Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 124/2015
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 124 7 Οκτωβρίου 2015 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 1008/558/7.5.1996 * Εσωτερικός Κανονισμός της Ανδρώας Κοινοβιακής Ιεράς Μονής Αναστάσεως του Χριστού Λουτρακίου, της Ιεράς Μητροπόλεως Κορίνθου. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ’ όψει:
τας διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 4 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», όπως έχει συμπληρωθεί δια του άρθρου 51 παρ. 3 του Ν. 4301/2014,
τας διατάξεις του Κανονισμού 39/1972 «Περί των εν Ελλάδι Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων» (ΦΕΚ 103/τ.Α΄/ 30.6.1972),
την υπ’ αριθμ. 683/27.3.1996 Πρότασιν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος, και
την υπ’ αριθμ. 1008/558/7.5.1996 Απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αποφασίζει: εγκρίνει τον Εσωτερικόν Κανονισμόν της Ανδρώας Κοινοβιακής Ιεράς Μονής Αναστάσεως του Χριστού Λουτρακίου, της Ιεράς Μητροπόλεως Κορίνθου, έχοντα ούτω: ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ, ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος της μιας πανσθενούς και ζωοποιού Αγίας Τριάδος˙ εν έτει χιλιοστώ εννεακοσιοστώ εννενηκοστώ έκτω˙ ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος˙ συμφώνως προς το άρθρον 39§4 του Ν. 590/1977 «Περί καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος τους Θείους και Ιερούς Κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και τους Νόμους του Κράτους προβαίνομεν εις την σύνταξιν του Εσωτερικού Κανονισμού, αφορώντος εις την οργάνωσιν, την διοίκησιν, τον πνευματικόν βίον και την εν γένει λειτουργίαν της Ιεράς Μονής. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α ΙΔΡΥΣΙΣ − ΣΚΟΠΟΣ Άρθρον 1 Ίδρυσις. Η Ιερά Κοινοβιακή Μονή της Αναστάσεως του Χριστού συνεστήθη και ανηγέρθη εκ θεμελίων επί ειδικώς προς τούτο δωρηθείσης και αγορασθείσης οικοπεδικής εκτάσεως, κειμένης εις θέσιν «Δεξαμενή» της περιοχής Λουτρακίου υπό ευαρίθμου Γυναικείας Μοναστικής αδελφότητος υπό την Μοναχήν Καλλινίκην Βαρελάν και την καθοδήγησιν του Ιερομονάχου κυρού Ιγνατίου Πενταράκη το έτος 1930. Ανεγνωρίσθη ως Ν.Π.Δ.Δ. δια του υπ’ αριθμ. 1/ 20−3−1955 Βασιλικού Διατάγματος δημοσιευθέντος εις Φ.Ε.Κ. 126/20−5−1955 και μετετράπη εις Ανδρώα Κοινοβιακή Μονή υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος Καρανικόλα, δια του υπ’ αριθμ. 16/12−1−1990 Προεδρικού Διατάγματος δημοσιευθέντος εις Φ.Ε.Κ.6/22−1−1990, όστις και κατέστησεν Καθηγούμενον ταύτης τον Αρχιμανδρίτην Αγάπιον −κατά κόσμον Αλέξανδρον− Δρίτσαν. Άρθρον 2 Σκοπός. Σκοπός της Ιεράς Μονής είναι η επίτευξις της εν Χριστώ τελειώσεως και σωτηρίας των αδελφών αυτής δια της πραγματώσεως των Ευαγγελικών αρετών, μέσω της ακριβούς μοναχικής πολιτείας, όπως την διέγραψαν οι Άγιοι Πατέρες, εις τους θεοπνεύστους και αιωνίου κύρους Μοναστικούς Κανονισμούς αυτών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ Άρθρον 3 Η Ιερά Μονή τελεί υπό την πνευματικήν προστασίαν του οικείου Επισκόπου, εις τον οποίον η Αδελφότης οφείλει να αποδίδη την προς το αξίωμα αυτού αρμόζουσαν τιμήν και τον προσήκοντα σεβασμόν. Συγκεκριμένως ο Μητροπολίτης Κορίνθου έχει, συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω Καταστατικώ Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, τας κάτωθι δικαιοδοσίας:
- α) Μνημονεύεται εν πάσαις ταις ιεραίς ακολουθίαις
και λοιπαίς αγιαστικαίς πράξεσι, αι οποίαι τελούνται 1135 * Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν.4301/2014.
