Νόμοι — ΦΕΚ A' 112/2005
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 112 10 Μαΐου 2005
ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 3340
Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προ?σώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Ο παρών νόμος έχει ως σκοπό την προσαρμογή της νο?μοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς), Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 096/16/12.4.2003, καθώς και προς τις Οδηγίες 2003/124/ΕΚ της Επιτροπής, Επίση?μη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 339/ 70/24.12.2003, 2003/125/ΕΚ της Επιτροπής, Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 339/73/24.12. 2003 και 2004/72/ΕΚ της Επιτροπής, Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 162/70/30.4.2004.
Άρθρο 2
Για τους σκοπούς του νόμου αυτού:
«Αποδεκτές πρακτικές αγοράς» νοούνται πρακτικές οι οποίες αναμένονται ευλόγως σε μία ή περισσότερες αγο?ρές είτε είναι οργανωμένες είτε δεν είναι οργανωμένες και είναι αποδεκτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 10.
«Διαχειριστής της αγοράς» νοείται το πρόσωπο που διευθύνει τις δραστηριότητες οργανωμένης αγοράς ή εκ?μεταλλεύεται τέτοια αγορά. Διαχειριστής αγοράς μπορεί να είναι και η ίδια η οργανωμένη αγορά.
«Εκδότες» νοούνται τα νομικά πρόσωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα κράτη, των οποίων κινητές αξίες έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά, που έχει την έδρα της ή λειτουργεί στην Ελλάδα ή για τις οποίες έχει υπο?βληθεί αίτηση εισαγωγής στην εν λόγω αγορά. Σε περί?πτωση τίτλων παραστατικών μετοχών, εκδότης θεωρείται ο φορέας που εξέδωσε τις αντιπροσωπευόμενες στους τίτλους αυτούς μετοχές.
«Κατάχρηση της αγοράς» νοείται η κατάχρηση προ?νομιακών πληροφοριών, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 έως 6 του νόμου αυτού και η χειραγώγηση της αγοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 7.
«Κινητές αξίες» νοούνται οι κινητές αξίες, όπως ορίζο?νται στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ν. 2396/ 1996 (ΦΕΚ 73 Α΄).
«Οργανωμένη αγορά» νοείται η αγορά που ορίζεται στην παράγραφο 14 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996.
«Πρόσωπο» νοείται οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
«Πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών» νοούνται τα πρόσωπα τα οποία είναι: (α) Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), όπως αυτές ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 στις οποίες συμπεριλαμβάνο?νται τα Πιστωτικά Ιδρύματα, όπως αυτά ορίζονται στην πα?ράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) εφόσον λειτουργούν και ως Ε.Π.Ε.Υ., ή (β) Ανώνυμες Εταιρίες Λήψης και Διαβίβασης Εντολών, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 και στην περίπτωση (θ) της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν. 2396/1996.
«Χρηματοπιστωτικά μέσα» νοούνται: (α) τα χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως ορίζονται στην πα?ράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, (β) τα παράγωγα μέσα σε εμπορεύματα, (γ) κάθε άλλο μέσο που έχει εισαχθεί προς διαπραγμά?τευση σε οργανωμένη αγορά κράτους-μέλους ή για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση εισαγωγής προς διαπραγμά?τευση σε μια τέτοια αγορά.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επι?τροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται τα επί μέρους κρι?τήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέτα?ση του αποδεκτού ή μη χαρακτήρα πρακτικών της αγοράς, καθώς και οι διαδικασίες διαβούλευσης και δημοσιοποίη?σης των αποφάσεων για τον αποδεκτό ή μη χαρακτήρα των πρακτικών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα εκτελεστικά μέτρα της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. 1331
Άρθρο 3
Απαγορεύεται σε πρόσωπα, τα οποία κατέχουν προ?νομιακές πληροφορίες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 6: (α) λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων εκδότη ή (β) λόγω της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο εκδότη ή (γ) λόγω της πρόσβασης που έχουν στις πληροφορίες αυτές κατά την άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους ή (δ) λόγω των εγκληματικών δραστηριοτήτων τους, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για να απο?κτήσουν ή να διαθέσουν ή για να προσπαθήσουν να απο?κτήσουν ή να διαθέσουν, για λογαριασμό τους ή για λογα?ριασμό τρίτων, αμέσως ή εμμέσως, χρηματοπιστωτικά μέ?σα στα οποία αφορούν οι πληροφορίες αυτές.
Όταν το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι νομικό πρόσωπο, η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό ισχύει και για τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στη λήψη της απόφασης για τη διενέργεια της συναλλαγής για λογαριασμό του εν λόγω νομικού προσώπου.
Η απαγόρευση του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται από πρόσωπο προς εκπλήρωση μιας απαιτητής υποχρέωσης για την απόκτηση ή διάθεση χρηματοπιστωτικών μέσων, όταν η υποχρέωση αυτή απορρέει από συμφωνία συναφθείσα πριν από την απόκτηση της προνομιακής πληροφορίας από το εν λόγω πρόσωπο.
Άρθρο 4
Απαγορεύεται στα πρόσωπα που υπόκεινται στην απα?γόρευση του προηγούμενου άρθρου: (α) να ανακοινώνουν προνομιακή πληροφορία σε άλλο πρόσωπο, εκτός εάν τα πρόσωπα που υπόκεινται στην απαγόρευση ενεργούν στο σύνηθες πλαίσιο άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους, (β) να συνιστούν σε άλλο πρόσωπο ή να το παρακινούν, βάσει προνομιακής πληροφορίας, να αποκτήσει ή να δια?θέσει, το ίδιο ή μέσω άλλου, τα χρηματοπιστωτικά μέσα, στα οποία αφορά η πληροφορία αυτή.
Άρθρο 5
Οι απαγορεύσεις των άρθρων 3 και 4 ισχύουν και για κά?θε άλλο πρόσωπο, πέραν των προσώπων που αναφέρο?νται στα άρθρα 3 και 4, το οποίο κατέχει προνομιακή πλη?ροφορία, εφόσον το πρόσωπο αυτό γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι πρόκειται για προνομιακή πληροφορία.
Άρθρο 6
Μια πληροφορία θεωρείται «προνομιακή» εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) είναι συγκεκριμένη, δηλαδή: (αα) αφορά κατάσταση που υφίσταται ή που ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα υπάρξει ή γεγονός που έλαβε χώρα ή που ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα λάβει χώρα, και
- ββ) επιτρέπει τη συναγωγή συμπερασμάτων σχετικά με
την πιθανή επίπτωση αυτής της κατάστασης ή του γεγο?νότος στις τιμές χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδε?δεμένων με αυτά παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, (β) δεν έχει δημοσιοποιηθεί, (γ) αφορά, άμεσα ή έμμεσα, έναν ή περισσότερους εκ?δότες ή ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, (δ) η δημοσιοποίησή της θα μπορούσε να επηρεάσει ση?μαντικά την τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων που αφο?ρά ή την τιμή των συνδεδεμένων με αυτά παράγωγων χρη?ματοπιστωτικών μέσων, δηλαδή πρόκειται για πληροφο?ρία που ένας συνετός επενδυτής θα αξιολογούσε, μεταξύ άλλων, ως ουσιώδη κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων.
«Προνομιακές πληροφορίες» σχετικά με παράγωγα μέσα επί εμπορευμάτων νοούνται πληροφορίες που: (α) είναι συγκεκριμένες, (β) δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, (γ) αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω παράγωγα μέσα και (δ) θα αναμενόταν να λάβουν οι συμμετέχοντες στις αγορές, στις οποίες γίνεται διαπραγμάτευση αυτών των παράγωγων μέσων, σύμφωνα με τις αποδεκτές πρακτικές που ισχύουν στις αγορές αυτές, εφόσον οι πληροφορίες αυτές:
- αα) τίθενται σε τακτική βάση στη διάθεση των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές ή
- ββ) πρέπει να γνωστοποιούνται δυνάμει των ισχυουσών
νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, των κανόνων της αγοράς ή των σχετικών συμβατικών υποχρεώσεων ή σύμ?φωνα με τα συναλλακτικά ήθη της αγοράς του υποκείμε?νου εμπορεύματος ή της αγοράς των παράγωγων μέσων επί εμπορευμάτων.
Για τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών, ως «προνομιακές πληροφο?ρίες» νοούνται και οι πληροφορίες που σωρευτικά: (α) διαβιβάζονται από πελάτη, (β) σχετίζονται με τις εκκρεμείς εντολές του, (γ) έχουν συγκεκριμένο χαρακτήρα, (δ) συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με έναν ή περισσότε?ρους εκδότες ή με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα και (ε) εάν δημοσιοποιούνταν θα μπορούσαν να επηρεά?σουν σημαντικά την τιμή αυτών των χρηματοπιστωτικών μέσων ή την τιμή των συνδεδεμένων με αυτά παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Άρθρο 7
Απαγορεύεται η χειραγώγηση της αγοράς.
