Νόμοι — ΦΕΚ A' 107/2013

Type Νόμος
Publication 2013-05-09
Τελευταία ενημέρωση 2013-12-31
State In force
Source ΦΕΚ
articles Not indexed
Reform history JSON API
13.

Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν. 3864/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι υποχρεώσεις αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων και πίστεως όπως ορίζονται στο άρθρο 16Β δεσμεύουν και τους εκπροσώπους του Ταμείου στα διοικητικά συμβούλια των πιστωτικών ιδρυμάτων.» ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ του Ν. 3919/2011 ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.1.: ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ Ν. 3919/2011 Στο άρθρο 1 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32) προστίθενται οι παράγραφοι 3 και 4 ως εξής: «3. Οι διατάξεις του κεφαλαίου Α΄ του παρόντος νόμου έχουν εφαρμογή στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων και κάθε μη μισθωτής οικονομικής δραστηριότητας που παρέχεται κατά κανόνα έναντι αμοιβής.

4.

Οι διατάξεις του κεφαλαίου Α΄ του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

και της άσκησης δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών σε ειδικούς τομείς ή ειδικά επαγγέλματα και

οικονομικού συμφέροντος.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.2.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΤΟΥ Ν. 3919/2011 Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, είναι δυνατή η θέσπιση παρεκκλίσεως σε σχέση προς ορισμένο επάγγελμα από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 3, εάν:». ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.3.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΟΥ Ν. 3919/2011 Στο άρθρο 3 του ν. 3919/2011 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται σε συστήματα χορήγησης άδειας που επιβάλλονται ή επιτρέπονται από κοινοτικούς κανονισμούς ή από κοινοτικές οδηγίες, όπως αυτές ενσωματώθηκαν στο ελληνικό δίκαιο.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.4.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9 ΤΟΥ Ν. 3919/2011

1.

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3919/2011 καταργείται. Η προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 αρχίζει από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

2.

Στο άρθρο 9 του ν. 3919/2011 (Α΄32) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής τα αρμόδια υπουργεία υποχρεούνται να κωδικοποιήσουν σε νόμο τις διατάξεις νόμων, κανονιστικές πράξεις και ερμηνευτικές εγκυκλίους αρμοδιότητάς τους που έχουν καταργηθεί δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και των άρθρων 2 και 3.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.5.: ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Για την έκδοση νόμων και κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται για την εφαρμογή του ν. 3919/2011 συμπράττει και ο Υπουργός Οικονομικών. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.6.: ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ Με την επιφύλαξη της τήρησης της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, οι νόμιμα λειτουργούσες οικείες επαγγελματικές ενώσεις, οργανώσεις και επιμελητήρια των επαγγελμάτων που υπάγονται στο Κεφάλαιο Α΄ και το Κεφάλαιο Β΄ του ν. 3919/2011 υποχρεούνται να δημοσιεύουν στον ιστότοπό τους τις παρακάτω πληροφορίες, προς ενίσχυση της διαφάνειας της λειτουργίας τους: α. τις ετήσιες λογιστικές καταστάσεις τους, β. την αμοιβή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αναλυτικά ανά αξίωμα, τους κανόνες για τον υπολογισμό και την εφαρμογή αυτών, δ. στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις επιβαλλόμενες κυρώσεις και περίληψη αυτών, ε. στατιστικά στοιχεία και ανακοινώσεις σχετικά με αξιώσεις ή παράπονα που έχουν κατατεθεί από καταναλωτές ή οργανώσεις, καθώς και τους λόγους αποδοχής ή απόρριψης των εν λόγω αξιώσεων ή παραπόνων και στ. τυχόν αλλαγές στους επαγγελματικούς κώδικες δεοντολογίας. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.7.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ (ΤΟΜΕΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ)

1.

α. Για τα επαγγέλματα του αρχαιοπώλη και του εμπόρου νεώτερων μνημείων, επαναφέρεται: 1) ο περιορισμός, ο οποίος προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 3028/2002 (Α΄ 153), όπως τροποποιείται κατωτέρω στην παράγραφο 4β του παρόντος, που θέτει γεωγραφικά όρια στην άσκηση της δραστηριότητας ως προς τις νησιωτικές περιοχές και εμπίπτει στη διάταξη της παραγράφου 2γ του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), 2), ο περιορισμός, ο οποίος προβλέπεται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 31 του ν. 3028/2002 περί ασυμβίβαστου, καθώς και αυτός που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 7 του άρθρου 32, σχετικά με την απαγόρευση διάθεσης είδους αγαθών, που εμπίπτουν στον περιορισμό της παραγράφου 2στ του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32). β. Για τα επαγγέλματα του αρχαιοπώλη, του εμπόρου μνημείων και του συντηρητή αρχαιοτήτων και έργων τέχνης επαναφέρεται η υποχρέωση της προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκησή τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ν. 3028/2002 (Α΄ 153) και την παράγραφο 6 του άρθρου 9 του ν. 2557/1997 (Α΄ 271).

2.

