Νόμοι — ΦΕΚ A' 103/2020
Τα Μέρη συνεργάζονται στον τομέα της νομοθεσίας, της διοίκησης της Δικαιοσύνης, της λειτουργίας των δικαστηρίων και του σωφρονιστικού συστήματος της διεθνούς νομικής/δικαστικής συνεργασίας, της διαφάνειας και διαφθοράς και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανταλλάσσουν πληροφορίες της ειδικότητάς τους στους τομείς της νομικής επιστήμης και της εκπαίδευσης νομικών.
Άρθρο 2
Τα Μέρη, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές τους δυνατότητες, διευρύνουν τη συνεργασία στους ανωτέρω τομείς με τους ακόλουθους τρόπους: 1) Αμοιβαία αρωγή στην εκπόνηση σχεδίων νόμων και στη μελέτη σκοπιμότητας αυτών. 2) Ανταλλαγές εμπειρογνωμόνων των Μερών με σκοπό την καλύτερη ενημέρωση για τη δομή και λειτουργία δικαστικών υπηρεσιών των δυο χωρών, όπως επίσης και των υπηρεσιών των Μερών. 3) Πραγματοποίηση ερευνών σε ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. 4) Διοργάνωση και διεξαγωγή κοινών σεμιναρίων και διαλέξεων για την περαιτέρω βελτίωση της επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης του διοικητικού τους προσωπικού, και εν γένει για ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. 5) Ανταλλαγή εμπειρίας σε θέματα πληροφορικής των δικαστικών υπηρεσιών. 6) Ανταλλαγή νομοθεσίας, νομικών δημοσιευμάτων καθώς επίσης και σχετικών πληροφοριών.
Άρθρο 3
Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μνημονίου, τα Μέρη θα θεσπίζουν συγκεκριμένα προγράμματα συνεργασίας μετά από διαβουλεύσεις σε ετήσια
Άρθρο 4
Τα Μέρη ανακοινώνουν τα συμπεράσματα των διεθνών συνεδρίων που διοργανώνουν για νομικά και δικαστικά θέματα.
Άρθρο 5
Τα Μέρη δικαιούνται να συνάψουν και άλλες συμφωνίες που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ τους στον τομέα της δικαιοσύνης, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και στο μέτρο που τα διαθέσιμα μέσα το επιτρέπουν.
Άρθρο 6
Η χρηματοδότηση των εκδηλώσεων που θα διοργανώνονται, κατ’ εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, θα εξετάζεται κατά περίπτωση.
Άρθρο 7
Το παρόν Μνημόνιο τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της τελευταίας γνωστοποίησης με την οποία το ένα Μέρος γνωστοποιεί στο άλλο την ολοκλήρωση των σχετικών εσωτερικών του διαδικασιών. Θα παραμείνει σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα. Κάθε Μέρος δύναται να το καταγγείλει μετά από τριών μηνών προηγούμενη γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο Μέρος. Έγινε στη Λευκωσία, την 7η Ιουνίου 2018, σε δύο πρωτότυπα, στην ελληνική γλώσσα. Για το Υπουργείο Για το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας Δικαιοσύνης και και Ανθρωπίνων Δημοσίας Τάξεως Δικαιωμάτων της Κυπριακής της Ελληνικής Δημοκρατίας Δημοκρατίας ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ ΙΩΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ VII. ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3663/2008 (Α’ 99) ΠΡΟΣ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2018/1727 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΤΗΣ 14ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018
Άρθρο 50
Εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας περί σύστασης Γραφείου Ευρωπαϊκής Δικαστικής Συνεργασίας με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (EUROJUST) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 295/21.11.2018) Το άρθρο 1 του ν. 3663/2008 (Α’ 99) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Εθνικό Μέλος
Στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (EUROJUST), η οποία ιδρύθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002/187/ΔΕΥ της 28ης.2.2002 ΕΕ (ΕΕ L 63/6.3.2002), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2009/426/ΔΕΥ της 16ης.12.2008 (EE L 138/ 4.6.2009) και ανασυγκροτήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (EUROJUST) και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 295/21.11.2018), ορίζονται, με διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εξωτερικών ύστερα από απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, Εθνικό Μέλος, αναπληρωτής και βοηθός αυτού, εισαγγελικοί λειτουργοί. Το Εθνικό Μέλος θα πρέπει να κατέχει τον βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Αντεισαγγελέα Εφετών. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών που επιλέγεται ως εθνικό μέλος θα πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε (5) έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό. Ο αναπληρωτής αυτού θα πρέπει να κατέχει τουλάχιστον τον βαθμό του Αντεισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον έχει συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε (5) χρόνια υπηρεσίας στον βαθμό αυτό και σε κάθε περίπτωση να είναι νεότερος κατ’ αρχαιότητα του Εθνικού Μέλους. Ο βοηθός θα πρέπει να κατέχει τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δύο (2) έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό και σε κάθε περίπτωση να είναι νεότερος κατ’ αρχαιότητα του Εθνικού μέλους και του αναπληρωτή. Στην περίπτωση προαγωγής του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή του ή του βοηθού στον επόμενο βαθμό, ενώ διαρκεί η θητεία τους στη EUROJUST, αυτή εξακολουθεί κανονικά έως τη λήξη της. Ο αναπληρωτής και ο βοηθός δύνανται να ενεργούν εξ ονόματος του Εθνικού Μέλους ή να αντικαθιστούν το Εθνικό Μέλος κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του, όταν κωλύεται και υπό τις οδηγίες του. Ο ορισμός του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή του και του βοηθού, ανακοινώνεται από τον Υπουργό Εξωτερικών στη EUROJUST και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίσημο ταχυδρομείο.
Η θητεία του Εθνικού Μέλους και του αναπληρωτή, οι οποίοι αποσπώνται, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στην έδρα της EUROJUST, είναι πενταετής. Η θητεία τους δύναται να ανανεωθεί άπαξ για μία ακόμη πενταετία. Η θητεία του βοηθού προσδιορίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και είναι ανανεώσιμη, δεν δύναται όμως να υπερβεί συνολικά την πενταετία. Ασκείται, κατά κανόνα, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στην έδρα της EUROJUST. Σε περίπτωση που το Εθνικό Μέλος της Ελλάδας εκλεγεί στην θέση του προέδρου ή του αντιπροέδρου της EUROJUST, τότε η θητεία του Εθνικού Μέλους παρατείνεται έως τη λήξη της θητείας του ως προέδρου ή αντιπροέδρου. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συγκα από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για να κρίνει επί της ανανέωσης της θητείας τους, αξιολογώντας το έργο αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική έκθεση που υποβάλλει το Εθνικό Μέλος. Σε περίπτωση μη ανανέωσης της θητείας κάποιου εκ των ανωτέρω, ακολουθείται η διαδικασία πλήρωσης της θέσης της παρ. 1, μετά από ερώτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης που υποβάλλεται αμέσως μετά την κοινοποίηση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συγκαλείται εντός ενός (1) μηνός από τη λήψη του ερωτήματος, προκειμένου να αποφασίσει σχετικά.
Α. Οι υποψήφιοι για τη θέση του Εθνικού Μέλους της Eurojust και του αναπληρωτή του κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης πρέπει να διαθέτουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να υπολείπονται τουλάχιστον πέντε (5) έτη υπηρεσίας στην εισαγγελική αρχή έως την αποχώρησή τους. β. Να διαθέτουν μακροχρόνια ανάλογη της αρχαιότητας, υψηλού επιπέδου πρακτική εμπειρία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης, η οποία θα αξιολογείται ως τέτοια από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο που αποφασίζει για την επιλογή. γ. Να διαθέτουν πολύ καλή γνώση μίας από τις γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά προτίμηση της αγγλικής, γαλλικής ή γερμανικής, η οποία αποδεικνύεται κατά τους γενικώς ισχύοντες στην εθνική νομοθεσία κανόνες απόδειξης γλωσσομάθειας. δ. Να είναι κάτοχοι διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμου τίτλου Πανεπιστημίου της αλλοδαπής, αναγνωρισμένου από επίσημο φορέα αναγνώρισης τίτλων σπουδών της ημεδαπής, με εξειδίκευση στις ποινικές επιστήμες, την εγκληματολογία ή το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Β. Οι υποψήφιοι για τη θέση του βοηθού του Εθνικού Μέλους της EUROJUST κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης πρέπει να διαθέτουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να διαθέτουν πρακτική εμπειρία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης, ανάλογη του βαθμού και της αρχαιότητάς τους, η οποία αξιολογείται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. β. Να διαθέτουν πολύ καλή γνώση μίας από τις γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά προτίμηση της αγγλικής, γαλλικής ή γερμανικής, η οποία αποδεικνύεται κατά τους γενικώς ισχύοντες στην εθνική νομοθεσία κανόνες απόδειξης γλωσσομάθειας. γ. Να είναι κάτοχοι διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμου τίτλου Πανεπιστημίου της αλλοδαπής αναγνωρισμένου από επίσημο φορέα αναγνώρισης τίτλων σπουδών, με εξειδίκευση στις ποινικές επιστήμες, την εγκληματολογία ή το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Γ. Για την εκτίμηση της επιστημονικής κατάρτισης και εμπειρίας του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή και του βοηθού, λαμβάνονται υπόψη και α) η συμμετοχή σε διεθνείς συναντήσεις, διεθνή συνέδρια, διεθνείς επιστημονικές ομάδες εργασίας, β) η εκπόνηση συναφούς επιστημονικού έργου και γ) η συμμετοχή σε όργανα, οργανισμούς, Μονάδες και Επιτροπές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή άλλων διεθνών οργανισμών και φορέων.»
Άρθρο 51
Εθνικός Ανταποκριτής Το άρθρο 2 του ν. 3663/2008 (Α’ 99) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Εθνικός Ανταποκριτής
Εθνικοί ανταποκριτές ορίζονται: α. Ως Εθνικός Ανταποκριτής της EUROJUST, αρμόδιος για θέματα τρομοκρατίας, ο Εισαγγελέας ο οποίος έχει ορισθεί Πρόεδρος του Συμβουλίου Συντονισμού Ανάλυσης και Ερευνών, ειδικά για τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187Α Π.Κ.), που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994 (Α’ 209), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2622/ 1998 (Α’ 138) και με το άρθρο 12 του ν. 3424/2005 (Α’ 305). β. Ως Εθνικοί Ανταποκριτές της EUROJUST, αρμόδιοι για θέματα διεθνούς δικαστικής συνδρομής, εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, των Κοινών Ομάδων Έρευνας, ορίζονται με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και τριετή θητεία, ένας Αντεισαγγελέας Εφετών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, με αρμοδιότητα στις εφετειακές περιφέρειες Αθηνών, Πειραιώς, Πατρών, Ναυπλίου, Αιγαίου, Καλαμάτας, Εύβοιας, Ανατολικής Κρήτης, Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, Δωδεκανήσου, Κρήτης, Λαμίας και ένας Αντεισαγγελέας Εφετών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, με αρμοδιότητα στις εφετειακές περιφέρειες Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Θράκης, Ιωαννίνων, Δυτικής Μακεδονίας, Κέρκυρας, Βορείου Αιγαίου.
