Νόμοι — ΦΕΚ A' 117/2007

Type Νόμος
Publication 2007-06-12
Τελευταία ενημέρωση 2007-06-05
State In force
Source ΦΕΚ
articles 327
Reform history JSON API
3.

Όταν οι εκδιδόμενες πράξεις είναι αδύνατο να περιβληθούν τους τύπους που ορίζουν οι ελληνικοί νόμοι, πρέπει να γίνεται σε αυτές ρητή μνεία περί τούτου. Εάν ο Επίτιμος Πρόξενος ή ο νόμιμος αναπληρωτής του αγνοούν την ελληνική γλώσσα, οι καταρτιζόμενες από αυτούς πράξεις πρέπει να συντάσσονται στη γνωστή σε αυτούς γλώσσα και να γίνεται ειδική μνεία περί τούτου. Σε περίπτωση που συμπράττουν στην κατάρτιση πράξεως και άλλα πρόσωπα που αγνοούν τη γλώσσα του προϊσταμένου της προξενικής αρχής ή του νόμιμου αναπληρωτή του, προσλαμβάνεται διερμηνέας, ο οποίος, πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, ορκίζεται ότι θα εκτελέσει αυτά πιστά και ευσυνείδητα. των προξενικών αρχών

1.

Σε κάθε αλλαγή του προϊσταμένου έμμισθης ή άμισθης προξενικής αρχής και προξενικού γραφείου Πρεσβείας, καθώς και σε περίπτωση άδειας ή απομάκρυνσης αυτού από την έδρα του πέραν του διμήνου, συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, το οποίο υπογράφεται από τον παραδίδοντα και τον παραλαμβάνοντα. Όσον αφορά στη διαχείριση του ενσήμου και των αξιών, πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής συντάσσεται σε κάθε περίπτωση απουσίας. Το πρωτότυπο του πρωτοκόλλου κατατίθεται στο αρχείο της προξενικής αρχής και από ένα αντίγραφο αποστέλλεται στην οικεία Πρεσβεία, στη Γενική Επιθεώρηση, στη Διεύθυνση Προσωπικού και στην αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών.

2.

Σε περίπτωση θανάτου του προϊσταμένου έμμισθης ή άμισθης προξενικής αρχής, συντάσσεται από τριμελή επιτροπή υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία ορίζεται από τη Γενική Επιθεώρηση, έκθεση απογραφής, στην οποία πρέπει να μνημονεύεται, ρητά, η γενόμενη πρόσκληση προς τους ευρισκόμενους στην έδρα της προξενικής αρχής νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντος, όπως παραστούν κατά την απογραφή. Το πρωτότυπο της έκθεσης κατατίθεται στο αρχείο της προξενικής αρχής. Από ένα αντίγραφο λαμβάνει καθένα μέλος της επιτροπής απογραφής και από ένα αντίγραφο αποστέλλεται στην οικεία Πρεσβεία, στη Γενική Επιθεώρηση, στη Διεύθυνση Προσωπικού και στην αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών.

3.

Σε περίπτωση παύσεως, θέσεως σε αργία, αρνήσεως ή αδυναμίας για οποιονδήποτε άλλο λόγο του προϊσταμένου διπλωματικής αρχής να παραδώσει, συντάσσεται έκθεση απογραφής από τριμελή επιτροπή υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία ορίζεται από τη Γενική Επιθεώρηση, αφού προηγουμένως κληθεί από την επιτροπή ο εν λόγω προϊστάμενος να παραστεί αυτοπροσώπως ή με εκπρόσωπο. Το πρωτότυπο της έκθεσης κατατίθεται στο αρχείο της προξενικής αρχής. Από ένα αντίγραφο λαμβάνει κάθε μέλος της επιτροπής απογραφής και από ένα αντίγραφο αποστέλλεται στην οικεία Πρεσβεία, στη Γενική Επιθεώρηση, στη Διεύθυνση Προσωπικού και στην αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών.

4.

Ο τύπος και το περιεχόμενο των πρωτοκόλλων της παραγράφου 1 και των εκθέσεων απογραφής των παραγράφων 2 και 3 καθορίζονται από τη Γενική Επιθεώρηση.

Άρθρο 58

Διορισμός, αναπλήρωση και καθεστώς Προϊσταμένων άμισθων προξενικών αρχών

1.

Στις θέσεις του Επίτιμου Γενικού Προξένου και του Επίτιμου Προξένου διορίζονται: α. έγκριτοι πολίτες, κατά προτίμηση ελληνικής ιθαγένειας ή ελληνικού γένους ή, ελλείψει αυτών, και αλλοδαποί, οι οποίοι διαμένουν μονίμως, τουλάχιστον επί μία πενταετία, στον τόπο όπου συνιστάται ή εδρεύει η οικεία προξενική αρχή, είναι κάτοχοι της τοπικής γλώσσας και της αγγλικής ή γαλλικής και μπορούν να ανταποκρίνονται στα οικονομικά βάρη άμισθης προξενικής αρχής, β. ευδοκίμως προϋπηρετήσαντες υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών ή άλλοι διακεκριμένοι Έλληνες, κάτοχοι της τοπικής γλώσσας και της αγγλικής ή γαλλικής, οι οποίοι διαμένουν στον τόπο όπου συνιστάται ή εδρεύει η οικεία προξενική αρχή, έστω και για χρόνο βραχύτερο της πενταετίας.

2.

Ο διορισμός και η απόλυση των Επίτιμων Γενικών Προξένων και των Επίτιμων Προξένων ενεργείται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση της οικείας Πρεσβείας, ή, ελλείψει αυτής, της ανώτερης ή ισόβαθμης έμμισθης προξενικής αρχής, στην εποπτεία και τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η άμισθη προξενική αρχή και κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

3.

Οι προϊστάμενοι των άμισθων προξενικών αρχών, με το διορισμό τους δίνουν, εάν μεν έχουν ελληνική ιθαγένεια, τον όρκο της παραγράφου 1 του άρθρου 67, σε αντίθετη δε περίπτωση, τον εξής: «Ορκίζομαι να εκτελώ με πίστη και τιμιότητα και κατά τους ελληνικούς νόμους τα καθήκοντά μου και να συντελώ με όλες μου τις δυνάμεις σε ό,τι δύναται να προάγει τα οικονομικά, εμπορικά, ναυτιλιακά, τουριστικά και τα εν γένει συμφέροντα της Ελλάδας». Εάν ο οριζόμενος ως προϊστάμενος της άμισθης προξενικής αρχής δηλώσει ότι δεν πιστεύει σε καμιά θρησκεία ή πιστεύει σε θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο, ο όρκος δίνεται σαν διαβεβαίωση με τον εξής τύπο: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου ότι θα εκτελώ με πίστη και τιμιότητα και κατά τους ελληνικούς νόμους τα καθήκοντά μου και θα συντελώ με όλες μου τις δυνάμεις σε ό,τι δύναται να προάγει τα οικονομικά, εμπορικά, ναυτιλιακά, τουριστικά και τα εν γένει συμφέροντά της». Ο όρκος ή η διαβεβαίωση δίδονται ενώπιον του προϊσταμένου της οικείας Πρεσβείας ή ενώπιον του προϊσταμένου της έμμισθης προξενικής αρχής, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η άμισθη προξενική αρχή ή ενώπιον προσώπου, το οποίο ορίζεται, ειδικώς για το σκοπό αυτόν, από τον Υπουργό Εξωτερικών, ή, κατόπιν αδείας του Υπουργού Εξωτερικών, από μόνο το διορισθέντα, ο οποίος συντάσσει σχετική έκθεση χρονολογούμενη και υπογραφόμενη από αυτόν.

4.

Ως όριο ηλικίας προϊσταμένων άμισθων προξενικών αρχών για την αποχώρηση από την υπηρεσία ορίζεται το 70ό έτος. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών η υπηρεσία τους μπορεί να παρατείνεται εάν το επιβάλλουν υπηρεσιακές ανάγκες.

5.

Οι επίτιμοι προξενικοί υπάλληλοι έπονται των ισοβάθμων τους εμμίσθων.

6.

Τον προϊστάμενο άμισθης προξενικής αρχής, ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενο, αναπληρώνει σε όλα τα καθήκοντά του ο υποπρόξενος της προξενικής αρχής και ελλείψει τούτου ο γραμματέας.

7.

Στους προϊσταμένους των άμισθων προξενικών αρχών, με αίτησή τους, μπορεί να χορηγηθεί άδεια απουσίας ενός μηνός από την αρμόδια Πρεσβεία ή σε όσα κράτη δεν υπάρχει Πρεσβεία, από την έμμισθη προξενική αρχή στην οποία υπάγονται, για μακρότερο δε χρόνο, από τη Διεύθυνση Προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών.

8.

Η προϊσταμένη πρεσβευτική ή προξενική αρχή οφείλει να ειδοποιήσει την Κεντρική Υπηρεσία για τη χορήγηση της άδειας. υπαλλήλους της και ειδοποιεί σχετικώς την Κεντρική Υπηρεσία και την Πρεσβεία ή την ανώτερη ή ισόβαθμη έμμισθη προξενική αρχή, στην οποία υπάγεται η άμισθη προξενική αρχή. Για μακρότερο χρόνο, την άδεια χορηγεί ο προϊστάμενος της εποπτεύουσας αρχής, ο οποίος ειδοποιεί, σχετικώς, την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.

Άρθρο 59

Προσωπικό και δαπάνες άμισθων προξενικών αρχών

1.

Οι επίτιμοι γραμματείς σε άμισθες προξενικές αρχές διορίζονται και παύονται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από γνώμη του προϊσταμένου της άμισθης προξενικής αρχής, και έγκριση της οικείας Πρεσβείας ή της έμμισθης προξενικής αρχής, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η άμισθη προξενική αρχή. Οι διοριζόμενοι είναι Έλληνες ως προς την ιθαγένεια ή το γένος ή, ελλείψει Ελλήνων, αλλοδαποί οι οποίοι διαμένουν τουλάχιστον επί μία διετία στον τόπο της προξενικής αρχής.

2.

Στους γραμματείς μπορεί να απονεμηθεί με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά τη συμπλήρωση εξαετούς ευδόκιμης υπηρεσίας, ο τίτλος του υποπροξένου επί τιμή, μετά από πρόταση του προϊσταμένου της άμισθης προξενικής αρχής και έγκριση της προϊσταμένης Πρεσβείας.

3.

Οι προϊστάμενοι άμισθων προξενικών αρχών μπορούν με πράξη τους και μετά από προηγούμενη έγκριση του Διευθυντή Προσωπικού να προσλαμβάνουν, χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου, και να απολύουν γραμματείς ή επιμελητές.

4.

Οι διοριζόμενοι επίτιμοι γραμματείς και οι προσλαμβανόμενοι από τις άμισθες προξενικές αρχές υπάλληλοι δίνουν όρκο ενώπιον των προϊσταμένων αυτών, κατά τον τύπο που ορίζεται για ημεδαπούς και αλλοδαπούς στο άρθρο 67.

