Νόμοι — ΦΕΚ A' 101/2009

Type Νόμος
Publication 2009-07-06
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 101 1 Ιουλίου 2009

Κύρωση της Σύμβασης για την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία σχετικά με τη διακρατική υιοθεσία.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση για την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία σχετικά με τη διακρατική υιοθεσία που υπογράφηκε στη Χάγη στις 29.5.1993, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής: 5207 Τα Κράτη που υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση, Αναγνωρίζοντας ότι το παιδί, για την πλήρη και αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, πρέπει να μεγαλώνει μέσα σε οικογενειακό περιβάλλον, σε ατμόσφαιρα ευτυχίας, αγάπης και κατανόησης, Υπενθυμίζοντας ότι κάθε Κράτος θα πρέπει κατά προτεραιότητα να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα ώστε να παραμένει το παιδί στη φροντίδα της οικογένειας από την οποία προέρχεται, Αναγνωρίζοντας ότι η διακρατική υιοθεσία μπορεί να προσφέρει το πλεονέκτημα μιας μόνιμης οικογένειας σε ένα παιδί για το οποίο δεν μπορεί να βρεθεί κατάλληλη οικογένεια στο Κράτος της προέλευσής του, Πιστεύοντας ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα που να εξασφαλίζουν ότι οι διακρατικές υιοθεσίες γίνονται προς το συμφέρον του παιδιού και με σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα του, καθώς και στο να παρεμποδισθεί η αρπαγή, η πώληση, ή η παράνομη διακίνηση παιδιών, Επιθυμώντας να θεσπίσουν κοινές διατάξεις γι αυτό το σκοπό, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις αρχές που αναφέρονται σε διεθνή κείμενα, ειδικότερα στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, της 20.11.1989, και στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τις κοινωνικές και νομικές Αρχές σχετικά με την προστασία και την ευημερία των παιδιών και ειδικότερα στις πρακτικές που ακολουθούνται στο θέμα της υιοθεσίας και της ανάδοχης οικογένειας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο (Απόφαση Γενικής Συνέλευσης 41/85, της 3.12.1986), Συμφώνησαν τα ακόλουθα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι − ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Άρθρο 1

Η παρούσα Σύμβαση έχει ως αντικείμενο:

οι διακρατικές υιοθεσίες γίνονται για το συμφέρον του παιδιού και με σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματά του, όπως αυτά αναγνωρίζονται στο διεθνές δίκαιο.

των Συμβαλλόμενων Κρατών που να εξασφαλίζει ότι αυτές οι εγγυήσεις γίνονται σεβαστές και κατατείνουν στην παρεμπόδιση της αρπαγής, της πώλησης, ή της παράνομης διακίνησης παιδιών.

Κράτη υιοθεσιών που έγιναν σύμφωνα με τη Σύμβαση.

Άρθρο 2

(1) Η Σύμβαση εφαρμόζεται, όταν ένα παιδί το οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του σε Συμβαλλόμενο Κράτος («το Κράτος προέλευσης») μετακινήθηκε, μετακινείται ή πρόκειται να μετακινηθεί σε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος («το Κράτος υποδοχής»), είτε μετά από την υιοθεσία του στο Κράτος προέλευσης από συζύζους ή από ένα πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή του στο Κράτος υποδοχής, είτε για το σκοπό επίτευξη μιας τέτοιας υιοθεσίας στο Κράτος υποδοχής ή στο Κράτος προέλευσης. (2) Η Σύμβαση καλύπτει μόνο υιοθεσίες οι οποίες δημιουργούν μια διαρκή σχέση γονέα−παιδιού.

Άρθρο 3

Η Σύμβαση παύει να εφαρμόζεται εάν οι συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 17, υποπαράγραφο γ, δεν έχουν συναφθεί πριν γίνει το παιδί δεκαοχτώ ετών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II − ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΥΝΑΨΗ

ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΙΟΘΕΣΙΩΝ

Άρθρο 4

Οι υιοθεσίες που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση λαμβάνουν χώρα μόνο εάν οι αρμόδιες αρχές του Κράτους προέλευσης:

προέλευσής του, ότι μια διακρατική υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του παιδιού.

