Νόμοι — ΦΕΚ A' 111/2009
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 111 9 Ιουλίου 2009
Κύρωση του Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που υπογράφηκε στις 26.5.1999, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 3(2) της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, που υπογράφηκε στις 25.6.2003 και των Ρηματικών Διακοινώσεων με αριθμούς ΑΣ 199 του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας και 116/ PΟL/09 της Πρεσβείας των Ηνωμένων πολιτειών της Αμερικής.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, το Πρωτόκολλο που υπογράφηκε στις 18.1.2006 στην Ουάσιγκτον μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με τη Σύμβαση περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στις 26.5.1999, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 3(2) της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, που υπογράφηκε στις 25.6.2003. Το κείμενο του Πρωτοκόλλου, στο πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, έχει ως εξής: Πρωτόκολλο στη Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που υπογράφηκε στις 26.5.1999, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 3(2) της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, που υπογράφηκε στις 25.6.2003 Όπως προβλέπεται στο Άρθρο 3(2) της Συμφωνίας σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που υπογράφηκε στις 25.6.2003 (εφεξής: «η Συμφωνία αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕΗΠΑ»), οι Κυβερνήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής αναγνωρίζουν ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας αυτής, η Συμφωνία αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ εφαρμόζεται σε σχέση με τη διμερή Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που υπογράφηκε στις 26.5.1999 (εφεξής: «η Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής») σύμφωνα με τους εξής όρους:
Άρθρο 1
Σύμφωνα με το Άρθρο 4 της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ, τα εξής εφαρμόζονται προς συμπλήρωση των όρων της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής: «Εντοπισμός τραπεζικών πληροφοριών
(α) Κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος κράτους, το προς ό η αίτηση κράτος εξακριβώνει ταχέως, συμφωνά με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, αν οι εγκατεστημένες στην επικράτεια του τράπεζες κατέχουν πληροφορίες ως προς το αν ένα συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ύποπτο ή κατηγορούμενο για ποινικό αδίκημα είναι δικαιούχος τραπεζικού λογαριασμού ή λογαριασμών. Το προς ό η αίτηση κράτος γνωστοποιεί ταχέως τα πορίσματα των ερευνών του στο αιτούν κράτος. (β) Οι ενέργειες οι οποίες περιγράφονται στο στοιχείο (α) είναι δυνατόν να επιχειρούνται και για τον εντοπισμό: (i) πληροφοριών σχετικών με φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν καταδικασθεί για ή ενέχονται κατ’ άλλον τρόπο σε ποινικό αδίκημα, (ii) πληροφοριών που βρίσκονται στην κατοχή μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ή (iii) χρηματοοικονομικών συναλλαγών μη σχετιζόμενων με λογαριασμούς.
Επιπλέον των απαιτήσεων του Άρθρου 4(2) της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, στην αίτηση πληροφοριών που περιγράφεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνονται: 5479 λόγω λογαριασμών ή συναλλαγών, και (β) επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή του προς ό η αίτηση κράτους: (i) να υποψιάζεται ευλόγως ότι το συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο όντως έχει εμπλακεί σε ποινικό αδίκημα και ότι τράπεζες ή μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο έδαφος του προς ό η αίτηση κράτους ενδέχεται να διαθέτουν τις ζητούμενες πληροφορίες, και (ii) να συμπεράνει ότι οι ζητούμενες πληροφορίες έχουν σχέση με τη σχετική ανάκριση ή ποινική δίωξη. (γ) στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με το ποια τράπεζα ή μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να ενέχεται, και άλλες πληροφορίες χάρη στις οποίες μπορεί να περιορισθεί η έκταση των ερευνών.
Οι δυνάμει του παρόντος Άρθρου αιτήσεις συνδρομής διαβιβάζονται μεταξύ: (α) για την Ελληνική Δημοκρατία, του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και (β) για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, του επιτετραμμένου για την Ελληνική Δημοκρατία: (i) του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (U.S. Department of Justice), Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Drug Enforcement Administration), ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του. (ii) του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (U.S. Department of Homeland Security), Γραφείο Μετανάστευσης και Τελωνείων (Bureau of Immigration and Customs Enforcement), ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του. (iii) του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (U.S. Department of Justice), Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (Federal Bureau of Investigation), ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μπορούν, αφού τεθεί σε ισχύ το παρόν Πρωτόκολλο, να συμφωνήσουν, με ανταλλαγή διπλωματικής διακοίνωσης, να τροποποιήσουν τις διαύλους μέσω των οποίων υποβάλλονται οι κατά το παρόν Άρθρο αιτήσεις.