5.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο Υπουργός Εξωτερικών μπορεί να αποσπά σε άμισθη προξενική αρχή υπαλλήλους από τον Κλάδο ΠΕ και ΤΕ Διοικητικού ή από τον Κλάδο Διοικητικών Γραμματέων του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο αποσπώμενος μπορεί να φέρει τον τίτλο του υποπροξένου, λαμβάνει δε, καθ’ όλο το διάστημα της απόσπασής του, τις εν γένει αποδοχές του ισόβαθμου του υπαλλήλου, ο οποίος υπηρετεί σε διπλωματική ή έμμισθη προξενική αρχή, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εν λόγω άμισθη προξενική αρχή.

6.

Η υπηρεσία σε άμισθη προξενική αρχή θεωρείται, σε κάθε περίπτωση, ως δημόσια και συνυπολογίζεται, σε περίπτωση διορισμού σε έμμισθη θέση του Υπουργείου Εξωτερικών, πλην του Διπλωματικού Κλάδου και των Κλάδων ΠΕ και ΤΕ Διοικητικού και Διοικητικών Γραμματέων.

7.

Οι επίτιμοι προξενικοί υπάλληλοι δεν αποκτούν από την υπηρεσία τους προσόντα ή δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από τον παρόντα νόμο υπέρ των μόνιμων υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών.

8.

Οι δαπάνες των άμισθων προξενικών αρχών βαρύνουν τους προϊσταμένους τους, πλην των δαπανών οι οποίες πραγματοποιούνται σε βάρος του Δημοσίου και των ειδικών δαπανών, οι οποίες διατάσσονται από το Υπουργείο Εξωτερικών, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του παρόντος.

9.

Οι προϊστάμενοι των άμισθων προξενικών αρχών παρακρατούν ποσοστό 60% επί των συνολικών τους εισπράξεων από ένσημα και μόνο για τις δαπάνες λειτουργίας των αρχών τους. Το παρακρατούμενο αυτό ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το ισόποσο των 22.500 ευρώ ετησίως. Εξαιρούνται από την παρακράτηση αυτή οι φόροι και τα δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, καθώς και κάθε άλλη αξία.

10.

Το ποσό, που προκύπτει υπέρ του Δημοσίου από τις εισπράξεις των άμισθων προξενικών αρχών κάθε έτους, αποδίδεται μέσω της Γενικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Εξωτερικών, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην οποία πρέπει να περιέρχεται μέχρι το τέλος Μαρτίου του επόμενου έτους.

Άρθρο 60

Καθήκοντα άμισθων προξενικών αρχών Οι άμισθες προξενικές αρχές ασκούν τα ίδια με τις έμμισθες προξενικές αρχές καθήκοντα, πλην εκείνων που αφορούν στη χορήγηση θεώρησης εισόδου επί αλλοδαπών διαβατηρίων. Τμήμα 3: Γραφεία Ο.Ε.Υ.

Άρθρο 61

Γραφεία Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων

1.

Στην έδρα Πρεσβείας, Γραφείου Συνδέσμου, Γενικού Προξενείου ή Προξενείου, ή σε άλλη πόλη της χώρας αρμοδιότητας διπλωματικής αρχής δύναται να συνιστώνται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών και με γνώμη των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Γραφεία Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (Ο.Ε.Υ.) και να καθορίζεται η περιφέρεια της αρμοδιότητας αυτών. Τα Γραφεία αυτά αποτελούν τμήματα των αρχών, στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούν. Η γνώμη των επιμελητηρίων παρέχεται εντός δεκαπέντε ημερών αφότου ζητηθεί, άλλως η απόφαση εκδίδεται χωρίς αυτήν. Με όμοια απόφαση, η περιφέρεια αρμοδιότητας του Γραφείου Ο.Ε.Υ. μπορεί να επεκτείνεται και σε περιοχή αρμοδιότητας άλλης Πρεσβείας, από αυτή στην οποία ανήκει, εφόσον εκεί δεν λειτουργεί αντίστοιχο Γραφείο, κατόπιν εισηγήσεων των εμπλεκομένων διπλωματικών αρχών. Στην περίπτωση αυτή, ο προϊστάμενος του Γραφείου Ο.Ε.Υ. εποπτεύεται και αξιολογείται εκτός από τον προϊστάμενο της πρεσβευτικής αρχής στην οποία ανήκει και από τον προϊστάμενο της άλλης πρεσβευτικής αρχής.

2.

Στα Γραφεία Ο.Ε.Υ. τοποθετούνται υπάλληλοι των κλάδων Ο.Ε.Υ., ΠΕ και ΤΕ Διοικητικού, Διοικητικών Γραμματέων, καθώς επίσης και υπάλληλοι του διπλωματικού κλάδου, που θα διορισθούν μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. Η διεύθυνση του Γραφείου Ο.Ε.Υ. ανατίθεται από τον προϊστάμενο της αρχής στον ανώτερο ιεραρχικά υπάλληλο του Κλάδου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων. Οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και προξενικών αρχών συνεργάζονται με τους προϊσταμένους των Γραφείων Ο.Ε.Υ., συντονίζουν τη δραστηριότητά τους και ενημερώνονται συνεχώς για τις ενέργειές τους. Σε κάθε περίπτωση, οι προϊστάμενοι των Γραφείων Ο.Ε.Υ. συμβουλεύονται τους προϊσταμένους των οικείων διπλωματικών και προξενικών αρχών για θέματα της αρμοδιότητας αυτών και ακολουθούν τις οδηγίες τους. φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στη χώρα όπου υπηρετούν, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την πρακτική της χώρας υποδοχής, β. επικοινωνούν απευθείας με ελληνικές επιχειρήσεις, φορείς και οργανισμούς, γ. επικοινωνούν απευθείας με τα όργανα και τις υπηρεσίες των διεθνών οργανισμών που λειτουργούν στη χώρα όπου υπηρετούν, δ. αναλαμβάνουν τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, πάντοτε κατόπιν συνεννόησης με τον προϊστάμενο της οικείας διπλωματικής ή προξενικής αρχής, και επικοινωνούν για θέματα αρμοδιότητάς τους ή για να εκθέσουν τις απόψεις τους για τα θέματα αυτά με τη Γενική Γραμματεία Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Aναπτυξιακής Συνεργασίας. Μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τον προϊστάμενο της διπλωματικής ή προξενικής αρχής, επικοινωνούν, απευθείας, με κάθε άλλη δημόσια υπηρεσία, αρχή ή συλλογικό φορέα. Σε κάθε περίπτωση, κοινοποιούν υποχρεωτικά όλα τα σχετικά έγγραφα στον προϊστάμενο της οικείας διπλωματικής ή προξενικής αρχής και τον ενημερώνουν για τις ενέργειές τους. Τα Γραφεία Ο.Ε.Υ. ζητούν από τη διπλωματική ή προξενική αρχή, στην οποία ανήκουν, οδηγίες για την εκπλήρωση της αποστολής τους στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Προκειμένου για υποθέσεις, οι οποίες σχετίζονται με τα γενικότερα συμφέροντα του Κράτους και ο χειρισμός των οποίων εξαρτάται από ενέργειες της οικείας διπλωματικής ή προξενικής αρχής, υποχρεούνται να εκτελούν, σε κάθε περίπτωση, τις εντολές αυτής.

3.

Τα Γραφεία Ο.Ε.Υ. ασκούν όλα τα συναφή με το αντικείμενό τους καθήκοντα, όπως αυτά αναφέρονται ειδικότερα στα υπό στοιχεία α΄ έως και κ΄ εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 42.

4.

Τα Γραφεία Ο.Ε.Υ. μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες όπως πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων και σε καταλόγους επιχειρήσεων, στις ελληνικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις της περιοχής αρμοδιότητάς τους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Aνάπτυξης, εξειδικεύονται περαιτέρω οι παρεχόμενες υπηρεσίες, ορίζεται ο τύπος της καταρτιζόμενης συμβάσεως και ρυθμίζονται οι σχετικές λεπτομέρειες. Με όμοια απόφαση καθορίζονται τα σχετικά για τις υπηρεσίες αυτές ανταποδοτικά τέλη. Επί των ανωτέρω ποσών, όπως και των τυχόν πάσης φύσεως επιστροφών φόρων, εφαρμόζονται, αναλόγως, οι διατάξεις περί προξενικών εισπράξεων. Στις χώρες όπου υφίστανται συναλλαγματικοί περιορισμοί τα εν λόγω δημόσια έσοδα διατίθενται για κάλυψη των αναγκών της οικείας διπλωματικής ή προξενικής αρχής, στο πλαίσιο της οποίας λειτουργεί το Γραφείο Ο.Ε.Υ., και των άλλων διπλωματικών ή προξενικών αρχών που εδρεύουν στην ίδια χώρα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες και διαδικασίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

5.

Οι προϊστάμενοι των Γραφείων Ο.Ε.Υ. υποβάλλουν ετήσιες και περιοδικές εκθέσεις στον προϊστάμενο της οικείας διπλωματικής ή προξενικής αρχής, τις οποίες κοινοποιούν στη Γενική Γραμματεία Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Aναπτυξιακής Συνεργασίας.

6.

Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προϊσταμένου του Γραφείου Ο.Ε.Υ., αυτός αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο υπηρετούντα στο Γραφείο υπάλληλο του κλάδου Ο.Ε.Υ.. Σε περίπτωση, που δεν υπάρχει υπάλληλος του κλάδου Ο.Ε.Υ., η άσκηση των καθηκόντων του μπορεί να ανατεθεί από τον προϊστάμενο της οικείας διπλωματικής ή προξενικής αρχής, προσωρινά, σε άλλον υπάλληλο, ο οποίος υπηρετεί στην αρχή αυτή, είτε να αναληφθεί από τον ίδιο.

7.

Σε Γραφεία Ο.Ε.Υ., στα οποία υπηρετούν περισσότεροι από δύο υπάλληλοι, για την ανάληψη καθηκόντων προϊσταμένου από υπάλληλο του διπλωματικού κλάδου, που έχει διορισθεί μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, απαιτείται τριετής, τουλάχιστον, προϋπηρεσία σε γραφείο Ο.Ε.Υ.. Σε Γραφεία Ο.Ε.Υ., στα οποία προΐσταται υπάλληλος με αντιστοιχία πρεσβευτικού βαθμού, για την ανάληψη καθηκόντων προϊσταμένου από διπλωματικό υπάλληλο, που έχει διορισθεί μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, απαιτείται πενταετής, τουλάχιστον, προϋπηρεσία σε δύο άλλα γραφεία Ο.Ε.Υ..

8.

Σε περίπτωση, που συντρέχει υποψηφιότητα για τοποθέτηση σε Γραφείο Ο.Ε.Υ. διπλωματικών υπαλλήλων, που διορίζονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και υπαλλήλων του κλάδου Ο.Ε.Υ., προτιμώνται οι δεύτεροι, εκτός εάν, για υπηρεσιακούς λόγους, ειδικά αιτιολογημένους, αποφασίζεται το αντίθετο. Τμήμα 4: Ιδρύματα

Άρθρο 62

Εποπτευόμενα από το Υπουργείο Εξωτερικών ιδρύματα

1.

