Νόμοι — ΦΕΚ A' 13/2016
Αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που λειτουργεί στην Ελλάδα με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και δεν τηρεί την κείμενη νομοθεσία υποχρεούται να συμμορφωθεί άμεσα σε σχετική υπόδειξη της Εποπτικής Αρχής.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η Εποπτική Αρχή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή καταγωγής της επιχείρησης, η οποία λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει σχετικά την Εποπτική Αρχή. Η Εποπτική Αρχή ως αρμόδια αρχή καταγωγής λαμβάνει αμελλητί τα κατάλληλα μέτρα για αντασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα και ασκεί αντασφαλίσεις σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε με υποκατάστημα είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εφόσον λάβει ειδοποίηση από αρμόδια αρχή υποδοχής ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν συμμορφώνεται στην κείμενη, στο κράτος αυτό, νομοθεσία. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν την απαγόρευση ανάληψης νέων εργασιών στην Ελλάδα ή σε ένα ή περισσότερα κράτη που η επιχείρηση ασκεί εργασίες. Μετά τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή υποδοχής. Σε περίπτωση που η Εποπτική Αρχή, ως αρμόδια αρχή καταγωγής, δεν λάβει μέτρα ή λάβει αλλά αποδείχθηκαν ανεπαρκή και σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως των ληφθέντων μέτρων, εφόσον η ελληνική αντασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει την κείμενη, στο κράτος αυτό, νομοθεσία και η εποπτική αρχή του εν λόγω κράτους − μέλους λάβει κατάλληλα μέτρα δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 158 της Οδηγίας 2009/138/ ΕΚ, τα μέτρα αυτά έχουν αποτέλεσμα και στην Ελλάδα. Η Εποπτική Αρχή, ως αρμόδια αρχή καταγωγής, δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά την βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Εάν, τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου δεν ελήφθησαν από την αρμόδια αρχή καταγωγής ή ελήφθησαν μεν αλλά αποδείχθηκαν ανεπαρκή και σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως των ληφθέντων μέτρων, εφόσον η αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος εξακολουθεί να παραβιάζει την κείμενη νομοθεσία, η Εποπτική Αρχή, ως αρμόδια αρχή υποδοχής μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή καταγωγής, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την επιβολή κυρώσεων για νέες, αντικείμενες στην κείμενη νομοθεσία, πράξεις και παραλείψεις της επιχείρησης και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύσει στην επιχείρηση να ασκεί αντασφαλίσεις στην Ελλάδα. Η Εποπτική Αρχή, ως αρμόδια αρχή υποδοχής, δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά την βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου και συνεπάγεται περιορισμούς στην άσκηση της αντασφαλιστικής δραστηριότητας απαιτεί αιτιολογία και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση. καίου περιλαμβανομένων των ποινικών κυρώσεων που προβλέπει η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία στην Ελλάδα. ΕΝΟΤΗΤΑ 4 ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Άρθρο 127
Στατιστικά στοιχεία διασυνοριακών δραστηριοτήτων (άρθρο 159 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 41 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)
Κάθε ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί στην Εποπτική Αρχή, διακρίνοντας μεταξύ εργασιών που πραγματοποιεί υπό καθεστώς εγκατάστασης και εργασιών που πραγματοποιεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το ποσό των ασφαλίστρων, των ασφαλιστικών ζημιών και των προμηθειών, πριν από την αφαίρεση του ποσού της αντασφάλισης, ανά κράτος − μέλος, ως εξής:
- α) για την ασφάλιση κατά ζημιών, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων,
- β) για την ασφάλιση ζωής, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων.
Για τον κλάδο 10 «αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος, εξαιρουμένης της αστικής ευθύνης του μεταφορέα, η επιχείρηση γνωστοποιεί επίσης στην Εποπτική Αρχή τη συχνότητα και το μέσο κόστος των ασφαλιστικών ζημιών.
Η Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί στις εποπτικές αρχές κάθε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους που υποβάλλει σχετικό αίτημα, εντός εύλογης προθεσμίας από την υποβολή του αιτήματος, συγκεντρωτικά τα στοιχεία του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύτα αναλυτικά στοιχεία που υποβάλλονται δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο χρόνος και συχνότητα υποβολής τους. ΕΝΟΤΗΤΑ 5 ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ
Άρθρο 128
Εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων (άρθρο 160 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Σε περίπτωση εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από υποκατάστημα ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εκπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις λοιπές ασφαλιστικές συμβάσεις της επιχείρησης αυτής, αδιακρίτως ιθαγένειας ασφαλισμένων και δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση.
