατάξεις του άρθρου 5, χρόνου παραγραφής κάθε παραπτώματος.
Αν η αμετάκλητη ποινική απόφαση είναι καταδικαστι?κή και διαπιστώνεται πειθαρχικό παράπτωμα, που συνε?πάγεται πειθαρχική ποινή απόταξης ή αργίας με απόλυ?ση, εφόσον γι' αυτό επιβλήθηκε πρόσκαιρη παύση ή κα?τώτερη πειθαρχική ποινή ή δεν επιβλήθηκε ποινή, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη για τυχόν επιβολή ποινής αργίας με απόλυση ή απόταξης.
Αν η αμετάκλητη ποινική απόφαση είναι αθωωτική ή αν έχει εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα και είχε επιβληθεί για το αντίστοιχο πειθαρχικό παράπτωμα οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, η πειθαρχική δίκη επανα?λαμβάνεται για τυχόν μετριασμό ή εξάλειψη της επιβλη?θείσας ποινής.
Eπί συρροής πειθαρχικών παραπτωμάτων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3, η επανάληψη της πει?θαρχικής δίκης αφορά όλα τα συρρέοντα παραπτώματα, ανεξάρτητα αν η καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα αναφέρεται σε ορισμένα μόνο απ' αυτά.
Την επανάληψη ζητούν ο Προϊστάμενος του Επιτελεί?ου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας στην περί?πτωση της παραγράφου 2 και ο ενδιαφερόμενος στην πε?ρίπτωση της παραγράφου 3.
Το δικαίωμα για επανάληψη της πειθαρχικής δίκης παραγράφεται μετά ένα έτος από την έκδοση της αμετά?κλητης αθωωτικής ή καταδικαστικής, κατά περίπτωση, ποινικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος.
Η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται ενώπιον του ορ?γάνου που εξέδωσε την τελεσίδικη απόφαση. Εάν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής σε δεύτερο βαθμό κρίσης, σχετικό δικαίωμα έχει μόνο ο εγκαλούμενος εάν αυτός υπέβαλε το αίτημα για επανάληψη της πειθαρχικής δίκης, διαφορετικά όμοιο δικαίωμα έχει και το όργανο που ζήτη?σε την επανάληψη της διαδικασίας».
Άρθρο 30.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 50 του Π.Δ. 22/1996, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του Π.Δ. 31/2001, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Όταν σε πειθαρχική υπόθεση ή υποθέσεις που έχουν διερευνηθεί με την ίδια Ε.Δ.Ε. εμπλέκονται αστυνομικοί διαφόρων βαθμών, για τους οποίους, σύμφωνα με τις δια?τάξεις του παρόντος, αποφαίνονται διαφορετικά πειθαρχικά όργανα, η απόφαση για την επιβολή των προσηκό?ντων πειθαρχικών μέτρων ή για την παραπομπή ενώπιον ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 13 Αν αποφασισθεί η παραπομπή περισσοτέρων του ενός αστυνομικών σε Πειθαρχικό Συμβούλιο, η εκδίκαση των παραπτωμάτων τους γίνεται ενιαία για όλους από το συμ?βούλιο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση του παραπτώ?ματος του αστυνομικού που έχει τον ανώτερο βαθμό, πλην εκείνων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των συμ?βουλίων των εδαφίων ε΄, στ΄, ζ΄ και η΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 34».
Άρθρο 31.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του Π.Δ. 22/1996, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αντίγραφο της πράξης επιβολής ποινής μετά τη δια?δικασία επικύρωσής της, όπου αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 39, επιδίδεται με αποδεικτικό στον τιμωρούμενο αστυνομικό, ο οποίος δικαιούται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση να υποβάλει ιεραρχικώς σχετική προσφυγή με σκοπό την άρση ή το μετριασμό της ποινής ή τη μεταβολή του είδους ή του αιτιολογικού αυτής».
Άρθρο 32.
Στο άρθρο 52 του Π.Δ. 22/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Π.Δ. 31/2001, προστίθεται παράγρα?φος 2 ως εξής: «2. Αν ο αρμόδιος για την εκδίκαση της προσφυγής είναι νεότερος ή κατώτερος από εκείνον που κατά τους ορι?σμούς του άρθρου 39 προέβη στον έλεγχο της ποινής, η προσφυγή υποβάλλεται για εκδίκαση στον προϊστάμενο του αμέσως ανώτερου ιεραρχικά υπηρεσιακού κλιμακίου».
Άρθρο 33.