Το Υπουργείο Εξωτερικών παρέχει κάθε δυνατή υποστήριξη σε ιδρύματα, ο σκοπός και η εν γένει λειτουργία των οποίων εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 5 και στα οποία το Υπουργείο Εξωτερικών ασκεί εποπτεία σύμφωνα με το νομικό καθεστώς που διέπει τα ιδρύματα αυτά.

2.

Το Υπουργείο Εξωτερικών μεριμνά για την ετήσια κρατική επιχορήγηση των εποπτευόμενων από αυτό ιδρυμάτων, ανάλογα με το πραγματοποιούμενο έργο τους, εντός του πλαισίου των πιστώσεων του προϋπολογισμού του.

3.

Ο Υπουργός Εξωτερικών μπορεί να συνάπτει με τα ιδρύματα της παραγράφου 1 προγραμματικές συμβάσεις έργου για θέματα σχετικά με τους σκοπούς των ιδρυμάτων αυτών. Στις εν λόγω προγραμματικές συμβάσεις πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια το συγκεκριμένο έργο, η χρονική διάρκεια ολοκλήρωσής του και οι πόροι χρηματοδότησης.

4.

Εφόσον ειδικός νόμος δεν ορίζει άλλως, ο ετήσιος τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των εποπτευόμενων από το Υπουργείο Εξωτερικών ιδρυμάτων διενεργείται από το Γενικό Επιθεωρητή του Υπουργείου Εξωτερικών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12.

Άρθρο 63

Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας

1.

Οι υφιστάμενες οργανικές θέσεις του προσωπικού στο «Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών» που εδρεύει στη Βενετία είναι οι εξής: γ. μία (1) θέση βιβλιοθηκονόμου, δ. μία (1) θέση διαχειριστή−λογιστή, ε. μία (1) θέση υπαλλήλου διοικητικής υποστήριξης, στ. τέσσερις (4) θέσεις βοηθητικού προσωπικού Εξωτερικής Υπηρεσίας. Οι ανωτέρω υπό στοιχεία β΄ έως και ε΄ θέσεις αποτελούν θέσεις μονίμων υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ και ΤΕ Διοικητικού του Υπουργείου Εξωτερικών. Τα προσόντα του Διευθυντή ορίζονται από τις κείμενες διατάξεις περί του Ινστιτούτου. Η θέση του Διευθυντή δεν είναι ασυμβίβαστη με τη θέση μέλους Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίου, το δε διοριζόμενο στη θέση αυτή, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εκλογή και πρόταση της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος Δ.Ε.Π. τελεί, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του στο Ινστιτούτο, σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του ως μέλους Δ.Ε.Π., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2530/1997 (ΦΕΚ 218 Α΄). Η θητεία του Διευθυντή είναι πενταετής και μπορεί να ανανεώνεται. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Διευθυντής παραμένει στη θέση αυτή με πλήρη απασχόληση και μόνιμη διαμονή στην έδρα του Ινστιτούτου. Τα σχετικά με τη θέση του γραμματέα του Ινστιτούτου καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις. Στη θέση του βιβλιοθηκονόμου τοποθετείται υπάλληλος με βιβλιοθηκονομική ή αρχειακή πείρα και στη θέση του διαχειριστή − λογιστή, υπάλληλος με πείρα στα λογιστικά.

2.

Ο Διευθυντής λαμβάνει από το Ινστιτούτο αποδοχές ημεδαπής και επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, αντίστοιχα με αυτά του Συμβούλου Πρεσβείας στην Πρεσβεία της Ρώμης. Η μισθοδοσία του Διευθυντή καλύπτεται από τον προϋπολογισμό του Ινστιτούτου.

3.

Το προσωπικό του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών λαμβάνει σε ευρώ τις αποδοχές ημεδαπής, με όλες τις προσαυξήσεις και επιδόματα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, κατά τις ισχύουσες, εκάστοτε, διατάξεις για τους υπηρετούντες υπαλλήλους σε αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν στη συγκρότηση της Εποπτικής Επιτροπής και της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, που έχουν συσταθεί με το β.δ. 720/1966 (ΦΕΚ 174 Α΄).

5.

Οι κείμενες διατάξεις των ν. 1766/1951 (ΦΕΚ 114 Α΄), ν.δ. 4093/1960 (ΦΕΚ 126 Α΄) και β.δ. 720/1966 (ΦΕΚ 174 Α΄) περί του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών διατηρούνται σε ισχύ, καθ’ ο μέρος δεν αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 64

Διεθνές Κέντρο Μελετών Ευξείνου Πόντου

1.

Το Διεθνές Κέντρο Μελετών Ευξείνου Πόντου, με συντετμημένο τίτλο «ΔΙΚΕΜΕΠ» και αντίστοιχη επωνυμία «International Centre for Black Sea Studies–ICBSS», είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διεθνούς χαρακτήρα, εποπτευόμενο από το Υπουργείο Εξωτερικών και λειτουργεί, σύμφωνα με το ν. 3462/2006 (ΦΕΚ 111 Α΄) και τις διατάξεις των π.δ. 137/2000 (ΦΕΚ 119 Α΄) και π.δ. 362/1998 (ΦΕΚ 242 Α΄).

2.

Με διάταγμα το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, ρυθμίζονται τα θέματα λειτουργίας του κέντρου και καταρτίζεται ο οργανισμός του. Το ΔΙΚΕΜΕΠ δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα ούτε στις διατάξεις του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Α΄) και επιχορηγείται από το κράτος μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών, απαλλασσόμενο από κάθε δημόσιο και δημοτικό φόρο, εκτός του Φ.Π.Α..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ Τμήμα 1: Γενικές διατάξεις

Άρθρο 65

Κλάδοι προσωπικού

1.

Οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών κατατάσσονται στους εξής κλάδους: α. Διπλωματικός Κλάδος β. Κλάδος ΠΕ και ΤΕ Διοικητικού γ. Κλάδος Επικοινωνιών και Πληροφορικής δ. Κλάδος Επιμελητών ε. Κλάδος Εμπειρογνωμόνων στ. Κλάδος Διοικητικών Γραμματέων ζ. Κλάδος Επιστημονικού Προσωπικού της Ε.Ν.Υ. η. Κλάδος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων.

2.

Στο Υπουργείο Εξωτερικών υπηρετούν και άλλοι υπάλληλοι, μη υπαγόμενοι στους ανωτέρω κλάδους, οι οποίοι στελεχώνουν αυτοτελείς υπηρεσίες, που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

Άρθρο 66

Γενικά προσόντα διορισμού

1.

Για το διορισμό υπαλλήλου στο Υπουργείο Εξωτερικών απαιτούνται τα εξής γενικά προσόντα: α. Να έχει την ελληνική ιθαγένεια. Όσοι αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση δεν μπορούν να διορισθούν πριν από τη συμπλήρωση τριών ετών από την πολιτογράφησή τους. Όσοι προσλαμβάνονται από τους προϊσταμένους των αρχών της Εξωτερικής Υπηρεσίας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μπορεί να είναι και αλλοδαποί. β. Να έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του και να μην έχει υπερβεί το 35ο, εκτός αν άλλως ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος. Για τη συμπλήρωση του ανώτατου και κατώτατου ορίου ηλικίας διορισμού, ως ημέρα γεννήσεως θεωρείται η 1η Ιανουαρίου για το κατώτατο όριο και η 31η Δεκεμβρίου για το ανώτατο. Η ηλικία αποδεικνύεται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, από ληξιαρχική πράξη γέννησης που έχει συνταχθεί εντός ενενήντα ημερών από τη γέννηση. Αν δεν υπάρχει τέτοια πράξη, η ηλικία αποδεικνύεται από τα μητρώα αρρένων για τους άνδρες και από το γενικό μητρώο δημοτών (δημοτολόγιο) για τις γυναίκες. Εάν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στο οικείο μητρώο, επικρατεί η πρώτη εγγραφή. Βεβαίωση της ηλικίας ή διόρθωση της εγγραφής, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ουδέποτε λαμβάνεται υπόψη. γ. Να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές και να μην έχει καταδικασθεί για λιποταξία. ε. Να μην έχει καταδικασθεί για κακούργημα, όπως και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή ή στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, καταπίεση, δωροδοκία, απιστία σχετική με την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Επίσης, να μην υφίσταται εναντίον του εκκρεμής δίκη για κακούργημα ή για κάποιο από τα προαναφερόμενα πλημμελήματα. Η παραγραφή κακουργήματος ή πλημμελήματος, για τα οποία εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση ή διατάχθηκε παραπομπή με τελεσίδικο βούλευμα, δεν αίρει το ανωτέρω κώλυμα. Η αποκατάσταση και η χάρη δεν αίρουν το ανωτέρω κώλυμα, εκτός αν το εκδιδόμενο, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 47 του Συντάγματος, διάταγμα αίρει και το κώλυμα αυτό. στ. Να μην τελεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση. ζ. Να μην έχει απολυθεί οριστικά για πειθαρχικό λόγο από θέση δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή δημόσιας επιχείρησης ή οργανισμού κοινής ωφέλειας. η. Να έχει την υγεία και αρτιμέλεια που επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπό διορισμό υπάλληλος δεν πρέπει να πάσχει από σοβαρά καρδιοαγγειακά ή σοβαρά αναπνευστικά ή νεφρολογικά ή μεταδοτικά νοσήματα ή σοβαρά νοσήματα του νευρικού συστήματος.

2.

Οι προσλήψεις υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών διέπονται από τις αρχές της αξιοκρατίας, της διαφάνειας και των ίσων ευκαιριών. Κανείς δεν μπορεί να αποκλεισθεί από τις σχετικές εξετάσεις, εφόσον εκπληρώνει τις νόμιμες προϋποθέσεις συμμετοχής του σε αυτές. Διατάξεις για την πρόσληψη προσωπικού, οι οποίες θεσπίζουν ποσοστώσεις υπέρ ατόμων με ειδικές ανάγκες, δεν εφαρμόζονται στους διαγωνισμούς για την πρόσληψη υπαλλήλων του Διπλωματικού Κλάδου, καθώς και του Κλάδου Επικοινωνιών και Πληροφορικής του Υπουργείου Εξωτερικών.

3.

Οι προϋποθέσεις διορισμού των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών πρέπει να συντρέχουν τόσο κατά το χρόνο υποβολής των σχετικών αιτήσεων όσο και κατά το χρόνο του διορισμού ή, προκειμένου για υπαλλήλους του Διπλωματικού Κλάδου, και κατά το χρόνο εισαγωγής στη Διπλωματική Ακαδημία. Ειδικά, το ανώτατο όριο ηλικίας δεν πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για συμμετοχή στις διαδικασίες επιλογής.

Άρθρο 67

Ορκωμοσία

1.

Οι διοριζόμενοι υπάλληλοι δίνουν, πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους, τον προβλεπόμενο για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους όρκο, που έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην Πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». Εάν ο διοριζόμενος δηλώσει ότι δεν πιστεύει σε θρησκεία ή πιστεύει σε θρησκεία, η οποία δεν επιτρέπει τον όρκο, τότε ο όρκος δίδεται σαν διαβεβαίωση με τον εξής τύπο: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου να φυλάττω πίστη στην Πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου».