Ως «χειραγώγηση της αγοράς» νοούνται: (α) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλα?γών, με τις οποίες δίδονται ή είναι πιθανόν ότι θα δο- θούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις για την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου ή με τις οποίες διαμορφώνεται, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν από κοινού, η τιμή ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων σε μη κανονικό ή τεχνητό επί?πεδο, εκτός εάν το πρόσωπο που κατήρτισε τις συναλλα?γές ή το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου καταρτί?σθηκαν οι συναλλαγές ή το πρόσωπο που έδωσε τις εντο?λές για τη διενέργεια συναλλαγών αποδεικνύει ότι οι συναλλαγές αυτές καταρτίσθηκαν ή ότι έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια των συναλλαγών αυτών για θεμιτούς λό?γους και ότι οι συναλλαγές ή εντολές είναι σύμφωνες με τις αποδεκτές πρακτικές της σχετικής αγοράς, 1332 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων, εάν ο διαδί?δων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες, οι φήμες ή οι ειδήσεις αυτές ήταν ψευδείς ή παραπλανητι?κές. Όσον αφορά τους δημοσιογράφους, όταν ενεργούν στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους ιδιότητας, η διάδο?ση πληροφοριών κρίνεται με βάση τους κανόνες του επαγ?γέλματός τους, εκτός εάν οι δημοσιογράφοι αντλούν, άμε?σα ή έμμεσα, οφέλη ή κέρδη από τη διάδοση των εν λόγω πληροφοριών.
Συμπεριφορές που συνιστούν χειραγώγηση της αγο?ράς κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 2 αποτελούν ενδεικτικά οι εξής: (α) η συμπεριφορά, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δρουν συντονισμένα, η οποία οδηγεί στην εξασφάλι?ση δεσπόζουσας θέσης επί της προσφοράς ή της ζήτησης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, με αποτέλεσμα τον άμε?σο ή έμμεσο τεχνητό προσδιορισμό της τιμής αγοράς ή της τιμής πώλησης ή τη δημιουργία αθέμιτων συνθηκών στις συναλλαγές, (β) η αγορά ή πώληση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου κατά την περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της αγοράς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των επενδυτών που ενεργούν βάσει της τιμής αυτής, (γ) η εκμετάλλευση της περιστασιακής ή τακτικής πρό?σβασης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, περιλαμβανομέ?νου του διαδικτύου, για τη διατύπωση γνώμης είτε άμεσα για ένα χρηματοπιστωτικό μέσο είτε έμμεσα για τον εκδό?τη του, ενώ ο εκφέρων τη γνώμη έχει επενδύσει, ο ίδιος ή μέσω τρίτου, στο εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο και εν συνεχεία αντλεί, άμεσα ή έμμεσα, όφελος από τον αντί?κτυπο που έχει η γνώμη αυτή στην τιμή του χρηματοπι?στωτικού μέσου, εφόσον δεν έχει δημοσιοποιηθεί ταυτόχρονα με τη διατύπωση της γνώμης η συγκεκριμένη σύ?γκρουση συμφερόντων με σαφήνεια και ευκρίνεια, (δ) η διάδοση ψευδών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών από μέλη του διοικητικού συμβουλίου εται?ριών, μέσω των ετήσιων ή περιοδικών οικονομικών κατα?στάσεων, των ενημερωτικών δελτίων ή άλλων δημοσιευ?μάτων.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτρο?πής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται κριτήρια και ενδείξεις βάσει των οποίων θα εξετάζεται κατά πόσον συγκεκριμέ?νη συμπεριφορά ενδέχεται να συνιστά χειραγώγηση της αγοράς στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου αυτού, σύμ?φωνα με τα οριζόμενα στα εκτελεστικά μέτρα της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμ?βουλίου.
Άρθρο 8
Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που διε?νεργούνται κατά την άσκηση νομισματικής ή συναλλαγ?ματικής πολιτικής ή πολιτικής διαχείρισης δημόσιου χρέ?ους από κράτη-μέλη, από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρι?κών Τραπεζών, από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών ή από οποιοδήποτε όργανο επίσημα εξου?σιοδοτημένο για τους σκοπούς αυτούς ή από οποιονδή?ποτε ενεργούντα για λογαριασμό τους. Η εξαίρεση του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που διενεργούνται από την εταιρία «Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών Ανώνυμη Εταιρία» («Δ.Ε.Κ.Α. Α.Ε.») του ν. 2526/1997 (ΦΕΚ 205 Α΄).
Άρθρο 9
Οι απαγορεύσεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στις πράξεις επί ιδίων μετοχών, που διενεργούνται στο πλαίσιο προγραμμάτων αγοράς ιδίων μετοχών, ούτε στις πράξεις σταθεροποίησης ενός χρηματοπιστωτικού μέ?σου, εφόσον οι σχετικές συναλλαγές διενεργούνται σύμ?φωνα με τον Κανονισμό 2273/2003 της Επιτροπής, Επίση?μη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 336/33 23.12.2003.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΠΡΟΛΗΠTΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Άρθρο 10
Οι εκδότες υποχρεούνται να δημοσιοποιούν χωρίς υπαίτια βραδύτητα τις προνομιακές πληροφορίες που τους αφορούν άμεσα.
Οι εκδότες υποχρεούνται να διατηρούν ιστοσελίδα στο διαδίκτυο και να εμφανίζουν σε αυτή, για τουλάχιστον έξι (6) μήνες, κάθε προνομιακή πληροφορία, την οποία δη?μοσιοποιούν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.
Άρθρο 11
Εκδότης μπορεί υπ' ευθύνη του, σε εξαιρετικές περι?πτώσεις, να αναβάλει προσωρινά τη δημοσιοποίηση μιας προνομιακής πληροφορίας προκειμένου να μη βλάψει νό?μιμο συμφέρον του, εφόσον η αναβολή αυτή δεν ενέχει κίνδυνο παραπλάνησης του επενδυτικού κοινού και εφό?σον ο εκδότης μπορεί να διασφαλίσει ότι η εν λόγω πλη?ροφορία θα παραμείνει εμπιστευτική για όσο διάστημα διαρκεί η αναβολή δημοσιοποίησης.
Όποτε, σε περίπτωση αναβολής δημοσιοποίησης προνομιακής πληροφορίας σύμφωνα με την προηγούμε?νη παράγραφο, εκδότης ή πρόσωπο που ενεργεί ως άμε?σος ή έμμεσος αντιπρόσωπός του, ανακοινώνει εκ προθέ?σεως προνομιακή πληροφορία σε τρίτο, εφόσον ο εκδό?της ή ο αντιπρόσωπός του ενεργεί στο σύνηθες πλαίσιο άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκό?ντων του, ο εκδότης υποχρεούται να δημοσιοποιήσει με πληρότητα και ευκρίνεια την πληροφορία αυτή ταυτόχρο?να με την ανακοίνωση στον τρίτο. Εάν η ανακοίνωση έγινε άνευ προθέσεως, ο εκδότης υποχρεούται να δημοσιοποι?ήσει άμεσα την εν λόγω πληροφορία.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται εάν ο λήπτης της πληροφορίας υπέχει ένα?ντι του εκδότη υποχρέωση να τηρεί την πληροφορία εμπι?στευτική, ανεξάρτητα από το εάν η υποχρέωση αυτή είναι συμβατική ή προκύπτει εκ του νόμου ή από κανονιστική πράξη και για όσο διάστημα η εν λόγω πληροφορία παρα?μένει εμπιστευτική.
Άρθρο 12
Οι εκδότες υποχρεούνται να καταρτίζουν κατάλογο των προσώπων που απασχολούν είτε με σύμβαση εργασίας εί?τε άλλως και τα οποία έχουν πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες. Οι εκδότες ενημερώνουν τον κατάλογο σε κάθε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων που περιλαμ?βάνει. Οι εκδότες υποχρεούνται να θέτουν τον κατάλογο στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αμέσως μό?λις αυτή το ζητήσει. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1333 οφείλουν να γνωστοποιούν στον εκδότη τις συναλλαγές που διενεργούνται για δικό τους λογαριασμό και αφο?ρούν μετοχές που εκδίδονται από τον ανωτέρω εκδότη ή παράγωγα ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι συν?δεδεμένα με αυτές.
Ο εκδότης οφείλει να διαβιβάζει τη γνωστοποίηση της παραπάνω παραγράφου στο επενδυτικό κοινό και την Επι?τροπή Κεφαλαιαγοράς.
