Νόμοι — ΦΕΚ A' 125/2011
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 125 26 Μαΐου 2011
Κύρωση της Συμφωνίας Αεροπορικών Μεταφορών μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Αρμενίας.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία Αεροπορικών Μεταφορών μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Αρμενίας, που υπογράφηκε στο Ερεβάν στις 3 Ιουλίου 2009, το κείμενο της οποίας στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: 2695
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ
ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αρμενίας, εφεξής αναφερόμενες ως «τα Συμβαλλόμενα Μέρη», Όντας Συμβαλλόμενα Μέρη στη Σύμβαση για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία τέθηκε προς υπογραφή στο Σικάγο, στις 7 Δεκεμβρίου 1944, Επιθυμώντας να συνάψουν μια Συμφωνία, με σκοπό την καθιέρωση προγραμματισμένων αεροπορικών δρομολογίων, μεταξύ και πέραν των αντίστοιχων επικρατειών τους και σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου, Συμφώνησαν ως εξής:
Άρθρο 1
Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, εκτός αν το κείμενο προβλέπει κάτι διαφορετικό: α. Ο όρος «Αεροπορικές Αρχές» σημαίνει, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, και οποιοδήποτε πρόσωπο ή φορέα εξουσιοδοτημένο να ασκεί οποιαδήποτε καθήκοντα ασκούνται από τον εν λόγω Οργανισμό ή παρόμοια καθήκοντα και, στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Αρμενίας, το Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Αεροπορίας της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Αρμενίας και οποιοδήποτε πρόσωπο ή φορέα εξουσιοδοτημένο να ασκεί οποιαδήποτε καθήκοντα από τον εν λόγω Οργανισμό. β. Ο όρος «η Σύμβαση» σημαίνει τη Σύμβαση για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία τέθηκε προς υπογραφή στο Σικάγο, την εβδόμη Δεκεμβρίου 1944, και περιλαμβάνει: (i) οποιαδήποτε τροποποίησή της έχει τεθεί σε ισχύ, σύμφωνα με το Άρθρο της 94, (α) και έχει επικυρωθεί και από τα δύο Συμβαλλόμενα Μέρη, και (ii) οποιοδήποτε Παράρτημα ή οποιαδήποτε τροποποίηση της υιοθετήθηκαν, σύμφωνα με το Άρθρο 90 της Σύμβασης αυτής, στο βαθμό που αυτή η τροποποίηση ή το Παράρτημα αυτό ισχύουν, οποτεδήποτε, γι’ αυτά τα Συμβαλλόμενα Μέρη. γ. Ο όρος «Συμφωνία» σημαίνει την παρούσα Συμφωνία, το Παράρτημά της που επισυνάπτεται και οποιαδήποτε Πρωτόκολλα ή παρόμοια έγγραφα τροποποιούν την παρούσα Συμφωνία ή το Παράρτημα. δ. Ο όρος «διορισμένη αεροπορική εταιρεία» σημαίνει μια αεροπορική εταιρεία, η οποία έχει διοριστεί και έχει εξουσιοδοτηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 3 της παρούσας Συμφωνίας. ε. Ο όρος «συμφωνηθέντα δρομολόγια» σημαίνει τα προγραμματισμένα αεροπορικά δρομολόγια, στις διαδρομές που προσδιορίζονται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, για τη μεταφορά επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου, χωριστά ή σε συνδυασμό. στ. Ο όρος «χωρητικότητα», σε σχέση με ένα αεροσκάφος, σημαίνει το ωφέλιμο φορτίο του αεροσκάφους αυτού, το οποίο είναι διαθέσιμο σε μια διαδρομή ή σε ένα τμήμα μιας διαδρομής και ο όρος «χωρητικότητα», σε σχέση με «ένα συμφωνηθέν δρομολόγιο», σημαίνει τη χωρητικότητα του αεροσκάφους που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση τέτοιων δρομολογίων, πολλαπλασιαζόμενη επί τη συχνότητα των δρομολογίων του αεροσκάφους, κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης χρονικής περιόδου και μιας διαδρομής ή ενός τμήματος μιας διαδρομής. ζ. Ο όρος «επικράτεια», σε σχέση με ένα κράτος, έχει την έννοια τού Άρθρου 2 της Σύμβασης. η. Οι όροι «αεροπορικό δρομολόγιο», «διεθνές αεροπορικό δρομολόγιο», «αεροπορική εταιρεία» και «στάθμευση για μη εμπορικούς σκοπούς» θα έχουν τις έννοιες που ορίζονται, αντίστοιχα, γι’ αυτούς στο Άρθρο 96 της Σύμβασης. θ. Ο όρος «τιμολόγιο» σημαίνει την τιμή που πρόκειται να χρεωθεί για τη μεταφορά επιβατών, αποσκευών