Νόμοι — ΦΕΚ A' 105/2008

Type Νόμος
Publication 2008-06-18
Τελευταία ενημέρωση 2008-06-10
State In force
Source ΦΕΚ
articles 67
Reform history JSON API
2.

Για να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, τα Κράτη Μέρη εξετάζουν τη δυνατότητα σύναψης διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων για την άμεση συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών τους δίωξης και καταστολής και, όπου υπάρχουν ήδη τέτοιες συμφωνίες ή ρυθμίσεις, τροποποίησής τους. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες συμφωνίες ή ρυθμίσεις μεταξύ των ενδιαφερόμενων Κρατών−Μέρων, τα Κράτη Μέρη μπορούν να θεωρούν την παρούσα Σύμβαση ως βάση για την αμοιβαία αυτή συνεργασία ως προς τα εγκλήματα που καλύπτονται από την παρούσα Σύμβαση. Όπου αρμόζει, τα Κράτη Μέρη κάνουν πλήρη χρήση των συμφωνιών ή ρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών ή περιφερειακών οργανισμών, για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των εν λόγω υπηρεσιών.

3.

Τα Κράτη Μέρη προσπαθούν να συνεργάζονται εντός των δυνατοτήτων τους για να ανταποκρίνονται στα εγκλήματα που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση τα οποία τελούνται με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας.

Άρθρο 49

Κοινές έρευνες Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν τη δυνατότητα σύναψης διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων, βάσει των οποίων, σε σχέση με ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο ερευνών, διώξεων ή δικαστικών διαδικασιών σε ένα ή περισσότερα Κράτη, οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές να μπορούν να δημιουργούν κοινούς ερευνητικούς φορείς. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες συμφωνίες ή ρυθμίσεις, μπορούν να γίνονται κοινές έρευνες μετά από συμφωνία κατά περίπτωση. Τα εμπλεκόμενα Κράτη Μέρη εξασφαλίζουν τον πλήρη σεβασμό της κυριαρχίας του Κράτους Μέρους στην επικράτεια του οποίου θα διεξαχθεί η έρευνα.

Άρθρο 50

Ειδικές ανακριτικές μέθοδοι

1.

Για την αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς κάθε Κράτος Μέρος, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι βασικές αρχές του εσωτερικού νομικού του συστήματος και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει η εσωτερική νομοθεσία του, λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα, εντός των δυνατοτήτων του, για να επιτρέψει την κατάλληλη χρήση από τις αρμόδιες αρχές του της ελεγχόμενης παράδοσης και, όπου αρμόζει, άλλων ειδικών ανακριτικών μεθόδων, όπως οι ηλεκτρονικές ή άλλες καλυπτόμενες διεισδύσεις εντός της επικράτειάς του, και να προνοήσει ώστε οι αποδείξεις που προέρχονται από αυτές τις μεθόδους να γίνουν δεκτές στο δικαστήριο.

2.

Για το σκοπό της έρευνας των εγκλημάτων που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση, τα Κράτη Μέρη ενθαρρύνονται να συνάπτουν, όπου αυτό είναι απαραίτητο, τις κατάλληλες διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις για τη χρήση των εν λόγω ειδικών ανακριτικών μεθόδων στο πλαίσιο της συνεργασίας σε διεθνές επίπεδο. Οι εν λόγω συμφωνίες ή ρυθμίσεις συνάπτονται και υλοποιούνται σε πλήρη συμμόρφωση προς την αρχή της κυρίαρχης ισότητας των Κρατών και εκτελούνται αυστηρά σύμφωνα με τους όρους των εν λόγω συμφωνιών ή ρυθμίσεων.

3.

Αν δεν υπάρχει συμφωνία ή ρύθμιση, όπως αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι αποφάσεις για τη χρήση των εν λόγω ειδικών ανακριτικών μεθόδων σε διεθνές επίπεδο λαμβάνονται κατά περίπτωση και μπορούν, όταν αυτό είναι απαραίτητο, να λαμβάνονται υπόψη οικονομικές ρυθμίσεις και συμφωνίες σχετικά με την άσκηση δικαιοδοσίας από τα ενδιαφερόμενα Κράτη Μέρη.

4.

Οι αποφάσεις για τη χρήση της ελεγχόμενης παράδοσης σε διεθνές επίπεδο μπορούν, με τη συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων Κρατών Μερών, να περιλαμβάνουν μεθόδους, όπως η διακοπή της κίνησης εμπορευμάτων ή κεφαλαίων και η εξουσιοδότηση παρακολούθησης της πορείας τους χωρίς μεταβολή ή μετά από αφαίρεση ή αντικατάσταση του συνόλου ή μέρος αυτών των εμπορευμάτων ή κεφαλαίων. Κεφάλαιο V Ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων

Άρθρο 51

Γενική διάταξη Η επιστροφή περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο αποτελεί θεμελιώδη αρχή της παρού συνδρομή στο πλαίσιο αυτό.

Άρθρο 52

Πρόληψη και ανίχνευση μεταφοράς προϊόντος εγκλήματος

1.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 14 της παρούσας Σύμβασης, κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του, ούτως ώστε να απαιτεί από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός της δικαιοδοσίας του να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών, να κάνουν εύλογες ενέργειες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των δικαιούχων των κεφαλαίων που κατατίθενται σε λογαριασμούς μεγάλων ποσών και να πραγματοποιούν αυξημένη παρακολούθηση λογαριασμών που ανοίγονται ή τηρούνται εκ μέρους προσώπων τα οποία κατέχουν, ή κατείχαν εξέχουσες δημόσιες θέσεις καθώς και των μελών της οικογένειας τους και των στενών συνεργατών τους. Η εν λόγω αυξημένη παρακολούθηση πρέπει να είναι εύλογα σχεδιασμένη ώστε να αποκαλύπτει ύποπτες συναλλαγές με σκοπό να καταγγέλλονται στις αρμόδιες αρχές και δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να αποθαρρύνει ή να απαγορεύει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να συνεργάζονται με τους νόμιμους πελάτες.

2.

Για να διευκολυνθεί η υλοποίηση των μέτρων που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, κάθε Κράτος Μέρος σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του και εμπνεόμενο από σχετικές πρωτοβουλίες περιφερειακών, διαπεριφερειακών και πολυμερών οργανισμών κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: (α) Δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές, σχετικά με τους τύπους φυσικών ή νομικών προσώπων, στους λογαριασμούς των οποίων τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός της δικαιοδοσίας του αναμένεται να εφαρμόζουν την αυξημένη παρακολούθηση, τους τύπους λογαριασμών και συναλλαγών στους οποίους πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και κατάλληλα μέτρα ανοίγματος, διατήρησης λογαριασμών και τήρησης αρχείων σε σχέση με τους εν λόγω λογαριασμούς, και (β) Όπου αρμόζει, ενημερώνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός της δικοιοδοσίας του, με αίτημα άλλου Κράτους Μέρους ή με δική του πρωτοβουλία, σχετικά με την ταυτότητα συγκεκριμένων φυσικών ή νομικών προσώπων στους λογαριασμούς των οποίων τα ιδρύματα αυτά αναμένεται να εφαρμόσουν την εν λόγω αυξημένη παρακολούθηση, επιπλέον αυτών το οποία μπορεί να προσδιορίσουν άλλως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

3.

Στο πλαίσιο της παραγράφου 2 (α) του παρόντος άρθρου, κάθε Κράτος Μέρος υλοποιεί μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του τηρούν επαρκή αρχεία, για μια εύλογη χρονική περίοδο, των λογαριασμών και των συναλλαγών που αφορούν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα οποία πρέπει, κατ’ ελάχιστο, να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του πελάτη καθώς και, στο μέτρο του δυνατού, του δικαιούχου.

4.