2.

Ο όρκος αυτός δίδεται ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του Υπουργού Εξωτερικών, και σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας τους, ενώπιον του Υπηρεσιακού Γενικού Γραμματέα, από τους υπαλλήλους όλων των κλάδων.

3.

Το προσωπικό των αρχών της Εξωτερικής Υπηρεσίας, που προσλαμβάνεται με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου, ορκίζεται ενώπιον των προϊσταμένων των αρχών αυτών.

4.

Οι προϊστάμενοι των άμισθων προξενικών αρχών ορκίζονται ενώπιον του προϊσταμένου της διπλωματικής ή προξενικής αρχής στην οποία υπάγονται.

5.

Οι αλλοδαποί υπάλληλοι δίνουν τον ακόλουθο όρκο: «Ορκίζομαι να εκτελώ πιστά και ευσυνείδητα και κατά τους ελληνικούς νόμους τα καθήκοντά μου». Εάν ο προσλαμβανόμενος αλλοδαπός δηλώσει ότι δεν πιστεύει σε θρησκεία ή πιστεύει σε θρησκεία, η οποία δεν επιτρέπει τον όρκο, τότε ο όρκος δίδεται σαν διαβεβαίωση με τον εξής τύπο: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου να εκτελώ πιστά και ευσυνείδητα και κατά τους ελληνικούς νόμους τα καθήκοντά μου».

Άρθρο 68

Διπλωματικά και ειδικά υπηρεσιακά διαβατήρια

1.

Τα διπλωματικά και τα ειδικά υπηρεσιακά διαβατήρια χορηγούνται μόνο σε Έλληνες υπηκόους και το κόστος έκδοσής τους βαρύνει το φορέα, ο οποίος ζητεί την έκδοσή του ή το φορέα στον οποίο υπηρετεί ο αιτούμενος την έκδοση. Το κόστος αυτό ορίζεται τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών ορίζονται η μορφή και ο τύπος των διπλωματικών και ειδικών υπηρεσιακών διαβατηρίων, καθώς και τα απαραίτητα στοιχεία που αυτά περιλαμβάνουν.

2.

Τα διπλωματικά διαβατήρια χορηγούνται από το Υπουργείο Εξωτερικών στα κάτωθι πρόσωπα: α. στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, β. στον Πρωθυπουργό, γ. στον Πρόεδρο της Βουλής, δ. στον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ε. στα μέλη της Κυβέρνησης και τους Υφυπουργούς, στ. στους διατελέσαντες Προέδρους της Δημοκρατίας, ζ. στους διατελέσαντες Πρωθυπουργούς, η. στους εν ενεργεία ανώτατους λειτουργούς της Προεδρίας της Δημοκρατίας, εφόσον συνοδεύουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θ. στους διατελέσαντες Υπουργούς και Υφυπουργούς των Εξωτερικών, ι. στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ια. στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ιβ. στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ιγ. στον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ιδ. στους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Εξωτερικών, ιε. στους υπαλλήλους του Διπλωματικού Κλάδου, του Κλάδου Εμπειρογνωμόνων, του Κλάδου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων και στους υπαλλήλους με βαθμό Α΄ του Κλάδου ΠΕ και ΤΕ Διοικητικού και του Κλάδου Επικοινωνιών και Πληροφορικής του Υπουργείου Εξωτερικών, ιστ. στο Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Εξωτερικών, στους Παρέδρους και στους Δικαστικούς βουλο και στους υπαλλήλους της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και στους Επίτιμους Ειδικούς Νομικούς Συμβούλους, ιζ. στους Έλληνες, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στους Βουλευτές της Ελληνικής Βουλής, στους επιφορτισμένους από τη Βουλή, την Κυβέρνηση ή τη δικαστική εξουσία με επίσημη αντιπροσωπευτική αποστολή σε ξένη κυβέρνηση ή σε διπλωματική διάσκεψη ή σε συνδιάσκεψη ή σε συνέδριο ή σε επιτροπή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των ειδικευμένων οργανισμών του ή σε διεθνές δικαστήριο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε άλλες περιφερειακές οργανώσεις ή, γενικότερα, με την εντολή εκτέλεσης υπηρεσίας στο εξωτερικό και στους Ακόλουθους Άμυνας αξιωματικούς Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, ιη. στους επί τιμή Πρέσβεις, στους επί τιμή Πληρεξούσιους Υπουργούς και στους έχοντες διατελέσει Πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων, ιθ. στον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων και τους Αρχηγούς των Επιτελείων των τριών Όπλων, κ. στους δημοσίους υπαλλήλους, προϊσταμένους υπηρεσιών άλλων Υπουργείων, που υπηρετούν σε γραφεία διπλωματικών και προξενικών αρχών, κα. σε κατέχοντες ανώτατες θέσεις στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ή στους ειδικευμένους οργανισμούς ή σε άλλο διεθνή διακυβερνητικό οργανισμό ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κβ. σε άλλα πρόσωπα, ανήκοντα στο προσωπικό των Πρεσβειών, προερχόμενα από άλλα Υπουργεία ή δημόσιες υπηρεσίες, τα οποία κατά την απόλυτη κρίση του Υπουργείου Εξωτερικών, ανακοινώνονται προς την ξένη κυβέρνηση ως διπλωματικοί υπάλληλοι, κγ. σε διπλωματικούς ταχυδρόμους, όταν ταξιδεύουν σε χώρες ειδικών συνθηκών διαβίωσης, εφόσον, κατά την κρίση του Υπουργού Εξωτερικών, αυτοί πρέπει να εφοδιαστούν με διπλωματικό διαβατήριο, κδ. στους τοποθετούμενους σε γραφεία διπλωματικών και προξενικών αρχών Συμβούλους και Ακολούθους Τύπου, κε. στις ανωτέρω α΄− κβ΄ και κδ΄ κατηγορίες προσώπων που δικαιούνται διπλωματικών διαβατηρίων περιλαμβάνονται οι σύζυγοι, οι χήρες και τα ανήλικα τέκνα των εν λόγω προσώπων, κστ. σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορούν να χορηγούνται διπλωματικά διαβατήρια και σε υπαλλήλους των λοιπών κλάδων του Υπουργείου Εξωτερικών που δεν αναφέρονται στο εδάφιο ιε΄ της παραγράφου 2.

3.

Ειδικά υπηρεσιακά διαβατήρια, ατομικά ή ομαδικά, εκδίδονται και χορηγούνται από το Υπουργείο Εξωτερικών στα κάτωθι πρόσωπα: α. στα εν ενεργεία μέλη της Βουλής των Ελλήνων, β. στους Γενικούς Γραμματείς των άλλων Υπουργείων, γ. στα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, δ. σε έμμισθους και άμισθους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που δεν δικαιούνται διπλωματικού διαβατηρίου είτε αυτοί υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία είτε στο εξωτερικό, ε. σε κατέχοντες ανώτερες θέσεις στον Ο.Η.Ε. ή στους ειδικευμένους οργανισμούς ή σε άλλο διεθνή διακυβερνητικό οργανισμό ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στ. στους διπλωματικούς ταχυδρόμους, στους οποίους δεν χορηγείται διπλωματικό διαβατήριο, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση κγ΄, ζ. στους υπαλλήλους της Εξωτερικής Υπηρεσίας όλων των Υπουργείων, για όσο χρόνο υπηρετούν στο εξωτερικό, η. σε συζύγους και ανήλικα τέκνα των αναφερόμενων στα υπό στοιχεία δ΄ και ζ΄ κατηγοριών προσώπων, στους συζύγους δε και στα ανήλικα τέκνα των αναφερόμενων στο υπό στοιχείο α΄ προσώπων μόνο όταν ταξιδεύουν με τα πρόσωπα αυτά ή προς συνάντησή τους.

4.

α. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών καθορίζονται τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση, την ισχύ και τη θεώρηση των προβλεπόμενων από το παρόν άρθρο διαβατηρίων. β. Για τη χορήγηση διπλωματικών και ειδικών υπηρεσιακών διαβατηρίων στους δεσμευμένους στρατολογικώς, απαιτείται έγγραφο του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων ή του οικείου Στρατολογικού Γραφείου, που επιτρέπει την αποδημία. Το Υπουργείο Εξωτερικών μπορεί να απαιτεί την προσκόμιση και άλλων πιστοποιητικών που κρίνονται αναγκαία κατά περίπτωση. γ. Για τη χορήγηση των διαβατηρίων του παρόντος άρθρου σε ανήλικα τέκνα, απαιτείται η συγκατάθεση των ασκούντων τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια.

5.

Τα διπλωματικά και ειδικά υπηρεσιακά διαβατήρια αφαιρούνται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εάν οι κάτοχοί τους τέλεσαν πράξεις που απάδουν στον τίτλο, στην ιδιότητα ή στην αποστολή τους. Η ως άνω αφαίρεση συνεπάγεται και την αφαίρεση των διπλωματικών και υπηρεσιακών διαβατηρίων από τις συζύγους και τα ανήλικα τέκνα του υπαλλήλου.

Άρθρο 69

Κανονικές άδειες

1.

Για τις κανονικές άδειες των υπαγόμενων στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Εξωτερικών υπαλλήλων ισχύουν οι ρυθμίσεις περί κανονικής αδείας του Υπαλληλικού Κώδικα.

2.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν, είναι δυνατόν να χορηγηθεί άδεια ενός μηνός κατ’ έτος, άνευ αποδοχών.

3.

Ο τυχών κανονικής αδείας υποχρεούται να τη χρησιμοποιήσει εντός της χρονικής περιόδου για την οποία αυτή έχει χορηγηθεί, διαφορετικά η χορηγηθείσα άδεια ανακαλείται, εκτός εάν, με την έγκριση της προϊστάμενης αρχής, αναβληθεί η έναρξη της άδειας. Η κανονική άδεια χορηγείται από τον προϊστάμενο της αρχής εξωτερικού ή τον Διευθυντή της Κεντρικής ή Περιφερειακής Υπηρεσίας, οι οποίοι οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως τη Διεύθυνση Προσωπικού για τη διάρκειά της, καθώς και για οποιαδήποτε μεταβολή ως προς αυτή.

4.

Εάν για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, ο υπάλληλος δεν μπορέσει να κάνει χρήση της εγκριθείσας άδειας εντός του έτους για το οποίο εγκρίθηκε, η άδεια μεταφέρεται και χρησιμοποιείται εντός του επόμενου έτους. Στην περίπτωση αυτή η συνολική διάρκεια της άδειας δεν μπορεί να υπερβεί το δίμηνο.

5.

Σε περίπτωση αδικαιολόγητης υπέρβασης της χορηγηθείσας άδειας και ανεξαρτήτως των πειθαρχικών κυρώσεων, ο λαβών την άδεια στερείται των αντίστοιχων αποδοχών για τις ημέρες της υπέρβασης.

6.