Ο εκδότης οφείλει να καταρτίζει κατάλογο των υπόχρεων προσώπων της παραγράφου 1 και να τον υποβάλ?λει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο εκδότης ενημερώ?νει τον κατάλογο σε κάθε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων που περιλαμβάνει και τον υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Άρθρο 14
Πρόσωπα τα οποία: (α) εκπονούν ή καθιστούν προσιτές στο κοινό αναλύσεις σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή με εκδότες, με τις οποίες συνιστάται ή προτείνεται μια επενδυτική στρατηγι?κή ή (β) εκπονούν ή καθιστούν προσιτές στο κοινό συστάσεις ή προτάσεις επενδυτικής στρατηγικής, διαφορετικές από αυτές της περίπτωσης (α), οι οποίες προορίζονται για δημοσιοποίηση είτε μέσω δι?αύλων επικοινωνίας είτε απευθείας προς το κοινό, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την ορθή παρουσίασή τους και να γνωστοποιούν τα συμφέροντά τους ή και συγκρού?σεις συμφερόντων αναφορικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα ή τους εκδότες που αποτελούν το αντικείμενο των εν λόγω αναλύσεων, συστάσεων ή προτάσεων.
Άρθρο 15
Οι διαχειριστές των αγορών υποχρεούνται να διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες για την αποτροπή και τον άμεσο εντοπισμό περιπτώσεων κατάχρησης της αγοράς, καθώς επίσης υποχρεούνται να ανα?φέρουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αμέσως τις περι?πτώσεις για τις οποίες ευλόγως υποπτεύονται ότι γίνεται κατάχρηση της αγοράς, γνωστοποιώντας όλες τις σχετι?κές πληροφορίες και παρέχοντας κάθε αναγκαία βοήθεια για τη διερεύνησή τους.
Άρθρο 16
Τα πρόσωπα που εκδίδουν στατιστικά στοιχεία τα οποία μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις χρηματοπιστω?τικές αγορές οφείλουν να εκδίδουν τα στοιχεία αυτά με αντικειμενικό και διαφανή τρόπο.
Άρθρο 17
Τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών υποχρεούνται να ειδοποιούν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν υπάρχουν σοβαρές υπό?νοιες, ότι συναλλαγές που έχουν καταρτισθεί θα μπο- ρού?σαν να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει ειδοποιή?σεις κατά την έννοια του παρόντος άρθρου προερχόμενες από πιστωτικά ιδρύματα, τις διαβιβάζει και στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Άρθρο 18
Τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών υποχρεούνται να καταγρά?φουν και να αρχειοθετούν όλες τις εντολές που δίνουν πε?λάτες τους για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστω?τικών μέσων, και ιδίως να ηχογραφούν τις εντολές που δί?δονται τηλεφωνικώς, καθώς και να αποθηκεύουν τις εντο?λές που δίδονται μέσω τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικού μέσου, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή το διαδίκτυο.
Η καταγραφή και αρχειοθέτηση των πιο πάνω εντο?λών πρέπει να γίνεται με τρόπο που να διασφαλίζει την αξιοπιστία, την ακρίβεια και την πληρότητά των κατα?γεγραμμένων στοιχείων, τη δυνατότητα ευχερούς ανα?παραγωγής των καταγεγραμμένων στοιχείων εγγράφως ή σε ηλεκτρονικό ή μαγνητικό μέσο, καθώς, επίσης, να επιτρέπει την ευχερή πρόσβαση και έρευνα των καταγε?γραμμένων στοιχείων και την ασφαλή αποθήκευσή τους.
Τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών υποχρεούνται να τηρούν για ένα έτος, τουλάχιστον σε ηχητική μορφή, τις τηλεφωνικές συνομιλίες που καταγράφουν σύμφωνα με την παράγρα?φο 1, προσδιορίζοντας επακριβώς την ταυτότητα του εντολέα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή της να διατάξει τη διατήρηση των στοιχείων του προηγούμενου εδαφίου για πρόσθετη περίοδο που δεν μπορεί να υπερ?βαίνει τα δύο (2) έτη, εφόσον διενεργείται έρευνα για κα?τάχρηση της αγοράς. Τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών υποχρεούνται να θέτουν στη διά?θεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς τις καταγεγραμμέ?νες συνομιλίες, καθώς και να απομαγνητοφωνούν και να θέτουν στη διάθεσή της εγγράφως και σε ηχητική μορφή και στην έκταση που εκείνη θα προσδιορίζει σε κάθε περί?πτωση, τις τηλεφωνικές συνομιλίες που καταγράφουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Τα πρόσωπα που ηχογραφούν εντολές για την κατάρ?τιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα οι οποίες δί?νονται τηλεφωνικώς οφείλουν να ενημερώνουν τους κα?λούντες, κατά την έναρξη της τηλεφωνικής συνομιλίας, ότι η τηλεφωνική συνομιλία καταγράφεται για λόγους προστασίας των συναλλαγών. Επίσης οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να περιλαμβάνουν στη σύμβαση που συνά?πτουν με τους πελάτες τους σαφή όρο ότι όλες οι εντολές που διαβιβάζονται τηλεφωνικά καταγράφονται και αρχει?οθετούνται για λόγους προστασίας των συναλλαγών, κα?θώς και ότι τίθενται, εφόσον τούτο ζητηθεί, στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Οι υποχρεώσεις των παραγράφων 2 και 3 εξακολου?θούν να ισχύουν και σε κάθε περίπτωση που τα πρόσωπα τα οποία διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών είτε έχουν αναστείλει προσωρινά τη λειτουρ?γία τους είτε έχουν παύσει τη λειτουργία τους καθ' οιον?δήποτε τρόπο.
Άρθρο 19
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτρο?πής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται, σύμφωνα με τα οριζό?μενα στα εκτελεστικά μέτρα της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου: (α) οι όροι και η διαδικασία δημοσιοποίησης προνομια?κών πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 10 και τις παρα?γράφους 2 και 3 του άρθρου 11, (β) οι όροι και η διαδικασία για την αναβολή δημοσιοποί?ησης προνομιακών πληροφοριών, σύμφωνα με την παρά?γραφο 1 του άρθρου 11 και ιδίως το νόμιμο συμφέρον, που δικαιολογεί την αναβολή της δημοσιοποίησης προνομια?κών πληροφοριών και οι υποχρεώσεις που υπέχουν οι εκ?1334 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) (δ) οι κατηγορίες των προσώπων που ασκούν διευθυντι?κά καθήκοντα σε εκδότη ή έχουν στενό δεσμό με αυτά τα πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 13, το περιεχόμενο, ο τρόπος και οι προϋποθέσεις γνωστοποίησης την οποία οφείλουν να πραγματοποιούν τα πρόσωπα των παραγρά?φων 1 και 2 του άρθρου 13, καθώς και τα στοιχεία και οι όροι ενημέρωσης του καταλόγου που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 13, (ε) λεπτομέρειες σχετικά με την εκπόνηση και τη διάθε?ση αναλύσεων και προτάσεων ή συστάσεων επενδυτικής στρατηγικής στο κοινό, σύμφωνα με το άρθρο 14, καθώς και ο τρόπος της δημοσιοποίησης συμφερόντων ή και συ?γκρούσεων συμφερόντων αναφορικά με τα χρηματοπι?στωτικά μέσα που αποτελούν το αντικείμενο της ανάλυ?σης, της σύστασης ή της πρότασης, λαμβάνοντας, επί?σης, υπόψη τους κανόνες που διέπουν το επάγγελμα του δημοσιογράφου, όπως, ενδεικτικά, τις αρχές δεοντολο?γίας και γενικά τους κανόνες αυτορρύθμισης του επαγ?γέλματος, (στ) ο τρόπος, ο χρόνος και το περιεχόμενο της γνωστο?ποίησης προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε περιπτώ?σεις συναλλαγών ως προς τις οποίες τα πρόσωπα που δια?μεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών έχουν σοβαρές υπόνοιες, ότι θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 17.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ - ΑΡΜΟΔΙΑ ΑΡΧΗ
Άρθρο 20
Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε πράξεις ή παραλεί?ψεις, που λαμβάνουν χώρα: (α) στην ελληνική επικράτεια ή στην αλλοδαπή και αφο?ρούν χρηματοπιστωτικά μέσα εισηγμένα προς διαπραγ?μάτευση σε οργανωμένη αγορά, που εδρεύει ή λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια ή χρηματοπιστωτικά μέσα, για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση για εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση σε μια τέτοια αγορά, (β) στην ελληνική επικράτεια και αφορούν χρηματοπι?στωτικά μέσα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε οργα?νωμένη αγορά που εδρεύει ή λειτουργεί σε άλλο κράτος?μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή για τα οποία έχει υπο?βληθεί αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε μια τέτοια αγορά.