(1) Ότι τα πρόσωπα, τα ιδρύματα και οι αρχές των οποίων η συναίνεση είναι αναγκαία για την υιοθεσία, έχουν ερωτηθεί και ενημερωθεί δεόντως σχετικά με τις συνέπειες της συναίνεσης τους, ειδικότερα στο εάν μία υιοθεσία έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή ή όχι του νομικού δεσμού μεταξύ του παιδιού και της οικογένειας προέλευσής του. (2) Ότι τα πρόσωπα αυτά, τα ιδρύματα και οι αρχές έχουν δώσει τη συναίνεση τους ελεύθερα, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο νομικό τύπο, και ότι η συναίνεση αυτή διατυπώθηκε εγγράφως. (3) Ότι οι συναινέσεις δεν αποτελούν προϊόν πληρωμής ή αποζημίωσης οποιουδήποτε είδους και ότι αυτές δεν έχουν ανακληθεί και (4) Ότι η συναίνεση της μητέρας όπου απαιτείται δόθηκε μόνο μετά τη γέννηση του παιδιού και

και την ωριμότητα του παιδιού: (1) Ότι έχει ζητηθεί η γνώμη του και έχει ενημερωθεί δεόντως για τις συνέπειες της υιοθεσίας και της συναίνεσής του στην υιοθεσία, όπου μία τέτοια συναίνεση απαιτείται. (2) Ότι δόθηκε προσοχή στις επιθυμίες και τη γνώμη του παιδιού (3) Ότι η συναίνεση του παιδιού στην υιοθεσία όπου μία τέτοια συναίνεση απαιτείται δόθηκε ελεύθερα, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο νομικό τύπο και διατυπώθηκε εγγράφως, και (4) Ότι αυτή η συναίνεση δεν αποτελεί προϊόν πληρωμής ή αποζημίωσης οποιουδήποτε είδους.

Άρθρο 5

Οι υιοθεσίες που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση λαμβάνουν χώρα μόνο εάν οι αρμόδιες αρχές του Κράτους υποδοχής:

είναι κατάλληλοι και ικανοί να υιοθετήσουν

έχουν τύχει των κατάλληλων συμβουλών, και

άδεια να εισέλθει και να διαμείνει μόνιμα στο κράτος αυτό.

Άρθρο 6

(1) Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος ορίζει μία Κεντρική Αρχή υπεύθυνη να εκτελεί τις υποχρεώσεις που θα της επιβάλλονται από τη Σύμβαση. (2) Ομοσπονδιακά κράτη, κράτη με πλειονότητα νομικών συστημάτων ή κράτη που έχουν αυτόνομες εδαφικές περιοχές έχουν την ευχέρεια να ορίσουν περισσότερες από μία Κεντρικές Αρχές προσδιορίζοντας και την εδαφική ή προσωπική έκταση των λειτουργιών τους. Το κράτος που κάνει χρήση αυτής της ευχέρειας ορίζει την Κεντρική Αρχή στην οποία θα απευθύνεται κάθε επικοινωνία προκειμένου να τη διαβιβάζει στη συνέχεια στην αρμόδια Κεντρική Αρχή εντός αυτού του κράτους.

Άρθρο 7

(1) Οι Κεντρικές Αρχές: Οφείλουν να συνεργάζονται μεταξύ τους και να προάγουν τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών τους προκειμένου να διασφαλίζουν την προστασία των παιδιών και να επιτυγχάνουν τους υπόλοιπους στόχους της Σύμβασης. (2) Οφείλουν να λαμβάνουν απευθείας όλα τα κατάλληλα μέτρα

εσωτερική νομοθεσία των κρατών τους σε σχέση με την νομοθεσία και να δίνουν άλλες γενικές πληροφορίες, όπως στατιστικές και τυποποιημένα έντυπα.

λειτουργία της Σύμβασης και, στο μέτρο του δυνατού, να αίρουν τα εμπόδια που ενδεχομένως συναντώνται κατά την εφαρμογή της.

Άρθρο 8

Οι Κεντρικές Αρχές λαμβάνουν, απευθείας ή με τη συνδρομή δημοσίων υπηρεσιών, όλα τα κατάλληλα μέτρα για να παρεμποδίσουν τον πορισμό αθέμιτου οικονομικού ή άλλου κέρδους σε σχέση με μία υιοθεσία και να αποτρέψουν κάθε πρακτική που είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Σύμβασης.

Άρθρο 9

Οι Κεντρικές Αρχές λαμβάνουν απευθείας ή με τη συνδρομή δημοσίων υπηρεσιών ή άλλων οργανισμών δεόντως διαπιστευμένων στα Κράτη τους, όλα τα κατάλληλα μέτρα, ειδικότερα για:

πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του παιδιού και των μελλοντικών θετών γονέων, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση της υιοθεσίας.

