Νόμοι — ΦΕΚ A' 119/2010

Type Νόμος
Publication 2010-07-21
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 119 21 Ιουλίου 2010

Περί ιδρύσεως Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Ίδρυση Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας» (στο εξής: το «Ταμείο»). Για τις σχέσεις του με την αλλοδαπή, το Ταμείο θα χρησιμοποιεί την επωνυμία «Hellenic Financial Stability Fund (HFSF)». H νομική προσωπικότητα αποκτάται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το Ταμείο έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ικανότητα να είναι διάδικος, δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί αμιγώς κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από την έκδοση των προβλεπόμενων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών. Όλως συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις και τους στόχους του παρόντος νόμου.

Άρθρο 2

Σκοπός, έδρα, διάρκεια

1.

Σκοπός του Ταμείου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων και θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατόπιν άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τα ειδικότερον προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο. Στο πλαίσιο εκπλήρωσης του σκοπού αυτού, το Ταμείο οφείλει να διαχειρίζεται το κεφάλαιο και την εν γένει περιουσία του, άρθρο 3, κατωτέρω, και να ασκεί τα απορρέοντα από την ιδιότητά του ως μετόχου δικαιώματα, άρθρο 7 επ., κατωτέρω, κατά τρόπο που να προστατεύει την αξία της περιουσίας αυτής, να ελαχιστοποιεί τους κινδύνους για τον Έλληνα πολίτη και να μην εμποδίζει ούτε να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στον τραπεζικό τομέα. Στο σκοπό του Ταμείου δεν εντάσσεται η ενίσχυση της ρευστότητας, που παρέχεται με βάση το ν. 3723/ 2008 ή στο πλαίσιο λειτουργίας του ευρωσυστήματος και της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.

Το Ταμείο εδρεύει στην Αθήνα και η διάρκειά του ορίζεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2017.

Άρθρο 3

Κεφάλαιο, περιουσία

1.

Το κεφάλαιο του Ταμείου ανέρχεται στο ποσό των δέκα δισεκατομμυρίων (10.000.000.000) ευρώ, προερχόμενο από κεφάλαια που θα αντληθούν στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δυνάμει του ν. 3845/2010, καλύπτεται σταδιακά από το Ελληνικό Δημόσιο και ενσωματώνεται σε τίτλους, οι οποίοι δεν είναι μεταβιβάσιμοι μέχρι τη λήξη της κατά το προηγούμενο άρθρο διάρκειας του Ταμείου.

2.

Το κεφάλαιο του Ταμείου κατατίθεται, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, σε ειδικό έντοκο λογαριασμό του Ταμείου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος αποκλειστικά για το σκοπό του παρόντος νόμου. Το παρεχόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος επιτόκιο θα συμφωνείται με το Ταμείο και δεν θα δύναται να υπερβαίνει ή να είναι κατώτερο από τα παρακάτω επιτόκια: α) το εφαρμοζόμενο από το Ευρωσύστημα επιτόκιο πάγιας διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων και β) το μέσο δείκτη των επιτοκίων του ευρώ για τοποθετήσεις στη χρηματαγορά διάρκειας μιας ημέρας (ΕΟΝΙΑ).

3.

Περιουσία του Ταμείου αποτελεί το κατατεθειμένο κεφάλαιο και οι τόκοι της προηγουμένης παραγράφου, οι εκδιδόμενες από πιστωτικά ιδρύματα και αποκτώμενες από το Ταμείο μετοχές κατά τα άρθρα 7 και 9 του παρόντος, καθώς και όλα τα δικαιώματα οικονομικής φύσης που απορρέουν από κατοχή προνομιούχων και κοινών μετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένων αυτών από την εκκαθάριση των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων. 2827 του παρόντος άρθρου, απαγορευομένης οποιασδήποτε άλλης μορφής επένδυσης. Το Ταμείο δεν δύναται να συνάπτει δάνεια, να εκδίδει ομόλογα και άλλα εμπορικά αξιόγραφα οποιασδήποτε φύσης.

5.

