Νόμοι — ΦΕΚ A' 104/2002

Type Νόμος
Publication 2002-05-24
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 104 2 Μαΐου 2002

Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρα?τίας και του Βασιλείου της Ισπανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φορο?διαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δη?μοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας για την αποφυ?γή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φορο?διαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, που υπογράφηκε στη Μαδρίτη στις 4 Δεκεμ?βρίου του 2000, της οποίας το κείμενο σε πρωτότυπο στην ελληνική, ισπανική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΔΙ?ΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΦΟΡΟ?ΔΙΑΦΥΓΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ?ΤΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Η Ελληνική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας, επιθυμώντας να συνάψουν Σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και της αποτροπής της φοροδιαφυ?γής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφα?λαίου, συμφώνησαν τα ακόλουθα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Άρθρο 1

ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΣΥΜΒΑΣΗ Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επί προσώπων που είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

Άρθρο 2

ΦΟΡΟΙ ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΑΦΟΡΑ Η ΣΥΜΒΑΣΗ

1.

Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους ει?σοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαρια?σμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των διοικητικών υποδιαιρέσεων του ή των τοπικών αρχών του, ανεξάρτη?τα από τον τρόπο που επιβάλλονται.

2.

Φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο, ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επι?βάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων επί της υπεραξίας που προκύπτει από την ανατίμηση του κε?φαλαίου.

3.

Οι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση ειδικότερα είναι:

i)

ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των φυσικών προσώπων, ii) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των νομικών προσώπων, (εφεξής αναφερόμενος ως «Ελληνικός φόρος»).

i)

ο φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων (el Im?puesto sobre la Renta de las Personas Fisicas), ii) ο φόρος εταιριών (el Impuesto sobre Sociedades) iii) ο φόρος εισοδήματος μη κατοίκων (el Impuesto so?bre la Renta de no Residentes), iv) ο φόρος κεφαλαίου (el Impuesto sobre el Patrimo?nio), και

(εφεξής αναφερόμενος ως «Ισπανικός φόρος»).

4.

Η Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επι?βάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβα?σης επιπλέον, ή σε αντικατάσταση, των υφιστάμενων φό?ρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών γνωστοποιούν η μια στην άλλη οποιεσδήποτε σημαντικές αλλαγές έχουν επέλθει στις αντίστοιχες φορολογικές νο?μοθεσίες τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 3

ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, εκτός αν η έν?νοια του κειμένου απαιτεί διαφορετικά:

1579

χρησιμοποιούμενος με τη γεωγραφική έννοια, το έδαφος του Ισπανικού Κράτους το οποίο περιλαμβάνει κάθε πε?ριοχή έξω από τα χωρικά ύδατα επί των οποίων, σύμφω?να με το Διεθνές Δίκαιο και σε εφαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας του, το Ισπανικό Κράτος ασκεί ή μπορεί στο μέλλον να ασκήσει δικαιοδοσία ή κυριαρχικά δικαιώματα αναφορικά με το θαλάσσιο βυθό, το υπέδαφος του και τα υπερκείμενα ύδατα και τους φυσικούς πόρους αυτών,

μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομι?κό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείρι?ση με μια εταιρεία κεφαλαιουχικού χαρακτήρα,

και «επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους» υποδηλώνουν αντίστοιχα μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του άλλου Συμβαλ?λόμενου Κράτους,

i)

οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που έχει την υπηκοό?τητα ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, ii) οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, προσωπική εταιρία ή ένωση που αποκτά το νομικό καθεστώς του από τους νό?μους που ισχύουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος,

πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστι?κά μεταξύ τοποθεσιών μέσα σε ένα από τα Συμβαλλόμε?να Κράτη,

i)

στην Ελληνική Δημοκρατία, τον Υπουργό Οικονομι?κών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, ii) στην Ισπανία, τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξου?σιοδοτημένο αντιπρόσωπο του.

2.

Όσον αφορά στην εφαρμογή της παρούσας Σύμβα?σης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος ο οποίος δεν προσδιορίζεται σ’ αυτή θα έχει, εκτός αν η έννοια του κειμένου απαιτεί διαφορετικά, την έννοια που έχει κατά τη στιγμή της εφαρμογής σύμφωνα με τους νό?μους αυτού του Κράτους αναφορικά με τους φόρους στους οποίους εφαρμόζεται η Σύμβαση, οποιασδήποτε έννοιας σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους φορολογι?κούς νόμους αυτού του Κράτους υπερισχύουσας εκείνης της έννοιας που δίδεται σ’ αυτό τον όρο σύμφωνα με άλ?λους νόμους του Κράτους αυτού.

