Νόμοι — ΦΕΚ A' 100/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 100 14 Μαΐου 2007
Τροποποίηση του π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110/Α΄) με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο ν. 489/1976 «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης» (ΦΕΚ 331/Α΄) και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 1
Στο άρθρο 1 του π.δ. 237/1986, η περίπτωση θ΄ αντικαθίσταται, ως εξής: «θ) Κέντρο Πληροφοριών είναι οργανική μονάδα της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης που ορίζεται στο άρθρο 27β του παρόντος.»
Στο άρθρο 1 του π.δ. 237/1986 προστίθεται περίπτωση ι΄, ως εξής: «ι) Ενοποιημένη Συμφωνία του Συμβουλίου των Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης (Internal Regulations of the Council of Bureaux – Reglement General du Conseil des Bureaux, L 192/23 – 31.7.2003), είναι η συμφωνία η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 της οδηγίας 72/166/ΕΚ του Συμβουλίου της 24ης Απριλίου 1972 (L103), ενσωμάτωσε και αντικατέστησε, από την 1η Αυγούστου 2003, δυνάμει της από 28/7/2003 απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (L 192), το σύνολο των διατάξεων της Σύμβασης Ενιαίου Τύπου μεταξύ Γραφείων και της Πολυμερούς Σύμβασης Εγγυήσεως.»
Άρθρο 2
H παράγραφος 2 του άρθρου 2 του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Αυτοκίνητο όχημα που έχει τον τόπο της συνήθους στάθμευσής του στην Ελληνική Επικράτεια και εξέρχεται από τα όρια αυτής, πρέπει να εφοδιάζεται με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα) που ισχύει τουλάχιστον στο έδαφος των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών του Ενιαίου Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.) και των λοιπών κρατών, των οποίων τα Εθνικά Γραφεία Διεθνούς Ασφάλισης δεσμεύονται να εφαρμόζουν το τμήμα ΙΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας.»
Στο άρθρο 2 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Το αυτοκίνητο όχημα που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, αν πρόκειται να κυκλοφορήσει στο έδαφος τρίτων χωρών που δεν ανήκουν στον Ε.Ο.Χ., πρέπει να είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), που ισχύει στις χώρες αυτές σύμφωνα με το τμήμα ΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας. Αν δεν τηρηθεί η υποχρέωση του προηγούμενου εδαφίου, ο κύριος, ο κάτοχος και ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ευθύνονται, εις ολόκληρον, έναντι του ασφαλιστή και του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα.»
Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του π.δ. 237/1986 καταργείται και η παράγραφος 6 του ίδιου άρθρου αναριθμείται ως παράγραφος 5.
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του π.δ. 237/1986 η φράση «….συμπληρωματική συμφωνία» αντικαθίσταται με τη φράση «Ενοποιημένη Συμφωνία − τμήμα ΙΙΙ».
Άρθρο 3
Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του π.δ. 237/ 1986 προστίθενται εδάφια δ΄ και ε΄ ως εξής: «δ) Ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, κατά την τιμολόγηση των υπηρεσιών του, όταν συνάπτεται ή ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης, να επιβάλλει επιπλέον ασφάλιστρο με βάση τα αναφερόμενα στο ασφαλιστήριο και ισχύοντα, γενικώς, για τους ασφαλισμένους του, αντικειμενικά κριτήρια, στις περιπτώσεις που: αα) ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου οχήματος έχει υποβάλει δήλωση με την οποία αποδέχεται την υπαιτιότητά του ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, ββ) ο ασφαλιστής έχει καταβάλει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, σε πρόσωπο που ενεπλάκη σε ατύχημα με τον ασφαλισμένο του.
- ε) Κατά τον προσδιορισμό των ασφαλίστρων για υλικές
ζημίες του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψιν η τρέχουσα αξία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου οχήματος, η οποία υπολογίζεται με βάση τον τύπο και την παλαιότητά του. Αν ο ασφαλιστής επιβάλλει ασφάλιστρο, το ποσό του οποίου δεν αναλογεί στην πραγματική αξία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου οχήματος, το πέραν της αξίας αυτής ποσό επιστρέφεται στον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο με το νόμιμο τόκο. Αν δεν επιστραφεί από τον ασφαλιστή το ποσό αυτό, ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί να επιβάλλει σε βάρος του ασφαλιστή πρόστιμο μέχρι τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ.»
