Νόμοι — ΦΕΚ A' 105/2018
Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης κατανέμονται στα Τμήματα ως εξής: (α) Τμήμα Α΄ - Λογαριασμών. (αα) Η παρακολούθηση και διαχείριση του συστήματος λογαριασμών Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σε λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. (ββ) Η διαχείριση και παρακολούθηση λογαριασμών του ελληνικού δημοσίου, εντός ή εκτός προϋπολογισμού και ειδικών λογαριασμών, οι οποίοι τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σε λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, εκτός αυτών που έχουν ανατεθεί σε άλλες οργανικές μονάδες εντός ή εκτός του Υπουργείου Οικονομικών. (γγ) Η διενέργεια δαπανών του προϋπολογισμού της Κεντρικής Διοίκησης (αποδοχών υπαλλήλων, προκαταβολών του άρθρου 114 του ν. 4270/2014 συμπεριλαμβανομένης της αντισταθμιστικής καταβολής στον ΟΑΣΘ και λοιπών προκαταβολών), η παρακολούθηση των σχετικών λογαριασμών και η μέριμνα για την ορθή λογιστική απεικόνισή τους. (δδ) Η μέριμνα για την εμφάνιση εισπραττομένων εσόδων - ποσών στη δημόσια ληψοδοσία. (εε) Η διενέργεια πληρωμών για την επιστροφή εσόδων προϋπολογισμού και αποδόσεων κρατήσεων αρμοδιότητας ΑΑΔΕ (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ κ.λπ.). (στστ) Οι επιστροφές - αποδόσεις ποσών σε δικαιούχους και η μέριμνα για τη λογιστική τακτοποίηση αυτών. (ζζ) Η σύσταση και η παρακολούθηση των παγίων προκαταβολών σε φορείς της Κεντρικής Διοίκησης και των προσωρινών ενισχύσεων αυτών. (ηη) Η παρακολούθηση των λογαριασμών των προξενικών αρχών και η μέριμνα για την ορθή λογιστική απεικόνιση των κινήσεών τους. (θθ) Η διαχείριση και παρακολούθηση του Ειδικού Λογαριασμού νο. 234339/0 «ΕΔ- Λογαριασμός Εσόδων από Αποκρατικοποιήσεις». (ιι) Η τήρηση μητρώου των λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης σε πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην Τράπεζα της Ελλάδος. (β) Τμήμα Β΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Κεντρικής Διοίκησης (αα) Ο καθορισμός μηνιαίου ορίου πληρωμών των δαπανών του Δημοσίου, η παρακολούθηση και ο έλεγχος της υλοποίησής τους και η έκδοση σχετικής μηνιαίας απόφασης. (ββ) Η συγκέντρωση, επεξεργασία και καταχώρηση των πληροφοριών από τις αρμόδιες υπηρεσίες για όλες τις εισροές και εκροές που επηρεάζουν τη ρευστότητα του Ελληνικού Δημοσίου. (γγ) Η παρακολούθηση, σε καθημερινή βάση, της ταμειακής θέσης του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η κατάρτιση σχετικών πινάκων προβλέψεων. μακροπρόθεσμη βάση και σε ορίζοντα τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών σε ημερήσια βάση και εννέα (9) έως δώδεκα (12) μηνών σε μηνιαία βάση. (εε) Η ενοποίηση των πινάκων προβλέψεων ταμειακής ρευστότητας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου και η υποβολή τους στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. (στστ) Ο ορισμός, σε συνεργασία με τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ., ενός ελαχίστου ύψους ρευστών διαθεσίμων του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου. (γ) Τμήμα Γ΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Γενικής Κυβέρνησης. (αα) Η παρακολούθηση των κινήσεων και των υπολοίπων των λογαριασμών Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρούνται στα πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και στην ταμειακή διαχείριση και στο Κοινό Κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος. (ββ) Η παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης με τις διατάξεις περί λειτουργίας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου και η εισήγηση για την επιβολή κυρώσεων. (γγ) Η τήρηση μητρώου των λογαριασμών των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης σε πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην Τράπεζα της Ελλάδος. (δδ) Ο συντονισμός και η παροχή υποστήριξης στις Γ.Δ.Ο.Υ. επί των ζητημάτων που άπτονται της κατάρτισης ταμειακού προγραμματισμού από τους φορείς αρμοδιότητάς τους. (εε) Η κατάρτιση του ταμειακού προγραμματισμού για το Κοινό Κεφάλαιο και την ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος σε βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση και η κατάρτιση σχετικών πινάκων ταμειακών προβλέψεων σε ορίζοντα τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών σε ημερήσια βάση και εννέα (9) έως δώδεκα (12) μηνών σε μηνιαία βάση. (στστ) Η εισήγηση στον Υπουργό Οικονομικών αναφορικά με το άνοιγμα ή το κλείσιμο λογαριασμών Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης που συμμετέχουν στον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου. (ζζ) Η παροχή οδηγιών στους Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης αναφορικά με τη διενέργεια ταμειακού προγραμματισμού και την εξειδίκευση του μέγιστου ύψους ρευστότητας που μπορούν να τηρούν σε πιστωτικά ιδρύματα. (ηη) Η απόφαση περί της εξαίρεσης συγκεκριμένων λογαριασμών Φορέων Γενικής Κυβέρνησης από τον υπολογισμό του μέγιστου ύψους ρευστότητας που τηρείται σε πιστωτικά ιδρύματα. (θθ) Ο ορισμός, σε συνεργασία με τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. ενός ελαχίστου ύψους ρευστών διαθεσίμων του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου. (δ) Τμήμα Δ΄ - Χρηματικών Δοσοληψιών με την Ε.Ε. (αα) Η διεκπεραίωση όλων των εργασιών που συναρτώνται με τη διεξαγωγή χρηματικών δοσοληψιών με την Ε.Ε. κατόπιν εισήγησης των αρμόδιων Υπηρεσιών όσον αφορά στις (i) απολήψεις από την Ε.Ε. για την εκτέλεση όλων των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, καθώς και στις (ii) αποδόσεις σε λογαριασμούς της Ε.Ε. των μηνιαίων συνεισφορών των Ιδίων Πόρων, των επιστροφών αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών κατόπιν εντολής της Ε.Ε. ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου, καθώς και προστίμων κατόπιν σχετικής δικαστικής απόφασης. (ββ) Η νομοθετική πρωτοβουλία για το άνοιγμα και την τήρηση όλων των λογαριασμών αναφορικά με τη διεξαγωγή των χρηματικών δοσοληψιών με την Ε.Ε. (γγ) Η εισήγηση και η μέριμνα για τη λήψη μέτρων αναφορικά με τη βελτίωση υφιστάμενων διαδικασιών, αλλά και ο χειρισμός ζητημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας σε θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος. (δδ) Η λογιστική παρακολούθηση όλων των χρηματοροών που πραγματοποιούνται μεταξύ Ελλάδος και Ε.Ε. μέσω του εκάστοτε ισχύοντος πληροφοριακού συστήματος δημοσιονομικής πολιτικής. (εε) Η αποστολή απολογιστικών στοιχείων στη Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης και στο Τμήμα Β΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Κεντρικής Διοίκησης αναφορικά με τις προβλέψεις των απολήψεων και των αποδόσεων προς την Ε.Ε. στο πλαίσιο παρακολούθησης του Κρατικού Προϋπολογισμού. (στστ) Η μέριμνα για την έκδοση των συμψηφιστικών ενταλμάτων των δαπανών από την απόδοση των υποχρεώσεων της χώρας στην Ε.Ε. (ζζ) Η λειτουργία ως αρμόδια Εθνική Αρχή για τη συγκέντρωση, την επεξεργασία και τον έλεγχο των απαραίτητων στοιχείων για την απόδοση από την Ε.Ε. των οδοιπορικών εξόδων όλων των προσώπων που μετακινούνται με εντολή του Δημοσίου στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε. και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και η παροχή εγκυκλίων οδηγιών προς τους εμπλεκόμενους φορείς για την ομαλή διεξαγωγή της εν λόγω διαδικασίας. (ηη) Η παροχή απολογιστικών οικονομικών στοιχείων και διευκρινίσεων προς το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης για την παρακολούθηση των εσόδων του Π.Δ.Ε. που προέρχονται από τον Προϋπολογισμό της Ε.Ε. (θθ) Η συμμετοχή στις συνεδριάσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής των Ιδίων Πόρων (Σ.Ε.Ι.Π.) για τον έλεγχο είσπραξης και απόδοσης. (ιι) Η διαχείριση και παρακολούθηση του λογαριασμού 242174/1 «Επιτροπή Ε.Κ - ΓΛΚ», κατόπιν εντολών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέσω του διεθνούς διατραπεζικού συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα (SWIFT), με σχετική ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. (ιαια) Η διαχείριση όλων των εκκρεμοτήτων που συναρτώνται με τη λειτουργία του λογαριασμού της Τεχνικής Βοήθειας στο πλαίσιο του Γενικού Προγράμματος «Αλληλεγγύη και διαχείριση Μεταναστευτικών Ροών περιόδου 2007-2013». (ιβιβ) Η διευθέτηση όλων των ζητημάτων που απορρέουν από την λειτουργία της Αρχής Πιστοποίησης των Ταμείων του Γενικού Προγράμματος «Αλληλεγγύη και Διαχείριση των Μεταναστευτικών Ροών περιόδου 2007-2013.». Για την κάλυψη των αναγκών της Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού συνιστώνται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους οι παρακάτω θέσεις: (α) 12 θέσεις μόνιμων υπαλλήλων κλάδου ΠΕ Δημοσιονομικών. (β) 3 θέσεις μόνιμων υπαλλήλων κλάδου ΤΕ Δημοσιονομικών. (γ) 3 θέσεις μόνιμων υπαλλήλων κλάδου ΔΕ Δημοσιονομικών. Η κατανομή των ανωτέρω θέσεων μεταξύ των Τμημάτων της Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού προσδιορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Άρθρο 90
Μεταβατικές διατάξεις Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 86-88. Μέχρι την έναρξη ισχύος αυτών, οι κατά το άρθρο 88 αρμοδιότητες του Τμήματος Γ΄ – Ταμειακού Προγραμματισμού Γενικής Κυβέρνησης, ασκούνται από το Τμήμα Α΄ - Λογαριασμών, με την εξαίρεση των αρμοδιοτήτων που περιγράφονται στις υποπεριπτώσεις εε΄, στστ΄ και ζζ΄ της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 41 του π.δ. 142/2017, οι οποίες ασκούνται από την Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΑΡΟΧΗ ΤΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΔΑΝΕΙΩΝ, ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 91
Αρμόδιο όργανο Ο Υπουργός Οικονομικών είναι αποκλειστικά αρμόδιος να παρέχει με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 96, προς ημεδαπά ή αλλοδαπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οργανισμούς ή κοινοπραξίες αυτών και οργανισμούς δημοσίου δικαίου για δάνεια, εγγυητικές επιστολές, αντεγγυήσεις, πιστώσεις και κάθε άλλο χρηματοδοτικό μέσο που χορηγούν υπέρ:
- α) Φυσικών προσώπων ή ομάδων φυσικών προσώπων, των οποίων το βιοτικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα χαμηλό ή έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές ή άλλα
έκτακτα γεγονότα, υπό την προϋπόθεση ότι η εγγύηση παρέχεται προς αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας αφαιρουμένου τυχόν καταβληθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης, χωρίς να συνιστά έμμεσο πλεονέκτημα για επιχειρήσεις που διαθέτουν τα απαιτούμενα προς τούτο προϊόντα ή υπηρεσίες. Η παρεχόμενη εγγύηση δεν καλύπτει ανάγκες που απορρέουν από την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, αλλά κοινωνικές ανάγκες, ιδίως στεγαστική αποκατάσταση, υγεία, εκπαίδευση.