- β) Επικυροί την εκλογήν και εγκαθιδρύει δι’ ειδικής
εκκλησιαστικής Τελετής τον υπό της Αδελφότητος εκλεγέντα εκάστοτε νέον Ηγούμενον.
- γ) Εγκρίνει την περί κουράς η χειροτονίας αδελφού
τινος απόφασιν του Ηγουμενοσυμβουλίου.
- δ) Τελεί τας χειροτονίας μετά πρότασιν του Ηγουμενοσυμβουλίου.
- ε) Χορηγεί έγγραφον άδειαν δια τας εκτός των ορίων
της Ιεράς Μητροπόλεως απουσίας των αδελφών της Ιεράς Μονής πέραν των είκοσι (20) ημερών.
- στ) Ασκεί πειθαρχικόν έλεγχον κατά παντός παρεκτρεπομένου Κληρικού η Μοναχού της Ιεράς Μονής
συμφώνως πάντοτε προς τους Ιερούς Κανόνας.
- ζ) Ελέγχει την νομιμότητα της οικονομικής διαχειρίσεως της Ιεράς Μονής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ Άρθρον 4 Η διοίκησις της Ιεράς Μονής ανήκει κατά μεν τον πνευματικόν τομέα εις τον Ηγούμενον, κατά δε τους λοιπούς τομείς εις το Ηγουμενοσυμβούλιον, πλην των ειδικών εκείνων περιπτώσεων δι‘ ας προβλέπεται υπό του παρόντος αρμοδιότης της Αδελφότητος. Άρθρον 5 Ηγούμενος. Ο Ηγούμενος ως η κεφαλή του σώματος του Κοινοβίου οφείλει να είναι ο κατ’ εξοχήν εκφραστής του Ορθοδόξου ήθους και δόγματος και ο απαρέγκλιτος τηρητής των μοναχικών θεσμίων και παραδόσεων, να έχη τα χαρακτηριστικά του Ποιμένος, τα οποία αναφέρει ο Θείος Παύλος, δηλαδή να είναι νηφάλιος, εγκρατής, κόσμιος και διδακτικός, να διακρίνηται δε επί ζήλω, αρετή και ικανότητι και κυρίως να έχη αποκτήσει δια της πολυχρονίου βιοτής και ασκήσεώς του ως υποτακτικού όλην την επιστήμην της μοναχικής πολιτείας διαθέτων προσέτι γνώσιν της Εκκλησιαστικής τάξεως και των Ιερών Κανόνων.
Καθήκοντα και δικαιοδοσίαι Ηγουμένου.
- α) Ο Ηγούμενος είναι ο Πνευματικός Πατήρ της Αδελφότητος και η θέσις αυτού παρουσιάζει εμφανή αναλογίαν προς την του Επισκόπου εν τη Εκκλησία ουχί εις
την Αποστολικήν διαδοχήν και εξουσίαν της ιερωσύνης αλλ’ εις επίπεδον χαρισμάτων. Λαβών υπ’ όψιν την του Αποστόλου ρήσιν: «Εγενήθημεν ήπιοι εν μέσω υμών, ως αν τροφός θάλπη τα εαυτής τέκνα˙ ούτως ομειρόμενοι υμών ευδοκούμεν μεταδούναι υμίν ου μόνον το Ευαγγέλιον του Θεού, αλλά και τας εαυτών ψυχάς, διότι αγαπητοί ημίν γεγένησθε» ο Ηγούμενος ασκών πάσαν την πνευματικήν εξουσίαν επί πάντων των μελών, μεριμνά αγρύπνως δια την πνευματικήν προκοπήν απάσης της Αδελφότητος, παρακολουθεί την πολιτείαν εκάστου Αδελφού, παραινεί, καθοδηγεί, συμβουλεύει, προλαμβάνει πάσαν εκτροπήν και ελέγχει πάσαν παράβασιν, συμπάσχων εν αγάπη μετά των τυχόν παρεκτρεπομένων αδελφών και γενικώς μετέρχεται παν μέσον συντείνον εις την κατά Χριστόν μόρφωσιν των Αδελφών.