Με τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, γενομένης εκκαθαρίσεως αποδίδεται το κεφάλαιο και η περιουσία του περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως οιονεί καθολικό του διάδοχο.

Άρθρο 4

Διοίκηση του Ταμείου 1.α. Το Ταμείο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο είναι το ανώτατο όργανό του και αποφασίζει απολύτως ανεξάρτητα για κάθε θέμα που αφορά την εξειδίκευση των στόχων, τη διοίκηση, λειτουργία, διαχείριση της περιουσίας και υλοποίηση των σκοπών του Ταμείου. Με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καταρτίζεται, μεταξύ άλλων, ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Ταμείου, προσλαμβάνεται το προσωπικό, εγκρίνονται οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, ορίζονται τα ελεγκτικά όργανα και συνιστώνται Επιτροπές. β. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι επταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο, δύο (2) Αντιπροέδρους, οι οποίοι είναι εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, και τέσσερα (4) μη εκτελεστικά μέλη. 2.α. Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και δύο (2) μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου επιλέγονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ύστερα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, μεταξύ ανεπίληπτων προσώπων εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε τραπεζικά ή/και χρηματοπιστωτικά θέματα, ή/και σε θέματα ελεγκτικής λογιστικής. Τις θέσεις των υπολοίπων δύο (2) μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συμπληρώνουν, ως εκ της θέσης τους (ex officio), ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών και ο Διευθυντής Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος. β. Ο διορισμός και των επτά (7) μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισηγήσεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για πενταετή θητεία, ανανεώσιμη μέχρι 30.6.2017. Η θητεία των ex officio μελών λήγει αυτοδικαίως με την απώλεια της ως άνω ιδιότητάς τους. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται και οι αμοιβές και αποζημιώσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης οι οποίες και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ταμείου. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί διορισμού νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σε αντικατάσταση παλαιών, της θητείας τους μη δυναμένης, κατά περίπτωση, να βαίνει πέραν της πενταετίας ή της 30.6.2017. γ. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καλούνται και συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μαζί με τους αναπληρωτές τους, που ορίζονται από τα οικεία όργανα. Εφόσον εκλήθησαν νομίμως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, η τυχόν απουσία των εκπροσώπων αυτών, όσο και των αναπληρωτών τους, δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου. δ. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. ε. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και του προσωπικού οφείλουν περαιτέρω να τηρούν εχεμύθεια. Η ιδιότητα μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα μετόχου ή εμμέσως κατέχοντος μετοχές (μέσω συμμετοχής σε τρίτο πρόσωπο, μέτοχο), μέλους Διοικητικού Συμβουλίου, στελέχους ή εξωτερικού συμβούλου πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με την εξαίρεση στελεχών που προέρχονται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου απολαμβάνουν πλήρους ανεξαρτησίας, δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε άλλο κρατικό φορέα ή όργανο, ούτε υπόκεινται σε επιρροές οιασδήποτε φύσεως. Ομοίως, το Ελληνικό Δημόσιο και οι ως άνω κρατικοί φορείς και όργανα θα απέχουν από τη διατύπωση οποιασδήποτε οδηγίας προς το Ταμείο. Προτεινόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οφείλουν να ενημερώσουν το Ταμείο για ενδεχόμενη ύπαρξη ασυμβίβαστου και την αυτή υποχρέωση ενημέρωσης υπέχουν και καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους, για ασυμβίβαστα που τυχόν αναφυούν μεταγενέστερα. Προ του διορισμού τους υπογράφουν περί τούτου υπεύθυνη δήλωση. Με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο εκδίδει σχετικό Κανονισμό Δεοντολογίας. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οφείλουν περαιτέρω να τηρούν εχεμύθεια ως προς τις υποθέσεις του Ταμείου και μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποχώρησή τους από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, δεσμευόμενοι από τις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου. Η υποχρέωση εχεμύθειας του Ταμείου δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία και δύναται κατά την κρίση της να διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες στις κατά το άρθρο 60 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) αρχές και πρόσωπα, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε συγκεντρωτική ή μη μορφή.

3.

Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί το Ταμείο δικαστικώς, εξωδίκως και έναντι τρίτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο, προεδρεύει των συνεδριάσεών του και εποπτεύει την ορθή εφαρμογή των αποφάσεών του. Προΐσταται των υπηρεσιών του Ταμείου, εποπτεύει τις εργασίες του και αναφέρεται στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με την καθημερινή επιχειρησιακή του λειτουργία, ασκώντας και κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ως του ανωτάτου οργάνου του Ταμείου. Τον Πρόεδρο, απόντα ή κωλυόμενο, αναπληρώνουν, καθ’ όλη την έκταση των αρμοδιοτήτων του, οι Αντιπρόεδροι, κατά τη σειρά αναπλήρωσης που αυτός ορίζει.

4.

Με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, καθώς και την εκπροσώπηση του Ταμείου σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή στελέχη του Ταμείου, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης. Οι αποφάσεις που σχετίζονται με την κεφαλαιακή ενίσχυση, δεν είναι δυνατόν να ανατίθενται ατομικά σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. αυτή και πριν τη λήξη της θητείας του, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον τους απαγγέλθηκε κατηγορία, ή καταδίκη για την οποία συνιστά κώλυμα διορισμού στο δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων όπως κωδικοποιήθηκε με το ν. 3528/2007, καθώς και για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο ιδίως σε αντικειμενική αδυναμία ή πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, απόκρυψη ή ψευδή δήλωση περί της συνδρομής ασυμβιβάστου ή παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας. Οι μέχρι την έκδοση της παραπάνω απόφασης πράξεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου παραμένουν καθ’ όλα ισχυρές. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, η συνδρομή του σπουδαίου λόγου κρίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατόπιν αίτησης του θιγομένου ή από κοινού με το Διοικητικό Συμβούλιο, η οποία ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης, καλουμένου σε κάθε περίπτωση κατά τη συζήτηση του Ταμείου. Η απόφαση που εκδίδεται είναι τελεσίδικη και εκτελεστή. Αναίρεση χωρεί μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.. Μέχρι την έκδοση της απόφασης, το μέλος απέχει υποχρεωτικά από τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.

6.

Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει, όχι όμως πέρα από έξι (6) μήνες, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας διορίσθηκαν, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις του, τα υπόλοιπα μέλη είναι τουλάχιστον πέντε (5). Οι διαδικασίες πλήρωσης των θέσεων που κενώθηκαν κινούνται αμελλητί, εφαρμοζομένης της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2.β του παρόντος άρθρου. Εφόσον οι κενωθείσες θέσεις δεν πληρώθηκαν εντός του εξαμήνου, το Διοικητικό Συμβούλιο στερείται μεν νομίμου συγκρότησης, τα υφιστάμενα ωστόσο μέλη δεν χάνουν την ιδιότητά τους αυτή. 7.α. Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρό του τακτικά μία (1) φορά το μήνα και εκτάκτως, οσάκις παρίσταται προς τούτο ανάγκη, με έγγραφη πρόσκληση των μελών προ πέντε (5) εργάσιμων ημερών, ομοίως προς τούτο καλουμένων και των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τη σύγκληση από τον Πρόεδρο μπορούν να ζητήσουν και δύο (2) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση όλως επείγουσας ανάγκης, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να ληφθούν με τηλεδιάσκεψη και μέσω γραπτής διαδικασίας χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων πρόσκλησης. Το πρακτικό της οικείας απόφασης επικυρώνεται κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε κάθε περίπτωση η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ισοδυναμεί με απόφασή του, ακόμη κι αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση. β. Χρέη γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου, πτυχιούχος ανώτατης σχολής, ο οποίος ορίζεται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου παρίσταται ο νομικός σύμβουλος του Ταμείου και δύναται κατά περίπτωση να καλούνται και υπηρεσιακά του στελέχη.

8.

Η λήψη απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο απαιτεί τέσσερις (4) τουλάχιστον θετικές ψήφους, εκ των οποίων δύο θα πρέπει να προέρχονται από εκτελεστικά του μέλη.

9.