Οι Εθνικοί Ανταποκριτές συνεπικουρούν το Εθνικό Μέλος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και συνεργάζονται με τους Εισαγγελείς Εφετών των περιφερειών της αρμοδιότητάς τους για θέματα διεθνούς δικαστικής συνδρομής, εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, των Κοινών Ομάδων Έρευνας και θέματα τρομοκρατίας.
Θεσπίζεται Εθνικό Σύστημα Συντονισμού της EUROJUST, βάσει του άρθρου 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1727, για τη λειτουργία του οποίου αρμόδιος είναι ο αρχαιότερος Εθνικός Ανταποκριτής.
Οι Εθνικοί Ανταποκριτές της EUROJUST που αναφέρονται στην περ. β’ της παρ. 1, πρέπει να διαθέτουν την ανάλογη εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ορίζονται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται η έδρα, η στελέχωση, το υπηρεσιακό καθεστώς, η συστέγαση και η από κοινού δράση των Εθνικών Ανταποκριτών και του Εθνικού Συστήματος Συντονισμού της EUROJUST.»
Άρθρο 52
Μεταβατική διάταξη Η θητεία του Εθνικού Μέλους της EUROJUST, του αναπληρωτή και του βοηθού, οι οποίοι υπηρετούν στην Εθνικού Μέλους.
Άρθρο 53
Τελική διάταξη Κατά τα λοιπά, οι διατάξεις του ν. 3663/2008 (Α’ 99) εξακολουθούν να ισχύουν, στο μέτρο που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (EUROJUST) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 295/21.11.2018). VIII. ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Άρθρο 54
Ρυθμίσεις για την αποζημίωση των θυμάτων εγκλημάτων βίας
Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3811/2009 (Α’ 231) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Συστήνεται αρχή με την ονομασία «Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης Θυμάτων Εγκληματικών Πράξεων», η οποία λειτουργεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και αποφαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 3, επί των αιτήσεων αποζημίωσης των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση ή των εγκλημάτων των άρθρων 323Α, 336 σε βάρος ανηλίκου, 339 παρ. 1 και 3, 342 παρ. 1, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α Π.Κ., που έχουν τελεστεί στην ημεδαπή, τα οποία έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα ή στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τρίτου κράτους στις περιπτώσεις του άρθρου 323 Α Π.Κ..»
Η παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3811/2009 (Α’ 231) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Θύματα εγκλημάτων βίας από πρόθεση ή εγκλημάτων των άρθρων 323Α, 336 σε βάρος ανηλίκου, 339 παρ. 1 και 3, 342 παρ. 1, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351 Α Π.Κ., που έχουν τελεστεί στην ημεδαπή, τα οποία έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα ή στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τρίτου κράτους στις περιπτώσεις του άρθρου 323Α Π.Κ., δικαιούνται, κατόπιν αιτήσεώς τους, εύλογης και προσήκουσας αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο.»
Η περ. β) του άρθρου 9 του ν. 3811/2009 (Α’ 231) αντικαθίσταται ως εξής: «β) Αν υπαίτια παρέλειψε ή καθυστέρησε να καταγγείλει εντός τριών (3) μηνών τη σε βάρος του τελεσθείσα αξιόποινη πράξη, με αποτέλεσμα να δυσχερανθεί η διακρίβωση της ταυτότητας του δράστη. Αν εμποδίστηκε από λόγο ανωτέρας βίας να καταγγείλει τη σε βάρος του τελεσθείσα αξιόποινη πράξη, η προθεσμία των τριών (3) μηνών αρχίζει από την άρση του λόγου αυτού.»
Το άρθρο 13 του ν. 3811/2009 (Α’ 231) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 13 Έξοδα Η αίτηση αποζημίωσης απορρίπτεται εάν μέχρι την εξέτασή της από την Αρχή Αποζημίωσης δεν προσκομιστεί αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Το παράβολο ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ και το ύψος του δύναται να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που η αίτηση αποζημίωσης γίνει δεκτή, το παράβολο επιστρέφεται στον αιτούντα, ενώ αν η αίτηση απορριφθεί, το παράβολο καταπίπτει υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.). Ο αιτών απαλλάσσεται από κάθε άλλη επιβάρυνση που προκαλείται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας από την υποβολή της αίτησης μέχρι την έκδοση απόφασης από την Αρχή Αποζημίωσης.»
Άρθρο 55
Πόροι για την παροχή νομικής βοήθειας Το άρθρο 13 του ν. 3226/2004 (Α’ 24) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 13 Πόροι για την παροχή νομικής βοήθειας
Εγγράφεται κατ’ έτος ειδική πίστωση στον προϋπολογισμό του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. για την κάλυψη της αποζημίωσης των δικηγόρων και άλλων προσώπων που προσφέρουν υπηρεσίες στο πλαίσιο του συστήματος νομικής βοήθειας.
Τα δικαστικά έξοδα σε ποσοστό 20%, καθώς και η αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου της παρ. 2 του άρθρου 12, τα οποία επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό, αποδίδονται στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και αποτελούν πόρο αυτού. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών καθορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες για την ανωτέρω απόδοση στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ..».
Άρθρο 56
Ομοδικία Η παρ. 6 του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) αντικαθίσταται ως εξής: «6. Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή αίτηση ακυρώσεως κατά των ίδιων πράξεων ή παραλείψεων προβάλλοντας με κοινό έννομο συμφέρον κοινούς λόγους ακυρώσεως ερειδόμενους επί της αυτής νομικής και πραγματικής βάσεως. Ο αριθμός των ομοδίκων σε κάθε δικόγραφο που κατατίθεται από 1ης.6.2020 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πενήντα (50). Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους. Σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλ
Άρθρο 57
Καθεστώς αλλοδαπών
Το άρθρο 15 του ν. 3068/2002 (Α’ 274) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 15 Καθεστώς αλλοδαπών
Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων: α) που εκδίδονται, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παρ. 9 και β) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959 (Α’201) και του συναφούς πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 389/1968 (Α’ 125).
Η παρ. 1 δεν καταλαμβάνει τις διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή πράξεων που αφορούν στην άρνηση χορήγησης σε αλλοδαπό άδειας άσκησης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, την άρνηση ανανέωσης ή την ανάκληση τέτοιας άδειας, όταν οι πράξεις αυτές δεν εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών αλλά κατ’ εφαρμογή ειδικής νομοθεσίας, εφαρμοζόμενης και επί ημεδαπών, με την οποία η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας έχει υπαχθεί σε καθεστώς προηγούμενης άδειας.
Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. α’ της παρ. 1 αρμόδιο κατά τόπο είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η διοικητική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Κατ’ εξαίρεση, αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν είτε απόρριψη αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης ή ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής και εργασίας, είτε απόφαση επιστροφής που ενσωματώνεται σε πράξη απόρριψης του αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε απόφαση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, αρμόδιο είναι το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στην οποία τηρείται ο διοικητικός φάκελος του αλλοδαπού, δηλαδή το ανά περιφερειακή ενότητα Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης.
Για την εκδίκαση των διαφορών της περ. β’ της παρ. 1, αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από την Υπηρεσία Ασύλου, τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και τα Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου, που εδρεύουν εντός των Περιφερειών Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας, Πελοποννήσου, Βορείου Αιγαίου, Νοτίου Αιγαίου, Κρήτης και Αττικής. Για τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και τα Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου, που εδρεύουν εντός των Περιφερειών Ιονίων Νήσων, Ηπείρου, Δυτικής Μακεδονίας, Κεντρικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, αρμόδιο είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Για την εκδίκαση των διαφορών της παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 2 έως και 4 του ν. 702/1977 (Α’ 268). Οι αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων επί των διαφορών αυτών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977.
Στις ακυρωτικές διαφορές της περ. α’ της παρ. 1, μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να ζητηθεί η αναστολή της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης με την υποβολή σχετικής αίτησης και πριν από την άσκηση αίτησης ακυρώσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο διάδικος υποχρεούται να ασκήσει την αίτηση ακυρώσεως μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης αναστολής και πάντως όχι πέραν της προθεσμίας του άρθρου 46 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8). Πριν από την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης με προσωρινή διαταγή, η οποία ανακαλείται αυτεπαγγέλτως μετά την πάροδο άπρακτης της κατά το δεύτερο εδάφιο τριακονθήμερης προθεσμίας. Μετά την ανάκληση της προσωρινής διαταγής, η αίτηση αναστολής τίθεται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου προέδρου. Με τον ίδιο τρόπο, τίθενται στο αρχείο μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής εκκρεμείς αιτήσεις αναστολής, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί κατά τα ανωτέρω προσωρινή διαταγή. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989.
Στις ακυρωτικές διαφορές της περ. β’ της παρ. 1, μετά από αίτηση αναστολής εκτέλεσης, παρέχεται σε ένα στάδιο προσωρινή δικαστική προστασία, από τον αρμόδιο εισηγητή δικαστή, με την έκδοση συνοπτικά αιτιολογημένης απόφασης. Εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κατάθεσή της, η αίτηση κοινοποιείται με επιμέλεια του αιτούντος προς τον αρμόδιο Υπουργό, ο οποίος οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διαβιβάσει στο δικαστήριο το φάκελο της υπόθεσης μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση. Μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Υπουργός μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του και ο αιτών να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του. Η απόφαση του εισηγητή δικαστή, επί της αίτησης, εκδίδεται μέσα σε προθεσμία επτά (7) ημερών, από την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, εφόσον έχει προσκομιστεί στο δικαστήριο το οικείο αποδεικτικό κοινοποίησης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον υπάρχει ειδικώς καθορισμένη ημεροχρονολογία εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης από τη Διοίκηση, η οποία είναι μικρότερη των επτά (7) ημερών από την κατάθεση της αίτησης αναστολής εκτέλεσης, ο αρμόδιος δικαστής μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης αναστολής σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια. Η προσωρινή διαταγή ανακαλείται υποχρεωτικώς αυτεπαγγέλτως από εντός των κατά τα προηγούμενα εδάφια προθεσμιών, στις προβλεπόμενες κοινοποιήσεις. Στις διαφορές αυτές κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή ο οριζόμενος από αυτόν πρόεδρος, με πράξη του, η οποία εκδίδεται το συντομότερο δυνατό, απαλλάσσει τον αιτούντα από την υποχρέωση καταβολής τελών και παραβόλου. Η υποβολή του αιτήματος δεν διακόπτει την προθεσμία για την άσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος. Το αίτημα υποβάλλεται αυτοτελώς και μπορεί να αφορά στην απαλλαγή από τα τέλη και το παράβολο της αιτήσεως ακυρώσεως ή/και της αιτήσεως αναστολής, πρέπει δε, σε κάθε περίπτωση, να συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, ο αιτών υποχρεούται, επί ποινή απαραδέκτου, να καταβάλει τα τέλη και το παράβολο που δεν έχουν καταβληθεί, εάν μεν πρόκειται για αίτηση αναστολής, μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών από την έκδοση της σχετικής απορριπτικής πράξης, εάν δε πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως, έως την προτεραία της συζήτησης της αιτήσεως ακυρώσεως.