- β) Ιδιωτικών επιχειρήσεων, επαγγελματιών και συνεταιριστικών οργανώσεων:
- βα) Που ασκούν δραστηριότητα σε περιοχές στις
οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό ή επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, με σκοπό την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών αυτών και λαμβάνοντας υπόψη τη διαρθρωτική, οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση ή
- ββ) που ασκούν ορισμένη οικονομική δραστηριότητα
ή δραστηριοποιούνται σε ορισμένο κλάδο, με σκοπό την προώθησή του, εφόσον δεν νοθεύεται ή απειλείται να νοθευθεί ο ανταγωνισμός ή
- βγ) που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα
γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές, αυστηρά προς επανόρθωση της προκληθείσης ζημίας και συνέχιση της οικονομικής τους δραστηριότητας, αφαιρουμένου τυχόν καταβληθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να παρέχεται και υπέρ προβληματικών κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου επιχειρήσεων με τη μορφή: i) Ενίσχυσης διάσωσης, το ύψος της οποίας περιορίζεται στο ποσό που απαιτείται για τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και είναι βραχυπρόθεσμης εξαμηνιαίας διάρκειας κατ’ ανώτατο όριο από την καταβολή της πρώτης δόσης στην επιχείρηση. Οι αρμόδιες υπηρεσίες υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία έγκρισης της ενίσχυσης διάσωσης, είτε σχέδιο αναδιάρθρωσης είτε σχέδιο εκκαθάρισης είτε αποδείξεις ότι το δάνειο έχει αποπληρωθεί ολοσχερώς και έχει αποσβεσθεί η εγγύηση. ii) ενίσχυσης αναδιάρθρωσης, το ποσό και η ένταση της οποίας περιορίζονται στο απολύτως ελάχιστο των απαιτούμενων εξόδων αναδιάρθρωσης, με βάση τους διαθέσιμους χρηματοοικονομικούς πόρους της επιχείρησης, των μετόχων της ή του επιχειρηματικού ομίλου στον οποίο ανήκει, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε προηγουμένως χορηγηθείσα ενίσχυση διάσωσης. Δεν επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στην πτωχευτική ή προπτωχευτική διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, στις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, σε επιχειρήσεις με βεβαιωμένες στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. οφειλές από εγγυημένα δάνεια, καθώς και σε επιχειρήσεις με σημαντικό ύψος βεβαιωμένων φορολογικών οφειλών, όπως αυτό προσδιορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.
- γ) Ημεδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων που χρηματοδοτούνται:
- γα) από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ)
για τη στήριξη και τη χρηματοδοτική διευκόλυνση του εμπορίου και των επενδύσεων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με όρους εξίσου ευνοϊκούς με τους όρους δανειοδότησής τους από την ΕΤΕπ, ή
- γγ) στο πλαίσιο του μηχανισμού έκτακτης ενίσχυσης
σε ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) από την Τράπεζα της Ελλάδος.
- δ) Κρατικών φορέων δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού
δικαίου:
- δα) Που δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα ή
δεν λειτουργούν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον ή
- δβ) που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου που αποφέρει έσοδα ή
- δγ) που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα
γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές, αυστηρά προς επανόρθωση της προκληθείσας ζημίας, αφαιρουμένου τυχόν καταβληθέντος ποσού ασφαλιστικής αποζημίωσης. Δεν επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή/και σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, με εξαίρεση: i) Εγγυήσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3723/2008. ii) Εγγυήσεις που παρέχονται προς ευρωπαϊκούς ή διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για δάνεια που χορηγούν σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα και μόνο για επενδυτικούς σκοπούς. iii) Εγγυήσεις που παρέχονται προς την Τράπεζα της Ελλάδος προς εξασφάλιση απαιτήσεων αυτής κατά πιστωτικών ιδρυμάτων. iv) Εγγυήσεις που παρέχονται υπέρ εταιριών των οποίων την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, για τη διασφάλιση της παροχής υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος.
- ε) Αλλοδαπών κυβερνήσεων στο πλαίσιο διεθνών ή
ευρωπαϊκών συμφωνιών, μέσω διεθνών ή ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών οργανισμών.
Άρθρο 92
Εφαρμοστέο δίκαιο
Η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε., καθώς και του πρωτογενούς, παραγώγου και επικουρικού ενωσιακού δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων.
Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται συμπληρωματικά. ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΕΣΟΔΑ
Άρθρο 93
Καθορισμός και καταβολή προμήθειας ασφαλείας
Επιβάλλεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, προμήθεια ασφαλείας που καθορίζεται κατά περίπτωση και σε ετήσια βάση με την απόφαση παροχής εγγύησης. Η προμήθεια ασφαλείας καταβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της εγγύησης επί του εκάστοτε ανεξόφλητου εγγυημένου υπολοίπου. Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση παροχής της εγγύησης, η προμήθεια ασφαλείας υπολογίζεται και καταβάλλεται στην αρχή κάθε εκτοκιστικής περιόδου. Κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος έκαστης δανειακής σύμβασης καταβάλλεται η αναλογούσα προμήθεια ασφαλείας. Στις περιπτώσεις παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη εγγυητικών επιστολών, η προμήθεια ασφαλείας υπολογίζεται επί του εκάστοτε σε ισχύ ποσού της εγγυητικής επιστολής και σε εξαμηνιαία βάση, ενώ η είσπραξή της γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου.
Ο υπολογισμός του ακριβούς ποσοστού της προμήθειας που αντισταθμίζει πλήρως τυχόν στοιχείο ενίσχυσης πραγματοποιείται βάσει κριτηρίων της αγοράς, ανάλογα με την πιστοληπτική ικανότητα του ωφελούμενου δανειολήπτη ως ακολούθως:
- α) Για τις Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις (ΜΜΕ), σύμφωνα με τον περιλαμβανόμενο στην περίπτωση 3.3 της
Ανακοίνωσης της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (2008/C155/02) πίνακα.
- β) Για τις Μεγάλες Επιχειρήσεις η μεθοδολογία υπολογισμού του ακριβούς ύψους της προμήθειας ασφαλείας
καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται με βάση τη γενική αρχή αποτίμησης κινδύνου ότι το συνολικό κόστος δανεισμού της επιχείρησης με την εγγύηση του Δημοσίου, που αποτελείται από το επιτόκιο της τράπεζας και την προμήθεια υπέρ Δημοσίου, πρέπει τουλάχιστον να ισούται με το κόστος δανεισμού της επιχείρησης χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.
- γ) Για τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτείται εισήγηση του
Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σε περίπτωση επιβολής προμήθειας ασφαλείας που δεν αντισταθμίζει πλήρως τυχόν στοιχείο ενίσχυσης, διασφαλίζεται η συμβατότητα της ενίσχυσης βάσει του ενωσιακού δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται λεπτομέρειες αναφορικά με τον υπολογισμό, την καταβολή και την είσπραξη της οφειλόμενης προμήθειας ασφαλείας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 94
Ασφάλειες
Για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να ζητηθούν, κατά την κρίση του εγγυητή, επαρκείς ασφάλειες, όπως εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης, σύσταση ενεχύρου, εκχώρηση πόρων και δικαιωμάτων.
Για οποιαδήποτε υποθήκη που εγγράφεται υπέρ του Δημοσίου προς εξασφάλισή του από παρεχόμενη εγγύηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. δ. 4242/1962 (Α΄ 187).
Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δύναται να εξουσιοδοτεί εγγράφως τα πιστωτικά ιδρύματα να ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου τα προβλεπόμενα περί εγγραφής των απαιτούμενων ασφαλειών και να εκχωρεί τα σχετικά με αυτές δικαιώματα του Δημοσίου, προκειμένου να επιδιωχθεί η ρευστοποίησή τους προς όφελος του τελευταίου. έξοδα εκτέλεσης, σε περίπτωση που αυτά καλύπτονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, επιβαρύνουν συμμέτρως το εγγυημένο και μη εγγυημένο τμήμα του δανείου ή της πίστωσης.
Οι ληφθείσες ασφάλειες δύναται να εξαλειφθούν ενδεικτικά:
- α) εφόσον έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το εγγυημένο
δάνειο ή πίστωση και οι βεβαιωθείσες στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. οφειλές λόγω κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου,
- β) εφόσον αντικατασταθούν με άλλες αναλογικά ίσης
αξίας με το υπόλοιπο του εγγυημένου δανείου,
- γ) εφόσον σκοπός της εξάλειψης είναι η ευχερέστερη
εκποίηση των σχετικών περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν της οποίας αποδίδεται, κατά προτεραιότητα, προς εξόφληση τυχόν βεβαιωμένων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. οφειλών και ακολούθως του υπολοίπου του εγγυημένου δανείου. Αιτήματα για την εξάλειψη ασφαλειών, που εξασφαλίζουν εγγυημένα δάνεια, πιστώσεις ή άλλα χρηματοδοτικά μέσα, εξετάζονται από τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ή από άλλα αρμόδια προς τούτο όργανα. Αιτήματα τροποποίησης ασφαλειών δεν εξετάζονται μετά την καταγγελία του δανείου.
Άρθρο 95
Απόδοση τόκων υπέρ του Δημοσίου και εισφορά του ν. 128/1975
Σε περίπτωση υπερημερίας οφειλετών που έχουν δανειοδοτηθεί με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και στο βαθμό που αυτή καλύπτεται με την εγγύηση, το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ του συμβατικού επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας αποτελεί έσοδο του Δημοσίου και αποδίδεται υπέρ αυτού. Mε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία απόδοσης των σχετικών ποσών σε λογαριασμό του Δημοσίου ή βεβαίωσής τους ως έσοδα, σε περίπτωση μη είσπραξής τους, και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να ενημερώνουν ηλεκτρονικά, σε κεντρικό επίπεδο και σε ετήσια βάση, τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων για τα ποσά που αποδίδουν, κατά τα ανωτέρω, υπέρ του Δημοσίου.
Η εκ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α΄ 22) επιβαλλόμενη υπέρ του λογαριασμού του ιδίου νόμου εισφορά στα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα δεν καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ
Άρθρο 96
Σύσταση και αρμοδιότητες της Διυπουργικής Επιτροπής
Συνιστάται Διυπουργική Επιτροπή, η οποία εξετάζει τα αιτήματα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, αξιολογεί τη σκοπιμότητα παροχής αυτής από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς και αποφασίζει ομόφωνα για την παροχή της σύμφωνης γνώμης της στον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου.
Η Διυπουργική Επιτροπή απαρτίζεται από:
- α) Τον Υπουργό Οικονομικών, ως Πρόεδρο,
- β) τον αρμόδιο επί της δημοσιονομικής πολιτικής
Υπουργό, Αναπληρωτή Υπουργό ή Υφυπουργό και
- γ) τον καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργό, ως μέλη.
Στις συνεδριάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής παρίσταται ο Πρόεδρος της Επιτροπής του άρθρου 97, ως εισηγητής. Χρέη Γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Άρθρο 97
Σύσταση και αρμοδιότητες της Επιτροπής για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου
Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Επιτροπή για την παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου η οποία έχει τις κάτωθι αρμοδιότητες:
- α) εξετάζει κάθε αίτημα παροχής της εγγύησης του
Ελληνικού Δημοσίου, είτε μεμονωμένης είτε υπό μορφή καθεστώτος, για να διαπιστώσει εάν πληρούνται οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του παρόντος νόμου προϋποθέσεις,
- β) μελετά και επεξεργάζεται τα υποβαλλόμενα οικονομικά στοιχεία με σκοπό να διαπιστώσει την προοπτική
και τη δυνατότητα των υπό δανειοδότηση ή πιστοδότηση φορέων για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων από ίδια έσοδα,
- γ) σταθμίζει το μέγεθος του αναλαμβανόμενου από το
Ελληνικό Δημόσιο κινδύνου και την επίδρασή του στη διαμόρφωση του δημοσίου χρέους, αξιολογεί τις προσκομισθείσες προσφορές των πιστωτικών ιδρυμάτων και εισηγείται σχετικά με την επιβαλλόμενη προμήθεια ασφαλείας,
- δ) μελετά ειδικά προβλήματα που ανακύπτουν και
συνδέονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και προτείνει μέτρα για την αντιμετώπισή τους,
- ε) εισηγείται εγγράφως στη Διυπουργική Επιτροπή για
την παροχή ή μη της σχετικής σύμφωνης γνώμης της, προτείνοντας ειδικότερες προϋποθέσεις και όρους παροχής της εγγύησης, καθώς και τις ασφάλειες που πρέπει να ληφθούν κατά περίπτωση.