Η παράγραφος 6 του άρθρου 9 του ν. 2557/1997 (Α΄ 271) σχετικά με τη συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης αντικαθίσταται ως εξής: «6. α. Για τη μελέτη, την ανάληψη και την επίβλεψη έργου συντήρησης και τη λειτουργία εργαστηρίων για τη συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης κινητών και ακινήτων απαιτείται άδεια που χορηγείται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, έπειτα από γνώμη τριμελούς επιτροπής που αποτελείται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στη Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων του ανωτέρω Υπουργείου ή τον αναπληρωτή του και ένα μέλος του Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Συντηρητή Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, του Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του ΤΕΙ Αθήνας ή με αναπληρωτή. β. Η άδεια χορηγείται σε κάθε περίπτωση εφόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις: αα. Σε όσους διαθέτουν βασικό τίτλο σπουδών από Σχολή ή Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης της ανώτατης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού ή τεχνολογικού τομέα) της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής και έχουν συμπληρώσει διετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών. ββ. Στους κατόχους απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει διετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών. γγ. Η άδεια χορηγείται σύμφωνα με την ειδικότητα του συντηρητή αρχαιοτήτων και έργων τέχνης. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής ειδικότητες: συντήρηση πέτρας, κεραμικού, γυαλιού, ψηφιδωτού, υφάσματος, μετάλλου, οργανικών ανασκαφικών ευρημάτων, ξύλου, ζωγραφικών έργων σε ύφασμα, βιβλίου, χαρτιού, τοιχογραφίας, φορητών εικόνων, δέρματος, φωτογραφικού υλικού, οπτικοακουστικού υλικού, εικαστικών έργων με σύγχρονα υλικά. Η ειδικότητα προσδιορίζεται από το βασικό ή και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και τη βεβαίωση προγράμματος σπουδών που τον συνοδεύει, καθώς και από αποδεδειγμένη διετή επαγγελματική εμπειρία μετά τη λήψη του βασικού τίτλου σπουδών, ανά ειδικότητα. Δυνατότητα επέκτασης της άδειας και σε άλλες ειδικότητες είναι δυνατή, έπειτα από νέα γνωμοδότηση της επιτροπής βάσει του βασικού ή και του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και την αντίστοιχη βεβαίωση προγράμματος σπουδών, καθώς και από αποδεδειγμένη μονοετή επαγγελματική εμπειρία σε κάθε πρόσθετη ειδικότητα. Οι αιτήσεις των υποψηφίων για τη χορήγηση της άδειας θα πρέπει να εξετάζονται το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημέρα συμπλήρωσης του φακέλου με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα θα πρέπει να λαμβάνεται απόφαση περί της χορήγησης ή μη της άδειας. δδ. Οι κάτοχοι της παραπάνω άδειας εγγράφονται, αυτοδικαίως, στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, που τηρείται στη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Στο μητρώο αναγράφονται υποχρεωτικά η ειδικότητα, καθώς και η επαγγελματική κατάσταση/ιδιότητα του αδειούχου συντηρητή. Όποιος είναι τακτικός ή αορίστου χρόνου υπάλληλος του στενού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν μπορεί να εγγραφεί στο Μητρώο, ούτε να καταστεί ανάδοχος δημόσιας ή ιδιωτικής σύμβασης για τη μελέτη, την ανάληψη και την επίβλεψη έργου συντήρησης και τη λειτουργία εργαστηρίων συντήρησης. Το μητρώο επικαιροποιείται ανά τρεις (3) μήνες. εε. Ως επαγγελματική εμπειρία νοείται η εργασία σε έργα συντήρησης είτε του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού είτε κάθε άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, εφόσον υπάρχει επιβλέπων συντηρητής αρχαιοτήτων και έργων τέχνης εγγεγραμμένος στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, καθώς και η αποκτηθείσα σε αντίστοιχους φορείς σε κράτη−μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. τών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, η οποία αποτελείται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στη Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, τον Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ή τον αναπληρωτή του, και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων του ανωτέρω Υπουργείου ή τον αναπληρωτή του. Ο κανονισμός λειτουργίας του οργάνου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός έξι (6) μηνών. ζζ. Η άδεια δεν μεταβιβάζεται και ανακαλείται, αυτοδικαίως, σε περίπτωση παράβασης της σχετικής νομοθεσίας και ειδικότερα του ν. 3028/2002 (Α΄ 153) και της υπουργικής απόφασης με αριθμό ΥΠΠΟ/ ΓΝΟΣ/11371/7.3.2000 (Β΄ 382), κατόπιν διαπιστωτικής απόφασης του οργάνου πειθαρχικού ελέγχου. γ. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιώματων καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης. Ο Κώδικας Δεοντολογίας περιέχει τις αρχές, τις υποχρεώσεις και τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθεί αυστηρώς κατά την άσκηση του επαγγέλματός του ο Συντηρητής Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, καθώς και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των όρων που θέτει ο Κώδικας.»

3.

Οι άδειες που έχουν χορηγηθεί με βάση την παραγράφο 6 του άρθρου 9 του ν. 2557/1997, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή της με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εξακολουθούν να ισχύουν. Οι κάτοχοι των αδειών αυτών εγγράφονται αυτοδικαίως στο Μητρώο Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, εκτός εάν συντρέχει στο πρόσωπό τους το ασυμβίβαστο του τελευταίου εδαφίου της υποπερίπτωσης δδ΄της υποπαραγράφου β΄ του παρόντος.

4.

Οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 3028/2002 σχετικά με το επάγγελμα του αρχαιοπώλη και του εμπόρου νεότερων μνημείων αντικαθίστανται, ως ακολούθως: «α. Στην περίπτωση άδειας αρχαιοπώλη, έχουν διετή σχετική επαγγελματική εμπειρία σε αρχαιοπωλείο, που αποδεικνύεται από βεβαίωση του εργοδότη αρχαιοπώλη και του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ή κατέχουν πτυχίο αρχαιολογίας, χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία σε αρχαιοπωλείο, ή είναι επιστήμονες επαγγελματίες συναφών μουσείων υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών από την ημέρα διακοπής άσκησης του επαγγέλματος. Στην περίπτωση άδειας εμπόρου νεότερων κινητών μνημείων έχουν διετή σχετική επαγγελματική εμπειρία σε κατάστημα εμπόρου νεότερων κινητών μνημείων, που αποδεικνύεται από βεβαίωση του εργοδότη εμπόρου νεώτερων μνημείων και του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ή κατέχουν πτυχίο ιστορίας της τέχνης χωρίς προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία σε κατάστημα εμπόρου νεότερων μνημείων, ή είναι επιστήμονες επαγγελματίες συναφών μουσείων υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών από την ημέρα διακοπής άσκησης του επαγγέλματος. β. Διαθέτουν κατάλληλο χώρο καταστήματος και αποθήκευσης. Στις νησιωτικές περιοχές, αρχαιοπωλεία και καταστήματα εμπορίας νεότερων κινητών μνημείων ιδρύονται μόνο σε έδρες Περιφέρειας ή Περιφερειακής Ενότητας.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.8.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ Επαναφέρονται οι ακόλουθες διοικητικές άδειες αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής:

1.

Διύλισης (παράγραφος 1 του άρθρου 4 και άρθρο 5 του ν. 3054/2002).

2.

Διάθεσης βιοκαυσίμων (άρθρο 5Α του ν. 3054/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3423/2005).

3.

Άδεια μεταφοράς με αγωγό αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών προϊόντων (παράγραφος 1 του άρθρου 4 και άρθρο 8 του ν. 3054/2002).

4.

Άδειες εμπορίας (παράγραφος 4 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002):

5.

Λιανικής εμπορίας (παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002):

αποκλειστικά για κίνηση οχημάτων μέσω αντλιών,

6.

Αδεια εμφιάλωσης υγραερίων (άρθρο 9 του ν. 3054/2002).

7.

Άδεια για Προμήθεια Πετρελαιοειδών προϊόντων απευθείας από τα διυλιστήρια ή από εισαγωγή, για τις κοινοπραξίες ή τους συνεταιρισμούς, και εφόσον τα προϊόντα προορίζονται αποκλειστικά για την τροφοδοσία των μελών τους και εφόσον κανένα από τα μέλη τους δεν προμηθεύεται, με βάση αποκλειστική σύμβαση, πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο Άδειας Εμπορίας ή δεν φέρει το σήμα του κατόχου του (παράγραφος 10 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002).

8.

Γομωτή – Πυροδότη ν. 2168/1993 (Α΄147) κοινή υπουργική απόφαση (κ.υ.α.) με αριθμό 2254/230/1995 (Β΄ 73), όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί από τις υπ’ αριθ. Φ.6.9/13370/1560/1995 (Β΄677) και Φ6.9/ 25068/1183/1996 (Β΄ 1035) κοινές υπουργικές αποφάσεις, άρθρα 108 έως 110 του νέου Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (υπ’ αριθ. ΥΑ Δ7/Α/οικ.12050/ 2223/23.5.2011 (Β΄1227) υπουργική απόφαση, ν. 3852/2010 (Β΄1227), ν. 3982/2011 (Α΄ 143). ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.9.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ Το καθεστώς της προηγούμενης διοικητικής άδειας επαναφέρεται για τους υπαγόμενους στο άρθρο 1 του ή μη χαρακτήρα ως προς την έκδοση άδειας ίδρυσης, λειτουργίας και αναθεώρησης. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.10.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΕΜΠΟΡΙΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΦΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ

1.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για την άσκηση εμπορίας λιπασμάτων και παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, υποχρεούται να απασχολεί υπεύθυνο επιστήμονα πλήρους απασχόλησης, σε κάθε σημείο εμπορίας των λιπασμάτων και του πολλαπλασιαστικού υλικού και σε κάθε επιχείρηση παραγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού σε κάθε σημείο εμπορίας των λιπασμάτων. Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις εμπορίας λιπασμάτων και παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, όπως οι κατηγορίες των επιχειρήσεων προσδιορίζονται στη Σύσταση αριθ. 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (L 124/36/20.5.2003), δύνανται να απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα μερικής απασχόλησης. Με προεδρικό διάταγμα, μετά από πρόταση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που θα εκδοθεί εντός τριμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης.