Η Ελληνική Δημοκρατία και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρέχουν συνδρομή δυνάμει του παρόντος Άρθρου σε σχέση με το ξέπλυμα χρήματος και τις τρομοκρατικές δραστηριότητες που τιμωρούνται δυνάμει του δικαίου και του αιτούντος και του προς ό η αίτηση κράτους καθώς και σε σχέση με κάθε άλλη εγκληματική δραστηριότητα που μπορεί να γνωστοποιήσουν η μία στην άλλη.
Το προς ό η αίτηση κράτος ανταποκρίνεται σε αίτηση για προσκόμιση στοιχείων σχετικών με λογαριασμούς ή συναλλαγές που έχουν εντοπισθεί σύμφωνα με το παρόν Άρθρο, σύμφωνα με τις άλλες διατάξεις της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής.»
Άρθρο 2
Σύμφωνα με το Άρθρο 5 της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ, τα εξής εφαρμόζονται προς συμπλήρωση των όρων της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής: «Κοινές ερευνητικές ομάδες
Κοινές ερευνητικές ομάδες μπορούν να συγκροτηθούν και να λειτουργούν στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αντιστοίχως, με σκοπό τη διευκόλυνση των ανακρίσεων και ποινικών διώξεων όπου υπεισέρχονται ένα ή περισσότερα κράτη − μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο από την Ελληνική Δημοκρατία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής:
Οι διαδικασίες δυνάμει των οποίων πρόκειται να λειτουργήσει η ομάδα, όπως η σύνθεση, η διάρκεια, η έδρα, η οργάνωση, τα καθήκοντα και ο σκοπός της και οι όροι συμμετοχής των μελών της ομάδας ενός κράτους σε έρευνες στο έδαφος άλλου κράτους συμφωνούνται μεταξύ των αρμοδίων αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διερεύνηση ή τη δίωξη εγκλημάτων, όπως καθορίζονται από τα αντίστοιχα ενδιαφερόμενα κράτη.
Οι αρμόδιες αρχές που καθορίζονται από τα αντίστοιχα ενδιαφερόμενα κράτη επικοινωνούν απευθείας για τους σκοπούς της συγκρότησης και λειτουργίας αυτών των ομάδων, εκτός εάν η εξαιρετική πολυπλοκότητα, το εύρος της έρευνας ή άλλες σχετικές συνθήκες θεωρείται ότι απαιτούν έναν πιο κεντρικό συντονισμό ως προς μερικές ή και όλες τις πτυχές, οπότε τα κράτη μπορούν να συμφωνήσουν άλλους κατάλληλους διαύλους επικοινωνίας προς τούτο.
Όταν, για τους σκοπούς της ερευνητικής ομάδας, απαιτούνται μέτρα έρευνας σε ένα από τα κράτη που την έχουν συγκροτήσει, ένα μέλος της ομάδας που προέρχεται από το εν λόγω κράτος μπορεί να ζητήσει από τις δικές του αρμόδιες αρχές να λάβουν τα μέτρα αυτά χωρίς να χρειάζεται να υποβάλουν τα άλλα κράτη αίτηση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Οι απαιτούμενες νομικές προϋποθέσεις για τη λήψη του μέτρου στο εν λόγω κράτος είναι οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τις εσωτερικές του δραστηριότητες έρευνας.»
Άρθρο 3
Σύμφωνα με το Άρθρο 6 της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ, τα εξής εφαρμόζονται προς συμπλήρωση των όρων της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής: «Tηλεεικονοδιασκέψεις
Η χρησιμοποίηση τεχνολογίας μετάδοσης εικόνων διατίθεται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για τη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων στα πλαίσια διαδικασίας για την οποία είναι διαθέσιμη η αμοιβαία δικαστική συνδρομή από μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες ευρισκόμενους στο προς ό η αίτηση κράτος. Εφόσον το παρόν άρθρο δεν ορίζει ρητώς σχετικά με το θέμα αυτό, οι λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της διαδικασίας είναι εκείνες που προβλέπονται στη Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής,
Εκτός αν συμφωνηθεί άλλως μεταξύ του αιτούντος κράτους και του προς ό η αίτηση κράτους, το αιτούν κράτος επωμίζεται το κόστος της δημιουργίας και λειτουργίας της τηλεεικονοσύνδεσης. Τα άλλα έξοδα που ανακόπτουν κατά την παροχή της συνδρομής (συμπεριλαμβανομένου του κόστους των μετακινήσεων των συμμετεχόντων στο προς ό η αίτηση κράτος) καλύπτονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Άρθρου 6 της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής.
