Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 120/2022
Διακλαδικός Κανονισμός Πειθαρχίας Ενόπλων Δυνάμεων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Το άρθρο 53 του ν. 3883/2010 «Υπηρεσιακή εξέλιξη και ιεραρχία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων-Θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατολογίας και συναφείς διατάξεις» (Α΄ 167).
To άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005, Α΄ 98), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133).
Το π.δ. 83/2019 «Διορισμός του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 121).
Την υπ’ αρ. 83/2022 εισηγητική έκθεση του προϊσταμένου των οικονομικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, από την οποία προκύπτει ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
Την υπ’ αρ. 155/2021 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, αποφασίζουμε: Κεφάλαιο Α΄ Γενικές διατάξεις
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής - Ορισμοί
Ο παρών Κανονισμός εφαρμόζεται στο σύνολο του στρατιωτικού προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) ανεξάρτητα από τον Κλάδο που ανήκει, πλην των σπουδαστών των παραγωγικών σχολών αξιωματικών και υπαξιωματικών, το πειθαρχικό δίκαιο των οποίων διέπεται από τους Οργανισμούς των αντίστοιχων σχολών.
Για την εφαρμογή του παρόντος ισχύουν οι παρακάτω ορισμοί: α. Στρατιωτικός είναι κάθε εν ενεργεία ή εν εφεδρεία αξιωματικός, δόκιμος ή επίκουρος έφεδρος αξιωματικός, ανθυπασπιστής, υπαξιωματικός και οπλίτης που ανήκει στους Κλάδους ή στα Κοινά Σώματα των ΕΔ, καθώς και οι αξιωματικοί πολεμικής διαθεσιμότητας. β. Οπλίτες θητείας είναι όσοι έχουν καταταγεί και υπηρετούν στις τάξεις των ΕΔ για εκπλήρωση της στρατιωτικής τους υποχρέωσης. γ. Κλάδοι των ΕΔ είναι ο Στρατός Ξηράς (ΣΞ), το Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) και η Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ). Όπου στις διατάξεις του παρόντος γίνεται λόγος για στρατιωτικούς οποιουδήποτε Κλάδου, νοούνται και οι στρατιωτικοί που ανήκουν στα Κοινά Σώματα των ΕΔ. δ. Πειθαρχικός έλεγχος είναι η διαδικασία διερεύνησης τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και η ενδεχόμενη επιβολή πειθαρχικής ποινής. ε. Πειθαρχική αρμοδιότητα είναι το δικαίωμα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου από τα διάφορα επίπεδα Διοίκησης των ΕΔ. στ. Πειθαρχικό παράπτωμα είναι κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη που προβλέπεται στο άρθρο 8. Ως πράξη νοείται και η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας. ζ. Πειθαρχικές ποινές είναι οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται στους στρατιωτικούς με σκοπό τη διατήρηση της τάξης και της πειθαρχίας και τη διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της Υπηρεσίας. Αυτές διακρίνονται σε συνήθεις και καταστατικές. η. Συνήθεις πειθαρχικές ποινές είναι οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, οι οποίες δεν επιφέρουν στέρηση της προσωπικής ελευθερίας των στρατιωτικών, επηρεάζουν όμως την εξέλιξή τους ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη συχνότητα επιβολής τους. Για τους οπλίτες θητείας, πέραν των συνεπειών του άρθρου 24, καθώς και για τους δόκιμους ή επίκουρους έφεδρους αξιωματικούς και τους έφεδρους εν ενεργεία αξιωματικούς, συνεπάγεται υποχρέωση εκπλήρωσης πρόσθετου χρόνου στρατιωτικής υποχρέωσης σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στον νόμο για τη στρατολογία των Ελλήνων. θ. Καταστατικές πειθαρχικές ποινές είναι οι διοικητικές κυρώσεις που μεταβάλλουν την υπηρεσιακή κατάσταση του παραβάτη στρατιωτικού. Η επιβολή των καταστατικών ποινών γίνεται κατόπιν γνωμοδότησης πειθαρχικού συμβουλίου.