Στους υπαλλήλους, οι οποίοι υπηρετούν στο εξωτερικό, καταβάλλεται κατ’ έτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 157, το αντίτιμο του εισιτηρίου μετ’ Ελλάδα.

7.

Στους υπαλλήλους, οι οποίοι υπηρετούν στις κατά το άρθρο 95 παρ. 4 αρχές δυσμενών συνθηκών διαβίωσης, χορηγείται ετησίως δίμηνη κανονική άδεια, με πλήρεις αποδοχές της θέσης τους. Σε αυτούς, τη σύζυγο και τα τέκνα τους καταβάλλεται το αντίτιμο εισιτηρίου μετ’ επιστροφής για την έλευσή τους στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 157.

8.

Στους υπαλλήλους, οι οποίοι υπηρετούν σε απομεμακρυσμένες χώρες, χορηγείται πρόσθετος χρόνος άδειας. Οι χώρες αυτές, καθώς και η διάρκεια του πρόσθετου χρόνου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών.

9.

Οι όροι της άδειας του προσωπικού, που υπηρετεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου καθορίζονται με τη συναπτόμενη σύμβαση, λαμβανομένης υπόψη και της επιχώριας εργατικής νομοθεσίας.

Άρθρο 70

Αναρρωτικές άδειες και άδειες κύησης και λοχείας

1.

Στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών χορηγείται, μετά από αίτησή τους ή αυτεπαγγέλτως, αναρρωτική άδεια από τον Υπουργό ως ακολούθως: α. Στους υπηρετούντες στην Κεντρική Υπηρεσία με την υποβολή πιστοποιητικού από ιατρό, που ορίζεται από τον Υπουργό, εφόσον ο υπάλληλος απουσιάσει άνω των πέντε ημερών. β. Στους υπηρετούντες στις αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας με την υποβολή πιστοποιητικού από ιατρό, που ορίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής, εφόσον ο υπάλληλος απουσιάσει άνω των πέντε ημερών. Σε περίπτωση συχνά επαναλαμβανόμενων απουσιών, λόγω αναρρωτικής άδειας, διάρκειας άνω του διμήνου μέσα στο ίδιο έτος, που δημιουργούν πρόβλημα στη λειτουργία της αρχής, ο προϊστάμενος μπορεί να εισηγηθεί την ανάκληση του υπαλλήλου στην Κεντρική Υπηρεσία. γ. Στους προϊσταμένους αρχών της Εξωτερικής Υπηρεσίας, με την υποβολή πιστοποιητικού δύο ιατρών στην αλλοδαπή.

2.

Η χορήγηση αναρρωτικής άδειας μέχρι δύο μηνών δεν συνεπάγεται περικοπή αποδοχών. Ο τυχών αναρρωτικής αδείας, πέραν του διμήνου, δεν δύναται να λάβει κανονική άδεια με αποδοχές, παρά μόνο μετά τη συμπλήρωση έτους από τη ληφθείσα άδεια κατά το προηγούμενο έτος.

3.

Η χορηγηθείσα δίμηνη, συνολικά, αναρρωτική άδεια μπορεί να παραταθεί μέχρι δύο ακόμη μήνες, εάν η ανάγκη της παράτασης της άδειας βεβαιωθεί με νεότερη αιτιολογημένη ιατρική έκθεση και με γνωμάτευση υπέρ της παράτασης αυτής: α. για μεν τους υπηρετούντες στην Κεντρική Υπηρεσία από έναν Αναπληρωτή ή Επίκουρο Καθηγητή του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, β. για δε τους υπηρετούντες στην Εξωτερική Υπηρεσία από έναν ακόμη ιατρό.

4.

Η χορηγούμενη δίμηνη παράταση αναρρωτικής άδειας της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνεται χωρίς περικοπή των αποδοχών, καθώς και του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για τους υπηρετούντες σε αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας.

5.

α. Σε περίπτωση που παρέλθει ο χρόνος της τετράμηνης, συνολικώς, αναρρωτικής άδειας και ο υπάλληλος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Υπουργός Εξωτερικών προκαλεί αιτιολογημένη γνωμοδότηση τριμελούς επιτροπής για την ικανότητα του υπαλλήλου προς περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Η επιτροπή αυτή απαρτίζεται από τρεις Αναπληρωτές ή Επίκουρους Καθηγητές του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι ορίζονται κατά περίπτωση, ανάλογα με το νόσημα, από τον Υπουργό. Στην επιτροπή μετέχει ως εισηγητής, χωρίς ψήφο, ο Διευθυντής Προσωπικού. Υπάλληλοι αρχών της Εξωτερικής Υπηρεσίας, που αδυνατούν, λόγω σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας τους, να εμφανισθούν ενώπιον της πιο πάνω επιτροπής, υποβάλλουν σχετικές γνωματεύσεις δύο τουλάχιστον ιατρών, από τους οποίους ο ένας ορίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής. Η επιτροπή αποφαίνεται με βάση τις γνωματεύσεις αυτές και άλλα πιστοποιητικά ή στοιχεία που κρίνει αναγκαία για τη διαπίστωση της κατάστασης της υγείας του υπαλλήλου. β. Η επιτροπή αποφαίνεται οριστικώς για την ανάγκη παράτασης της αναρρωτικής άδειας έως ακόμη τέσσερις μήνες. Σε περίπτωση παρατάσεως, κατά τη διάταξη αυτή, της αναρρωτικής άδειας υπαλλήλου που υπηρετεί στην Εξωτερική Υπηρεσία, ο Υπουργός Εξωτερικών, μετά από γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, αποφασίζει για τη διατήρηση ή μη του υπαλλήλου στη θέση του στην αλλοδαπή. γ. Σε περίπτωση νοσημάτων, δυσιάτων σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα, ο παρεχόμενος, κατά τα ανωτέρω, χρόνος αναρρωτικής άδειας διπλασιάζεται.

6.

Ο Υπουργός μπορεί να παραπέμπει και αυτεπαγγέλτως στην ως άνω επιτροπή, με το ερώτημα της απαλλαγής από τα καθήκοντά τους, υπαλλήλους, εφόσον θεωρεί ότι δεν μπορούν να τα εκτελούν λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας.

7.

α. Σε περίπτωση που η ασθένεια δεν μπορεί να ιαθεί, η τριμελής επιτροπή της παραγράφου 5 εδάφιο α΄ αποφαίνεται για την πλήρη ανικανότητα του πάσχοντος υπαλλήλου προς εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων. β. Ο κρινόμενος ως πλήρως ανίκανος υπάλληλος απαλλάσσεται της υπηρεσίας, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία.

8.

Σε περίπτωση που υπάλληλος, τοποθετημένος στην Εξωτερική Υπηρεσία και του οποίου έχει ήδη προσδιορισθεί το δεκαήμερο της μεταθέσεώς του σε άλλη αρχή του εξωτερικού ή στην Κεντρική Υπηρεσία, ασθενήσει και λάβει αναρρωτική άδεια, που υπερβαίνει τη διάρκεια του ανωτέρω δεκαημέρου, ως ημερομηνία παραδόσεως υπηρεσίας θεωρείται, αυτομάτως, η τελευταία ημέρα του δεκαημέρου, εφόσον αυτή δεν τροποποιηθεί. Σε αυτή την περίπτωση, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής παύει να καταβάλλεται αυτομάτως με την παρέλευση του δεκαημέρου και, εφόσον πρόκειται για υπάλληλο που μετατίθεται σε άλλη αρχή εξωτερικού, μέχρις ότου ο υπάλληλος αναλάβει υπηρεσία στη νέα αρχή.

9.

Οι κυοφορούσες υπάλληλοι απέχουν υποχρεωτικά της υπηρεσίας, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, από τον έβδομο μήνα της κύησης, και θεωρείται ότι τελούν σε άδεια μητρότητας. Η άδεια αυτή παρατείνεται επί τρεις μήνες μετά τον τοκετό εφόσον το τεχθέν ζει, ή, διαφορετικά, επί τριάντα ημέρες. Οι τυγχάνουσες της ανωτέρω αδείας λαμβάνουν πλήρεις τις αποδοχές Εξωτερική Υπηρεσία.

Άρθρο 71

Νοσηλεία

1.

Οι εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις για την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη των δημοσίων υπαλλήλων εφαρμόζονται και προκειμένου περί των εμμίσθων υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών.

2.

Τα νοσήλια των υπαλλήλων, οι οποίοι υπηρετούν στην Εξωτερική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, καταβάλλονται σύμφωνα με τις οικείες γενικές διατάξεις. Κατ’ εξαίρεση των προβλεπομένων στον εγκριθέντα, με την υπ’ αριθμ. οικ. 2/7029/0094/8−17.2.2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ 213 Β΄), Κανονισμό Παροχών του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν σε χώρες της Ε.Ε., οι οποίες δεν δέχονται το κοινοτικό έντυπο Ε112, καταβάλλονται τα νοσήλια, ανεξαρτήτως του φορέα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που επιλέγουν, όπως ισχύει και για τους υπαλλήλους που υπηρετούν σε κράτη μη μέλη της Ε.Ε.. Οι διατάξεις περί νοσηλείας στο εξωτερικό εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι τελούν σε αποστολή, σε περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών.

3.

Σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης εισαγωγής σε νοσοκομείο υπαλλήλου που υπηρετεί στην Εξωτερική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ή μελών της οικογένειάς του, καταβάλλονται οι δαπάνες εισαγωγής από τις προξενικές εισπράξεις. Σε περίπτωση που αυτές δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν, οι δαπάνες καλύπτονται από την πάγια προκαταβολή και σε περίπτωση που δεν υπάρχει πάγια προκαταβολή ή αυτή δεν επαρκεί ζητείται η αποστολή εμβάσματος από άλλη αρχή του εξωτερικού. Τα δικαιολογητικά υποβάλλονται στον Ο.Π.Α.Δ. από τον οικείο Γενικό Πρόξενο, Πρόξενο, Διευθύνοντα Προξενικό Γραφείο Πρεσβείας ή Διαχειριστή της πάγιας προκαταβολής και τα καταβληθέντα ποσά αποστέλλονται σε αυτόν επ’ ονόματί του, προκειμένου να επαναφερθούν στις προξενικές εισπράξεις ή στην πάγια προκαταβολή για την απαλλαγή του ως υπολόγου.

4.

Σε υπαλλήλους της Εξωτερικής Υπηρεσίας, που υπηρετούν σε χώρες όπου δεν υπάρχει αξιόπιστη νοσοκομειακή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, παρέχεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, η δυνατότητα νοσηλείας τους στην Ελλάδα ή σε τρίτη χώρα, όμορη ή πλησίον της χώρας όπου υπηρετούν, στην οποία υπάρχει ικανοποιητική νοσοκομειακή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Επίσης, στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε χώρες όπου αποδεδειγμένα δεν υφίσταται η δυνατότητα προμήθειας φαρμάκων στην ίδια χώρα, παρέχεται, με απόφαση της Διεύθυνσης Προμηθειών και Λειτουργικών Δαπανών του Υπουργείου Εξωτερικών, η δυνατότητα προμήθειάς τους από την Ελλάδα ή από χώρα εκτός εκείνης όπου υπηρετούν. Η κάλυψη της αντίστοιχης δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2.