Το Διοικητικό Συμβούλιο αποστέλλει μηνιαία δελτία περί των δραστηριοτήτων του στον Υπουργό των Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος, τους ενημερώνει αναλυτικά δια του Προέδρου του, οσάκις του ζητείται, και υποβάλλει εξαμηνιαίες εκθέσεις στη Βουλή των Ελλήνων, τις οποίες κοινοποιεί στον Υπουργό των Οικονομικών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 5

Προσωπικό του Ταμείου

1.

Το προσωπικό του Ταμείου προσλαμβάνεται ελεύθερα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και παρέχει τις υπηρεσίες του με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που μπορούν να παρατείνονται. Ως ορισμένου χρόνου συνομολογούνται και συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου. Οι μισθοί των υπαλλήλων του Ταμείου βαρύνουν τον προϋπολογισμό του.

2.

Επιτρέπεται η απόσπαση στο Ταμείο προσωπικού που υπηρετεί στο Ελληνικό Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και άλλους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και στην Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού ή πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ύστερα από αίτηση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η απόσπαση ισχύει για ορισμένο χρόνο, που μπορεί να ανανεώνεται με όμοιες αποφάσεις. Ο χρόνος απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια, στην υπηρεσία ή τον φορέα προέλευσης. Απόσπαση προσωπικού μπορεί να γίνει και από Διεθνείς και Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς.

3.

Το προσωπικό του Ταμείου υπέχει τις υποχρεώσεις πίστης και το καθήκον άκρας εχεμύθειας του ανωτέρω άρθρου 4 παράγραφος 2 περίπτωση ε΄.

Άρθρο 6

Διαδικασίες ενεργοποίησης του Ταμείου

1.

Πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), μπορεί να υποβάλει αίτημα στο Ταμείο για κεφαλαιακή ενίσχυση, κατόπιν υπόδειξης της Τράπεζας της Ελλάδος ή με δική του πρωτοβουλία, η οποία μπορεί να τύχει της υποστήριξης της Τράπεζας της Ελλάδος εφόσον, σε κάθε περίπτωση, συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Με βάση συντηρητικές παραδοχές της Τράπεζας της Ελλάδος εκτιμάται ότι υφίσταται βάσιμος κίνδυνος ως προς τη δυνατότητα του πιστωτικού ιδρύματος να συνεχίσει να τηρεί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007 και (β) Έχουν αποβεί άκαρπες οι προσπάθειες του πιστωτικού ιδρύματος να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του με τη συμμετοχή των υφιστάμενων ή νέων μετόχων. για κεφαλαιακή ενίσχυση, εφόσον: (α) Το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007 και συντρέχει παράλληλα και η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή (β) Το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 27 του ν. 3601/2007 και συντρέχει παράλληλα και η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.

α. Οι κατά τα ανωτέρω υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες και διατυπωμένες εγγράφως, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διασφάλισης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν υποβάλει αίτημα στο Ταμείο για κεφαλαιακή του ενίσχυση, η Τράπεζα της Ελλάδος προβαίνει στον ορισμό Επιτρόπου, σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 2 του ν. 3601/2007, ή στην ανάκληση της άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου. β. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει την απομάκρυνση των υπεύθυνων προσώπων του άρθρου 5 παράγραφος 10 περίπτωση γ’ στοιχείο i του ν. 3601/2007, εάν κρίνει ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν έλαβαν όλα τα στη δικαιοδοσία τους μέτρα και δεν προέβησαν στις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποδείξεις της για αύξηση της κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος. Τα νέα υπεύθυνα πρόσωπα θα πρέπει να τυγχάνουν της αποδοχής του Ταμείου και θα αξιολογούνται, ως προς την επάρκεια και αποτελεσματικότητά τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της κεφαλαιακής ενίσχυσης, με δυνατότητα απομάκρυνσής τους από την Τράπεζα της Ελλάδος είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ταμείου. Μέχρι της ανάληψης των σχετικών καθηκόντων από νέα πρόσωπα, προσωρινά και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, τις σχετικές αρμοδιότητες μπορεί να ασκούν εκπρόσωποι του Ταμείου.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.