Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 123/2025
Μεταφορά στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/977 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 2023 σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κατάργηση της απόφασης-πλαισίου 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 134/22.5.2023).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις:
- α) των άρθρων 3 και 4 του ν. 1338/1983 «Εφαρμογή
του Κοινοτικού Δικαίου» (Α’ 34), όπως ισχύουν,
- β) του άρθρου δεύτερου του ν. 2077/1992 «Κύρωση
της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και των σχετικών πρωτοκόλλων και δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην Τελική Πράξη» (Α’ 136),
- γ) του άρθρου δεύτερου του ν. 2691/1999 «Κύρωση της Συνθήκης του Άμστερνταμ που τροποποιεί τη
Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις, καθώς και των σχετικών πρωτοκόλλων και των δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην Τελική Πράξη» (Α’ 47),
- δ) του άρθρου δεύτερου του ν. 3671/2008 «Κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη
Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς πράξεις» (Α’ 129),
- ε) του άρθρου 20 του ν. 4753/2020 «Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή του Κανονισμού
(ΕΕ) 2019/1150 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης (L 186), ρυθμίσεις για τη Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου Αγοράς, την Επιτροπή Ανταγωνισμού, τη λειτουργία της αγοράς και λοιπές διατάξεις» (Α’ 227),
- στ) του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την
Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α’ 98), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την περ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α’ 133).
Το π.δ. 27/2025 «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτή Υπουργού, Υφυπουργών και Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης» (Α’ 44).
Την Υ12/7.7.2023 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, Νικόλαο Παπαθανάση» (Β’ 4403).
Την 8000/1/2024/97-ι’/29.4.2025 Εισήγηση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και Επιτελικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, από την οποία προκύπτει ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν προκαλούν οικονομική επιβάρυνση στον τακτικό προϋπολογισμού του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, αλλά οικονομική επιβάρυνση στον Προϋπολογισμό του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, με δαπάνη ανερχόμενη έως το ποσό των 720.000,00 ευρώ, η οποία έχει ενταχθεί στο «Πρόγραμμα Ελλάδας-Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας 2021-2027», με την ΤΕΑ/10/3.015-ιθ’/24.1.2025 απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη (ΑΔΑ: ΡΘΠ146ΜΤΛΒ-Λ5Ω) και στη ΣΑΕ9502 του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με την 537/18.2.2025 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΑΔΑ: 63ΖΩΗ-Σ5Β) και στοιχεί στους στόχους και τις δεσμεύσεις του εγκριθέντος, με τον ν. 4813/2021 (Α’ 111), Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025.
Το γεγονός ότι οι διατάξεις του παρόντος δεν αφορούν σε διοικητική διαδικασία για την οποία υπάρχει υποχρέωση καταχώρισης στο Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών - «Μίτος».
Την 60/2025 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αποφασίζουμε:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής [Άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/977]
Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την Οδηγία (ΕΕ) 2023/977 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 2023 σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και την κατάργηση της απόφασης-πλαισίου 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 134/22.5.2023), με τη θέσπιση κανόνων για την επαρκή και ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών επιβολής του νόμου και των αντίστοιχων αρχών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τους σκοπούς της πρόληψης, της εξακρίβωσης και της διερεύνησης αξιοποίνων πράξεων, στο πλαίσιο ανάπτυξης ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Με την ανωτέρω Οδηγία καταργείται από τις 12.12.2024 η απόφαση-πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την απλούστευση της ανταλλαγής πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (L 386/29.12.2006), η οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική νομοθεσία με το π.δ. 135/2013 (Α’ 209).
Ειδικότερα με το παρόν προεδρικό διάταγμα θεσπίζονται κανόνες σχετικά με:
- α) Τον ορισμό του εθνικού ενιαίου σημείου επαφής, το
οποίο δέχεται και υποβάλλει αιτήματα παροχής πληροφοριών από και προς αντίστοιχα σημεία, που ορίζονται στα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και παρέχει πληροφορίες ιδία πρωτοβουλία.
- β) Τον ορισμό των εντεταλμένων αρχών επιβολής του
νόμου.
- γ) Τη γλώσσα εργασίας του ενιαίου σημείου επαφής.
- δ) Τις προθεσμίες επεξεργασίας και ανταπόκρισης στα
υποβληθέντα αιτήματα.
- ε) Τους λόγους απόρριψης των εν λόγω αιτημάτων.
- στ) Τον δίαυλο επικοινωνίας που χρησιμοποιείται για
την ανταλλαγή των πληροφοριών.
- ζ) Το είδος των πληροφοριών που ανταλλάσσονται.