Άρθρο 129
Εκκαθάριση αντασφαλιστικών επιχειρήσεων (άρθρο 161 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Σε περίπτωση εκκαθάρισης αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από υποκατάστημα ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εκπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις λοιπές αντασφαλιστικές συμβάσεις της επιχείρησης αυτής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΑΝΑΛΗΨΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Άρθρο 130
Αρχές χορήγησης αδείας και προϋποθέσεις (άρθρο 162 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Για την άσκηση πρωτασφάλισης στην Ελλάδα από επιχείρηση τρίτης χώρας απαιτείται άδεια που χορηγεί η Εποπτική Αρχή στην αιτούσα ασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας και εφόσον η επιχείρηση αυτή πληροί κατ’ ελάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) έχει άδεια για την άσκηση ασφαλίσεων σύμφωνα με
το δίκαιο της έδρας της και για τους κλάδους που ζητά άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα,
- β) ιδρύει υποκατάστημα στην Ελλάδα,
- γ) δεσμεύεται ότι το υποκατάστημα θα διαθέτει λογιστική και διοικητική επάρκεια και αυτοτέλεια και ότι
όλοι οι λογαριασμοί και τα στοιχεία που αφορούν την δραστηριότητα του υποκαταστήματος στην Ελλάδα θα τηρούνται στην έδρα του υποκαταστήματος,
- δ) διορίζει νόμιμο αντιπρόσωπο στην Ελλάδα κατά την
έννοια του άρθρου 261 του παρόντος. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο, οφείλει να έχει την έδρα του στην Ελλάδα και πρέπει να ορίσει για την εκπροσώπησή του φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα και πληροί τα κριτήρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία,
- ε) διαθέτει και διατηρεί στην Ελλάδα περιουσιακά
στοιχεία αξίας τουλάχιστον ίσης με το ήμισυ του ορίου της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος και καταβάλλει ως εγγύηση ποσό που αντιστοιχεί κατ’ ελάχιστον το ένα τέταρτο (1/4) της Απαίτησης αυτής,
- στ) δεσμεύεται να καλύπτει την Κεφαλαιακή Απαίτηση
Φερεγγυότητας και την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, όπως αυτές προσδιορίζονται στα άρθρα 76 και 101 του παρόντος,
- ζ) ανακοινώνει το όνομα και τη διεύθυνση όλων των
αντιπροσώπων για το διακανονισμό των ζημιών που χρησιμοποιεί σε κάθε ένα από τα λοιπά κράτη − μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι έχουν τις προϋποθέσεις και τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 255 του παρόντος, εάν οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι κατατάσσονται στον κλάδο 10 «αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος πλην της ευθύνης του μεταφορέα,
- η) υποβάλλει πρόγραμμα δραστηριοτήτων, σύμφωνα
με το άρθρο 131 του παρόντος,
- θ) πληροί τις απαιτήσεις διακυβέρνησης που καθορίζονται στην Ενότητα 2 του Κεφαλαίου Δ΄ του παρόντος
Μέρους. λιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας σε ελληνικό έδαφος, το οποίο λαμβάνει άδεια από την Εποπτική Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και ασκεί ασφαλιστικές εργασίες.
Η επέκταση των εργασιών υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών για άσκηση κλάδων ή ασφάλιση κινδύνων που δεν περιλαμβάνονται στην άδεια λειτουργίας της υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.
Η άδεια λειτουργίας υποκαταστήματος ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, καθώς και κάθε επέκταση αυτής παρέχονται με αποφάσεις της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το περιεχόμενο της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας και τίθενται πρόσθετες προϋποθέσεις, όροι και περιορισμοί για την παροχή άδειας λειτουργίας σε ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας. Με την ίδια ή άλλη απόφαση μπορεί να τίθενται ειδικότερες προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και την εν γένει δραστηριοποίηση ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες.