και φορτίου και τους όρους υπό τους οποίους ισχύουν οι τιμές αυτές, συμπεριλαμβανόμενων και των τιμών και όρων για την πρακτόρευση και τις λοιπές. βοηθητικές υπηρεσίες που παρέχονται από το μεταφορέα, σε σχέση με την αεροπορική μεταφορά, αλλά εξαιρούμενων των αμοιβών και των όρων για τη μεταφορά ταχυδρομείου. ι. Ο όρος «τέλος χρήσης» σημαίνει μια χρέωση η οποία επιβάλλεται στην αεροπορική εταιρεία για την παροχή αερολιμενικών ή αεροναυτιλιακών εγκαταστάσεων ή διευκολύνσεων αεροπορικής ασφάλειας. Οι τίτλοι οι οποίοι τίθενται στα Άρθρα της παρούσας Συμφωνίας δεν περιορίζουν ούτε επεκτείνουν, σε καμία περίπτωση, τις έννοιες οποιασδήποτε από τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας.
Άρθρο 2
Παροχή Δικαιωμάτων
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος τα δικαιώματα τα οποία καθορίζονται στην παρούσα Συμφωνία, με σκοπό την εκτέλεση τακτικών διεθνών αεροπορικών δρομολογίων από τη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, ως εξής: α. να υπερίπταται, χωρίς προσγείωση, της επικράτειας του Κράτους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, β. να σταθμεύει στην εν λόγω επικράτεια του Κράτους, για μη εμπορικούς λόγους, και γ. να σταθμεύει στην εν λόγω επικράτεια του Κράτους, στα σημεία της διαδρομής που προσδιορίζονται στον Πίνακα Διαδρομών, ο οποίος προσαρτάται στην παρούσα Συμφωνία, με σκοπό την επιβίβαση και αποβίβαση διεθνούς κίνησης επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου, χωριστά ή σε συνδυασμό.
Ουδεμία επίκληση των διατάξεων της παραγράφου (1) δεν μπορεί να θεωρείται ότι παρέχει στην αεροπορική εταιρεία ενός Συμβαλλόμενου Μέρους το δικαίωμα να επιβιβάζει, στην επικράτεια του Κράτους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, επιβάτες, φορτίο ή ταχυδρομείο, τα οποία μεταφέρονται επ’ αμοιβή ή με μίσθωση και προορίζονται για ένα άλλο σημείο της επικράτειας του Κράτους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
Άρθρο 3
Διορισμός και Εξουσιοδοτήσεις
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να διορίζει και να πληροφορεί, δια της διπλωματικής οδού, το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, μια ή περισσότερες αεροπορικές εταιρείες, για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων δρομολογίων στις καθορισμένες διαδρομές, καινά αποσύρει ή να αλλάζει τους διορισμούς αυτούς.
Με την παραλαβή ενός διορισμού, το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος θα χορηγεί τις κατάλληλες εξουσιοδοτήσεις και άδειες, με την ελάχιστη διαδικαστική καθυστέρηση, υπό τον όρο ότι: (i) αυτή είναι εγκαταστημένη στην επικράτεια της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπό την Ιδρυτική −Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και κατέχει έγκυρη Άδεια Εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, και (ii) ουσιαστικός ρυθμιστικός έλεγχος της αεροπορικής εταιρείας ασκείται και διατηρείται από το Κράτος−Μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το οποίο είναι υπεύθυνο για την έκδοση του Πιστοποιητικού Αερομεταφορέα της και η αρμόδια Αεροπορική Αρχή προσδιορίζεται σαφώς στο διορισμό, και β. στην περίπτωση μιας αεροπορικής εταιρείας η οποία διορίζεται από τη Δημοκρατία της Αρμενίας: (i) αυτή είναι εγκαταστημένη στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Αρμενίας και κατέχει άδεια εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο της Δημοκρατίας της Αρμενίας, και (ii) η Δημοκρατία της Αρμενίας ασκεί και διατηρεί ουσιαστικό ρυθμιστικό έλεγχο της αεροπορικής εταιρείας, και γ. η διορισμένη αεροπορική εταιρεία είναι ικανή να πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται βάσει των νόμων και των κανονισμών που συνήθως ισχύουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης, για την εκτέλεση των διεθνών αεροπορικών δρομολογίων από το Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο αποδέχεται το διορισμό.