- η) Την οργάνωση, τη σύνθεση, τα καθήκοντα και τις
ικανότητες του ενιαίου σημείου επαφής, που επιφορτίζεται με την ανταλλαγή των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης και λειτουργίας ενιαίου ηλεκτρονικού συστήματος διαχείρισης υποθέσεων για την εκπλήρωση των καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος προεδρικού διατάγματος.
Η ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων από το εθνικό ενιαίο σημείο επαφής με τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται είτε στην ελληνική είτε στην αγγλική γλώσσα, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στον επίσημο σχετικό κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται στις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών επιβολής του νόμου, όπως αυτές ορίζονται στην περ. 2 του άρθρου 2, οι οποίες ρυθμίζονται ειδικότερα από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν επίσης στην πρόληψη, την εξακρίβωση και τη διερεύνηση αξιοποίνων πράξεων. επίσης, δεν επηρεάζονται ήδη υπάρχουσες διατάξεις ή διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που διευκολύνουν έτι περαιτέρω την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους ανωτέρω σκοπούς.
Δυνάμει του παρόντος διατάγματος δεν επιτρέπεται η άντληση πληροφοριών που ζητήθηκαν με τη χρήση μέσων καταναγκασμού, όπως αυτά ορίζονται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.). Επίσης δεν επιβάλλεται υποχρέωση αποθήκευσης - συλλογής πληροφοριών με μοναδικό σκοπό την ανά πάσα στιγμή παροχή τους σε αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ούτε και υποχρέωση παροχής πληροφοριών στις εν λόγω αρχές με σκοπό τη χρησιμοποίησή τους ως αποδεικτικών στοιχείων σε δικαστικές διαδικασίες, εκτός αν χορηγηθεί τέτοια συγκατάθεση ως προς την ειδική αυτή χρήση είτε κατά τη στιγμή της παροχής της πληροφορίας είτε και αργότερα με τις δέουσες ανά περίπτωση διαδικασίες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Άρθρο 2
Ορισμοί [Άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/977] Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος προεδρικού διατάγματος:
- α) Ως «Ενιαίο σημείο επαφής» ορίζεται η Διεύθυνση
Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας (Δ.Δ.Α.Σ.).
- β) Ως «αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου» ορίζεται
κάθε αστυνομική, τελωνειακή ή άλλη αρχή που έχει αρμοδιότητα, βάσει του εθνικού δικαίου να ασκεί εξουσία, να λαμβάνει μέτρα καταναγκασμού για τους σκοπούς της πρόληψης, της εξακρίβωσης ή της διερεύνησης αξιοποίνων πράξεων ή κάθε αρχή που συμμετέχει σε κοινές οντότητες που έχουν συσταθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών με σκοπό την πρόληψη, την εξακρίβωση ή τη διερεύνηση αξιοποίνων πράξεων και εφόσον δεν περιλαμβάνει υπηρεσίες ή μονάδες, που ασχολούνται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας και υπαλλήλους συνδέσμους που αποσπώνται, σύμφωνα με το άρθρο 47 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν (L 239/22.9.2000).
- γ) Ως «εντεταλμένη αρχή επιβολής του νόμου» ορίζεται εκείνη η «αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου», όπως
ορίζεται κατά την περ. β, που είναι επιπλέον εξουσιοδοτημένη να υποβάλλει αιτήματα παροχής πληροφοριών στα ενιαία σημεία επαφής άλλων κρατών, σύμφωνα καθώς και οι εκάστοτε συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις του, υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς δημοσίευση.
- δ) Ως «σοβαρή αξιόποινη πράξη» νοείται οποιοδήποτε αδίκημα προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 2 της
απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ (L 190/18.7.2002), η οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον ν. 3251/2004 (Α’ 127), όπως αυτός ισχύει, καθώς και στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 (L 135/24.5.2016).
- ε) Ως «πληροφορία» νοείται οποιαδήποτε πληροφορία
ή δεδομένο αφορά σε ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, γεγονότα ή περιστάσεις και κρίνεται ως σημαντική/ό για τις αρχές επιβολής του νόμου για τους σκοπούς της διεξαγωγής των καθηκόντων τους βάσει του εθνικού δικαίου για την πρόληψη, την εξακρίβωση και τη διερεύνηση αξιοποίνων πράξεων. Στον όρο «πληροφορία» δεν συμπεριλαμβάνονται προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις. Η «πληροφορία» μπορεί να είναι είτε άμεσα διαθέσιμη, όταν τηρείται σε βάση δεδομένων στην οποία το ενιαίο σημείο επαφής ή οι αρχές επιβολής του νόμου έχουν άμεση πρόσβαση, είτε έμμεσα διαθέσιμη, όταν το ενιαίο σημείο επαφής ή οι εντεταλμένες αρχές επιβολής του νόμου πρέπει να την αναζητήσουν σε άλλη δημόσια αρχή ή ιδιωτικό φορέα εντός της ελληνικής επικράτειας, υπό την προϋπόθεση ότι είναι επιτρεπτή, κατά το εθνικό δίκαιο, η χορήγηση της «πληροφορίας» αυτής και δεν προηγήθηκε χρήση καταναγκαστικών μέσων. Για την παροχή των «πληροφοριών» αυτών δεν απαιτούνται πρόσθετες προϋποθέσεις από τις προβλεπόμενες για την παροχή σε αντίστοιχες εθνικές αρχές επιβολής του νόμου.