Οι διατάξεις της περ. β’ της παρ. 1 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών εφετείων υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία της παρ. 4 με πράξεις των Προέδρων των Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης ή των Προέδρων που διευθύνουν τα δικαστήρια. Για τις υποθέσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι προθεσμίες του άρθρου 110 του ν. 4636/2019 (Α’ 169).
Οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν στην κτήση και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, υπάγονται στην αρμοδιότητα των κατά τόπον αρμόδιων τριμελών διοικητικών εφετείων εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων των άρθρων 2 έως 4 του ν. 702/1977. Οι σχετικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ανωτέρω νόμου. Η διάταξη της παραγράφου αυτής καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών πρωτοδικείων υποθέσεις, που ασκήθηκαν από την 1η.1.2020 έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά εφετεία με πράξεις των Προέδρων των Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης ή των Προέδρων που διευθύνουν τα δικαστήρια.»
Η διάταξη του άρθρου 54 του ν. 3900/2010 (Α’ 213) καταργείται.
Η παρ. 1 του άρθρου 108 του ν. 4636/2019 (Α’ 169) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι αιτούντες διεθνή προστασία έχουν δικαίωμα άσκησης αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπο διοικητικού πρωτοδικείου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α’ 274), κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος μέρους.»
Άρθρο 58
Αρμοδιότητα τριμελούς συμβουλίου
Η παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3068/2002 (Α’ 274) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το τριμελές συμβούλιο απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου και δύο μέλη του. Ειδικώς: α) Για το Συμβούλιο της Επικρατείας, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του αρμοδίου καθ’ ύλην Τμήματος, ένα σύμβουλο και τον εισηγητή. Ο πρόεδρος ορίζει ως εισηγητή τον εισηγητή της ακυρωτικής απόφασης, επί αδυναμίας δε αυτού, άλλο σύμβουλο ή πάρεδρο. Οι πάρεδροι συμμετέχουν στα συμβούλια της διάταξης αυτής με αποφασιστική ψήφο. β) Για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, έναν σύμβουλο και τον εισηγητή. Ο Πρόεδρος ορίζει ως εισηγητή τον εισηγητή δικαστή της απόφασης, επί αδυναμίας δε αυτού, άλλον σύμβουλο ή πάρεδρο. Οι πάρεδροι συμμετέχουν στο συμβούλιο της διάταξης αυτής με αποφασιστική ψήφο. Εάν πρόκειται για συμμόρφωση σε απόφαση της Ολομέλειας, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν αντιπρόεδρο και τον εισηγητή δικαστή της απόφασης, επί αδυναμίας δε αυτού από άλλον σύμβουλο. γ) Για τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, το τριμελές συμβούλιο αποτελείται από τον Πρόεδρο του οικείου Δικαστηρίου ή του αρμόδιου Τμήματος και δύο μέλη τους, μεταξύ των οποίων και ο εισηγητής της απόφασης ή επί μονομελούς σχηματισμού ο δικαστής που εξέδωσε την απόφαση, οι οποίοι ορίζονται ως εισηγητές, επί αδυναμίας δε αυτών από άλλα μέλη του Δικαστηρίου.»
Η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3068/2002 καταργείται.
Άρθρο 59
Εξαίρεση της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων από την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 4512/2018 (Α’ 5) Η δυνατότητα που προβλέπεται στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 4512/2018 (Α’ 5), για τη μετάταξη, μετά από αίτηση, σε κενή ή προσωποπαγή θέση κλάδου δικαστικών υπαλλήλων ή υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή υπηρεσίας αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν καταλαμβάνει και τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. Υπάλληλοι που έχουν υποβάλει αίτηση για μία από τις κενές θέσεις της Υπηρεσίας αυτής, μπορούν να επανυποβάλουν την αίτησή τους για μετάταξη, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Άρθρο 60
Τροποποίηση της περ. α’ της παρ. 6 του άρθρου 2 και της περ. α’ του άρθρου 272Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας Στην περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 6 και στην περ. α’ του άρθρου 272Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, «δημόσιες».
Άρθρο 61
Καταβολή των μισθολογικών ωριμάνσεων και προαγωγών των δικαστικών λειτουργών και του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για τα έτη 2017-2018
Οι διατάξεις του άρθρου 236 του ν. 4389/2016 (Α’ 94), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου ένατου του ν. 4393/2016 (Α’ 106), καταργούνται από τότε που ίσχυσαν. Οι διαφορές αποδοχών που προκύπτουν από την επαναφορά σε ισχύ των ανασταλεισών μισθολογικών ωριμάνσεων και των μισθολογικών προαγωγών των δικαστικών λειτουργών και του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το χρονικό διάστημα από 1ης.1.2017 έως και 31.12.2018, καταβάλλονται εφάπαξ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους 2021.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται μέχρι την 31η.03.2021, καθορίζονται ο χρόνος, η διαδικασία και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα σχετικά με την καταβολή των διαφορών αποδοχών που απορρέει από τις διατάξεις της παρ. 1 προς τους δικαστικούς λειτουργούς και το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 1ης.1.2017 έως και 31.12.2018.
Άρθρο 62
Οργανικές θέσεις δικαστικών λειτουργών Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης διαμορφώνονται ως εξής:
Από 1ης Απριλίου 2020:
- α) των εισαγγελέων εφετών αυξάνονται κατά είκοσι
τρεις (23), οριζομένων αυτών σε εβδομήντα πέντε (75),
- β) των αντεισαγγελέων εφετών μειώνονται κατά είκοσι
τρεις (23), οριζομένων αυτών σε εκατόν δεκαέξι (116).
Από 1ης Ιουλίου 2020:
- α) των εφετών αυξάνονται κατά είκοσι τρεις (23), οριζομένων αυτών σε τριακόσιες ενενήντα επτά (397),
- β) των αντεισαγγελέων εφετών αυξάνονται κατά πέντε
(5), οριζομένων αυτών σε εκατόν είκοσι μία (121),
- γ) των προέδρων πρωτοδικών αυξάνονται κατά μία (1),
οριζομένων αυτών σε τριακόσιες μία (301),
- δ) των πρωτοδικών αυξάνονται κατά είκοσι έξι (26),
οριζομένων αυτών και των οργανικών θέσεων των παρέδρων πρωτοδικείου σε οκτακόσιες εξήντα έξι (866),
- ε) των αντεισαγγελέων πρωτοδικών αυξάνονται κατά
δέκα (10), οριζομένων αυτών και των οργανικών θέσεων των παρέδρων εισαγγελίας σε διακόσιες εξήντα μία (261).
Οι νέες οργανικές θέσεις της παρ. 2 θα πληρωθούν την 1η Ιουλίου 2022 μετά την αποφοίτηση των σπουδαστών της 27ης σειράς της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.
Άρθρο 63
Παραγραφή και παύση ποινικής δίωξης
Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των πλημμελημάτων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και την 30η.04.2020, κατά των οποίων ο νόμος, ως κύρια ποινή, απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή σωρευτικά κάποιες από τις παραπάνω ποινές. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε πλημμελήματα για τα οποία η χρηματική ποινή ή η παροχή κοινωφελούς εργασίας προβλέπονται διαζευκτικά με ποινή φυλάκισης άνω του ενός (1) έτους.
Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παρ. 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ’ αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.
Οι δικογραφίες που αφορούν στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται, με διάταξή του, ο αρμόδιος εισαγγελέας.
Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα πλημμελήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις εξής διατάξεις:
- α) των άρθρων 82Α, 142, 155, 158 παρ. 2, 160, 163, 166
παρ. 1, 168 παρ. 3, 169 Α, 173 παρ. 1, 175, 178, 183, 184 παρ. 1, 221 παρ. 2 εδάφιο πρώτο, 230, 285 παρ. 4 περ. α’, 304Α παρ. 1 εδάφιο δεύτερο, 337 παρ. 1, 358 του Π.Κ. και 377 Π.Κ. για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση,
- β) του άρθρου πέμπτου του ν. 2803/2000 (Α’ 48),
- γ) του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 3213/2003 (Α’ 309),
- δ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 690/1945 (Α’ 292),
- ε) του άρθρου 29 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ν. 703/1977
(Α’ 278) και του άρθρου 44 παρ. 1 εδάφια πρώτο και δεύτερο και 2 του ν. 3959/2011 (Α’ 93),
- στ) του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 του ν. 456/1976 (Α’ 277),
- ζ) του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999 (Α’ 121),
- η) του άρθρου 10 του ν. 4637/2019 (Α’ 180).
Η θέση στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 3, δικογραφίας, η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά την διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 Κ.Π.Δ.. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται μετά τη συνέχιση της παυθείσας
Στις περ. των άρθρων 224, 229, 362 εδάφιο δεύτερο και 363 Π.Κ., αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης, τέθηκε η δικογραφία στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 3, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο Κ.Π.Δ.), κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών, αναβάλλει, με πράξη του, κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής διαδικασίας της υπόθεσης που τέθηκε στο αρχείο.
Άρθρο 64
Παραγραφή και μη εκτέλεση ποινών υπό όρο
Κύριες ποινές: α) φυλάκισης διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών ή β) χρηματικές ποινές ή γ) ποινές παροχής κοινωφελούς εργασίας, που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος νέα αξιόποινη πράξη από δόλο, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης, ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί σωρευτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών.
Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των προβλεπόμενων από το νόμο διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 82Α, 235, 236, 237, 242, 259, 285, 358 και 390 του Π.Κ., καθώς και των νόμων 927/1979 (Α’ 139), 3304/2005 (Α’ 16), του άρθρου 11 του ν. 4443/2016 (Α’ 232) και της παρ. 6 του άρθρου πρώτου της από 25.02.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 42), όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4682/2020 (Α’ 76).
Η θέση στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 2, απόφασης η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται όταν η απόφαση που τέθηκε στο αρχείο καταστεί αμετάκλητη.