Τα άρθρα 3, 4 και 5 εφαρμόζονται: (α) στις πράξεις ή παραλείψεις που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική επικράτεια και αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά που εδρεύει ή λειτουργεί σε κράτος?μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων η αξία εξαρ?τάται από χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά που εδρεύ?ει ή λειτουργεί σε ένα τουλάχιστον κράτος-μέλος ή για τα οποία έχει ζητηθεί η εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευ?ση σε μια τέτοια αγορά, (β) στις πράξεις ή παραλείψεις που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική επικράτεια ή στο εξωτερικό και οι οποίες αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, που δεν έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά που εδρεύ?ει ή λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια, αλλά των οποίων η αξία εξαρτάται από χρηματοπιστωτικό μέσο, εισηγμένο προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, που εδρεύ?ει ή λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια ή για το οποίο έχει ζητηθεί η εισαγωγή του προς διαπραγμάτευση σε μια τέτοια αγορά.
Τα άρθρα 10 έως 12 δεν εφαρμόζονται στους εκδότες που δεν έχουν ζητήσει ή δεν έχουν εγκρίνει την εισαγωγή των χρηματοπιστωτικών μέσων τους προς διαπραγμάτευ?ση σε οργανωμένη αγορά που εδρεύει ή λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρω?παϊκής Ένωσης.
Άρθρο 21
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων του νόμου αυτού.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υιοθετεί διαδικασίες δια?βούλευσης με τους συμμετέχοντες στην αγορά, όσον αφορά πιθανές αλλαγές στη νομοθεσία. Στις εν λόγω δια?δικασίες διαβούλευσης συμμετέχει και η Τράπεζα της Ελ?λάδος.
Για τη διαβούλευση της προηγούμενης παραγράφου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί ιδίως να συστήνει, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, επιτροπές δια?βούλευσης, των οποίων η σύνθεση θα πρέπει να περιλαμ?βάνει τουλάχιστον εκπροσώπους των εκδοτών, των παρεχόντων χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, των επενδυτών και της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή ενημέρωση του κοινού σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Άρθρο 22
Τα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής Κεφαλαιαγο?ράς μπορούν: (α) να έχουν πρόσβαση σε και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα από έγγραφα, βιβλία και άλλα στοιχεία που τηρούνται σε οποιαδήποτε μορφή (έγγραφη, ηλε?κτρονική, μαγνητική ή άλλη) στην επαγγελματική εγκατά?σταση των προσώπων που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελ?μα στην κατάρτιση συναλλαγών ή εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τα οποία δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο. (β) εάν υπάρξει άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα, βιβλία ή άλλα στοιχεία ή παροχής αντιγράφων ή αποσπασμάτων τους σύμφωνα με την περίπτωση (α), να προβαίνουν σε κα?τάσχεση των σχετικών βιβλίων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, που βρί?σκονται στην επαγγελματική εγκατάσταση των προσώ?πων που διαμεσολαβούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών ή εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαια?γοράς. (γ) να ζητούν πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο, και ιδίως από τα πρόσωπα εκείνα που παρεμβαίνουν δια?δοχικά στη διαβίβαση των εντολών ή στην εκτέλεση των σχετικών πράξεων, καθώς επίσης και από τους εντολείς τους. (δ) να λαμβάνουν από τα πρόσωπα που διαμεσολα- βούν κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών στοιχεία για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και να λαμβάνουν αντίγραφα ηχογραφημένων συνδιαλέξεων, καθώς και αρχεία διακί?νησης δεδομένων. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1335 και για αρχεία διακίνησης δεδομένων από παρόχους τη?λεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
Στους ελέγχους και κατασχέσεις που διεξάγονται σύμφωνα με τις περιπτώσεις (α) και (β) της παραγράφου 1 στην επαγγελματική εγκατάσταση προσώπων που επο?πτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος συμμετέχει και εκπρόσωπός της.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να ζητήσει τη συνδρομή της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τα σχετικώς προβλεπόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α΄). Στην περίπτωση αυτή, η ΥΠ.Ε.Ε. κοινοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετι?κή έκθεση ελέγχου με τα τυχόν ευρήματα-πορίσματα που αφορούν σε παραβάσεις της νομοθεσίας της κεφαλαια?γοράς.
Τα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής Κεφαλαιαγο?ράς ασκούν τις οριζόμενες στην παράγραφο 1 αρμοδιό?τητές τους μόνον εφόσον δοθεί σχετική έγγραφη εντολή από τον Γενικό Διευθυντή ή από τον Προϊστάμενο της καθ' ύλην αρμόδιας Διεύθυνσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγο?ράς. Η εντολή δίδεται είτε σε ορισμένο ελεγκτή είτε σε ομάδα ελεγκτών. Στην τελευταία περίπτωση, η εντολή πρέπει να ορίζει και τον ελεγκτή που είναι ο επικεφαλής του ελέγχου.
Οι έλεγχοι της περίπτωσης (α) της παραγράφου 1, η λήψη πληροφοριών και στοιχείων των περιπτώσεων (γ) και (δ) αντιστοίχως της παραγράφου 1, καθώς και οι κατα?σχέσεις της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1, πραγμα?τοποιούνται σε οποιαδήποτε για το ελεγχόμενο πρόσωπο εργάσιμη ώρα. Τα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής Κε?φαλαιαγοράς μεταβαίνουν στην επαγγελματική εγκατά?σταση του ελεγχόμενου προσώπου. Ο επικεφαλής του ελέγχου αναζητεί κατά προτεραιότητα πρόσωπο που με?τέχει στη διοίκηση ή διαχείριση του ελεγχόμενου προσώ?που, τον εσωτερικό ελεγκτή του ελεγχόμενου προσώπου ή οποιονδήποτε υπάλληλο του εν λόγω προσώπου, προ?κειμένου να ανακοινώσει το σκοπό της επίσκεψής του, δείχνει την υπηρεσιακή του ταυτότητα, επιδίδει αντίγραφο της εντολής και αμέσως γίνεται έλεγχος.
Για την κατάσχεση που πραγματοποιείται βάσει της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 συντάσσεται έκθεση κατάσχεσης. Η έκθεση υπογράφεται από τον ελεγκτή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που ενεργεί την κατάσχεση και από πρό?σωπο που μετέχει στη διοίκηση ή διαχείριση του ελεγχό?μενου προσώπου ή από τον εσωτερικό ελεγκτή του εν λό?γω προσώπου ή τον παρόντα κατά τη διενέργεια της κα?τάσχεσης υπάλληλο του ελεγχόμενου προσώπου. Η έκθεση κατάσχεσης συντάσσεται σε τρία αντίγραφα. Τα δύο αντίγραφα κρατούνται από τον ελεγκτή της Επιτρο?πής Κεφαλαιαγοράς και το άλλο παραδίδεται σε εκείνον που υπέγραψε για λογαριασμό του ελεγχόμενου προσώ?που. Σε περίπτωση άρνησης των παραπάνω να υπογρά?ψουν, εφαρμόζονται οι σχετικές με τις επιδόσεις διατάξεις των άρθρων 47-57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Το ελεγχόμενο πρόσωπο δικαιούται να λάβει αντίγραφα των κατασχεθέντων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων με δαπάνες του. Αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης υπο?γεγραμμένο και από τον Προϊστάμενο της καθ' ύλην αρ?μόδιας Διεύθυνσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επιδί?δεται, με δικαστικό επιμελητή, στο πρόσωπο κατά του οποίου επεβλήθη η κατάσχεση εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημέρα ολοκλήρωσης της κατάσχεσης, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των άρθρων 4757 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Η έκθεση κατάσχεσης περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο: (α) τον τίτλο «Έκθεση Κατάσχεσης της Επιτροπής Κε?φαλαιαγοράς», (β) το χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης, (γ) τον τόπο της κατάσχεσης, δηλαδή τα στοιχεία της επαγγελματικής εγκατάστασης, καθώς και τη νομική μορ?φή, επωνυμία ή πλήρη στοιχεία ταυτότητας του ελεγχόμε?νου προσώπου, (δ) το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του εντεταλμένου οργάνου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και την ταυτότη?τα του Προϊσταμένου του, (ε) τον αριθμό και τη χρονολογία εντολής ελέγχου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (στ) την αιτιολογία για τη διενέργεια της κατάσχεσης, (ζ) την υπογραφή των ενεργούντων την κατάσχεση εντε?ταλμένων οργάνων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κα?θώς και την υπογραφή του προσώπου που υπέγραψε για λογαριασμό του ελεγχόμενου προσώπου, (η) το αντικείμενο της κατάσχεσης. Στην έκθεση κατά?σχεσης πρέπει να γίνεται σαφής, ακριβής και λεπτομερει?ακή περιγραφή των κατασχεθέντων αντικειμένων, ώστε να μην επιδέχεται παρερμηνεία και να μην δημιουργούνται αμφιβολίες για το είδος και πλήθος των στοιχείων ή αντι?κειμένων που κατασχέθηκαν.
Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, σύμφωνα με την πε?ρίπτωση (α) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, πραγματοποιείται στην έδρα της Επιτροπής Κεφαλαιαγο?ράς. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 215 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 216 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εξετάζονται στην κα?τοικία τους. Το ελεγχόμενο πρόσωπο που πρόκειται να καταθέσει κλητεύεται εγγράφως σε ορισμένη ημέρα και ώρα. Η κλή?ση υπογράφεται από τον Προϊστάμενο της καθ' ύλην αρ?μόδιας Διεύθυνσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η κλήση περιέχει συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης για την οποία πρόκειται να εξεταστεί ο μάρτυρας, μνημο?νεύει την αρχή στην οποία αυτό καλείται και αναγράφει ότι, στην περίπτωση που αυτός δεν εμφανιστεί, επιβάλλο?νται οι κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 23 του παρόντος νόμου. Η κλήση επιδίδεται στο εξεταζόμενο πρόσωπο, με δικα?στικό επιμελητή, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλό?γως των άρθρων 155 έως 164 του Κώδικα Ποινικής Δικο?νομίας, μία τουλάχιστον εργάσιμη ημέρα πριν από την ημέρα για την οποία καλείται προς εξέταση. Η προθεσμία κλήσης μπορεί να παρατείνεται σε τρεις εργάσιμες ημέ?ρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός του νομού Αττικής. Η προθεσμία κλήσης παρατείνεται σε επτά εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξε?ταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός της ελληνικής επικράτειας.
Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων πραγματοποιείται ενώπιον ενός τουλάχιστον υπαλλήλου του ειδικού επιστη?μονικού προσωπικού της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ενός δημοσίου υπαλλήλου της Επιτροπής Κεφαλαιαγο?ράς ως γραμματέα, οι οποίοι έχουν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από την Εκτελεστική Επιτροπή της Επιτροπής Κε?φαλαιαγοράς. 1336 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Ως προς τον τρόπο λήψης των μαρτυρικών καταθέ?σεων και ως προς το επαγγελματικό απόρρητο των μαρ?τύρων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 212 και των άρθρων 223 έως 227 του Κώδικα Ποινικής Δι?κονομίας.
Για τη μαρτυρική κατάθεση συντάσσεται από τον γραμματέα έκθεση μαρτυρικής κατάθεσης. Η έκθεση πρέ?πει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθε?σης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατά?θεση, τα ονοματεπώνυμα και την κατοικία του υπαλλήλου που έλαβε την κατάθεση, του γραμματέα και του μάρτυρα, καθώς και ακριβή περιγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα. Η έκθεση διαβάζεται από όλα τα παρευρισκόμενα κατά την εξέταση πρόσωπα και υπογράφεται από αυτά. Αν κά?ποιο από τα πρόσωπα αυτά αρνείται να υπογράψει, αυτό αναφέρεται στην έκθεση. Η έκθεση αποτελεί πλήρη από?δειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας. Η έκθεση είναι άκυρη, εάν λείπουν η χρονολογία (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σε αυτήν), η ανα?γραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των κατά την παράγραφο 10 προσώπων που παρευρέθη?καν στην κατάθεση. Η έκθεση συντάσσεται σε δύο αντίγραφα από τα οποία ένα αντίγραφο δίδεται στον μάρτυρα και το άλλο τίθεται με ευθύνη του υπαλλήλου που έλαβε την κατάθεση στο φάκελο της υπόθεσης.
Ψευδείς ή ανακριβείς μαρτυρικές καταθέσεις τιμω?ρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 225 του Ποινικού Κώδικα.
Η λήψη των στοιχείων της περίπτωσης (β) της παρα?γράφου 2 του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται κατό?πιν σχετικής αίτησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η λήψη των στοιχείων του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητώντας την παροχή σχετικής συνδρομής από την ΥΠ.Ε.Ε. του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τα σχετικώς προβλεπόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004.
Οι αστυνομικές και λοιπές δημόσιες αρχές και υπη?ρεσίες υποχρεούνται, όταν τους ζητηθεί, να συνδράμουν άμεσα και αποτελεσματικά τα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των καθηκό?ντων τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς, επίσης, και να χορηγούν κάθε σχετική πληροφορία και στοιχείο.
Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν και ως Ε.Π.Ε.Υ. και διαμεσολαβούν στην κατάρτιση συναλλαγών οφείλουν να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, πλην των αναφερόμενων στην περίπτωση (α) της παρα?γράφου 1 του παρόντος άρθρου, και πληροφορίες που αφορούν κάθε μορφής καταθέσεις, που τηρούν στο όνο?μά τους ή στο όνομα επενδυτών πελατών τους, οι οποίες είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 3 έως 5 και 7 του παρόντος νόμου, μη δικαιούμενα να επικαλεστούν το τραπεζικό απόρρητο.
Το τραπεζικό απόρρητο δεν ισχύει έναντι της Τράπε?ζας της Ελλάδος προκειμένου περί ασκήσεως εποπτείας στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 3 έως 5 και 7 του πα?ρόντος νόμου, καθώς και περί ελέγχου θεμάτων που συν?δέονται εν γένει με την εποπτεία της εύρυθμης λειτουρ?γίας της κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, δύναται να ζητεί από την Τράπεζα της Ελλάδος να της πα?ρέχει πληροφορίες ως προς κάθε μορφής καταθέσεις οποιουδήποτε προσώπου σε πιστωτικά ιδρύματα, όταν τούτο απαιτείται για την άσκηση των εποπτικών της αρμο?διοτήτων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στην οποία η Τρά?πεζα της Ελλάδος παρέχει τα ζητούμενα στοιχεία, υποχρεούται να τα χρησιμοποιεί αποκλειστικώς για την άσκη?ση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, τηρουμένων ιδίως των διατάξεων των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 76 του ν. 1969/1991, του άρθρου 5 του ν. 2396/ 1996, του άρ?θρου 43 του ν. 3283/ 2004 και του άρθρου 26 του παρόντος νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ
Άρθρο 23
Σε όποιον παραβαίνει την απαγόρευση κατάχρησης της αγοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5 και 7, η Επι?τροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει πρόστιμο ύψους από 10.000 μέχρι 2.000.000 ευρώ. Το ανώτατο όριο μπορεί να τριπλασιασθεί σε περίπτωση υποτροπής.
Σε όποιον παραβαίνει τις υποχρεώσεις, που προβλέ?πονται στα άρθρα 10 έως 18, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει έγγραφη επίπληξη ή πρόστιμο ύψους από 3.000 μέχρι 500.000 ευρώ. Το ανώτατο όριο μπορεί να τριπλα?σιασθεί σε περίπτωση υποτροπής. Εάν η παράβαση των εν λόγω υποχρεώσεων συνιστά και παράβαση των διατάξεων για την κατάχρηση της αγοράς επισύρει σωρευτικώς τις κυρώσεις που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο.
Σε όποιον: (α) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που διενεργείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαί?σιο εφαρμογής των διατάξεων του νόμου αυτού, ή (β) αρνείται ή παρακωλύει την παροχή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των κατά το άρθρο 22 πληροφοριών ή πα?ρέχει εν γνώσει του ψευδείς πληροφορίες ή αποκρύπτει αληθείς πληροφορίες, ή (γ) αρνείται, αν και έχει κληθεί προς το σκοπό αυτόν, κα?τά την περίπτωση (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 22, να παράσχει στοιχεία ή αποκρύπτει στοιχεία ή καταθέτει ψευδή στοιχεία, ή αρνείται να καταθέσει ενώπιον της Επι?τροπής Κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει πρόστιμο ύψους από 3.000 μέχρι 500.000 ευρώ.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πριν προβεί στην επιβο?λή των κυρώσεων ή στη λήψη των μέτρων που προβλέπο?νται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου κα?λεί τον φερόμενο ως παραβάτη να εκφράσει τις απόψεις του εγγράφως για την αποδιδόμενη σε αυτόν παράβαση. Ο φερόμενος ως παραβάτης έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση της έκθεσης ελέγχου κατά το μέρος που τον αφο?ρά.
Κατά την επιμέτρηση των προστίμων που επιβάλλο?νται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, λαμβάνονται υπόψη η αξία των παράνομων συναλλαγών, το τυχόν επιτευχθέν οι?κονομικό όφελος, η επίπτωση της παράβασης στην εύ?ρυθμη λειτουργία της αγοράς και στη διάχυση ορθής και έγκυρης πληροφόρησης στο επενδυτικό κοινό, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά το στάδιο διερεύνησης, έρευνας-ελέγχου από την τελευταία, ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1337
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος κάθε πρόστιμο που επιβάλλει βάσει των δια?τάξεων του παρόντος άρθρου σε πιστωτικό ίδρυμα ή και σε απασχολούμενα σε πιστωτικό ίδρυμα πρόσωπα.
Προκειμένου περί παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 18 ή των διατάξεων της παραγράφου 3 του παρό?ντος άρθρου από πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύει η Τράπεζα της Ελλάδος ή από πρόσωπα που απασχολού?νται σε αυτά, αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων κατά την παράγραφο 2 είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ενερ?γεί κατόπιν εισηγήσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή και αυτοτελώς.