Την Επιτροπή απαρτίζουν:
- α) Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής
του Υπουργείου Οικονομικών, ως Πρόεδρος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
- β) Ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού
Λογιστηρίου του Κράτους, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας
- γ) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, ο οποίος αναπληρώνεται σε
περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον Προϊστάμενο του καθ’ ύλη αρμόδιου Τμήματος. Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων αναπληροί τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, χρέη μέλους ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ’ ύλη αρμόδιου Τμήματος.
- δ) Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, ως μέλος, ο
οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του από τον αναπληρωτή του.
- ε) Ένας εκπρόσωπος του Ο.Δ.ΔΗ.Χ., ως μέλος, ο οποίος
αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον οριζόμενο με την απόφαση συγκρότησης της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αναπληρωτή του.
- στ) Ο Προϊστάμενος της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών
Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του από τον αναπληρωτή του. Χρέη εισηγητή στην Επιτροπή ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ’ ύλην αρμόδιου Τμήματος, ο οποίος αναπληρώνεται από αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος. Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος του καθ’ ύλην αρμόδιου Τμήματος αναπληροί ως μέλος της Επιτροπής τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, χρέη εισηγητή ασκεί ο αρμόδιος υπάλληλος.
Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία ορίζεται υπάλληλος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ως γραμματέας μαζί με τον αναπληρωτή του. Με την ανωτέρω απόφαση δύναται να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα αναφορικά με τη λειτουργία της Επιτροπής.
Άρθρο 98
Σύσταση και αρμοδιότητες του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου
Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών για:
- α) Την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφισταμένου καθεστώτος εγγύησης, σε
φορείς της περίπτωσης β΄ του άρθρου 91, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται στην υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς εγγύησης,
- β) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του
Ελληνικού Δημοσίου, ύστερα από αίτημα του φορέα ή του πιστωτικού ιδρύματος. Δεν απαιτείται η προηγούμενη εισήγηση του Συμβουλίου σε περίπτωση αναστολής καταβολής δόσεων εγγυημένων δανείων η οποία δεν συνεπάγεται την επιμήκυνση της διάρκειας του δανείου ή την επαύξηση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου,
- γ) τη συνέχιση ισχύος της εγγύησης του Ελληνικού
Δημοσίου σε περίπτωση μεταβολής του αρχικού φορέα.
Το Συμβούλιο απαρτίζεται από:
- α) Τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού
Λογιστηρίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, οποίος αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων,
- β) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, ο οποίος αναπληρώνεται από τον Προϊστάμενο του καθ’ ύλην αρμόδιου
Τμήματος. Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων αναπληροί τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, χρέη μέλους ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ’ ύλην αρμόδιου Τμήματος,
- γ) τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Εισπράξεων της
Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με τον αναπληρωτή του,
- δ) τον Προϊστάμενο της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών, με τον
αναπληρωτή του,
- ε) έναν εκπρόσωπο του Ο.Δ.ΔΗ.Χ., με τον οριζόμενο
αναπληρωτή του,
- στ) έναν εμπειρογνώμονα ειδικό σε χρηματοοικονομικά θέματα.
Τα προς εξέταση αιτήματα υποβάλλονται μέσω της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, με εισηγητή τον Προϊστάμενο του καθ’ ύλην αρμόδιου Τμήματος, ο οποίος αναπληρώνεται, σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή απουσίας του, από τον υπάλληλοχειριστή του συγκεκριμένου αιτήματος. Σε περίπτωση που χρέη μέλους ασκεί ο Προϊστάμενος του καθ’ ύλην αρμόδιου Τμήματος, χρέη εισηγητή ασκεί ο υπάλληλοςχειριστής του συγκεκριμένου αιτήματος. Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία δύναται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα λειτουργίας του κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2690/1999 (Α΄ 45). Με την ίδια απόφαση ορίζεται υπάλληλος του αρμόδιου Τμήματος της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων ως γραμματέας του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του.
Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ εκάστου ενδιαφερομένου παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του οργάνου στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης, κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Η ανωτέρω απόφαση παροχής εγγύησης κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο και στο πιστωτικό ίδρυμα, με μέριμνα της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων και αναρτάται στο Πρόγραμμα Διαύγεια (ν. 3861/2010). παροχής εγγύησης, ανάλογα με το ύψος της παρεχόμενης εγγύησης, στον Γενικό Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής ή στον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων ή στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων. ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΤΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 99
Συμβατότητα αιτήματος παροχής εγγύησης με το Ενωσιακό Δίκαιο Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου παρέχεται κατόπιν ελέγχου της συμβατότητας του υπό θέσπιση καθεστώτος εγγύησης με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων του ενωσιακού δικαίου. Την ευθύνη για τη διατύπωση σχετικής γνώμης προς τη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων και Δανείων έχει η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), στην οποία η ανωτέρω Διεύθυνση υποβάλλει εντός εύλογου χρόνου το σχεδιαζόμενο καθεστώς εγγύησης.
Άρθρο 100
Διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου
Για τα δάνεια που χορηγούνται στους δικαιούχους της περίπτωσης α΄ του άρθρου 91, η διαδικασία παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ακόλουθη: Ο αρμόδιος φορέας υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση, αναφέροντας αναλυτικά το σκοπό της χρηματοδότησης. Το αίτημα εξετάζεται από την ανωτέρω Διεύθυνση, η οποία εισηγείται στην Επιτροπή του άρθρου 97 την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η Επιτροπή υποβάλλει εισήγηση στη Διυπουργική Επιτροπή, η οποία παρέχει τη σύμφωνη γνώμη της στον Υπουργό Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολουθεί η έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με επιμέλεια της Διεύθυνσης.
Για τα δάνεια που χορηγούνται στους δικαιούχους της περίπτωσης β΄ του άρθρου 91, η διαδικασία χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ακόλουθη: Ο αρμόδιος φορέας υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση για τη θέσπιση καθεστώτος κρατικής εγγύησης, αναφέροντας αναλυτικά το σκοπό της χρηματοδότησης και παρέχοντας τα σχετικά οικονομικά στοιχεία. Το αίτημα εξετάζεται από τη Διεύθυνση, η οποία εισηγείται στην Επιτροπή του άρθρου 97 την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η Επιτροπή υποβάλλει εισήγηση στη Διυπουργική Επιτροπή, η οποία παρέχει τη σύμφωνη γνώμη της στον Υπουργό Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολουθεί η έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με επιμέλεια της Διεύθυνσης. Με βάση την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ο εκάστοτε ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση για χρηματοδότηση από πιστωτικό ίδρυμα που έχει επιλέξει. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του οργάνου στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής, κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.
Για τα δάνεια, που χορηγούνται στους φορείς των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ του άρθρου 91 η διαδικασία χορήγησης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ακόλουθη: Ο ενδιαφερόμενος φορέας υποβάλλει αίτημα στη Διεύθυνση, αναφέροντας αναλυτικά το σκοπό της χρηματοδότησης. Το αίτημα πρέπει να συνοδεύεται από σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα, από οικονομικά στοιχεία και από τουλάχιστον τρεις (3) προσφορές χρηματοδοτικών φορέων. Μετά τη λήψη του αιτήματος, η Διεύθυνση το αποστέλλει στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ., ο οποίος αξιολογεί εγγράφως τις προσφορές των πιστωτικών ιδρυμάτων. Κατόπιν, η ανωτέρω Διεύθυνση υποβάλλει εισήγηση στην Επιτροπή του άρθρου 97 για την παροχή ή μη της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Η Επιτροπή του άρθρου 97 υποβάλλει την εισήγησή της προς τη Διυπουργική Επιτροπή, η οποία παρέχει τη σύμφωνη γνώμη της στον Υπουργό Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολουθεί η έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με επιμέλεια της Διεύθυνσης. Επιμέρους όροι που διέπουν την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία, δύναται να καθορίζονται με σύμβαση εγγύησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του πιστωτικού ιδρύματος. Σε περίπτωση μεταβολής ορισμένων όρων χωρίς να επέλθει επαύξηση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, αρκεί η τροποποίηση της σύμβασης εγγύησης, χωρίς να απαιτείται και τροποποίηση της απόφασης εγγύησης. Εξαιρούνται από την υποχρέωση υποβολής τουλάχιστον τριών (3) προσφορών χρηματοδοτικών φορέων: i) Οι φορείς που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) ή από ευρωπαϊκούς ή διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ii) οι φορείς που έχουν απευθυνθεί σε τουλάχιστον τρεις (3) χρηματοδοτικούς φορείς, αλλά δεν έλαβαν ικανοποιητικό αριθμό προσφορών, γεγονός που αποδεικνύεται εγγράφως και δεν οφείλεται στη μειωμένη πιστοληπτική τους ικανότητα και iii) τα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα. Ειδικά στην περίπτωση παροχής της εγγύησης για δανεισμό πιστωτικών ιδρυμάτων δεν απαιτείται έγγραφη αξιολόγηση των προσφορών από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.), ενώ για την κάλυψη δανείων συναφθέντων στο πλαίσιο του ν. 3723/2008 εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του νόμου αυτού. να απαιτείται η τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου καθορίζονται κάθε φορά στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και προσδιορίζεται η έκταση της εγγυητικής του ευθύνης, η οποία σε κάθε περίπτωση παρακολουθεί την εξέλιξη της κύριας οφειλής. Στην ίδια απόφαση καθορίζονται τυχόν κυρώσεις σε βάρος των φορέων σε περίπτωση μη τήρησης από μέρους τους του σκοπού της εγγύησης. ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 101
Κατάπτωση της εγγύησης
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση της υποχρέωσής του που απορρέει από την κατάπτωση της εγγύησης ή που τυχόν επιβληθεί ή καταλογιστεί σε βάρος του επ’ αφορμή αυτής. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, σε βάρος των πρωτοφειλετών, των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα και κάθε είδους ασφάλειες του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά. Στην περίπτωση των φορέων της περίπτωσης δ΄ του άρθρου 91 του παρόντος, το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του ως εγγυητής μετά την εν ευρεία έννοια βεβαίωση αυτών.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοδοτικών φορέων για την εξασφάλιση δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών ως εσόδων αυτού, μετά της αναλογούσης προμήθειας και των επ’ αυτής επιβαλλόμενων τελών, και μέχρι το ύψος των βεβαιούμενων ποσών. Οι ασφάλειες αυτές, σε περίπτωση βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. μέρους των ανεξόφλητων εγγυημένων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, αναλογικά κατά το λόγο του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών, χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό των ανεξόφλητων οφειλών, βεβαιωμένων και μη.
Η αληθής έννοια της παρ. 6 του άρθρου 126 του ν. 4270/2014, όπως ισχύει, είναι ότι σε δεκαετή παραγραφή υπόκεινται οι προς είσπραξη απαιτήσεις του Δημοσίου που απορρέουν εν γένει από την ιδιότητά του ως εγγυητή κατά του οφειλέτη, τυχόν συνοφειλετών, εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή εννοία.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα απαραίτητα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των πιστωτικών ιδρυμάτων, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης οφειλών, ο τρόπος και η διαδικασία διαγραφής οφειλών και επιστροφής καταβληθέντων λόγω κατάπτωσης ποσών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Στην περίπτωση των φορέων των περιπτώσεων α΄ και β΄ του άρθρου 91 του παρόντος και για δάνεια που θα συναφθούν δυνάμει των εκδιδόμενων μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος υπουργικών αποφάσεων, το εγγυημένο ποσό του δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό σε περίπτωση μη καταβολής τριών (3) συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων.