2.

Οι επιχειρήσεις εμπορίας λιπασμάτων και παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών απασχολούν υπεύθυνο επιστήμονα, τα προσόντα του οποίου καθορίζονται στις αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφοι 2 και 7 του ν. 1565/1985 (A΄ 164) και των άρθρων 5 παρ. 6 και 15 παρ. 2 του ν. 1564/1985 (Α΄ 164). Οι ως άνω επιχειρήσεις δύνανται να απασχολούν ως υπεύθυνο επιστήμονα και προσωπικό ισότιμα εκπαιδευμένο στην εμπορία λιπασμάτων και στην παραγωγή και εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, ώστε να διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας για τον άνθρωπο, την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος. Με προεδρικό διάταγμα, μετά από πρόταση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που θα εκδοθεί εντός τριμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καθορίζονται το πρόγραμμα, ο φορέας, η διάρκεια της εκπαίδευσης του προσωπικού αυτού, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

3.

Πρόσωπα ισότιμα εκπαιδευμένα σε άλλα κράτη − μέλη της Ε.Ε. για την εμπορία λιπασμάτων και την παραγωγή και εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, ώστε να διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας για τον άνθρωπο, την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος, δύνανται να απασχολούνται ως υπεύθυνοι επιστήμονες στις ως άνω επιχειρήσεις.

4.

Η παράγραφος 13 του άρθρου 35 του ν. 4036/2012 (Α΄ 8) τροποποιείται ως εξής: «13. Ως υπεύθυνοι επιστήμονες ορίζονται γεωπόνοι πτυχιούχοι (ΑΕΙ) και από τους πτυχιούχους (ΤΕΙ) ό,τι ορίζεται στα σχετικά άρθρα του π.δ. 109/1989, της ημεδαπής ή πτυχιούχοι αντίστοιχων ειδικοτήτων σχολών άλλου κράτους − μέλους της Ε.Ε. ή ισότιμου πτυχίου ή διπλώματος αντίστοιχων ειδικοτήτων σχολών χωρών εκτός Ε.Ε. με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μετά από εισήγηση της Συντονιστικής Εθνικής Αρχής του άρθρου 3 παράγραφος 1, που θα εκδοθεί εντός τριμήνου από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι διαδικασίες συμπληρωματικής κατάρτισης και ανάκλησης της δυνατότητας εμπορίας γεωργικών φαρμάκων, σε εφαρμογή της Οδηγίας 2009/128/ΕΚ. Πρόσωπα ισότιμα εκπαιδευμένα σε άλλα κράτη − μέλη της Ε.Ε. για την εμπορία γεωργικών φαρμάκων, ώστε να διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας για τον άνθρωπο, την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος, δύνανται να απασχολούνται ως υπεύθυνοι επιστήμονες στις ως άνω επιχειρήσεις.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.11.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΚΡΕΟΠΩΛΕΣ

1.

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του π.δ. 126/2000 αντικαθίσταται ως εξής: «Η βεβαίωση ή το πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας κρεοπώλη χορηγείται από:

Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ή

σχολές και ιδρύματα της χώρας, ή

− μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή χωρών της αλλοδαπής.»

2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης δύνανται να τροποποιούνται με προεδρικό διάταγμα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 1790/1988 (Α΄134). ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.12.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ

1.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 604/1977 (Α΄163) αντικαθίσταται ως εξής: «Τα κτηνιατρεία και οι κτηνιατρικές κλινικές ιδρύονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία απασχολούν κτηνίατρο ως επιστημονικό υπεύθυνο. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος, φυσικό πρόσωπο, είναι κτηνίατρος, δύναται να ορίζεται ο ίδιος ως επιστημονικός υπεύθυνος του κτηνιατρείου ή της κτηνιατρικής κλινικής.»

2.

Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου καταργείται. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.13.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΕΙΟΥ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ − ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΚΤΟΦΥΛΑΚΗΣ

1.

Για τα ακόλουθα επαγγέλματα αρμοδιότητας του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, επαναφέρονται σε ισχύ περιορισμοί, που εμπίπτουν στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3919/2011, οι οποίοι αφορούν: α. Στον καθορισμό, με απόφαση της Λιμενικής Αρχής, του τρόπου και του χρόνου φυλακής των λαντζών ασφα υπ’ αριθ. 3131.1/07/97/3.12.1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 1136), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2ι του άρθρου 2 του ν. 3919/2011. β. Στον καθορισμό των αποκλειστικών αφετηριών των λαντζών για την διενέργεια των λεμβουχικών εργασιών, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 17, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/07/97/3.12.1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2γ του άρθρου 2 του ν. 3919/2011. γ. Στον καθορισμό υποχρεωτικών δρομολογίων των λαντζών, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 17, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/07/97/3.12.1997 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2ι του άρθρου 2 του ν. 3919/2011. δ. Στην εκτέλεση υποχρεωτικών φυλακών ασφαλείας των ρυμουλκών που δραστηριοποιούνται στο λιμένα, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2, παρ. 2δ του άρθρου 4 και άρθρο 8 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 01 που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/01/93/ 21.4.1993 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 336), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2ι του άρθρου 2 του ν. 3919/2011. ε. Στην άδεια εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής μόνο στην περιοχή της Λιμενικής Αρχής που την εξέδωσε, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθ. 20, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/03/99/6.4.1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2(γ) του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32). στ. Στον καθορισμό, από την Επιτροπή του άρθρου 35 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20, των ειδών των θαλασσίων μέσων αναψυχής και του μέγιστου αριθμού τους σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/03/99/6.4.1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2στ του άρθρου 2 του ν. 3919/2011. ζ. Στον καθορισμό ελάχιστης απόστασης μεταξύ των θέσεων (πόστων) επί του αιγιαλού των εκμισθωτών θαλασσίων μέσων αναψυχής, ίσης με τριακόσια (300) μέτρα σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/03/99/6.4.1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2δ του άρθρου 2 του ν. 3919/2011. η. Στην απαγόρευση του νομίμου εκπροσώπου στην Ελλάδα νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή Ομοσπονδίας που αιτείται την αναγνώρισή του ως Οργανισμού Πιστοποίησης Αυτοδυτών, άσκησης δραστηριοτήτων προμηθευτή, κατασκευαστή, εκμισθωτή ή πωλητή καταδυτικού εξοπλισμού, καθώς και συμμετοχής σε μετοχική δομή ή στη διοίκηση νομικού προσώπου που ασκεί τέτοιες ή συναφείς δραστηριότητες, σύμφωνα με το εδάφιο γγ΄της υποπαραγράφου ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3409/2005 (Α΄ 273) και το εδάφιο εε΄ της υποπαραγράφου στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. 2123/03/28.3.2006 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 449), που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2η του άρθρου 2 του ν. 3919/2011. θ. Στην απαγόρευση Παροχέα Καταδυτικών Υπηρεσιών Αναψυχής να συμμετέχει στη μετοχική δομή ή στη διοίκηση Οργανισμού, αναγνωρισμένου σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3409/2005, που είναι ο Οργανισμός Πιστοποίησης Αυτοδυτών σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. 2123/03/28.3.2006 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 449), που εμπίπτει στον περιορισμό της παραγράφου 2η του άρθρου 2 του ν. 3919/2011.