- β) Συγκαλεί προς πνευματικήν οικοδομήν την Σύναξιν
της Αδελφότητος εις τακτά χρονικά διαστήματα οριζόμενα υπ’ αυτού.
- γ) Μετά πραότητος, ταπεινοφροσύνης και κύρους μηδενί μηδέν επιτρέπει, το αλλοιούν τους Ιερούς Κανόνας,
τους Κοινοβιακούς θεσμούς, τας επιταγάς του παρόντος Εσωτερικού Κανονισμού.
- δ) Προΐσταται των Ιερών ακολουθιών και πρωτοστατεί
εις την αγρυπνίαν, εις την νηστείαν, εις την σιωπήν και εις πάσαν σωματικήν άσκησιν.
- ε) Προτείνει εις το Ηγουμενοσυμβούλιον την πρόσληψιν δοκίμων, την μετ’ ευχής ρασοφορίαν ή την κουράν
(κουρά νοείται η παροχή του Μεγάλου Σχήματος, διότι η Μονή δεν κείρει Μικροσχήμους Μοναχούς) των ωρίμων προς τούτο και την χειροτονίαν των καταλλήλων αδελφών.
- στ) Προεδρεύει των συνόδων του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Αδελφότητος, πλην της περιπτώσεως
υποδικίας αυτού ή παρατεταμένης ασθενείας, οπότε προεδρεύει ο εκ των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου έχων τα πρεσβεία. Τούτου δε κωλυομένου ο επόμενος.
- ζ) Ορίζει εγγράφως τον αντικαταστάτην αυτού κατά
τας ημέρας απουσίας του. Τοιούτου μη οριζομένου, ως αντικαταστάτης αναλαμβάνει αυτοδικαίως ο αρχαιότερος τη τάξει εκ των αδελφών.
- η) Εκπροσωπεί την Ιεράν Μονήν ενώπιον διοικητικών,
εκκλησιαστικών και δικαστικών αρχών, ως και πάσης άλλης αρχής και παντός εν γένει φυσικού η νομικού προσώπου, κωλυόμενος δε δι’ οιονδήποτε λόγον αναπληρούται υπό αδελφού οριζομένου υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, της αναπληρώσεως ταύτης εγκρινομένης υπό του Μητροπολίτου. Δι ειδικήν περίπτωσιν ή και κατηγορίαν υποθέσεως δύναται, αποφάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου, να ανατεθή η ως άνω εκπροσώπησις εις Νομικόν Σύμβουλον (Δικηγόρον).
- θ) Υπογράφει πάντα τα έγγραφα της Ιεράς Μονής, ως
και τα διπλότυπα εισπράξεων και πληρωμών.
- ι) Χορηγεί εις τους αδελφούς άδειαν απουσίας εκ της
Ιεράς Μονής μέχρις είκοσι (20) ημερών (δια την απουσίαν αδελφών εκτός της εκκλησιαστικής περιφερείας παρέχει γραπτήν άδειαν).
- ια) Επιτρέπει εις ευλαβείς Κληρικούς άλλων εκκλησιαστικών περιφερειών, έχοντας κανονικήν ιερωσύνην,
επισκεπτομένους τυχόν την Ιεράν Μονήν, να ιεροπρακτώσιν εν αυτή, τη εγκρίσει και του Μητροπολίτου.