Το άρθρο 53 του Π.Δ.22/1996 αντικαθίσταται ως εξής : « Άρθρο 53. Προσφυγές κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων. «1. Οι αποφάσεις των Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμ?βουλίων επιδίδονται με αποδεικτικό στον εγκαλούμενο, ο οποίος, στην περίπτωση που του επιβλήθηκε οποιαδήπο?τε ποινή, δικαιούται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δε?καπέντε (15) ημερών από την επίδοση να υποβάλει προ?σφυγή στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η διά?ταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 51, έχει και στην περίπτωση αυτή ανάλογη εφαρμογή.
Προσφυγή κατά των αποφάσεων των Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμβουλίων δικαιούται να ασκήσει και το όργανο που παρέπεμψε την υπόθεση στο Συμβούλιο, εφόσον το Συμβούλιο αποφάνθηκε αρνητικώς επί του τε?θέντος σ' αυτό ερωτήματος. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που θα περιέλθει η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου στο αρμόδιο Τμή?μα της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχη?γείου ή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ή της Αστυ?νομικής Ακαδημίας.
Οι αποφάσεις των Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμ?βουλίων καθίστανται τελεσίδικες, εφόσον παρέλθει άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.
Σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, το Δευτερο?βάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο επανεξετάζει την υπόθεση εφαρμόζοντας τις διατάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 40 έως και 47. Αν η προσφυγή ασκήθηκε από τον εγκα?λούμενο, η απόφαση του Συμβουλίου σε καμιά περίπτω?ση δε δύναται να είναι δυσμενέστερη γι' αυτόν. Αν η προ?σφυγή ασκήθηκε από το όργανο παραπομπής, το Συμ?βούλιο δεν μπορεί να επιβάλει ελαφρότερη ποινή απ' αυτή που επιβλήθηκε. Αν όμως, παράλληλα με τον εγκα?λούμενο, άσκησε προσφυγή και το όργανο παραπομπής, το Συμβούλιο δύναται να λάβει οποιαδήποτε απόφαση, με βάση το ερώτημα που έχει διατυπωθεί στην αρχική πρά?ξη παραπομπής».
Άρθρο 34.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 του Π.Δ. 22/1996 αντι?καθίσταται ως εξής: «1. Οι τελεσίδικες αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμ?βουλίων, είναι υποχρεωτικές για τη διοίκηση. Τα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα υποχρεούνται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την περιέλευση των αποφάσεων στο αρ?μόδιο Τμήμα της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας να εκδίδουν τις αναγκαίες διοικητικές πράξεις για την υλοποίηση των αποφάσεων των Συμβουλίων».
Άρθρο 35.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 55 του Π.Δ. 22/1996 αντι?καθίσταται ως εξής: «1. Σε περίπτωση ακύρωσης από τα Διοικητικά Δικαστή?ρια ποινής που επεβλήθη ύστερα από απόφαση Πειθαρχι?κού Συμβουλίου και απαιτείται αναπομπή της υπόθεσης στο οικείο Συμβούλιο, η αναπομπή ενεργείται εντός μηνός αφότου περιέλθει η ακυρωτική απόφαση στο αρμόδιο Τμήμα της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου ή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ή της Αστυνομικής Ακαδημίας από το όργανο που ενήργησε την αρχική παραπομπή για νέα κρίση της υπόθεσης, σύμφω?να με το περιεχόμενο της ακυρωτικής απόφασης».
Άρθρο 36.
Μεταβατικές διατάξεις.
Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που τελέσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους, κρίνονται όμως από τα όργανα και με τη διαδικασία που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. Ως προς το είδος και το ύψος της επιβλητέας ποινής εφαρμόζονται οι ευμενέστερες για το προσωπικό διατάξεις.
Οι πειθαρχικές υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στα Πειθαρχικά Συμβούλια πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και δεν έχουν κριθεί τελεσίδικα, κρίνονται από τα Πειθαρχικά Συμβούλια που συνιστώνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, στην αρμοδιότητα των οποίων περιέρχο?νται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται νέα παραπεμπτική διαταγή.
Οι πειθαρχικές ποινές που δεν έχουν εκτελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο που κατέστη?σαν εκτελεστές. Πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί 14 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) επιβολής τους. Οι προσφυγές κατ΄ αποφάσεων των αρμο?δίων Πειθαρχικών Συμβουλίων που θα εκδοθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, εξακολου?θούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο της παραπομπής, εφόσον αυτή έγινε πριν την έναρ?ξη εφαρμογής του παρόντος διατάγματος.
Κατά την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 18 οι εκπρό?σωποι των συνδικαλιστικών φορέων που προορίζονται για μέλη των Πειθαρχικών Συμβουλίων, προτείνονται από τα Διοικητικά Συμβούλια των αντίστοιχων Ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και των Αστυνομικών Υπαλλήλων και μετέχουν μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
Άρθρο 37.