2.

Επαναφέρεται η υποχρέωση προηγούμενης έκδοσης διοικητικής άδειας για την άσκηση των ακόλουθων επαγγελμάτων αρμοδιότητας του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής: α. Ναυαγοσώστη [παρ. 1 του άρθρου 5 του π.δ. 23/ 2000 (Α΄ 18)]. β. Εκμισθωτή Θαλασσίων Μέσων Αναψυχής [εδάφιο πρώτο και δεύτερο της παρ. 1 του άρθρου 22 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/03/99/6.4.1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β΄ 444), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει]. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.14.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Επαναφέρεται η υποχρέωση προηγούμενης έκδοσης διοικητικής άδειας για την άσκηση των ακόλουθων επαγγελμάτων αρμοδιότητας της Ελληνικής Αστυνομίας − του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη: α. Εμπορία περιστρόφων, πιστολιών, όπλων σκοποβολής και των λοιπών ειδών του άρθρου 6 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147). β. Εμπορία ειδών πυροτεχνίας και συσκευών εκτόξευσης φωτοβολίδων των άρθρων 4 παρ. 1 και 5Α παρ. 2 του ν. 456/1976 (Α΄ 277). γ. Παρασκευή εκρηκτικών υλών, κατασκευή, μετασκευή, συναρμολόγηση, επεξεργασία ή επισκευή πυροβόλων όπλων και λοιπών ειδών του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2168/1993, καθώς και η γόμωση ή αναγόμωση φυσιγγίων πυροβόλων όπλων, πλην κυνηγετικών. δ. Γόμωση φυσιγγίων κυνηγετικών όπλων για εμπορία, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 2168/1993. ε. Κατασκευή ειδών πυροτεχνίας και συσκευών εκτόξευσης φωτοβολίδων των άρθρων 3 και 5Α παρ. 2 του ν. 456/1976. στ. Λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας [άρθρο 2 του ν. 2518/1997 (Α΄ 164)]. ζ. Εργασία προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (άρθρο 3 του ν. 2518/1997). η. Λειτουργία γραφείων ιδιωτικών ερευνών (άρθρο 11 του ν. 2518/1997). θ. Εργασία προσωπικού σε γραφεία ιδιωτικών ερευνών (άρθρο 11 του ν. 2518/1997). ΜΟΥ

1.

Η παράγραφος 6 του άρθρου 14 του ν. 710/1977 (Α΄283), όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 4111/2013 (Α΄18), αντικαθίσταται ως ακολούθως: «6. Η υλοποίηση των ταχύρρυθμων προγραμμάτων του παρόντος άρθρου μπορεί να ανατίθεται απευθείας σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΑΕΙ) της ημεδαπής με τη σύναψη σχετικής σύμβασης με το Υπουργείο Τουρισμού, στην οποία θα περιγράφεται το ανατιθέμενο έργο, το ύψος της αμοιβής του εκπαιδευτικού ιδρύματος, ο τόπος, ο χρόνος υλοποίησης, ο αριθμός των καταρτιζομένων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Το ύψος της αμοιβής του εκπαιδευτικού ιδρύματος επιμερίζεται στους συμμετέχοντες και τα δίδακτρα κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Οι λεπτομέρειες της καταβολής των διδάκτρων από τους συμμετέχοντες ορίζονται στην υπουργική απόφαση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.»

2.

Στο άρθρο 14 του ν. 710/1977, προστίθεται παράγραφος 7 ως ακολούθως: «7. Τα ταχύρρυθμα προγράμματα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου δύνανται να υλοποιούνται και από Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο της υποπαραγράφου Θ.3. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 4111/2013 (Α΄18).» ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ΄: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.1. Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 146Β του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Ως αναπληρωτής του προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου μπορεί να ορίζεται με την απόφαση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.2.

1.

Η περίπτωση β΄ της παρ. 3 του άρθρου 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3731/2008 (Α΄ 263) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α΄54), τροποποιείται ως εξής: «β) υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος, οι πρόεδροι των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119 του παρόντος, ο Υπουργός, καθώς και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης.»

2.

Στο άρθρο 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3731/2008 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού και της οριστικής παύσης δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αλλά σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.3. Στο άρθρο 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007), προστίθεται παρ. 8 ως εξής: «Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού και της οριστικής παύσης δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αλλά σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.4. H παρ. 5 του άρθρου 140 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής: «Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.5. Η παρ. 5 του άρθρου 144 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) αντικαθίσταται ως εξής: «Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.6. Η παρ. 1 του άρθρου 122 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο μηνών από την κλήση σε απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός δύο μηνών από την παραπομπή εκτός αν απαιτείται η διεξαγωγή ανάκρισης οπότε ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων μηνών.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.7. Το άρθρο 126 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 126

1.

Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό Οργανο είτε με την παραπομπή του στα συλλογικά Πειθαρχικά Όργανα των άρθρων 123 και 124 του παρόντος. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός διμήνου από την κλήση σε απολογία, είτε με την έκδο του παρόντος.

2.

Τα Συλλογικά Πειθαρχικά όργανα του άρθρου 123 του παρόντος ολοκληρώνουν την πειθαρχική διαδικασία εντός δύο μηνών από την παραπομπή, είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης είτε με παραπομπή ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ολοκληρώνεται η πειθαρχική διαδικασία εντός διμήνου από την παραπομπή, εκτός εάν απαιτείται η διεξαγωγή ανάκρισης οπότε ολοκληρώνεται εντός τετραμήνου από την παραπομπή.

3.

Η υπαίτια παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Το παράπτωμα αυτό, για τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εκδικάζεται μετά από παραπομπή από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.8. Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 4 του άρθρου 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως τροποποιήθηκαν με την παρ.2 του άρθρου 30 του ν. 3731/2008 και όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, αντικαθίστανται ως εξής: «4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.9. Η παρ. 4 του άρθρου 145 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) αντικαθίσταται ως εξής: «4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.10. Στην παρ. 7 του άρθρου 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3731/2008 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει για την ένσταση εντός τεσσάρων μηνών από την ημέρα περιέλευσης σε αυτό του πλήρους φακέλου της πειθαρχικής διαδικασίας.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.11.

1.

Μετά την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 3074/2002 (Α΄296) προστίθεται παράγραφος 3Α, ως εξής: «3Α. Το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. παρακολουθεί τις πειθαρχικές διαδικασίες στους φορείς της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Για το σκοπό αυτόν κάθε πράξη με την οποία ασκείται πειθαρχική δίωξη και κάθε πειθαρχική απόφαση κοινοποιούνται υποχρεωτικά στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ..»