- ιβ) Αποσκοπών εις το ψυχικόν συμφέρον των αδελφών,
την ευταξίαν και ισορροπίαν του Κοινοβίου, εν συνεργασία μετά του Ηγουμενοσυμβουλίου, ορίζει τα ετήσια διακονήματα των αδελφών ως και το διαιτολόγιον της Ιεράς Μονής και εν γένει ουδέν λαμβάνει χώραν εν τη Ιερά Μονή άνευ γνώσεως και ευλογίας αυτού.
Γεροντία. Το έργον του Ηγουμένου είναι λίαν επίπονον και ευθυνοφόρον δι’ αυτό εις την άσκησιν των καθηκόντων του δύναται να έχη περί αυτόν συμβουλευτικόν σώμα, την Γεροντίαν, μέλη της οποίας είναι οι κατ’ αρχαιότητα πέντε (5) πρώτοι Μεγαλόσχημοι αδελφοί της Ιεράς Μονής, μετά των οποίων συζητεί τα κατά την κρίσιν του σοβαρώτερα θέματα.
Εκλογή Ηγουμένου.
- α) Δια την διακονίαν του Ηγουμένου εκλέγεται πρόσωπον διακρινόμενον δια το χάρισμα του ποιμαίνειν
ψυχάς, προσέτι δε δια τας αρετάς της αυταπαρνήσεως και αυτοθυσίας. Ουδείς αδελφός επιτρέπεται να επιδιώκη κατ’ ουδένα τρόπον την τοιαύτην διακονίαν και μάλιστα δια την τιμήν των ανθρώπων ή δια την είναι έργον του Αγίου Πνεύματος, ο δε ψηφισθείς εις το αξίωμα τούτο αποδέχεται την εκλογήν του μετά πάσης ταπεινοφροσύνης.
- β) Μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπον κένωσιν της
θέσεως του Ηγουμένου, ο Τοποτηρητής της Ι. Μονής, ήτοι ο εκ των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου έχων τα πρεσβεία, όστις και αναπληροί τον τόπον του Ηγουμένου κατά το μεσολαβούν διάστημα, συγκαλεί υπ’ αυτόν το Ηγουμενοσυμβούλιον και αναφέρει γραπτώς εις τον οικείον Επίσκοπον την τε χηρείαν της θέσεως του Ηγουμένου και την προς ανάδειξιν του διαδόχου αυτού ημέραν διεξαγωγής της εκλογής, δι’ ην ο Επίσκοπος ορίζει τον εκπρόσωπον αυτού. Ακολούθως το Ηγουμενοσυμβούλιον ρυθμίζει τα της εκλογής του νέου Ηγουμένου ως εξής: Την πέμπτην ημέραν από της κενώσεως της θέσεως συγκαλεί την Σύναξιν της Αδελφότητος προς γνωστοποίησιν του περιεχομένου της τυχόν γραπτής διαθήκης του κοιμηθέντος ή παραιτηθέντος Ηγουμένου δια τήν ενδεχομένην υπόδειξιν ενός ή περισσοτέρων αδελφών προς διαδοχήν αυτού, καθότι ως εκ της θέσεως και της διακονίας του γνωρίζει τας δυνατότητας ενός εκάστου των αδελφών δια το έργον τούτο. Ωσαύτως αναγγέλει εγγράφως την ημέραν διεξαγωγής της εκλογής.
- γ) Η ορισθησομένη ημέρα δεν πρέπει να αφίσταται
του εικοσαημέρου από της συγκλήσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου, ανακοινούται δε αύτη προ επτά τουλάχιστον ημερών προς την Αδελφότητα δια τοιχοκολλήσεως έξωθι της θύρας της Τραπέζης.
- δ) Τα της διεξαγωγής της εκλογής ρυθμίζει Εφορευτική Επιτροπή αποτελουμένη εκ του Τοποτηρητού και δύο
αδελφών, του αρχαιοτέρου και του νεωτέρου τη τάξει. Χρέη γραμματέως της Εφορευτικής Επιτροπής εκτελεί ο νεώτερος αδελφός εκ των μελών αυτής.