Καταργούμενες διατάξεις. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 5, της πε?ρίπτωσης ια΄ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου 9, της παραγράφου 2 του άρθρου 10, της πα?ραγράφου 2 του άρθρου 11, των παραγράφων 16, 23 και 24 του άρθρου 12, της παραγράφου 3 του άρθρου 14, του άρθρου 17 και της παραγράφου 4 του άρθρου 50 του Π.Δ. 22/1996 καταργούνται.
Άρθρο 38.
Έναρξη ισχύος. Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει μετά από τρεις μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης αναθέτουμε τη δημοσί?ευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος. Αθήνα, 31 Δεκεμβρίου 2003
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 15 ΤΙΜΗ ΠΩΛΗΣΗΣ ΦΥΛΛΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Σε έντυπη μορφή: • Για τα ΦΕΚ από 1 μέχρι 40 σελίδες 1 euro. • Για τα ΦΕΚ από 40 σελίδες και πάνω η τιμή προσαυξάνεται κατά 0,05 euro για κάθε επιπλέον σελίδα. Σε μορφή CD: Τεύχος Περίοδος ΕURO Τεύχος Περίοδος ΕURO Α.Ε. & Ε.Π.Ε. Μηνιαίο 60 Αναπτυξιακών Πράξεων Α΄ και Β΄ 3μηνιαίο 75 και Συμβάσεων (Τ.Α.Π.Σ.) Ετήσιο 75 Α΄, Β΄ και Δ΄ 3μηνιαίο 90 Νομικών Προσώπων A~ Ετήσιο 180 Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) Ετήσιο 75 B~ Ετήσιο 210 Δελτίο Εμπορικής και Γ Ετήσιο 60 Bιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Δ.Ε.Β.Ι.) Ετήσιο 75 Δ΄ Ετήσιο 150 Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου Ετήσιο 75 Παράρτημα Ετήσιο 75 Διακηρύξεων Δημοσίων Συμβάσεων Ετήσιο 75 Η τιμή πώλησης του Τεύχους Α.Ε. & Ε.Π.Ε. σε μορφή CD - rom για δημοσιεύματα μετά το 1994 καθορίζεται σε 30 euro ανά τεμάχιο, ύστερα από σχετική παραγγελία. Η τιμή διάθεσης φωτοαντιγράφων ΦΕΚ 0,15 euro ανά σελίδα ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ 34 * ΑΘΗΝΑ 104 32 * TELEX 223211 YPET GR * FAX 210 52 21 004 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: http: www.et.gr e-mail: webmaster @ et.gr * Οι συνδρομές του εσωτερικού προπληρώνονται στις ΔΟΥ που δίνουν αποδεικτικό είσπραξης (διπλότυπο) το οποίο με τη φροντίδα του ενδιαφερομένου πρέπει να στέλνεται στην Υπηρεσία του Εθνικού Τυπογραφείου. * Η πληρωμή του υπέρ ΤΑΠΕΤ ποσοστού που αντιστοιχεί σε συνδρομές, εισπράττεται και από τις ΔΟΥ. * Οι συνδρομητές του εξωτερικού έχουν τη δυνατότητα λήψης των δημοσιευμάτων μέσω internet, με την καταβολή των αντίστοιχων ποσών συνδρομής και ΤΑΠΕΤ. * Οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, οι Δήμοι, οι Κοινότητες ως και οι επιχειρήσεις αυτών πληρώνουν το μισό χρηματικό ποσό της συνδρομής και ολόκληρο το ποσό υπέρ του ΤΑΠΕΤ. * Η συνδρομή ισχύει για ένα χρόνο, που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου. Δεν εγγράφονται συνδρομητές για μικρότερο χρονικό διάστημα. * Η εγγραφή ή ανανέωση της συνδρομής πραγματοποιείται το αργότερο μέχρι την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. * Αντίγραφα διπλοτύπων, ταχυδρομικές επιταγές και χρηματικά γραμμάτια δεν γίνονται δεκτά. Οι υπηρεσίες εξυπηρέτησης των πολιτών λειτουργούν καθημερινά από 08.00~ έως 13.00~ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΕΤΗΣΙΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ Φ.