Άρθρο 65
Παύση των εργασιών της πτωχεύσεως
Η παρ. 3 του άρθρου 166 του ν. 3588/2007 (Α’ 153) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Μετά παρέλευση δέκα (10) ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών ή την παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης, επέρχονται τα αποτελέσματα της παρ. 2. Η περάτωση της πτώχευσης επέρχεται, κατά τη συμπλήρωση της μακρότερης των άνω προθεσμιών, όταν αποδεικνύεται ότι η διαδικασία της πτωχεύσεως είναι ενεργή, υπάρχουν ή αναμένονται καρποί ή/και εκκρεμούν δίκες.»
Στο άρθρο 166 του ν. 3588/2007 προστίθενται παρ. 4 και 5, ως εξής: «4. Κατ’ εξαίρεση και μόνο, εάν μέχρι τη συμπλήρωση της μακρότερης των άνω προθεσμιών έχει συνταχθεί πίνακας διανομής, κατά του οποίου εκκρεμεί ανακοπή, το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα, να παρατείνει, περαιτέρω, την πτωχευτική διαδικασία, μέχρι την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως, επί της ανακοπής και την, χωρίς καθυστέρηση, ολοκλήρωση της διανομής. Η αίτηση παράτασης υποβάλλεται, το αργότερο, τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν την εκπνοή της μακροτέρας των άνω προθεσμιών. Μέχρι τη συζήτηση της αίτησης προσκομίζεται έκθεση του Εισηγητή Πτωχεύσεων. Η αίτηση παράτασης, η έκθεση του Εισηγητή και η απόφαση του Πτωχευτικού Δικαστηρίου κοινοποιούνται υποχρεωτικά στη Φορολογική Διοίκηση (Διεύθυνση Εισπράξεων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων) αμελλητί. 5.Τα πτωχευτικά όργανα συνεχίζουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους και η πτωχευτική διαδικασία δεν διακόπτεται, μέχρι την έκδοση απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου κατά την παρ. 4. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα.»
Άρθρο 66
Μεταβατική διάταξη Πτωχευτικές διαδικασίες, που έχουν περατωθεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος λόγω παρέλευσης δεκαετίας, από την ένωση των πιστωτών, θεωρούνται μη περατωθείσες, πριν παρέλθουν δύο (2) μήνες, από τη δημοσίευση του παρόντος και, υπό την προϋπόθεση, ότι δεν παρήλθαν δεκαπέντε (15) έτη, από την κήρυξη της πτώχευσης. Ο σύνδικος, με αίτησή του, προς τον Εισηγητή της πτώχευσης, εντός δύο (2) μηνών, από τη δημοσίευση του παρόντος μπορεί να αιτηθεί τη συνέχιση της πτωχευτικής διαδικασίας, εφόσον η πτώχευση περιλαμβάνει ακίνητα, ή διαθέτει χρήματα ή ευρίσκεται στο στάδιο σύνταξης πίνακα διανομής ή εκκρεμεί ανακοπή κατά του πίνακα διανομής. Ο Εισηγητής, με έκθεσή του, δύναται να παρατείνει το πέρας τοιαύτης πτώχευσης, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, επί εκκρεμούσης ανακοπής και την ολοκλήρωση της διανομής ή τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών, από την κήρυξη της πτώχευσης. Η αίτηση παράτασης και η έκθεση του Εισηγητή κοινοποιούνται υποχρεωτικά στη Φορολογική Διοίκηση (στη Διεύθυνση Εισπράξεων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων), αμελλητί. Σε
Άρθρο 67
Επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα Προστίθεται νέο άρθρο 122 Α’ στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’182) ως εξής: «Άρθρο 122Α Επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα
Επίδοση εγγράφου είναι δυνατόν να διενεργείται και με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν δικαστικό επιμελητή, διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία ή τη διαμονή του ή την έδρα του, κατά τον χρόνο διενέργειας της επίδοσης, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνεται.
Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται συντελεσμένη μόνο εφόσον επιστραφεί στον διενεργούντα την επίδοση δικαστικό επιμελητή, ηλεκτρονική απόδειξη παραλαβής του εγγράφου, η οποία φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ (ΕΕ L 257/28.8.2014), του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση. Επί ποινή ακυρότητας, η ηλεκτρονική απόδειξη περιέχεται στην έκθεση επίδοσης την οποία συντάσσει ο δικαστικός επιμελητής σύμφωνα με το άρθρο 139 Κ.Πολ.Δ.. Η επίδοση θεωρείται ανυπόστατη αν η ηλεκτρονική απόδειξη δεν περιέλθει στον διενεργούντα την επίδοση μέσα σε εικοσιτέσσερις (24) ώρες από την αποστολή. Συνέπεια του ανυπόστατου της ηλεκτρονικής επίδοσης είναι η αυτοδίκαιη διενέργειά της με φυσικό τρόπο επίδοσης, όπως ορίζουν τα άρθρα 122 επ..
Με την επιφύλαξη της παρ. 4, φυσικό πρόσωπο ή, στην περίπτωση νομικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπός αυτού, που επιθυμεί να αποστέλλει ή να λαμβάνει έγγραφα με ηλεκτρονικά μέσα υποχρεούται να δηλώσει μία μοναδική ηλεκτρονική διεύθυνση στην κεντρική βάση μοναδικής καταχώρισης των στοιχείων επικοινωνίας της παρ. 5 του άρθρου 48 του ν. 4623/2019 (Α’ 134). Αν πρόκειται για κάτοικο εξωτερικού ή νομικό πρόσωπο με έδρα στην αλλοδαπή, η δήλωση υποβάλλεται στην ανωτέρω κεντρική βάση. Η σχετική δήλωση υποβάλλεται είτε από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο είτε από τρίτο με ειδικό πληρεξούσιο.
Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 3, με παραλήπτη το Δημόσιο, πιστωτικό ίδρυμα, ίδρυμα πληρωμών, κατάστημα ηλεκτρονικού χρήματος ή ασφαλιστική εταιρεία διενεργείται στην εκάστοτε αρμόδια αποκεντρωμένη υπηρεσία ή κεντρικό υποκατάστημα της περιφέρειας, όπου κατά τον χρόνο επίδοσης, έχει την έδρα του, ο διενεργών την επίδοση δικαστικός επιμελητής. Σε περίπτωση μη ύπαρξης αρμόδιας αποκεντρωμένης υπηρεσίας ή κεντρικού υποκαταστήματος της περιφέρειας, η επίδοση διενεργείται στην κεντρική έδρα των φορέων του πρώτου εδάφιου. Για τον σκοπό αυτόν, οι νόμιμοι εκπρόσωποι των νομικών προσώπων υποχρεούνται να δηλώνουν την ηλεκτρονική τους διεύθυνση στην ανωτέρω κεντρική βάση, όπως επίσης και το όνομα του αντιπροσώπου, εκπροσώπου ή υπαλλήλου που είναι εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει ηλεκτρονικά το έγγραφο που επιδίδεται.
Για την υποβολή της δήλωσης των παρ. 3 και 4, συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας του πρωτοδικείου και εκείνον που κάνει τη δήλωση, η οποία καταχωρίζεται σε ευρετήριο με την αλφαβητική σειρά του επωνύμου ή της επωνυμίας του φυσικού ή νομικού προσώπου. Οι δηλώσεις τηρούνται και σε ηλεκτρονικό αρχείο, το οποίο αποστέλλεται από τον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας του πρωτοδικείου ηλεκτρονικά στην Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας.
Αντικατάσταση ή κατάργηση της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έχει καταχωριστεί γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 48 του ν. 4623/2019 (Α’134).
Η επίδοση στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 143, μπορεί να γίνεται και στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που περιέχεται σε δικόγραφο, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 119 Κ.Πολ.Δ..
Στις περιπτώσεις ηλεκτρονικής επίδοσης οι δικονομικές προθεσμίες παρατείνονται κατά μία (1) ημέρα.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, εξειδικεύονται οι όροι δημιουργίας και λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής για την επίδοση εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα.»
Άρθρο 68
Υπόχρεοι σε δήλωση Η περ. ι’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 (Α’309) αντικαθίσταται, ως εξής: «ι. Οι Γενικοί Διευθυντές των Υπουργείων, οι Πρόεδροι, οι Αντιπρόεδροι, οι Διοικητές, οι Υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι και οι Γενικοί Διευθυντές νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων, δημοσίων οργανισμών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκησή τους ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος.»
Άρθρο 69
Κοινοποίηση διορισμού και ανάληψη υπηρεσίας δικαστικών υπαλλήλων Η παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 2812/2000 (Α’67) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Στο έγγραφο αυτό ορίζεται και εύλογη προθεσμία, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες, για την ορκωμοσία του διοριζομένου και την ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν ορίζεται προθεσμία, θεωρείται ότι έχει υπηρεσία.»
Άρθρο 70
Αποσπάσεις δικαστικών λειτουργών
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α’ 35) αντικαθίσταται ως εξής: «Η απόσπαση αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομοπαρασκευαστικών έργων, καθώς και καθηκόντων σχετικών με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, και διαρκεί για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους, με δυνατότητα ισόχρονων παρατάσεων.»
Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2331/1995 (Α’ 173) η φράση «Για τη στελέχωση της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας συνιστώνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πέντε (5) θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού, οι οποίες καλύπτονται ως εξής:» αντικαθίσταται από την φράση: «Η Ειδική Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης στελεχώνεται ως εξής:»
Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2331/1995 (Α’ 173) που έχει ως εξής: «Η απόσπαση των προσώπων που αναφέρονται στις περ. α’ και β’ γίνεται για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, που μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμη έτος, σύμφωνα με όσα προβλέπονται παραπάνω.» αντικαθίσταται ως εξής: «Όσον αφορά στη χρονική διάρκεια της απόσπασης των προσώπων που αναφέρονται στην περ. α’ εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. Η απόσπαση των προσώπων που αναφέρονται στην περ. β’ γίνεται για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, που μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμη έτος.»
Η απόσπαση δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι έχουν ήδη αποσπαστεί, με βάση τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2331/1995 (Α’ 173), και στελεχώνουν την Ειδική Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία έχει συγχωνευθεί στο Γραφείο Νομοθετικής Πρωτοβουλίας του ως άνω Υπουργείου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του π.δ. 96/2017 (Α’ 136), λήγει την 1η Ιουλίου 2020, εκτός αν, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, δεν έχει παρέλθει ένα (1) έτος από την έναρξη της απόσπασης, οπότε αυτή λήγει με την πάροδο του έτους αυτού.
