Νόμοι — ΦΕΚ A' 10/2025
Εάν ο υπαίτιος των κακουργημάτων που προβλέπονται στην παρ. 2, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα, ιδίως ενώπιον δημόσιας αρχής ή με τραπεζική κατάθεση ή με μη ανακλητή δημόσια παρακατάθεση, το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, τιμωρείται με μειωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 και εφόσον κριθεί από τις περιστάσεις, αν η πλήρης ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ποινή.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Άρθρο 34
Δυνατότητα παράστασης πραγματογνώμονα υπηρετούντος στην αρμόδια Γενική Περιφερειακή Αστυνομική Διεύθυνση κατά την εξέταση ως μάρτυρα ανήλικου θύματος Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 227 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 227 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί ανήλικων μαρτύρων θυμάτων προσβολής προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «στα άρθρα 323Α παρ. 4, 324, 336, 337 παρ. 3, 338, 339, 342, 343, 345, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349, 351Α ΠΚ, στα άρθρα 6, 7, 9 του ν. 3500/2006 (Α’ 232), καθώς και στα άρθρα 29 παρ. 5 και 6 και 30 του ν. 4251/2014» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην παρ. 2A του άρθρου 184, στην παρ. 4 του άρθρου 323Α, στα άρθρα 312, 315 και 324, στην παρ. 3 του άρθρου 330, στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 333, στο άρθρο 336, στις παρ. 3 και 5 του άρθρου 337 και στα άρθρα 338, 339, 342, 343, 345, 346,348, 348Α, 348Β, 348Γ, στις παρ. 4 και 5 του άρθρου 24 και στο άρθρο 25 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81)», β) μετά τις λέξεις «ως πραγματογνώμων,» προστίθεται η λέξη «ιδίως» και μετά τις λέξεις «Ανηλίκων Θυμάτων» προστίθενται οι λέξεις «ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, στην αρμόδια Γενική Περιφερειακή Αστυνομική Διεύθυνση,»,
- γ) διαγράφονται οι λέξεις «, όπου αυτά δεν λειτουργούν»
και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στην παρ. 2A του άρθρου 184, στην παρ. 4 του άρθρου 323Α, στα άρθρα 312, 315 και 324, στην παρ. 3 του άρθρου 330, στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 333, στο άρθρο 336, στις παρ. 3 και 5 του άρθρου 337 και στα άρθρα 338, 339, 342, 343, 345, 346, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, στα άρθρα 6, 7 και 9 του ν. 3500/2006 (Α’ 232), καθώς και στις παρ. 4 και 5 του άρθρου 24 και στο άρθρο 25 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81), διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ιδίως ειδικά εκπαιδευμένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, στην αρμόδια Γενική Περιφερειακή Αστυνομική Διεύθυνση, ή που περιλαμβάνεται στον πίνακα πραγματογνωμόνων. Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για τον σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων.»
Άρθρο 35
Εξέταση κατηγορουμένου - Τροποποίηση περ. α) παρ. 1 άρθρου 273 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Στο πρώτο εδάφιο της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 273 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί εξέτασης του κατηγορουμένου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) μετά τις λέξεις «(πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό),» προστίθενται οι λέξεις «την επαγγελματική του ιδιότητα,», β) διαγράφονται οι λέξεις «ή του ειρηνοδίκη» και η περ. α) διαμορφώνεται ως εξής: «α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα ή των ανακριτικών υπαλλήλων του άρθρου 31, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας ή από το διαβατήριό του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, την ηλικία του, τον τόπο της γέννησης και κατοικίας του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό), την επαγγελματική του ιδιότητα, τον αριθμό φορολογικού του μητρώου (ΑΦΜ), τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και τον αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας. Αν δεν έχει ΑΦΜ, αναγράφονται υποχρεωτικά το επώνυμο και το όνομα του πατέρα του, το πατρικό επώνυμο και το όνομα της μητέρας του, η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης στην Ελλάδα ή η χώρα γέννησης στο εξωτερικό. Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας. Παράλληλα, ενημερώνεται ότι μπορεί να λαμβάνει εγκαίρως γνώση των εγγράφων της δίκης, τα οποία του επιδίδονται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τις παρ. 1 και 4 του άρθρου 155.»
Άρθρο 36
Κατ’ εξαίρεση υπέρβαση της μέγιστης διάρκειας προσωρινής κράτησης ανηλίκου και αντικατάσταση περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 287 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Στην παρ. 1 του άρθρου 287 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί προσωρινής κράτησης ανηλίκων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο δεύτερο εδάφιο, διαγράφονται οι λέξεις «σε καμία περίπτωση», β) προστίθεται νέο, τρίτο, εδάφιο, γ) στο τέταρτο εδάφιο, προστίθεται η φράση «, εκτός αν παραβιάζονται επαναλαμβανόμενα, και παράλληλα κατά τη διάρκεια ισχύος τους ασκηθεί σε βάρος του ανηλίκου ποινική δίωξη για έγκλημα της παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και σε ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, υπό τους όρους του προηγούμενου άρθρου και εφόσον κατηγορείται για πράξη από τις αναφερόμενες στο άρθρο 127 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95). Στην περίπτωση αυτή η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Κατ’ εξαίρεση, η προσωρινή κράτηση μπορεί να παρατείνεται από το δικαστήριο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 294, μόνο για τρεις (3) μήνες και μόνο για έγκλημα που αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα που τιμωρείται:
- α) με ισόβια κάθειρξη, ή β) με πρόσκαιρη κάθειρξη με
ανώτατο όριο τα είκοσι (20) έτη για πράξη που εμπεριέχει στοιχεία βίας ή στρέφεται κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση, εκτός αν παραβιάζονται επαναλαμβανόμενα, και παράλληλα κατά τη διάρκεια ισχύος τους ασκηθεί σε βάρος του ανηλίκου ποινική δίωξη για έγκλημα της παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα, περί περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Το ένταλμα προσωρινής κράτησης πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.» προσωρινής κράτησης κατηγορουμένου στα κακουργήματα με πλαίσιο ποινής έως δέκα έτη υπό προϋποθέσεις - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 292 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Στην παρ. 2 του άρθρου 292 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί διάρκειας της προσωρινής κράτησης κατηγορουμένου, προστίθεται νέο, τέταρτο, εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Σε κάθε περίπτωση έως την έκδοση οριστικής απόφασης η προσωρινή κράτηση για το ίδιο έγκλημα δεν μπορεί να υπερβεί το έτος. Σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον η κατηγορία αφορά σε εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα είκοσι (20) έτη, η προσωρινή κράτηση μπορεί να παραταθεί για έξι (6) το πολύ μήνες με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα: α) του συμβουλίου εφετών, αν η υπόθεση εκκρεμεί σε αυτό ύστερα από έφεση κατά βουλεύματος ή έχει εισαχθεί στο ακροατήριο του εφετείου ή του μικτού ορκωτού δικαστηρίου ή αν το συμβούλιο αυτό είναι αρμόδιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και β) του συμβουλίου πλημμελειοδικών σε κάθε άλλη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο υπολογισμού, για τις ποινές του πρώτου εδαφίου, στις περιπτώσεις των άρθρων 42 ή 47 του Ποινικού Κώδικα, είναι η επαπειλούμενη ποινή για την ολοκληρωμένη πράξη ή του αυτουργού αντίστοιχα. H παράταση της προσωρινής κράτησης του δεύτερου εδαφίου καταλαμβάνει, στην περίπτωση που η υπόθεση έχει ήδη εισαχθεί στο ακροατήριο του εφετείου ή του μικτού ορκωτού δικαστηρίου και τα εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έως δέκα (10) έτη, αν αυτά τελέστηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή συμμορίας ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτά και:
- α) κρίνεται αιτιολογημένα ότι, αν ο κατηγορούμενος
αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα, βάσει προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, ή
- β) προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορούμενου σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 286.
Αν η υπόθεση εκκρεμεί στον ανακριτή και συνεχίζεται η προσωρινή κράτηση σύμφωνα με την παρ. 1, ο ανακριτής τριάντα (30) ημέρες πριν από την συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της σύμφωνα με αυτήν την παράγραφο, διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα, ο οποίος μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο αρμόδιος εισαγγελέας, είκοσι πέντε (25) ημέρες τουλάχιστον πριν από την συμπλήρωση του ανώτατου ορίου της προσωρινής κράτησης σύμφωνα με αυτήν την παρ. ή πριν από το τέλος της παράτασης που ήδη είχε χορηγηθεί, υποβάλλει στο αρμόδιο συμβούλιο πρόταση για παράταση ή όχι της προσωρινής κράτησης. Κατά τα λοιπά, ισχύουν όσα ορίζονται στην προηγούμενη παρ. για την ειδοποίηση του κατηγορουμένου προς υποβολή υπομνήματος, τη λήψη αντιγράφου της εισαγγελικής πρότασης, τη μη εμφάνιση τούτου ενώπιον του συμβουλίου και την απόφαση του τελευταίου.»