Άρθρο 4
Μετά το άρθρο 6 του π.δ. 237/1986 προστίθενται νέα άρθρα 6α και 6β, ως εξής: «Άρθρο 6α
Η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης πριν από την έκδοση του ασφαλιστηρίου προϋποθέτει σύμβαση προσωρινής κά2219 κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 5. Η προσωρινή βεβαίωση ισχύει μέχρι την έκδοση του ασφαλιστηρίου και, σε κάθε περίπτωση, μέχρι τριάντα (30) ημέρες από την έκδοσή της. Απαγορεύεται, για τον ίδιο ασφαλιστικό κίνδυνο, η επανέκδοση προσωρινού σήματος, εκτός εάν η ασφαλιστική επιχείρηση που το εξέδωσε τεθεί, κατά τη διάρκεια της ισχύος του, σε ασφαλιστική εκκαθάριση ή αναστολή εργασιών ή αρνηθεί την ανάληψη του εν λόγω κινδύνου. Σε περίπτωση παραβίασης της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλονται, σε βάρος του διαμεσολαβητή, οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 του π.δ. 298/ 1986.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 6, η ασφάλιση ισχύει εντός των τοπικών ορίων που ορίζονται στο ασφαλιστήριο.
Ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος, σε περίπτωση αλλαγής της διεύθυνσής τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον ασφαλιστή, αμελλητί, εγγράφως τη νέα τους διεύθυνση. Ο ασφαλιστής μπορεί να προβαίνει σε κάθε γνωστοποίηση ή κοινοποίηση προς τον λήπτη της ασφάλισης και τον ασφαλισμένο στη δηλούμενη, από αυτούς, τελευταία τους διεύθυνση.
Αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων. Η ευθύνη των ασφαλιστών αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας.» «Άρθρο 6β
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:
- α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης
που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί·
- β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος,
τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/ 1999, ΦΕΚ 57 Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το αυτοκίνητο όχημα που εμπλέκεται στο ατύχημα ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου οχήματος, εφόσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο·
- γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο
συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.
Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο.»
Άρθρο 5
Το άρθρο 8 του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 8
Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του αυτοκινήτου οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για τη μη αποδοχή τους εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της.
Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφάλιση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο ημερομηνία λήξης της. Από την ημερομηνία αυτή επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.
Αν, μετά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου οχήματος κατά την προηγούμενη παράγραφο, συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο αυτοκίνητο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.»
Άρθρο 6
Το άρθρο 9 του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται, ως εξής: «Άρθρο 9
Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος υποχρεούνται να δηλώνουν στον ασφαλιστή κάθε ατύχημα που αφορά το ασφαλισμένο αυτοκίνητο όχημα αμέσως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών, αφότου έλαβαν γνώση του ατυχήματος.
Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να προβαίνει σε κάθε δυνατή ενέργεια για τον περιορισμό της ζημίας και να παρέχει στον ασφαλιστή κάθε πληροφορία και έγγραφο που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο. Ομοίως, υποχρεούται να παρέχει στον ασφαλιστή, εφόσον του ζητηθεί, κάθε άλλη πληροφορία και έγγραφο που είναι στη διάθεσή του και κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο δίκης την οποία διεξάγει ή προτίθεται να διεξαγάγει ο ασφαλιστής.
Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορεί να υποχρεωθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, να καταβάλουν στον ασφαλιστή αποζημίωση μέχρι του ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Η καταβολή στον ασφαλισμένο ή τον ζημιωθέντα τρίτο ή η επιστροφή σε αυτούς οφειλόμενου ποσού που υπερβαίνει τα εκατό (100) ευρώ γίνεται με την έκδοση δίγραμμης επιταγής στο όνομά του ή με την κατάθεση σε τηρούμενο από αυτόν τραπεζικό λογαριασμό. Με τον ίδιο τρόπο καταβάλλεται από τον ασφαλιστή η αμοιβή που οφείλεται στον δικηγόρο, σε περίπτωση που η καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης γίνεται σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή αποτελεί προϊόν εξωδικαστικού συμβιβασμού.»