Άρθρο 71
Παράταση ισχύος του Πίνακα Επιτυχόντων του διαγωνισμού για την πρόσληψη δόκιμων Ειρηνοδικών Δ’ τάξης Η ισχύς του Πίνακα Επιτυχόντων του Διαγωνισμού για την πρόσληψη δόκιμων Ειρηνοδικών Δ’ τάξης, που δημοσιεύθηκε στις 9.2.2016 (Γ’ 81), παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2021 και οι κενές θέσεις Ειρηνοδικών που ανακύψουν μέχρι την ως άνω ημερομηνία πληρούνται από τον πίνακα αυτόν.
Άρθρο 72
Παράταση απόσπασης Κατ’ εξαίρεση των οικείων διατάξεων, η απόσπαση υπαλλήλων στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων - «Σπίτι του Παιδιού», σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 76 του ν. 4478/2017 (Α’ 91), η οποία λήγει κατά τη διάρκεια ισχύος των έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, δύναται να παρατείνεται για έξι (6) ακόμη μήνες και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 31ης.12.2020.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ
Άρθρο 73
Θητεία Προϊσταμένων της Αρχής Η θητεία των Προϊσταμένων Διευθύνσεων και Αυτοτελών Τμημάτων της Α.Δ.Α.Ε. του άρθρου 14 του π.δ. 40/ 2005 (Α’ 59), η οποία λήγει μέχρι τις 31 Μαΐου 2020, δύναται να παρατείνεται για ένα (1) ακόμη έτος. Η ως άνω παράταση αποφασίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Αρχής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ
Άρθρο 74
Ίδρυση Κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών Ιδρύεται Κατεύθυνση Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών.
Άρθρο 75
Διοικητικό Συμβούλιο
Η υποπερ. ζζ’ της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «ζζ. Δύο Καθηγητές των Τμημάτων Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης που ορίζονται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Τμημάτων, μαζί με τους αναπληρωτές τους, εκ περιτροπής, για θητεία δύο (2) ετών.»
Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο όργανο διοίκησης της Σχολής. Χαράσσει τις γενικές κατευθύνσεις της Κατάρτισης και της Επιμόρφωσης και εποπτεύει την εφαρμογή τους. Εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό, ισολογισμό και απολογισμό της Σχολής και τα προγράμματα Κατάρτισης των Συμβουλίων Σπουδών. Η μη έγκριση των καταρτισθέντων ή τροποποιηθέντων από τα Συμβούλια Σπουδών προγραμμάτων Κατάρτισης για τις δραστηριότητες και τις προοπτικές της Σχολής στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος την καταθέτει στη Βουλή.»
Άρθρο 76
Διευθυντές κατάρτισης και επιμόρφωσης To άρθρο 6 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6 Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης
Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών τοποθετούνται τρεις Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, ένας για τις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών, ένας για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης και ένας για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων.
Ως Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης τοποθετούνται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δικαστικού συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις: (α) για τις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών, ένας Πρόεδρος Εφετών που υπηρετεί στα πολιτικά δικαστήρια, (β) για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, ένας Πρόεδρος Εφετών που υπηρετεί στα διοικητικά δικαστήρια και (γ) για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων, ένας Εισαγγελέας Εφετών. Παύουν αυτοδικαίως να κατέχουν τις θέσεις αυτές, αν στερηθούν με οποιονδήποτε τρόπο τη δικαστική ιδιότητα. Ορίζονται με μερική απασχόληση, όχι πάντως μικρότερη των δύο (2) ημερών κάθε εβδομάδα, και μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης για μία μόνο θητεία τριών (3) ετών, η οποία παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από τον αντικαταστάτη τους. Εφόσον ελλείπουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, αναπληρώνεται ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των Κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Κατεύθυνσης των Εισαγγελέων και αντιστρόφως και ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Κατεύθυνσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των Κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών.
Οι Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στο Διοικητικό Συμβούλιο και εισηγούνται τα θέματα της αρμοδιότητάς τους. Κατανέμουν και συντονίζουν το διοικητικό προσωπικό που έχει σχέση με τις αρμοδιότητές τους και συνεπικουρούν τον Γενικό Διευθυντή στην προώθηση των διεθνών σχέσεων της Σχολής.
Οι Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της οικείας κατεύθυνσης, υπό την εποπτεία του Γενικού Διευθυντή, είναι αρμόδιοι για την εγγραφή, την παρεχόμενη προεισαγωγική, θεωρητική και πρακτική Κατάρτιση και την αξιολόγηση των εκπαιδευομένων. Μεριμνούν για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος Κατάρτισης και συντονίζουν τις συναφείς εκπαιδευτικές διαδικασίες. Είναι επίσης αρμόδιοι για την παρεχόμενη, στο πλαίσιο της Σχολής, Επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών. Μεριμνούν για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος Επιμόρφωσης και συντονίζουν τις συναφείς εκπαιδευτικές διαδικασίες. Ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των Εισαγγελέων συνεπικουρεί επιπλέον τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών σε θέματα διδασκαλίας ή επιμόρφωσης που αφορούν το ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο.»
Άρθρο 77
Συμβούλια Σπουδών και Διδασκόντων
Η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών λειτουργούν δύο Συμβούλια Σπουδών, ένα για τις κατευθύνσεις Πολιτικής – Ποινικής Δικαιοσύνης, Ειρηνοδικών και Εισαγγελέων και ένα για την κατεύθυνση Διοικητικής Δικαιοσύνης.»
Η υποπερ. Α’ της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Α) Το Συμβούλιο για τις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, των Ειρηνοδικών και των Εισαγγελέων από: αα. Τον Γενικό Διευθυντή. ββ. Τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης των κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών. γγ. Τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της κατεύθυνσης των Εισαγγελέων. δδ. Δύο Καθηγητές από τα Τμήματα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, που ορίζονται εκ περιτροπής με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Τμημάτων μαζί με τους αναπληρωτές τους για θητεία δύο (2) ετών. εε. Έναν δικηγόρο με εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορία, που ορίζεται, μαζί με τον αναπληρωτή του από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων για θητεία τριών (3) ετών. στστ. Έναν εκπρόσωπο των εκπαιδευομένων, ο οποίος εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του από όλους τους εκπαιδευόμενους στις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, των Ειρηνοδικών, καθώς και των Εισαγγελικών Λειτουργών, τον μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους.»
Η περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) τροποποιείται ως εξής: «ε. Τα Συμβούλια Σπουδών έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (αα) Καταρτίζουν και τροποποιούν το Πρόγραμμα Σπουδών και τον Πίνακα των Διδασκόντων. (ββ) Καταρτίζουν και τροποποιούν το Πρόγραμμα Επιμόρφωσης και ορίζουν την Οργανωτική Επιτροπή που επιμελείται την υλοποίησή του.»
Η περ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «3.α. Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών λειτουργούν τρία Συμβούλια Διδασκόντων, ένα για την κατεύθυνση της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου της Σχολής. Αποτελούνται από όλους τους διδάσκοντες, οι οποίοι κάθε φορά παρέχουν τις υπηρεσίες τους στη Σχολή σε κάθε Κατεύθυνση.»
Άρθρο 78
Προκήρυξη εισαγωγικού διαγωνισμού Η παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έως το τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους, προκηρύσσεται εισαγωγικός διαγωνισμός στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών για τις ακόλουθες Κατευθύνσεις: α) Διοικητικής Δικαιοσύνης. β) Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. γ) Ειρηνοδικών και δ) Εισαγγελέων.»
Άρθρο 79
Δικαίωμα και αιτήσεις συμμετοχής Το άρθρο 10 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 10 Δικαίωμα και Αιτήσεις Συμμετοχής
α. Στον διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι: αα. Έχουν ή είχαν διετή άσκηση δικηγορίας ή είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος νομικού τμήματος, με μονοετή άσκηση δικηγορίας, ή είναι δικαστικοί υπάλληλοι με πτυχίο νομικού τμήματος νομικής σχολής και πενταετή υπηρεσία στη θέση αυτή. Ειδικά για τις κατευθύνσεις Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, Διοικητικής Δικαιοσύνης και Εισαγγελέων, στο διαγωνισμό γίνονται δεκτοί και όσοι έχουν την ιδιότητα του Ειρηνοδίκη. ββ. Έχουν συμπληρώσει το εικοστό όγδοο (28ο) και δεν έχουν υπερβεί το τεσσαρακοστό πέμπτο (45ο) έτος της ηλικίας τους την 31η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο προκηρύσσεται ο διαγωνισμός. Η ηλικία του υποψηφίου αποδεικνύεται σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. γγ.`Εχουν τα προσόντα, που ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 36, και δεν έχουν τα κωλύματα, που προβλέπονται στα άρθρα 37 και 38 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύουν, για τον διορισμό τους ως δικαστικών λειτουργών. β. Τα απαιτούμενα προσόντα, εκτός από το όριο ηλικίας, πρέπει να συντρέχουν κατά τον χρόνο έναρξης του διαγωνισμού. Τα κωλύματα πρέπει να μην υπάρχουν τόσο κατά τον χρόνο έναρξης του διαγωνισμού όσο και κατά τον χρόνο εγγραφής στη Σχολή. 2.α. Ο υποψήφιος υποβάλλει την αίτηση συμμετοχής του στον διαγωνισμό στη γραμματεία της Σχολής ή στη γραμματεία οποιουδήποτε δικαστηρίου της χώρας. Στην τελευταία περίπτωση, οι αιτήσεις διαβιβάζονται αμελλητί στη γραμματεία της Σχολής. β. Με την αίτηση δηλώνει υποχρεωτικώς μία από τις τρεις ξένες γλώσσες, οι οποίες προβλέπονται στην περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Συνυποβάλλει τα δικαιολογητικά, τα οποία αποδεικνύουν τη συνδρομή των προσόντων και την έλλειψη κωλυμάτων, εκτός των πιστοποιητικών σωματικής και ψυχικής υγείας, τα οποία υποβάλλονται στη γραμματεία της Σχολής το βραδύτερο μέχρι την 30ή Απριλίου του έτους προκήρυξης. Τα πιστοποιητικά αυτά εκδίδονται, το μεν της σωματικής υγείας από παθολόγο ή γενικό ιατρό κατά τα ισχύοντα για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, το δε της ψυχικής υγείας από διευθυντή ψυχιατρικής κλινικής κρατικού ή πανεπιστημιακού νοσοκομείου. γ. Σε περίπτωση διαπίστωσης έλλειψης φυσικών σωματικών δεξιοτήτων κάποιου υποψηφίου, εξετάζεται από τον ως άνω παθολόγο ή γενικό ιατρό κατά πόσο η έλλειψη αυτή εμποδίζει ή όχι την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων. Εφόσον πιστοποιηθεί από τον ιατρό η υγεία και η σωματική καταλληλότητά του για την άσκηση των ανωτέρω καθηκόντων, λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διευκόλυνση της συμμετοχής του υποψηφίου στον εισαγωγικό διαγωνισμό. Στα μέτρα διευκόλυνσης μπορεί να περιλαμβάνεται και η παροχή παράτασης για την ολοκλήρωση της εξέτασης. Η παράταση αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα δεύτερο του προβλεπόμενου χρόνου για την ολοκλήρωση της εξέτασης. δ. Οι Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης κάθε κατεύθυνσης, συνεπικουρούμενοι από υπαλλήλους της Σχολής, ελέγχουν την πληρότητα των στοιχείων που υποβάλλει κάθε υποψήφιος, και καταρτίζουν για κάθε κατεύθυνση πίνακες, οι οποίοι αναρτώνται στο κατάστημα της Σχολής, τόσο των υποψηφίων, που μπορούν να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό, όσο και εκείνων, που αποκλείονται από αυτόν. Ο Γενικός Διευθυντής εγκρίνει τους πίνακες αυτούς, οι οποίοι υποβάλλονται στον πρόεδρο της οικείας επιτροπής διαγωνισμού το βραδύτερο το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Μαΐου και αναρτώνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στο κατάστημα της Σχολής.»