Άρθρο 38
Αντικατάσταση περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση σε περίπτωση άσκησης νέας ποινικής δίωξης για συγκεκριμένα εγκλήματα - Τροποποίηση άρθρου 296 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Στο άρθρο 296 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί των λόγων για την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση, προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 296 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 296 Λόγοι για την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο είναι δυνατό να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση: α) αν, μολονότι προσκλήθηκε νόμιμα, δεν εμφανίζεται στον ανακριτή ή στο δικαστήριο για να δικαστεί, χωρίς να συντρέχουν εύλογα κωλύματα που να κάνουν αδύνατη την εμφάνισή του, β) αν έχει κάνει προπαρασκευαστικές πράξεις φυγής, γ) αν παραβιάζει τους όρους που του επιβλήθηκαν ή δεν δηλώσει τη μεταβολή της κατοικίας του σύμφωνα με το επόμενο άρθρο. Οι περιοριστικοί όροι που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο σε περιπτώσεις κακουργημάτων των Κεφαλαίων Έκτου, περί εγκλημάτων κατά της δημόσιας τάξης, Δεκάτου Τρίτου, περί κοινώς επικινδύνων εγκλημάτων, Δεκάτου Τετάρτου, περί εγκλημάτων κατά συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων, Δεκάτου Ογδόου, περί εγκλημάτων κατά της προσωπικής ελευθερίας, Δεκάτου Ενάτου, περί εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, των άρθρων 299, περί ανθρωποκτονίας με δόλο, 310, περί βαριάς σωματικής βλάβης, 311, περί θανατηφόρας σωματικής βλάβης, 312, περί σωματικής βλάβης αδύναμων ατόμων, 374, περί διακεκριμένης κλοπής, 380, περί ληστείας, 385, περί εκβίασης, και 386, περί απάτης, του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), του ν. 2168/1993 (Α’ 147), περί όπλων, και του ν. 4139/2013 (Α’ 74), περί ναρκωτικών, αντικαθίστανται με προσωρινή κράτηση: α) αν ασκηθεί σε βάρος του νέα ποινική δίωξη και έχει επιβληθεί μέτρο δικονομικού καταναγκασμού για οποιοδήποτε από τα παραπάνω κακουργήματα, β) δυνητικά, αν ασκηθεί νέα ποινική δίωξη για περίπτωση πλημμελήματος των ανωτέρω πράξεων, που φέρεται ότι τέλεσε μετά την επιβολή περιοριστικών όρων και κατά τη διάρκεια της ισχύος τους.»
ΜΕΡΟΣ Γ’
ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 39
Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των Ιατροδικαστών και των υπαλλήλων των
Άρθρο 40
Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η αντικατάσταση των άρθρων 2 και 9Β του ν. 3772/2009 (Α’ 112) και η συμπλήρωση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των ιατροδικαστών και των υπαλλήλων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών.
Άρθρο 41
Αρμοδιότητα ιατροδικαστικών υπηρεσιών Ιατροδικαστική έκθεση - Αντικατάσταση άρθρου 2 ν. 3772/2009 Το άρθρο 2 του ν. 3772/2009 (Α’ 112), περί αρμοδιότητας, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Αρμοδιότητα
Οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες που υπάγονται στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία του Κράτους διενεργούν ιατροδικαστικές πράξεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ύστερα από παραγγελία των εισαγγελικών, ανακριτικών και προανακριτικών αρχών και υπαλλήλων καθώς και των εν γένει δικαστικών αρχών που λειτουργούν στη χωρική τους περιφέρεια. Οι ανωτέρω πράξεις δύνανται υπό τις αυτές προϋποθέσεις, να διενεργούνται από τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, καθώς και από ιατροδικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας που διαθέτουν κατάλληλη υποδομή. Για τις ως άνω πράξεις συντάσσεται, χωρίς υπαίτια βραδύτητα, έκθεση από τον ιατροδικαστή, όταν δε, συντρέχει αυτόφωρη σύλληψη και επικείμενη εισαγωγή σε δίκη, η έκθεση συντάσσεται και παραδίδεται στην αρμόδια αρχή αμελλητί. Οι ιατροδικαστικές πράξεις διενεργούνται είτε επί ζώντος είτε επί θανόντος προσώπου και περιλαμβάνουν όλα τα κρίσιμα κατά τους κανόνες της επιστήμης στοιχεία για τη διερευνώμενη υπόθεση. Αν ο ιατροδικαστής το κρίνει αναγκαίο, λαμβάνεται βιολογικό υλικό από το θύμα προς διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων, στις δε καταγγελίες για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας είναι υποχρεωτική εντός των αμέσως επόμενων ωρών από τον χρόνο καταγγελίας, λήψη βιολογικού υλικού από το θύμα για εργαστηριακή εξέταση συγκριτικής μελέτης DNA. Στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται υποχρεωτική μνεία στην ιατροδικαστική έκθεση περί της αναμονής των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών εξετάσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης.
Σε περίπτωση θανάτου ασθενούς από παθολογικά αίτια, που πιστοποιούνται από τον θεράποντα ιατρό νοσηλευτικού ιδρύματος, ανεξαρτήτως χρόνου νοσηλείας, δεν διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση. Σε κάθε άλλη περίπτωση θανάτου, που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος, δεν διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, αν έχει πιστοποιηθεί από τον προσωπικό ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας του θανόντος ή από τον θεράποντα ιατρό ή άλλον ιατρό που έχει λάβει γνώση του πλήρους ιατρικού ιστορικού του θανόντος, ότι ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Ομοίως, δεν απαιτείται ιατροδικαστική διερεύνηση στην περίπτωση θανάτου ανηλίκου διαγνωσμένου πάσχοντος από νεοπλασματική ασθένεια, ο οποίος νοσηλεύεται ή έχει νοσηλευτεί σε παιδιατρικό ογκολογικό τμήμα νοσηλευτικού ιδρύματος, όταν πιστοποιείται από τον θεράποντα ειδικό ιατρό ότι ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις της παρούσας, διενεργείται κατ’ εξαίρεση ιατροδικαστική διερεύνηση με παραγγελία εισαγγελικής ή προανακριτικής αρχής, κατόπιν αίτησης οικείου του θανόντος ή τρίτου, στην οποία αμφισβητείται η αιτία θανάτου, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τον χρόνο διαπίστωσης του θανάτου.
Από την εφαρμογή της παρ. 2, εξαιρούνται θάνατοι που σχετίζονται άμεσα και αιτιωδώς με χειρουργική επέμβαση ή που συνέβησαν σε γυναίκα κατά την περιγεννητική περίοδο, θάνατοι κρατουμένων και κάθε περίπτωση θανάτου από εξωτερικά αίτια (βίαιος θάνατος), θάνατοι ατόμων αγνώστων ταυτοποιητικών στοιχείων και αιφνίδιοι και μη πιστοποιημένοι από γνωστά παθολογικά αίτια θάνατοι. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται υποχρεωτικά ιατροδικαστική διερεύνηση. Σε κάθε περίπτωση θανάτου ανηλίκου, πλην της περίπτωσης του τρίτου εδαφίου της παρ. 2, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση εκτός αν ο αρμόδιος εισαγγελέας, αφού λάβει γνώση των στοιχείων του ιατρικού φακέλου και των ιατρικών πιστοποιήσεων, κρίνει ότι η διενέργειά της δεν είναι αναγκαία.
Σε όλες τις περιπτώσεις ιατροδικαστικής διερεύνησης, επί θανόντος προσώπου, απόσπασμα προκαταρκτικής ιατροδικαστικής εκτίμησης με την εικαζόμενη βάσει ευρημάτων αιτία θανάτου, διαβιβάζεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο από τη διενέργεια της νεκροψίας, στην παραγγέλλουσα αρχή.
Αν δημόσια ιατροδικαστική υπηρεσία αδυνατεί να διενεργήσει ιατροδικαστικές πράξεις, επιτρέπεται να δοθεί εντολή για διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων σε άλλη ιατροδικαστική υπηρεσία ή στους λοιπούς φορείς που κατά τις διατάξεις του παρόντος δύνανται να διενεργούν τέτοιες πράξεις, έπειτα από έγκριση του αρμόδιου Εισαγγελέα.
Αυτεπαγγέλτως, με επιμέλεια των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και έγκριση της αρμόδιας εισαγγελικής ή δικαστικής αρχής ή έπειτα από παραγγελία των ανωτέρω δύναται να συντάσσεται έκθεση επαναξιολόγησης της συνταχθείσας ιατροδικαστικής έκθεσης, ύστερα από μελέτη της υπόθεσης, από τριμελή επιτροπή η οποία συστήνεται εντός του Ιανουαρίου εκάστου έτους με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και με θητεία ενός (1) έτους και απαρτίζεται από τον προϊστάμενο όλων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών του Κράτους ως πρόεδρο και δύο (2) προϊσταμένους περιφερειακών ιατροδικαστι υπηρεσιών του Κράτους. Ο πρόεδρος και τα μέλη της ως άνω τριμελούς επιτροπής έχουν ασυμβίβαστο σχετικά με τη συμμετοχή τους ως αιρετά μέλη στο υπηρεσιακό και στο πειθαρχικό συμβούλιο των ιατροδικαστών. Αν ο ιατροδικαστής, ο οποίος συνέταξε την επαναξιολογούμενη ιατροδικαστική έκθεση υπηρετεί σε υπηρεσία της οποίας ο προϊστάμενος είναι μέλος της επιτροπής, τότε ο τελευταίος αντικαθίσταται από τον νόμιμο αναπληρωτή του. Σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης για αντικειμενικούς λόγους της επιτροπής του πρώτου εδαφίου, ως τακτικά μέλη δύναται να ορίζονται και προϊστάμενοι τοπικών ιατροδικαστικών υπηρεσιών του Κράτους.
Σε υποθέσεις που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των στρατιωτικών δικαστηρίων, οι ιατροδικαστικές πράξεις της παρ. 1 διενεργούνται σε στρατιωτικά νοσοκομεία, από Αξιωματικούς Υγειονομικού Ιατρών των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων με ειδικότητα ιατροδικαστή. Αν αυτοί αδυνατούν να διενεργήσουν ιατροδικαστικές πράξεις ή κινδυνεύει η έγκαιρη ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας, η αρμόδια αρχή του στρατιωτικού δικαστηρίου αναθέτει τη διενέργειά τους στους φορείς της παρ. 1.
Η Διεύθυνση Υγειονομικού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας καταρτίζει πίνακα στρατιωτικών ιατροδικαστών και των Στρατιωτικών Νοσοκομείων στα οποία υπηρετούν, με ειδική αναφορά στην τοπική τους αρμοδιότητα, τον οποίο κοινοποιεί στις στρατιωτικές εισαγγελίες και στα στρατιωτικά δικαστήρια, όπως και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή του.
Η παραβίαση της παρ. 1 συνιστά για τον ιατροδικαστή ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα.»
Άρθρο 42
Διαδικασία πλήρωσης θέσεων του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων - Προσθήκη άρθρου 4Α στον ν. 3772/2009 Στον ν. 3772/2009 (Α’ 112) προστίθεται άρθρο 4Α ως εξής: «Άρθρο 4Α Διαδικασία πλήρωσης θέσεων του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων
Για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών των ιατροδικαστικών υπηρεσιών της χώρας καταρτίζεται, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ηλεκτρονικός κατάλογος, του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων, στον οποίο εγγράφονται όσοι κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα.