Άρθρο 102
Απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου και διαγραφή βεβαιωμένων οφειλών
Το Ελληνικό Δημόσιο ελευθερώνεται της παρασχεθείσας εγγύησής του ιδίως αν:
- α) Από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις
χορήγησης της εγγύησης ή εάν με υπαιτιότητά τους δεν ενημερώθηκε σχετικά το Ελληνικό Δημόσιο,
- β) οι βασικοί όροι της δανειακής σύμβασης διαφοροποιούνται από αυτούς που προβλέπονται στην υπουργική απόφαση παροχής της εγγύησης,
- γ) επέλθει μείωση της εταιρικής περιουσίας μέσω
καταβολής μετρητών στους φορείς της εταιρείας, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή ή πιστωτή και κατ’ επέκταση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου,
- δ) με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνωρισθεί η
ανυπαρξία της κύριας οφειλής, εν όλω ή εν μέρει, οπότε η ελευθέρωση αφορά αντίστοιχα το σύνολο ή μέρος της εγγύησης.
Εάν το πιστωτικό ίδρυμα έχει ικανοποιηθεί, υποχρεούται εντός δύο (2) μηνών από τη σχετική έγγραφη ενημέρωση της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων να επιστρέψει στο Δημόσιο τα καταβληθέντα λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ποσά. Σε περίπτωση μη επιστροφής, τα σχετικά ποσά βεβαιώνονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., με μέριμνα της Διεύθυνσης. Ειδικά στις περιπτώσεις που τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν παράσχει εντολή, εξουσιοδότηση και πληρεξουσιότητα προς την Τράπεζα της Ελλάδος να αποδέχεται εντολές της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, χρεώνοντας τους τηρούμενους σε αυτή λογαριασμούς τους, τυχόν καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται κατόπιν σχετικής εντολής της ανωτέρω Διεύθυνσης προς την Τράπεζα της Ελλάδος.
Σε περίπτωση ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ταμειακής βεβαίωσης εγγυημένων ποσών, το Ελληνικό Δημόσιο προβαίνει στη διαγραφή των βεβαιωμένων οφειλών και την ορθή επαναβεβαίωση τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 137 του ν. 4270/2014. Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν άμεσα στη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνη καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται, κατά τα ανωτέρω περιγραφόμενα.
Άρθρο 103
Ρυθμίσεις δανείων Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να ρυθμίζουν δάνεια για τα οποία έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ακολουθεί τις απαιτήσεις για τις οποίες χορηγήθηκε, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη συμφωνία ρύθμισης. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αυξάνεται το ύψος της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις διατήρησης της ισχύος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε περιπτώσεις ρυθμίσεων δανείων, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Άρθρο 104
Ετήσιο όριο εγγυήσεων
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από την ψήφιση του Κρατικού Προϋπολογισμού κάθε έτους, καθορίζεται, στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, το ανώτατο όριο νέων εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, που δύναται να παρασχεθούν μέσα στο έτος αυτό. Το ποσό που αντιστοιχεί στο ως άνω ανώτατο όριο δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενάμισι τοις εκατό (1,5%) των πρωτογενών δαπανών του τακτικού Κρατικού Προϋπολογισμού του αντίστοιχου έτους. Από το ετήσιο όριο εγγυήσεων εξαιρούνται:
- α) Οι εγγυήσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3723/2008,
- β) οι εγγυήσεις που παρέχονται στους ευρωπαϊκούς ή
διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για δάνεια που χορηγούν σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και πιστωτικά ιδρύματα και μόνο για επενδυτικούς και κοινωνικούς σκοπούς,
- γ) οι εγγυήσεις που παρέχονται στην Τράπεζα της Ελλάδος προς εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής κατά
πιστωτικών ιδρυμάτων, στο πλαίσιο του Μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης σε Ρευστότητα,
- δ) οι εγγυήσεις που χορηγούνται για την αποκατάσταση ζημιών προερχόμενων από φυσικές καταστροφές ή
άλλα έκτακτα γεγονότα.
Άρθρο 105
Ενημέρωση του Ελληνικού Δημοσίου
Τα πιστωτικά ιδρύματα, οι κοινοπραξίες αυτών και εν γένει οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί, στους οποίους έχει παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλουν στη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων, ηλεκτρονικά και σε κεντρικό επίπεδο ανά υπουργική απόφαση εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, αναφορά για τις νέες χορηγήσεις δανείων, πιστώσεων ή εγγυητικών επιστολών, καθώς και τα ανεξόφλητα κάθε φορά υπόλοιπα αυτών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται η περιοδικότητα της αποστολής των ως άνω στοιχείων, καθώς και επιπλέον απαιτούμενα στοιχεία.
Αναφορικά με δάνεια, πιστώσεις και εγγυητικές επιστολές που χορηγήθηκαν με την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει των διατάξεων του ν. 2322/1995 (Α΄ 143), τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αποστέλλουν ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ΟΠΣΔΠ, αναφορά που θα περιλαμβάνει στοιχεία των σχετικών χορηγήσεων, των ανεξόφλητων υπολοίπων αυτών, καθώς και των καταπτώσεων των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων για τις εκάστοτε διαπιστούμενες παραβάσεις των δανειστριών τραπεζών, οι οποίες αφορούν σε δάνεια ή πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να κρίνεται από την ανωτέρω Υπηρεσία εάν και σε ποιο βαθμό εξακολουθεί να ισχύει η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Άρθρο 106
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις:
- α) Τα άρθρα 1 έως 12 του ν. 2322/1995,
- β) η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με αριθμ.
2015353/2267/1997 (Β΄ 498), όπως τροποποιήθηκε με την αριθμ. οικ. 2/80713/0025/1999 (Β΄ 2132) όμοια,
- γ) η κοινή απόφαση Υπουργού και Υφυπουργού
Οικονομίας και Οικονομικών με αριθμ. 16736/ΕΓΔΕΚΟ2579/30.3.2009 (Β΄ 588).
Η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με αριθμ. 2/35554/0025/27.4.2012 (Β΄1392) καταργείται από την έναρξη ισχύος του άρθρου 20 του ν. 4151/2013 (Α΄ 103).
Άρθρο 107
Τροποποιήσεις των νόμων 3429/2005 και 3775/2009
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου απαλείφεται η φράση «και η παροχή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου» από την περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3429/2005 (Α΄ 314).
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 3775/2009 (Α΄ 122) αντικαθίσταται ως εξής: «Σε περίπτωση καταγγελίας δανειακής σύμβασης, λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του δανειολήπτη, η εγγύηση καταπίπτει αναλογικά εις βάρος του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εξόδων και τόκων, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην αριθμ. οικ. 2/54544/0025/2009 (Β΄ 1645) κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Το Ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που χορήγησε το δάνειο το ανεξόφλητο ποσό που αρμόδια Δ.Ο.Υ. Οι ληφθείσες στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ασφάλειες προς εξασφάλιση των οικείων εγγυημένων δανείων λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών, χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό του δανείου και μεταφέρονται υπέρ αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του ν. 1957/1991 (Α΄ 114).». Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 και η παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 3775/2009 καταργούνται. Οι παράγραφοι 7 και 8 αναριθμούνται σε 6 και 7, αντίστοιχα.
Τα εδάφια από «Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων» έως «κατά την υλοποίηση της παρούσας, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.- Δ.25-Τμήμα Β΄)» της αριθμ. οικ. 2/54544/0025/2009 (Β΄ 1645) κοινής απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αντικαθίστανται ως εξής: «Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου καλύπτει το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους συμβατικούς τόκους και τους τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο της παρούσας απόφασης, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 23 του ν. 3775/2009 και στην παρούσα απόφαση. Μετά την προσκόμιση και τον έλεγχο των ανωτέρω δικαιολογητικών από τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το Ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα τα καλυπτόμενα από την εγγύησή του ποσά, κατόπιν προηγούμενης βεβαίωσής τους ως εσόδων του, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 126 του ν. 4270/2014 και την παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 3775/2009.». Η τρίτη από το τέλος παράγραφος της ανωτέρω απόφασης αντικαθίσταται ως εξής: «Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, προκαλείται δαπάνη, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί και θα καλυφθεί από τις προβλέψεις πιστώσεων των αντίστοιχων κωδικών αριθμών εξόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού.».
Άρθρο 108
Μεταβατικές και λοιπές διατάξεις
Οι αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (Β΄ 16) και 2/9441/ 0025/2012 (Β΄ 381) κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 106, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των παραγράφων 4 του άρθρου 100 και 3 του άρθρου 92 κανονιστικών πράξεων.
Σε περίπτωση αναδιάρθρωσης ή κατάργησης οργανικής μονάδας του Υπουργείου Οικονομικών, υπάλληλος της οποίας είναι, ως εκ της θέσεώς του, μέλος ή αναπληρωματικό μέλος των προβλεπόμενων στις διατάξεις του παρόντος νόμου συλλογικών οργάνων, υποκαθίσταται εκ του νόμου, από υπάλληλο ίδιας θέσης, της οργανικής μονάδας, στην οποία μεταφέρονται οι ασκούμενες από την καταργούμενη/υποκείμενη σε αναδιάρθρωση μονάδα αρμοδιότητες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
Άρθρο 109
Παροχή εξουσιοδοτήσεων και έγκριση σχεδίου τροποποιητικής σύμβασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του ν. 4336/2015
Κατ’ εφαρμογή της ρήτρας 3.4.f της από 19.8.2015 Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, το σχέδιο της οποίας έχει κυρωθεί με το άρθρο 3 του ν. 4336/2015 (Α΄94):
- α) Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να υπογράφει, ως εκπρόσωπος της Ελληνικής
Δημοκρατίας, τη Σύμβαση προσχώρησης και τροποποίησης της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (τροποποιητική Σύμβαση), σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα Παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινίσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου αυτού και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή.
- β) Παρέχεται στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος η εξουσιοδότηση να υπογράφει, ως εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδος την τροποποιητική
Σύμβαση που αναφέρεται στην περίπτωση α΄, σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα Παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινίσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου αυτού και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή.
- γ) Παρέχεται στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και στον
Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας η εξουσιοδότηση να εκπροσωπήσουν το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και να υπογράψουν την τροποποιητική Σύμβαση που αναφέρεται στην περίπτωση α΄, σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα Παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινήσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου αυτού, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή.