Άρθρο 24
Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 3 έως 5, 7, 10 έως 18, καθώς και της παραγράφου 3 του άρ?θρου 23 του παρόντος νόμου , η Επιτροπή Κεφαλαιαγο?ράς μπορεί, ανεξάρτητα από την επιβολή κυρώσεων του προηγούμενου άρθρου, να: (α) αναστέλλει προσωρινά και για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος την, εν όλω ή εν μέρει, λειτουργία νομικών προσώπων που αδειοδοτούνται ή επο?πτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την άσκη?ση επαγγελματικής δραστηριότητας φυσικών προσώπων που πιστοποιούνται ή αδειοδοτούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (β) απαγορεύει την άσκηση επαγγελματικής δραστηριό?τητας από φυσικά πρόσωπα που πιστοποιούνται ή αδειο?δοτούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Προκειμένου περί παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 3 έως 5, 7, 10 έως 18, καθώς και της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του παρόντος νόμου από πιστωτικά ιδρύ?ματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από απασχολούμενα σε αυτά πρόσωπα, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει την εξουσία, ανεξάρτητα από την επιβολή κυρώσεων του προηγούμενου άρθρου: (α) αναστολής
- αα) άσκησης από πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται
από την Τράπεζα της Ελλάδος δραστηριοτήτων τους, τις οποίες προσδιορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος με την από?φαση με την οποία επιβάλλει την κύρωση,
- ββ) άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας φυσικών
προσώπων που πιστοποιούνται ή εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, (β) απαγόρευσης της άσκησης επαγγελματικής δρα?στηριότητας από φυσικά πρόσωπα που πιστοποιούνται ή εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν εισηγήσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή και αυτοτελώς.
Άρθρο 25
Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδονται με βάση τα άρθρα 23 και 24, υπόκεινται σε προσφυγή ουσίας ενώπιον του Δι?οικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την κοινοποίησή τους.
Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής και η άσκη?σή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλά?δος.
Σε περίπτωση που συντρέχουν οι λόγοι αναστολής του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου, μπορεί ο Πρόεδρος του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών να αναστείλει εν όλω ή εν μέρει ή υπό όρους την εκτέλεση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 200 επ. του Κώδικα Διοικητι?κής Δικονομίας. Σε περίπτωση που η απόφαση κατά της οποίας ασκήθη?κε προσφυγή αφορά επιβολή προστίμου, δεν επιτρέπεται η χορήγηση αναστολής για τμήμα του προστίμου που ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του προστί?μου αυτού. Το τμήμα του προστίμου για το οποίο δεν επι?τρέπεται να χορηγηθεί αναστολή δεν μπορεί να υπερβαίνει κατ' ανώτατο όριο τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
Η προσφυγή εκδικάζεται μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατάθεσής της. Αναβολή της συζητήσεως είναι δυ?νατή μόνο μία φορά για αποχρώντα λόγο και σε δικάσιμο που δεν απέχει περισσότερο από έναν μήνα από την αρχι?κή δικάσιμο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ
Άρθρο 26
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται με τις αρ?μόδιες αρχές των κρατών-μελών για την άσκηση των αρ?μοδιοτήτων της, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Συνερ?γάζεται, επίσης, με την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς θέ?ματα που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, νοουμένου ότι οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν θίγουν τις εποπτικές αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος επί των πιστωτικών ιδρυμά?των.
Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων εκ της ποινικής νομοθεσίας, όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει πληροφορίες σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο τις χρησιμοποιεί αποκλειστικά για την άσκηση των καθη?κόντων της στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής του νόμου αυτού, καθώς και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται ειδικά με την άσκηση αυτών των καθηκόντων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να τις χρησιμοποιήσει για άλλους σκοπούς ή να τις διαβιβά?σει στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών ύστερα από ρητή συναίνεση της αρχής που διαβίβασε τις πληροφορίες.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να ενημερώσει την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Κεφαλαια?γοράς, εφόσον η αίτηση πληροφόρησης που έχει υποβά?λει δεν λαμβάνει συνέχεια εντός ευλόγου χρονικού δια?στήματος ή απορριφθεί.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών, ιδίως με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία στο πλαίσιο ερευνών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει αμέσως, κατό?πιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής κράτους-μέλους, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και λαμβάνει αμέσως όλα τα αναγκαία μέτρα για να συλλέξει τις ζητού?μενες πληροφορίες. Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν μπορεί να παρά?σχει αμέσως τις ζητούμενες πληροφορίες, γνωστοποιεί τους σχετικούς λόγους στην αιτούσα αρμόδια αρχή. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται με τον τρόπο αυτόν κα?λύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο με το οποίο 1338 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) πληροφόρησης όταν: (α) η ανακοίνωση των πληροφοριών προσβάλει την κυ?ριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του Ελληνικού Κράτους, (β) εάν έχει κινηθεί ποινική διαδικασία για τα ίδια πραγ?ματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, (γ) εάν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ελληνικού δι?καστηρίου για τα ίδια πρόσωπα και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις (β) και (γ), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει λεπτομερώς την αιτούσα αρμόδια αρχή για την εκκρεμή δικαστική διαδικασία ή απόφαση που έχει εκ?δοθεί.
Άρθρο 27
Αν διαπιστωθούν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παραβάσεις του νόμου αυτού ή αν ορισμένες πράξεις επη?ρεάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά που βρί?σκεται σε άλλο κράτος-μέλος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγο?ράς ενημερώνει την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους-μέ?λους και της παρέχει τα στοιχεία που διαθέτει.
Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορηθεί ότι δια?πράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο ελληνικό έδαφος πα?ραβάσεις του νόμου αυτού ή ότι ορισμένες πράξεις επη?ρεάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά που βρί?σκεται στην ελληνική επικράτεια, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους-μέ?λους που την πληροφόρησε για τα αποτελέσματα της πα?ρέμβασής της.
Άρθρο 28
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια έρευνας από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους - μέλους στο έδαφος του τελευταίου και να ζητήσει να επι?τραπεί σε μέλη του προσωπικού της να παρίστανται κατά την έρευνά της.
Η αρμόδια αρχή ενός κράτους - μέλους μπορεί να ζη?τήσει τη διενέργεια έρευνας από την Επιτροπή Κεφαλαια?γοράς στο ελληνικό έδαφος και να ζητήσει να επιτραπεί σε ορισμένα μέλη του προσωπικού της να παρίστανται κατά τη διενέργεια της έρευνας.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αρνηθεί να διε?νεργήσει έρευνα που ζητείται σύμφωνα με την προηγού?μενη παράγραφο ή να μην επιτρέψει στο προσωπικό της αιτούσας αρμόδιας αρχής άλλου κράτους - μέλους να συ?νοδεύσει το προσωπικό της εάν συντρέχει μία από τις πε?ριπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 26. Στην περί?πτωση αυτή, ειδοποιεί σχετικώς την αιτούσα αρμόδια αρχή την οποία ενημερώνει για τη δικαστική διαδικασία ή την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Άρθρο 29
Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποι?ος, με σκοπό να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος, χρησιμοποιεί εν γνώσει του προνομιακές πληρο?φορίες για να αποκτήσει ή να διαθέσει, ο ίδιος ή μέσω άλ?λου προσώπου, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφο?ρούν οι πληροφορίες αυτές.
Επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα ετών σε όποιον δια?πράττει κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια το αδίκημα της προηγούμενης παραγράφου και εφόσον: (α) η αξία των παράνομων συναλλαγών υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ ή (β) αποκομίζει ο ίδιος ή προσπορίζει σε τρίτον περιου?σιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ.
Άρθρο 30
Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποι?ος με σκοπό να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπο?ρευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος: (α) διενεργεί συναλλαγές χρησιμοποιώντας εν γνώσει του παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή απατηλά μέσα ή (β) διαδίδει εν γνώσει του, δια των μέσων μαζικής ενημέ?ρωσης, του διαδικτύου ή οπoιουδήποτε άλλου τρόπου, παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες, ειδήσεις ή φή?μες.
Επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα ετών σε όποιον δια?πράττει κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια το αδίκημα της προηγούμενης παραγράφου και εφόσον: (α) η αξία των παράνομων συναλλαγών υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ ή (β) αποκομίζει ο ίδιος ή προσπορίζει σε τρίτον περιου?σιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ.
Άρθρο 31
Η ποινική δίωξη για τις παραβάσεις των άρθρων 29 και 30 του παρόντος νόμου ασκείται αυτεπαγγέλτως.
Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών υποβάλλει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών τις μηνυτήριες αναφορές με τις οποί?ες καταγγέλλεται η τέλεση των αξιόποινων πράξεων των άρθρων 29 και 30. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δικαιούται να υποβάλλει απευθείας στον Εισαγγελέα Εφετών μηνυ?τήριες αναφορές με τις οποίες καταγγέλλεται η τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων.
Ο Εισαγγελέας Εφετών, με βάση τις παραπάνω μηνυ?τήριες αναφορές ή με βάση στοιχεία που περιέρχονται σε αυτόν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή από οποιονδή?ποτε τρίτο, αλλά και αυτεπαγγέλτως, ενεργεί ο ίδιος προ?καταρκτική εξέταση ή παραγγέλλει τη διενέργειά της από γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, υπό την επο?πτεία και καθοδήγησή του. Η έρευνα επεκτείνεται και στις συναφείς αξιόποινες πράξεις. Σε κάθε περίπτωση η προ?καταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Ποινικής Δι?κονομίας.
Αν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για τις αξιό?ποινες πράξεις των άρθρων 29 και 30 του παρόντος νό?μου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καλείται να λάβει γνώση της δικογραφίας και το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση της κλήσεως να υποβάλλει, εφόσον επι?θυμεί, έκθεση με τις απόψεις της για όλες τις καταγγελλό?μενες πράξεις που διερευνώνται. Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου παραγραφής, εκείνος που διενεργεί την προκα?ταρκτική εξέταση, έχει δικαίωμα σύντμησης της προθε?σμίας αυτής.
Μετά το τέλος της προκαταρκτικής εξέτασης, η δι?κογραφία υποβάλλεται στον ίδιο τον Εισαγγελέα Εφε?ΦΕΚ 112 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1339
Σε δίκες για τα αδικήματα που αναφέρονται στην πα?ράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή Κεφαλαια?γοράς έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για την υποστήριξη της κατηγορίας.
Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πλημμελη?μάτων που προβλέπονται από τα άρθρα 29 και 30 του νό?μου αυτού είναι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και των κα?κουργημάτων το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων του τόπου τελέσεώς τους.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις υποθέσεις εκείνες για τις οποίες είχε επιδοθεί κλήση ή κλητήριο θέσπισμα μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο και αν βρίσκονται.
Κατά τη διαδικασία εκδίκασης των κακουργημάτων του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρ?θρων 20 και 21 του ν. 663/1977 (ΦΕΚ 215 Α΄).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 32
Καταργούνται οι διατάξεις: (α) του προεδρικού διατάγματος 53/1992 (ΦΕΚ 22 Α΄) στο σύνολό τους, (β) του άρθρου 13 και των παραγράφων 2 και 3 του άρ?θρου 72 του ν. 1969/1991, (γ) της περίπτωσης (α) της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του προεδρικού διατάγματος 350/1985 (ΦΕΚ 126 Α΄), ενώ οι λοιπές περιπτώσεις (β) και (γ) αναριθμούνται σε (α) και (β) αντιστοίχως, (δ) της περίπτωσης (α) της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του προεδρικού διατάγματος 350/1985, ενώ οι λοιπές πε?ριπτώσεις (β), (γ) και (δ) αναριθμούνται σε (α), (β) και (γ) αντιστοίχως, (ε) του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρ?θρου 5 του προεδρικού διατάγματος 51/1992 (ΦΕΚ 22 Α΄).
Αντικαθίστανται οι διατάξεις: (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 72 του ν. 1969/ 1991, του άρθρου 73 του ν. 1969/1991, καθώς και των άρθρων 33 και 34 του ν. 3632/1928 της 17/26 Ιουλίου «Περί χρηματι?στηρίων αξιών» από τις διατάξεις του άρθρου 30 του πα?ρόντος νόμου, (β) του άρθρου 30 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α΄) από τις διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος νόμου.
Τροποποιούνται οι διατάξεις: (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α΄) ως εξής: «Ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας περιλαμβάνει: α. Τη διάρθρωση των υπηρεσιών της εταιρίας, τα αντι?κείμενά τους, καθώς και τη σχέση των υπηρεσιών μεταξύ τους και με τη διοίκηση. Στον Κανονισμό προβλέπονται τουλάχιστον υπηρεσίες Εσωτερικού Ελέγχου, Εξυπηρέ?τησης Μετόχων και Εταιρικών Ανακοινώσεων. β. Τις αρμοδιότητες των εκτελεστικών και μη εκτελεστι?κών μελών του διοικητικού συμβουλίου. γ. Τις διαδικασίες πρόσληψης των διευθυντικών στελεχών της εταιρίας και αξιολόγησης της απόδοσής τους. δ. Τις διαδικασίες παρακολούθησης:
- αα) των συναλλαγών που πραγματοποιούν τα πρόσωπα
που απασχολεί η εταιρία είτε με σύμβαση εργασίας είτε άλλως και τα οποία έχουν πρόσβαση σε προνομιακές πλη?ροφορίες, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν διευθυντι?κά καθήκοντα στην εταιρία και οι έχοντες στενό δεσμό με αυτά τα πρόσωπα, σε κινητές αξίες της εταιρείας ή συν?δεδεμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, εφόσον οι κινητές αξίες είναι υπό διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά,
- ββ) άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων των προσώπων
που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα σε εταιρία και οι οποί?ες σχετίζονται με την εταιρία και τους βασικούς πελάτες ή προμηθευτές. ε. Τις διαδικασίες δημόσιας γνωστοποίησης συναλλα?γών των προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα στην εταιρία και των προσώπων που έχουν στενό δεσμό με αυτά τα πρόσωπα, καθώς και άλλων προσώπων για τα οποία η εταιρία έχει υποχρέωση γνωστοποίησης σύμφω?να με την κείμενη νομοθεσία. στ. Τους κανόνες που διέπουν τις συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών, την παρακολούθηση των συ?ναλλαγών αυτών και την κατάλληλη γνωστοποίησή τους στα όργανα και τους μετόχους της εταιρείας.» (β) του άρθρου 15 του ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228 Α΄) ως εξής: «Εταιρεία, της οποίας οι αξίες είναι εισηγμένες σε οργα?νωμένη αγορά αξιών, δεν επιτρέπεται να διενεργεί για ίδιο λογαριασμό συναλλαγές σε παράγωγα εισηγμένα σε αγο?ρά παραγώγων, τα οποία έχουν ως υποκείμενη αξία είτε αξίες της εταιρίας είτε δείκτες, στους οποίους οι αξίες της εταιρίας αυτής συμμετέχουν με ποσοστό μεγαλύτερο του 25%. Η απαγόρευση ισχύει για την εκδότρια εταιρία και τις συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Η Επι?τροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει στους παραβάτες πρό?στιμο ύψους από 5.000 μέχρι 300.000 ευρώ.» (γ) της περίπτωσης (στ) της παραγράφου 1 του άρθρου 78 του ν. 1969/1991 ως εξής: «Επιλαμβάνεται των περιπτώσεων που συνδέονται με την κατάχρηση της αγοράς, δηλαδή της κατάχρησης προ?νομιακών πληροφοριών και της χειραγώγησης της αγο?ράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.»
Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά στο π.δ. 53/1992 και στα άρθρα 72 και 73 του ν. 1969/1991 νοούνται εφεξής οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου.
Άρθρο 33
Αναγκαία προϋπόθεση του κύρους οποιασδήποτε δη?μοσίευσης για τις ανώνυμες εταιρείες, κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α΄), σε ημερήσια πολιτική ή αθλητική εφημερίδα, με ευρεία κυκλοφορία σε όλη τη χώ?ρα, αποτελεί η έκδοση σχετικού τιμολογίου από την οικεία εφημερίδα στο όνομα της εταιρείας στην οποία αφορά η δημοσίευση.
Το αγγελιόσημο που καθορίζεται, σύμφωνα με το νό?μο, για τις δημοσιεύσεις της προηγούμενης παραγράφου 1, κατατίθεται, αρμοδίως, στο όνομα της εφημερίδας, η οποία προβαίνει σε αυτές με ειδικό έντυπο, το οποίο συ?μπληρώνει η υπόχρεη εταιρεία, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από το τέλος του μήνα της σχετικής δημοσίευσης. Η κατάθεση γίνεται στους λογαριασμούς του «Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως» (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), με τους τίτλους: «Λογα?ριασμός Αγγελιοσήμου Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών» και «Λογαριασμός Αγγελιοσήμου Ημερησίων Εφημερίδων 1340 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) και των παραγράφων 9 έως 13 του άρθρου 12 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α΄), όπως ισχύει, εφαρμόζονται, ανά?λογα, και για τις δημοσιεύσεις του άρθρου αυτού.
Η υποβολή, προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουρ?γείου Ανάπτυξης, του φύλλου οποιασδήποτε πολιτικής ή αθλητικής εφημερίδας με δημοσιεύσεις της παραγράφου 1 προϋποθέτει και τη συνυποβολή από την υπόχρεη εται?ρεία αντιγράφου του σχετικού τιμολογίου, που εκδίδεται σύμφωνα με την ίδια παράγραφο.