υπηρεσιών για την παροχή συμβουλών πριν και μετά την υιοθεσία.

υιοθεσίες.

το δίκαιο του κράτους τους, σε δικαιολογημένα αιτήματα άλλων Κεντρικών Αρχών ή δημοσίων υπηρεσιών για πληροφορίες σχετικά με μία ιδιάζουσα περίπτωση υιοθεσίας.

Άρθρο 10

Διαπίστευση είναι δυνατόν να παρέχεται και να διατηρείται μόνον από εκείνους τους οργανισμούς οι οποίοι αποδεικνύουν την ικανότητά τους να εκτελούν σωστά τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί.

Άρθρο 11

Ένας διαπιστευμένος οργανισμός οφείλει:

τις αρμόδιες αρχές του κράτους της διαπίστευσης.

τα οποία διακρίνονται για το ήθος και για την εκπαίδευση ή εμπειρία τους στον τομέα της διακρατικής υιοθεσίας, και

κράτους αυτού ως προς τη σύνθεσή του, τη λειτουργία και την οικονομική του κατάσταση.

Άρθρο 12

Ένας οργανισμός διαπιστευμένος σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να ενεργεί σε ένα άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μόνο εάν οι αρμόδιες αρχές αμφοτέρων των Κρατών του έχουν δώσει αυτήν την εξουσία.

Άρθρο 13

Ο ορισμός των Κεντρικών Αρχών και, όπου επιβάλλεται, η έκταση των λειτουργιών τους, καθώς επίσης και τα ονόματα και οι διευθύνσεις των διαπιστευμένων οργανισμών θα ανακοινώνονται από κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος στο Μόνιμο Γραφείο της Συνδιάσκεψης της Χάγης του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV − ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ

ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

Άρθρο 14

Πρόσωπα που διαμένουν συνήθως σε Συμβαλλόμενο Κράτος, τα οποία επιθυμούν να υιοθετήσουν παιδί που η συνήθης διαμονή του βρίσκεται σε ένα άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, θα πρέπει να απευθύνονται στην Κεντρική Αρχή του Κράτους της συνήθους διαμονής τους.

Άρθρο 15

(1) Εάν η Κεντρική Αρχή του Κράτους υποδοχής θεωρεί ότι οι αιτούντες είναι ικανοί και κατάλληλοι να υιοθετήσουν, τότε συντάσσει έκθεση στην οποία περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα, την ικανότητα και την καταλληλότητά τους να υιοθετήσουν, την προσωπική τους κατάσταση, το οικογενειακό και ιατρικό τους ιστορικό, το κοινωνικό τους περιβάλλον, τους λόγους που τους ώθησαν να υιοθετήσουν, την ικανότητά τους να αναλάβουν μια διακρατική υιοθεσία, καθώς επίσης και τα σχετικά με τα παιδιά για τα οποία αυτοί κρίνονται ικανοί να φροντίζουν. (2) Διαβιβάζει την έκθεση στην Κεντρική Αρχή του Κράτους προέλευσης.

Άρθρο 16

(1) Εάν η Κεντρική Αρχή του Κράτους προέλευσης πεισθεί ότι το παιδί μπορεί να υιοθετηθεί:

πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητά του, τη δυνα του ιστορικό, όπως και αυτό της οικογένειας του, καθώς επίσης και κάθε πληροφορία για τις ειδικές ανάγκες του παιδιού

υπόβαθρο

προβλέπονται στο άρθρο 4, και

αφορούν το παιδί και τους μελλοντικούς θετούς γονείς, ότι η προβλεπόμενη τοποθέτηση είναι προς το συμφέρον του παιδιού. (2) Διαβιβάζει στην Κεντρική Αρχή του Κράτους υποδοχής την έκθεση της για το παιδί, την απόδειξη ότι δόθηκαν οι αναγκαίες συναινέσεις και τους λόγους για την απόφαση της σχετικά με την τοποθέτηση, φροντίζοντας να μην αποκαλύψει την ταυτότητα της μητέρας και του πατέρα εάν, στο Κράτος προέλευσης δεν επιτρέπεται αυτές οι ταυτότητες να αποκαλυφθούν.

Άρθρο 17

Οποιαδήποτε απόφαση στο Κράτος προέλευσης ότι ένα παιδί μπορεί να ανατεθεί σε υποψήφιους θετούς γονείς μπορεί να ληφθεί μόνο:

εγκρίνει αυτή την απόφαση, όταν μία τέτοια έγκριση απαιτείται από τη νομοθεσία του Κράτους αυτού ή από την Κεντρική Αρχή του Κράτους προέλευσης.