- δ) Παρέχεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και στο Διευθύνοντα Σύμβουλο της Ελληνικής
Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. η εξουσιοδότηση να εκπροσωπήσουν την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. και να υπογράψουν την τροποποιητική Σύμβαση που αναφέρεται στην περίπτωση α΄, σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα Παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινήσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου που κυρώνεται με το παρόν άρθρο, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο σχετικό με την ως άνω Σύμβαση. της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ και της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ως δικαιούχου κράτους μέλους και της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ως Κεντρικής Τράπεζας και του ΤΑΜΕΙΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ως Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης και της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ως Ε.Ε.ΣΥ.Π. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ συνάπτεται από και μεταξύ: (1) Του ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ, διακυβερνητικού οργανισμού που ιδρύθηκε με τη Συνθήκη για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που έχει συναφθεί μεταξύ κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και εδρεύει στη διεύθυνση 6α, Circuit de la Foire Internationale, L-1347 Λουξεμβούργο (ΕΜΣ), (2) της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ως δικαιούχου κράτους μέλους (το «δικαιούχο κράτος μέλος»), (3) της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (η «Κεντρική Τράπεζα»), (4) του ΤΑΜΕΙΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ (το «Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης»), Και (5) της ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ, ανώνυμης εταιρείας που συστάθηκε με το ν. 4389/2016 («η ΕΕΣΥΠ» ), στο εξής καλούμενοι από κοινού «τα μέρη» και καθένα από αυτά ως «μέρος». ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ (Α) Στις 19 Αυγούστου 2015, συνήφθη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ του ΕΜΣ, του δικαιούχου κράτους μέλους, της Κεντρικής Τράπεζας και του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης («σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης»). (Β) Η σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης προέβλεπε ότι, κατόπιν αιτήματος του ΕΜΣ, το δικαιούχο κράτος μέλος, η Κεντρική Τράπεζα και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης θα προέβαιναν σε τροποποιήσεις της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, όπως ζήτησε ο ΕΜΣ, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η οντότητα που περιγράφεται στη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης ως το ανεξάρτητο ταμείο που θα δημιουργηθεί από το δικαιούχο κράτος μέλος για να διαχειρίζεται αξιόλογα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία και να τα αξιοποιεί με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέσα. (Γ) Τον Μάιο του 2016, με το ν. 4389/2016 ιδρύθηκε η ΕΕΣΥΠ Α.Ε., ως η οντότητα που αποτελεί το ανεξάρτητο ταμείο που αναφέρεται στη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης. Τον Φεβρουάριο του 2017 συγκροτήθηκε σε σώμα το πρώτο διοικητικό συμβούλιό της. Τον Ιανουάριο του 2018, οι συμμετοχές του δικαιούχου κράτους μέλους σε διάφορες εταιρείες μεταφέρθηκαν στην ΕΕΣΥΠ. (Δ) Ο ΕΜΣ ζήτησε στις [......] 2018 από το δικαιούχο κράτος μέλος, την Κεντρική Τράπεζα, το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης και την ΕΕΣΥΠ να προσχωρήσει η ΕΕΣΥΠ ως συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και να γίνουν οι αναγκαίες τροποποιήσεις στη σύμβαση αυτή ως προς την ΕΕΣΥΠ, σύμφωνα με τους όρους της. (Ε) Τα Μέρη συμφώνησαν ότι οι τροποποιήσεις της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης θα εφαρμοστούν σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης. Ως εκ τούτου, τα μέρη συμφώνησαν τα εξής:
ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ 1.1 Εκτός εάν ορίζεται άλλως στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση ή απαιτείται από το περιεχόμενό της, οι όροι που ορίζονται στη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης έχουν την ίδια έννοια στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση. 1.2 Στην παρούσα τροποποιητική σύμβαση, οι ακόλουθοι όροι έχουν την έννοια που τους αποδίδεται ακολούθως: «Τροποποιητική Σύμβαση»: το παρόν έγγραφο. «Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης» έχει την έννοια που δίνεται στον όρο αυτό στην αιτιολογική σκέψη Α της παρούσας τροποποιητικής σύμβασης.
ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΕΣΥΠ Η ΕΕΣΥΠ αναγνωρίζει και συμφωνεί ότι μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης:
- α) η σύμβαση για τη χρηματοδοτική διευκόλυνση
τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης ·
- β) Η ΕΕΣΥΠ θα προσχωρήσει ως συμβαλλόμενο μέρος
και μέρος της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης) και ότι οι όροι της σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της τροποποιητικής Σύμβασης ) είναι δεσμευτικοί και εφαρμόζονται ως προς την ΕΕΣΥΠ και
- γ) για την αποφυγή αμφιβολιών, ο όρος «συμβαλλόμενο μέρος» ή «συμβαλλόμενα μέρη», όταν χρησιμοποιείται στη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως
τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης), περιλαμβάνει και την ΕΕΣΥΠ.
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ Η σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης τροποποιείται ως εξής: 3.1 Μέρη Στο τμήμα «Μέρη», συμπεριλαμβάνεται η ΕΕΣΥΠ ως συμβαλλόμενο μέρος ως εξής: «(5) Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ, ανώνυμη εταιρεία που συστάθηκε με το ν. 4389/2016 (« ΕΕΣΥΠ» )», 3.2 Προοίμιο Στο προοίμιο, εισάγεται η ακόλουθη νέα παράγραφος: «(L) Η παρούσα σύμβαση τροποποιήθηκε στις [………]2018 με τροποποιητική Σύμβαση σχετικά με την προσχώρηση της ΕΕΣΥΠ στη Σύμβαση.». (α) Εισαγωγή των ακόλουθων ορισμών: ««τροποποιητική Σύμβαση» σημαίνει την τροποποιητική Σύμβαση που περιγράφεται στην παράγραφο L του προοιμίου της παρούσας σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.». «“Επιλέξιμο μέρισμα της ΕΕΣΥΠ”: κάθε πληρωμή, μέσω μερίσματος ή άλλης διανομής κερδών, από την ΕΕΣΥΠ στο δικαιούχο κράτος μέλος, το οποίο είναι μέρισμα που καταβλήθηκε στο δικαιούχο κράτος μέλος από την ΕΕΣΥΠ δυνάμει του άρθρου 199 παρ. 1, περιπτ. α) του νόμου για την ΕΕΣΥΠ.». «“Εταιρεία της ΕΕΣΥΠ”: σημαίνει κάθε οντότητα στην οποία η ΕΕΣΥΠ κατέχει μετοχές ή παρεμφερή μερίδια κεφαλαίου ή δικαιώματα ψήφου (εξαιρουμένου του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης).». «“Εσωτερικός Κανονισμός της ΕΕΣΥΠ”: σημαίνει τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της ΕΕΣΥΠ, όπως περιγράφεται στο άρθρο 189 του νόμου της ΕΕΣΥΠ.». «“Νόμος της ΕΕΣΥΠ”: σημαίνει το ν. 4389/2016 (ή/ και άλλους νόμους ή κανονισμούς - εξαιρουμένων, για αποφυγή αμφιβολιών, του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ - όπως μπορεί κατά καιρούς να ρυθμίζουν τη λειτουργία της ΕΕΣΥΠ), όπως ο νόμος ή οι νόμοι αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή αντικαθίστανται και ισχύουν.». (β) Διαγραφή των ορισμών του «Ταμείου Ιδιωτικοποίησης» και του «Μέρος Ταμείου ιδιωτικοποίησης.». 3.4 Διαφοροποιήσεις, Συμπληρώσεις ή Αντικαταστάσεις των Γενικών Όρων Στη ρήτρα 3 (Διαφοροποιήσεις, Συμπληρώσεις ή Αντικαταστάσεις των Γενικών Όρων), με:
- α) Διαγραφή της ρήτρας 3.4 (στ) και αντικατάστασής
της με τα ακόλουθα: «στ) (Τροποποιήσεις του νόμου της ΕΕΣΥΠ) Το δικαιούχο κράτος μέλος δεσμεύεται ότι: (i) οποιεσδήποτε αλλαγές απαιτούνται στο νόμο της ΕΕΣΥΠ ή άλλους νόμους ή κανονισμούς του δικαιούχου κράτους μέλους, προκειμένου να εφαρμοστούν πλήρως οι υποχρεώσεις εκάστου των μερών του δικαιούχου κράτους μέλους και της ΕΕΣΥΠ, βάσει της Σύμβασης ή για να δοθεί πλήρης ισχύς στη Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων, καθώς, και χωρίς περιορισμό, προκειμένου: (Α) να παρασχεθεί ασφάλεια στον ΕΜΣ · ή (Β) να εκπληρωθούν δεσμεύσεις (συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων ενημέρωσης), θα εφαρμοστούν αμέσως μετά από διαβούλευση με τον ΕΜΣ (σε διαβούλευση με την Επιτροπή, την ΕΚΤ και, όπου απαιτείται ενδεχομένως, το ΔΝΤ) · και (ii) εκτός από τις απαιτούμενες: (Α) σύμφωνα με την παράγραφο (i) παραπάνω και/ή (Β) για την εφαρμογή οποιασδήποτε οδηγίας, κανονισμού ή άλλου νόμου της ΕΕ, οποιαδήποτε τροποποίηση του νόμου της ΕΕΣΥΠ δεν θα θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του ΕΣΜ βάσει της σύμβασης.».
- β) Εισαγωγή των ακολούθων νέων ρητρών 3.4 (ζ) και
(η) (με επακόλουθη επανάληψη της αρίθμησης των επόμενων υφιστάμενων ρητρών στο άρθρο 3.4): «(Ζ) (Τροποποιήσεις του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ) Το δικαιούχο κράτος μέλος, ως μοναδικός μέτοχος της ΕΕΣΥΠ, δεσμεύεται ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ που εγκρίνεται από αυτό, δεν θα θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του ΕΜΣ βάσει της Σύμβασης. (η) (εταιρείες της ΕΕΣΥΠ) Η ΕΕΣΥΠ δεσμεύεται ότι: (i) θα διατηρεί {και θα φροντίζει ώστε κάθε Εταιρεία της ΕΕΣΥΠ να διατηρεί (στο βαθμό που είναι εφικτό, σύμφωνα με το επίπεδο ελέγχου και συμμετοχής της ΕΕΣΥΠ σε κάθε τέτοια Εταιρεία)}, επιβάλλει και ασκεί όλα τα συμβατικά δικαιώματα, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα μερίσματος και άλλα νόμιμα δικαιώματά της, όπως αυτά εφαρμόζονται κατά τη συνήθη πορεία της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της· (ii) δεν θα συνάπτει {και θα φροντίσει, ώστε κάθε Εταιρεία της ΕΕΣΥΠ δεν θα συνάπτει (στον βαθμό που είναι εφικτό με το επίπεδο ελέγχου και συμμετοχής της ΕΕΣΥΠ σε κάθε τέτοια εταιρεία της)} συμφωνίες ή προβαίνει σε αγορά, εκποίηση ή άλλου είδους συναλλαγή σε στοιχεία ενεργητικού ή χορηγεί εγγυήσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε τρίτου, άλλες εκτός από αυτές: (Α) που προβλέπονται στο νόμο της ΕΕΣΥΠ ή το ν. 2190/1920 ή (Β) εντάσσονται στη συνήθη πορεία των εργασιών της και υπό την “αρχή των ίσων αποστάσεων” · και (iii) δεν θα προβαίνει σε καμία προσφορά εξαγοράς ή επαναγοράς των μετοχών της ή προβαίνει με άλλο τρόπο σε μείωση του κεφαλαίου της εκτός από την διανομή κερδών ως μέρισμα σύμφωνα με τον νόμο της ΕΕΣΥΠ.».
- γ) Εισαγωγή νέας ρήτρας 3.6 (με επακόλουθη επανάληψη της αρίθμησης των επόμενων υφιστάμενων ρητρών
στη ρήτρα 3): «3.6 Αποπληρωμή, πρόωρη εξόφληση και υποχρεωτική εξόφληση Εκτός από τις διατάξεις της ρήτρας 8 (Επιστροφή, Πρόωρη Εξόφληση, Υποχρεωτική Επιστροφή και Ακύρωση) των Γενικών Όρων, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις: (α) (Αποπληρωμή μετά από την είσπραξη Επιλέξιμου μερίσματος της ΕΕΣΥΠ) Κατά τη λήψη οποιουδήποτε Επιλέξιμου μερίσματος της ΕΕΣΥΠ, το δικαιούχο κράτος μέλος: (i) ενημερώνει εγκαίρως τον ΕΜΣ γραπτώς για την ημερομηνία είσπραξης και το ποσό του εν λόγω μερίσματος της ΕΕΣΥΠ, και (ii) με έγγραφη ειδοποίηση του ΕΜΣ (ή την ημερομηνία ή τις ημερομηνίες που καθορίζονται στην ειδοποίηση αυτή) και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (β) παρακάτω, επιστρέφει μέρος οποιασδήποτε διευκόλυνσης που ζητείται από τον ΕΜΣ (μαζί με δεδουλευμένους τόκους και οποιασδήποτε άλλα ποσά οφείλονται σε σχέση με αυτό το μέρος), με το μέρος αυτό να μην υπερβαίνει το ποσό που εισπράττει το δικαιούχο κράτος μέλος από την ΕΕΣΥΠ σχετικά με το εν λόγω επιλέξιμο μέρισμα της ΕΕΣΥΠ. (β) (Κατανομή των εσόδων) Τα ποσά που εισπράττει o ΕΜΣ σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο (α) εφαρμόζονται ως εξής: (i) Πρώτον - προς πρόωρη αποπληρωμή της χρηματοδοτικής συνδρομής, η οποία έχει προγραμματιστεί και λήγει την ημερομηνία που είναι δώδεκα μήνες μετά (η περίοδος αυτή είναι η “περίοδος Επιλέξιμων Αποπληρωμών”), και (ii) Δεύτερον, ως προς οποιοδήποτε υπόλοιπο - προς πρόωρη αποπληρωμή χρηματοδοτικής συνδρομής που είναι πληρωτέα μετά τη λήξη της περιόδου των Επιλέξιμων Αποπληρωμών, κατά σειρά ωριμότητας, αποπληρώνοντας χρηματοδοτική συνδρομή που λήγει συντομότερα. (γ) (Προβλεπόμενη αποπληρωμή) Κάθε πληρωμή που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (β) ανωτέρω θεωρείται ως επιστροφή που γίνεται σύμφωνα με τη ρήτρα 8.8 των Γενικών Όρων. (δ) (Έγκαιρη διανομή) Η ΕΕΣΥΠ δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα τη δήλωση και τη διανομή μερισμάτων στο δικαιούχο κράτος μέλος.».