Οι υποψήφιοι εγγράφονται, μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής, στον ηλεκτρονικό κατάλογο, κάθε έτος, μέσα στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιανουαρίου. Ο κατάλογος αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της κάθε ιατροδικαστικής υπηρεσίας μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του ίδιου έτους και παραμένει, επικαιροποιημένος, μέχρι την ανάρτηση του νέου ηλεκτρονικού καταλόγου του επόμενου έτους. Στην περίπτωση που υποψήφιος παραιτείται σε χρόνο μικρότερο του έτους από την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, προσλαμβάνεται ο επόμενος κατά σειρά στον ηλεκτρονικό κατάλογο υποψήφιος για χρονικό διάστημα ίσο με αυτό της αρχικής σύμβασης.
Τα αιτήματα των ιατροδικαστικών υπηρεσιών για προσλήψεις του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων υποβάλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Το προσωπικό του παρόντος προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου. Είναι προσωπικό πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και η πρόσληψή του γίνεται με τους όρους που καθορίζονται στην υπουργική απόφαση της παρ. 10, κατόπιν έγκρισης του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και απόφασης τοποθέτησης του ιδίου.
Αρμόδιο για την κατάρτιση του καταλόγου, τον έλεγχο της νομιμότητας των δικαιολογητικών των εγγεγραμμένων σε αυτόν και τη σύνταξη των πινάκων κατάταξης είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μετά το πέρας του ελέγχου, προχωρά στην πρόσληψη του προσωπικού, στις Ιατροδικαστικές υπηρεσίες όπως ορίζεται ανωτέρω.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) δύναται να προβαίνει σε κατ’ ένσταση έλεγχο νομιμότητας των πινάκων κατάταξης. Η ένσταση κατά των πινάκων κατάταξης ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή τους. Ο έλεγχος του Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με την παρούσα, δεν αναστέλλει την απασχόληση του προσωπικού που έχει προσληφθεί μέχρι την έκδοση της απόφασης επί των ενστάσεων.
Οι αποφάσεις του Α.Σ.Ε.Π. της παρ. 6 εκτελούνται άμεσα από τον οικείο φορέα. Εφόσον η συμμόρφωση στις ανωτέρω αποφάσεις του Α.Σ.Ε.Π. συνεπάγεται την απόλυση προσωπικού που έχει προσληφθεί κατά τους όρους των παρ. 1 έως 5, οι απολυόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται για την απασχόλησή τους έως την ημέρα της απόλυσης, χωρίς οποιαδήποτε αποζημίωση από την αιτία αυτή. Η σύμβαση του προσωπικού, που προσλαμβάνεται συνεπεία της εν λόγω απόφασης του Α.Σ.Ε.Π., έχει τη διάρκεια που έχει ορισθεί στην αρχικά συναφθείσα σύμβαση.
Η διάρκεια του χρόνου απασχόλησης του ανωτέρω προσωπικού καθορίζεται στην απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αναφέρεται ρητά σε κάθε απόφαση τοποθέτησής του, καθώς και σε κάθε σύμβαση εργασίας που συνάπτεται. Σε κάθε περίπτωση, το χρονικό διάστημα της απασχόλησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ενός (1) έτους και μεγαλύτερο των δύο (2) ετών.
Το ανωτέρω προσωπικό, κατά τον χρόνο απασχόλησής του, αμείβεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4354/2015 (Α’ 176). Η δαπάνη για την αμοιβή του ανωτέρω προσωπικού βαρύνει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του φορέα, στον οποίο εργάζονται, ενώ δύναται να καλύπτεται και από ενωσιακούς πόρους και συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα. Στην τελευταία περίπτωση η διάρκεια της σύμβασης δύναται να και για τα επιδόματα που αυτοί δικαιούνται, ισχύουν και εφαρμόζονται και για το εν λόγω προσωπικό.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών καθορίζονται ο τρόπος κατάρτισης και τήρησης του ηλεκτρονικού καταλόγου του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων, το περιεχόμενο και η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων των υποψηφίων, ο χρόνος και η διαδικασία ελέγχου των δικαιολογητικών τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα που σχετίζεται με την πρόσληψη του προσωπικού αυτού. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται τα απαιτούμενα τυπικά και τυχόν πρόσθετα προσόντα, καθώς και τα κριτήρια και ο τρόπος μοριοδότησης και κατάταξής τους.»
Άρθρο 43
Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών - Τροποποίηση άρθρου 9Β ν. 3772/2009
Στο άρθρο 9Β του ν. 3772/2009 (Α’ 112), περί Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται ο τίτλος «Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών», β) η παρ. 2 αντικαθίσταται,
- γ) στην παρ. 3 οι λέξεις «με βαθμό τουλάχιστον Δ’, με τον
αναπληρωτή του, οι οποίοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του κλάδου ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού της Κεντρικής Υπηρεσίας»,
- δ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 οι λέξεις «του Υπουργού
Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης», ε) η παρ. 6 αντικαθίσταται, στ) καταργούνται οι παρ. 9 και 12 και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 9Β διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 9Β Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών
Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης συστήνεται Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών, το οποίο έχει αρμοδιότητα για κάθε θέμα που αφορά την πειθαρχική κατάσταση των ιατροδικαστών.
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών είναι πενταμελές και αποτελείται από: α) έναν (1) πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή εφέτη των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων ή αντεισαγγελέα εφετών, ως πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή από τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, β) έναν (1) αντεισαγγελέα πρωτοδικών, ως μέλος, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, γ) έναν (1) πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως μέλος, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δ) έναν (1) προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται από προϊστάμενο άλλης γενικής διεύθυνσης του ιδίου Υπουργείου και ε) έναν (1) Ιατροδικαστή ως μέλος, με τον αναπληρωτή του, ο οποίος επιλέγεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 9Α, ο οποίος αναπληρώνεται από προϊστάμενο άλλης διεύθυνσης του ιδίου Υπουργείου.
Γραμματέας του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών ορίζεται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών με ισάριθμους αναπληρωτές τους, ορίζονται με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης για θητεία δύο (2) ετών, που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με απόφαση που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου λήγει την 31η Δεκεμβρίου των ετών των οποίων ο τελευταίος αριθμός είναι άρτιος. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.
Ο αναπληρωτής του προέδρου προεδρεύει σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προέδρου. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών.
Για τη διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 122 έως 140 του Μέρους Ε’ του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α’ 26).
Ο ιατροδικαστής μπορεί να παρίσταται ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών που κρίνει την πειθαρχική του υπόθεση αυτοπροσώπως ή με συμπαράσταση δικηγόρου ή μόνο δια δικηγόρου.
Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών ορίζονται ως εισηγητές με πράξη του προέδρου, μόνο μέλη αυτού, τακτικά ή αναπληρωματικά. Το Συμβούλιο ευρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τρία τουλάχιστον μέλη του, στα οποία απαραιτήτως πρέπει να περιλαμβάνεται ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη, οφείλουν να προσχωρήσουν σε μια από τις επικρατέστερες. Η ψηφοφορία των μελών γίνεται κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της απόφασης ορισμού τους. Δεν επιτρέπεται η αποχή από την ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος.
(Καταργείται)
Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από το παρόν άρθρο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί συλλογικών οργάνων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45).
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται η αποζημίωση των τακτικών και των αναπληρωματικών μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών, ανάλογα με τις συνεδριάσεις στις οποίες μετείχαν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
(Καταργείται)».
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών της παρ. 1 συγκροτείται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους Προσθήκη άρθρου 9Γ στον ν. 3772/2009 Στον ν. 3772/2009 (Α’ 112) προστίθεται άρθρο 9Γ ως εξής: «Άρθρο 9Γ Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναπτύσσει πληροφοριακό σύστημα, το οποίο τηρείται στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες με σκοπό τη διαχείριση των ιατροδικαστικών πράξεων. Το σύστημα περιλαμβάνει στις λειτουργίες του κατ’ ελάχιστον την ψηφιακή λήψη της παραγγελίας εξέτασης, τη δημιουργία ηλεκτρονικής καρτέλας υπόθεσης, την ψηφιακή καταχώρηση των ευρημάτων, καθώς και άλλων απαραίτητων στοιχείων, την καταγραφή αποστολής δειγμάτων σε τρίτους και την παραγωγή της ιατροδικαστικής έκθεσης.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται ο τρόπος εισαγωγής στο πληροφοριακό σύστημα των ευρημάτων από τους ιατροδικαστές κατά τη διάρκεια της εξέτασης, το είδος της διαδικτυακής εφαρμογής για τη διαχείριση των υποθέσεων και την επεξεργασία της ιατροδικαστικής έκθεσης, η ειδική εφαρμογή του εξοπλισμού καταγραφής των ευρημάτων, τα στοιχεία που καταχωρούνται ψηφιακά στο πληροφοριακό σύστημα, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος του παρόντος σε όλη την Επικράτεια. Μετά την έκδοση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες του Κράτους και οι λοιπές εμπλεκόμενες αρχές και υπηρεσίες λειτουργούν μόνο μέσω του πληροφοριακού συστήματος, σε διαφορετική περίπτωση ο υπαίτιος τελεί ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα.»
Άρθρο 45
Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή από ιατροδικαστή - Προσθήκη παρ. 2Α στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009
Στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009 (Α’ 112), περί εφαρμογής του Υπαλληλικού Κώδικα και διατηρούμενων διατάξεων, προστίθεται παρ. 2Α, ως εξής: «2Α. Ο ιατροδικαστής επιτρέπεται να ασκεί ιδιωτικό έργο επ’ αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) για ταρίχευση, αποτέφρωση σορού, άσκηση εκπαιδευτικού έργου και λοιπές δραστηριότητες που δεν συνδέονται με την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων και την ιδιότητά του. Η άσκηση ιδιωτικού έργου χωρίς αμοιβή απαγορεύεται.»