Μετά την λήψη της εξουσιοδότησης λειτουργίας της παραγράφου (2) του παρόντος Άρθρου, μια διορισμένη αεροπορική εταιρεία μπορεί, οποτεδήποτε, να αρχίσει να εκτελεί τα συμφωνηθέντα δρομολόγια για τα οποία έχει διοριστεί, υπό τον όρο ότι η αεροπορική εταιρεία θα συμμορφώνεται με τις ισχύουσες διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας.
Άρθρο 4
Αναστολή και Ανάκληση
Οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορεί να ανακαλέσει, να αναστείλει ή να περιορίσει την εξουσιοδότηση λειτουργίας ή τις τεχνικές άδειες μιας αεροπορικής εταιρείας διορισμένης από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, όταν: οποία διορίζεται από την Ελληνική Δημοκρατία: (i) αυτή δεν είναι εγκαταστημένη στην επικράτεια της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπό την Ιδρυτική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή δεν κατέχει έγκυρη Άδεια Εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, ή (ii) ουσιαστικός ρυθμιστικός έλεγχος της αεροπορικής εταιρείας δεν ασκείται ή δεν διατηρείται από το Κράτος−Μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το οποίο είναι υπεύθυνο για την έκδοση του Πιστοποιητικού Αερομεταφορέα της και η αρμόδια Αεροπορική Αρχή δεν προσδιορίζεται σαφώς στο διορισμό, β. στην περίπτωση μιας αεροπορικής εταιρείας η οποία διορίζεται από τη Δημοκρατία της Αρμενίας: (i) αυτή δεν είναι εγκαταστημένη στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Αρμενίας και δεν κατέχει άδεια εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο της Δημοκρατίας της Αρμενίας, ή (ii) η Δημοκρατία της Αρμενίας δεν διατηρεί ουσιαστικό ρυθμιστικό έλεγχο της αεροπορικής εταιρείας, ή γ. η αεροπορική αυτή εταιρεία δεν μπορεί να αποδείξει ότι είναι ικανή να πληροί στις προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται, βάσει των νόμων και των κανονισμών που συνήθως και εύλογα εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη Σύμβαση για την εκτέλεση των διεθνών αεροπορικών δρομολογίων, από το Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο αποδέχεται το διορισμό, ή δ. η αεροπορική εταιρεία αδυνατεί να συμμορφωθεί με τους νόμους ή/και τους κανονισμούς του Κράτους του Συμβαλλόμενου Μέρους το οποίο εκχωρεί αυτά τα δικαιώματα (και, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανόμενου και του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου), ή ε. η αεροπορική εταιρεία, με άλλο τρόπο, δεν λειτουργεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, οι οποίες ορίζονται στο πλαίσιο της παρούσας Συμφωνίας.
Εκτός από την περίπτωση που η άμεση ανάκληση ή η αναστολή ή η επιβολή των όρων, οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο (1) του παρόντος Άρθρου, είναι ουσιαστική για την αποτροπή περαιτέρω παραβιάσεων των νόμων ή/και των κανονισμών του Κράτους και, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανόμενου και του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, το δικαίωμα αυτό θα ασκείται μόνο μετά από διαβουλεύσεις με το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με το
Άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας.
Άρθρο 5
Εφαρμογή Νόμων και Κανονισμών
Οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι διαδικασίες του Κράτους ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανόμενου και του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, σχετικά με την είσοδο, την παραμονή ή την αναχώρηση από την επικράτεια του Κράτους των αεροσκαφών τα οποία εμπλέκονται στη διεθνή αεροναυτιλία ή σχετικά με τη λειτουργία και την πλοήγηση των αεροσκαφών αυτών, θα τηρούνται από τη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, κατά την είσοδο, παραμονή και αναχώρηση από την εν λόγω επικράτεια του Κράτους.