Άρθρο 131
Πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος (άρθρο 163 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος, που υποβάλλεται στην Εποπτική Αρχή σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο του παρόντος, περιλαμβάνει τα εξής:
- α) τη φύση των κινδύνων ή των υποχρεώσεων που
προτίθεται να καλύπτει η επιχείρηση,
- β) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση,
- γ) τις προβλέψεις για τη μελλοντική Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στην Ενότητα
4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος, επί τη βάσει προβλεπόμενου ισολογισμού, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις,
- δ) τις προβλέψεις για τη μελλοντική Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, όπως προβλέπεται στην Ενότητα 5
του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος, επί τη βάσει προβλεπόμενου ισολογισμού, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις,
- ε) την κατάσταση των Επιλέξιμων Ιδίων και των Επιλέξιμων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων της επιχείρησης αναφορικά με την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας
και την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση των Ενοτήτων 4 και 5 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος,
- στ) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των
διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, τα οικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους και, εάν οι κίνδυνοι που πρέπει να καλυφθούν κατατάσσονται στον Κλάδο 18 «Βοήθεια», τα μέσα που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση για την παροχή βοηθείας,
- ζ) πληροφορίες σχετικά με τη δομή του συστήματος
διακυβέρνησης.
Επιπλέον των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος, το πρόγραμμα δραστηριοτήτων περιλαμβάνει για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις τα εξής:
- α) τον προβλεπόμενο ισολογισμό,
- β) τις προβλέψεις σχετικά με τους χρηματοοικονομικούς πόρους που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση
και την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας,
- γ) όσον αφορά ειδικότερα στην ασφάλιση κατά ζημιών,
επίσης τα εξής:
- γα) τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης,
εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως σχετικά με τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες,
- γβ) τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις
εισφορές που θα πραγματοποιηθούν και τις προβλέψεις για αποζημιώσεις,
- δ) όσον αφορά στην ασφάλιση ζωής, επιπλέον προϋπολογιστική κατάσταση στην οποία να εμφανίζονται
λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων, αναφορικά με τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης, τις αποδοχές αντασφάλισης, καθώς και τις εκχωρήσεις αντασφάλισης.
Για τις ασφαλίσεις ζωής, η Εποπτική Αρχή μπορεί να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής τη συστηματική κοινοποίηση των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των σχετικών τεχνικών προβλέψεων. Η τήρηση της ως άνω υποχρέωσης δεν συνιστά για την ασφαλιστική επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται πρόσθετα στοιχεία που μπορούν να αποτελούν περιεχόμενο του υποβλητέου προγράμματος δραστηριότητας του παρόντος άρθρου, όπως ενδεικτικά αποτελέσματα χρήσης, πρόβλεψη ταμειακών ροών, αποτελέσματα ανά κλάδο ασφάλισης ή κατηγορία δραστηριοτήτων, αναλυτική τεκμηρίωση παραδοχών.
Άρθρο 132
Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου (άρθρο 164 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Υποκαταστήματα ασφαλιστικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα και ανήκουν σε αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν έχουν την έδρα τους σε κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν, κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, να μεταβιβάζουν μέρος ή το σύνολο του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών συμβάσεών τους σε ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση η οποία κατέχει κατάλληλη άδεια λειτουργίας των κλάδων στους οποίους κατατάσσονται οι κίνδυνοι ή οι υποχρεώσεις του μεταβιβαζόμενου χαρτοφυλακίου, εφόσον η Εποπτική Αρχή ή η αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 135 του παρόντος, πιστοποιούν, λαμβάνοντας υπόψη και το μεταβιβαζόμενο χαρτοφυλάκιο, ότι η ανάδοχος του χαρτοφυλακίου ασφαλιστική επιχείρηση πληροί την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας του άρθρου 76 του παρόντος.
Υποκαταστήματα της προηγούμενης παραγράφου μπορούν, κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, να μεταβιβάζουν μέρος ή το σύνολο του χαρτοφυλακίου η αρμόδια εποπτική αρχή καταγωγής της επιχείρησης αυτής πιστοποιεί, λαμβάνοντας υπόψη και το μεταβιβαζόμενο χαρτοφυλάκιο, ότι η ανάδοχος του χαρτοφυλακίου ασφαλιστική επιχείρηση πληροί την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας της παραγράφου 1 του άρθρου 100 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όπως έχει ενσωματωθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 76 του παρόντος. Επίσης, μπορούν, κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, να μεταβιβάζουν μέρος ή το σύνολο του χαρτοφυλακίου ασφαλίσεών τους σε υποκαταστήματα ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος. Η έγκριση της Εποπτικής Αρχής χορηγείται μόνο εφόσον η εποπτική αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το ανάδοχο του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου υποκατάστημα ή του κράτους − μέλους του άρθρου 135 του παρόντος, πιστοποιεί ότι:
- α) λαμβανομένης υπόψη της μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου, η ανάδοχος ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης
χώρας και ειδικότερα το υποκατάστημα αυτής κατέχει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια επαρκή για την κάλυψη των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων Φερεγγυότητας,
- β) η νομοθεσία του κράτους − μέλους, όπου είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα επιτρέπει την εν λόγω
μεταβίβαση, και
- γ) το εν λόγω κράτος − μέλος έχει συναινέσει στην
μεταβίβαση.
Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος η Εποπτική Αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου του εν Ελλάδι υποκαταστήματος, εφόσον έχει λάβει τη σύμφωνη γνώμη των εποπτικών αρχών των κρατών − μελών όπου βρίσκονται οι κίνδυνοι ή έχουν αναληφθεί οι υποχρεώσεις.
Οι εγκρίσεις και γνώμες που απαιτούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες διαβούλευσης των παραγράφων 1 έως 3 του παρόντος διαβιβάζονται στην Εποπτική Αρχή εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εντός του αυτού διαστήματος των τριών (3) μηνών από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος, υποχρεούται η Εποπτική Αρχή ως αρμόδια εποπτική αρχή αναδόχου εταιρείας ή υποκαταστήματος να διατυπώσει τη δική της γνώμη ή να χορηγήσει την έγκρισή της. Μη διατύπωση έγκρισης ή γνώμης εντός της ως άνω προθεσμίας από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές προς την Εποπτική Αρχή ή το αντίστροφο θεωρείται θετική απάντηση, άλλως σιωπηρή έγκριση.
Μεταβιβάσεις χαρτοφυλακίων που αφορούν κινδύνους ή υποχρεώσεις στην Ελλάδα δημοσιεύονται υποχρεωτικά στην Ελλάδα και δεσμεύουν τους λήπτες της ασφάλισης, τους ασφαλισμένους και τους δικαιούχους ασφαλίσματος του χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων που μεταβιβάζεται.
Για τη διαδικασία μεταβίβασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 28 του παρόντος.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζονται επιπρόσθετες απαιτήσεις ή διαδικασίες ενημέρωσης, συναίνεσης, εναντίωσης ή ένστασης και το ελάχιστο περιεχόμενο του πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής.
Άρθρο 133
Τεχνικές προβλέψεις (άρθρο 165 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας με υποκατάστημα στην Ελλάδα σχηματίζει και διατηρεί επαρκείς τεχνικές προβλέψεις για την κάλυψη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται στην Ελλάδα υπολογιζόμενες σύμφωνα με την Ενότητα 2 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους, αποτιμά τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις σύμφωνα με την Ενότητα 1 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους και προσδιορίζει τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με την Ενότητα 3 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους.
Άρθρο 134
Κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση (άρθρο 166 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Υποκαταστήματα ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας εγκατεστημένα στην Ελλάδα διαθέτουν επιλέξιμο ποσό ιδίων κεφαλαίων αποτελούμενο από τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 75 του παρόντος. Η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας και η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των Ενοτήτων 4 και 5 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους και αφορούν μόνο στις εργασίες ασφαλίσεων ζωής και κατά ζημιών που συνάπτονται από το εν λόγω υποκατάστημα.
Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται για την κάλυψη της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης και το κατώτατο όριο αυτής διαμορφώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 75 του παρόντος.
Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν δύναται να είναι κατώτερο του ημίσεως του απολύτως κατωτάτου ορίου που προβλέπεται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος. Η εγγύηση που κατατίθεται σύμφωνα με την περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 130 του παρόντος συνυπολογίζεται στα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης.