Η ταρίχευση σορού εντός του νεκροτομείου ιατροδικαστικής υπηρεσίας του κράτους επιτρέπεται μόνο αν αυτή προορίζεται για ιατροδικαστική διερεύνηση. Στην περίπτωση αυτή, καταβάλλεται από τον παραγγέλλοντα την ταρίχευση παράβολο ύψους τριάντα (30) ευρώ, το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, για τη χρήση του χώρου του νεκροτομείου και των υλικών της ταρίχευσης υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων, προς κάλυψη λειτουργικών δαπανών των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών.
Άρθρο 46
Κάλυψη κενών θέσεων Ιατροδικαστών στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Οι κενές θέσεις Ιατροδικαστών της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους για τα επόμενα δύο (2) ημερολογιακά έτη καλύπτονται από τον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού για την πλήρωση είκοσι μίας (21) κενών οργανικών θέσεων ιατροδικαστών που εκδόθηκε δυνάμει της υπ’ αρ. 31715/6.8.2021 προκήρυξης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΑΣΕΠ 45).
Άρθρο 47
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης εκδίδονται πρωτόκολλα ενεργειών της ιατροδικαστικής υπηρεσίας για τις περιπτώσεις μαζικών καταστροφών, εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ενδοοικογενειακής βίας, εγκλημάτων με θύματα ανηλίκους, καλής και ασφαλούς λειτουργίας του νεκροτομείου και των εργαστηρίων, διαχείρισης άγνωστων και αζήτητων σορών, καθώς και της εν γένει ιατροδικαστικής διερεύνησης. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι δείκτες ποιότητας των παρεχόμενων ιατροδικαστικών υπηρεσιών.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας Ιατροδικαστικού επαγγέλματος.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, συστήνεται ειδικό συμβούλιο ιατροδικαστών με αρμοδιότητα την επιλογή των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και ρυθμίζονται όλα τα αναγκαία θέματα για την επιλογή των ανωτέρω προϊσταμένων και την αξιολόγηση του προσωπικού τους. Με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του πρώτου εδαφίου τοποθετούνται ως προϊστάμενοι των ιατροδικαστικών υπηρεσιών που ασκούν αρμοδιότητες γενικής διεύθυνσης, διεύθυνσης και τμήματος ιατροδικαστές που διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία, λαμβανομένων υπόψη της ευδόκιμης υπηρεσίας, των τίτλων σπουδών, της γνώσης ξένων γλωσσών και της κατοχής μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων. Με όμοια απόφαση ορίζονται ως προϊστάμενοι των λοιπών οργανικών μονάδων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών υπάλληλοι που διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων του δευτέρου εδαφίου. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ (EUROJUST)
Άρθρο 48
Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η ενδυνάμωση της παρουσίας της χώρας στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (Eurojust), η εξιχνίαση μεγαλύτερου αριθμού υποθέσεων με διασυνοριακό χαρακτήρα και η εναρμόνιση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της Απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
Άρθρο 49
Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η τροποποίηση των κριτηρίων για την ανάληψη καθηκόντων των Εισαγγελέων στη Eurojust και η διεύρυνση του καταλόγου των αδικημάτων από την κοινή ομάδα έρευνας, μέσω της συμπερίληψης της διευκόλυνσης εισόδου και εξόδου από το ελληνικό έδαφος πολίτη τρίτης χώρας εκ κερδοσκοπίας από δύο ή περισσότερους δράστες.
Άρθρο 50
Επανακαθορισμός των προσόντων του εισαγγελικού λειτουργού για ανάληψη καθηκόντων στην Eurojust - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 1 ν. 3663/2008 Στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3663/2008 (Α’ 99), περί Εθνικού Μέλους στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (Eurojust), επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) τα εδάφια δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο αντικαθίστανται, β) το τρίτο εδάφιο καταργείται και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (EUROJUST), η οποία ιδρύθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002/187/ΔΕΥ της 28ης.2.2002 ΕΕ (ΕΕ L 63/6.3.2002), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2009/426/ΔΕΥ της 16ης.12.2008 (EE L 138/4.6.2009) και ανασυγκροτήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (EUROJUST) και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 295/21.11.2018), ορίζονται, με διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εξωτερικών ύστερα από απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, Εθνικό Μέλος, αναπληρωτής και βοηθός αυτού, εισαγγελικοί λειτουργοί. Το Εθνικό Μέλος κατέχει τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών. Ο αναπληρωτής αυτού πρέπει να κατέχει τον βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον τρία (3) έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτόν. Ο βοηθός πρέπει να κατέχει τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών και να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε (5) έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτόν. Στην περίπτωση προαγωγής του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή του ή του βοηθού στον επόμενο βαθμό, ενώ διαρκεί η θητεία τους στη EUROJUST, αυτή εξακολουθεί κανονικά έως τη λήξη της. Ο αναπληρωτής και ο βοηθός δύνανται να ενεργούν εξ ονόματος του Εθνικού Μέλους ή να αντικαθιστούν το Εθνικό Μέλος κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του, όταν κωλύεται και υπό τις οδηγίες του. Ο ορισμός του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή του και του βοηθού, ανακοινώνεται από τον Υπουργό Εξωτερικών στη EUROJUST και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίσημο ταχυδρομείο.»
Άρθρο 51
Διαδικασία διαβίβασης από το Εθνικό Μέλος στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (Eurojust) επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα Εναρμόνιση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 12 ν. 3663/2008 Η παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3663/2008 (Α’ 99), περί υποχρεώσεων του Εθνικού Μέλους, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Πριν το Εθνικό Μέλος διαβιβάσει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν παρασχεθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, σε θεσμικά και λοιπά όργανα, ή οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, εάν είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους και είναι σύμφωνο με τα άρθρα 55 και 56 του Κανονισμού 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 295), υποχρεούται να λάβει τη συγκατάθεση του κατά τόπον αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών. Η συγκατάθεση ανακαλείται ελεύθερα πριν από τον χρόνο διαβίβασης των δεδομένων.»
Άρθρο 52
Συμπερίληψη του εγκλήματος της διευκόλυνσης της εισόδου και εξόδου από το ελληνικό έδαφος πολίτη της χώρας Τροποποίηση άρθρου 13 ν. 3663/2008 Στο άρθρο 13 του ν. 3663/2008 (Α’ 99), περί κοινής ομάδας έρευνας, μετά από τις λέξεις «των εγκλημάτων» προστίθενται οι λέξεις «της διευκόλυνσης εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή εξόδου από το ελληνικό έδαφος πολίτη τρίτης χώρας (παρ. 4 του άρθρου 24 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81),» και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 13 διαμορφώνεται ως εξής: Κοινή ομάδα έρευνας είναι η ομάδα προσώπων, η οποία συγκροτείται για να διεξάγει έρευνα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διακρίβωση των εγκλημάτων της διευκόλυνσης εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή εξόδου από το ελληνικό έδαφος πολίτη τρίτης χώρας (παρ. 4 του άρθρου 24 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81), της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ν. 4139/2013, Α’ 74), της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ), των τρομοκρατικών πράξεων (άρθρο 187Α ΠΚ) και των εγκλημάτων που αναφέρονται στην περ. ε’ του άρθρου 2 του π.δ. 135/2013 (Α’ 209), ιδίως όταν: α) η έρευνα απαιτεί δυσχερείς και περίπλοκες ενέργειες συνδεδεμένες με άλλα κράτη μέλη, β) η φύση και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης απαιτεί συντονισμένη και εναρμονισμένη δράση στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.»
ΜΕΡΟΣ Ε’
ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
Άρθρο 53
Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η σύμμετρη κατανομή της δικαστικής ύλης μεταξύ των διοικητικών δικαστηρίων με τροποποιήσεις της καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας αυτών, με στόχο την αποτελεσματικότερη παροχή δικαστικής προστασίας, καθώς και την επιτάχυνση της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων.
Άρθρο 54
Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους αποτελούν η τροποποίηση:
- α) της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής
Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων,
- β) του άρθρου 205Α του ν. 4412/2016 (Α’ 147), περί της
δικαστικής επίλυσης των διαφορών που αναφύονται από συμβάσεις προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών,
- γ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977
(Α’ 268), περί των ακυρωτικών διαφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου,
- δ) της περ. ε) της παρ. 2 και της παρ. 4 του άρθρου 7
του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, περί της κατά τόπον αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,
- ε) της παρ. 1 του άρθρου 126Β του Κώδικα Διοικητικής
Δικονομίας,
- στ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 217 του Κώδικα
Διοικητικής Δικονομίας, περί της ανακοπής κατά των πράξεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης,
- ζ) του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας,
περί του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημόσιων εσόδων,
- η) των περ. α) και β) της παρ. 2 του άρθρου 219 του
Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, περί της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης, και
- θ) της παρ. 1 του άρθρου 220 του Κώδικα Διοικητικής
Δικονομίας, περί της προθεσμίας άσκησης ανακοπής στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Άρθρο 55
Εξαίρεση των διαφορών από δημόσιες συμβάσεις προμηθειών ή παροχής υπηρεσιών από την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου Επέκταση καθ’ ύλην αρμοδιότητας Τριμελούς Πρωτοδικείου σε φορολογικές και τελωνειακές διαφορές - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 6 και παρ. 1 άρθρου 126Β Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 και παρ. 1 του άρθρου 126Β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α), προστίθενται οι λέξεις «με εξαίρεση τις διαφορές από δημόσιες συμβάσεις προμηθειών ή παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες αρμόδιο είναι σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, το τριμελές πρωτοδικείο,», β) στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περ. β), οι λέξεις «εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000)», γ) στην περ. δ), οι λέξεις «του άρθρου 46 του ν. 4174/2013 (Α’ 170)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α’ 58)» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Η εκδίκαση: α) των διαφορών από δημόσιες συμβάσεις ανήκει, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο εφετείο, με εξαίρεση τις διαφορές από δημόσιες συμβάσεις προμηθειών ή παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες αρμόδιο είναι σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, το τριμελές πρωτοδικείο, β) των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο μονομελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο τριμελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο τριμελές εφετείο, γ) των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο, δ) των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 13 και 14 του ν. 2523/1997 (Α’ 179), των παρ. 5 και 6 (Α’ 265) και των περ. γ’, δ’ και ε’ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (Α’ 182), η οποία προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 3659/2008 (Α’ 77), ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως. Η παρ. 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 (Α’ 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), εφαρμόζεται για την εκδίκαση των προσφυγών αυτών. Αν πρόκειται για φορολογική ή τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περ. β’ και γ’, η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.»