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται η διαδικασία διακανονισμού και καταβολής, στους δικαιούχους, κάθε αποζημίωσης που απορρέει από ασφαλιστική σύμβαση και οφείλεται σύμφωνα με τους όρους αυτής και τις διατάξεις του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει, καθώς και οι ειδικότεροι συναφείς όροι και προϋποθέσεις και καθορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασής τους.
Άρθρο 7
Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται ως εξής: των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής.»
Άρθρο 8
Το άρθρο 11 του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 11
Με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.
Κατά ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11α.
Αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής. Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.»
Άρθρο 9
Μετά το άρθρο 11 του π.δ. 237/1986 προστίθεται άρθρο 11α, ως εξής: «Άρθρο 11α
Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία. Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται, με επιμέλεια του ασφαλιστή, στο Κέντρο Πληροφοριών, που προβλέπεται στο άρθρο 27β και ισχύει έναντι των τρίτων μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή.
α) Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση, οποτεδήποτε, με γραπτή δήλωση η οποία επιδίδεται στον ασφαλιστή ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτόν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την περιέλευση αυτής στον ασφαλιστή.
- β) Ο ασφαλιστής μπορεί, με γραπτή δήλωση, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον
ασφαλισμένο, βαρυνόμενος με την απόδειξη της παράβασης. Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία επιδίδεται στον λήπτη της ασφάλισης και τον ασφαλισμένο με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.
- γ) Η καταγγελία επιδίδεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή
διαμονής του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος δήλωσαν εγγράφως στον ασφαλιστή. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτήν ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας ή διαμονής του προηγούμενου εδαφίου ή τη μη προσέλευσή τους στο Ταχυδρομείο για την παραλαβή της, εκτός εάν ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος αποδείξουν ότι, ανυπαιτίως, δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της καταγγελίας.
- δ) Αν την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ασκεί
ο ασφαλιστής, υποχρεούται να κοινοποιεί αυτήν στο Κέντρο Πληροφοριών, η σχετική βεβαίωση του οποίου αποτελεί πλήρη απόδειξη του περιεχομένου της. Αν την καταγγελία ασκεί ο λήπτης της ασφάλισης, ο ασφαλιστής γνωστοποιεί τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών.
Ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο δ΄ της προηγούμενης παραγράφου.
Η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται κάθε φορά, αυτοδικαίως, για ίσο χρόνο, εκτός εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιήσει στο άλλο, με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, την εναντίωσή του τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εκ μέρους του γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών.
Η ισχύς της ασφαλιστικής σύμβασης αναστέλλεται από την έκδοση πρόσθετης πράξης του ασφαλιστή, μετά από έγγραφη αίτηση του λήπτη της ασφάλισης. Ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί την αναστολή αυτή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου μετά την έκδοση της πρόσθετης πράξης και την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εκ μέρους του γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών. Η ανωτέρω αναστολή ισχύει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριάντα (30) ημερών. Εάν η αναστολή χορηγείται για αόριστο χρόνο, η ασφαλιστική σύμβαση επανέρχεται σε ισχύ από την παραλαβή, εκ μέρους του ασφαλιστή, σχετικής έγγραφης αίτησης του λήπτη της ασφάλισης. Εάν η αναστολή χορηγείται για ορισμένο χρόνο, η ισχύς της ασφαλιστικής σύμβασης παρατείνεται για χρόνο ίσο με το χρόνο της αναστολής ή επιστρέφονται τα ασφάλιστρα που αντιστοιχούν στο χρόνο της αναστολής, κατά τη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.»
Άρθρο 10
Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 13 του π.δ. 237/1986 αναριθμούνται ως παράγραφοι 1 και 2, αντίστοιχα, και η αναριθμούμενη, ως παράγραφος 1, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Δεν ενεργείται έλεγχος για την ύπαρξη έγκυρης ασφαλιστικής κάλυψης σε αυτοκίνητα οχήματα που εισέρχονται ή κυκλοφορούν στην Ελλάδα και έχουν τον τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος άλλου κράτους, το Εθνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του οποίου έχει προσυπογράψει με το αντίστοιχο Ελληνικό Γραφείο το Τμήμα ΙΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας.»
Μετά από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης καταβάλλει αποζημιώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος σε αλλοδαπά Γραφεία Διεθνούς Ασφαλίσεως για ατυχήματα που συμβαίνουν εκτός Ελλάδος.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.