Άρθρο 72

Εκπαιδευτικές άδειες

1.

Στους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν επιδείξει εξαιρετική επίδοση, έχουν συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στο Υπουργείο Εξωτερικών και δεν έχουν υπερβεί το πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, μπορεί, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν, να χορηγηθεί εκπαιδευτική άδεια συνολικής διάρκειας μέχρι δύο ετών για μεταπτυχιακές σπουδές ειδίκευσης ή για συμμετοχή σε σεμινάρια επί ειδικών θεμάτων σε αντικείμενα τα οποία ενδιαφέρουν το Υπουργείο, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

2.

Μπορεί, επίσης, να χορηγείται εκπαιδευτική άδεια ενός έτους για εντατική εκμάθηση ξένων γλωσσών στην Ελλάδα ή το εξωτερικό σε υπαλλήλους του διπλωματικού Κλάδου έως και το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Α΄, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

3.

Οι τυχόντες εκπαιδευτικής άδειας για σπουδές στο εξωτερικό λαμβάνουν κατά τη διάρκεια αυτής, επιπλέον των εξόδων μεταβάσεως και επανόδου, τις αποδοχές εσωτερικού αυξημένες στο διπλάσιο. Η προσαύξηση των αποδοχών μειώνεται, κατά το μέρος που καλύπτεται από υποτροφία ή άλλου είδους χρηματική αμοιβή που τυχόν χορηγείται στον υπάλληλο. Οι υπάλληλοι υποχρεούνται, μετά τη λήξη της άδειας, να παραμείνουν στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών για χρόνο τριπλάσιο από το διανυθέντα για την εκπαιδευτική άδεια. Σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής υποχρεούνται εντός τριών μηνών να επιστρέψουν στο Δημόσιο τις επιπλέον αποδοχές που έλαβαν κατά το χρόνο της άδειας, καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής με το νόμιμο τόκο από τη λήψη τους. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Την ίδια υποχρέωση και συνέπειες έχουν όσοι, μετά το διορισμό τους, μετεκπαιδεύτηκαν με δαπάνες του Δημοσίου, με οποιονδήποτε τρόπο και αν καταβλήθηκαν οι δαπάνες αυτές. Αν ο τυχών εκπαιδευτικής αδείας παραβιάσει την υποχρέωση του αυτή, υποχρεούται να επιστρέψει τις αποδοχές που έλαβε κατά το χρόνο της άδειας, ο οποίος δεν υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

4.

Ο Υπουργός Εξωτερικών ασκεί την απαιτούμενη εποπτεία κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής άδειας και, αναλόγως της επιδόσεως του μετεκπαιδευομένου, δύναται να διακόψει την ήδη χορηγηθείσα άδεια, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Ο μετεκπαιδευόμενος υπάλληλος υποβάλλει ανά τετράμηνο, προς το Διπλωματικό Γραφείο του Υπουργού Εξωτερικών, έκθεση προόδου. Τμήμα 2: Μεταβολές υπηρεσιακής κατάστασης

Άρθρο 73

Προσωπικό μητρώο, ατομικός φάκελος, μητρώο εκπαίδευσης, φύλλα αξιολόγησης και εκθέσεις αξιολόγησης της δραστηριότητας των υπαλλήλων

1.

Στη Διεύθυνση Προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών τηρείται το μητρώο κάθε υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο αποτελείται από: α. το προσωπικό μητρώο, β. τον ατομικό φάκελο και γ. το μητρώο εκπαίδευσης του υπαλλήλου. προσδιορίζουν την ατομική, οικογενειακή, περιουσιακή και υπηρεσιακή του κατάσταση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

3.

Ο ατομικός φάκελος περιλαμβάνει, με την ευθύνη του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού και του νόμιμου αναπληρωτή του, από τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου τα ακόλουθα: α. φύλλα αξιολόγησης, εκθέσεις δραστηριότητας και προσφυγές κατ’ αυτών, β. αντίγραφα των πράξεων μεταβολής της υπηρεσιακής κατάστασης, γ. αντίγραφα των πράξεων επιβολής των πειθαρχικών ποινών, με την ένδειξη ότι έχουν ή δεν έχουν παραγραφεί, καθώς και των κλήσεων σε απολογία, εφόσον έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή. Όλα τα στοιχεία αριθμούνται και καταχωρούνται στον πίνακα περιεχομένων των οικείων φακέλων. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, οι ατομικοί φάκελοι μπορεί να περιλαμβάνουν, εκτός τωv στοιχείων που αναφέρονται παραπάνω υπό α΄, β΄ και γ΄, και άλλα στοιχεία τα οποία αφορούν μόνο στην υπηρεσιακή δραστηριότητα των υπαλλήλων. Κάθε υπάλληλος έχει δικαίωμα γνώσης των στοιχείων του ατομικού του φακέλου, τα οποία είναι απόρρητα έναντι τρίτων.

4.

Το μητρώο εκπαίδευσης περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που αφορούν στην επιστημονική κατάρτιση του υπαλλήλου και τηρείται με την ευθύνη του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προσωπικού και του νόμιμου αναπληρωτή του. Το μητρώο εκπαίδευσης συνεκτιμάται, επικουρικά, από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια κατά την αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων του υπαλλήλου σε σχέση με τις απαιτήσεις της υπηρεσίας. Ειδικότερα, το μητρώο εκπαίδευσης περιλαμβάνει: α. αντίγραφα των τίτλων σπουδών και μετεκπαίδευσης, ανεξαρτήτως της συνάφειάς τους με τα αντικείμενα του Υπουργείου Εξωτερικών, β. βεβαιώσεις συμμετοχής σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες που διοργανώνονται από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλους φορείς του δημόσιου τομέα και έχουν σχέση με τα αντικείμενα του Υπουργείου Εξωτερικών, γ. αιτήσεις του υπαλλήλου για συμμετοχή σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες του Υπουργείου Εξωτερικών που σχετίζονται με τα αντικείμενα του κλάδου του και τις εν γένει ανάγκες της υπηρεσίας, δ. κάθε άλλο στοιχείο που ζητεί ο υπάλληλος να περιληφθεί στο μητρώο εκπαίδευσής του, όπως δημοσιεύσεις, εργασίες, συμμετοχή σε σεμινάρια ή ανακοινώσεις σε συνέδρια, συμμετοχή σε επιμορφωτικά προγράμματα και άλλα, ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο μητρώο εκπαίδευσης αριθμούνται και καταχωρίζονται στον πίνακα περιεχομένων του.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, ορίζεται ο τρόπος τήρησης και ενημέρωσης του προσωπικού μητρώου, του ατομικού φακέλου και του μητρώου εκπαίδευσης του υπαλλήλου.

6.

Οι προϊστάμενοι των αρχών της Εξωτερικής Υπηρεσίας και οι Διευθυντές των Διευθύνσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών υποχρεούνται να συντάσσουν, κάθε έτος, για τους υπηρετούντες στην υπηρεσία τους υπαλλήλους, όλων των Υπουργείων και Κρατικών Υπηρεσιών, φύλλα αξιολόγησης, τα οποία πρέπει να περιέχουν, μεταξύ άλλων, σαφείς και τεκμηριωμένες κρίσεις για το ήθος, την κατάρτιση, την ικανότητα και την απόδοση κάθε υπαλλήλου, σε συνάρτηση με τα συγκεκριμένα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί. Οι Γενικοί Διευθυντές συντάσσουν εκθέσεις αξιολόγησης της δραστηριότητας των Διευθυντών των υπ’ αυτών Διευθύνσεων. Ειδικά, όσον αφορά στα Γραφεία Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, τα φύλλα αξιολόγησης των προϊσταμένων τους συντάσσονται, κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, από τον οικείο Πρέσβυ και, στην περίπτωση Γραφείου που λειτουργεί σε προξενική αρχή, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της οικείας προξενικής αρχής. Τα φύλλα αξιολόγησης των υπαλλήλων που έχουν τοποθετηθεί στο Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων συντάσσονται από τον προϊστάμενο της οικείας διπλωματικής ή προξενικής αρχής, με εισήγηση του προϊσταμένου του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, η οποία επισυνάπτεται στο φύλλο αξιολόγησης. Σε περίπτωση απόκλισης του φύλλου αξιολόγησης από την εισήγηση του επί κεφαλής του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων, η απόκλιση θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Ο Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματέας συντάσσει εκθέσεις αξιολόγησης της δραστηριότητας των Γενικών Διευθυντών, καθώς και των προϊσταμένων των επί μέρους υπηρεσιών, που υπάγονται απευθείας στον Υπουργό. Οι προϊστάμενοι των πρεσβευτικών αρχών υποχρεούνται να συντάσσουν έκθεση αξιολόγησης της δραστηριότητας των προϊσταμένων των έμμισθων προξενικών αρχών της χώρας διαπίστευσής τους.

7.

Η παράλειψη σύνταξης φύλλων αξιολόγησης και εκθέσεων αξιολόγησης της δραστηριότητας, σύμφωνα με τα ως άνω οριζόμενα, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

8.

Ο προϊστάμενος καλεί τον αξιολογούμενο, προκειμένου να του επισημάνει ενδεχόμενες αδυναμίες και να του υποδείξει τρόπους βελτίωσης της απόδοσής του.

9.

Ελάχιστος χρόνος πραγματικής κοινής υπηρεσίας αξιολογούντος και αξιολογουμένου, μετά τον οποίο επιβάλλεται η σύνταξη φύλλου αξιολόγησης ή εκθέσεως αξιολόγησης της δραστηριότητας, είναι οι έξι μήνες. Το τελευταίο φύλλο αξιολόγησης ή η τελευταία έκθεση αξιολόγησης της δραστηριότητας συντάσσεται, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο μέσα σε ένα τρίμηνο από τη μετακίνηση του προϊσταμένου ή του αξιολογουμένου.

10.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών ορίζονται ο τύπος, τα κριτήρια αξιολόγησης και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τη σύνταξη των φύλλων αξιολόγησης και των εκθέσεων αξιολόγησης δραστηριότητας.

11.

Τα φύλλα αξιολόγησης και οι εκθέσεις αξιολόγησης δραστηριότητας κοινοποιούνται από τη Διεύθυνση Προσωπικού, εντός δύο μηνών από τη σύνταξή τους, στους ενδιαφερόμενους. Οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών έχουν δικαίωμα προσφυγής κατ’ αυτών στο αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Εξωτερικών, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση, προς απάλειψη μόνον πραγματικών περιστατικών, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο εξετάζει την προσφυγή εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Κατά την εξέταση της προσφυγής, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο μπορεί να καλεί σε ακρόαση, αυτοπροσώπως, μόνον τον κριθέντα υπάλληλο. αξιολόγησης ή της έκθεσης αξιολόγησης της δραστηριότητας. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών ρυθμίζονται η διαδικασία και τα ειδικότερα θέματα σχετικά με την προσφυγή.