Στην παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 126Β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, περί της ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης σε συμβούλιο των διαφορών από αγωγές για απαιτήσεις από δημόσιες συμβάσεις, οι λέξεις «αρμοδιότητας των διοικητικών εφετείων» διαγράφονται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Οι διαφορές από αγωγές για απαιτήσεις από την εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων υπόκεινται στη διαδικασία ενδοδικαστικής συμβιβαστικής επίλυσης σε συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους των επόμενων παραγράφων.»
Άρθρο 56
Αλλαγή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας επί διοικητικών διαφορών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για διαφορές από συμβάσεις προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών Τροποποίηση άρθρου 205Α ν. 4412/2016 Στο άρθρο 205Α του ν. 4412/2016 (Α’ 147), περί της δικαστικής επίλυσης των διαφορών που αναφύονται από συμβάσεις προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο πρώτο εδάφιο, i) η λέξη «Εφετείο» αντικαθίσταται από τη λέξη «Πρωτοδικείο» και ii) προστίθενται οι λέξεις «, το οποίο κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό» και αβ) στο τρίτο εδάφιο, η λέξη «Εφετείων» αντικαθίσταται από τη λέξη «Πρωτοδικείων», β) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 και στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3, η λέξη «Εφετείο» αντικαθίσταται από τη λέξη «Πρωτοδικείο», γ) στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 4, η λέξη «Εφετείου» αντικαθίσταται από τη λέξη «Πρωτοδικείου», δ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5, η λέξη «Εφετείων» αντικαθίσταται από τη λέξη «Πρωτοδικείων» και το άρθρο 205Α διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 205Α Δικαστική Επίλυση Διαφορών
Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο της Περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση, το οποίο κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν η σύμβαση εκτελείται στην Περιφέρεια δύο ή περισσότερων Διοικητικών Πρωτοδικείων, αρμόδιο καθίσταται αυτό που θα επιλέξει ο προσφεύγων ή ο ενάγων.
Πριν από την άσκηση της προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο προηγείται υποχρεωτικά η τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 205 ενδικοφανούς διαδικασίας, διαφορετικά η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς διαδικασίας αν ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης.
Η υπόθεση συζητείται σε δικάσιμο που ορίζεται όσο το δυνατόν συντομότερα. Αν ο φάκελος της υπόθεσης δεν αποσταλεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο από τη Διοίκηση, η συζήτηση αναβάλλεται σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση συζητείται με βάση τα στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων ή ο ενάγων, αν το ζητήσει ο ίδιος.
Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνονται σε μία (1) δικάσιμο. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Η απόφαση εκδίδεται το ταχύτερο. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου είναι αμέσως εκτελεστές.
Κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρ. 1 μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης δυσχερώς επανορθώσιμης, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους η ολική ή η εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης από τον διάδικο που έχει νικήσει. Για την αίτηση αποφαίνεται, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων, το αρμόδιο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο συγκροτείται από τρία (3) μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο εισηγητής της υπόθεσης. Η απόφαση της αναστολής μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο να ανακληθεί, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους έως και κατά την πρώτη συζήτηση της αναίρεσης.
Αν ο ανάδοχος της σύμβασης είναι κοινοπραξία, η προσφυγή ασκείται είτε από την ίδια είτε από όλα τα μέλη της, που μεταξύ τους στην περίπτωση αυτή υπάρχει αναγκαστική ομοδικία.»
Άρθρο 57
Μεταφορά ακυρωτικών διαφορών από το τριμελές διοικητικό εφετείο στο τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο - Τροποποίηση παρ. 1 και 1Α άρθρου 1 ν. 702/1977
Στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (Α’ 268), περί των ακυρωτικών διαφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α), αα) των ανώτατων στρατιωτικών», β) διαγράφονται οι περ. ι) και ιγ) και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις η περ. α) διαμορφώνεται ως εξής: «α) τον διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των ανωτάτων στρατιωτικών,».
Στην παρ. 1Α του άρθρου 1 του ν. 702/1977, προστίθενται περ. γ), δ) και ε) και η παρ. 1Α διαμορφώνεται ως εξής: «1Α. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακύρωσης ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν:
- α) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών εν γένει,
- β) την αποκατάσταση βλαβών επί των πάσης φύσεως
ή κατηγορίας δημοσίων έργων και ιδίως επί του οδικού δικτύου εν γένει, καθώς και την επιβολή της σχετικής δαπάνης σε βάρος των υπόχρεων προσώπων,
- γ) την έκδοση αδειών υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών, καθώς και την αφαίρεση παράνομων υπαίθριων
διαφημίσεων και επιγραφών και την επιβολή σχετικών προστίμων,
- δ) την εφαρμογή της αθλητικής νομοθεσίας,
- ε) τον διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση
των στρατιωτικών, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που τους συνδέει με τον φορέα τους, με την επιφύλαξη της περ. α) της παρ. 1.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΚΑΤΑ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Άρθρο 58
Κατά τόπον αρμοδιότητα επί φορολογικών διαφορών - Τροποποίηση περ. ε) παρ. 2 και παρ. 4 άρθρου 7 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
Η περ. ε) της παρ. 2 του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί της κατά τόπον αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αντικαθίσταται ως εξής: «ε) αν πρόκειται για φορολογικές διαφορές, εκείνο στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή εδρεύει το φορολογούμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα και σε περίπτωση φορολογικών διαφορών που αφορούν αλληλέγγυα ή εις ολόκληρον ευθύνη, εκείνο στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή εδρεύει το αρχικώς υπόχρεο φορολογούμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα,».
Στην παρ. 4 του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθενται οι λέξεις «ή εδρεύει», β) προστίθεται παραπομπή στην περ. ε’ και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Όταν η αρχή εδρεύει στην αλλοδαπή ή όταν στην αλλοδαπή κατοικεί ή εδρεύει ο διάδικος, στις περ. β’, ε’ και στ’ της παρ. 2, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Πρωτεύουσας.»
Άρθρο 59
Προσβαλλόμενες με την ανακοπή πράξεις Τροποποίηση περ. α) παρ. 1 άρθρου 217 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας Στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί της ανακοπής κατά των πράξεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης, προστίθενται οι λέξεις «ή της ατομικής ειδοποίησης» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά:
- α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου
ή της ατομικής ειδοποίησης,
- β) της κατασχετήριας έκθεσης,
- γ) του προγράμματος πλειστηριασμού,
- δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και
- ε) του πίνακα κατάταξης.»
Άρθρο 60
Καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα για την εκδίκαση ανακοπής κατά πράξεων διοικητικής εκτέλεσης - Αντικατάσταση άρθρου 218 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας Το άρθρο 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημόσιων εσόδων, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 218 Αρμόδιο δικαστήριο
Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το άρθρο 216 διαφορών είναι, στον πρώτο βαθμό, το μονομελές πρωτοδικείο, εφόσον η απαίτηση, για την οποία χωρεί η εκτέλεση, δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και το τριμελές πρωτοδικείο, εφόσον η εν λόγω απαίτηση υπερβαίνει το ποσό αυτό. Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των ανωτέρω διαφορών στον δεύτερο βαθμό είναι το μονομελές εφετείο, εφόσον η απαίτηση για την οποία χωρεί η εκτέλεση δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και το τριμελές εφετείο, εφόσον η εν λόγω απαίτηση υπερβαίνει το ποσό αυτό.
Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο σε πρώτο βαθμό είναι, σε περίπτωση ανακοπής κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης, ατομικής ειδοποίησης ή έκθεσης κατάσχεσης εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων, το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση ανακοπής, το δικαστήριο του τόπου της εκτέλεσης.» εκδίκαση ανακοπής κατά πράξεων διοικητικής εκτέλεσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 219 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας Στο πρώτο εδάφιο των περ. α) και β) της παρ. 2 του άρθρου 219 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης, οι λέξεις «της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της φορολογικής ή της τελωνειακής αρχής» και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 219 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 219 Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση
Προς άσκηση ανακοπής νομιμοποιείται εκείνος που έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον ή στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου.
Η ανακοπή στρέφεται:
- α) Στις περ. α’, β’, γ’ και δ’ της παρ. 1, καθώς και στην περ. β’
της παρ. 2 του άρθρου 217: κατά του Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της φορολογικής ή της τελωνειακής αρχής που επισπεύδει την εκτέλεση, στον οποίο και επιδίδεται η ανακοπή. Ειδικώς, στην περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 217, η ανακοπή κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου, και στον αρμόδιο για τον πλειστηριασμό υπάλληλο, καθώς και στον υπερθεματιστή.
- β) Στην περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 217: κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της φορολογικής ή της τελωνειακής αρχής που επισπεύδει την εκτέλεση. Στην περίπτωση
αυτή, η ανακοπή κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου, στον δανειστή του οποίου προσβάλλεται η κατάταξη και στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ,
- γ) Στην περ. Α’ της παρ. 2 του άρθρου 217: κατά του
τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.»