Για τις καταστατικές ποινές των εφέδρων εν ενεργεία, των μονίμων εξ εφεδρείας, των εφέδρων εξ απονομής, των εφέδρων εξ εφεδρείας, των μονίμων και των εφέδρων εν εφεδρεία αξιωματικών, τυγχάνουν εφαρμογής οι ειδικές διατάξεις του παρόντος. Για τις καταστατικές
Στους Επαγγελματίες Οπλίτες που δεν φέρουν βαθμό υπαξιωματικού δεν επιβάλλονται καταστατικές ποινές. Σε αυτούς επιβάλλονται οι συνήθεις ποινές που προβλέπονται για τους υπαξιωματικούς. Για τις καταστατικές ποινές των Επαγγελματιών Οπλιτών που φέρουν βαθμό υπαξιωματικού ισχύουν τα καθοριζόμενα στα άρθρα 17 και 18.
Στους Οπλίτες Βραχείας Ανακατάταξης (ΟΒΑ) επιβάλλονται οι συνήθεις και οι καταστατικές ποινές που προβλέπονται για τους οπλίτες θητείας κατά τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Ε΄.
Άρθρο 2
Γενικές αρχές
Η δυνατότητα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου εις βάρος στρατιωτικού αρχίζει με την κατάταξη στις ΕΔ ή την ανάκληση στην ενέργεια και λήγει με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο έξοδο του στρατιωτικού από αυτές, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων που αφορούν στην επιβολή καταστατικών ποινών.
Καμία πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται αν δεν κληθεί προηγουμένως ο πειθαρχικά διωκόμενος σε απολογία. Η εξέταση του διωκόμενου κατά το στάδιο της απλής ή της ένορκης διοικητικής εξέτασης δεν υποκαθιστά την κλήση σε απολογία.
Ατομικά παραπτώματα δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν αιτία επιβολής ομαδικής ποινής.
Ο στρατιωτικός δεν μπορεί να διωχθεί δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 3 και της παρ. 4 του άρθρου 4 του παρόντος, καθώς και της παρ. 7 του άρθρου 43 του ν. 3883/2010.
Για το ίδιο παράπτωμα δεν μπορούν να επιβληθούν ταυτόχρονα ή διαδοχικά περισσότερες από μία πειθαρχικές ποινές, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 3 και της παρ. 4 του άρθρου 4. Σε περίπτωση τέλεσης στον ίδιο τόπο και χρόνο δύο ή περισσότερων διαφορετικών μεταξύ τους πειθαρχικών παραπτωμάτων που προβλέπονται από διαφορετική διάταξη του παρόντος, επιβάλλεται μία συνολική ποινή κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα και ο αριθμός όλων των επιμέρους πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος μέχρι το πέρας της πειθαρχικής δίωξης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιλαμβάνει τις ευμενέστερες για τον διωκόμενο ουσιαστικές διατάξεις.
Κατά την πειθαρχική διαδικασία εφαρμόζονται οι αρχές και οι κανόνες του ποινικού και του στρατιωτικού ποινικού δικαίου που αφορούν: α. Το τεκμήριο της αθωότητας και της λειτουργίας των αμφιβολιών υπέρ του πειθαρχικά διωκόμενου. β. Το δικαίωμα σιγής του πειθαρχικά διωκόμενου. γ. Τη συνεκτίμηση των ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών περιστάσεων κατά τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής.
Τα πειθαρχικά παραπτώματα τιμωρούνται ακόμη κι αν τελέστηκαν εκτός της ελληνικής επικράτειας.
Άρθρο 3
Σχέση πειθαρχικής και ποινικής διαδικασίας
Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις ανακριτικές πράξεις ή την ποινική δίωξη που ενδεχομένως ασκείται παράλληλα ή έχει ασκηθεί επί της υπόθεσης. Αντίστοιχα, η πειθαρχική ποινή είναι ανεξάρτητη της ποινής που επιβάλλεται με απόφαση ποινικού δικαστηρίου και μπορεί να επιβληθεί είτε πριν είτε μετά την εκδίκαση της υπόθεσης.
Η ποινική καταδίκη δεν έχει ως απαραίτητη συνέπεια την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Ομοίως, η αθώωση ή η απαλλαγή από το ποινικό δικαστήριο δεν εμποδίζει την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Το πειθαρχικό όργανο όμως, δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος.