Οι νόμοι και οι κανονισμοί του Κράτους ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανόμενου και του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, όσον αφορά στην είσοδο, την ελευθεροκοινωνία, την παραμονή ή τη διέλευση, την αποδημία ή τη μετανάστευση, τα διαβατήρια, τα τελωνεία και τα μέτρα υγειονομικής προστασίας θα τηρούνται από τη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του Κράτους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους και από ή για λογαριασμό του πληρώματος, των επιβατών, του φορτίου και του ταχυδρομείου, κατά τη διέλευση, είσοδο, παραμονή και αναχώρηση από την επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους.
Οι επιβάτες, οι αποσκευές και το φορτίο, απευθείας διερχόμενα από την επικράτεια του Κράτους ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και μη απομακρυνόμενα από το χώρο του αεροδρομίου ο οποίος προορίζεται γι’ αυτό το σκοπό, θα υποβάλλονται, μόνο, σε έναν απλουστευμένο έλεγχο. Οι αποσκευές και το φορτίο σε απευθείας διέλευση θα απαλλάσσονται από τελωνειακούς δασμούς και λοιπούς, παρόμοιους φόρους.
Άρθρο 6
Αναγνώριση Πτυχίων και Αδειών
Τα πιστοποιητικά πλοϊμότητας, τα πιστοποιητικά ικανότητας και οι άδειες που εκδόθηκαν ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς του Κράτους ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και τα οποία παραμένουν σε ισχύ, θα αναγνωρίζονται ως έγκυρα από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, για τους σκοπούς της εκτέλεσης των συμφωνηθέντων δρομολογίων, υπό τον όρο, πάντοτε, ότι οι απαιτήσεις βάσει των οποίων εκδόθηκαν ή επικυρώθηκαν αυτά τα πιστοποιητικά ή άδειες, είναι ίσες ή ανώτερες από τα ελάχιστα επίπεδα τα οποία καθιερώνονται από τη Σύμβαση. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί, εντούτοις, το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει, για τους σκοπούς των πτήσεων πάνω από την επικράτεια του Κράτους του, τα πιστοποιητικά ικανότητας και τις άδειες που χορηγήθηκαν στους υπηκόους του ή τα οποία αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα γι’ αυτούς από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος ή από οποιοδήποτε άλλο Κράτος.
Εάν τα προνόμια ή οι όροι των αδειών ή των πιστοποιητικών που αναφέρονται στην παράγραφο (1) και εκδόθηκαν από τις Αεροπορικές Αρχές ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, για οποιοδήποτε πρόσωπο ή διορισμένη αεροπορική εταιρεία ή για ένα αεροσκάφος το οποίο εκτελεί τα συμφωνηθέντα δρομολόγια στις καθορισμένες διαδρομές, θα επέτρεπαν μια απόκλιση από τα πρότυπα τα οποία καθιερώνονται από τη Σύμβαση και η οποία απόκλιση έχει καταχωρισθεί στο Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας, οι Αεροπορικές Αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους μπορούν να ζητήσουν διαβουλεύσεις, σύμφωνα με το Άρθρο 15 της παρούσας Συμφωνίας, με τις Αεροπορικές Αρχές αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, με σκοπό να πειστούν ότι η εν λόγω πρακτική είναι αποδεκτή σε αυτές. Αποτυχία επίτευξης ικανοποιητικής συμφωνίας θα συνιστά λόγο εφαρμογής του Άρθρου 4 της παρούσας Συμφωνίας.
Άρθρο 7
Διατάξεις Ασφάλειας Πτήσεων
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις, οποτεδήποτε, σχετικά με τα πρότυπα ασφαλείας τα οποία τηρούνται από μια αεροπορική εταιρεία που διορίζεται από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, σε οποιοδήποτε τομέα, σχετικά με τα πληρώματα των αεροσκαφών, τα αεροσκάφη ή τη λειτουργία τους. Οι διαβουλεύσεις αυτές θα πραγματοποιούνται εντός 30 (τριάντα) ημερών από την υποβολή του αιτήματος αυτού.