Άρθρο 62
Προσβαλλόμενες πράξεις των οποίων η κοινοποίηση εκκινεί την προθεσμία άσκησης ανακοπής - Εκπροσώπηση του Δημοσίου Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 220 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας Στην παρ. 1 του άρθρου 220 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί της προθεσμίας άσκησης ανακοπής στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α), προστίθενται οι λέξεις «ή της ατομικής ειδοποίησης», β) στην περ. γ), οι λέξεις «της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της φορολογικής ή της τελωνειακής αρχής» και η παρ. 1 μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις διαμορφώνεται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 2, η κατά το άρθρο 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, η οποία αρχίζει:
- α) στις περ. α’, β’ και δ’ της παρ. 1, από την επίδοση,
αλλιώς από την πλήρη γνώση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή της ατομικής ειδοποίησης, της κατασχετήριας έκθεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού, αντιστοίχως,
- β) στην περ. ε’ της παρ. 1, από την επίδοση της γραπτής πρόσκλησης του αρμόδιου για τον πλειστηριασμό
υπαλλήλου προς τους δανειστές, για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης,
- γ) στην περ. α’ της παρ. 2, από την επίδοση της δήλωσης του τρίτου ή την περιέλευση της σχετικής έκθεσης
του ειρηνοδίκη, στον προϊστάμενο της φορολογικής ή της τελωνειακής αρχής που επισπεύδει την εκτέλεση,
- δ) στην περ. β’ της παρ. 2, από την περιέλευση στο σύνδικο, του πίνακα των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου
χρεών του οφειλέτη, ενώ
- ε) σε κάθε άλλη περίπτωση άσκησης ανακοπής, από
την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης.»
ΜΕΡΟΣ ΣΤ’
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 63
Ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ένστολου προσωπικού της Δικαστικής Αστυνομίας - Αντικατάσταση υποπερ. ββ) και προσθήκη υποπερ. βδ) στην περ. β) παρ. 2 άρθρου 4 του ν. 4963/2022 Στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4963/2022 (Α’ 149), περί αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης και των περιφερειακών υπηρεσιών της Δικαστικής Αστυνομίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι υποπερ. βα) και
- ββ) αντικαθίστανται, β) προστίθεται υποπερ. βδ) και η
περ. β) διαμορφώνεται ως εξής: «β. Για τις περιφερειακές υπηρεσίες Δικαστικής Αστυνομίας αστυνομικού τομέα:
- βα) η επίδοση δικογράφων και διαδικαστικών εγγράφων, με φυσικό τρόπο ή με ηλεκτρονικά μέσα, με
ανάλογη πιστοποίηση με την προβλεπόμενη για τους δικαστικούς υπαλλήλους ή επιμελητές δικαστηρίων,
- ββ) η εκτέλεση των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, ενταλμάτων σύλληψης και η σύλληψη δράστη
αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος σύμφωνα με το άρθρο 275 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96),
- βγ) η ευταξία των δικαστικών συνεδριάσεων και η φύλαξη των δικαστικών καταστημάτων,
- βδ) η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης και ανακριτικών πράξεων, κατόπιν εισαγγελικής
παραγγελίας ή παραγγελίας του ανακριτή, από τους φέροντες τουλάχιστον τον βαθμό του υπαρχιφύλακα της Δικαστικής Αστυνομίας, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του γενικού ανακριτικού υπαλλήλου.»
Άρθρο 64
Αμοιβή επιτροπών για τη διενέργεια ψυχομετρικών, αθλητικών και υγειονομικών εξετάσεων του διαγωνισμού για το προσωπικό του αστυνομικού τομέα της Δικαστικής Αστυνομίας
Για τα μέλη των επιτροπών που απασχολήθηκαν στις προκαταρκτικές υγειονομικές, αθλητικές και ψυχομετρικές (Α.Δ.Α.: Ψ52Η46ΜΤΛΒ-Ε08) απόφαση του προϊσταμένου του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, καθορίζεται αποζημίωση, ως εξής:
- α) πρόεδροι, εφάπαξ αποζημίωση τετρακοσίων (400)
ευρώ,
- β) μέλη, εφάπαξ αποζημίωση τριακοσίων (300) ευρώ,
- γ) γραμματείς, εφάπαξ αποζημίωση διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Σε περίπτωση αναπλήρωσης, η αποζημίωση που προβλέπεται για το τακτικό μέλος επιμερίζεται αναλογικά κατά το μέρος της συμμετοχής του τακτικού και του αναπληρωματικού μέρους, αντίστοιχα, την οποία βεβαιώνει ο Πρόεδρος της Επιτροπής.
Η εν λόγω αποζημίωση καταβάλλεται από τη Διεύθυνση Προϋπολογισμού και Οικονομικής Διαχείρισης του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Άρθρο 65
Αντιποίηση φυσικοθεραπευτικού επαγγέλματος - Αντικατάσταση άρθρου 118 ν. 4600/2019 Το άρθρο 118 του ν. 4600/2019 (Α’ 43), περί αντιποίησης φυσικοθεραπευτικού επαγγέλματος, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 118 Αντιποίηση φυσικοθεραπευτικού επαγγέλματος
Όποιος χρησιμοποιεί τον τίτλο του φυσικοθεραπευτή, χωρίς να διαθέτει πτυχίο ή αναγνωρισμένο τίτλο σπουδών φυσικοθεραπευτή και χωρίς να διαθέτει τα προβλεπόμενα για την άσκηση της φυσικοθεραπείας προσόντα, εκτελεί πράξεις αρμοδιότητας φυσικοθεραπευτή ή διαφημίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, την εκτέλεση φυσικοθεραπευτικών πράξεων από τον ίδιο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως τρία (3) έτη και με χρηματική ποινή έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Η επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος του πρώτου εδαφίου συνιστά επιβαρυντική περίσταση.
Όποιος, ενώ διαθέτει πτυχίο ή αναγνωρισμένο τίτλο σπουδών φυσικοθεραπευτή,
- α) ασκεί το επάγγελμα του φυσιοθεραπευτή, ή
- β) λειτουργεί είτε ατομικά είτε ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρίας εργαστήριο φυσικοθεραπείας, χωρίς να
διαθέτει:
- βα) την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις του νόμου βεβαίωση άσκησης του επαγγέλματος αυτού, ή
- ββ) βεβαίωση λειτουργίας εργαστηρίου φυσικοθεραπείας ή
- βγ) η βεβαίωση που του είχε χορηγηθεί ανακλήθηκε, ή
- βδ) η ισχύς της έχει ανασταλεί, ή
- βε) αυτός είναι συνταξιούχος,
τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ένα (1) έτος και χρηματική ποινή έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.
Στα αδικήματα των παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται τα άρθρα 417 έως 427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί πλημμελημάτων που καταλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω.
O Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών δικαιούνται διά τoυ Προέδρου του ή των νόμιμων αναπληρωτών αυτού, να δηλώνει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας σε ποινικές δίκες για τα αδικήματα του παρόντος.»
Άρθρο 66
Αντιποίηση ιατρικού λειτουργήματος - Τροποποίηση άρθρου 339 ν. 4512/2018 Στο άρθρο 339 του ν. 4512/2018 (Α’ 5), περί αντιποίησης ιατρικού λειτουργήματος, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 1 αντικαθίσταται, β) η πρώτη παράγραφος που έχει αριθμηθεί ως παρ. 2 διαγράφεται,
- γ) στην παρ. 2 που αρχίζει με τις λέξεις «Θεωρείται ως
θεραπευτική επέμβαση» διαγράφεται η λέξη «ίδιες», δ) η παρ. 3 αντικαθίσταται, ε) προστίθενται παρ. 4 και 5 και το άρθρο 339 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 339 Αντιποίηση ιατρικού λειτουργήματος
Όποιος χρησιμοποιεί τον τίτλο του ιατρού χωρίς να κατέχει πτυχίο ιατρικής σχολής ημεδαπού πανεπιστημίου ή αναγνωρισμένο πτυχίο αλλοδαπού πανεπιστημίου και χωρίς να διαθέτει τα προβλεπόμενα προσόντα προς άσκηση της ιατρικής, επιλαμβάνεται, είτε με προσωπικές ενέργειες είτε με προφορικές ή γραπτές συμβουλές, ακόμα και με την παρουσία ιατρού, της διάγνωσης ή θεραπείας ασθενών ή διαφημίζει και προβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο την εκτέλεση πάσης φύσης ιατρικών πράξεων από τον ίδιο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως τρία (3) έτη και με χρηματική ποινή έως εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ. Η επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος του πρώτου εδαφίου θεωρείται επιβαρυντική περίσταση.
Θεωρείται ως θεραπευτική επέμβαση και τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 κάθε πράξη, η οποία τελείται για αισθητικούς λόγους, όταν για αυτή χρησιμοποιούνται χειρουργικά μέσα ή μηχανήματα, τα οποία με φυσικούς ή χημικούς παράγοντες μπορούν να συντελέσουν στον καθορισμό διάγνωσης ή στην εφαρμογή θεραπείας.
Όποιος, ενώ είναι πτυχιούχος ιατρικής σχολής ημεδαπού Πανεπιστημίου ή άλλης ισότιμης Πανεπιστημιακής Σχολής αλλοδαπού πανεπιστημίου, ασκεί την ιατρική χωρίς την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις του νόμου άδεια ιατρικού επαγγέλματος ή ασκεί την ιατρική, ενώ η χορηγηθείσα σε αυτόν άδεια ανακλήθηκε ή βρίσκεται υπό αναστολή ή αυτός είναι συνταξιούχος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ένα (1) έτος και χρηματική ποινή έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
Με τις ποινές της παρ. 3 τιμωρείται και όποιος, χωρίς να διαθέτει έγκυρη και σε ισχύ βεβαίωση λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας ή Ιδιωτικών Κλινικών, χρησιμοποιεί τον όρο «ιατρικός», καθώς και οποιοδήποτε παράγωγο ή σύνθετο όρο που περιέχει τη λέξη «ιατρική» για την παροχή υπηρεσιών υγείας.