Ε.Κ. Σε έντυπη μορφή Από το Internet Τεύχος Κ.Α.Ε. Προϋπολογισμού Κ.Α.Ε. ΤΑΠΕΤ Κ.Α.Ε. Προϋπολογισμού Κ.Α.Ε. ΤΑΠΕΤ 2531 3512 2531 3512 euro euro euro euro Α~ (Νόμοι, Π.Δ., Συμβάσεις κτλ.) 205 10,25 176 8,80 Β~ (Υπουργικές αποφάσεις κτλ.) 293 14,65 205 10,25 Γ~ (Διορισμοί, απολύσεις κτλ. Δημ. Υπαλλήλων) 59 2,95 ΔΩΡΕΑΝ - - Δ~ (Απαλλοτριώσεις, πολεοδομία κτλ.) 293 14,65 147 7,35 Αναπτυξιακών Πράξεων και Συμβάσεων (Τ.Α.Π.Σ.) 147 7,35 88 4,40 Ν.Π.Δ.Δ. (Διορισμοί κτλ. προσωπικού Ν.Π.Δ.Δ.) 59 2,95 ΔΩΡΕΑΝ - - Παράρτημα (Προκηρύξεις θέσεων ΔΕΠ κτλ.) 30 1,50 ΔΩΡΕΑΝ - - Δελτίο Εμπορικής και Βιομ/κής Ιδιοκτησίας (Δ.Ε.Β.Ι.) 59 2,95 30 1,50 Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ.) ΔΩΡΕΑΝ - ΔΩΡΕΑΝ - - Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. ΔΩΡΕΑΝ - ΔΩΡΕΑΝ - - Ανωνύμων Εταιρειών & Ε.Π.Ε. 2.054 102,70 587 29,35 Διακηρύξεων Δημοσίων Συμβάσεων (Δ.Δ.Σ.) 205 10,25 88 4,40 A΄, Β΄ και Δ΄ 352 17,60 Το κόστος για την ετήσια συνδρομή σε ηλεκτρονική μορφή για τα προηγούμενα έτη προσαυξάνεται πέραν του ποσού της ετήσιας συνδρομής του έτους 2003 κατά 6 euro ανά έτος παλαιότητας και κατά τεύχος ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - Βασ. Όλγας 227 (2310) 423 956 ΠΕΙΡΑΙΑΣ - Ευριπίδου 63 (210) 413 5228 ΠΑΤΡΑ - Κορίνθου 327 (2610) 638 109 (2610) 638 110 ΙΩΑΝΝΙΝΑ - Διοικητήριο (26510) 87215 ΚΟΜΟΤΗΝΗ - Δημοκρατίας 1 (25310) 22 858 ΛΑΡΙΣΑ - Διοικητήριο (2410) 597449 ΚΕΡΚΥΡΑ - Σαμαρά 13 (26610) 89 157 (26610) 89 105 ΗΡΑΚΛΕΙΟ - Πλ. Ελευθερίας 1 (2810) 396 409 ΛΕΣΒΟΣ - Aγ. Ειρήνης 10 (22510) 37 181 (22510) 37 187
| (cid:212)(cid:201)(cid:204)˙ —(cid:217)¸˙(cid:211)˙(cid:211) (cid:214)(cid:213)¸¸(cid:217)˝ ¯(cid:214)˙(cid:204)¯(cid:209)(cid:201)˜ˇ(cid:211) (cid:212)˙(cid:211) ˚(cid:213)´¯(cid:209)˝˙(cid:211)¯(cid:217)(cid:211) | |
|---|---|
| (cid:211)(cid:229) (cid:221)(cid:237)(cid:244)ı(cid:240)(cid:231) (cid:236)(cid:239)æ(cid:246)(cid:222): (cid:149) ˆØÆ (cid:244)Æ (cid:214)¯˚ Æ(cid:240)(cid:252) 1 (cid:236)(cid:221)(cid:247)æØ 40 (cid:243)(cid:229)º(cid:223)(cid:228)(cid:229)(cid:242) 1 euro. (cid:149) ˆØÆ (cid:244)Æ (cid:214)¯˚ Æ(cid:240)(cid:252) 40 (cid:243)(cid:229)º(cid:223)(cid:228)(cid:229)(cid:242) ŒÆØ (cid:240)(cid:220)(cid:237)ø (cid:231) (cid:244)Ø(cid:236)(cid:222) (cid:240)æ(cid:239)(cid:243)Æı(cid:238)(cid:220)(cid:237)(cid:229)(cid:244)ÆØ ŒÆ(cid:244)(cid:220) 0,05 euro ªØÆ Œ(cid:220)Ł(cid:229) (cid:229)(cid:240)Ø(cid:240)º(cid:221)(cid:239)(cid:237) (cid:243)(cid:229)º(cid:223)(cid:228)Æ. (cid:211)(cid:229) (cid:236)(cid:239)æ(cid:246)(cid:222) CD: | |