Με σκοπό την πρόληψη και την ανίχνευση μεταφορών προϊόντων των εγκλημάτων, που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, κάθε Κράτος Μέρος υλοποιεί κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα, με τη βοήθεια των ρυθμιστικών και εποπτικών φορέων του, για να παρεμποδίζει την ίδρυση τραπεζών που δεν έχουν φυσική παρουσία και δεν συνδέονται με ρυθμιζόμενο χρηματοπιστωτικό όμιλο. Επιπλέον, τα Κράτη Μέρη μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να απαιτούν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματά τους να αρνούνται να συνάπτουν ή να συνεχίζουν τη σχέση ανταποκρίτριας τράπεζας με τέτοια ιδρύματα και να προστατεύονται από τη δημιουργία σχέσεων με ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που επιτρέπουν στους λογαριασμούς τους να χρησιμοποιούνται από τράπεζες που δεν έχουν φυσική παρουσία και που δεν συνδέονται με ρυθμιζόμενο χρηματοπιστωτικό όμιλο.

5.

Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο δημιουργίας, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του, αποτελεσματικών συστημάτων αποκάλυψης χρηματοπιστωτικών πληροφοριών για κατάλληλους δημόσιους αξιωματούχους και προβλέπει κατάλληλες κυρώσεις για περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει επίσης το ενδεχόμενο να λάβει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του να ανακοινώνουν τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές άλλων Κρατών Μερών, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την έρευνα, την διεκδίκηση και την ανάκτηση προϊόντων εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.

6.

Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο της λήψης μέτρων που είναι απαραίτητα, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του, ούτως ώστε να απαιτεί από τους κατάλληλους δημόσιους αξιωματούχους που έχουν δικαίωμα ή δικαίωμα υπογραφής ή άλλη εξουσία σε χρηματοπιστωτικό λογαριασμό σε ξένη χώρα, να αναφέρουν τη σχέση αυτή στις αρμόδιες αρχές και να τηρούν κατάλληλα αρχεία σχετικά με τους εν λόγω λογαριασμούς. Τα εν λόγω μέτρα προβλέπουν επίσης κατάλληλες κυρώσεις για περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.

Άρθρο 53

Μέτρα για την άμεση ανάκτηση περιουσίας Κάθε Κράτος Μέρος, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του: (α) Λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να επιτρέπει σε άλλο Κράτος Μέρος να εγείρει αστικές αγωγές στα δικαστήριά του για την αναγνώριση δικαιωμάτων ή ιδιοκτησίας σε περιουσία που αποκτήθηκε μέσω τέλεσης εγκλήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. (β) Λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα ώστε να επιτρέπει στα δικαστήριά του να διατάσσουν αυτούς που τέλεσαν εγκλήματα, που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, να καταβάλουν αποζημίωση σε άλλο Κράτος Μέρος που ζημιώθηκε από τα εν λόγω αδικήματα, και (γ) Λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα ώστε να επιτρέπει στα δικαστήρια του ή στις αρμόδιες αρχές του, όταν πρέπει να αποφασίσουν για τη δήμευση, να αναγνωρίζουν την αξίωση άλλου Κράτους Μέρους ως νόμιμου ιδιοκτήτη περιουσίας που αποκτήθηκε μέσω της τέλεσης εγκλήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.

Άρθρο 54

Μηχανισμοί για την ανάκτηση περιουσίας μέσω διεθνούς συνεργασίας στην δήμευση

1.

Κάθε Κράτος Μέρος, για να παρέχει αμοιβαία δικαστική συνδρομή, σύμφωνα με το άρθρο 55 της παρούσας Σύμβασης, σχετικά με περιουσία που αποκτήθηκε ή (α) Λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του να εκτελούν εντολή δήμευσης που εξέδωσε δικαστήριο άλλου Κράτους Μέρους. (β) Λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιτρέπει σπς αρμόδιες αρχές του, όπου έχουν δικαιοδοσία, να διατάσσουν τη δήμευση περιουσίας ξένης προέλευσης μετά από απόφαση για έγκλημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή άλλο έγκλημα που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας τους ή με άλλες διαδικασίες που επιτρέπει η εσωτερική νομοθεσία του, και (γ) Εξετάζει το ενδεχόμενο να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιτρέπει τη δήμευση της εν λόγω περιουσίας χωρίς ποινική καταδίκη σε περιπτώσεις όπου ο δράστης δεν μπορεί να διωχθεί λόγω θανάτου, φυγής ή απουσίας ή σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις.

2.

Κάθε Κράτος Μέρος, για να παρέχει την αμοιβαία δικαστική συνδρομή μετά από αίτηση που γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 55 της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του: (α) Λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του να παγώνουν ή να κατάσχουν περιουσία μετά από εντολή παγώματος ή κατάσχεσης που εξέδωσε δικαστήριο ή αρμόδια αρχή του αιτούντος Κράτους−Μέρους που παρέχει εύλογη βάση ώστε το Κράτος Μέρος, προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση, να πιστεύει ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την πραγματοποίηση των ενεργειών αυτών και ότι η περιουσία θα αποτελέσει τελικά αντικείμενο εντολής δήμευσης για τους σκοπούς της παραγράφου 1 (α) του παρόντος άρθρου. (β) Λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του να παγώνουν ή να κατάσχουν περιουσία μετά από αίτηση που παρέχει εύλογη βάση ώστε το Κράτος Μέρος προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση να πιστεύει ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την πραγματοποίηση των ενεργειών αυτών και ότι η περιουσία θα αποτελέσει τελικά αντικείμενο εντολής δήμευσης για τους σκοπούς της παραγράφου 1 (α) του παρόντος άρθρου, και (γ) Εξετάζει το ενδεχόμενο λήψης πρόσθετων μέτρων ώστε να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές του να διατηρήσουν περιουσία προς δήμευση, όπως σε περίπτωση σύλληψης στο εξωτερικό ή ποινικής κατηγορίας που έχει σχέση με την απόκτηση της εν λόγω περιουσίας.

Άρθρο 55

Διεθνής συνεργασία για τους σκοπούς της δήμευσης

1.

Ένα Κράτος Μέρος που έλαβε αίτημα από άλλο Κράτος Μέρος, το οποίο έχει δικαιοδοσία για αδίκημα που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, για δήμευση προϊόντος εγκλήματος, περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων οργάνων τέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, της παρούσας Σύμβασης που βρίσκονται στην επικράτεια του, οφείλει, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό που του επιτρέπει το εσωτερικό νομικό του σύστημα: (α) Να διαβιβάσει την αίτηση στις αρμόδιες αρχές του με σκοπό να εκδώσουν εντολή δήμευσης και, αν εκδοθεί η εν λόγω εντολή, θα την εκτελέσει, ή (β) Να διαβιβάσει στις αρμόδιες αρχές του, προς εκτέλεση στο βαθμό που ζητείται, την εντολή δήμευσης που εξέδωσε δικαστήριο στην επικράτεια του αιτούντος Κράτους Μέρους, σύμφωνα με τα άρθρα 31, παράγραφος 1, και 54, παράγραφος 1 (α), της παρούσας Σύμβασης, εφόσον αφορά προϊόν εγκλήματος, περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων οργάνων τέλεσης που αναφέρονται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, τα οποία βρίσκονται στην επικράτεια του Κράτους Μέρους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση.

2.

Μετά από αίτηση που υπέβαλε άλλο Κράτος Μέρος που έχει δικαιοδοσία επί εγκλήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, λαμβάνει τα μέτρα για να εντοπίσει, να ανιχνεύσει και να παγώσει ή να κατάσχει προϊόν εγκλήματος, περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων οργάνων τέλεσης εγκλήματος που αναφέρονται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, της παρούσας Σύμβασης με σκοπό την τελική δήμευση που θα διαταχθεί είτε από το αιτούν Κράτος Μέρος είτε, σύμφωνα με αίτηση βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, από το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση.

3.