Τα πλημμελήματα του παρόντος διώκονται σύμφωνα με τα άρθρα 417 έως 427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί πλημμελημάτων που καταλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω.» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για αδικήματα κιβδηλείας - Τροποποίηση άρθρου 54 ν. 4443/2016 (άρθρο 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/2808) Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 54 του ν. 4443/2016 (Α’ 232), περί τήρησης στατιστικών στοιχείων και δεδομένων από τις εισαγγελίες πρωτοδικών της Επικράτειας, οι λέξεις «Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία τουλάχιστον κάθε δύο (2) έτη τα διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή» διαγράφονται και το άρθρο 54 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 54 (άρθρο 11 της Οδηγίας) Οι αρμόδιες υπηρεσίες κάθε Εισαγγελίας Πρωτοδικών ανά την Επικράτεια τηρούν κατ’ έτος στατιστικά στοιχεία και δεδομένα ως προς: α) τον αριθμό και το είδος των αξιόποινων πράξεων των άρθρων 207 έως 211 ΠΚ που διαπράττονται στη χώρα, β) τον αριθμό των προσώπων κατά των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα ως άνω εγκλήματα,
- γ) τις ποινές που επιβλήθηκαν στα πρόσωπα που καταδικάσθηκαν για τα ίδια εγκλήματα. Τα δεδομένα αυτά οι ανωτέρω εισαγγελικές υπηρεσίες διαβιβάζουν κατ’ έτος στην
αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.»
Άρθρο 68
Ορισμός Εισαγγελέα και Ανακριτή Ανηλίκων - Τροποποίηση παρ. 1 και 5 άρθρου 30 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στo άρθρο 30 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί ανακριτών και δικαστών ανηλίκων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με απόφαση» και οι λέξεις «ή του δικαστή» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ή με πράξη του δικαστή» και
- αβ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «ορίζονται ο ανακριτής
ανηλίκων και ο εισαγγελέας ανηλίκων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, ορίζεται ο ανακριτής ανηλίκων», β) στην παρ. 5, βα) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με απόφαση του οικείου τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριo» και ββ) στο τρίτο εδάφιο διαγράφονται οι λέξεις «προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από» και το άρθρο 30 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 30 Ανακριτές και δικαστές ανηλίκων
Ανακριτές στα πλημμελειοδικεία ορίζονται για μια τριετία πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024 (Α’ 65), με απόφαση του οικείου τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και γνώμη του οικείου εισαγγελέα εφετών. Με την ίδια διαδικασία, ορίζεται ο ανακριτής ανηλίκων του πλημμελειοδικείου και του εφετείου για θητεία δύο (2) ετών. Για την ανάθεση καθηκόντων ανακριτή συνεκτιμώνται η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου ή διδακτορικού διπλώματος στο ποινικό δίκαιο και η αποδεδειγμένα πολύ καλή γνώση μίας (1) τουλάχιστον ξένης γλώσσας και ιδίως της αγγλικής. Ειδικά στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ως ανακριτές ορίζονται για μία τριετία πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024 με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτών ως παρέδρων πρωτοδικείου και, σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, ορίζονται ως ανακριτές οι κατά τον διορισμό αρχαιότεροι. Στα λοιπά δικαστήρια πλημμελειοδικών οι ανακριτές ορίζονται μεταξύ των προέδρων πρωτοδικών και των αρχαιότερων πρωτοδικών της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024, εφόσον δεν έχουν ασκήσει στο παρελθόν καθήκοντα ανακριτή στο ίδιο δικαστήριο ή σε άλλο και η υπηρεσία τους είναι συνεχόμενη.
Σε υποθέσεις επείγουσες ή που απαιτούν ιδιαίτερη ή μακρόχρονη έρευνα, το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο μπορούν, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών, να ορίσουν επίκουρο ανακριτή έναν πρόεδρο πρωτοδικών ή περισσότερους πρωτοδίκες της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024, εφόσον το ζητήσει ο ανακριτής.
Αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ή έπαψε να υπηρετεί ο ανακριτής και δεν μπορεί άλλος ανακριτής να τον αναπληρώσει, το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το πρωτοδικείο ορίζει ως ανακριτή έναν (1) πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024 για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Ο αριθμός των ανακριτών που υπηρετεί σε κάθε Πρωτοδικείο, προσδιορίζεται ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, από την ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου. Στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, δύνανται να δημιουργούνται κατά περίπτωση, με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του πρωτοδικείου της έδρας, Ανακριτικά Τμήματα Διεθνούς Δικαστικής Συνδρομής και Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, προς διεκπεραίωση των υποβαλλομένων εισαγγελικών παραγγελιών, με αντικείμενο την εκτέλεση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής και ευρωπαϊκών εντολών έρευνας. Ο ως άνω Ανακριτής Διεθνούς Δικαστικής Συνδρομής και Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, επιλέγεται, με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του πρωτοδικείου, μεταξύ των δικαστών της παρ. 1 που υπηρετούν σε αυτό και μπορεί σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες να τυγχάνει αποκλειστικής απασχόλησης. Για τη γραμματειακή υποστήριξη του Ανακριτή Διεθνούς Δικαστικής Συνδρομής και Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας, συγκροτείται Γραφείο Διεθνών Δικαστικών Συνδρο
Δικαστές ανηλίκων στα πλημμελειοδικεία ορίζονται για δύο (2) έτη ένας ή περισσότεροι πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες της γενικής επετηρίδας της περ. δ) του άρθρου 3 του ν. 5108/2024 με απόφαση του οικείου τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριo. Με την ίδια διαδικασία ορίζεται ο δικαστής ανηλίκων του Εφετείου. Σε όσα δικαστήρια υπηρετούν περισσότεροι από είκοσι (20) δικαστές, οι δικαστές ανηλίκων ορίζονται με απόφαση της ολομέλειας του δικαστηρίου. Για τον ορισμό στη θέση του δικαστή και του εισαγγελέα ανηλίκων αξιολογείται η προηγούμενη συμμετοχή σε ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης που οργανώνει η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) ή η κατοχή διδακτορικού διπλώματος ή μεταπτυχιακού τίτλου στο ειδικό αντικείμενο.
Ο ανακριτής και ο δικαστής ανηλίκων ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο ορίστηκαν, μέχρι την αντικατάστασή τους ή την ανανέωση της θητείας τους. Πριν από την πάροδο του παραπάνω χρονικού διαστήματος, απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους με τη διαδικασία της παρ. 1 ή κατά περίπτωση της παρ. 5, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Η θητεία του ανακριτή και του εισαγγελέα ανηλίκων μπορεί να ανανεώνεται με αίτηση αυτού και με απόφαση του ορίζοντος αυτόν οργάνου για ένα (1) ακόμη έτος. Η θητεία του δικαστή ανηλίκων και του ανακριτή ανηλίκων μπορεί να ανανεώνεται με τον ίδιο τρόπο για δύο (2) ακόμη έτη.»
Άρθρο 69
Εναρμόνιση πεδίου εφαρμογής με την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του ν. 5108/2024 - Τροποποίηση περ. β) άρθρου 40 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στην περ. β) του άρθρου 40 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί πεδίου εφαρμογής του Τμήματος Δεύτερου του Κώδικα, περί κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, διαγράφονται οι λέξεις «στους ειρηνοδίκες, πταισματοδίκες και δόκιμους ειρηνοδίκες,» και το άρθρο 40 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 40 Πεδίο εφαρμογής Το παρόν Τμήμα εφαρμόζεται:
- α) Στον Πρόεδρο, στους αντιπροέδρους, συμβούλους,
παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας,
- β) στον Πρόεδρο, στον Εισαγγελέα, στους αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, στους αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, στους πρόεδρους και
εισαγγελείς εφετών, στους εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών, στους προέδρους και εισαγγελείς πρωτοδικών, στους πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών, στους παρέδρους πρωτοδικείων και παρέδρους εισαγγελίας,
- γ) στον Πρόεδρο, στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, στους αντιπροέδρους, στον Επίτροπο της Επικρατείας, στους συμβούλους, αντεπιτρόπους, παρέδρους,
εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο,
- δ) στον Γενικό Επίτροπο, στον Επίτροπο και στους
αντεπιτρόπους της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στους προέδρους εφετών, εφέτες, προέδρους πρωτοδικών, πρωτοδίκες και παρέδρους πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.»
Άρθρο 70
Ορκωμοσία δικαστικών λειτουργών Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 41 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στην παρ. 6 του άρθρου 41 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί διορισμού δικαστικών λειτουργών, διαγράφεται το πέμπτο εδάφιο, και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Ο διοριζόμενος δικαστικός λειτουργός ορκίζεται ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο τοποθετείται ως δόκιμος, σε δημόσια συνεδρίασή του. Οι αντεπίτροποι της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ορκίζονται ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι δικαστικοί λειτουργοί που διορίζονται στον βαθμό του αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 84 ορκίζονται ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ορκίζονται ενώπιον της ολομέλειας των δικαστηρίων αυτών.»
Άρθρο 71
Εναρμόνιση αναδιορισμού δικαστικών λειτουργών με τον ν. 5108/2024 - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 46 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 46 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί αναδιορισμού δικαστικών λειτουργών, οι λέξεις «, του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων και του ειρηνοδίκη Α’ τάξης σε κενή θέση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων σε κενή θέση» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Επιτρέπεται ο αναδιορισμός του δικαστικού λειτουργού που παραιτήθηκε για οποιονδήποτε λόγο ή απολύθηκε λόγω σωματικής ανικανότητας μέχρι και τον βαθμό του παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, του εφέτη και την οποία έχει αποχωρήσει. Εκείνος που παραιτήθηκε ή απολύθηκε, πρέπει να:
- α) ζητήσει τον αναδιορισμό του μέσα σε τρία (3) έτη
από την έξοδό του από την υπηρεσία,
- β) έχει όλα τα προσόντα που απαιτούνται για τον διορισμό δικαστικού λειτουργού πλην της ηλικίας,
- γ) μην καταλαμβάνεται από τα κωλύματα διορισμού
του άρθρου 44 και
- δ) έχει τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσία.»