- δ) Στο τέλος της παραγράφου 3.6 (γ) (Αναφορά) (που
επαναριθμείται στο σημείο 3.7 (γ) ως αποτέλεσμα της εισαγωγής που περιγράφεται στο σημείο 3.4 (γ) ανωτέρω), εισάγοντας το ακόλουθο πρόσθετο κείμενο: «Κάθε ένα μέρος από το δικαιούχο κράτος μέλος και την ΕΕΣΥΠ δεσμεύεται περαιτέρω να παρέχει στον ΕΜΣ οποιαδήποτε πληροφορία απαιτείται εύλογα από τον ΕΜΣ σε σχέση με την ΕΕΣΥΠ ή οποιαδήποτε εταιρεία της ΕΕΣΥΠ (στο βαθμό που δεν απαγορεύεται από το νόμο ή δεν αποτελεί προνομιακή πληροφόρηση που καλύπτεται από υποχρέωση απορρήτου).».
- ε) Στη ρήτρα 3.6 στοιχείο στ) (Πληροφορίες για τον
παρατηρητή του Διοικητικού Συμβουλίου) (που επαναριθμείται στο σημείο 3.7 στοιχείο στ) ως αποτέλεσμα του σημείου 3.4 (γ) ανωτέρω), αντικαθιστώντας την αναφορά σε «πληροφορίες για παρατηρητή του Διοικητικού Συμβουλίου» με τις λέξεις «Πληροφορίες για τον παρατηρητή του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης».
- στ) Εισαγωγή των ακόλουθων νέων άρθρων 3.7 (η),
(θ) και (ι): «(η) (Πληροφορίες για τον παρατηρητή του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ) Η ΕΕΣΥΠ αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον ΕΜΣ: (i) το χρονοδιάγραμμα των συνεδριάσεων και των συζητήσεων του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ· και (ii) την προτεινόμενη ημερήσια διάταξη κάθε τέτοιας συνεδρίασης ή συζήτησης, έγκαιρα μετά την προετοιμασία κάθε τέτοιου εγγράφου και η ΕΕΣΥΠ αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση να κοινοποιεί κάθε τέτοιο έγγραφο στον παρατηρητή που διορίζει από κοινού η Επιτροπή και ο ΕΜΣ (όπως ορίζεται στον νόμο της ΕΕΣΥΠ) συγχρόνως με την κοινοποίηση του εγγράφου αυτού στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ. (θ) (ΕΕΣΥΠ- πληροφορίες εσωτερικής διακυβέρνησης) Το δικαιούχο κράτος μέλος αναλαμβάνει: (i) να γνωστοποιήσει αμελλητί τον ΕΜΣ όταν λάβει γνώση οποιασδήποτε πρότασης για ουσιώδη τροποποίηση του νόμου για την ΕΕΣΥΠ ή του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΕΣΥΠ, και τις λεπτομέρειες αυτής της τροποποίησης και να παράσχει στο ΕΜΣ τις περαιτέρω πληροφορίες που μπορεί εύλογα να απαιτήσει ο ΕΜΣ σε σχέση με την εν λόγω τροποποίηση· (ii) να παρέχει στον ΕΜΣ οποιαδήποτε στρατηγική καθοδήγηση δίνει ο Υπουργός Οικονομικών του δικαιούχου κράτους μέλους στην ΕΕΣΥΠ για τους σκοπούς του στρατηγικού σχεδίου της ΕΕΣΥΠ και όπως περιγράφεται στον νόμο ΕΕΣΥΠ, μετά την έκδοση αυτών των κατευθύνσεων στην ΕΕΣΥΠ· και (iii) να παρέχει στο ΕΣΜ κάθε στρατηγικό σχέδιο της ΕΕΣΥΠ, όπως περιγράφεται στον νόμο της ΕΕΣΥΠ, εφόσον το έγγραφο αυτό εγκριθεί από τη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ (η ΕΕΣΥΠ με την παρούσα συναινεί η αποστολή του σχετικού εγγράφου να γίνεται από το δικαιούχο κράτος μέλος στον ΕΜΣ).
- ζ) (ΕΕΣΥΠ- άλλες πληροφορίες) Η ΕΕΣΥΠ αναλαμβάνει
την υποχρέωση να: (i) παρέχει στον ΕΜΣ τις οικονομικές καταστάσεις του εξαμήνου (μη ελεγμένες) και ετήσιες (ελεγμένες σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης, όπως ισχύουν κάθε φορά), μόλις αυτές είναι διαθέσιμες και εν πάση περιπτώσει εντός της σχετικής περιόδου που καθορίζεται στον Εσωτερικό κανονισμό της· (ii) παρέχει στον ΕΜΣ οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με οποιοδήποτε γεγονός το οποίο εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται να προκαλέσει την εμφάνιση ενός Γεγονότος Αθέτησης, εγκαίρως αφού λάβει γνώση (και τα τυχόν μέτρα που λήφθηκαν, εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, για την αποκατάστασή του) και (iii) κοινοποιεί στον ΕΜΣ οποιαδήποτε πρόταση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ στη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ σε σχέση με τη δήλωση ή διανομή μερίσματος από την ΕΕΣΥΠ και των λεπτομερειών αυτής της πρότασης, με την υποβολή της σχετικής πρότασης στη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ και των λεπτομερειών οποιασδήποτε έγκρισης από τη γενική συνέλευση της ΕΕΣΥΠ για τη διανομή μερίσματος.».
- η) Στην παράγραφο 3.9 (εγγύηση και αποζημίωση)
(που επαναριθμείται στο άρθρο 3.10 ως αποτέλεσμα της εισαγωγής που περιγράφεται στο σημείο 3.4 (γ) ανωτέρω), εισάγοντας μια νέα παράγραφο 3.10 (γ) ως εξής: «Γ) Στη ρήτρα 14 (Εγγύηση και αποζημίωση) των Γενικών Όρων: (i) Η ρήτρα 14.1 πρέπει να ερμηνεύεται ως εάν η αναφορά στην «παρούσα ρήτρα 14» διαβάζεται ως «ρήτρα 14.2». (ii) εκτός από την εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 14.2, εφαρμόζεται νέα ρήτρα 14.2A, ως εξής: «14.2A Η ΕΕΣΥΠ αμετάκλητα και άνευ όρων: 14.2Α.1 εγγυάται στον ΕΜΣ την έγκαιρη εκπλήρωση από το δικαιούχο κράτος μέλος των υποχρεώσεων του δικαιούχου κράτους μέλους βάσει της σύμβασης. 14.2Α.2 υπόσχεται στον ΕΜΣ ότι κάθε φορά που το δικαιούχο κράτος μέλος δεν καταβάλλει ποσό οφειλόμενο βάσει ή σε σχέση με τη Σύμβαση, η ΕΕΣΥΠ μετά από αίτημα θα φέρει την ευθύνη καταβολής αυτού του ποσού σαν να ήταν ο κύριος οφειλέτης, εφόσον τα συνολικά καταβλητέα ποσά βάσει αυτής της εγγύησης δεν θα υπερβαίνουν συνολικά τα 25.000.000.000 ευρώ και 14.2Α.3 συμφωνεί με τον ΕΜΣ ότι εάν οποιαδήποτε εγγύηση που εγγυάται είναι ή καθίσταται μη εκτελεστή, άκυρη ή παράνομη, ανεξάρτητα ως αρχική υποχρέωση, αποζημιώνει τον ΕΜΣ αμέσως μετά από αίτημά του έναντι οποιουδήποτε κόστους, απώλειας ή υποχρέωσης ευθύνης την ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να καταβληθεί. Το ποσό που καταβάλλει η ΕΕΣΥΠ βάσει αυτής της αποζημίωσης δεν θα υπερβαίνει το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει σύμφωνα με την εν λόγω ρήτρα 14 εάν το ζητούμενο ποσό ήταν ανακτήσιμο βάσει εγγύησης. Τα συμβαλλόμενα μέρη ΕΜΣ, το δικαιούχο κράτος μέλος και η ΕΕΣΥΠ αναγνωρίζουν ότι η παροχή της εγγύησης που ορίζεται στην παρούσα ρήτρα 14.2Α πραγματοποιείται στο πλαίσιο και είναι συνεπής με τους σκοπούς της ΕΕΣΥΠ, όπως ορίζονται στον νόμο της ΕΕΣΥΠ σχετικά με τη συμβολή στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων του δικαιούχου κράτους μέλους στον ΕΜΣ.». (iii) Η ρήτρα 14.3 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά στην παράγραφο «Η εγγύηση που αναφέρεται στο άρθρο 14.1» διαβάζεται «Κάθε εγγύηση που ορίζεται στο άρθρο 14». (iv) Οι ρήτρες 14.4, 14.5 και 14.7.1 θα πρέπει να ερμηνεύονται ως εάν κάθε αναφορά στις εν λόγω ρήτρες η οποία γίνεται σε «Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης» και σε κάθε μία από τις ρήτρες 14.6 και 14.8, διαβάζεται «καθένα μέρος από την ΕΕΣΥΠ και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης». v) Η ρήτρα 14.8.3 θα ερμηνευθεί ως εάν η παραπομπή στην ρήτρα στο «Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης» και στο άρθρο 14.6, η δεύτερη τέτοια παραπομπή και στη ρήτρα 14.8 η τελευταία τέτοια παραπομπή, διαβάζεται ως «είτε της ΕΕΣΥΠ είτε του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης». (vi) Η ρήτρα 14.7.2 ερμηνεύεται ως εάν η αναφορά σε «από το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης ή σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης» διαβάζεται ως «είτε από την ΕΕΣΥΠ είτε από το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης ή από οποιαδήποτε υποχρέωση είτε της ΕΕΣΥΠ ή του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης»· και vii) Η ρήτρα 14.9 θα πρέπει να ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά «Αυτή η εγγύηση συμπληρώνεται και δεν είναι» διαβάζεται ως «Οι εγγυήσεις αυτές συμπληρώνονται και δεν είναι».