Άρθρο 80
Επιτροπή διαγωνισμού Το άρθρο 11 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 11 Επιτροπή Διαγωνισμού
Ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται από επιτροπή, η οποία συγκροτείται για κάθε κατεύθυνση χωριστά, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδίδεται μέχρι το τέλος του μηνός Απριλίου.
Η επιτροπή για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης αποτελείται από: α) έναν Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, β) έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γ) έναν Πρόεδρο Εφετών των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, δ) έναν Καθηγητή Τμήματος Νομικής από τη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και ε) έναν δικηγόρο με εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία. Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δ) έναν Καθηγητή Τμήματος Νομικής από τη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και ε) έναν δικηγόρο με εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία.
Η επιτροπή για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων αποτελείται από: α) έναν Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, β) έναν Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, γ) έναν Εισαγγελέα Εφετών, δ) έναν Καθηγητή Τμήματος Νομικής από τη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και ε) έναν δικηγόρο με εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία.
Η επιτροπή για την κατεύθυνση των Ειρηνοδικών αποτελείται από: α) έναν Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, β) έναν Αρεοπαγίτη, γ) έναν Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δ) έναν Καθηγητή Τμήματος Νομικής από τη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και ε) έναν δικηγόρο με εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία.
Τα μέλη των πιο πάνω επιτροπών, με στοιχεία α’, β’ και γ’ ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 41 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. Τα μέλη με στοιχείο δ’ ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, ύστερα από κλήρωση που διενεργείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με την παρουσία του Γενικού Διευθυντή της Σχολής, μεταξύ όλων των καθηγητών των Τμημάτων Νομικής της Χώρας από τη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή, το γνωστικό αντικείμενο των οποίων είναι σχετικό με τα εξεταζόμενα μαθήματα. Το μέλος των ως άνω επιτροπών με στοιχείο ε’ ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας.
Εκτός των μελών της Επιτροπής, διορίζονται επίσης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, έξι (6) εξεταστές ξένων γλωσσών, μαζί με τους αναπληρωτές τους, για την εξέταση των τριών (3) ξένων γλωσσών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12. Ως εξεταστές διορίζονται διδάσκαλοι ξένων γλωσσών των Τμημάτων Νομικής της Χώρας και Καθηγητές από τη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και άνω, στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα εξέτασης των ξένων γλωσσών κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στα μεταπτυχιακά προγράμματα των ίδιων Τμημάτων, μετά από κλήρωση, από κατάλογο τον οποίο αποστέλλουν τα τρία Νομικά Τμήματα και ισχύει για τρία (3) έτη, εφόσον δεν τροποποιηθεί με νεότερη απόφαση των Τμημάτων. Ο διορισμός γίνεται για την εξέταση κάθε ξένης γλώσσας ξεχωριστά.
Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο γραμματέας κάθε επιτροπής και ο αναπληρωτής του. Καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται σε υπάλληλο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, εφόσον ο διαγωνισμός διενεργείται στην έδρα της Σχολής. Σε περίπτωση που ο διαγωνισμός διενεργείται εκτός της έδρας της, ανατίθενται σε υπάλληλο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε δικαστικό υπάλληλο, ο οποίος υπηρετεί σε μια από τις δικαστικές υπηρεσίες του τόπου όπου διενεργείται ο διαγωνισμός.»
Άρθρο 81
Διεξαγωγή - Στάδια διαγωνισμού
Το άρθρο 12 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 12 Διεξαγωγή - Στάδια Διαγωνισμού
Ο εισαγωγικός διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια, προκριματικό και τελικό. Το προκριματικό διεξάγεται το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου και το τελικό κατά τους μήνες Σεπτέμβριο έως και Νοέμβριο.
Κατά το προκριματικό στάδιο: α) Οι υποψήφιοι εξετάζονται γραπτά, για μεν την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης σε θέματα: αα. γενικής παιδείας, ββ. συνταγματικού δικαίου, γενικού διοικητικού δικαίου και δικαίου διοικητικών διαφορών και γγ. δημοσιονομικού δικαίου, για δε τις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, των Ειρηνοδικών και των Εισαγγελέων σε θέματα: αα. γενικής παιδείας, ββ. αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας και γγ. ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας. β) Η εξέταση στα θέματα γενικής παιδείας περιλαμβάνει την ανάπτυξη ενός θέματος σχετικά με σύγχρονα νομικά, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά ζητήματα ή συνδυασμό ανάπτυξης θέματος και ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής. Επί των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής το ειδικό βάρος κάθε ερώτησης προσδιορίζεται ανάλογα με τη δυσκολία της και αναγράφεται στο ερωτηματολόγιο. Το μέρος, που αντιστοιχεί στις ερωτήσεις αντιπροσωπεύει το 25% του συνόλου της βαθμολογίας. γ) Η εξέταση στα νομικά μαθήματα διενεργείται με συνθετική παρουσίαση πρακτικού θέματος στον αντίστοιχο θεματικό κύκλο και περιλαμβάνει μία, επιπλέον των ανωτέρω, γραπτή δοκιμασία των υποψηφίων για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης στον θεματικό κύκλο του συνταγματικού δικαίου, του γενικού διοικητικού δικαίου και του δικαίου διοικητικών διαφορών, για τις κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών στο θεματικό κύκλο του αστικού δικαίου, του εμπορικού δικαίου και της πολιτικής δικονομίας και για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων στον θεματικό κύκλο του ποινικού δικαίου, της ποινικής δικονομίας και του Ευρωπαϊκού Ποινικού Δικαίου. δ) Τα μέλη της επιτροπής κατανέμουν μεταξύ τους την εξέταση των μαθημάτων, έτσι ώστε σε κάθε μάθημα να αντιστοιχούν δύο εξεταστές. Οι εξεταστές οφείλουν να προετοιμάσουν ο καθένας από δύο θέματα για το προς εξέταση μάθημα. Την ημέρα των εξετάσεων συνέρχεται η εξεταστική επιτροπή, εγκρίνει με πλειοψηφία δύο από τα θέματα αυτά και με κλήρωση, η οποία διενεργείται ενώπιον όλων των μελών της επιτροπής, επιλέγει το ένα θέμα που θα τεθεί στις εξετάσεις. Η διαδικασία αυτή ακολουθείται και κατά την εξέταση της ξένης γλώσσας. ε) Οι υποψήφιοι και των τεσσάρων (4) κατευθύνσεων εξετάζονται υποχρεωτικώς σε μία από τις ακόλουθες τρεις (3) ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική και γερμανική. Η εξέταση στην ξένη γλώσσα είναι γραπτή, διενεργείται από τους διορισθέντες για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 11 κείμενο που επιλέγεται προς μετάφραση είναι το ίδιο για όλες τις εξεταζόμενες ξένες γλώσσες.
Κατά το τελικό στάδιο, στο οποίο μετέχουν μόνον όσοι έχουν επιτύχει στο προκριματικό, οι υποψήφιοι κάθε κατεύθυνσης εξετάζονται προφορικά και δημοσίως στην ύλη που προβλέπεται για τις εξετάσεις του προκριματικού σταδίου της ίδιας κατεύθυνσης και σε θέματα ευρωπαϊκού δικαίου.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής, μπορεί να μεταβάλλονται τα μαθήματα και οι ξένες γλώσσες του εισαγωγικού διαγωνισμού.»
Άρθρο 82
Βαθμολόγηση υποψηφίων
Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Η βαθμολογική κλίμακα των εισαγωγικών εξετάσεων για όλες τις δοκιμασίες (προκριματικού και τελικού σταδίου) εκτείνεται από μηδέν (0) έως δεκαπέντε (15). 2.α. Η βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων του προκριματικού σταδίου, εκτός της ξένης γλώσσας, διενεργείται από δύο βαθμολογητές, μέλη της επιτροπής, τακτικά ή αναπληρωματικά. Η βαθμολόγηση της επίδοσης στην ξένη γλώσσα διενεργείται από τους διορισθέντες κατά το άρθρο 11 παρ. 7 εξεταστές, τακτικούς ή αναπληρωματικούς. Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων των διαγωνιζομένων στα γραπτά δοκίμια και η βαθμολογία του πρώτου εξεταστή καλύπτονται με αδιαφανές χαρτί, το οποίο αφαιρείται ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής μετά την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης σε όλες τις θεματικές ενότητες. Απαγορεύονται οποιεσδήποτε σημειώσεις των βαθμολογητών επάνω στο γραπτό. β. Ο μέσος όρος των βαθμών των δύο βαθμολογητών αποτελεί τον βαθμό του υποψηφίου στο γραπτό δοκίμιο, εφόσον η διαφορά τους δεν είναι μεγαλύτερη των τριών (3) μονάδων. Σε αντίθετη περίπτωση, τα γραπτά δοκίμια βαθμολογούνται από άλλους δύο βαθμολογητές, οι οποίοι ορίζονται από την επιτροπή μεταξύ των μελών της, τακτικών ή αναπληρωματικών, που δεν συμμετείχαν στην πρώτη διόρθωση και οι οποίοι διορθώνουν με καλυμμένους τους βαθμούς των δύο πρώτων εξεταστών. Την εξέταση της ξένης γλώσσας αναλαμβάνουν οι δύο από τους ορισθέντες κατά το άρθρο 11 παρ. 7 εξεταστές, τακτικοί ή αναπληρωματικοί, οι οποίοι δεν συμμετείχαν στην πρώτη διόρθωση. Στην περίπτωση αυτή, βαθμός του γραπτού δοκιμίου είναι ο μέσος όρος των βαθμών των τεσσάρων βαθμολογητών. γ. Θεωρούνται επιτυχόντες στο προκριματικό στάδιο όσοι υποψήφιοι έλαβαν μέσο όρο βαθμολογίας στις γραπτές δοκιμασίες οκτώ (8 )και σε καμία κάτω από έξι (6). Ο τελικός βαθμός κάθε υποψηφίου στο προκριματικό στάδιο, ο οποίος αποτελεί τον βαθμό του υποψηφίου στην προκριματική δοκιμασία, εξευρίσκεται με τον συνυπολογισμό των βαθμών που έλαβε στις πέντε (5) γραπτές δοκιμασίες του σταδίου αυτού για όλες τις κατευθύνσεις, με συντελεστή βαρύτητας για κάθε κατεύθυνση: α) για το γραπτό δοκίμιο του θέματος γενικής παιδείας πέντε δέκατα (0,5), β) για το γραπτό δοκίμιο της ξένης γλώσσας πέντε δέκατα (0,5) και γ) για το καθένα από τα υπόλοιπα τρία (3) γραπτά δοκίμια των νομικών μαθημάτων ένα (1). Κάθε βαθμός πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και το άθροισμα των βαθμών που προκύπτει διαιρείται με το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας. Το πηλίκο που προκύπτει αποτελεί τον τελικό βαθμό του υποψηφίου, στην προκριματική δοκιμασία.»