έχουν συμφωνήσει ότι η υιοθεσία μπορεί να προχωρήσει, και

υποψήφιοι θετοί γονείς είναι κατάλληλοι και ικανοί να υιοθετήσουν και ότι στο παιδί έχει δοθεί ή θα δοθεί η άδεια να εισέλθει και να διαμείνει μόνιμα στο Κράτος υποδοχής.

Άρθρο 18

Οι Κεντρικές Αρχές αμφοτέρων των κρατών λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν να πάρει το παιδί άδεια εξόδου από το Κράτος προέλευσης και άδεια εισόδου από το Κράτος υποδοχής ώστε να κατοικήσει σε αυτό μόνιμα.

Άρθρο 19

(1) Η μεταφορά του παιδιού στο Κράτος υποδοχής μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εάν έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 17. (2) Οι Κεντρικές Αρχές αμφοτέρων των κρατών εξασφαλίζουν ώστε η μετακίνηση αυτή να πραγματοποιηθεί με κάθε ασφάλεια, με κατάλληλες συνθήκες και, εφόσον αυτό είναι δυνατόν, με τη συνοδεία των θετών ή υποψήφιων θετών γονέων. (3) Εάν η μετακίνηση του παιδιού δεν πραγματοποιηθεί, οι εκθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 16 πρέπει να επιστραφούν στις αρχές που τις απέστειλαν.

Άρθρο 20

Οι Κεντρικές Αρχές ενημερώνουν η μία την άλλη σχετικά με την πρόοδο της υιοθεσίας και τα μέτρα που λαμβάνονται για την ολοκλήρωσή της, καθώς επίσης και σχετικά με την έκβαση της δοκιμαστικής περιόδου εφόσον απαιτείται μία τέτοια.

Άρθρο 21

(1) Όταν η υιοθεσία πρόκειται να πραγματοποιηθεί μετά την μετακίνηση του παιδιού στο Κράτος υποδοχής και η Κεντρική Αρχή αυτού του κράτους θεωρεί ότι η συνεχιζόμενη παραμονή του παιδιού στους υποψήφιους θετούς γονείς δεν είναι προς το συμφέρον του, τότε, η Κεντρική αυτή Αρχή παίρνει τα αναγκαία μέτρα για να προστατεύσει το παιδί. Ειδικότερα:

υποψήφιους θετούς γονείς και ρυθμίζει την προσωρινή του επιμέλεια.

Κράτους προέλευσης, κανονίζει χωρίς καθυστέρηση μία νέα τοποθέτηση του παιδιού με προοπτική την υιοθεσία του ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, ρυθμίζει μία εναλλακτική μακροπρόθεσμη επιμέλεια. Νέα υιοθεσία δύναται να πραγματοποιηθεί μόνο εφόσον η Κεντρική Αρχή του Κράτους προέλευσης έχει δεόντως ενημερωθεί σχετικά με τους νέους υποψήφιους θετούς γονείς.

παιδιού, εάν αυτό επιβάλλει το συμφέρον του. (2) Λαμβάνοντας υπ’ όψη ειδικότερα την ηλικία και το βαθμό ωριμότητας του παιδιού, ζητείται η γνώμη του, και όπου μπορεί να εφαρμοστεί, επιτυγχάνεται η συναίνεσή του σε σχέση με μέτρα που πρόκειται να ληφθούν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 22

(1) Οι λειτουργίες που ανατίθενται σε μία Κεντρική Αρχή σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο μπορεί να εκτελούνται από δημόσιες υπηρεσίες ή από οργανισμούς διαπιστευμένους σύμφωνα με το Κεφάλαιο III, στο μέτρο που επιτρέπεται αυτό από τη νομοθεσία του κράτους της ως άνω Αρχής. (2) Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να δηλώσει στο Θεματοφύλακα της Σύμβασης ότι οι λειτουργίες που ανατέθηκαν στην Κεντρική Αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 15 ως 21 είναι δυνατόν να εκτελούνται σε αυτό το κράτος, στο μέτρο που επιτρέπεται αυτό από τη νομοθεσία και υπό την επίβλεψη των αρμοδίων αρχών του κράτους αυτού, επίσης από νομικά ή φυσικά πρόσωπα, τα οποία:

επαγγελματικής ικανότητας, της πείρας και της υπευθυνότητας αυτού του Κράτους,

διακρατικής υιοθεσίας, (3) Το Συμβαλλόμενο Κράτος, το οποίο προβαίνει στη δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2, τηρεί ενήμερο το Μόνιμο Γραφείο της Συνδιάσκεψης της Χάγης του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, σχετικά με τα ονόματα και τις διευθύνσεις αυτών των οργανισμών και προσώπων. (4) Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να δηλώσει στο Θεματοφύλακα της Σύμβασης ότι υιοθεσίες παιδιών των οποίων η συνήθης διαμονή τους βρίσκεται στην επικράτεια του μπορεί να πραγματοποιηθούν μόνο εάν οι λειτουργίες των Κεντρικών Αρχών εκτελούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1. περίπτωση, με την ευθύνη της Κεντρικής Αρχής ή άλλων αρχών ή οργανισμών σύμφωνα με την παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V − ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

Άρθρο 23

(1) Υιοθεσία, για την οποία η αρμόδια αρχή Συμβαλλόμενου Κράτους παρέχει πιστοποίηση ότι έγινε σύμφωνα με τη Σύμβαση, αναγνωρίζεται ως νόμιμη στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη. Η πιστοποίηση προσδιορίζει πότε και από ποιόν δόθηκαν οι συμφωνίες που προβλέπονται από το άρθρο 17, υποπαράγραφο γ. (2) Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, κατά το χρόνο της υπογραφής, της επικύρωσης, της αποδοχής, της έγκρισης ή της προσχώρησης, γνωστοποιεί στο Θεματοφύλακα της Σύμβασης την ταυτότητα και τις λειτουργίες της Αρχής ή των Αρχών οι οποίες, σε αυτό το κράτος, είναι αρμόδιες να προβούν στην πιστοποίηση. Επίσης γνωστοποιεί στο Θεματοφύλακα της Σύμβασης οποιαδήποτε τροποποίηση στο διορισμό αυτών των αρχών.

Άρθρο 24

Οι αρμόδιες αρχές ενός Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση μιας υιοθεσίας εφόσον αυτή είναι προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη αυτού, λαμβανομένου υπ’ όψη του συμφέροντος του παιδιού.

Άρθρο 25

Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να δηλώσει στο Θεματοφύλακα της Σύμβασης ότι δεν θα δεσμεύεται από αυτήν για να αναγνωρίζει υιοθεσίες που έγιναν με βάση συμφωνία η οποία καταρτίσθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39, παραγρ. 2.

Άρθρο 26

(1) Η αναγνώριση μιας υιοθεσίας περιλαμβάνει την αναγνώριση:

μεταξύ του παιδιού και της μητέρας και του πατέρα του, εφόσον η υιοθεσία επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα στο Συμβαλλόμενο Κράτος όπου αυτή πραγματοποιήθηκε. (2) Στην περίπτωση που η υιοθεσία έχει ως αποτέλεσμα την παύση του προϋπάρχοντος νομικού δεσμού γονέα−παιδιού, το παιδί θα απολαμβάνει στο Κράτος υποδοχής, και σε οποιοδήποτε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος όπου αναγνωρίζεται η υιοθεσία, δικαιώματα ισοδύναμα με αυτά που προκύπτουν από υιοθεσίες που επιφέρουν αυτό το αποτέλεσμα σε καθένα από τα κράτη αυτά. (3) Οι προηγούμενες παράγραφοι δεν αποκλείουν την εφαρμογή οποιασδήποτε διάταξης που ισχύει στο Συμβαλλόμενο Κράτος που αναγνωρίζει την υιοθεσία και η οποία είναι περισσότερο ευνοϊκή για το παιδί.

Άρθρο 27

(1) Όταν μία υιοθεσία που πραγματοποιήθηκε στο Κράτος προέλευσης δεν έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή ενός προϋπάρχοντος νομικού δεσμού γονέα−παιδιού, μπορεί στο Κράτος υποδοχής το οποίο αναγνωρίζει την υιοθεσία σύμφωνα με τη Σύμβαση να μετατραπεί σε υιοθεσία που επιφέρει ένα τέτοιο αποτέλεσμα:

Και

υποπαράγραφοι γ και δ, δόθηκαν ή δίνονται για να επιτευχθεί μια τέτοια υιοθεσία. (2) Το άρθρο 23 εφαρμόζεται στην απόφαση μετατροπής της υιοθεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI − ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 28

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.