- θ) Εισάγοντας μια νέα ρήτρα 3.11 ως εξής:
«3.11 Άλλες τροποποιήσεις για την ενσωμάτωση της ΕΕΣΥΠ (α) (Προϋποθέσεις εκταμιεύσεων) Στη ρήτρα 5 (Αιτήσεις, εκταμιεύσεις και Προϋποθέσεις εκταμίευσης) των Γενικών Όρων, η παράγραφος 5.3.3 διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις “το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης”, περιλαμβάνεται η λέξη “ΕΕΣΥΠ” και μετά τις λέξεις «που ελήφθησαν από τον ΕΜΣ σύμφωνα με τη ρήτρα 4.1.1», περιλαμβάνονται οι λέξεις “ή σε σχέση με την τροποποιητική σύμβαση”. (β) (Αναφορές) Στη ρήτρα 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και υποσχέσεις) των Γενικών Όρων: (i) Η ρήτρα 6.1 των Γενικών Όρων θα πρέπει να διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις “το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης”, περιλαμβάνεται η λέξη “ΕΕΣΥΠ”. (ii) Η ρήτρα 6.1.1 των Γενικών Όρων θα πρέπει να διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις “σύμφωνα με το άρθρο 4.1.1”, περιλαμβάνονται οι λέξεις “ή σε σχέση με την τροποποιητική σύμβαση” και (iii) Η ρήτρα 6.1.2 των Γενικών Όρων θα πρέπει να ερμηνευθεί σαν να περιέχει στο τέλος της ρήτρας τις λέξεις “v) υποχρεώσεις της ΕΕΣΥΠ σε σχέση με αυτή τη χρηματοδοτική διευκόλυνση”. (γ) (Υποχρεώσεις) Στη ρήτρα 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και υποσχέσεις) των Γενικών Όρων, οι ρήτρες 6.2.7, 6.2.8, 6.2.9 και 6.3 θα ερμηνεύονται ως εάν κάθε αναφορά στις εν λόγω ρήτρες στο “Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης” διαβάζεται “η ΕΕΣΥΠ και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης” (με την προϋπόθεση ότι το άρθρο 6.3.4 δεν ισχύει για την ΕΕΣΥΠ). (δ) (Αρνητική δέσμευση) Στη ρήτρα 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και υποσχέσεις) των Γενικών Όρων, η παράγραφος 6.3.1 διαβάζεται ως εάν, μετά τις λέξεις “περιουσιακά στοιχεία ή έσοδα του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης σε σχέση με αυτά” συμπεριλαμβάνονται οι λέξεις “(στην περίπτωση του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης) ή στα περιουσιακά στοιχεία ή τα έσοδα της ΕΕΣΥΠ (στην περίπτωση της ΕΕΣΥΠ)” και μετά τις λέξεις “το δικαιούχο κράτος μέλος”, περιλαμβάνονται οι λέξεις “ΕΕΣΥΠ”. (ε) (Γεγονότα Καταγγελίας) Στη ρήτρα 10 (Γεγονότα Καταγγελίας) των Γενικών Όρων, οι ρήτρες 10.1.1, 10.1.2, 10.1.4, 10.1.5 και 10.1.6 θα ερμηνεύονται ως εάν κάθε αναφορά σε αυτές τις ρήτρες για το “Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης” και στη ρήτρα 10.1.3 την πρώτη τέτοια αναφορά, συμπεριλαμβάνονται οι λέξεις “ή ΕΕΣΥΠ”. Η ρήτρα 10.1.3 θα πρέπει να διαβάζεται ως ένα η αναφορά στο “Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)” ακολουθείται από τις λέξεις “ή την ΕΕΣΥΠ”. (στ) (Υποχρεώσεις Ενημέρωσης) στη ρήτρα 11 (Υποχρεώσεις Ενημέρωσης) των Γενικών Όρων, η ρήτρα 11.3 θα ερμηνευθεί ως εάν μετά τις λέξεις “τη νομική γνωμοδότηση που αναφέρεται στη ρήτρα 4.1.1 ανωτέρω” περιλαμβάνονται οι λέξεις “ή σε σχέση με την τροποποιητική σύμβαση”. (ζ) (Επιθεωρήσεις, πρόληψη της απάτης και έλεγχος) στη ρήτρα 12 (Υποχρεώσεις που αφορούν τις επιθεωρήσεις, την πρόληψη της απάτης και τους ελέγχους) των Γενικών Όρων: (i) Η ρήτρα 12.2 πρέπει να ερμηνεύεται ως εάν η αναφορά στο “Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους” ακολουθείται από τις λέξεις “ή την ΕΕΣΥΠ“ και ως εάν η δεύτερη αναφορά στο “Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)”, ακολουθείται από τις λέξεις “ΕΕΣΥΠ“ και (ii) Η ρήτρα 12.3 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά στο “Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)“ ακολουθείται από τις λέξεις “ΕΕΣΥΠ“. (η) (Εφαρμοστέο δίκαιο και επίλυση διαφορών) στη ρήτρα 16 (εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία) των Γενικών Όρων: (i) Η ρήτρα 16.2 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά σε “ούτε το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)“ ακολουθείται από τη φράση “ούτε η ΕΕΣΥΠ“ και (ii) Η ρήτρα 16.3 θα ερμηνευθεί σαν να είχε προηγηθεί η αναφορά “ΕΕΣΥΠ“ των λέξεων “και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης“. (θ) (Έγγραφα εκταμίευσης) σε: (i) Παράρτημα 3 (Έντυπο Αίτησης Εκταμίευσης) των Γενικών Όρων, η ΕΕΣΥΠ συμπεριλαμβάνεται ως αποδέκτης για την παραλαβή αντιγράφων, και 3.5 Παράρτημα 1 Το Παράρτημα 1 (Κατάλογος Επαφών) τροποποιείται με την προσθήκη των ακολούθων: «Για την ΕΕΣΥΠ: Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας […]
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ - ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Εκτός από τις ρήτρες της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης που τροποποιούνται από τις διατάξεις της ρήτρας 3 της παρούσας Τροποποιητικής Σύμβασης, όλες οι άλλες ρήτρες της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης παραμένουν αμετάβλητες.
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ (α) (Υφιστάμενα μέρη) Κάθε μέρος από το δικαιούχο κράτος μέλος και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης δηλώνουν και εγγυώνται ότι οι δηλώσεις της ρήτρας 6 (Δηλώσεις, εγγυήσεις και δεσμεύσεις) των Γενικών Όρων: (i) παραμένουν αληθείς και ακριβείς από την ημερομηνία της εκτέλεσης της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης και δεν υφίσταται Γεγονός καταγγελίας που εκκρεμεί στο πλαίσιο της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης κατά την ημερομηνία της παρούσας και (ii) είναι αληθείς και ακριβείς από την ημερομηνία εκτέλεσης της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι, για τους σκοπούς της παρούσας ρήτρας 5 (α) (ii), η ρήτρα 6 (Δηλώσεις, Εγγυήσεις και Υποσχέσεις) των Γενικών Όρων θεωρείται ότι οι αναφορές στη “Σύμβαση“ ήταν παραπομπές στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση. (β) (ΕΕΣΥΠ) Η ΕΕΣΥΠ δηλώνει και εγγυάται ότι: (i) οι υποχρεώσεις της ΕΕΣΥΠ, όπως καθορίζονται στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση και στη Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης) δεν απαγορεύονται ή εμποδίζονται από τη νομική μορφή της ΕΕΣΥΠ, όπως αυτή έχει συσταθεί βάσει του ελληνικού νόμου 4389/2016 και (ii) οι δηλώσεις στις ρήτρες 6.1.2, 6.1.3 και 6.1.4 των Γενικών Όρων είναι αληθείς και ακριβείς σε σχέση με την ΕΕΣΥΠ από την ημερομηνία της εκτέλεσης της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι για τους σκοπούς της παρούσας η ρήτρα 5 (β), η ρήτρα 6.1.2 των Γενικών Όρων θα ερμηνευθεί ως εάν στο τέλος της ρήτρας, περιλαμβάνονται οι λέξεις “v) υποχρεώσεις της ΕΕΣΥΠ σε σχέση με τη χρηματοδοτική διευκόλυνση έναντι της ΕΕΣΥΠ“».
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Η ρήτρα 16 των Γενικών Όρων (Εφαρμοστέο Δίκαιο και Δικαιοδοσία) εφαρμόζεται στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι για τους σκοπούς της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι αναφορές στην «Σύμβαση» είναι αναφορές στην παρούσα τροποποιητική Σύμβαση και υπό τον όρο ότι: (α) Η ρήτρα 16.2 θα ερμηνευθεί ως εάν η αναφορά σε “ούτε το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης (εάν υπάρχει)“ ακολουθείται από τη φράση “ούτε η ΕΕΣΥΠ“, και
- β) Η ρήτρα 16.3 θα ερμηνευθεί ως εάν της αναφοράς
“και το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης“ έχει προηγηθεί η λέξη “ΕΕΣΥΠ“».
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Μετά την υπογραφή της από όλα τα Μέρη, η παρούσα Τροποποιητική Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ μόλις παραληφθεί από τον ΕΜΣ:
- α) νομική γνωμοδότηση ικανοποιητική για αυτόν, την
οποία θα δώσει: (i) ο νομικός σύμβουλος του δικαιούχου κράτους μέλους· (ii) ο νομικός σύμβουλος του Ταμείου Ανακεφαλαιοποίησης· και (iii) ο νομικός σύμβουλος της ΕΕΣΥΠ, με το περιεχόμενο και τη μορφή που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα 1 (έντυπα νομικών γνωμοδοτήσεων) της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης· και (β) επίσημο έγγραφο από την ΕΕΣΥΠ που αναφέρει τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράψουν αυτήν την τροποποιητική Σύμβαση και κάθε άλλο έγγραφο που πρέπει να παραδοθεί στο πλαίσιο ή σε σχέση με τη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας τροποποιητικής Σύμβασης) (και το οποίο εγκρίνει έγκυρα η ΕΕΣΥΠ) και περιέχει τα υποδείγματα των υπογραφών αυτών.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ Η παρούσα σύμβαση και τα σχετικά πρότυπα (εφόσον υπάρχουν) εκτελούνται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος σε πέντε (5) πρωτότυπα στην αγγλική γλώσσα, κάθε ένα εκ των οποίων συνιστά αυθεντική πράξη.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 9.1 Τα Παραρτήματα της παρούσας τροποποιητικής σύμβασης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας και από την ημερομηνία της παρούσας τροποποιητικής σύμβασης περιλαμβάνουν: Παράρτημα 1. Μορφές νομικών γνωμοδοτήσεων Παράρτημα 2: Λίστα επαφών.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 110
Τροποποίηση του ν. 2960/2001 Στο ν. 2960/2001 (Α΄ 265) προστίθεται νέο άρθρο 119Β ως ακολούθως: «Άρθρο 119Β Πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών
Οι επιχειρήσεις καπνικών προϊόντων και συγκεκριμένα οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια, οι εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών από τρίτη χώρα και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλο κράτος - μέλος κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων ή των σημάτων για τα οποία διαθέτουν άδεια χρήσης προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και τα στοιχεία γνησιότητας, όπως τροποποιούνται και ισχύουν. Η πρώτη υποβολή του ημέρα καθυστέρησης στην υποβολή του καταλόγου των εμπορικών σημάτων επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ με ανώτατο όριο τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, σε περίπτωση που η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια. Ο κατάλογος αυτός υποχρεωτικά επανυποβάλλεται επικαιροποιημένος από όλους τους ανωτέρω εντός μηνός από την προσθήκη ή διαγραφή εμπορικού σήματος.
Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης πενήντα χιλιάδων (50.000) και άνω τεμαχίων βιομηχανοποιημένων καπνών, που φέρουν τα εμπορικά σήματα οποιασδήποτε επιχείρησης καπνικών προϊόντων από τις μνημονευόμενες στην παράγραφο 1, η οποία διενεργήθηκε από οποιαδήποτε τελωνειακή αρχή ή άλλη υπηρεσία με αρμοδιότητα για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, η Α.Α.Δ.Ε., εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, προβαίνει σε γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, με επιστολή της, που κοινοποιείται στην επιχείρηση από υπάλληλο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, συντασσομένου αποδεικτικού επίδοσης, η οποία περιλαμβάνει: (α) την ημερομηνία, ώρα και τόπο της κατάσχεσης, (β) τη μάρκα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, όπως αναφέρεται στη συσκευασία, και, εφόσον υπάρχει, οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης, (γ) οποιεσδήποτε ενδείξεις ταυτότητας εμφανίζονται στη συσκευασία master case ή στις κούτες ή στα πακέτα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (δ) την ποσότητα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα (1) γραμμάριο λεπτοκομμένου καπνού για στριφτά τσιγάρα θα θεωρείται ως αντίστοιχο ενός τεμαχίου τσιγάρου.
Εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, μικτά κλιμάκια από εκπροσώπους της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε. αφενός και η επιχείρηση καπνικών προϊόντων διά των εκπροσώπων της αφετέρου, μετά από πρόσκληση που κοινοποιείται σε αυτούς από υπάλληλο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής προ πέντε (5) ημερών, συντασσομένου αποδεικτικού επίδοσης, μεταβαίνουν στην Τελωνειακή Υπηρεσία ή όπου αλλού φυλάσσονται τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων και λαμβάνουν τέσσερα (4) όμοια δείγματα βιομηχανοποιημένων καπνών για εργαστηριακή εξέταση, δύο (2) για την επιχείρηση και δύο (2) για την Α.Α.Δ.Ε.