Αν μετά την επιβολή της πειθαρχικής ποινής εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, η πειθαρχική διαδικασία είναι δυνατόν να επαναληφθεί, εφόσον το παράπτωμα δεν έχει παραγραφεί, είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου που υποβάλλεται εντός διμήνου από την ημερομηνία κατά την οποία η ποινή ή το βούλευμα κατέστησαν αμετάκλητα. Στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται υποχρεωτικά εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερόμενου ή από την κοινοποίηση στη Διοίκηση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή του βουλεύματος, κατά περίπτωση.
Οι Εισαγγελείς των στρατιωτικών δικαστηρίων έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν αμέσως στην αρμόδια Διεύθυνση του οικείου Γενικού Επιτελείου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατά στρατιωτικού και να κοινοποιούν αμέσως στην ίδια Διεύθυνση τα παραπεμπτικά ή αμετάκλητα απαλλακτικά βουλεύματα καθώς και τις αμετάκλητες, καταδικαστικές ή αθωωτικές, αποφάσεις. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι Εισαγγελείς της τακτικής ποινικής δικαιοσύνης για υποθέσεις στρατιωτικών που ανήκουν στην καθ’ ύλη αρμοδιότητά τους.
Σε περίπτωση απονομής χάριτος ή άρσης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο του κολασίμου ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, το πειθαρχικά κολάσιμο της πράξης δεν αίρεται.
Άρθρο 4
Επιβολή ποινής - Γενικές διατάξεις
Ο πειθαρχικός έλεγχος αποτελεί καθήκον του ανωτέρου, συνιστά όμως το έσχατο μέτρο διατήρησης της πειθαρχίας. Κάθε ανώτερος πρέπει να επιδιώκει με κάθε μέσο να προλαμβάνει τα παραπτώματα.
Οι ποινές επιβάλλονται κατόπιν δίκαιης και αμερόληπτης κρίσης και αφού προηγουμένως συνεκτιμηθεί κάθε βάσιμο ελαφρυντικό στοιχείο.
Η πράξη επιβολής της πειθαρχικής ποινής πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς, ειδικότερα δε να περιγράφονται διοικητικό δικαστήριο, η διοίκηση συμμορφώνεται με το διατακτικό μέρος της δικαστικής απόφασης, εκδίδοντας σχετική πράξη. Επανάληψη της πειθαρχικής δίωξης με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, είναι δυνατή, εφόσον το πειθαρχικό παράπτωμα δεν έχει παραγραφεί. Στην περίπτωση αυτή ενδεχόμενη νέα πειθαρχική ποινή επιβάλλεται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της απόφασης του δικαστηρίου στην Υπηρεσία.
Οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α΄ 96) που αφορούν στα αποδεικτικά μέσα, την κλήτευση, τον όρκο, την εξέταση και τις συνέπειες της μη εμφάνισης των μαρτύρων, τον τρόπο εξέτασης του εγκαλουμένου καθώς και τον τύπο των εκθέσεων, εφαρμόζονται συμπληρωματικά. Στη σύνταξη των εκθέσεων συμπράττει στρατιωτικός οποιουδήποτε βαθμού.
Άρθρο 5
Πειθαρχική δίωξη
Η πειθαρχική δίωξη ασκείται αμελλητί. Αρχίζει με την έκδοση της κλήσης σε απολογία ή την πράξη παραπομπής στο Πειθαρχικό Συμβούλιο και περατώνεται με τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο ή την έκδοση ανέκκλητης ενώπιον της διοίκησης απόφασης πειθαρχικού οργάνου.
Το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, εφόσον διαπιστώσει ενδείξεις τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος, συγκεντρώνει το σύνολο των σχετικών αποδεικτικών μέσων για τη διερεύνηση της υπόθεσης και αναλόγως των στοιχείων που προκύπτουν, προβαίνει σε μία από τις παρακάτω ενέργειες: α. Εκδίδει κλήση σε απολογία, η οποία υποβάλλεται από τον εγκαλούμενο εντός ρητής εύλογης προθεσμίας που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών ημερών, μη περιλαμβανομένης της ημέρας κοινοποίησης της κλήσης. Η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί κατόπιν έγγραφης αιτιολογημένης αίτησης του εγκαλουμένου για συλλογή στοιχείων υπεράσπισής του. β. Παραπέμπει τον εγκαλούμενο ενώπιον του αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. γ. Θέτει την υπόθεση στο αρχείο.