Το αιτούν κράτος και το προς ό η αίτηση κράτος μπορούν να διαβουλεύονται για να διευκολύνουν την αιτήματος.
Με την επιφύλαξη τυχόν δικαιοδοσίας σύμφωνα με το δίκαιο του αιτούντος κράτους, η εκ προθέσεως διατύπωση ψευδών ισχυρισμών ή οποιαδήποτε άλλη άδικη πράξη διαπραττόμενη από τον μάρτυρα ή τον εμπειρογνώμονα κατά την τηλεεικονοδιάσκεψη τιμωρείται στο προς ό η αίτηση κράτος με τον ίδιο τρόπο που θα ετιμωρείτο εάν είχε λάβει χώρα κατά τη διάρκεια εθνικής διαδικασίας.
Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη χρήση τυχόν άλλων μέσων, διαθέσιμων δυνάμει ισχύουσας συνθήκης ή νόμου, για τη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων στο προς ό η αίτηση κράτος.
Το προς ό η αίτηση κράτος μπορεί να επιτρέπει τη χρησιμοποίηση τεχνολογίας τηλεεικονοδιασκέψεων για σκοπούς πέραν εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των σκοπών της ταυτοποίησης προσώπων ή αντικειμένων ή της λήψης ανακριτικών καταθέσεων.»
Άρθρο 4
Σύμφωνα με το Άρθρο 7 της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ, τα εξής εφαρμόζονται προς συμπλήρωση του Άρθρου 4 παράγραφος Ι της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής: «Για τους σκοπούς του Άρθρου 4(1) της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, αιτήσεις μεταβιβαζόμενες με τηλεομοιοτυπία (φαξ) ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο θεωρούνται ότι έγιναν εγγράφως. Γνωστοποιήσεις σχετικές με αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής μπορούν να διαβιβάζονται με ταχέα μέσα επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και ακολουθεί τυπική επιβεβαίωση, όταν απαιτείται, από το προς ό η αίτηση κράτος. Το προς ό η αίτηση κράτος μπορεί να απαντά στην αίτηση με οποιοδήποτε παρόμοιο ταχύ μέσο επικοινωνίας.»
Άρθρο 5
Σύμφωνα με.το Άρθρο 8 της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ, τα εξής εφαρμόζονται προς συμπλήρωση των όρων της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής: «Αμοιβαία δικαστική συνδρομή σε διοικητικές αρχές
Αμοιβαία δικαστική συνδρομή παρέχεται επίσης σε εθνική διοικητική αρχή που διενεργεί έρευνα ως προς συμπεριφορά με σκοπό την ποινική δίωξη, της συμπεριφοράς ή την παραπομπή της συμπεριφοράς στις ερευνητικές ή διωκτικές αρχές, δυνάμει της ειδικής διοικητικής ή ρυθμιστικής της εξουσίας να διενεργήσει την έρευνα αυτή. Αμοιβαία διχαστική συνδρομή μπορεί επίσης να παρέχεται σε άλλες διοικητικές αρχές υπό τέτοιες συνθήκες. Η συνδρομή δεν παρέχεται για θέματα για τα οποία η διοικητική αρχή προβλέπει ότι δεν θα υπάρξει, κατά περίπτωση, δίωξη ή παραπομπή.
Οι αιτήσεις συνδρομής δυνάμει του παρόντος άρθρου διαβιβάζονται μεταξύ των κεντρικών αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ή μεταξύ όποιων άλλων αρχών είναι δυνατόν να συμφωνηθούν από τις κεντρικές αρχές.»