2.

Στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7Α του ν. 2472/1997 (Α΄ 50) που προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3090/2002 (Α΄ 329), προστίθεται εδάφιο με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Το αυτό ισχύει και για το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που επιβάλλει ο νόμος». ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.12. Η περίπτωση 3 της υποπαραγράφου Ζ.2 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται. Σε περίπτωση κατάργησης θέσεων σε Ν.Π.Ι.Δ., προβλέπεται καταγγελία της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.» ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ΄: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2011/7 ΤΗΣ 16ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.1.: ΣΚΟΠΟΣ (Άρθρο 1 παρ. 1 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Σκοπός των διατάξεων της παρούσας παραγράφου είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 «για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές», προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτόν η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων (ΜΜΕ). ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.2.: ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ (Άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 3 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών. Εξαιρούνται οφειλές που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών αναδιάρθρωσης χρέους (άρθρο 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα). ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.3.: ΟΡΙΣΜΟΙ (Άρθρο 2 Οδηγίας 2011/7) Κατά την έννοια του νόμου αυτού: 1) «Εμπορική συναλλαγή»: κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής. 2) «Δημόσια αρχή»: κάθε αναθέτουσα αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ του π.δ. 59/2007 (Α΄ 63/ άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) και του άρθρου 2 παράγραφος 9 του π.δ. 60/2007 (Α΄ 64/ άρθρο 1 παράγραφος 9 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ), ανεξαρτήτως του αντικειμένου ή της αξίας της σύμβασης. οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. 4) «Καθυστέρηση πληρωμής»: η μη πραγματοποίηση πληρωμής εντός της συμβατικής ή της νόμιμης προθεσμίας, εφόσον πληρούνται οι όροι της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.4. ή της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.5.. 5) «Τόκος υπερημερίας»: ο νόμιμος τόκος υπερημερίας ή ο τόκος με επιτόκιο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ επιχειρήσεων, υπό τους όρους που καθορίζονται στην υποπαράγραφο Ζ.8.. 6) «Νόμιμος τόκος υπερημερίας»: ο απλός τόκος για την καθυστερημένη πληρωμή σε επιτόκιο το οποίο είναι ίσο προς το σύνολο του επιτοκίου αναφοράς συν οκτώ επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες. 7) «Επιτόκιο αναφοράς»: το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πλέον πρόσφατες βασικές της πράξεις αναχρηματοδότησης. 8) «Οφειλόμενο ποσό»: το κυρίως ποσό που θα έπρεπε να έχει καταβληθεί μέσα στη συμβατική ή τη νόμιμη προθεσμία πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των επιβαλλόμενων φόρων, δασμών, τελών ή επιβαρύνσεων που καθορίζονται στο τιμολόγιο ή σε άλλο ισοδύναμο για την πληρωμή έγγραφο. 9) «Παρακράτηση της κυριότητας»: κάθε συμβατική συμφωνία, με βάση την οποία ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των πωλουμένων αγαθών μέχρις ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα. 10) «Εκτελεστός τίτλος»: κάθε απόφαση, διάταξη ή διαταγή πληρωμής εκδιδόμενη από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι προσωρινά εκτελεστές, είτε προς άμεση καταβολή είτε κατά δόσεις, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον δανειστή να απαιτήσει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστική εκτέλεση έναντι του οφειλέτη. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.4.: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (Άρθρο 3 Οδηγίας 2011/7)

1.

Στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, ο δανειστής δικαιούται τόκο υπερημερίας χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εμπρόθεσμα, εκτός και εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.

2.

Επιτόκιο αναφοράς για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους και για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους, το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.

3.

Στην περίπτωση συνδρομής των όρων της περίπτωσης 1, ο δανειστής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της προθεσμίας πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. Εάν η ημερομηνία ή η προθεσμία πληρωμής δεν ορίζεται στη σύμβαση, ο δανειστής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας κατά την εκπνοή οποιουδήποτε από τα εξής χρονικά όρια: ή άλλου ισοδύναμου για την πληρωμή εγγράφου·

ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου δεν είναι βέβαιη, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών·

ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών·

διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή το ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία κατά την οποία συντελείται η αποδοχή ή η επαλήθευση, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή.

4.

Όταν προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, η μέγιστη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8..

5.

Η προθεσμία πληρωμής που καθορίζεται στη σύμβαση δεν υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8..

6.

Στην περίπτωση που στη σύμβαση δεν ορίστηκε επιτόκιο υπερημερίας ή αυτό που συμφωνήθηκε είναι καταχρηστικό για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8., ισχύει το νόμιμο. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.5.: ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΑΡΧΩΝ (Άρθρο 4 Οδηγίας 2011/7)

1.

Κατά τις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, ο δανειστής δικαιούται, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζουν οι περιπτώσεις 3, 4 ή 6, νόμιμο τόκο υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εμπρόθεσμα, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.

2.

Επιτόκιο αναφοράς για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους και για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους, το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.

3.

Στις εμπορικές συναλλαγές, στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, η προθεσμία πληρωμής δεν υπερβαίνει κανένα από τα ακόλουθα όρια: ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου·

ή ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου δεν είναι βέβαιη, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών·

ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών·

διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία κατά την οποία συντελείται η αποδοχή ή η επαλήθευση, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή.

4.

Οι προθεσμίες της περίπτωσης 3 υποπερίπτωση α΄ της παρούσας υποπαραγράφου ορίζονται σε εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες, για:

υπόκειται, ως δημόσια επιχείρηση, στις απαιτήσεις διαφάνειας της Οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006 για τη διαφάνεια των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών − μελών και των δημόσιων επιχειρήσεων, καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων.

όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α΄247), που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α΄141), όπως ισχύει, που παρέχουν υγειονομική μέριμνα και είναι κατάλληλα αναγνωρισμένα για το σκοπό αυτόν, καθώς και ο ΕΟΠΥΥ (άρθρο 18 του ν. 3918/2011).

5.

Η μέγιστη διάρκεια της διαδικασίας αποδοχής ή επαλήθευσης κατά την παράγραφο 3 στοιχείο α΄ σημείο δ΄ δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και σε οποιαδήποτε έγγραφα υποβολής προσφοράς και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον δανειστή υπό την έννοια της υποπαραγράφου Ζ.8..

6.

Η προθεσμία πληρωμής που ορίζεται στη σύμβαση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τα χρονικά όρια που προβλέπονται στην περίπτωση 3, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και με την προϋπόθεση ότι τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά από την ιδιαίτερη φύση ή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση η προθεσμία δεν υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες.

7.

Η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου δεν αποτελεί αντικείμενο συμβατικής συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και του δανειστή. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.6.: ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ (Άρθρο 5 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνούν, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, χρονοδιάγραμμα πληρωμής με το οποίο θα προβλέπεται η καταβολή του οφειλόμενου ποσού σε δόσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, εάν οποιαδήποτε από τις δόσεις δεν καταβληθεί έως τη συμφωνημένη ημερομηνία, ο τόκος και η αποζημίωση που προβλέπονται από την παρούσα παράγραφο Ζ΄ υπολογίζονται με αποκλειστική βάση τα ληξιπρόθεσμα ποσά. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.7.: ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ (Άρθρο 6 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.