Οι διατάξεις του άρθρου 46 της παρούσας Σύμβασης εφαρμόζονται, mutatis mutandis, στο παρόν άρθρο. Εκτός από τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 46, παράγραφος 15, οι αιτήσεις που γίνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο πρέπει να περιέχουν: (α) Στην περίπτωση αίτησης που αφορά την παράγραφο 1 (α) του παρόντος άρθρου, περιγραφή της περιουσίας που θα δημευθεί, συμπεριλαμβανομένης όπου αυτό είναι δυνατόν, της τοποθεσίας και, όπου αυτό είναι σχετικό, της εκτιμώμενης αξίας της περιουσίας, και έκθεση των γεγονότων στα οποία βασίστηκε το αιτούν Κράτος Μέρος τα οποία πρέπει να είναι επαρκή για να μπορέσει το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, να επιδιώξει την έκδοση της εντολής σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του. (β) Στην περίπτωση αίτησης που αφορά την παράγραφο 1 (β) του παρόντος άρθρου, ένα επικυρωμένο αντίγραφο της εντολής δήμευσης στην οποία βασίζεται, η εκδιδόμενη από το αιτούν Κράτος Μέρος αίτηση, έκθεση των γεγονότων και πληροφορίες σχετικά με το βαθμό στον οποίο ζητείται η εκτέλεση της εντολής, δήλωση που να προσδιορίζει το μέτρα που έλαβε το αιτούν Κράτος Μέρος για να παρέχει επαρκή γνωστοποίηση σε καλόπιστους τρίτους και να εγγυηθεί κανονική διαδικασία και δήλωση ότι η εντολή δήμευσης είναι οριστική. (γ) Στην περίπτωση αίτησης που αφορά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, έκθεση των γεγονότων, στα οποία βασίστηκε το αιτούν Κράτος Μέρος και περιγραφή των ενεργειών που ζητούνται και, όπου είναι διαθέσιμο, ένα επικυρωμένο αντίγραφο της εντολής στην οποία βασίζεται η αίτηση.

4.

Οι αποφάσεις ή οι ενέργειες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου λαμβάνονται από το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, σύμφωνα με τους όρους των διατάξεων της εσωτερικής του νομοθεσίας και τους διαδικαστικούς κανόνες του ή βάσει διμερούς ή πολυμερούς συμφωνίας ή ρύθμισης από την οποίο μπορεί να δεσμεύεται σε σχέση με το αιτούν Κράτος Μέρος.

5.

Κάθε Κράτος Μέρος παρέχει αντίγραφα των νόμων και κανονισμών του που αφορούν την εκτέλεση του παρόντος όρθρου και τυχόν μεταγενέστερων μεταβολών των εν λόγω νόμων και κανονισμών ή περιγραφή αυτών στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. ΦΕΚ 105 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1583 1 και 2 του παρόντος άρθρου από την ύπαρξη σχετικής συνθήκης το εν λόγω Κράτος Μέρος θα θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως απαραίτητη και επαρκή βάση συνθήκης.

7.

Η συνεργασία βάσει του παρόντος άρθρου μπορεί επίσης να απορριφθεί ή να αρθούν τα προσωρινά μέτρα, αν το Κράτος Μέρος, στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, δεν λάβει επαρκή και έγκαιρα αποδεικτικά στοιχεία ή αν η περιουσία είναι ελάχιστης αξίας.

8.

Πριν από την άρση προσωρινών μέτρων που λήφθηκαν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, θα δώσει, όπου αυτό είναι δυνατόν, στο αιτούν Κράτος Μέρος την ευκαιρία να εκθέσει τους λόγους του υπέρ της συνέχισης του μέτρου.

9.

Οι διατάξεις του παρόντος όρθρου δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να θίγουν τα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων.

Άρθρο 56

Ειδική συνεργασία Με την επιφύλαξη της εσωτερικής νομοθεσίας του, κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει μέτρα ώστε να μπορεί να διαβιβάσει, χωρίς να θίγονται οι δικές του έρευνες, διώξεις ή δικαστικές διαδικασίες, πληροφορίες για το προϊόν εγκλημάτων που ορίζοντοι σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, σε άλλο Κράτος Μέρος χωρίς προηγούμενη αίτηση, όταν θεωρεί ότι η αποκάλυψη αυτών των πληροφοριών μπορεί να βοηθήσει το άλλο Κράτος Μέρος στην έναρξη ή την πραγματοποίηση ερευνών, διώξεων ή δικαστικών διαδικασιών ή μπορεί να οδηγήσει σε αίτηση από το εν λόγω Κράτος Μέρος, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο της Σύμβασης.

Άρθρο 57

Επιστροφή και διάθεση περιουσιακών στοιχείων

1.

Η περιουσία που δημεύθηκε από Κράτος Μέρος σύμφωνα με το άρθρο 31 ή 55 της παρούσας Σύμβασης διατίθεται, ακόμη και με την επιστροφή στους προηγούμενους νόμιμους ιδιοκτήτες της, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, από το εν λόγω Κράτος Μέρος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης και της εσωτερικής νομοθεσίας του.

2.

Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, που είναι απαραίτητα για να δώσει στις αρμόδιες αρχές του τη δυνατότητα να επιστρέφουν την δημευθείσα περιουσία, όταν ενεργούν με βάση αίτηση άλλου Κράτους Μέρους, σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων.

3.

Σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 55 της παρούσας Σύμβασης και τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση: (α) Στην περίπτωση κατάχρησης δημόσιων κεφαλαίων ή νομιμοποίησης εσόδων από κατάχρηση δημόσιων κεφαλαίων, όπως αναφέρονται στα άρθρα 17 και 23 της παρούσας Σύμβασης όταν η δήμευση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 55 και βάσει οριστικής απόφασης του αιτούντος Κράτους Μέρους απαίτηση από την οποία μπορεί να παραιτηθεί το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, θα επιστρέφει την δημευθείσα περιουσία στο αιτούν Κράτος Μέρος. (β) Στην περίπτωση προϊόντος άλλου εγκλήματος που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση, όταν η δήμευση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 55 της παρούσας Σύμβασης και βάσει οριστικής απόφασης του αιτούντος Κράτους Μέρους απαίτηση από την οποία μπορεί να παραιτηθεί το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, οφείλει να επιστρέψει την δημευθείσα περιουσία στο αιτούν Κράτος Μέρος όταν το τελευταίο αποδείξει εύλογα την προηγούμενη ιδιοκτησία του προς το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, ή όταν το ίδιο το Κράτος Μέρος αναγνωρίζει αποζημίωση στο αιτούν Κράτος Μέρος ως βάση επιστροφής της δημευθείσας περιουσίας. (γ) Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δίνει προτεραιότητα στην επιστροφή δημευθείσας περιουσίας στο αιτούν Κράτος Μέρος, στην επιστροφή της περιουσίας αυτής στους προηγούμενους νόμιμους ιδιοκτήτες της ή στην αποζημίωση των θυμάτων του εγκλήματος.

4.

Όπου αρμόζει, εκτός αν τα Κράτη Μέρη αποφασίσουν άλλως, το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, μπορεί να αφαιρέσει εύλογες δαπάνες που πραγματοποίησε για έρευνες, διώξεις ή δικαστικές διαδικασίες που οδήγησαν στην επιστροφή ή τη διάθεση της δημευθείσας περιουσίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

5.

Όπου αρμόζει, τα Κράτη Μέρη μπορούν επίσης να λάβουν ειδικά υπόψη τη σύναψη συμφωνιών ή αμοιβαία αποδεκτών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση, για την οριστική διάθεση της δημευθείσας περιουσίας.

Άρθρο 58

Μονάδα οικονομικών πληροφοριών Τα Κράτη Μέρη συνεργάζονται μεταξύ τους με σκοπό να προλαμβάνουν και να καταπολεμούν τη μεταφορά των προϊόντων εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και να προάγουν τρόπους και μέσα για την ανάκτηση των εν λόγω προϊόντων και, για το σκοπό αυτόν, εξετάζουν το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας μονάδας οικονομικών πληροφοριών που είναι υπεύθυνη για τη λήψη, την ανάλυση και τη διαβίβαση, προς τις αρμόδιες αρχές αναφορών για ύποπτες οικονομικές συναλλαγές.

Άρθρο 59

Διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες και ρυθμίσεις Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο σύναψης διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων για να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της διεθνούς συνεργασίας που αναλαμβάνεται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο της Σύμβασης. Κεφάλαιο VI Τεχνική συνδρομή και ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 60

Εκπαίδευση και τεχνική συνδρομή

1.