- στ) Ως «δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα» ορίζεται
κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο. Ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο, του οποίου η ταυτότητα δύναται να εξακριβωθεί άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου, όπως ορίζεται στο σημείο 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 (L 119/4.5.2016), που μεταφέρθηκε στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 44 του ν. 4624/2019 (Α’ 137).
Άρθρο 3
Αρχές ανταλλαγής πληροφοριών [Άρθρο 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/977] Την ανταλλαγή των πληροφοριών, στο πλαίσιο του παρόντος προεδρικού διατάγματος, διέπουν οι αρχές της διαθεσιμότητας, της ισότιμης πρόσβασης, της εμπιστευτικότητας, της κυριότητας των δεδομένων και της αξιοπιστίας των δεδομένων, όπως αυτές περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/977. Ειδικότερα:
- α) Οι πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα
παρέχονται όταν ζητηθούν, με την επιφύλαξη της μη συνδρομής προβλεπόμενου λόγου άρνησης παροχής τους, κατά την αρχή της διαθεσιμότητας.
- β) Για την παροχή των πληροφοριών ισχύουν ακριβώς
οι ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν όταν αυτές ζητούνται από τις εθνικές αρχές, κατά την αρχή της ισότιμης πρόσβασης.
- γ) Η Δ.Δ.Α.Σ. και οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου
λαμβάνουν όλες τις προβλεπόμενες κατά τον νόμο εγγυήσεις για να εξασφαλίσουν την εμπιστευτικότητα των παρεχόμενων πληροφοριών σε ενιαίο σημείο επαφής ή σε αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου άλλου κράτους μέλους, όπως λαμβάνουν και αν επρόκειτο για παροχή πληροφοριών, που χαρακτηρίζονται εμπιστευτικές σε εθνική αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου, σύμφωνα με την αρχή της εμπιστευτικότητας.
- δ) Οι πληροφορίες που έχουν ληφθεί από άλλο κράτος μέλος ή και από τρίτο κράτος μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανταλλαγής είτε με άλλο κράτος
είτε με τη Εuropol, εφόσον ληφθεί η συγκατάθεση του κράτους προέλευσής τους και μόνο υπό τους όρους που αυτό επιβάλλει, κατά την αρχή της κυριότητας των δεδομένων.
- ε) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται πρέπει να είναι κατά το δυνατόν ακριβή,
πλήρη και επικαιροποιημένα, διαφορετικά, και αναλόγως την περίπτωση, πρέπει είτε να διαγράφονται είτε να διορθώνονται είτε να περιορίζεται η επεξεργασία τους, με ενημέρωση, χωρίς καθυστέρηση, του αποδέκτη των σχετικών πληροφοριών για την όποια αλλαγή, κατά την αρχή της αξιοπιστίας των δεδομένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕΣΩ ΕΝΙΑΙΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΕΠΑΦΗΣ
Άρθρο 4
Αιτήματα παροχής πληροφοριών προς το ενιαίο σημείο επαφής [Άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/977]
Τα αιτήματα υποβάλλονται στο ενιαίο σημείο επαφής άλλου κράτους μέλους από τη Δ.Δ.Α.Σ. ή τις εντεταλμένες αρχές επιβολής του νόμου, όπως αυτές ορίζονται στον κατάλογο του Παραρτήματος Α’, τον οποίο η Δ.Δ.Α.Σ. δύναται, όποτε κρίνει αναγκαίο, να επικαιροποιεί, μεριμνώντας ταυτόχρονα για την αποστολή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς δημοσίευση.
Αντίγραφο του αιτήματος παροχής πληροφοριών από τις ορισθείσες εντεταλμένες αρχές επιβολής του νόμου σε ενιαίο σημείο επαφής άλλου κράτους μέλους αποστέλλεται στο οικείο εθνικό ενιαίο σημείο επαφής. Η υποχρέωση αυτή των εντεταλμένων αρχών επιβολής του νόμου δύναται κατ’ εξαίρεση να παρακαμφθεί στις ακόλουθες εξαιρετικές περιπτώσεις:
- α) Όταν υφίστανται βάσιμοι λόγοι, που δικαιολογούν
- β) Όταν οι πληροφορίες αφορούν σε υποθέσεις τρομοκρατίας, εκτός αν αφορούν καταστάσεις εκτάκτου
ανάγκης ή διαχείρισης κρίσεων.