Ο δανειστής δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση από τον οφειλέτη το κατ’ αποκοπήν ποσό των σαράντα (40) ευρώ εφόσον καθίσταται απαιτητός τόκος υπερημερίας σε εμπορικές συναλλαγές σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.4. ή την υποπαράγραφο Ζ.5..

2.

Το κατά την περίπτωση 1 κατ’ αποκοπήν ποσό είναι απαιτητό χωρίς να απαιτείται όχληση και καταβάλλεται ως αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης του δανειστή.

3.

Ο δανειστής δικαιούται, επιπλέον του κατά την περίπτωση 1 κατ’ αποκοπήν ποσού, να ζητήσει από τον οφειλέτη εύλογη αποζημίωση για οποιαδήποτε σχετικά υπολειπόμενα έξοδα είσπραξης, που οφείλονται στην καθυστερημένη πληρωμή του οφειλέτη. Ως έξοδα είσπραξης λογίζονται μεταξύ άλλων και η δαπάνη για την αμοιβή πληρεξουσίου δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.8.: ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ (Άρθρο 7 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.

Συμβατικός όρος ή πρακτική που αφορά την ημερομηνία ή την προθεσμία πληρωμής, το επιτόκιο για την καθυστέρηση της πληρωμής ή την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης, δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα στην περίπτωση που έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα για τον πιστωτή. Για την εκτίμηση του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικού όρου ή πρακτικής για τον δανειστή, υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου, συνεκτιμώνται όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων:

5 της υποπαραγράφου Ζ.4., την υποπερίπτωση α΄ της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Ζ.5., την περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.5. και την περίπτωση 6 της υποπαραγράφου Ζ.5. ή από το κατ’ αποκοπήν ποσό κατά την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.7..

2.

Για τους σκοπούς της περίπτωσης 1, συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει τη χρέωση τόκου για την καθυστέρηση της πληρωμής έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

3.

Για τους σκοπούς της περίπτωσης 1, συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.8. θεωρείται ότι έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

4.

Κατά την έννοια της περίπτωσης 1, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προς όφελος των δανειστών και των ανταγωνιστών ώστε να αποτρέπεται της περίπτωσης 1. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.9.: ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΓΩΓΗ (Παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 7 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Οργανώσεις παραγωγών, εμπόρων και επιχειρήσεων μπορούν, για το συμφέρον των δανειστών του νόμου αυτού και την προστασία του ανταγωνισμού, να ζητήσουν από το δικαστήριο την παράλειψη της διατύπωσης και της χρήσης στις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, γενικών όρων προφανώς καταχρηστικών κατά την έννοια της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.8., οι οποίοι αφορούν το χρόνο πληρωμής ή τις συνέπειες της καθυστέρησης της πληρωμής της αμοιβής. Στη συλλογική αγωγή του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 17 έως 19 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994 (Α΄ 191). ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.10.: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΓΙΑ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ (Άρθρο 10 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.

Οι αγωγές ή αιτήσεις ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής που αφορούν μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, δικάζονται κατ’ εξαίρεση, ανεξαρτήτως του ύψους της οφειλής, στη συντομότερη, κατά το δυνατόν, δικάσιμο. Ο εκτελεστός τίτλος επί των αγωγών ή αιτήσεων αυτών εκδίδεται μέσα σε ενενήντα (90) ημερολογιακές ημέρες από την κατάθεσή τους. Στο ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν περιλαμβάνονται οι προθεσμίες κλήτευσης του εναγομένου ή του καθ’ ου η αίτηση και όλες γενικά οι δικονομικές προθεσμίες που μεσολαβούν έως τη συζήτηση της αγωγής ή της αίτησης, ούτε οι καθυστερήσεις που οφείλονται στον ενάγοντα ή αιτούντα δανειστή.

2.

Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1896/2006. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.11.: ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ (Άρθρο 9 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ)

1.

Ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των αγαθών έως ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα, εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητώς μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή, πριν από την παράδοση των αγαθών, ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας.

2.

Διατάξεις που αφορούν προκαταβολές πληρωμών, οι οποίες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον οφειλέτη, παραμένουν σε ισχύ. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.12.: ΕΥΝΟΪΚΟΤΕΡΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ (Άρθρο 12 παρ. 3 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Σε περιπτώσεις που οι κείμενες διατάξεις είναι, σε σύγκριση με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, ευνοϊκότερες για τον δανειστή, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.13.: ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ (Άρθρο 8 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων διασφαλίζει πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα παράγραφο, μεταξύ άλλων με τη δημοσίευση του ισχύοντος νόμιμου επιτοκίου υπερημερίας. Το Υπουργείο μπορεί για το σκοπό αυτόν να: (α) χρησιμοποιεί, εφόσον απαιτείται, τον ειδικευμένο τύπο, εκστρατείες πληροφόρησης ή κάθε άλλο αποτελεσματικό μέσο για να αποκτήσουν οι επιχειρήσεις αυξημένη επίγνωση των τρόπων επανόρθωσης για τις καθυστερήσεις πληρωμής μεταξύ των επιχειρήσεων· (β) ενθαρρύνει την κατάρτιση κωδικών έγκαιρης πληρωμής, με πρόβλεψη σαφώς καθορισμένων προθεσμιών πληρωμής και κατάλληλης διαδικασίας για τη διευθέτηση κάθε αμφισβητούμενης πληρωμής ή κάθε πρωτοβουλία που αντιμετωπίζει το ζήτημα των καθυστερήσεων πληρωμής και συμβάλλει στην καλλιέργεια νοοτροπίας έγκαιρων πληρωμών. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.14.: ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (Άρθρο 12 παρ. 4 και άρθρο 13 Οδηγίας 2011/7/ΕΕ) Το π.δ. 166/2003 (Α΄ 138) καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Οι διατάξεις του όμως παραμένουν ισχυρές για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.15.: ΈΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από 16 Μαρτίου 2013. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η΄: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η.1.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3526/ 2007 (Α΄ 24)

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3526/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Επιτρέπεται η ίδρυση πρατηρίου άρτου σε χώρους που πληρούν τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντα Οικοδομικού Κανονισμού. Αν το πρατήριο άρτου δεν αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, επιτρέπεται η ίδρυσή του σε όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών πλην των κρεοπωλείων, των πτηνοπωλείων, των ιχθυοπωλείων, των περιπτέρων και των καταστημάτων ψιλικών, σε χώρο σαφώς διαχωρισμένο και τηρουμένων των υγειονομικών διατάξεων.»

2.