Άρθρο 74

Αποσπάσεις

1.

Όταν υφίσταται ειδική υπηρεσιακή ανάγκη σε προσωπικό, επιτρέπεται η, μέχρι ένα τρίμηνο, απόσπαση υπαλλήλων του Υπουργείου σε διπλωματικές και προξενικές αρχές, καθώς και Περιφερειακές Υπηρεσίες, η οποία ενεργείται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών. Η απόσπαση μπορεί να παραταθεί, για εξαιρετικούς λόγους, πέραν του τριμήνου και μέχρι ενός εξαμήνου συνολικά, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών. Ο χρόνος της ως άνω αποσπάσεως, εφόσον αυτή υπερβαίνει τους τρεις μήνες, δεν συνυπολογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας στην Κεντρική Υπηρεσία. Δεν επιτρέπεται δεύτερη απόσπαση του ίδιου υπαλλήλου πριν από την παρέλευση ενός έτους από τη λήξη της προηγούμενης.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, επιτρέπεται η απόσπαση στην Κεντρική Υπηρεσία ή σε, αντίστοιχη προς το βαθμό τους, θέση της Εξωτερικής Υπηρεσίας, υπαλλήλων οι οποίοι για λόγους εκτάκτων συνθηκών ή ανωτέρας βίας δεν δύνανται να μεταβούν ή να παραμείνουν ή να επανέλθουν στις θέσεις τους στην Εξωτερική Υπηρεσία. Οι ανωτέρω εξακολουθούν να λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους στο εξωτερικό.

3.

Υπάλληλοι αποσπώμενοι σε αρχή της Εξωτερικής Υπηρεσίας λαμβάνουν τις αποδοχές και το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή που λαμβάνουν οι ομοιόβαθμοί τους, οι οποίοι υπηρετούν στη χώρα αυτή. Στους αποσπώμενους από αρχή της Εξωτερικής Υπηρεσίας σε άλλη αρχή της Εξωτερικής Υπηρεσίας καταβάλλεται, επιπλέον, λόγω πρόσθετων εξόδων στέγασης, ποσοστό 15% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του βαθμού τους στη χώρα απόσπασής τους.

4.

Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στο Γραφείο Πρωθυπουργού, καθώς και η διάθεση υπαλλήλων στη Βουλή των Ελλήνων, κατά τις κείμενες διατάξεις. Επιτρέπεται, επίσης, η απόσπαση έως τριάντα (30), συνολικώς, υπαλλήλων όλων των κλάδων, εκ των οποίων έως πέντε (5) από το Διπλωματικό Κλάδο, σε πολιτικά κόμματα, τα οποία εκπροσωπούνται στη Βουλή των Ελλήνων, σε γραφεία Βουλευτών του Κοινοβουλίου και Ελλήνων Βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χωρίς τους περιορισμούς της παραγράφου 1.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών επιτρέπεται η απόσπαση μέχρι τέσσερα έτη υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μέχρι τρία έτη σε διεθνείς οργανισμούς ή διασκέψεις ή διπλωματικές διαπραγματεύσεις. Με όμοια απόφαση επιτρέπεται η απόσπαση μέχρι τρία έτη υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δύναται να παραταθεί μέχρι δύο επιπλέον έτη. Οι κατά τα ανωτέρω αποσπώμενοι υπάλληλοι λαμβάνουν τις αποδοχές και το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή των ομοιόβαθμών τους, οι οποίοι υπηρετούν στις ελληνικές διπλωματικές ή προξενικές αρχές της χώρας στην οποία λειτουργούν οι προαναφερόμενοι οργανισμοί ή λαμβάνουν χώρα διασκέψεις ή διπλωματικές διαπραγματεύσεις, εκτός εάν αμείβονται από αυτούς. Εάν δεν υφίσταται διπλωματική ή προξενική αρχή στις παραπάνω χώρες, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών. Οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υπηρετούντες με απόσπαση πέραν της τετραετίας ή τριετίας, κατά περίπτωση, υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών παραμένουν στη θέση τους, μέχρι ορισμού αντικαταστάτη τους ή το αργότερο για ένα ακόμη έτος.

6.

Επιτρέπεται η απόσπαση από και προς την Κεντρική Υπηρεσία υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, προκειμένου να αντιμετωπισθούν υπηρεσιακές ανάγκες σε προσωπικό, λόγω της ανάληψης της προεδρίας εκ μέρους της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, κατά τις ειδικότερες ρυθμίσεις της παραγράφου 1. Οι κατά τα ως άνω αποσπώμενοι για τις ανάγκες της προεδρίας από τις αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας στην Κεντρική Υπηρεσία συνεχίζουν να λαμβάνουν κανονικώς τις αποδοχές τους της Εξωτερικής Υπηρεσίας. Οι αποσπασθέντες, κατά τα ανωτέρω, στην Κεντρική Υπηρεσία επιστρέφουν μετά τη λήξη της απόσπασής τους στις θέσεις τους και δεν μπορούν να μετατεθούν πριν παρέλθει εξάμηνο. Ο χρόνος της ως άνω απόσπασης υπαλλήλου, που υπηρετεί σε αρχή ειδικών συνθηκών, δεν συνυπολογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας στην αρχή αυτή.

7.

Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται, σε κάθε περίπτωση, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

8.

Για τις αποσπάσεις υπαλλήλων άλλων Υπουργείων ή φορέων, οι οποίες πραγματοποιούνται προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 1104/1980 (ΦΕΚ 298 Α΄) και ν. 1640/1986 (ΦΕΚ 122 Α΄), προς το Γενικό Προξενείο Λονδίνου, σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 2162/1993 (ΦΕΚ 120 Α΄), καθώς και για τις αποσπάσεις υπαλλήλων προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στο Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 1764/1988 (ΦΕΚ 56 Α΄), εξακολουθούν να ισχύουν όσα ορίζονται στους νόμους αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, οι αποσπάσεις αυτές δύνανται να πραγματοποιούνται, εφόσον υπάρχει αιτιολογημένη υπηρεσιακή ανάγκη, και πάντως, μόνον εφόσον έχει εξασφαλισθεί η κάλυψη της προκαλούμενης δαπάνης για την καταβολή μισθού και επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής από το Υπουργείο, από το οποίο προέρχεται ο αποσπώμενος ή από το φορέα, από τον οποίο αυτός προέρχεται.

9.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και του, κατά περίπτωση, αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η, κατ’ εξαίρεση και μέχρι διετίας, απόσπαση υπαλλήλων του Διπλωματικού Κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών ως διπλωματικών συμβούλων σε άλλα Υπουργεία, σε ανεξάρτητες Γενικές Γραμματείες, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα.

10.

Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εξωτερικών και του, κατά περίπτωση, αρμόδιου Υπουργού μπορούν να αποσπώνται στο Γενικό Προξενείο της Βοστώνης και στο Προξενείο του Χιούστον ένας (1) υπάλληλος του των προπληρωμής νοσηλίων. Για τις αποσπάσεις αυτές εφαρμόζονται, αναλόγως, οι διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 2162/1993 (ΦΕΚ 120 Α΄).

Άρθρο 75

Κλήση στην Κεντρική Υπηρεσία

1.

Οι προϊστάμενοι και οι υπ’ αυτούς υπάλληλοι των διπλωματικών και προξενικών αρχών είναι δυνατόν, σε περίπτωση ανάγκης, να καλούνται στην Κεντρική Υπηρεσία, για υπηρεσιακούς λόγους, για χρονική περίοδο μέχρι ενός μηνός. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η χρονική αυτή περίοδος μπορεί να παραταθεί για έναν ακόμη μήνα.

2.

Στους καλούμενους στην Κεντρική Υπηρεσία για εκτέλεση υπηρεσίας καταβάλλονται πλήρεις οι αποδοχές της θέσης τους, καθώς και η οριζόμενη στο άρθρο 160 ημερήσια αποζημίωση.

Άρθρο 76

Ανάκληση υπαλλήλων Σε περίπτωση που το κράτος διαπίστευσης αρνείται να δεχθεί τη διαπίστευση ή την ανακοίνωση υπαλλήλου ή να προβεί σε αναγνώριση ή την αποσύρει ή την ανακαλέσει, καθώς και εάν ο υπάλληλος υποπέσει σε σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, που εκθέτει τη χώρα ή την αρχή στην οποία υπηρετεί, επιτρέπεται η άμεση ανάκλησή του, κατά παρέκκλιση όσων προβλέπονται στα άρθρα 95, 107, 115, 123, 131 και 139. Στην περίπτωση αυτή, το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο συνέρχεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της διαταγής ανάκλησης του υπαλλήλου και γνωμοδοτεί για τη μετάθεση ή μη του εν λόγω υπαλλήλου. Στον μετακινούμενο κατά τα ανωτέρω χορηγούνται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 157 έξοδα μετακίνησης.

Άρθρο 77

Ειδικές αποστολές Οι ειδικές αποστολές, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών, στο εσωτερικό ή εξωτερικό, για υπηρεσιακούς λόγους, αποφασίζονται από τον Υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος εγκρίνει και τις σχετικές δαπάνες. Ο αριθμός των ειδικών αποστολών ορίζεται σε είκοσι, συνολικώς, ανά έτος, για υπαλλήλους όλων των κλάδων του Υπουργείου.

Άρθρο 78

Προσωρινή απαλλαγή καθηκόντων

1.

Οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών είναι δυνατόν να απαλλάσσονται, προσωρινά, των καθηκόντων τους, κατ’ ανώτατο όριο επί ένα έτος, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από αίτησή τους, για απολύτως δικαιολογημένες ατομικές ή οικογενειακές ανάγκες, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

2.

Οι υπάλληλοι είναι δυνατόν να ζητήσουν την ανάκληση της προσωρινής απαλλαγής και πριν την παρέλευση του έτους. Οι διατελούντες σε προσωρινή απαλλαγή καθηκόντων διατηρούν τη σειρά αρχαιότητάς τους και τα προς προαγωγή δικαιώματά τους. Με το πέρας του χρόνου της προσωρινής απαλλαγής καθηκόντων, οι υπάλληλοι επανέρχονται, αυτοδικαίως, στις οργανικές θέσεις τους.

3.

Οι απαλλασσόμενοι, προσωρινά, των καθηκόντων τους λαμβάνουν το ήμισυ του συνόλου των πάσης φύσης αποδοχών, προσαυξήσεων του βαθμού τους και επιδομάτων, εκτός εκείνων, τα οποία συνδέονται με την ενεργό άσκηση καθηκόντων.

Άρθρο 79

Στέρηση προσωπικής ελευθερίας υπαλλήλου στο εξωτερικό Υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος, συνεπεία πολεμικών γεγονότων, ανώμαλης κατάστασης ή τρομοκρατικών ενεργειών, στερείται την ελευθερία του ή παρακωλύεται να ασκήσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τα καθήκοντά του στο εξωτερικό, διατηρείται στην ενεργό υπηρεσία, προάγεται κανονικά και λαμβάνει πλήρεις τις αποδοχές της θέσης του για όλο το χρόνο, κατά τον οποίο στερείται της προσωπικής του ελευθερίας ή παρακωλύεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην άσκηση των καθηκόντων του.