Εάν, μετά τις διαβουλεύσεις αυτές, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος διαπιστώσει ότι τα πρότυπα ασφαλείας, στους τομείς που αναφέρονται στην παράγραφο (1), τα οποία είναι τουλάχιστον ίσα με τα ελάχιστα επίπεδα που ισχύουν κατά τον χρόνο αυτό, σύμφωνα με τη Σύμβαση, δεν τηρούνται και δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά, όσον αφορά στις αεροπορικές εταιρείες οι οποίες διορίζονται από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, το πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος θα ειδοποιεί το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τις διαπιστώσεις αυτές και τα μέτρα τα οποία θεωρεί απαραίτητα, προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με τα Πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) και το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος θα λαμβάνει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα. Η παράλειψη του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους να λάβει κατάλληλα μέτρα, εντός 15 (δεκαπέντε) ημερών ή ενός μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος, όπως αυτό μπορεί να συμφωνηθεί, θα αποτελεί λόγο εφαρμογής του Άρθρου 4 της παρούσας Συμφωνίας.
Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 33 της Σύμβασης, συμφωνείται ότι οποιαδήποτε αεροσκάφη χρησιμοποιούνται από ή για λογαριασμό της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας ή αεροπορικών εταιρειών ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, σε δρομολόγια προς ή από την επικράτεια του Κράτους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους μπορούν, ενόσω βρίσκονται στην επικράτεια του Κράτους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, επί και πέριξ του αεροσκάφους, προκειμένου να ελεγχθεί τόσο η ισχύς των αεροναυτιλιακών εγγράφων και εκείνων του πληρώματος του όσο και η εμφανής κατάσταση του αεροσκάφους και του εξοπλισμού του (στο παρόν Άρθρο αναφερόμενη ως «επιθεώρηση πίστας»), υπό τον όρο ότι αυτό δεν οδηγεί σε αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
Εάν οποιαδήποτε επιθεώρηση πίστας ή σειρά επιθεωρήσεων πίστας αποτελέσει αφορμή για: α. σοβαρές ανησυχίες ότι ένα αεροσκάφος ή η λειτουργία ενός αεροσκάφους δεν συμμορφώνονται με τα ελάχιστα εκάστοτε ισχύοντα πρότυπα, σύμφωνα με τη Σύμβαση, ή β. σοβαρές ανησυχίες ότι υφίσταται έλλειψη αποτελεσματικής συντήρησης και εφαρμογής των εκάστοτε ισχυόντων προτύπων ασφαλείας, σύμφωνα με τη Σύμβαση, το Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο πραγματοποιεί την επιθεώρηση, για τους σκοπούς του Άρθρου 33 της Σύμβασης, θα είναι ελεύθερο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες εκδόθηκαν ή κατέστησαν έγκυρα τα πιστοποιητικά ή οι άδειες που αφορούν το αεροσκάφος αυτό ή το πλήρωμα αυτού του αεροσκάφους ή ότι οι απαιτήσεις υπό τις οποίες λειτουργεί το αεροσκάφος αυτό, δεν είναι ίσες ή ανώτερες από τα ελάχιστα επίπεδα τα οποία ισχύουν σύμφωνα με τη Σύμβαση.
Σε περίπτωση που η πρόσβαση, για τους σκοπούς της πραγματοποίησης μιας επιθεώρησης πίστας ενός αεροσκάφους, αεροπορικής εταιρείας ή αεροπορικών εταιρειών ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο (3), απαγορεύεται από τον αντιπρόσωπο αυτής της αεροπορικής εταιρείας ή αυτών των αεροπορικών εταιρειών, το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος θα δύναται να συμπεράνει ότι προκύπτουν σοβαρές ανησυχίες, όπως αυτές αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο (4), και να συνάγει τα συμπεράσματα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.
Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί το δικαίωμα να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει, αμέσως, την εξουσιοδότηση λειτουργίας μιας αεροπορικής εταιρείας ή αεροπορικών εταιρειών του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, σε περίπτωση που το πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος συμπεράνει, είτε συνεπεία μιας επιθεώρησης πίστας, μιας σειράς επιθεωρήσεων πίστας, μιας άρνησης πρόσβασης για επιθεώρηση πίστας, διαβουλεύσεων, είτε με άλλο τρόπο, ότι απαιτούνται άμεσες ενέργειες για την ασφαλή λειτουργία μιας αεροπορικής εταιρείας.
Οποιαδήποτε ενέργεια ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, σύμφωνα με τις παραγράφους (2) ή (6) του παρόντος Άρθρου, θα διακόπτεται μόλις πάψει να υφίσταται το αίτιο για την ανάληψη της ενέργειας αυτής.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.