Κάθε Κράτος Μέρος στο βαθμό που είναι απαραίτητο, αρχίζει, αναπτύσσει ή βελτιώνει συγκεκριμένα εκπαιδευτικά προγράμματα για το προσωπικό του, το οποίο είναι υπεύθυνο για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Τα εν λόγω εκπαιδευτικά (α) Αποτελεσματικά μέτρα για την πρόληψη, ανίχνευση, έρευνα, τιμωρία και έλεγχο της διαφθοράς συμπεριλαμβανομένης της χρήσης μεθόδων συλλογής αποδεικτικών στοιχείων και ανοκρίσεων. (β) Δημιουργία ικανότητας ανάπτυξης και σχεδιασμού στρατηγικής πολιτικής κατά της διαφθοράς. (γ) Εκπαίδευση των αρμόδιων αρχών για την προετοιμασία αιτήσεων αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής που πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας Σύμβασης. (δ) Αξιολόγηση και ενίσχυση των θεσμών, της διοίκησης των δημόσιων υπηρεσιών και της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων προμηθειών, και του ιδιωτικού τομέα. (ε) Πρόληψη και καταπολέμηση της μεταφοράς των προϊόντων εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και ανάκτηση των εν λόγω προϊόντων. (στ) Ανίχνευση και πάγωμα της μεταφοράς των προϊόντων εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. (ζ) Παρακολούθηση της κίνησης των προϊόντων εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά, την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη των εν λόγω προϊόντων. (η) Κατάλληλοι και αποτελεσματικοί νομικοί και διοικητικοί μηχανισμοί και μέθοδοι για τη διευκόλυνση της επιστροφής των προϊόντων εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. (θ) Μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την προστασία των θυμάτων και των μαρτύρων που συνεργάζονται με τις δικαστικές αρχές, και (ι) Εκπαίδευση στους εθνικούς και διεθνείς κανονισμούς και σε γλώσσες.

2.

Τα Κράτη Μέρη, σύμφωνα με τις δυνατότητες τους εξετάζουν το ενδεχόμενο να προσφέρουν αμοιβαία το ευρύτερο δυνατό φάσμα τεχνικής συνδρομής ιδίως προς όφελος των αναπτυσσόμενων χωρών, στα αντίστοιχα σχέδια και προγράμματά τους για την καταπολέμηση της διαφθοράς συμπεριλαμβανομένης της υλικής υποστήριξης και εκπαίδευσης στους τομείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και της εκπαίδευσης και συνδρομής και της αμοιβαίας ανταλλαγής σχετικής εμπειρίας και ειδικών γνώσεων, που διευκολύνουν τη διεθνή συνεργασία μεταξύ των Κρατών Μερών στους τομείς της έκδοσης και της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής.

3.

Τα Κράτη Μέρη ενισχύουν, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, τις προσπάθειες μεγιστοποίησης των λειτουργικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων σε διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς και στο πλαίσιο σχετικών διμερών και πολυμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων.

4.

Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο αμοιβαίας αρωγής, μετά από αίτημα, στη διεξαγωγή εκτιμήσεων, μελετών και ερευνών που αφορούν τους τύπους, τις αιτίες, τις επιπτώσεις και τις δαπάνες της διαφθοράς στις αντίστοιχες χώρες τους με σκοπό την ανάπτυξη, με τη συμμετοχή των αρμόδιων αρχών και της κοινωνίας, στρατηγικών και προγραμμάτων δράσης για την καταπολέμηση της διαφθοράς.

5.

Για να διευκολυνθεί η ανάκτηση των προϊόντων εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, τα Κράτη Μέρη μπορούν να συνεργάζονται για να παρέχουν αμοιβαία τα ονόματα εμπειρογνωμόνων που μπορούν να βοηθήσουν στην επίτευξη του στόχου αυτού.

6.

Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο χρήσης υποπεριφερειοκών, περιφερειακών και διεθνών διασκέψεων και σεμιναρίων για την προώθηση της συνεργασίας και της τεχνικής συνδρομής και την αναβίωση συζητήσεων σχετικά με προβλήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών προβλημάτων και αναγκών των αναπτυσσόμενων χωρών και των χωρών με οικονομίες σε διαδικασία μετάβασης.

7.

Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο δημιουργίας εθελοντικών μηχανισμών, με σκοπό να συμβάλουν οικονομικά στις προσπάθειες των αναπτυσσόμενων χωρών και των χωρών με οικονομίες σε διαδικασία μετάβασης για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, μέσω προγραμμάτων και σχεδίων τεχνικής συνδρομής.

8.

Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο να κάνει εθελοντική συνεισφορά στο Γραφείο Ναρκωτικών και Εγκλήματος των Ηνωμένων Εθνών, με σκοπό τη στήριξη, μέσω του Γραφείου, προγραμμάτων και σχεδίων στις αναπτυσσόμενες χώρες για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης.

Άρθρο 61

Συλλογή, ανταλλαγή και ανάλυση πληροφοριών για τη διαφθορά

1.

Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο ανάλυσης, μετό από διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες, των τάσεων της διαφθοράς στην επικράτειά του, καθώς και των περιστάσεων υπό τις οποίες τελούνται αδικήματα διαφθοράς.

2.

Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο να αναπτύξουν και να καταστήσουν κοινά μεταξύ τους και μέσω στατιστικών διεθνών και περιφερειακών οργανώσεων, αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τη διαφθορά και πληροφορίες με σκοπό την ανάπτυξη, εφόσον αυτό είναι δυνατόν, κοινών ορισμών, προδιαγραφών και μεθοδολογιών, καθώς και πληροφοριών, σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς.

3.

Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο παρακολούθησης των πολιτικών και των συγκεκριμένων μέτρων του για την καταπολέμηση της διαφθοράς και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς τους.

Άρθρο 62

Λοιπά μέτρα, εφαρμογή της Σύμβασης μέσω οικονομικής ανάπτυξης και τεχνικής συνδρομής

1.

Τα Κράτη Μέρη λαμβάνουν μέτρα που συμβάλλουν στη βέλτιστη εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, μέσω διεθνούς συνεργασίας λαμβάνοντας υπόψη τις αρνητικές επιδράσεις της διαφθοράς στην κοινωνία γενικά, και στη διαρκή ανάπτυξη, ειδικότερα.

2.

Τα Κράτη Μέρη καταβάλλουν συγκεκριμένες προσπάθειες, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν και σε συντονισμό μεταξύ τους, καθώς και με διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς: ενισχυθεί η ικανότητα των τελευταίων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς. (β) Για τη βελτίωση της οικονομικής και υλικής συνδρομής για τη στήριξη των προσπαθειών των αναπτυσσόμενων χωρών, σχετικά με την αποτελεσματική πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς και για να τις βοηθήσουν να εφαρμόσουν την παρούσα Σύμβαση με επιτυχία. (γ) Για την παροχή τεχνικής συνδρομής στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες με οικονομίες σε διαδικασία μετάβασης, ώστε να τις βοηθήσουν να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης. Για το σκοπό αυτόν, τα Κράτη Μέρη θα προσπαθήσουν να κάνουν επαρκείς και τακτικές εθελοντικές εισφορές σε λογαριασμό που θα οριστεί ειδικά για το σκοπό αυτόν σε μηχανισμό χρηματοδότησης των Ηνωμένων Εθνών. Τα Κράτη Μέρη μπορούν επίσης να εξετάσουν ειδικά, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία τους και τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, την καταβολή στο λογαριασμό αυτόν ενός ποσοστού των χρημάτων ή της αντίστοιχης αξίας των προϊόντων εγκλήματος ή της περιουσίας που κατάσχεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης. (δ) Για να ενθαρρύνουν και να πείσουν άλλα Κράτη και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως αρμόζει, να συνεργαστούν μαζί τους στις προσπάθειες που γίνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ιδίως παρέχοντας περισσότερα εκπαιδευτικά προγράμματα και σύγχρονο εξοπλισμό στις αναπτυσσόμενες χώρες για να τις βοηθήσουν να επιτύχουν τους στόχους της παρούσας Σύμβασης.

3.

Στο βαθμό που είναι δυνατόν, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να θίγουν υπάρχουσες δεσμεύσεις παροχής ξένης συνδρομής ή άλλες ρυθμίσεις οικονομικής συνεργασίας σε διμερές, περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο.

4.