Άρθρο 80

Παθόντες κατά την υπηρεσία

1.

Σε περίπτωση που υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών υποστούν, ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, αναπηρία ολική ή μερική ή προσβληθούν από χρόνια νόσο, που καθιστά τη συνέχιση της σταδιοδρομίας τους δυσχερή ή και αδύνατη, παραμένουν στην υπηρεσία, εκτός οργανικών θέσεων, μέχρι τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ανώτατου χρόνου για τη συνταξιοδότησή τους, προαγόμενοι τιμητικά σε όλους τους βαθμούς του κλάδου στον οποίο ανήκουν. Σε περίπτωση θανάτου το Δημόσιο αναλαμβάνει τα έξοδα κηδείας του θανόντος υπαλλήλου.

2.

Σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης των καθηκόντων υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υποστούν αναπηρία ολική ή μερική ή προσβληθούν από χρόνια νόσο μέλη της οικογένειάς του, το Δημόσιο αναλαμβάνει όλα τα έξοδα νοσηλείας μέχρι την πλήρη αποθεραπεία. Σε περίπτωση θανάτου το Δημόσιο αναλαμβάνει τα έξοδα κηδείας. Τμήμα 3: Πειθαρχικά θέματα

Άρθρο 81

Γενικές διατάξεις

1.

Για όλα τα θέματα που αφορούν στην πειθαρχική ευθύνη των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, τα πειθαρχικά παραπτώματα και την παραγραφή τους, τις πειθαρχικές ποινές, τη διαδικασία ενώπιον των αρμόδιων οργάνων και τα ενδικοφανή και ένδικα μέσα κατά των πειθαρχικών αποφάσεων εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στον παρόντα νόμο.

2.

Ειδικώς για το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, πλην των αναφερομένων στον Υπαλληλικό Κώδικα, πειθαρχικά παραπτώματα είναι και τα εξής: α. αδικαιολόγητη άρνηση μετάβασης στη θέση τοποθέτησης, β. κατάχρηση εξουσίας, γ. απιστία περί τη διαχείριση δημοσίων εσόδων και κρατικής περιουσίας, δ. έλλειψη του προς τους ανωτέρους προσήκοντος σεβασμού, ΦΕΚ 117 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2761 έγκριση της προϊσταμένης αρχής, στ. συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την αξιοπρεπή εκπροσώπηση της χώρας, ζ. παράλειψη σύνταξης φύλλων αξιολόγησης και εκθέσεων αξιολόγησης δραστηριότητας, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 7 του άρθρου 73 του παρόντος νόμου, η. άσκηση έργου ή δραστηριότητας ασυμβιβάστων προς την ιδιότητα ή τα καθήκοντα του υπαλλήλου.

3.

Η οριστική παύση από την υπηρεσία των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών επιβάλλεται με διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών, κατόπιν αποφάσεως του Ανώτατου Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, για τους σε πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους και με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών κατόπιν αποφάσεως του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, για τους λοιπούς υπαλλήλους. Η ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται και στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις, επιπλέον αυτών που προβλέπονται, περιοριστικώς, στον Υπαλληλικό Κώδικα: α. αδικαιολόγητη άρνηση μετάβασης στη θέση τοποθέτησης, β. ποινική καταδίκη για αξιόποινη πράξη, από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 66 παρ. 1 εδάφιο ε΄ ή στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, συνεπεία καταδίκης, γ. επιβολή πειθαρχικής ποινής προσωρινής παύσης άνω των τριών μηνών, δύο φορές τουλάχιστον.

4.

Προκειμένου περί υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 252 του Ποινικού Κώδικα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους.

5.

Σε περιπτώσεις ανάκρισης, κατά τα προβλεπόμενα στον Υπαλληλικό Κώδικα επί μονομελούς δικαιοδοσίας, την ένορκη διοικητική εξέταση ή την ανάκριση μπορεί να διατάξει ο επιληφθείς, πειθαρχικώς, προϊστάμενος ή άλλος οριζόμενος από αυτόν υπάλληλος ή Σύμβουλος της Επικρατείας, οριζόμενος από τον Υπουργό Εξωτερικών, μετά από πρόταση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 82

Αργία

1.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών τίθεται, αυτοδικαίως, σε αργία:

  • α) ο στερηθείς της προσωπικής του ελευθερίας, συνεπεία εντάλματος προσωρινής κράτησης ή βουλεύματος

ή δικαστικής απόφασης, έστω και αν απελύθη με εγγύηση ή ανεστάλη η εκτέλεση της ποινής του ή επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι αντί προσωρινής κράτησης.

  • β) ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε οριστική παύση με απόφαση του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου,

από την κοινοποίηση αυτής μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ή μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας επί τυχόν προσφυγής που ασκήθηκε.

2.

Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στην ενεργό υπηρεσία:

  • α) εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο τέθηκε σε

αργία, με έκδοση τελεσίδικης απαλλακτικής ποινικής ή πειθαρχικής απόφασης,

  • β) εάν μεταρρυθμισθεί η απόφαση περί επιβολής της

οριστικής παύσης.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, η οποία εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ή προκειμένου περί υπαλλήλου με πρεσβευτικό βαθμό, μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Υπηρεσιακού Συμβουλίου και προηγούμενη ακρόαση του υπαλλήλου, μπορεί να τεθεί σε αργία υπάλληλος, εφόσον υφίσταται εναντίον του εκκρεμής ποινική ή πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα δυνάμενο να επιφέρει την έκπτωση ή την οριστική του παύση.

4.

Οι αποδοχές του εν αργία υπαλλήλου παρακρατούνται κατά το ήμισυ. Σε περίπτωση τελεσίδικης απαλλακτικής απόφασης, καθώς και μετά το πέρας πειθαρχικής διαδικασίας που δεν κατέληξε σε επιβολή πειθαρχικής ποινής, οι παρακρατηθείσες αποδοχές αποδίδονται, αυτοδικαίως, στον υπάλληλο. Στην περίπτωση αυτή, ο χρόνος της αργίας προσμετράται στο χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας για κάθε περίπτωση.

5.

Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας.

Άρθρο 83

Πειθαρχική εξουσία

1.

Ο Υπουργός επιβάλλει σε όλους τους, υπό τη δικαιοδοσία του, υπαλλήλους, απευθείας, τις ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου μέχρι του ημίσεως των συνολικών αποδοχών ενός μηνός.

2.

Οι Γενικοί Διευθυντές, οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας και οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και προξενικών αρχών επιβάλλουν στους υπ’ αυτούς υπηρετούντες και ιεραρχικώς υφισταμένους τις ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου μέχρι του τετάρτου των μηνιαίων τους αποδοχών της ημεδαπής. Τις αυτές ποινές επιβάλλουν οι προϊστάμενοι των πρεσβευτικών αρχών στους προϊσταμένους των έμμισθων και άμισθων προξενικών αρχών.

3.

Οι προϊστάμενοι τμημάτων επιβάλλουν στους υπ’ αυτούς υπηρετούντες και ιεραρχικώς υφισταμένους την ποινή της έγγραφης επίπληξης.

4.

Οι λοιπές ποινές επιβάλλονται με απόφαση του οικείου Υπηρεσιακού Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Άρθρο 84

Κλήση σε απολογία

1.

Πριν από κάθε επιβολή πειθαρχικής ποινής, ο υπάλληλος καλείται, εγγράφως, σε απολογία, την οποία οφείλει να υποβάλει εντός πέντε ημερών από τη λήψη της κλήσης.

2.

Η προθεσμία για υποβολή έγγραφης απολογίας παρατείνεται από τον καλούντα για εύλογο χρονικό διάστημα, εφόσον παρίσταται ανάγκη συλλογής στοιχείων από τον καλούμενο για προπαρασκευή της απολογίας ή λόγω απόστασης.

3.

Η κλήση σε απολογία επιδίδεται ή αποστέλλεται στον υπάλληλο με απόδειξη.

4.

Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής της απολογίας, πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί και χωρίς την απολογία.

5.

Η εκπροθέσμως υποβληθείσα απολογία λαμβάνεται υπόψη εάν περιέλθει στον καλέσαντα πριν την επιβολή της ποινής.

Άρθρο 85

Επιβολή πειθαρχικής ποινής

1.

Εάν μετά τη λήψη της απολογίας κριθεί από τον καλούντα, κατά το προηγούμενο άρθρο, ότι συντρέχει ορίων της δικαιοδοσίας του.

2.

Εάν το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της δικαιοδοσίας του επιληφθέντος πειθαρχικώς Προϊσταμένου, οφείλει αυτός να παραπέμψει την υπόθεση στον ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο, ο δε Υπουργός στο αρμόδιο Υπηρεσιακό Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Άρθρο 86

Εκτέλεση πειθαρχικών ποινών

1.

Το επιβληθέν πρόστιμο καταβάλλεται από τον τιμωρηθέντα, υπέρ του Δημοσίου, στην οικεία Δ.Ο.Υ., διαφορετικά παρακρατείται μηνιαίως από τις αποδοχές του υπαλλήλου και αποδίδεται, κατά τις κείμενες διατάξεις, ως δημόσιο έσοδο.

2.

Ο τιμωρηθείς με προσωρινή παύση υπάλληλος στερείται, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, του μισθού και κάθε άλλης απολαβής από την υπηρεσία. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Όσο διαρκεί η προσωρινή παύση, ο τιμωρηθείς δεν προτείνεται για προαγωγή, ακόμα και εάν έχει πλήρη τα προς τούτο τυπικά προσόντα. Κατά της απόφασης του Ανώτατου Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ή του Πειθαρχικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου κατά περίπτωση, η οποία επιβάλλει προσωρινή ή οριστική παύση, επιτρέπεται στον τιμωρηθέντα εντός εξήντα ημερών από την κοινοποίησή της, η άσκηση προσφυγής στο αρμόδιο δικαστήριο.

Άρθρο 87

Μη ανάκληση ή τροποποίηση πειθαρχικών ποινών Πειθαρχικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται αρμοδίως, δεν μπορούν να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν από αυτούς που τις επιβάλλουν.

Άρθρο 88

Παραγραφή

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά τρία έτη από την ημέρα κατά την οποία διαπράχθηκαν, εκτός αν πρόκειται για τα αδικήματα, για τα οποία προβλέπεται η ποινή της οριστικής παύσης, τα οποία παραγράφονται μετά πενταετία.

2.

Οι κατά του υπαλλήλου απευθυνόμενες πράξεις προς δίωξη του παραπτώματος διακόπτουν την παραγραφή, ο χρόνος όμως αυτής δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία, συνολικώς, μέχρι την έκδοση της καταγνωστικής απόφασης, για δε τα αδικήματα, για τα οποία προβλέπεται η ποινή της οριστικής παύσης, την επταετία.

3.

Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΚΛΑΔΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Τμήμα 1: Διπλωματικός Κλάδος

Άρθρο 89

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)