Η περ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «β. Ο τελικός βαθμός προσαυξάνεται κατά ένα δέκατο (1/10) της μονάδας για κάθε μεταπτυχιακό δίπλωμα σε τομείς της νομικής επιστήμης συναφείς με την κατεύθυνση που έχει επιλέξει ο υποψήφιος και κατά τρία δέκατα (3/10) της μονάδας για διδακτορικό δίπλωμα Νομικού Τμήματος ημεδαπού ή αλλοδαπού πανεπιστημίου, ομοίως σε τομείς της νομικής επιστήμης συναφείς με την κατεύθυνση που έχει επιλέξει ο υποψήφιος, στα οποία δεν προστίθεται η προσαύξηση του αντίστοιχου μεταπτυχιακού διπλώματος.»
Άρθρο 83
Δικαιώματα και υποχρεώσεις εκπαιδευομένων Το άρθρο 15 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 15 Δικαιώματα και Υποχρεώσεις Εκπαιδευομένων
Οι εκπαιδευόμενοι όλων των κατευθύνσεων, ήτοι των κατευθύνσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, Διοικητικής Δικαιοσύνης, Εισαγγελέων και Ειρηνοδικών, κατά τη διάρκεια της Κατάρτισής τους στη Σχολή λαμβάνουν μηνιαίως αποδοχές ίσες με το ήμισυ των εκάστοτε συνολικών αποδοχών του παρέδρου πρωτοδικείου, όπως αυτές προσδιορίζονται με τον ν. 2521/1997 (Α’ 174). Οι δαπάνες μετακίνησής τους για εκπαιδευτικούς λόγους βαρύνουν τη Σχολή. Στους εκπαιδευόμενους παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από τον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.).
Οι εκπαιδευόμενοι υποχρεούνται να επιστρέψουν τις αποδοχές, που έχουν λάβει, αν με υπαιτιότητα τους διακοπεί η Κατάρτισή τους στη Σχολή. Ο καταλογισμός γίνεται με πράξη του Γενικού Διευθυντή.
Όσοι εκπαιδευόμενοι έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου τελούν, από την εγγραφή τους στη Σχολή, σε αναστολή της ιδιότητας αυτής και οι εισφορές, που οφείλουν προς τους οικείους ασφαλιστικούς φορείς, υπολογίζονται επί των αποδοχών που λαμβάνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Όσοι έχουν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, του δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ή δημόσιας επιχείρησης ή του Καθηγητή Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, θεωρείται αυτοδικαίως ότι τελούν σε απόσπαση από την ημερομηνία εγγραφής τους και καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατάρτισής τους στη Σχολή. Οι εκπαιδευόμενοι αυτοί λαμβάνουν τις αποδοχές, που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.» Η παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η Κατάρτιση των εκπαιδευομένων είναι θεωρητική και πρακτική, κατανέμεται σε τρία διαδοχικά στάδια και παρέχεται ξεχωριστά για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, των Ειρηνοδικών και των Εισαγγελέων. Η διάρκεια της Κατάρτισης είναι δεκαέξι (16) μήνες για όλες τις Κατευθύνσεις, αρχίζει δε την 1η Φεβρουαρίου του έτους εγγραφής στη Σχολή και περατώνεται την 31η Μαΐου του επόμενου έτους. Η Κατάρτιση στη Σχολή διακόπτεται κατά τον μήνα Αύγουστο, την 26η και 28η Οκτωβρίου, τη 17η Νοεμβρίου, από 24 Δεκεμβρίου έως 2 Ιανουαρίου, την 6η Ιανουαρίου, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, από τη Μεγάλη Πέμπτη έως και τη Δευτέρα μετά το Πάσχα, την 1η Μαΐου και του Αγίου Πνεύματος.»
Άρθρο 85
Εξετάσεις αποφοίτησης
Η παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Δεκεμβρίου, οι εκπαιδευόμενοι, οι οποίοι έλαβαν κατά το δεύτερο στάδιο Κατάρτισης βαθμό προόδου τουλάχιστον οκτώ (8), προσέρχονται ενώπιον τριμελούς επιτροπής, σε Εξετάσεις Αποφοίτησης, οι οποίες περιλαμβάνουν γραπτή δοκιμασία. Η γραπτή δοκιμασία περιλαμβάνει τρεις εξετάσεις επί πρακτικών ζητημάτων, κατά προτίμηση με τη διανομή αντιγράφου δικογραφίας και με τη σύνταξη από τους εκπαιδευόμενους σχεδίου εισήγησης ή απόφασης ή εισαγγελικής πρότασης ή βουλεύματος. Για τους εκπαιδευόμενους της κατεύθυνσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης, κυρίως στις ενότητες: α) Σύνταγμα - ατομικές ελευθερίες. β) Ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο - Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. γ) Διοίκηση, διοικητική δράση, διοικητική δίκη και δ) Γενικές αρχές δημοσιονομικού δικαίου, ένδικα βοηθήματα, ένδικα μέσα και διαδικασίες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή σε σύνθεση των ανωτέρω. Για τους εκπαιδευόμενους των κατευθύνσεων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών, κυρίως στις ενότητες: α) Διαφορές αστικού δικαίου και θέματα πολιτικής δικονομίας.
- β) Διαφορές εμπορικού δικαίου. γ) Υποθέσεις ποινικού
δικαίου και θέματα ποινικής δικονομίας και δ) Ευρωπαϊκό δίκαιο - Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Διεθνής Σύμβαση για τα άτομα με αναπηρία ή σε σύνθεση των ανωτέρω. Για τους εκπαιδευόμενους της κατεύθυνσης των Εισαγγελέων κυρίως στις ενότητες: α) Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο. β) Θέματα Ποινικής Δικονομίας, γ) Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο και δ) Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι ή σε σύνθεση των ανωτέρω.»
Η παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η εξεταστική επιτροπή συγκροτείται για κάθε κατεύθυνση χωριστά με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Η επιτροπή για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης αποτελείται από: α) έναν Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, β) έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και γ) έναν Πρόεδρο Εφετών των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. Η επιτροπή για την κατεύθυνση της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης αποτελείται από: α) έναν Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, β) έναν Αρεοπαγίτη και γ) έναν Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η επιτροπή για την κατεύθυνση των Ειρηνοδικών αποτελείται από: α) έναν Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,
- β) έναν Αρεοπαγίτη και γ) έναν Εισαγγελέα Εφετών. Η επιτροπή για την κατεύθυνση των Εισαγγελέων αποτελείται
από: α) έναν Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, β) έναν Αρεοπαγίτη και γ) έναν Εισαγγελέα Εφετών.»
Άρθρο 86
Κατανομή σε τμήματα Η παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι εκπαιδευόμενοι από την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στους Πίνακες Επιτυχόντων της παρ. 1 του άρθρου 23: α. Γνωστοποιούν, μέσα σε τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες μετά την ανάρτηση των πινάκων, με δήλωσή τους στη γραμματεία της Σχολής, το τμήμα ή, κατά σειρά προτίμησης, τα τμήματα που επιθυμούν να ακολουθήσουν και β. Κατατάσσονται σε τμήματα, ανάλογα με τους κλάδους δικαστικών λειτουργών, για τους οποίους είχε προκηρυχθεί ο εισαγωγικός διαγωνισμός, και τις αντίστοιχες οργανικές θέσεις, οι οποίες πρόκειται να πληρωθούν, ως εξής: α. Υποψηφίων δοκίμων Εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας. β. Υποψηφίων δοκίμων Εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου. γ. Υποψηφίων δοκίμων Εισηγητών της Υπηρεσίας Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και δ. Υποψηφίων Παρέδρων Διοικητικού Πρωτοδικείου.»
Άρθρο 87
Τρίτο Στάδιο Κατάρτισης – Πρακτική άσκηση Η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το τρίτο στάδιο της Κατάρτισης περιλαμβάνει την πρακτική άσκηση στα δικαστικά καταστήματα και διαρκεί από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Μαΐου του έτους που ακολουθεί το έτος εγγραφής στη Σχολή. Πραγματοποιείται, για όσους μεν επέλεξαν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 24 τα τμήματα υποψηφίων δοκίμων εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στα δικαστήρια αυτά, αντιστοίχως, για δε τους λοιπούς στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, σε δικαστήρια όλων των κλάδων και βαθμών και σε εισαγγελίες.»
Άρθρο 88
Παράταση πρακτικής άσκησης Το άρθρο 29 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 29 Παράταση πρακτικής άσκησης Μετά την ολοκλήρωση της Κατάρτισης και τη διαμόρφωση του πίνακα αρχαιότητας κάθε κλάδου, η πρακτική Κατά τη διάρκεια της παράτασης, οι εκπαιδευόμενοι ασχολούνται με τις ίδιες δραστηριότητες, υφίστανται την αυτή εποπτεία και λαμβάνουν από τη Σχολή τις ίδιες αποδοχές, που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 15.»
Άρθρο 89
Διορισμός - δοκιμαστική υπηρεσία Το άρθρο 31 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 31 Διορισμός - δοκιμαστική υπηρεσία
Οι εκπαιδευόμενοι, οι οποίοι περατώνουν επιτυχώς την Κατάρτιση, διορίζονται, εντός δύο (2) μηνών από τη σύνταξη των πινάκων επιτυχόντων, σε θέσεις δόκιμων, είτε Ειρηνοδικών είτε λοιπών δικαστικών λειτουργών, στον κλάδο, στον οποίο αντιστοιχεί το τμήμα φοίτησής τους στη Σχολή ή το τμήμα κατάταξής τους μετά το πέρας του δεύτερου σταδίου κατάρτισης, προκειμένου για εκπαιδευομένους της κατεύθυνσης Διοικητικής Δικαιοσύνης.