Η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3526/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η εγκατάσταση περάτωσης έψησης μπορεί να αποτελεί είτε αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα είτε τμήμα μικτού καταστήματος τροφίμων ή υπεραγοράς τροφίμων, που διαχωρίζεται, στην περίπτωση αυτή, με κινητό ή σταθερό χώρισμα. Αν η εγκατάσταση αυτή αποτελεί τμήμα μικτού καταστήματος τροφίμων ή υπεραγοράς τροφίμων, μπορεί να βρίσκεται μέσα ή έξω από το κατάστημα ή την υπεραγορά τροφίμων, ως αυτοτελής και ανεξάρτητος χώρος. Ο χώρος της εγκατάστασης περάτωσης έψησης περιλαμβάνει: χώρο αποθήκευσης των ενδιάμεσων προϊόντων αρτοποιίας, χώρο προετοιμασίας των προϊόντων αυτών προς έψηση, χώρο εκκλιβάνισης, χώρο επαναφοράς των ενδιάμεσων εγκατάσταση περάτωσης έψησης αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, απαιτείται να διαθέτει αποδυτήριο και αποχωρητήριο με τις προδιαγραφές που ορίζονται, κατά περίπτωση, από τις κείμενες υγειονομικές διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις του Κτιριοδομικού Κανονισμού.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η.2.: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 2515/ 1997 ΚΑΙ ΤΟΥ Π.Δ. 340/1998

1.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/ 1997 (Α΄ 154) αντικαθίσταται ως εξής: «Η επαγγελματική ταυτότητα του Λογιστή Φοροτεχνικού διακρίνεται σε επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ και Β΄ τάξης:».

2.

Η περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «α. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στους κατόχους απολυτηρίου Γενικού Λυκείου, οι οποίοι ασκούν επί επτά (7) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους απολυτηρίου Επαγγελματικού Λυκείου ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου Οικονομίας, οι οποίοι ασκούν επί έξι (6) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους πτυχίου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) Λογιστικής, οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους αποφοίτους των μακροχρόνιων προγραμμάτων κατάρτισης του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητας (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή.»

3.

Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010 (Α΄ 78).»

4.

Η περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 καταργείται.

5.

Η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αναριθμείται σε περίπτωση γ΄ και αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ τάξης χορηγείται στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010, που ασκούν επί τριετία το επάγγελμα του Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης».

6.

Οι περιπτώσεις ε΄ και στ΄ του άρθρου 1 του ν. 2515/ 1997 αναριθμούνται σε δ΄ και ε΄ αντίστοιχα και η περίπτωση ζ΄ αναριθμείται σε στ΄ και αντικαθίσταται ως εξής: «στ. Μεταβατικές Διατάξεις: i. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μη πτυχιούχοι, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Δ΄ ή Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης. ii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του Ο.Ε.Ε., που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με τη συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Γ΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περίπτωσης ε΄ ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης. iii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του Ο.Ε.Ε., που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από τη συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περίπτωσης ε΄ ανωτέρω. iv. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με τη συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περίπτωσης ε΄ ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης. v. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από τη συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περίπτωσης ε΄ ανωτέρω. vi. Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης συνεχίζουν ακωλύτως να ασκούν το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα. vii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, μέχρι τη συμπλήρωση της απαιτούμενης προϋπηρεσίας για την απόκτηση επαγγελματικής ταυτότητας Α΄ τάξης, συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμα

7.

Το άρθρο 3 του π.δ. 340/1998 (Α΄ 228) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 3 Περιεχόμενο Επαγγελματικής Δραστηριότητας Το περιεχόμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας των λογιστών φοροτεχνικών κατά κατηγορία επαγγελματικής ταυτότητας καθορίζεται ως ακολούθως:

φοροτεχνικού Β΄ τάξης διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων απλογραφικά βιβλία.

φοροτεχνικού Α΄ τάξης διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων απλογραφικά και διπλογραφικά βιβλία.»

8.

Το άρθρο 5 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 5 Απόκτηση επαγγελματικής ταυτότητας ανώτερης κατηγορίας Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Β΄ τάξης μπορούν να αποκτήσουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από προηγουμένη παρακολούθηση των προβλεπόμενων στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως ισχύει, επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγηση κατά τη διάρκεια παρακολούθησης αυτών και εφόσον είναι μέλη του Ο.Ε.Ε., πτυχιούχοι τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, πτυχιούχοι των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) ή πληρούν τις προϋποθέσεις του π.δ. 38/2010 και έχουν συμπληρώσει τριετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στην άσκηση του επαγγέλματος ως λογιστές φοροτεχνικοί κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η.3.: ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ 1.α. Το στοιχείο 4 της παρ. Α΄ του άρθρου 2 του π.δ. 51/2006 (Α΄53) αντικαθίσταται ως εξής: «4. Οι επαγγελματικές άδειες εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2323/1995 (Α΄ 145) για χρονική περίοδο τριών (3) ετών και ανανεώνονται κάθε φορά ισόχρονα με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων του Οργανισμού Λαϊκών Αγορών Αττικής και Θεσσαλονίκης για τις λαϊκές αγορές της Περιφέρειας Αττικής ή της Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ή με απόφαση του οικείου δήμου, για τις λαϊκές αγορές της υπόλοιπης χώρας, εφόσον όλες οι κατά το άρθρο 1 του παρόντος προϋποθέσεις εξακολουθούν να συντρέχουν στο πρόσωπο του αδειούχου. Με αποφάσεις των αρμόδιων υπηρεσιών καθορίζονται ο τόπος και ο τρόπος υποβολής της αίτησης και η προθεσμία ανανέωσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών και μεγαλύτερη του ενός (1) μηνός από τη λήξη της άδειας. Οι αποφάσεις αυτές τοιχοκολλούνται στα καταστήματα των ανωτέρω υπηρεσιών, αναρτώνται στην ιστοσελίδα τους ή δημοσιεύονται σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες ή σε δύο (2) ημερήσιες ή εβδομαδιαίες τοπικές εφημερίδες αντίστοιχα και κοινοποιούνται με απόδειξη στις Ομοσπονδίες και τους Συλλόγους των επαγγελματιών πωλητών. Για την ανανέωση, οι πωλητές κάτοχοι επαγγελματικών αδειών υποβάλλουν εντός της προθεσμίας που ορίζει η απόφαση και επιπλέον των δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έκδοση της άδειας:

Δ.Ο.Υ. και

β. Όλες οι υφιστάμενες άδειες λήγουν αυτοδικαίως την 31η Οκτωβρίου 2014 και ανανεώνονται εφεξής σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση α΄ της παρούσας περίπτωσης.

2.

Τα στοιχεία 1 και 2 της παρ. Ε΄ του άρθρου 2 του π.δ. 51/2006 (Α΄53) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Οι επαγγελματικές άδειες πωλητών λαϊκών αγορών είναι προσωποπαγείς και αμεταβίβαστες. Κατ’ εξαίρεση, με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων του Οργανισμού Λαϊκών Αγορών Αττικής και Θεσσαλονίκης για τις λαϊκές αγορές της Περιφέρειας Αττικής ή της Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ή με απόφαση του οικείου δήμου, για τις λαϊκές αγορές της υπόλοιπης χώρας, επιτρέπεται άπαξ μόνον η μεταβίβαση κατά σειρά προτεραιότητας στον/στη σύζυγο ή σε ένα εκ των συνοικούντων και προστατευόμενων τέκνων με ταυτόχρονη παραίτηση από το δικαίωμα των λοιπών και εφόσον διαθέτουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του παρόντος:

αίτηση ιδιότητα.

2.

α) Η μεταβίβαση πραγματοποιείται κατόπιν αιτήσεως των δικαιούχων εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη γέννηση του δικαιώματος. Σε περίπτωση παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας η ισχύς της άδειας παύει αυτοδικαίως.

δικαιούνται την άδεια κατά την ως άνω σειρά προτεραιότητας γίνεται εγγράφως και φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από δημόσια Αρχή.».