- ε) Της εκλογής προηγείται τριήμερος νηστεία και προσευχή, ώστε δια του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος
να αναδεικνύεται ο πλέον κατάλληλος δια την υψίστην αυτήν εν τη Μονή διακονίαν.
- στ) Δικαίωμα του εκλέγεσθαι έχουν οι τυχόν δια γραπτής διαθήκης υποδεικνυόμενοι υπό του κοιμηθέντος ή
παραιτηθέντος Ηγουμένου, της υποδείξεως μη ούσης δεσμευτικής δια την Αδελφότητα. Ωσαύτως και πάντες οι συνεχώς και μονίμως διαβιούντες εν τη Ιερά Μονή, το ολιγότερον επί μίαν πενταετίαν. Παρητημένος η πεπαυμένος Ηγούμενος δύναται να επανεκλεγή, εφ’ όσον εξέλιπον οι λόγοι της παραιτήσεως ή της παύσεως αυτού και εφ’ όσον χηρεύση η θέσις του Ηγουμένου. Δικαίωμα του εκλέγειν έχουν άπαντες οι εγγεγραμμένοι εις το Μοναχολόγιον της Ιεράς Μονής αδελφοί.
- ζ) Εν απολύτω ανάγκη και εφ όσον δεν υπάρχουσι Πρεσβύτεροι εν τη Αδελφότητι η δεν δέχονται να
αναδειχθώσιν Ηγούμενοι η δεν κρίνονται κατάλληλοι, ως Ηγούμενος δύναται να εκλεγή και Διάκονος η και απλούς Μοναχός, αλλά μόνον δια τετραετή θητείαν. Η επανεκλογή αυτού επιτρέπεται απεριορίστως. Μετά την λήξιν της τετραετίας διενεργείται νέα εκλογή Ηγουμένου, έστω και εάν ούτος εχειροτονήθη εν τω μεταξύ εις Πρεσβύτερον, εκτός αν δια πρακτικού υπογραφομένου υπό των 2/3 του γενικού συνόλου των μελών της αδελφότητος υποδειχθή ούτος ως οριστικός Ηγούμενος.
- η) Η εκλογή γίνεται, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, δια μυστικής ψηφοφορίας, εντός τοN ναού
ένθα παραμένουν μόνον οι έχοντες δικαίωμα ψήφου αδελφοί. Μετά ταύτα κλείονται αι θύραι του ναού και άρχεται η διαδικασία της εκλογής.
- θ) Προ της ενάρξεως της εκλογής δέον να διαπιστωθή η ύπαρξις απαρτίας. Η Αδελφότης ευρίσκεται εν
απαρτία παρόντων των 4/5 των δικαιουμένων ψήφου αδελφών. Ταύτης τυχόν μη υπαρχούσης η εκλογή διεξάγεται μετά τριήμερον, εάν παρίστανται το ήμισυ συν ένα των αδελφών.
- ι) Έκαστος ψηφοφόρος, καλούμενος υπό του Τοποτηρητού κατά ιεραρχικήν σειράν, αρχομένη από των
νεωτέρων, λαμβάνει παρά της Εφορευτικής Επιτροπής ψηφοδέλτιον αναγράφον τα ονόματα των εκλογίμων και αποσυρόμενος σημειοί δια σταυρού το όνομα εκείνου ον κρίνει κατάλληλον δια το αξίωμα του Ηγουμένου. Εάν σημειούνται πλείονες σταυροί, το ψηφοδέλτιον θεωρείται άκυρον. Ακολούθως ρίπτει το ψηφοδέλτιον εις εσφραγισμένον κιβωτίδιον ενώπιον της Αδελφότητος και υπογράφει εις τον υπό της Εφορευτικής Επιτροπής καταρτισθέντα κατάλογον των εκλογέων.
- ια) Η σφράγισις και η αποσφράγισις του κιβωτιδίου
καθώς και η καταμέτρησις των ψήφων γίνονται ενώπιον των παρισταμένων μελών της Αδελφότητος.