Όποιος δεν αποδέχεται τον διορισμό του, υποχρεώνεται να επιστρέψει τις αποδοχές που εισέπραξε κατά τη διάρκεια της Κατάρτισης στη Σχολή. Ο διοριζόμενος έχει την υποχρέωση να υπηρετήσει στο δικαστικό σώμα διπλάσιο χρόνο από εκείνο της Κατάρτισης στη Σχολή. Αν ο διοριζόμενος παραιτηθεί νωρίτερα, επιστρέφει ποσοστό των αποδοχών, που εισέπραξε κατά τη διάρκεια της Κατάρτισής του, ανάλογο προς τον υπολειπόμενο χρόνο υποχρεωτικής υπηρεσίας στο δικαστικό σώμα. Οι εγγραφόμενοι εκ νέου στη Σχολή λόγω αλλαγής κατεύθυνσης δεν δικαιούνται των αποδοχών του άρθρου 15 του παρόντος.
Για όσους διορίζονται σε θέσεις δικαστικών λειτουργών ο χρόνος Κατάρτισης στη Σχολή θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ως προς τον καθορισμό της σειράς αρχαιότητας και ως προς όλα τα λοιπά θέματα της υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασής τους, εκτός του δικαιώματος λήψης αναδρομικών αποδοχών.
Οι διοριζόμενοι δικαστικοί λειτουργοί διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δέκα (10) μηνών.»
Άρθρο 90
Πρόγραμμα επιμόρφωσης Η παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 3689/2008 (Α’164) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το Συμβούλιο Σπουδών κάθε κατεύθυνσης, ύστερα από εισήγηση του Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της κατεύθυνσης, καταρτίζει τον μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους πρόγραμμα Επιμόρφωσης, το οποίο μπορεί να συμπληρώνεται ή να τροποποιείται με τον ίδιο τρόπο. Για τη διαμόρφωση του προγράμματος λαμβάνονται, ιδίως, υπόψη οι προτάσεις των δικαστικών λειτουργών, των Προέδρων των Δικαστηρίων και των τριμελών συμβουλίων που διευθύνουν τα δικαστήρια ή των προϊσταμένων των εισαγγελιών, οι οποίες ζητούνται ειδικώς για τον σκοπό αυτόν. Το πρόγραμμα αναρτάται στο κατάστημα της Σχολής και δημοσιεύεται σε ειδικό τεύχος, που εκδίδεται από αυτήν. Για προγράμματα Επιμόρφωσης των Εισαγγελέων εισήγηση καταθέτει ο Διευθυντής Κατάρτισης και Επιμόρφωσης Εισαγγελέων. Στα σεμινάρια επιμόρφωσης που διοργανώνονται από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, μπορεί να συμμετέχουν και δικαστικοί λειτουργοί του Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και μέλη του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Στα σεμινάρια επιμόρφωσης που αφορούν σε ελεγκτικά θέματα, μπορεί να συμμετέχουν και δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο.»
Άρθρο 91
Εκπαιδευτικό προσωπικό Η υποπερ. αα’ της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 43 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «αα. Εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό τουλάχιστον: i) Εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος έχει συμπληρώσει επτά (7) έτη παραμονής στον βαθμό, ii) Προέδρου Πρωτοδικών των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων και των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, iii) Εισαγγελέα Πρωτοδικών, iv) Ειρηνοδίκη Α’ τάξης, ο οποίος έχει συμπληρώσει είκοσι (20) έτη παραμονής στην υπηρεσία.»
Άρθρο 92
Διοικητικό προσωπικό - διάρθρωση υπηρεσιών
Η περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Μία θέση Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης για τις Κατευθύνσεις της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των Ειρηνοδικών.»
Η περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «2.α. Οι θέσεις των υπαλλήλων της Σχολής ορίζονται σε δεκαοκτώ (18). Διακρίνονται σε κατηγορίες και κατανέμονται ανά κλάδο: αα. Επτά (7) θέσεις ΠΕ Γραμματέων. ββ. έξι (6) θέσεις ΠΕ Οικονομολόγων. γγ. Μία (1) θέση ΠΕ Πληροφορικής. δδ. Δύο (2) θέσεις ΔΕ Γραμματέων. εε. Μία (1) θέση ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου. στ. Μία (1) θέση Οδηγού ή Οδηγού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.»
Η περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Οι οργανικές μονάδες της Σχολής συγκροτούν τη Διεύθυνση Διοίκησης και Οικονομικού, η οποία διαρθρώνεται ως εξής: αα. Τμήμα Προεισαγωγικής Εκπαίδευσης. ββ. Τμήμα Οικονομικού Προγραμματισμού. γγ. Τμήμα Εφαρμογής Προγραμμάτων Επιμόρφωσης. δδ. Τμήμα Εφαρμογής Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, εε. Αυτοτελές Γραφείο Διεθνών Σχέσεων.»
Το τρίτο εδάφιο της περ. α’ της παρ. 5 του άρθρου 44 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Η απόσπαση διαρκεί για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, το οποίο μπορεί να παρατείνεται για μία τουλάχιστον ακόμη τριετία, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν άλλοι ενδιαφερόμενοι.» Καταργείται η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) και οι παρ. 2, 3, 4 αναριθμούνται σε 1, 2,3.
Άρθρο 94
Εισαγγελείς ειδικών καθηκόντων
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 33 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Κ.Π.Δ. (ν. 4620/2019 A’96) αντικαθίσταται ως εξής: «Εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος ορίζεται εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, σε περίπτωση που δεν υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μετατίθεται και τοποθετείται σε αυτήν.»
Η παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το έργο των αρμόδιων για τα οικονομικά εγκλήματα εισαγγελέων εποπτεύει και συντονίζει αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που ορίζεται με πλήρη ή μερική απασχόληση από το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.»
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 33 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν η καταγγελία, πληροφορία ή είδηση δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, τη θέτει στο αρχείο.»
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 33 του Κ.Π.Δ. καταργείται.
Το έβδομο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 33 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν ο εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος ή ο αναπληρωτής του κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, θέτει την υπόθεση στο αρχείο.»
Το όγδοο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 33 του Κ.Π.Δ. καταργείται.
Η παρ. 1 του άρθρου 36 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο εισαγγελέας εγκλημάτων διαφθοράς, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά για την τέλεση πράξης που ανήκει στην αρμοδιότητά του, ενεργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 και, εφόσον, μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, κρίνει ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης, παραγγέλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών την άσκηση ποινικής δίωξης.»
Άρθρο 95
Πρόσβαση στις υπηρεσίες της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων
Η πρόσβαση στις υπηρεσίες της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, του Συμβουλίου της Επικράτειας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων για τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, γίνεται κατόπιν αυθεντικοποίησής τους μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (ΟΠΣ) του ΝΣΚ, με την εισαγωγή στο ΟΠΣ των διαπιστευτηρίων που τους έχουν χορηγηθεί για την επαλήθευση της ταυτότητάς τους. Για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων από τα μέλη του ΝΣΚ απαιτείται η χρήση προηγμένης ή εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής. Το ΟΠΣ του ΝΣΚ διαμορφώνεται κατά τρόπο που επιτρέπει τη διαλειτουργικότητά του με τα πληροφοριακά συστήματα των δικαστηρίων της Χώρας και σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτουν τα συστήματα των δικαστηρίων.
Η διαδικασία της παρ. 1 ολοκληρώνεται με την αποστολή από το Πληροφοριακό Σύστημα του οικείου δικαστηρίου, στην ηλεκτρονική διεύθυνση που ο καταθέτων έχει δηλώσει ή στην ηλεκτρονική θυρίδα που έχει δημιουργηθεί στο Πληροφοριακό Σύστημα του δικαστηρίου, του αποδεικτικού κατάθεσης, το οποίο φέρει προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Με απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ που αναρτάται στην ιστοσελίδα του ΝΣΚ, ορίζεται ο χρόνος έναρξης της σχετικής διαδικασίας πρόσβασης στις υπηρεσίες της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων.
Άρθρο 96
Παράταση της θητείας των μελών της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης
Η θητεία των μελών της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης (Κ.Ε.Δ.) που είχε ήδη παραταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 4640/2019 (Α’ 190), παρατείνεται εκ νέου μέχρι να συγκροτηθεί η νέα Κ.Ε.Δ., το αργότερο έως τις 30.6.2020.
Η διάταξη της παρ. 1 εφαρμόζεται αναδρομικά από τη λήξη της τετράμηνης παράτασης που προβλεπόταν στην παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 4640/2019.
Άρθρο 97
Πνευματική λύση θρησκευτικού γάμου Η παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 4509/2017 (Α’ 201) αντικαθίσταται ως εξής: «4. Σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, ο έχων έννομο συμφέρον αιτείται την πνευματική λύση του από την Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκει ο Ιερός Ναός όπου τελέστηκε ο γάμος. Η σχετική αίτηση συνοδεύεται από αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης που βεβαιώνει τη λύση του γάμου, με επιμέλεια του αιτούντος. Η πνευματική λύση του γάμου είναι υποχρεωτική.»
Άρθρο 98
Αυτοδίκαιη παράταση θητείας Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων Εθνικής Σχολής Δικαστών Η παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3689/2008 (Α’ 164) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών συνιστάται θέση Διευθυντή Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων. Διευθυντής Οικονομικού Προγραμματισμού και Εποπτείας Οικονομικών Υποθέσεων τοποθετείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις, σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος έχει τρόπο τη δικαστική ιδιότητα. Ορίζεται με μερική απασχόληση και μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης για μία μόνο θητεία τριών (3) ετών, η οποία παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από τον αντικαταστάτη του και πάντως όχι πέραν των σαράντα (40) ημερών, σε περίπτωση δε αποχώρησής του από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, συνεχίζει να κατέχει τη θέση μέχρι τη συμπλήρωση της θητείας του. Εφόσον ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της κατεύθυνσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης. Η περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 5 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτήν.»
Άρθρο 99
Παράταση ισχύος μεταβατικής διάταξης ως προς τη σύνθεση των ποινικών δικαστηρίων Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του Μέρους Β’ του άρθρου 17 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988, Α’ 35), οι λέξεις «μέχρι την 30ή.6.2020» αντικαθίστανται με τις λέξεις «μέχρι τη 15η.9.2020».
Άρθρο 100
Η παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 1264/1982 (ΦΕΚ Α’ 79) τροποποιείται ως εξής: «3. Οποιοσδήποτε παραποιεί ή νοθεύει το αποτέλεσμα εκλογών για την ανάδειξη συλλογικών οργάνων ή αντιπροσώπων οποιασδήποτε συνδικαλιστικής οργάνωσης τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους και εάν πρόκειται για μέλος εφορευτικής επιτροπής με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.»
Άρθρο 101
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)