3.

Κάθε διάταξη αντίθετη προς την παρούσα υποπαράγραφο καταργείται. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ΄: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ.1.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ

1.

Η περίπτωση 17 της υποπαραγράφου Θ.3. της παραγράφου Θ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) αντικαθίσταται ως εξής: «Αναπόσπαστο στοιχείο των αδειών των περιπτώσεων 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου αποτελεί ο διακριτικός τίτλος («διακριτικός τίτλος άδειας ίδρυσης επωνυμία (εάν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο) ή το διακριτικό τίτλο (εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων) και β) τον τίτλο του τύπου της παρεχόμενης εκπαίδευσης (τυπικής ή άτυπης) ή το αρκτικόλεξο αυτού ως ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα (Κε.Δι.Βι.Μ.1) και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο (Κε.Δι.Βι.Μ.2), Φροντιστηρίου ή Κέντρου Ξένων Γλωσσών.»

2.

Η υποπαράγραφος Θ.6. της παραγράφου Θ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται, από την έναρξη ισχύος του ν. 4093/2012, ως εξής: «Θ.6.

1.

Η συστέγαση διαφορετικών μονάδων παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης (τυπικής ή άτυπης), οι οποίες ανήκουν στο αυτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων, επιτρέπεται. Η ταυτόχρονη συλλειτουργία στoυς ίδιους διδακτικούς ή εργαστηριακούς χώρους διαφορετικών μονάδων παροχής εκπαίδευσης (τυπικής ή άτυπης) απαγορεύεται.

2.

Η συστέγαση νηπιαγωγείων με παιδικούς σταθμούς του ιδίου ιδιοκτήτη επιτρέπεται υπό τις κάτωθι σωρευτικές προϋποθέσεις: α) χρήση διαφορετικών αιθουσών διδασκαλίας για τον παιδικό σταθμό και το νηπιαγωγείο και β) μη υπέρβαση του μέγιστου αριθμού νηπίων που έχει εγκριθεί με τις άδειες των εκπαιδευτικών μονάδων για έκαστο αυτοτελές κτήριο ή όροφο σε πολυώροφο κτήριο.

3.

Η από κοινού προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση, διαφήμιση ή επιγραφή των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης που αδειοδοτούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω πρέπει να πραγματοποιείται με τη χρήση του εκάστοτε διακριτικού τίτλου άδειας ίδρυσης και λειτουργίας προκειμένου να μην προκαλείται σύγχυση ή κίνδυνος σύγχυσης ή παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τον πάροχο των επί μέρους εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το είδος, το επίπεδο και τον απονεμόμενο τίτλο των παρεχόμενων σπουδών.

4.

Οι κτηριακές εγκαταστάσεις και το σύνολο των λοιπών υποδομών των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ενα, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και των Ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), καθώς και των Φροντιστηρίων και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, δύναται να χρησιμοποιούνται εκτός διδακτικού ωραρίου.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ.2.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

1.

Η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 1566/1985 (Α΄ 167) αντικαθίσταται ως εξής: «5. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η λειτουργία επταθέσιων έως και ενδεκαθέσιων δημοτικών σχολείων, καθώς και δημοτικών σχολείων άνω των δωδεκαθέσιων, όταν το επιβάλλουν λειτουργικοί και παιδαγωγικοί λόγοι όπως είναι ο αριθμός των μαθητών, οι διατιθέμενοι χώροι διδασκαλίας και οι αποστάσεις μεταξύ των σχολείων.»

2.

α. Η παρ. 13 του άρθρου 14 του ν. 1566/1985 αντικαθίσταται ως εξής: «13. Οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και διεξαγωγής πρακτικών ασκήσεων από το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται από 1.9.2013 ως εξής:

σχολών ώρες 10 όταν λειτουργούν με τρία έως πέντε τμήματα τάξεων, ώρες 9 όταν λειτουργούν με έξι έως εννέα τμήματα τάξεων, ώρες 7 όταν λειτουργούν με δέκα έως δώδεκα τμήματα τάξεων και ώρες 5 όταν λειτουργούν με περισσότερα από δώδεκα τμήματα τάξεων. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν υπολογίζεται ως τμήμα εκείνο που έχει αριθμό μαθητών μικρότερο από το μισό του προβλεπόμενου ανώτατου αριθμού.

κατηγορίας ΠΕ ώρες 23 αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας, ώρες 21 αν έχουν από έξι μέχρι δώδεκα έτη υπηρεσίας και ώρες 20 αν έχουν πάνω από δώδεκα έτη υπηρεσίας.

24 εάν έχουν έως επτά έτη υπηρεσίας, ώρες 21 εάν έχουν επτά μέχρι δεκατρία έτη υπηρεσίας και ώρες 20 εάν έχουν πάνω από δεκατρία έτη υπηρεσίας.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις σχετικά με τον καθορισμό των εβδομαδιαίων διδακτικών ωρών δεν δημιουργούν επιπλέον δημοσιονομική δαπάνη ή άλλο είδος οικονομικής αξίωσης.» β. Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 2413/1996 (Α΄ 124) διατηρείται σε ισχύ.

3.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των κενών θέσεων, των λειτουργικών αναγκών και των τυχόν υπεραριθμιών, με σκοπό το διορισμό μόνιμων ή την πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και τις μεταθέσεις, τις μετατάξεις και τις αποσπάσεις μόνιμων εκπαιδευτικών.

4.

Οι εκπαιδευτικοί της ιδιωτικής εκπαίδευσης που δεν συμπληρώνουν το υποχρεωτικό τους διδακτικό ωράριο, με βάση το προβλεπόμενο ωρολόγιο πρόγραμμα διδασκαλίας, μπορούν είτε: α) να απασχολούνται λιγότερες ώρες από αυτές του υποχρεωτικού τους ωραρίου, με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις αποδοχές εκπαιδευτικού με διδακτικό ωράριο δώδεκα (12) ωρών, είτε β) να απασχολούνται μέχρι και της συμπληρώσεως του υποχρεωτικού τους ωραρίου σε σχολικές δράσεις όπως είναι η ενισχυτική διδασκαλία, η πρόσθετη διδακτική στήριξη, η ενίσχυση της γλωσσομάθειας, οι αθλητικές, πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες στο σχολείο που υπηρετούν ή σε άλλο σχολείο που ίδιου ιδιοκτήτη που λειτουργεί στην ίδια πόλη. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται σε όσους εκπαιδευτικούς έχουν προσληφθεί ή προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης έως και δώδεκα (12) ώρες για τους όποιους ισχύουν τα οριζόμενα στις οικείες συμβάσεις. στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της περίπτωσης 4. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι.1.: ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΔΙΚΤΥΑ

1.

Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129) αντικαθίσταται ως εξής: «α) για τους οποίους απαιτείται έκδοση άδειας παραγωγής, ο υποψήφιος παραγωγός προσκομίζει στον αρμόδιο Διαχειριστή την απόφαση ΕΠΟ ή πρότυπων περιβαλλοντικών δεσμεύσεων (Π.Π.Δ.) του σταθμού, εφόσον απαιτείται κατά περίπτωση, προκειμένου για την έκδοση οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης, που δεσμεύει τον αρμόδιο Διαχειριστή και τον δικαιούχο για τρία (3) έτη.»

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)