Άρθρο 6
Σύμφωνα με το Άρθρο 9 της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ, τα εξής εφαρμόζονται αντί του Άρθρου 7, παράγραφοι 1, 3 και 4 της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής: «Περιορισμοί στη χρησιμοποίηση για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων
Το προς ό η αίτηση κράτος μπορεί να απαιτήσει το αιτούν κράτος να χρησιμοποιήσει κάθε αποδεικτικό στοιχείο ή πληροφορία που λαμβάνει από το προς ό η αίτηση κράτος για τους εξής σκοπούς: (α) για ανακρίσεις και ποινικές διώξεις, οι οποίες διεξάγονται σε αυτό, (β) για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλειά του, (γ) για μη ποινικές δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες έχουν κινηθεί σε αυτό και οι οποίες συνδέονται άμεσα με ανακρίσεις και ποινικές διώξεις: (i) που προβλέπονται στο στοιχείο (α), ή (ii) για τις οποίες παρασχέθηκε αμοιβαία δικαστική συνδρομή δυνάμει του Άρθρου 5 του παρόντος Πρωτοκόλλου, (δ) για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, εάν οι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν δημοσιοποιηθεί στα πλαίσια διαδικασιών για τις οποίες διαβιβάστηκαν ή σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στα στοιχεία (α), (β) και (γ), και (ε) για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, μόνο με την προηγούμενη συγκατάθεση του προς ό η αίτηση κράτους.
(α) Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα του προς ό η αίτηση κράτους σύμφωνα με τη Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής να επιβάλει επιπρόσθετους όρους σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον η συγκεκριμένη αίτηση συνδρομής δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί χωρίς αυτούς τους όρους. Όταν επιβάλλονται επιπρόσθετοι όροι σύμφωνα με το παρόν εδάφιο, το προς ό η αίτηση κράτος μπορεί να απαιτήσει από το αιτούν κράτος να παράσχει πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία ή οι πληροφορίες.
- β) Το προς ό η αίτηση κράτος δεν μπορεί να επιβάλει
ως δυνάμει του στοιχείου (α) προϋπόθεση για την παροχή αποδεικτικών στοιχείων ή πληροφοριών γενικούς περιορισμούς όσον αφορά τους νομικούς κανόνες του αιτούντος κράτους στο θέμα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Όταν μετά την αποκάλυψη στο αιτούν κράτος περιέλθουν εις γνώση του προς ό η αίτηση κράτους συνθήκες, οι οποίες ενδέχεται να το κάνουν να επιδιώξει την επιβολή επιπρόσθετου όρου σε συγκεκριμένη υπόθεση, το προς ό η αίτηση κράτος μπορεί να διαβουλεύεται με το αιτούν κράτος προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο μπορούν να προστατευθούν τα αποδεικτικά στοιχεία και οι πληροφορίες.»
Άρθρο 7
Οι διατάξεις της Σύμβασης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής που δεν αναφέρονται στο παρόν Πρωτόκολλο, συμπεριλαμβανομένων των λόγων αρνήσεως της συνδρομής, δεν θίγονται από το παρόν Πρωτόκολλο και παραμένουν σε ισχύ. δρομής ΕΕ−ΗΠΑ.
Άρθρο 8
Το παρόν Πρωτόκολλο υπόκειται στον όρο της ολοκλήρωσης των αντιστοίχων ισχυουσών εσωτερικών διαδικασιών των μερών. Οι Κυβερνήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής θα ανταλλάξουν τότε έγγραφα που θα καταδεικνύουν ότι οι διαδικασίες αυτές έχουν ολοκληρωθεί.
Άρθρο 9
Το παρόν Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που τίθεται σε ισχύ η Συμφωνία αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ. Το Άρθρο 12 της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ σχετικά με τη χρονική εφαρμογή ισχύει.
Σε περίπτωση καταγγελίας της Συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ΕΕ−ΗΠΑ το παρόν Πρωτόκολλο καταγγέλλεται και ισχύει η Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Οι Κυβερνήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μπορεί παρά ταύτα να συμφωνήσουν ότι θα συνεχίσουν να ισχύουν ορισμένες ή όλες οι διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου. Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους, υπέγραψαν το παρόν Πρωτόκολλο. Έγινε στην Ουάσιγκτον, εις διπλούν, στις 18.1.2006 στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσες και τα δύο κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ (Υπογραφή) (Υπογραφή) με αριθμούς ΑΣ 199 του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας και 116/POL/09 της Πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Τα κείμενα των Ρηματικών Διακοινώσεων σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχουν ως εξής: τοκόλλου που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 9 αυτού. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 8 Ioυλίου 2009
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΠΡΟΚ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣ. ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΙΩΑΝ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΘΕΟΔ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΝΙΚΟΛ. − ΓΕΩΡ. ΔΕΝΔΙΑΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους Αθήνα, 8 Ιουλίου 2009
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.