Άρθρο 72
Περιορισμός των πόλεων που εξαιρούνται από την εφαρμογή των κωλυμάτων εντοπιότητας Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 49 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 49 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί κωλυμάτων εντοπιότητας δικαστικών λειτουργών, διαγράφονται οι λέξεις «, Ηρακλείου, Βόλου, Ιωαννίνων, Τρικάλων, Χαλκίδας, Σερρών, Αλεξανδρούπολης, Ξάνθης, Κατερίνης, Καλαμάτας, Καβάλας, Χανίων, Λαμίας, Αγρινίου, Κομοτηνής, Μυτιλήνης, Κέρκυρας, Ρόδου και Κοζάνης» και η παρ. 6, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής: «6. Δεν επιτρέπεται η υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε δικαστήριο ή εισαγγελία στην περιφέρεια του οποίου είναι διορισμένος ως δικηγόρος σύζυγος ή πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή συγγενής του μέχρι δεύτερου βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, όσο διαρκεί ο γάμος ή το σύμφωνο συμβίωσης. Το κώλυμα αυτό δεν ισχύει για τα δικαστήρια των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πάτρας και Λάρισας.»
Άρθρο 73
Περικοπή μισθού δικαστικών λειτουργών Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 50 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στην παρ. 4 του άρθρου 50 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί περικοπής του μισθού δικαστικού λειτουργού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) τα εδάφια πρώτο και δεύτερο αντικαθίστανται,
- β) στο πέμπτο εδάφιο προστίθενται οι λέξεις «, χωρίς τη
συμμετοχή του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εξέδωσε την πράξη» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Στην περίπτωση της παρ. 3 ο μισθός περικόπτεται με πράξη του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία ορίζεται, αναλόγως με τη μη παροχή υπηρεσίας, το χρονικό διάστημα για το οποίο περικόπτεται ο μισθός. Ειδικώς στην περίπτωση δικαστικών λειτουργών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των μελών της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο μισθός περικόπτεται με πράξη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ο αρμόδιος για την περικοπή του μισθού καλεί, πριν από την έκδοση της πράξης εγγράφως τον δικαστικό λειτουργό να εκφράσει τις απόψεις του. Η εκτέλεση της πράξης δεν αναστέλλεται για οποιονδήποτε λόγο. Ο δικαστικός λειτουργός στον οποίο αφορά η πράξη, μπορεί μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση της πράξης σε αυτόν, να ασκήσει προσφυγή κατ’ αυτής ενώπιον του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα, χωρίς τη συμμετοχή του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εξέδωσε την πράξη. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής, το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο εξαφανίζει την πράξη της περικοπής, ενώ διατάσσεται η απόδοση σε αυτόν του μισθού που περικόπηκε.»
Άρθρο 74
Εναρμόνιση τοποθετήσεων και προαγωγών δικαστικών λειτουργών με τον ν. 5108/2024 Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 59 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 59 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί τοποθετήσεων και προαγωγών δικαστικών λειτουργών, διαγράφονται οι λέξεις «ή, προκειμένου περί ειρηνοδικών, από τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών υπηρεσίας,» και «ή προκειμένου ειδικά για προαγωγή ειρηνοδικών, στον χρόνο συμπλήρωσης των απαιτούμενων ετών υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 90» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Οι προαγωγές των δικαστικών λειτουργών μέχρι τον βαθμό του συμβούλου της Επικρατείας, του αρεοπαγίτη και του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Επιτρόπου και του αντεπιτρόπου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και του Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και ο διορισμός σε θέση αντεπιτρόπου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και αντεπιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου προκαλείται με ερώτημα του Υπουργού το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την κένωση ή την κατανομή νέων θέσεων στα οικεία δικαστήρια ή εισαγγελίες και η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού ανατρέχει στον χρόνο κατανομής ή κένωσης της θέσης. Θέση που κενώνεται λόγω προαγωγής ή διορισμού, σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, λογίζεται κενωθείσα από την επομένη της ημερομηνίας υπογραφής του οικείου προεδρικού διατάγματος προαγωγής του κατέχοντος προαγωγή των ανώτερων από αυτούς ανατρέχει στον χρόνο κένωσης των θέσεων που καταλαμβάνουν, η προαγωγή των υπολοίπων λογίζεται από την ημερομηνία υπογραφής του προεδρικού διατάγματος προαγωγής τους. Ειδικά για την πλήρωση των κενών που προβλέπεται ότι προκύπτουν στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, το ερώτημα αποστέλλεται το αργότερο εντός του Απριλίου. Στην περίπτωση αυτή, όλες οι προαγωγές ανατρέχουν στην 1η Ιουλίου κάθε έτους.»
Άρθρο 75
Ίδρυση γραφείων γραμματείας επιθεώρησης στις Εισαγγελίες - Αντικατάσταση παρ. 3 άρθρου 94 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Η παρ. 3 του άρθρου 94 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί περιφερειών επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στην έδρα του μεγαλύτερου από τα εφετεία και της μεγαλύτερης από τις Εισαγγελίες Εφετών κάθε περιφέρειας, καθώς και στην έδρα του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ιδρύονται Γραφεία Γραμματείας Επιθεώρησης, στα οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με αποκλειστική απασχόληση, ένας ή περισσότεροι γραμματείς από το προσωπικό των δικαστηρίων της έδρας του Εφετείου, της Εισαγγελίας Εφετών, του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, αντίστοιχα.»
Άρθρο 76
Εναρμόνιση των βαθμών των δικαστικών λειτουργών που ασκούν δημόσια υπηρεσία διοικητικής φύσης με τον ν. 5108/2024 Τροποποίηση παρ. 1 και 2 άρθρου 126 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών Στο άρθρο 126 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί άσκησης δημόσιας υπηρεσίας διοικητικής φύσεως, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «, πάρεδροι εισαγγελίας και δόκιμοι ειρηνοδίκες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και πάρεδροι εισαγγελίας» και β) στην παρ. 2, στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «, εισαγγελέας και αντεισαγγελέας πρωτοδικών και ειρηνοδίκης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και εισαγγελέας και αντεισαγγελέας πρωτοδικών» και οι παρ. 1 και 2 διαμορφώνονται ως εξής: «1. Δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, πάρεδροι πρωτοδικείου των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και πάρεδροι εισαγγελίας, οι οποίοι μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας κρίνονται από το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μη διοριστέοι σε θέση ισόβιου δικαστικού λειτουργού, διορίζονται χωρίς διαγωνισμό σε ανάλογη προς τα προσόντα τους θέση διοικητικού υπαλλήλου, εφόσον έχουν τα προσόντα που προβλέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα και κρίνονται επαρκείς προς τούτο με την περί απόλυσής τους απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο διαλαμβάνει στην απόφασή του, αν ο κρινόμενος είναι επαρκής για την άσκηση διοικητικής φύσεως δημόσιας υπηρεσίας. Σε καταφατική περίπτωση ο κρινόμενος δικαιούται να ζητήσει εντός μηνός από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του συμβουλίου, με αίτησή του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τον διορισμό του στη γραμματεία των δικαστηρίων ή των εισαγγελιών ή σε δημόσια διοικητική θέση, πλην των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων. Η αίτηση γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζονται οι δημόσιες υπηρεσίες στις οποίες μπορεί να διορισθεί ο αιτών, συνιστώμενης ανάλογης θέσης, εφόσον δεν υπάρχει κενή, ο βαθμός με τον οποίο διορίζεται, ανάλογα με τα προσόντα του, ο τρόπος καθορισμού της σειράς που λαμβάνει και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Ο απολυόμενος δικαιούται να διορισθεί δικηγόρος στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη ή στην περιφέρεια οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου επιθυμεί, εκτός από εκείνα στα οποία υπηρέτησε μέχρι την απόλυσή του, εφόσον είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δικηγόρου προ του διορισμού του.
Πάρεδρος και εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφέτης, πρόεδρος πρωτοδικών και πρωτοδίκης των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αντεισαγγελέας εφετών και εισαγγελέας και αντεισαγγελέας πρωτοδικών που παραλείπεται να προαχθεί για τρίτη τουλάχιστον φορά λόγω ανεπάρκειας, εάν μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παράλειψης μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, παραπέμπεται υποχρεωτικά με το ερώτημα της οριστικής παύσης λόγω ανεπάρκειας στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης, τηρούμενης της διαδικασίας του άρθρου 72. Αν το δικαστήριο αποφασίσει την οριστική παύση, διαλαμβάνει συγχρόνως στην απόφασή του, αν ο κρινόμενος επαρκεί για την άσκηση δημόσιας, διοικητικής φύσεως υπηρεσίας. Σε καταφατική περίπτωση ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 1.»
Άρθρο 77
Τοπική αρμοδιότητα δικαστηρίων κατ’ έφεση - Τροποποίηση του άρθρου 14 του ν. 5108/2024 Στην παρ. 13 του άρθρου 14 του ν. 5108/2024 (Α’ 65), περί των μεταβατικών διατάξεων του Μέρους Α’ του νόμου αυτού, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο, και η παρ. 13 διαμορφώνεται ως εξής: «13. Στις περιπτώσεις μεταβολής της τοπικής αρμοδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 6, εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με το άρθρο 76, έχει γίνει επίδοση κλητήρι 31.12.2024 ή η εκδίκασή τους έχει διακοπεί για μετά την ανωτέρω ημερομηνία, εκδικάζονται από το δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί. Οι υπόλοιπες υποθέσεις, καθώς και όσες έχουν αναβληθεί για οποιαδήποτε αιτία σε δικάσιμο μετά την ανωτέρω ημερομηνία, αποσύρονται και με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα, η οποία επιδίδεται στον κατηγορούμενο, προσδιορίζονται προς εκδίκαση στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο. Εφέσεις κατά αποφάσεων δικαστηρίων των οποίων μεταβλήθηκε η τοπική αρμοδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 6 εκδικάζονται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που ήταν αρμόδιο μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος. Εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με το άρθρο 76, έχει γίνει επίδοση κλητήριου θεσπίσματος για να δικαστούν από τη μεταβατική έδρα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπετσών και οι οποίες έχουν προσδιοριστεί προς εκδίκαση μέχρι τις 31.12.2024 εκδικάζονται από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σπετσών στο οποίο συμμετέχουν δικαστικοί λειτουργοί του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς.»
Άρθρο 78
Έκθεση Επιθεώρησης και πρώτη είσοδος στη γενική επετηρίδα - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 8 και προσθήκη παρ. 17 στο άρθρο 14 του ν. 5108/2024
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)