Η αμοιβή των επιχειρήσεων δημοσιεύσεων ισολογι?σμών, για δημοσιεύσεις της παραγράφου 1, απαγορεύε?ται να υπερβαίνει, συνολικά, το είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας της αντίστοιχης καταχώρισης, έστω και αν περιλαμ?βάνει εργασίες διαμόρφωσης του ισολογισμού ή του προς δημοσίευση κειμένου. Η αμοιβή αυτή πρέπει να αποδεικνύεται με παραστατικό έγγραφο του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ., π.δ. 86/1992, ΦΕΚ 84 Α΄), που εκδίδει η επιχείρηση δημοσιεύ?σεων ισολογισμών στο όνομα της εφημερίδας. Στο έγ?γραφο αυτό, εκτός από τα άλλα στοιχεία του K.B.Σ., ανα?γράφεται απαραιτήτως, αριθμητικώς και ολογράφως, η αξία της αντίστοιχης καταχώρησης.
Σε περίπτωση που επιχείρηση δημοσιεύσεων ισολογι?σμών εισπράξει αμοιβή, η οποία υπερβαίνει, συνολικά, το ανωτέρω ποσοστό, επιβάλλεται, σε βάρος της, με απόφα?ση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο του επιπλέον εισπραχθέντος ποσού. Το πρόστιμο εισπράττε?ται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Εάν οι επιχει?ρήσεις δημοσιεύσεων ισολογισμών, που εισπράττουν αμοιβή κατά την παράγραφο 5, είναι περισσότερες από μία, για την καταβολή του προστίμου, ευθύνονται όλες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον.
Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι?κών, Ανάπτυξης, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστα?σίας και Επικρατείας μπορεί να καθορίζονται η διαδικασία επιβολής, βεβαίωσης και είσπραξης του προστίμου, κα?θώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. Με την ίδια απόφαση μπο?ρεί να επεκτείνεται η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου στις οικονομικές εφημερίδες, μετά από γνώμη της οικείας Ενώσεως Ιδιοκτητών Εφημερίδων.
Άρθρο 34
Στο τέλος του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α΄/22.11.2001), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1341 ΕΙΔΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΜΟΝΑΔΑ Σ.Ο. ΣΕ ΕΥΡΩ ΕΠΙΒΟΛΗΣ
- κστ) Βιοντήζελ από μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων, όπως ορίζεται
με την απόφαση Α.Χ.Σ. 334/2004, που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων, είτε αυτούσιο είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής 3824 90 99 245 1.000 λίτρα καύσης (DIESEL) της παραπάνω περίπτωσης στ ΄ )
Μετά την παράγραφο 5 του άρθρου 78 του ν. 2960/ 2001 (ΦΕΚ 265/Α΄/22.11.2001), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος ως ακολούθως: «6. Για τις παρακάτω ποσότητες αυτούσιου βιοντήζελ της περίπτωσης κστ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του παρόντα Κώδικα, ο συντελεστής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ορίζεται σε 0 ευρώ ανά χιλιόλιτρο: Ποσότητα Χρονική Περίοδος Βιοντήζελ ( χιλιόλιτρα ) 1η Ιανουαρίου - 31η Δεκεμβρίου 2005 51.000 1η Ιανουαρίου - 31η Δεκεμβρίου 2006 91.000 1η Ιανουαρίου - 31η Δεκεμβρίου 2007 114.000 Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικο?νομικών και Ανάπτυξης ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέ?ρεια εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγρά?φου, καθώς και ο τρόπος παρακολούθησης και ελέγχου της νόμιμης παραγωγής, ανάμιξης, διακίνησης και θέσης σε ανάλωση των παραλαμβανόμενων με μηδενικό συντε?λεστή Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ποσοτήτων αυτού?σιου βιοντήζελ.»
Άρθρο 35
Αναστέλλεται μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2005 η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, παράγραφος 4 του άρ?θρου 5, 8 και παράγραφος 1 του άρθρου 23 του ν. 3212/ 2003 (ΦΕΚ 308 Α΄) και παρατείνεται αντίστοιχα η ισχύς του από 8/13.7.1993 προεδρικού διατάγματος (ΦΕΚ 795 Δ΄) και των λοιπών διατάξεων που σχετίζονται με τη διαδικα?σία έκδοσης οικοδομικών αδειών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙA΄
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Άρθρο 36
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει δύο μήνες από τη δη?μοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η ισχύς του άρθρου 18 αρχίζει πέντε μήνες από τη δη?μοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερ?νήσεως.
Η ισχύς του άρθρου 33 του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνή?σεως.
| ¯(cid:201)˜ˇ(cid:211) | ˚(cid:217)˜(cid:201)˚ˇ(cid:211) (cid:211).ˇ. | —ˇ(cid:211)ˇ (cid:214)ˇ(cid:209)ˇ(cid:213) (cid:211)¯ ¯(cid:213)(cid:209)(cid:217) | (cid:204)ˇ˝˜ ¯—(cid:201)´ˇ¸˙(cid:211) |
|---|---|---|---|
| Œ(cid:243)(cid:244)) ´Ø(cid:239)(cid:237)(cid:244)(cid:222)(cid:230)(cid:229)º Æ(cid:240)(cid:252) (cid:236)(cid:229)Łıº(cid:229)(cid:243)(cid:244)(cid:221)æ(cid:229)(cid:242) ºØ(cid:240)Ææ(cid:254)(cid:237) (cid:239)(cid:238)(cid:221)ø(cid:237), (cid:252)(cid:240)ø(cid:242) (cid:239)æ(cid:223)(cid:230)(cid:229)(cid:244)ÆØ (cid:236)(cid:229) (cid:244)(cid:231)(cid:237) Æ(cid:240)(cid:252)(cid:246)Æ(cid:243)(cid:231) `.(cid:215).(cid:211). 334/2004, (cid:240)(cid:239)ı (cid:247)æ(cid:231)(cid:243)Ø(cid:236)(cid:239)(cid:240)(cid:239)Ø(cid:229)(cid:223)(cid:244)ÆØ ø(cid:242) ŒÆ(cid:253)(cid:243)Ø(cid:236)(cid:239) ŒØ(cid:237)(cid:231)(cid:244)(cid:222)æø(cid:237), (cid:229)(cid:223)(cid:244)(cid:229) Æı(cid:244)(cid:239)(cid:253)(cid:243)Ø(cid:239) (cid:229)(cid:223)(cid:244)(cid:229) (cid:243)(cid:229) Æ(cid:237)(cid:220)(cid:236)Ø(cid:238)(cid:231) (cid:236)(cid:229) (cid:240)(cid:229)(cid:244)æ(cid:221)ºÆØ(cid:239) (cid:229)(cid:243)ø(cid:244)(cid:229)æØŒ(cid:222)(cid:242) ŒÆ(cid:253)(cid:243)(cid:231)(cid:242) (DIESEL) (cid:244)(cid:231)(cid:242) (cid:240)ÆæÆ(cid:240)(cid:220)(cid:237)ø (cid:240)(cid:229)æ(cid:223)(cid:240)(cid:244)ø(cid:243)(cid:231)(cid:242) (cid:243)(cid:244)·) | 3824 90 99 | 245 | 1.000 º(cid:223)(cid:244)æÆ |
| (cid:215)æ(cid:239)(cid:237)ØŒ(cid:222) —(cid:229)æ(cid:223)(cid:239)(cid:228)(cid:239)(cid:242) | —(cid:239)(cid:243)(cid:252)(cid:244)(cid:231)(cid:244)Æ ´Ø(cid:239)(cid:237)(cid:244)(cid:222)(cid:230)(cid:229)º ((cid:247)غØ(cid:252)ºØ(cid:244)æÆ) | ||
| --- | --- | ||
| 1(cid:231) (cid:201)Æ(cid:237)(cid:239)ıÆæ(cid:223)(cid:239)ı - 31(cid:231) ˜(cid:229)Œ(cid:229)(cid:236)(cid:226)æ(cid:223)(cid:239)ı 2005 1(cid:231) (cid:201)Æ(cid:237)(cid:239)ıÆæ(cid:223)(cid:239)ı - 31(cid:231) ˜(cid:229)Œ(cid:229)(cid:236)(cid:226)æ(cid:223)(cid:239)ı 2006 1(cid:231) (cid:201)Æ(cid:237)(cid:239)ıÆæ(cid:223)(cid:239)ı - 31(cid:231) ˜(cid:229)Œ(cid:229)(cid:236)(cid:226)æ(cid:223)(cid:239)ı 2007 | 51.000 91.000 114.000 |
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Γ. ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ Δ. ΣΙΟΥΦΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Γ. ΣΟΥΦΛΙΑΣ Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Α. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ Θ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 10 Μαΐου 2005
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)