Η διενέργεια Ένορκης ή Απλής Διοικητικής Εξέτασης για τη συγκέντρωση του απαιτούμενου αποδεικτικού υλικού εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του πειθαρχικού οργάνου.
Η κλήση σε απολογία είναι έγγραφη για το σύνολο του στρατιωτικού προσωπικού πλην των οπλιτών θητείας, η κλήση των οποίων γίνεται προφορικά και καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο επί του οποίου λαμβάνει ενυπόγραφα γνώση ο εγκαλούμενος. Η έγγραφη κλήση περιλαμβάνει τα πλήρη στοιχεία του διωκόμενου, ακριβή στοιχεία των πράξεων που στοιχειοθετούν το παράπτωμα και τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε, τον τόπο και τον χρόνο τέλεσής του, την προθεσμία υποβολής της απολογίας, υπόμνηση του δικαιώματος του εγκαλουμένου να λάβει γνώση των στοιχείων της υπόθεσης και τέλος, τον τόπο και την ημερομηνία σύνταξης της κλήσης, την υπογραφή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, το ονοματεπώνυμο και τον βαθμό του καθώς και τη σφραγίδα της Υπηρεσίας.
Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής της κλήσης, το όργανο που διενεργεί την επίδοση συντάσσει σχετική πράξη που υπογράφεται από το ίδιο και έναν μάρτυρα, χωρίς να κωλύεται η συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των προβλεπομένων στο άρθρο 7.
Η απολογία είναι έγγραφη, με εξαίρεση τους οπλίτες θητείας, οι οποίοι απολογούνται προφορικά, η δε απολογία καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο της παρ. 4 επί του οποίου λαμβάνει ενυπόγραφα γνώση ο απολογούμενος. Πειθαρχικές παραβάσεις που τελούνται δια της απολογίας του εγκαλουμένου, δεν αξιολογούνται προ του ανέκκλητου ενώπιον της διοίκησης πέρατος της αρχικής πειθαρχικής δίωξης. Σε περίπτωση μη υποβολής απολογίας, το πειθαρχικό όργανο εξετάζει τους λόγους μη υποβολής της και εφόσον διαπιστώσει νόμιμη επίδοση της κλήσης, συνεχίζει κανονικά τη διαδικασία του πειθαρχικού ελέγχου.
Ο εγκαλούμενος έχει δικαίωμα κατόπιν γραπτής αίτησής του να λάβει γνώση του συνόλου των εγγράφων της υπόθεσης που τον αφορά, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45).
Η πειθαρχική δίωξη των αξιωματικών του Σώματος Στρατιωτικών Ιερέων για εκκλησιαστικά παραπτώματα, των οποίων δεν είναι επιτρεπτός ο κολασμός από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Στρατιωτικών Ιερέων του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), ασκείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6 του ν.δ. 90/1973 (Α΄ 168).
Άρθρο 6
Καθορισμός και επιμέτρηση πειθαρχικής ποινής Για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα του παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του, τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του παραβάτη και οι συντρέχουσες επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 40 του ν. 3883/2010.
Άρθρο 7
Επιδόσεις εγγράφων - Εκθέσεις
Όταν απαιτείται η επίδοση στον εγκαλούμενο κάθε εγγράφου σχετικού με την πειθαρχική διαδικασία, εάν αυτός διατελεί σε παράνομη απουσία ή λιποταξία, η επίδοση γίνεται στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσε.
Εάν κατά την αναζήτησή του ο εγκαλούμενος δεν ανευρεθεί, η επίδοση γίνεται στους συνοικούντες συγγενείς ή συνοίκους της τελευταίας γνωστής κατοικίας του. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής από τον εγκαλούμενο ή από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, τα εν λόγω έγγραφα θυροκολλούνται.
Εάν ο εγκαλούμενος είναι αγνώστου διαμονής, η επίδοση γίνεται στην αστυνομική αρχή της τελευταίας γνωστής διαμονής του. Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κεφάλαιο Β΄ Πειθαρχικά παραπτώματα
Άρθρο 8
Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.