Τα Κράτη Μέρη μπορούν να συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις σχετικά με την υλική και διοικητική συνδρομή, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές ρυθμίσεις που είναι απαραίτητες, ώστε τα μέσα διεθνούς συνεργασίας που προβλέπει η παρούσα Σύμβαση να είναι αποτελεσματικά και για την πρόληψη, την αποκάλυψη και τον έλεγχο της διαφθοράς. Κεφάλαιο VII Μηχανισμοί υλοποίησης

Άρθρο 63

Διάσκεψη των Κρατών Μερών της Σύμβασης

1.

Ιδρύεται Διάσκεψη των Κρατών Μερών της Σύμβασης με σκοπό τη βελτίωση της ικανότητας και της συνεργασίας μεταξύ των Κρατών Μερών για την επίτευξη των στόχων που παρατίθενται στην παρούσα Σύμβαση και για την προώθηση και την επίβλεψη της υλοποίησής της.

2.

Ο Γενικός Γρομματέας των Ηνωμένων Εθνών συγκαλεί τη Διάσκεψη των Κρατών Μερών το αργότερο ένα έτος μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης. Εφεξής, θα διεξάγονται τακτικές συνεδριάσεις της Διάσκεψης των Κρατών Μερών σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες που θα υιοθετήσει η Διάσκεψη.

3.

Η Διάσκεψη των Κρατών Μερών θα υιοθετήσει διαδικαστικούς κανόνες και κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία των δραστηριοτήτων που ορίζει το παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων κανόνων σχετικά με την είσοδο και συμμετοχή παρατηρητών και την καταβολή των δαπανών που αφορούν την εκτέλεση των δραστηριοτήτων αυτών.

4.

Η Διάσκεψη των Κρατών Μερών θα συμφωνήσει σχετικά με τις δραστηριότητες, τις διαδικασίες και τις μεθόδους εργασίας για την επίτευξη των στόχων που ορίζει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των εξής: (α) Διευκόλυνση δραστηριοτήτων από Κράτη Μέρη, βάσει των άρθρων 60 και 62 και των κεφαλαίων II έως V της παρούσας Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της ενθάρρυνσης της κινητοποίησης εθελοντικών συνεισφορών. (β) Διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των Κρατών Μερών, σχετικά με τα πρότυπα και τις τάσεις της διαφθοράς και σχετικά με επιτυχείς πρακτικές για την πρόληψη και την καταπολέμηση αυτής και για την επιστροφή των προϊόντων εγκλήματος μέσω, μεταξύ άλλων, της δημοσίευσης σχετικών πληροφοριών, όπως αναφέρει το παρόν άρθρο. (γ) Συνεργασία με σχετικούς διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς και μηχανισμούς και μη κυβερνητικές οργανώσεις. (δ) Κατάλληλη χρήση των σχετικών πληροφοριών που παράγουν άλλοι διεθνείς και περιφερειακοί μηχανισμοί για την καταπολέμηση και την πρόληψη της διαφθοράς ώστε να αποφευχθεί η άσκοπη επικάλυψη εργασιών. (ε) Περιοδική επίβλεψη της υλοποίησης της παρούσας Σύμβασης από τα Κράτη Μέρη της. (στ) Συστάσεις για τη βελτίωση της παρούσας Σύμβασης και της υλοποίησής της. (ζ) Καταγραφή των απαιτήσεων τεχνικής συνδρομής των Κρατών Μερών σε σχέση με την υλοποίηση της παρούσας Σύμβασης και συστάσεις για ενέργειες που θεωρούνται απαραίτητες από αυτή την άποψη.

5.

Για το σκοπό της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, η Διάσκεψη των Κρατών Μερών ενημερώνεται σχετικά με τα μέτρα που έλαβον τα Κράτη Μέρη για την υλοποίηση της παρούσας Σύμβασης και για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν μέσω πληροφοριών που παρέχουν τα Κράτη Μέρη και μέσω πρόσθετων μηχανισμών επίβλεψης που μπορεί να δημιουργηθούν από τη Διάσκεψη των Κρατών Μερών.

6.

Κάθε Κράτος Μέρος παρέχει στην Διάσκεψη των Κρατών Μερών πληροφορίες σχετικά με τα προγράμματα, τα σχέδια και τις πρακτικές του, καθώς και σχετικά με τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης όπως απαιτεί η Διάσκεψη των Κρατών Μερών. Η Διάσκεψη των Κρατών Μερών θα εξετάσει τον πιο αποτελεσματικό τρόπο λήψης των πληροφοριών αυτών και ενεργειών επί τούτων, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, πληροφοριών που λαμβάνει από Κράτη Μέρη και από αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς. Μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες που προέρχονται από σχετικές μη κυβερνητικές οργανώσεις που είναι δεόντως διαπιστευμένες σύμφωνα με τις διαδικασίες που θα αποφασιστούν από τη Διάσκεψη των Κρατών Μερών.

7.

Σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 6 του παρόντος άρθρου, η Διάσκεψη των Κρατών Μερών θα δημιουργήσει, αν το θεωρεί απαραίτητο, κάθε κατάλληλο

Άρθρο 64

Γραμματεία

1.

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών παρέχει τις απαραίτητες γραμματειακές υπηρεσίες στη Διάσκεψη των Κρατών Μερών της Σύμβασης.

2.

Η γραμματεία: (α) Βοηθά τη Διάσκεψη των Κρατών Μερών στην εκτέλεση των δραστηριοτήτων που ορίζονται στο όρθρο 63 της παρούσας Σύμβασης και κάνει ρυθμίσεις και παρέχει τις απαραίτητες υπηρεσίες για τις συνεδριάσεις της Διάσκεψης των Κρατών Μερών. (β) Μετά από αίτημα, βοηθά τα Κράτη Μέρη στην παροχή πληροφοριών προς τη Διάσκεψη των Κρατών Μερών, όπως προβλέπει το όρθρο 63, παράγραφοι 5 και 6, της παρούσας Σύμβασης, και (γ) Εξασφαλίζει τον απαραίτητο συντονισμό με τις γραμματείες των σχετικών διεθνών και περιφερειακών οργανισμών. Κεφάλαιο VIII Τελικές διατάξεις

Άρθρο 65

Εφαρμογή της Σύμβασης

1.

Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, για να διασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του βάσει της παρούσας Σύμβασης.

2.

Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να υιοθετεί αυστηρότερα μέτρα από αυτά που προβλέπει η παρούσα Σύμβαση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Άρθρο 66

Διευθέτηση διαφορών

1.

Τα Κράτη Μέρη προσπαθούν να διευθετούν τις διαφορές που αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης μέσω διαπραγματεύσεων.

2.

Κάθε διαφορά μεταξύ δύο ή περισσότερων Κρατών Μερών σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης η οποία δεν μπορεί να διευθετηθεί μέσω διαπραγματεύσεων εντός εύλογου χρόνου, θα υποβάλλεται σε διαιτησία μετά από αίτημα ενός από τα εν λόγω Κράτη Μέρη. Αν, έξι μήνες μετά την ημερομηνία της υποβολής του αιτήματος για διαιτησία, τα εν λόγω Κράτη Μέρη δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με την οργάνωση της διαιτησίας οποιοδήποτε από τα εν λόγω Κράτη Μέρη μπορεί να παραπέμψει τη διαφορά στο Διεθνές Δικαστήριο με αίτημα σύμφωνο με το Καταστατικό του Δικαστηρίου.

3.

Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί, κατά το χρόνο υπογραφής επικύρωσης αποδοχής έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα Σύμβαση, να δηλώσει ότι δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται από την παράγραφο 2 του παρόντος όρθρου. Τα άλλα Κράτη Μέρη δεν θα δεσμεύονται από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου σε σχέση με το Κράτος Μέρος που διατύπωσε αυτή την επιφύλαξη.

4.

Κάθε Κράτος Μέρος που διατύπωσε επιφύλαξη σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να αποσύρει την επιφύλαξη αυτή με γνωστοποίηση προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

Άρθρο 67

Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση και προσχώρηση

1.

Η παρούσα Σύμβαση θα παραμείνει ανοικτή για όλα τα Κράτη για υπογραφή από τις 9 έως τις 11 Δεκεμβρίου 2003 στη Merida του Μεξικό και, εφεξής στην Έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη έως τις 9 Δεκεμβρίου 2005.