- ιβ) Ο λαβών το ήμισυ συν ένα των ψήφων εκλέγεται
Ηγούμενος. Μη επιτευχθείσης της απολύτου ταύτης πλειοψηφίας η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μεταξύ των δύο λαβόντων τας περισσοτέρας ψήφους. Τούτων δε ισοψηφισάντων εάν μεν αμφότεροι είναι κληρικοί η μοναχοί, εκλέγεται ο αρχαιότερος, εάν δε ο εις είναι κληρικός και ο έτερος μοναχός εκλέγεται ο κληρικός. Ακολούθως ο τοποτηρητής της Ι. Μονής αναγγέλει το αποτέλεσμα της εκλογής.
- ιγ) Τυχόν ενστάσεις υποβάλλονται ευθύς αμέσως μετά
την ως άνω αναγγελίαν και γίνονται δεκταί, εάν συγκεντρώνουν την πλειοψηφίαν των 2/3 των παρόντων αδελφών. Εάν ακυρωθή η εκλογή και δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι, διεξάγεται ευθύς νέα ψηφοφορία.
- ιδ) Επί παντός απροβλέπτου κατά την όλην διαδικασίαν της ψηφοφορίας αποφασίζει τελεσιδίκως κατά την
στιγμήν εκείνην η Σύναξις της Αδελφότητος.
- ιε) Μετά το πέρας της εκλογής υπογράφεται Πρακτικόν παρά πάντων των παραστάντων μελών της Αδελφότητος, ολοκληρουμένης και τελειουμένης ούτω, τυπικώς
και ουσιαστικώς, της διαδικασίας αναδείξεως Ηγουμένου, και υποβάλλεται εντός τριημέρου εις τον οικείον Επίσκοπον δια τα περαιτέρω.
- ιστ) Αν τινα των μελών αρνηθώσι να υπογράψωσι,
γίνεται σχετική μνεία της αρνήσεως εν τω Πρακτικώ, όπερ καθίσταται έγκυρον δια της υπογραφής αυτού παρά των λοιπών μελών.
- ιζ) Ευθύς μετά την υπογραφήν του Πρακτικού και την
σχετικήν ευχαριστήριον προσευχήν, ο Ηγούμενος αναλαμβάνει εγκύρως την άσκησιν των καθηκόντων αυτού.
- ιη) Ο κατά τα ανωτέρω εκλεγείς Ηγούμενος είναι
ισόβιος, πλην της ειδικής περιπτώσεως της παραγράφου 3(ζ) του παρόντος άρθρου.
Χηρεία θέσεως Ηγουμένου. Η θέσις του Ηγουμένου χηρεύει:
- α) ένεκα θανάτου,
- γ) ένεκα παύσεως, ως ακολούθως:
Εάν συμβή ποτέ ο Ηγούμενος να παραχαράττη την ακρίβειαν του μοναχικού βίου η να παραβιάζη συστηματικώς και ηθελημένως τον παρόντα Εσωτερικόν Κανονισμόν, δεν θα εξανίστανται πάντες οι αδελφοί, αλλά οι πρεσβύτεροι τη τάξει θα υπενθυμίζουν εις αυτόν ηπίως και μετά του προσήκοντος σεβασμού το σφάλμα του και θα υποβοηθούν αυτόν εις διόρθωσιν ουχί άπαξ αλλά πολλάκις. Και μόνον εάν τελικώς εμμένη εις το σφάλμα και μετά δύο γραπτάς συστάσεις, τας οποίας οφείλει το Ηγουμενοσυμβούλιον να ποιήση προς αυτόν, απεχούσας αλλήλων τουλάχιστον κατά τρίμηνον, επιλαμβάνεται του θέματος αυτό και συγκαλεί την Σύναξιν της Αδελφότητος δι’ εγγράφου ειδοποιήσεως. Η Σύναξις ωσαύτως συγκαλείται και εν περιπτώσει ανεπαρκείας του Ηγουμένου εις την άσκησιν των καθηκόντων του ένεκα βαρείας ασθενείας προκαλούσης ανικανότητα η οιουδήποτε άλλου σοβαρού λόγου. Η απόφασις περί τυχόν παύσεως του Ηγουμένου λαμβάνεται δια πλειοψηφίας των 2/3 των μελών της Αδελφότητος. Δια τα περαιτέρω ως και δια την εκλογήν του νέου Ηγουμένου μεριμνά ο Τοποτηρητής μετά του Ηγουμενοσυμβουλίου κατά την προαναφερθείσαν εν τη παραγράφω 3 του παρόντος άρθρου τάξιν. Άρθρον 6 Ηγουμενοσυμβούλιον.