- γ) Όταν υφίστανται βάσιμοι λόγοι που δικαιολογούν
την ύπαρξη κινδύνου να τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια προσώπου.
Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών που υποβάλλονται σε ενιαίο σημείο επαφής άλλου κράτους μέλους πρέπει να έχουν υποβληθεί προηγουμένως σε έλεγχο αναγκαιότητας και αναλογικότητας και ζητούνται για τους σκοπούς της πρόληψης, της εξακρίβωσης ή της διερεύνησης σοβαρών αξιοποίνων πράξεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 περ. δ. Πρέπει δε να υφίστανται βάσιμοι αντικειμενικοί λόγοι και να θεωρείται ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο ενιαίο σημείο επαφής του κράτους από το οποίο ζητούνται.
Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών, που υποβάλλονται σε σημείο επαφής άλλου κράτους πρέπει να είναι συγκεκριμένα, ήτοι να συμπεριλαμβάνουν κατ’ ελάχιστο:
- α) Λεπτομερή κατά το δυνατό περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και του σκοπού για τον οποίο
ζητούνται οι πληροφορίες.
- β) Αναφορά στο υποκείμενο του αδικήματος σε περίπτωση που τυχόν έχει εντοπιστεί.
- γ) Αναφορά στον σύνδεσμο μεταξύ του σκοπού για
τον οποίο ζητούνται οι πληροφορίες και του φυσικού ή νομικού προσώπου ή οντότητας που αφορούν.
- δ) Τους αντικειμενικούς λόγους για τους οποίους εκτιμάται, ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι διαθέσιμες
στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.
- ε) Tυχόν περιορισμούς στη χρήση των πληροφοριών
που συμπεριλαμβάνονται στο αίτημα παροχής πληροφοριών για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους υποβλήθηκε.
Εάν το αίτημα έχει χαρακτηριστεί ως επείγον πρέπει να συμπεριλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους έλαβε τον χαρακτηρισμό αυτό, οι οποίοι, κατά περίπτωση, μπορούν να αναφέρονται:
- α) Στην αποτροπή άμεσης και σοβαρής απειλής για τη
δημόσια ασφάλεια.
- β) Στην αποτροπή άμεσης απειλής για τη ζωή και τη
σωματική ακεραιότητα φυσικού προσώπου.
- γ) Στην επικείμενη έκδοση απόφασης που ενδέχεται
να συνεπάγεται τη διατήρηση ισχύος περιοριστικών μέτρων που ισοδυναμούν με στέρηση της ελευθερίας.
- δ) Στον κίνδυνο της απώλειας της σημασίας των ζητουμένων πληροφοριών αν δεν παρασχεθούν άμεσα
και εφόσον αυτές είναι σημαντικές για την πρόληψη, την εξακρίβωση και τη διερεύνηση αξιοποίνων πράξεων που προβλέπονται στην περ. δ του άρθρου 2.
Η διατύπωση των αιτημάτων προς τα ενιαία σημεία επαφής των λοιπών κρατών μελών γίνεται στην αγγλική γλώσσα ή σε άλλη που έχει δηλωθεί από το κράτος μέλος προς στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Άρθρο 5
Προθεσμίες παροχής πληροφοριών κατόπιν αιτημάτων [Άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/977]
Η Δ.Δ.Α.Σ. ως εθνικό ενιαίο σημείο επαφής έχει την υποχρέωση, όταν λαμβάνει αίτημα από ενιαίο σημείο επαφής ή εντεταλμένη αρχή επιβολής του νόμου άλλου κράτους μέλους να παρέχει στις πληροφορίες που του ζητούνται εντός των κάτωθι προθεσμιών:
- α) οκτώ (8) ώρες, όταν τα αιτήματα έχουν χαρακτηριστεί ως επείγοντα και αφορούν πληροφορίες που τηρούνται σε βάσεις δεδομένων στις οποίες το ενιαίο σημείο
επαφής έχει άμεση πρόσβαση,
- β) τρεις (3) ημερολογιακές ημέρες όταν τα αιτήματα
έχουν χαρακτηριστεί ως επείγοντα και αφορούν έμμεσα προσβάσιμες πληροφορίες,
- γ) επτά (7) ημερολογιακές ημέρες σε κάθε άλλη περίπτωση.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.