2.

Η παρούσα Σύμβαση θα είναι επίσης ανοικτή για υπογραφή από περιφερειακούς οργανισμούς οικονομικής ενοποίησης με την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον ένα Κράτος Μέρος του εν λόγω οργανισμού έχει υπογράψει την παρούσα Σύμβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.

Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση. Τα έγγραφα επικύρωσης αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Περιφερειακός οργανισμός οικονομικής ενοποίησης μπορεί να καταθέσει το έγγραφο επικύρωσης αποδοχής ή έγκρισής του αν έχει πράξει ομοίως τουλάχιστον ένα από τα Κράτη Μέρη του. Στο εν λόγω κείμενο επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, ο εν λόγω οργανισμός δηλώνει την έκταση αρμοδιότητάς του σε σχέση με τα ζητήματα που διέπονται από την παρούσα Σύμβαση. Ο εν λόγω οργανισμός ενημερώνει επίσης το θεματοφύλακα για κάθε σχετική μεταβολή της έκτασης της αρμοδιότητάς του.

4.

Η παρούσα Σύμβαση είναι ανοικτή για προσχώρηση από οποιοδήποτε Κράτος ή περιφερειακό οργανισμό οικονομικής ενοποίησης, τουλάχιστον ένα Κράτος−μέλος του οποίου είναι Μέρος της παρούσας Σύμβασης. Τα έγγραφα προσχώρησης κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Κατά το χρόνο προσχώρησης, ο εν λόγω οργανισμός δηλώνει την έκταση της αρμοδιότητάς του σε σχέση με τα ζητήματα που διέπονται από την παρούσα Σύμβαση. Ο εν λόγω οργανισμός ενημερώνει επίσης το θεματοφύλακα για κάθε σχετική μεταβολή της έκτασης της αρμοδιότητάς του.

Άρθρο 68

Θέση σε ισχύ

1.

Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την ενενηκοστή ημέρα μετά την ημερομηνία κατάθεσης του τριακοστού εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης. Για το σκοπό της παρούσας παραγράφου, κάθε έγγραφο που κατατίθεται από περιφερειακό οργανισμό οικονομικής ενοποίησης δεν θεωρείται πρόσθετο αυτών που κατατέθηκαν από Κράτη Μέρη του εν λόγω οργανισμού.

2.

Για κάθε Κράτος ή περιφερειακό οργανισμό οικονομικής ενοποίησης που επικυρώνει, αποδέχεται, εγκρίνει ή προσχωρεί στην παρούσα Σύμβαση μετά την κατάθεση του τριακοστού εγγράφου, η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ τριάντα ημέρες μετά την ημερομηνία κατάθεσης του σχετικού εγγράφου από το εν λόγω Κράτος ή οργανισμό ή την ημερομηνία που η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ σύμφωνο με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, όποια από τις δύο ημερομηνίες είναι μεταγενέστερη της άλλης.

1.

Μετά τη λήξη περιόδου πέντε ετών από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, Κράτος Μέρος μπορεί να προτείνει τροποποίηση και να τη διαβιβάσει στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος θα γνωστοποιήσει την προτεινόμενη τροποποίηση στα Κράτη Μέρη και στη Διάσκεψη των Κρατών Μερών της Σύμβασης με σκοπό να μελετηθεί η πρόταση και να ληφθεί σχετική απόφαση. Η Διάσκεψη των Κρατών Μερών καταβάλλει κάθε προσπάθεια να επιτύχει συναίνεση για κάθε τροποποίηση. Αν εξαντληθούν όλες οι προσπάθειες για την επίτευξη συναίνεσης και δεν επιτευχθεί συμφωνία, η τροποποίηση θα απαιτεί, ως έσχατη λύση, για την υιοθέτηση της πλειοψηφία δύο τρίτων των Κρατών Μερών που είναι παρόντα και ψηφίζουν στη συνεδρίαση της Διάσκεψης των Κρατών Μερών.

2.

Οι περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ενοποίησης σε ζητήματα της αρμοδιότητάς τους ασκούν το δικαίωμα ψήφου τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο με αριθμό ψήφων ίσο με τον αριθμό των Κρατών Μερών τους που είναι Μέρη της παρούσας Σύμβασης Οι οργανισμοί αυτοί δεν ασκούν το δικαίωμα ψήφου τους αν τα Κράτη Μέρη τους ασκήσουν το δικό τους δικαίωμα και αντίστροφα.

3.

Τροποποίηση που υιοθετείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπόκειται σε επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση από τα Κράτη Μέρη.

4.

Τροποποίηση που υιοθετείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου τίθεται σε ισχύ σε σχέση με Κράτος Μέρος ενενήντα ημέρες μετά την ημερομηνία κατάθεσης στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών του εγγράφου επικύρωσης αποδοχής ή έγκρισης της εν λόγω τροποποίησης.

5.

Όταν τίθεται σε ισχύ μια τροποποίηση, είναι δεσμευτική για τα Κράτη Μέρη που εξέφρασαν τη συγκατάθεσή τους να δεσμεύονται από αυτήν. Τα άλλα Κράτη Μέρη θα εξακολουθούν να δεσμεύονται από τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης και τυχόν προηγούμενες τροποποιήσεις τις οποίες επικύρωσαν, αποδέχθηκαν ή ενέκριναν.

Άρθρο 70

Καταγγελία

1.

Οποιοδήποτε Κράτος Μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση με γραπτή γνωστοποίηση προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η εν λόγω καταγγελία τίθεται σε ισχύ ένα έτος μετά την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Γενικό Γραμματέα.

2.

Ο περιφερειακός οργανισμός οικονομικής ενοποίησης παύει να είναι Μέρος της παρούσας Σύμβασης όταν όλα τα Κράτη Μέρη του την καταγγείλουν.

Άρθρο 71

Θεματοφύλακας και γλώσσες

1.

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών ορίζεται θεματοφύλακας της παρούσας Σύμβασης.

2.

Το πρωτότυπο κείμενο της παρούσας Σύμβασης, της οποίος τα κείμενα στην αραβική, κινεζική, αγγλική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα είνοι εξίσου αυθεντικά, κατατίθεται στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ, οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι, νόμιμα εξουσιοδοτημένοι από τις αντίστοιχες Κυβερνήσεις τους, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση. (π.δ. 283/1985 ΦΕΚ 106 Α) αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 159 Δωροδοκία

1.

Όποιος σχετικά με κάποια εκλογή ή ψηφοφορία που διενεργείται από τη Βουλή ή κάποια επιτροπή της ή από νομαρχιακό, δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιτροπή κάποιου από αυτά, προτείνει, παρέχει ή υπόσχεται σε βουλευτή ή σε σύμβουλο των παραπάνω συμβουλίων ή σε μέλος των επιτροπών αυτών δώρα ή οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα που δεν του οφείλονται ως αντάλλαγμα για να μην λάβουν μέρος στην εκλογή ή στην ψηφοφορία ή για να ψηφίσουν με ορισμένο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

2.

Με την ίδια ποινή τιμωρούνται οι βουλευτές ή οι σύμβουλοι ή τα μέλη επιτροπών που σχετικά με κάποια από τις εκλογές ή ψηφοφορίες της παρ. 1 αυτού του άρθρου δέχονται την παροχή ή υπόσχεση δώρων ή άλλων ωφελημάτων που δεν τους οφείλονται ή απαιτούν τέτοια ως αντάλλαγμα για να μην λάβουν μέρος στην εκλογή ή ψηφοφορία ή για να ψηφίσουν με ορισμένο τρόπο.

3.

Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών στον υπαίτιο των πράξεων των παραγράφων 1 και 2, αν η αξία των δώρων, ωφελημάτων ή ανταλλαγμάτων υπερβαίνει το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.» «Άρθρο 235 Παθητική δωροδοκία

1.

Υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, για ενέργεια ή παράλειψη του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

2.

Αν η αξία των ωφελημάτων υπερβαίνει το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.» «Άρθρο 236 Ενεργητική δωροδοκία

1.

Όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, για ενέργεια ή παράλειψη του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

2.

Αν η αξία των ωφελημάτων υπερβαίνει το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

3.

Η πράξη μένει ατιμώρητη, αν αυτός με δική του θέληση και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη την αναγγείλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο ή άλλη αρμόδια αρχή, εγχειρίζοντας έγγραφη αναφορά ή προφορικά οπότε συντάσσεται σχετική έκθεση. Στην περίπτωση αυτή το δώρο ή τα ωφελήματα που τυχόν κατασχέθηκαν ή έχουν παραδοθεί στον ανακριτή αποδίδονται σε αυτόν που το έδωσε και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 238.» «Άρθρο 237 Δωροδοκία δικαστή

1.

Εκείνος που καλείται κατά το νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν απαιτήσουν ή δεχθούν δώρα ή άλλα ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή την υπόσχεση ότι θα τα λάβουν με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μια υπόθεση που τους έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

2.

Αν η αξία των δώρων ή ωφελημάτων υπερβαίνει το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

3.

Όποιος για το σκοπό που αναφέρθηκε προσφέρει, υπόσχεται, διαμεσολαβεί ή δίνει τέτοια δώρα ή ωφελήματα σε κάποιο από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 ή σε οικείο τους, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η αξία των δώρων ή ωφελημάτων υπερβαίνει το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.

4.

Η πράξη της προηγούμενης παραγράφου μένει ατιμώρητη, αν αυτός με δική του θέληση και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη την αναγγείλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο ή άλλη αρμόδια αρχή, εγχειρίζοντας έγγραφη αναφορά ή προφορικά οπότε συντάσσεται σχετική έκθεση. Στην περίπτωση αυτή το δώρο ή τα ωφελήματα που τυχόν κατασχέθηκαν ή έχουν παραδοθεί στον ανακριτή αποδίδονται σε αυτόν που το έδωσε και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 238.»

2.

Το άρθρο τέταρτο του ν. 3560/2007 (ΦΕΚ 103 Α) αντικαθίσταται, ως εξής: «Άρθρο τέταρτο Δωροδοκία μελών αλλοδαπών δημόσιων συνελεύσεων Οι διατάξεις του άρθρου 159 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και επί των:

μέλος δημόσιας συνέλευσης που ασκεί νομοθετικές ή διοικητικές εξουσίες δηλαδή μέλος της Βουλής ή Επιτροπής της ή οποιουδήποτε Συμβουλίου Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε κάθε άλλο κράτος μέρος της Σύμβασης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο και

από και προς μέλη κοινοβουλευτικών συνελεύσεων διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών, στους οποίους η Ελληνική Δημοκρατία είναι μέλος.»

3.

Το άρθρο δεύτερο του ν. 2656/1998 (ΦΕΚ 265 Α) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο δεύτερο Δωροδοκία αλλοδαπού δημόσιου λειτουργού

1.

Όποιος, κατά την άσκηση διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και με σκοπό να αποκτήσει ή να διατηρήσει αθέμιτο επιχειρηματικό ή άλλο, μη οφειλόμενο, πλεονέκτημα, χρηματικό ή μη, προσφέρει, υπόσχεται ή δίνει, ο ίδιος ή μέσω τρίτου, δώρα ή άλλα μη οφειλόμενα ανταλλάγματα, σε αλλοδαπό δημόσιο λειτουργό, κατά την έννοια της σύμβασης του Ο.Ο.Σ.Α. που κυρώνεται με ψη που ανάγεται στην υπηρεσία του ή αντίκειται στα καθήκοντα του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

2.

Αν η αξία των δώρων ή των ανταλλαγμάτων υπερβαίνει το συνολικό ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

3.

Τα δοθέντα δώρα ή η αξία τους, καθώς επίσης και τα προϊόντα του εγκλήματος, που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, ή η αξία τους, δημεύονται.

4.

Το άρθρο 30 παρ. 2 του ΚΠΔ δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις αυτές.».

4.

Το άρθρο τρίτο του ν. 2803/2000 (ΦΕΚ 48 Α) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο τρίτο Δωροδοκία

1.

Οι υπαίτιοι των πράξεων της παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας υπαλλήλου, που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 3 του από 27.9.1996 Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κυρώνεται με το νόμο αυτόν, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

2.

Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρούνται αν η αξία των δώρων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.

3.

Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση των δώρων που δόθηκαν ή της αξίας τους.»

5.

Η διάταξη του άρθρου πέμπτου του ν. 3560/2007 (ΦΕΚ 103 Α’) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο πέμπτο Ενεργητική και παθητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα

1.

Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος με πρόθεση, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, υπόσχεται, προσφέρει ή παρέχει, άμεσα ή έμμεσα, οποιοδήποτε μη οφειλόμενο πλεονέκτημα ή αντάλλαγμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει διευθυντική θέση ή εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε φορείς του ιδιωτικού τομέα, για τον ίδιο ή για τρίτον, για ενέργεια ή για παράλειψη κατά παράβαση των καθηκόντων του, όπως αυτά διαγράφονται από το νόμο, τη σύμβαση εργασίας, τους εσωτερικούς κανονισμούς, τις εντολές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή προκύπτουν από τη φύση της θέσης του στην υπηρεσία του εργοδότη. Η πράξη μένει ατιμώρητη, αν συντρέχουν στο πρόσωπο του δράστη οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα και στην περίπτωση αυτή το δώρο ή το ωφέλημα που τυχόν κατασχέθηκε ή έχει παραδοθεί στην αρμόδια αρχή αποδίδεται σε αυτόν που το έδωσε και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 238 του Ποινικού Κώδικα. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και κάθε διευθυντής ή εργαζόμενος με οποιαδήποτε ιδιότητα σε φορείς του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος με πρόθεση κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας απαιτεί ή λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα οποιοδήποτε μη οφειλόμενο αντάλλαγμα για τον ίδιο ή για οποιονδήποτε άλλο ή δέχεται υπόσχεση ενός τέτοιου πλεονεκτήματος ή ανταλλάγματος, για ενέργεια ή παράλειψη του κατά παράβαση των καθηκόντων του.

2.

Στον υπαίτιο των πράξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η αξία των πλεονεκτημάτων ή ανταλλαγμάτων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.

3.

Η διάταξη του άρθρου 238 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται και στα αδικήματα του παρόντος άρθρου.»

6.

Η διάταξη της παραγράφου 2 του δωδέκατου άρθρου του ν. 3560/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Κατά την ποινική προδικασία για τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των καταγγελλόντων τις πράξεις αυτές ή των ουσιωδών μαρτύρων ή των πραγματογνωμόνων ή των θυμάτων ή συγγενών τους ή άλλων προσώπων που συνδέονται στενά με αυτούς, όπου τούτο είναι αναγκαίο, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 9 παράγραφοι 2 έως 4 του ν. 2928/2001.»

7.

α) Στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2225/1994 προστίθενται τα εξής: πριν από το άρθρο 168 παρ. 1 «159 παρ. 3», πριν από το άρθρο 264 παρ. β΄ «235 περ. β΄, 236 περ. β΄, 237 περιπτώσεις β΄ των παραγράφων 1 και 2» και πριν από το άρθρο 374 «342 παρ. 1 και 2, 348, 348Α παρ. 3».

παράγραφος 1 περ. β΄ του ν. 2656/1998», «ζ΄) το άρθρο τρίτο παράγραφος 1 περ. β΄ του ν. 2803/2000», «η΄) το άρθρο 2 παρ. 1 περ. α΄ και β΄ του ν. 2331/1995».

ίδιου άρθρου, μετά τις λέξεις «...Ποινικού Κώδικα.», προστίθεται η φράση: «καθώς επίσης και για τα εγκλήματα των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 342 του ΠΚ και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 348Α του ΠΚ.» Άρθρο τρίτο Ορολογία Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι όροι «δημόσιος λειτουργός», «ξένος δημόσιος λειτουργός», «λειτουργός δημόσιου διεθνούς οργανισμού», «περιουσία», «προϊόντα εγκλήματος», «πάγωμα» ή «κατάσχεση», «δήμευση», «βασικό έγκλημα», «ελεγχόμενη παράδοση» έχουν την έννοια που ορίζεται στο άρθρο 2 της Σύμβασης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο. Άρθρο τέταρτο Δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, λειτουργών διεθνών οργανισμών κ.λπ.