| (cid:212)(cid:229)(cid:253)(cid:247)(cid:239)(cid:242) —(cid:229)æ(cid:223)(cid:239)(cid:228)(cid:239)(cid:242) ¯URO | (cid:212)(cid:229)(cid:253)(cid:247)(cid:239)(cid:242) —(cid:229)æ(cid:223)(cid:239)(cid:228)(cid:239)(cid:242) ¯URO |
.¯. & ¯.—.¯. (cid:204)(cid:231)(cid:237)ØÆ(cid:223)(cid:239) 60· ŒÆØ ´· 3(cid:236)(cid:231)(cid:237)ØÆ(cid:223)(cid:239) 75 ·, ´· ŒÆØ ˜· 3(cid:236)(cid:231)(cid:237)ØÆ(cid:223)(cid:239) 90 A~ ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 180 B~ ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 210 ˆ ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 60 ˜· ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 150 —Ææ(cid:220)æ(cid:244)(cid:231)(cid:236)Æ ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 75 |(cid:237)Æ(cid:240)(cid:244)ı(cid:238)ØÆŒ(cid:254)(cid:237) —æ(cid:220)(cid:238)(cid:229)ø(cid:237) ŒÆØ (cid:211)ı(cid:236)(cid:226)(cid:220)(cid:243)(cid:229)ø(cid:237) ((cid:212)..—.(cid:211).) ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 75 ˝(cid:239)(cid:236)ØŒ(cid:254)(cid:237) —æ(cid:239)(cid:243)(cid:254)(cid:240)ø(cid:237) ˜(cid:231)(cid:236)(cid:239)(cid:243)(cid:223)(cid:239)ı ˜ØŒÆ(cid:223)(cid:239)ı (˝.—.˜.˜.) ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 75 ˜(cid:229)º(cid:244)(cid:223)(cid:239) ¯(cid:236)(cid:240)(cid:239)æØŒ(cid:222)(cid:242) ŒÆØ BØ(cid:239)(cid:236)(cid:231)(cid:247)Æ(cid:237)ØŒ(cid:222)(cid:242) (cid:201)(cid:228)Ø(cid:239)Œ(cid:244)(cid:231)(cid:243)(cid:223)Æ(cid:242) (˜.¯.´.(cid:201).) ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 75(cid:237)ø(cid:244)(cid:220)(cid:244)(cid:239)ı¯Ø(cid:228)ØŒ(cid:239)(cid:253)˜ØŒÆ(cid:243)(cid:244)(cid:231)æ(cid:223)(cid:239)ı ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 75 ˜ØÆŒ(cid:231)æ(cid:253)(cid:238)(cid:229)ø(cid:237) ˜(cid:231)(cid:236)(cid:239)(cid:243)(cid:223)ø(cid:237) (cid:211)ı(cid:236)(cid:226)(cid:220)(cid:243)(cid:229)ø(cid:237) ¯(cid:244)(cid:222)(cid:243)Ø(cid:239) 75 |
|
| ˙ (cid:244)Ø(cid:236)(cid:222) (cid:240)(cid:254)º(cid:231)(cid:243)(cid:231)(cid:242) (cid:244)(cid:239)ı(cid:212)(cid:229)(cid:253)(cid:247)(cid:239)ı(cid:242) `.¯. & ¯.—.¯. (cid:243)(cid:229) (cid:236)(cid:239)æ(cid:246)(cid:222) CD - rom ªØÆ (cid:228)(cid:231)(cid:236)(cid:239)(cid:243)Ø(cid:229)(cid:253)(cid:236)Æ(cid:244)Æ (cid:236)(cid:229)(cid:244)(cid:220) (cid:244)(cid:239) 1994 ŒÆŁ(cid:239)æ(cid:223)(cid:230)(cid:229)(cid:244)ÆØ (cid:243)(cid:229) 30 euro Æ(cid:237)(cid:220) (cid:244)(cid:229)(cid:236)(cid:220)(cid:247)Ø(cid:239), (cid:253)(cid:243)(cid:244)(cid:229)æÆ Æ(cid:240)(cid:252) (cid:243)(cid:247)(cid:229)(cid:244)ØŒ(cid:222) (cid:240)ÆæÆªª(cid:229)º(cid:223)Æ. ˙ (cid:244)Ø(cid:236)(cid:222) (cid:228)Ø(cid:220)Ł(cid:229)(cid:243)(cid:231)(cid:242) (cid:246)ø(cid:244)(cid:239)Æ(cid:237)(cid:244)تæ(cid:220)(cid:246)ø(cid:237) (cid:214)¯˚ 0,15 euro Æ(cid:237)(cid:220) (cid:243)(cid:229)º(cid:223)(cid:228)Æ |
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)