Άρθρο 4

ΚΑΤΟΙΚΟΣ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «κά?τοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» σημαίνει το πρό?σωπο που, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, υπόκειται σε φορολογία σε αυτό λόγω κατοικίας ή διαμο?νής του ή τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστη?ριοτήτων του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρίου και πε?ριλαμβάνει επίσης αυτό το Κράτος και οποιαδήποτε πολι?τική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού. Αλλά ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που υπό?κειται σε φορολογία στο Κράτος αυτό μόνον όσον αφορά σε εισόδημα που προέρχεται από πηγές μέσα σε αυτό ή σε κεφάλαιο που βρίσκεται σε αυτό.

2.

Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλό?μενων Κρατών, τότε η νομική κατάσταση του καθορίζεται ως εξής:

διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία, αν διαθέτει μόνιμη οι?κογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσω?πικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμ?φερόντων),

συμφερόντων του δεν μπορεί να προσδιορισθεί, ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του,

αυτά, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών δι?ευθετούν το θέμα με αμοιβαία συμφωνία.

3.

Αν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 ένα πρόσω?πο εκτός από φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρεί?ται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρί?σκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησης του.

Άρθρο 5

ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «μό?νιμη εγκατάσταση» υποδηλώνει έναν καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου οι ερ?γασίες μιας επιχείρησης διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει.

2.

Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει ειδικό?τερα:

3.

Ένα εργοτάξιο ή ένα έργο κατασκευής ή εγκατάστα?σης συνιστούν μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν διαρκεί πε?ρισσότερο από εννέα μήνες.

4.

Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει:

αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμά?των που ανήκουν στην επιχείρηση,

1580 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,

δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την αγορά αγα?θών ή εμπορευμάτων ή για τη συλλογή πληροφοριών για την επιχείρηση,

δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση για την επιχείρηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα,

δραστηριοτήτων, αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση ενός συνδυασμού δραστηριοτήτων από τις αναφερόμε?νες στις υποπαραγράφους α’ έως ε’, εφόσον η συνολική δραστηριότητα του εν λόγω καθορισμένου τόπου που προκύπτει από αυτόν το συνδυασμό είναι βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα.

5.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 όταν ένα πρόσωπο - εκτός από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο έχει εφαρμογή η παράγραφος 7-ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει εξουσιοδότηση, βάσει της οποίας ενεργεί συστηματικά στο άλλο Συμβαλ?λόμενο Κράτος, για να συνάπτει συμβόλαια στο όνομα της εν λόγω επιχείρησης, αυτή η επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Κράτος αυτό όσον αφορά σε οποιεσδήποτε δραστηριότητες αναλαμβάνει το εν λό?γω πρόσωπο για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριό?τητες αυτού του προσώπου περιορίζονται σ’ εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 4, οι οποίες, και αν ακόμη ασκούνται μέσω καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν αυτόν τον καθορισμένο τόπο μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τις διατάξεις αυ?τής της παραγράφου.

6.

Ανεξάρτητα με τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου και τις διατάξεις του Άρθρου 14, ένα πρόσω?πο που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και διεξάγει δραστηριότητες σχετικά με προκαταρκτικές με?λέτες, εξερεύνηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών πόρων που βρίσκονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρείται ότι ασκεί, όσον αφορά σ’ αυτές τις δραστηριό?τητες, επιχειρηματική δράση σ’ αυτό το άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης ή μιας κα?θορισμένης βάσης που βρίσκεται σ’ αυτό, εκτός εάν οι εν λόγω δραστηριότητες διεξάγονται για περίοδο ή περιό?δους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 60 ημέρες μέσα σε διάστημα 12 μηνών. Εν τούτοις, για τους σκοπούς αυ?τής της παραγράφου:

στο άλλο Κράτος συνδέεται με άλλη επιχείρηση και αυτή η άλλη επιχείρηση συνεχίζει ως μέρος του ίδιου έργου τις ίδιες δραστηριότητες, οι οποίες ασκούνται ή ασκούντο από την πρωτοαναφερόμενη επιχείρηση, και οι δραστη?ριότητες που διεξάγονται από τις δύο επιχειρήσεις υπερ?βαίνουν - όταν προστεθούν μαζί - μια περίοδο 60 ημερών, τότε κάθε επιχείρηση θεωρείται ότι διεξάγει τις δραστη?ριότητες της για μια περίοδο που υπερβαίνει τις 60 ημέ?ρες σε μια περίοδο 12 μηνών,

αυτές ελέγχεται έμμεσα ή άμεσα από την άλλη ή και οι δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από ένα τρίτο πρόσωπο.

7.

Μια επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατά?σταση σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απλά και μόνο επει?δή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το Κράτος μέσω μεσίτη, γε?νικού αντιπροσώπου επί προμήθεια ή άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητας τους.

8.

Το γεγονός ότι μια επιχείρηση που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος (εί?τε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλον τρόπο), δεν καθιστά την καθεμία από τις εταιρείες αυτές μόνιμη εγκα?τάσταση της άλλης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 6

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

1.

Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλ?λόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμ?βανομένου του εισοδήματος από γεωργία ή δασοκομία) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Ο όρος «ακίνητη περιουσία» θα έχει την έννοια που ορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω περιουσία. Ο όρος περι?λαμβάνει σε κάθε περίπτωση περιουσία παρεπόμενη της ακίνητης περιουσίας, τα ζώα και τον εξοπλισμό που χρη?σιμοποιούνται στη γεωργία και δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού δικαίου για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία ακίνητης περιουσίας και δικαιώματα τα οποία παρέχουν προσόδους μεταβλη?τές ή σταθερές ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση ή δικαίωμα εκμετάλλευσης, μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων. Πλοία, πλοιάρια και αε?ροσκάφη δεν θεωρούνται ως ακίνητη περιουσία.

3.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε ει?σόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθω?ση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής χρήση ακίνητης περι?ουσίας.

4.

Όταν η ιδιοκτησία μετοχών ή άλλων εταιρικών δικαι?ωμάτων σε μία εταιρία άμεσα ή έμμεσα παρέχει το δικαί?ωμα στον ιδιοκτήτη τέτοιων μετοχών ή εταιρικών δικαιω?μάτων απολαβής ακίνητης περιουσίας που ανήκει στην εταιρία, το εισόδημα από την άμεση χρήση, ενοικίαση ή χρήση με κάθε άλλον τρόπο τέτοιου δικαιώματος απολα?βής μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η ακίνητη περιουσία.

5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχεί?ρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρη?σιμοποιείται για την παροχή ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών.

Άρθρο 7

ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

1.

Τα κέρδη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρί?σκεται σ’ αυτό. Αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες ως ανωτέρω, τότε τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φο?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1581 μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, τότε στο καθένα Συμβαλλόμενο Κράτος αποδίδονται στη μόνι?μη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη τα οποία υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε αν ήταν μια διαφορετική και χωρι?στή επιχείρηση που ασχολείται με τις ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθή?κες και συναλλάσσεται εντελώς ανεξάρτητα με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3.

Κατά τον προσδιορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης αναγνωρίζονται προς έκπτωση δαπάνες που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης, περιλαμβανομένων των πραγματοποιού?μενων για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης διαχειριστικών και γενικών διοικητικών εξόδων, είτε στο Κρά?τος που βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.

4.

Κανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει στη μόνιμη εγκατάσταση λόγω απλής αγοράς αγαθών και εμπορευ?μάτων από τη μόνιμη εγκατάσταση για λογαριασμό της επιχείρησης.

5.

Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που αποδίδονται στη μόνιμη εγκατάσταση προσδιορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι για το αντίθετο.

6.

Σε περίπτωση που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος, η φορολογική μεταχείριση των οποίων ρυθμίζεται χωριστά με άλλα Άρθρα αυτής της Σύμβασης, τότε οι διατάξεις εκείνων των Άρθρων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου.

Άρθρο 8

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

1.

Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμ?βαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι νηολογημένα τα πλοία ή από το οποίο έχουν εφοδιασθεί με ναυτιλιακά έγγραφα.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.