1.

Οι διατάξεις των άρθρων 235, 236, 237 και 238 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και επί των πράξεων της ενεργητικής και της παθητικής δωροδοκίας από και προς δημόσιους υπαλλήλους, λειτουργούς και δικαστές, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ένορκοι και οι διαιτητές, άλλου κράτους μέρους της Σύμβασης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο.

2.

Οι διατάξεις των άρθρων 235, 236 και 238 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και επί των πράξεων της ενεργητικής και της παθητικής δωροδοκίας από και προς λειτουργούς ή άλλους υπαλλήλους με οποιαδήποτε συμβατική σχέση, κατά την έννοια των οικείων κανονισμών προσωπικού, κάθε δημόσιου διεθνούς ή υπε στοιχούν σε αυτά που εκτελούν οι εν λόγω λειτουργοί ή υπάλληλοι.

3.

Οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και επί των πράξεων της ενεργητικής και της παθητικής δωροδοκίας που αναφέρονται σε πρόσωπα που ασκούν δικαστικά καθήκοντα ή καθήκοντα διαιτητή ή ενόρκου σε διεθνή δικαστήρια, των οποίων η δικαιοδοσία είναι αποδεκτή από την Ελληνική Δημοκρατία. Ως προς τις πράξεις της ενεργητικής και της παθητικής δωροδοκίας από και προς τους λοιπούς αξιωματούχους των εν λόγω διεθνών δικαστηρίων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 235, 236 και 238 του Ποινικού Κώδικα. Άρθρο πέμπτο Δωροδοκία μελών δημόσιων συνελεύσεων

1.

Οι διατάξεις του άρθρου 159 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και επί των πράξεων της ενεργητικής και της παθητικής δωροδοκίας από και προς οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος δημόσιας συνέλευσης που ασκεί νομοθετικές ή διοικητικές εξουσίες, μέλος της Βουλής ή Επιτροπής της ή οποιουδήποτε Συμβουλίου Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε κάθε άλλο κράτος μέρος της Σύμβασης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο.

2.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 159 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και επί πράξεων ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας από και προς μέλη κοινοβουλευτικών συνελεύσεων διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών, στους οποίους η Ελληνική Δημοκρατία είναι μέλος. Άρθρο έκτο Νομιμοποίηση εσόδων από αδικήματα διαφθοράς Μετά το εδάφιο ιστιστ’ του στοιχ. α΄ του ν. 2331/1995, όπως έχει τροποποιηθεί με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3424/2005 (ΦΕΚ 305 Α) προστίθεται εδάφιο ιζιζ΄’, το οποίο έχει ως εξής: «ιζιζ΄. Τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις των άρθρων τέταρτου, πέμπτου και όγδοου του νόμου, με τον οποίο κυρώνεται η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 31 Οκτωβρίου 2003.» Άρθρο έβδομο Μέτρα για τη διευκόλυνση της συλλογής των αποδείξεων και για την προστασία συνεργατών δικαιοσύνης και μαρτύρων

1.

Κατά την ποινική προδικασία για τις πράξεις που προβλέπονται από την κυρούμενη με τον παρόντα νόμο Σύμβαση μπορεί να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των καταγγελλόντων τις πράξεις αυτές ή των ουσιωδών μαρτύρων ή των πραγματογνωμόνων ή των θυμάτων ή συγγενών τους ή άλλων προσώπων που συνδέονται στενά με αυτούς, όπου τούτο είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 2 ως 4 του ν. 2928/2001.

2.

Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα άρθρα 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και στα άρθρα τέταρτο, πέμπτο και έκτο του παρόντος νόμου εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 253Α παράγραφος 1 περιπτώσεις γ’, δ’, ε’ και παράγραφοι 2 και 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Άρθρο όγδοο Ευθύνη νομικών προσώπων Το άρθρο δέκατο του ν. 3560/2007 (ΦΕΚ 103 Α) εφαρμόζεται και σε σχέση με πράξεις που προβλέπονται από την κυρούμενη με τον παρόντα νόμο Σύμβαση και τελούνται σε οποιοδήποτε κράτος μέρος. Άρθρο ένατο Ειδικές ανακριτικές αρχές Στα αδικήματα που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο οι ανακριτικές πράξεις διεξάγονται από τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων. Παράλληλα διατηρείται και η αρμοδιότητα των κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οργάνων. Άρθρο δέκατο Δικαιοδοσία − Αυτεπάγγελτη δίωξη

1.

Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 42, σε συνδυασμό με τα άρθρα 23 παράγραφος 1 (α) (i) ή (β) (i) (ii) της Σύμβασης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο.

2.

Τα προβλεπόμενα από τον παρόντα νόμο αδικήματα διώκονται αυτεπαγγέλτως, οπουδήποτε και αν τελέστηκαν. Άρθρο ενδέκατο Δηλώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά την κατάθεση του εγγράφου επικύρωσης της Σύμβασης

1.

Η Ελληνική Δημοκρατία δηλώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 3 της Σύμβασης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο, δεν δεσμεύεται από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου της Σύμβασης.

2.

Η Ελληνική Δημοκρατία δηλώνει ότι αρμόδια Κεντρική Αρχή στην οποία απευθύνονται αιτήσεις που γίνονται σύμφωνα με το κεφάλαιο IV της Σύμβασης είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και κάθε σχετικό αίτημα, καθώς και τα συνοδευτικά του έγγραφα πρέπει να είναι μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα. Άρθρο δωδέκατο

1.

Το άρθρο 57 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 57

1.

Η εξαίρεση προτείνεται από τον διάδικο πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, ενώ αργότερα έως ότου περατωθεί η συζήτηση στο ακροατήριο, μόνο αν πιθανολογείται ότι η περίπτωση ή οι λόγοι της εξαίρεσης προέκυψαν ή έγιναν γνωστοί στον διάδικο μετά την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας. Στην τελευταία περίπτωση, αν η εξαίρεση γίνει δεκτή, μπορούν, ύστερα από αίτηση, να κηρυχθούν άκυρες οι πράξεις της διαδικασίας στις οποίες είχε συμπράξει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση.

2.

Δεν επιτρέπεται αίτηση εξαίρεσης: α) όλων των μελών του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετούν πράγματι περισσότεροι από πέντε δικαστές, β) μελών του δικαστηρίου ή του γραμματέα του δικαστηρίου, το οποίο αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης κατά το άρθρο 54,

κάθε δικαστήριο, στο οποίο υπηρετούν πράγματι τουλάχιστον επτά δικαστές και περισσοτέρων των δύο όταν υπηρετούν πράγματι λιγότεροι από επτά δικαστές, ε) μελών του δικαστηρίου, το οποίο αποφασίζει για την παραπομπή της αίτησης εξαίρεσης από δικαστήριο σε δικαστήριο κατά το άρθρο 50.

3.

Αίτηση εξαίρεσης, η οποία υποβάλλεται παρά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται από το ίδιο το δικαστήριο, του οποίου ζητείται η εξαίρεση μελών του. Η αίτηση αυτή δεν αποτελεί λόγο αποχής από την άσκηση των καθηκόντων τους για τα πρόσωπα των οποίων ζητείται η εξαίρεση.»

2.

Το άρθρο 49 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 49 Την παραπομπή έχει δικαίωμα να ζητήσει οποιοσδήποτε διάδικος και αυτεπαγγέλτως ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου εφαρμόζοντας αναλόγως τις διατάξεις του άρθρου 307, στις περιπτώσεις 1 και 2 του άρθρου 48 και μόνον ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην περίπτωση 3 του ίδιου άρθρου.»

3.

Η περίπτωση 1 του άρθρου 48 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. αν από ένα δικαστήριο εξαιρεθούν τόσοι δικαστές, ώστε οι υπόλοιποι να μην αρκούν για τη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου.» βασης που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 68 αυτής. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 9 Ιουνίου 2008

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Γ. ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ Θ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ Σ. ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ ΚΩΝ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους Αθήνα, 10 Ιουνίου 2008

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)