Συγκρότησις Ηγουμενοσυμβουλίου.
- α) Το Ηγουμενοσυμβούλιον ως διοικητικόν σώμα της
Ιεράς Μονής αποτελείται εκ του Ηγουμένου και δύο μελών, εφ’ όσον ο αριθμός των μελών της Αδελφότητος δεν είναι ανώτερος του δέκα πέντε, εκ του Ηγουμένου δε και τεσσάρων μελών, εφ’ όσον ο αριθμός τούτων είναι μείζων.
- β) Η θητεία των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου είναι τετραετής, αρχομένη τη 1η Ιανουαρίου του πρώτου
έτους της τετραετίας και λήγουσα τη 31η Δεκεμβρίου του τετάρτου έτους της τετραετίας. Επανεκλογή των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου επιτρέπεται απεριορίστως.
- γ) Ταύτα δέον να διακρίνωνται δια τον ένθερμον περί
την Μοναχικήν Πολιτείαν ζήλον, την Ορθόδοξον μοναχικήν σκέψιν, την ακρίβειαν και συνέπειαν περί την μοναχικήν βιοτήν, δια το πνεύμα της συνεργασίας και δια τας διοικητικάς των ικανότητας.
- δ) Το Ηγουμενοσυμβούλιον συγκαλείται τακτώς μεν
υπό του Ηγουμένου άπαξ του μηνός, εκτάκτως δε είτε υπό του Ηγουμένου η του αντικαταστάτου αυτού είτε υπό του τοποτηρητού είτε υπό της πλειοψηφίας του Ηγουμενοσυμβουλίου.
- ε) Ευρίσκεται εν απαρτία όταν παρίστανται επί τριμελούς τα δύο (2) μέλη του και επί πενταμελούς τα τρία
(3) μέλη του.
- στ) Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν.
Επί ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Ηγουμένου. Επί ατομικών θεμάτων χωρεί αρνησικυρία του Ηγουμένου.
- ζ) Αναπλήρωσις μέλους τινός του Ηγουμενοσυμβουλίου χωρεί ένεκα θανάτου, παραιτήσεως, παύσεως η
μακράς απουσίας αυτού.
Εκλογή Ηγουμενοσυμβουλίου.
- α) Η εκλογή των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου γίνεται δια μυστικής ψηφοφορίας υπό της Συνάξεως της
Αδελφότητος. Εις περίπτωσιν καθ’ ην η λήξις της θητείας του Ηγουμενοσυμβουλίου συμπέση με την χηρείαν της θέσεως του Ηγουμένου, τότε παρατείνεται η θητεία του μέχρι της εκλογής νέου Ηγουμένου.
- β) Η εκλογή προς ανάδειξιν μελών του νέου Ηγουμενοσυμβουλίου διεξάγεται κατά μήνα Νοέμβριον του έτους
καθ’ ό λήγει η θητεία των μελών του προηγουμένου Ηγουμενοσυμβουλίου, εν ημέρα οριζομένη υπό του εν ενεργεία Ηγουμενοσυμβουλίου.
- γ) Τα της διεξαγωγής ρυθμίζει Εφορευτική Επιτροπή
αποτελουμένη εκ του Ηγουμένου και δύο αδελφών, του αρχαιοτέρου και του νεωτέρου τη τάξει.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.