Εάν τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά είναι λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης, αυτή υποχρεούται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά τα ανωτέρω γνωστοποίηση της κατάσχεσης, σε απάντηση, η οποία αποσκοπεί στην ενημέρωση της Τελωνειακής Αρχής και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των πληρωμών. Η απάντηση περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση σχετικά με τα ακόλουθα: (α) τον τόπο κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (β) την ημερομηνία κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (γ) τη χώρα προορισμού των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών και την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης, (δ) οποιαδήποτε ενδιάμεση αποθήκευση και αποστολή, (ε) την ταυτότητα του πρώτου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (στ) την ταυτότητα οποιουδήποτε γνωστού μεταγενέστερου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, (ζ) τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τον πρώτο αγοραστή σχετικά με τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά και (η) τα αρχεία πληρωμών από τον πρώτο αγοραστή για οποιαδήποτε κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά. Η επιχείρηση μπορεί μέσα στην ίδια προθεσμία να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση.
Σε βάρος της επιχείρησης καπνικών προϊόντων επιβάλλεται αμελλητί, με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, σε περίπτωση που η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια, η υποχρεωτική πληρωμή προς το Ελληνικό Δημόσιο: (α) Ποσού που ισούται με το 100% των φόρων και δασμών που θα βεβαιώνονταν εάν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων είχαν διατεθεί νόμιμα προς ανάλωση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. (β) Εάν τα γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης που έχουν κατασχεθεί εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους στην Ελληνική Επικράτεια ανέρχονται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 200% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εφόσον η ποσότητα των κατασχεμένων βιομηχανοποιημένων καπνών ανέρχεται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση θα προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 400% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί για τη χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων. Εφόσον η επιχείρηση καπνικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, η πληρωμή επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο. Το δικαίωμα του Προϊσταμένου του Τελωνείου προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αρχόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση. Κατά τα λοιπά, ως προς την τηρητέα διοικητική διαδικασία και την άσκηση δικαστικής προσφυγής, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 142 παράγραφος 4, 150 παράγραφος 4 και 152 παράγραφοι 3, 5, 6 και 7 του παρόντος Κώδικα.
Οι προϋποθέσεις του καταλογισμού δεν συντρέχουν, αν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά εκλάπησαν από τρίτους ή διέφυγαν της κατοχής της επιχείρησης από λόγους ανωτέρας βίας. Σε περίπτωση κλοπής, η επιχείρηση οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτροπή της και να προσκομίσει τουλάχιστον αντίγραφο της μήνυσης που υπέβαλε για το αδίκημα της κλοπής, πριν από την κατάσχεση της παραγράφου 2, καθώς και αντίγραφο της καταχώρησης του περιστατικού της κλοπής στο βιβλίο συμβάντων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Σε περίπτωση λόγου ανώτερης βίας, η επιχείρηση υποχρεούται να προσκομίσει, τουλάχιστον, βεβαίωση της αρμόδιας για την αντιμετώπισή του δημόσιας αρχής, ότι συνέβη το περιστατικό και η απώλεια των βιομηχανοποιημένων καπνών. Εάν μεταγενέστερα με αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα αποδειχθεί ότι δεν έλαβε χώρα η ανωτέρω κλοπή, αναβιώνει η υποχρέωση της επιχείρησης να καταβάλει τα καταλογισθέντα ποσά για τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της που είχαν κατασχεθεί. Κατά το χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της παράβασης μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση ή το βούλευμα, αναστέλλεται η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εκδώσει την καταλογιστική πράξη.
Τα ποσά που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω δεν έχουν το χαρακτήρα του διοικητικού προστίμου ή της ποινικής κύρωσης αλλά επιβάλλονται ως αποζημίωση οφειλόμενη στο πλαίσιο αντικειμενικής ευθύνης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το γεγονός της εκτροπής των βιομηχανοποιημένων καπνών της επιχείρησης στο παράνομο εμπόριο, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα επιχείρησης, ακόμη και εάν η επιχείρηση είχε συμμορφωθεί από κάθε άποψη προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ισχύουσες τελωνειακές διατάξεις. Η καταβολή των ανωτέρω πληρωμών ουδόλως εμποδίζει την κατά τις κείμενες διατάξεις έρευνα και τον κολασμό τυχόν λαθρεμπορικών παραβάσεων που έλαβαν χώρα σε σχέση με την ποσότητα βιομηχανοποιημένων καπνών που κατασχέθηκαν.
Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας της δειγματοληψίας, της διαδικασίας της χημικής εξέτασης των δειγμάτων, της οριστικοποίησης των αποτελεσμάτων της χημικής εξέτασης και κάθε άλλης αναγκαίας λεπτομέρειας για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.».
Άρθρο 111
Τροποποίηση διατάξεων Κώδικα ΦΠΑ
Η παρ. 2 του άρθρου 19 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000, Α΄ 248) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Κατ’ εξαίρεση, στις πιο κάτω περιπτώσεις, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται:
- α) Για τις πράξεις παράδοσης αγαθών, που αναφέρονται στο άρθρο 7, καθώς και για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, που αναφέρονται στην περίπτωση α΄
του άρθρου 12, η τρέχουσα τιμή αγοράς των αγαθών ή παρόμοιων αγαθών ή, αν δεν υπάρχει τιμή αγοράς, το κόστος των αγαθών, κατά το χρόνο πραγματοποίησης των πράξεων αυτών.
- β) Για τις προβλεπόμενες από τις περιπτώσεις α΄ και
β΄ του άρθρου 9 παροχές υπηρεσιών, το σύνολο των εξόδων που αναλογούν στην εκτέλεση της παροχής των υπηρεσιών αυτών.
- γ) Για την παροχή υπηρεσιών, που προβλέπει η διάταξη
της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 9, για την ανταλλαγή αγαθών, καθώς και για κάθε περίπτωση που η αντιπαροχή δεν συνίσταται σε χρήμα, η κανονική αξία τους.
- δ) Για την παράδοση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, μεταξύ συγγενικών ή/και συνδεδεμένων προσώπων,
όπως αυτά ορίζονται στο ν. 4172/2013, η κανονική αξία, στις περιπτώσεις που η αντιπαροχή είναι κατώτερη αυτής, υπό την προϋπόθεση πως είτε ο προμηθευτής είτε ο λήπτης δεν έχουν πλήρες δικαίωμα έκπτωσης. Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση που η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών απαλλάσσεται από το φόρο στο εσωτερικό της χώρας και ο προμηθευτής δεν έχει πλήρες δικαίωμα έκπτωσης.
- ε) Για τις πράξεις που προβλέπουν οι διατάξεις των
παραγράφων 1 και 2 περίπτωση α΄ του άρθρου 6, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται το τίμημα που έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο υποκείμενος από τον αγοραστή, τον λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, προσαυξημένο με οποιαδήποτε παροχή που συνδέεται με τις πράξεις αυτές. Για τις παραδόσεις ακινήτων στον κύριο του οικοπέδου που αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αξία των κτισμάτων που παραδίδονται σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτά. Η αξία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ποσοστών του οικοπέδου που μεταβιβάζονται από τον κύριο του οικοπέδου στον εργολάβο κατασκευαστή ή στον από αυτόν υποδεικνυόμενο τρίτο. Σε περίπτωση διαχωρισμού της επικαρπίας από την κυριότητα, η αξία της επικαρπίας προσδιορίζεται σε ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 15 του Κώδικα Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία που κυρώθηκε με το ν. 2961/2001 (Α΄ 266), όπως ισχύει.
- στ) Για τις περιπτώσεις πλειστηριασμού ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται το εκπλειστηρίασμα.
Ως “κανονική αξία“, για την εφαρμογή των περιπτώσεων γ΄ και δ΄, θεωρείται το συνολικό ποσό το οποίο αυτός πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών, θα έπρεπε να καταβάλει κατά το χρόνο της εν λόγω παράδοσης ή παροχής σε ανεξάρτητο προμηθευτή αγαθού ή πάροχο υπηρεσίας στο εσωτερικό της χώρας, υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, προκειμένου να αποκτήσει το εν λόγω αγαθό ή την υπηρεσία. Εάν δεν μπορεί να διαπιστωθεί ανάλογη παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, η “κανονική αξία“, για την εφαρμογή των περιπτώσεων γ΄ και δ΄, δεν μπορεί να είναι κατώτερη της τιμής της αγοράς των αγαθών αυτών ή παρόμοιων αγαθών ή ελλείψει τιμής αγοράς, του κόστους των αγαθών κατά το χρόνο της παράδοσης και προκειμένου περί υπηρεσιών, από το συνολικό κόστος που συνεπάγεται για τον υποκείμενο στο φόρο η παροχή των υπηρεσιών.».
Το άρθρο 39 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Δύνανται να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι, οι οποίοι, κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, πραγματοποίησαν παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 2, χωρίς το φόρο προστιθέμενης αξίας, αξίας μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής οι μεταβιβάσεις ενσώματων ή άυλων αγαθών επένδυσης, καθώς και οι απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης. Επίσης, δύνανται να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι κατά το χρόνο έναρξης των εργασιών τους.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν έχουν εφαρμογή:
- α) στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος,
- β) στους υποκείμενους στο φόρο που δεν είναι εγκαταστημένοι στο εσωτερικό της χώρας,
- γ) στην παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου,
σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 28.
Οι υποκείμενοι που δεν υπερβαίνουν το όριο του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 και επιθυμούν να ενταχθούν στο απαλλασσόμενο καθεστώς, υποβάλλουν δήλωση μεταβολών εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους με ημερομηνία μεταβολής την έναρξη του φορολογικού έτους. Οι ανωτέρω προθεσμίες για την ένταξη στο απαλλασσόμενο καθεστώς είναι ανατρεπτικές.
Αν ο υποκείμενος στο φόρο ασκεί τη δραστηριότητά του για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, προκειμένου να κριθεί αν μπορεί να απαλλαγεί κατά το επόμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, γίνεται αναγωγή της αξίας των παραδόσεων αγαθών ή των παροχών υπηρεσιών που πραγματοποιεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, σε ετήσια βάση.
Σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, ο υποκείμενος στο φόρο εφαρμόζει υποχρεωτικά το κανονικό καθεστώς για τις παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που ακολουθούν, αρχής γενομένης από την πράξη παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου αυτού και για το σύνολο της αξίας της πράξης αυτής, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών.
Οι υποκείμενοι που απαλλάσσονται μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του επόμενου φορολογικού έτους. Η ανωτέρω προθεσμία για την ένταξη στο κανονικό καθεστώς είναι ανατρεπτική.
Αν υποκείμενος μετατάσσεται, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, από το ένα καθεστώς στο άλλο, τα αποθέματα των εμπορεύσιμων αγαθών, τα οποία υπάρχουν κατά την τελευταία ημέρα πριν τη μετάταξη, απογράφονται υποχρεωτικά ανά ισχύοντα συντελεστή φόρου, αποτιμώνται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του φόρου που έχει εκπεσθεί για τα αποθέματα, όταν ο υποκείμενος μετατάσσεται από το κανονικό καθεστώς στο απαλλασσόμενο και δικαίωμα έκπτωσης, αντίστοιχα, όταν μετατάσσεται από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς.
Σε κάθε περίπτωση μετάταξης, ο υποκείμενος υποχρεούται να συντάσσει απογραφή των αγαθών επένδυσης, για τα οποία δεν έχει παρέλθει ο χρόνος διακανονισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33. Τα εν λόγω αγαθά αποτιμώνται στην αξία κτήσης αυτών, η οποία προσαυξάνεται με τις δαπάνες βελτίωσης και επέκτασης, εκτός από τις δαπάνες επισκευής και συντήρησης. Οι μετατασσόμενοι υποκείμενοι, για τον εναπομένοντα χρόνο του διακανονισμού, έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου ή, κατά περίπτωση, υποχρέωση διακανονισμού και καταβολής του φόρου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για μετάταξη από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς ή αντίστροφα.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)