Τα στοιχεία του ενεργητικού με τα οποία αντικρίζεται η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας τηρούνται υποχρεωτικά έως το ύψος της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης εντός Ελλάδος και για το υπερβάλλον εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 135
Ευεργετήματα για τις επιχειρήσεις με άδεια εγκατάστασης σε περισσότερα του ενός κράτη − μέλη (άρθρο 167 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα που έχει ζητήσει ή έχει λάβει άδεια εγκατάστασης υποκαταστήματος από περισσότερα του ενός κράτη − μέλη δύναται να ζητήσει, σε σχέση με τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα, τα κάτωθι ευεργετήματα, τα οποία παραχωρούνται μόνον σωρευτικά:
- α) η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας του άρθρου 134 του παρόντος να υπολογίζεται σε συνάρτηση
- β) η εγγύηση της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1
του άρθρου 130 του παρόντος να κατατίθεται μόνον στο ένα από αυτά τα κράτη − μέλη,
- γ) τα στοιχεία του ενεργητικού τα οποία αντιστοιχούν
στην Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση να διατίθενται, σύμφωνα με το άρθρο 106 του παρόντος, σε οποιοδήποτε από τα κράτη − μέλη, στα οποία η επιχείρηση αυτή ασκεί τη δραστηριότητά της. Για τον υπολογισμό που προβλέπεται στην περίπτωση α΄ ανωτέρω, λαμβάνονται υπόψη οι εργασίες που ασκούνται από το σύνολο των υποκαταστημάτων της επιχείρησης που είναι εγκατεστημένα εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αίτηση παραχώρησης των προαναφερομένων ευεργετημάτων υποβάλλεται προς όλες τις εποπτικές αρχές των κρατών − μελών από τις οποίες η επιχείρηση έχει ζητήσει ή έχει λάβει άδεια εγκατάστασης υποκαταστήματος. Στην αίτηση αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά η εποπτική αρχή που θα είναι αρμόδια εφεξής για το συνολικό έλεγχο της φερεγγυότητας των εγκατεστημένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποκαταστημάτων της επιχείρησης, για το σύνολο των εργασιών τους. Η επιλογή της αρχής αυτής από την επιχείρηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η εγγύηση της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 130 του παρόντος κατατίθεται υποχρεωτικά στο κράτος − μέλος της εποπτικής αρχής που έχει επιλεγεί βάσει του δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
Τα ευεργετήματα της παραγράφου 1 χορηγούνται με ομόφωνη γνώμη όλων των αρμόδιων εποπτικών αρχών κρατών − μελών προς τα οποία έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση. Τα ευεργετήματα παράγουν αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία η επιλεγείσα εποπτική αρχή πληροφορεί τις άλλες εποπτικές αρχές ότι ανέλαβε την υποχρέωση να ελέγχει τη φερεγγυότητα των υποκαταστημάτων που είναι εγκατεστημένα εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης για το σύνολο των εργασιών τους. Η επιλεγείσα εποπτική αρχή λαμβάνει από τα άλλα κράτη − μέλη τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξακρίβωση της συνολικής φερεγγυότητας των υποκαταστημάτων που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός τους.
Κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσοτέρων ενδιαφερομένων κρατών − μελών, τα ευεργετήματα που χορηγούνται δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3 καταργούνται ταυτόχρονα από όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη − μέλη.
Αρμόδια διοικητική αρχή για τις ενέργειες σύμφωνα με το παρόν άρθρο ορίζεται η Εποπτική Αρχή.
Άρθρο 136
Λογιστικά, στοιχεία άσκησης ελέγχου, στατιστικά στοιχεία και επιχειρήσεις σε οικονομική δυσχέρεια (άρθρο 168 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας Ενότητας, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 23, η παράγραφος 3 του άρθρου 110, καθώς και τα άρθρα 111 και 112 του παρόντος.
Προκειμένου για την εφαρμογή των άρθρων 108 έως 110 του παρόντος, στην περίπτωση επιχείρησης που έχει υπαχθεί στο καθεστώς των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 135 του παρόντος και η επιλεγείσα βάσει του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 135 του παρόντος εποπτική αρχή νοείται ως αρμόδια εποπτική αρχή καταγωγής της επιχείρησης.
Άρθρο 137
Διαχωρισμός δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής και ζημιών (άρθρο 169 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Υποκαταστήματα υπαγόμενα στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου ασκούν στην Ελλάδα είτε ασφαλίσεις κατά ζημιών είτε ασφαλίσεις ζωής.
Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο, υποκαταστήματα υπαγόμενα στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, που κατά την 1η Ιανουαρίου 1981 ασκούσαν στην Ελλάδα ταυτόχρονα ασφαλίσεις ζωής και κατά ζημιών μπορούν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους αυτή, εφόσον τηρούν τις περί διακριτής διαχείρισης διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 49 του παρόντος.
Υποκαταστήματα της προηγούμενης παραγράφου, των οποίων η επιχείρηση της έδρας ασκεί ασφαλίσεις ζωής μαζί με ασφαλίσεις κατά ζημιών και τα οποία κατά την 1η Ιανουαρίου 1981 ασκούσαν στην Ελλάδα μόνον δραστηριότητες ασφάλισης ζωής, μπορούν να συνεχίσουν την άσκηση ασφαλίσεων ζωής μέσω υποκαταστήματος. Εφόσον η επιχείρηση αυτή επιθυμεί να ασκήσει στην Ελλάδα και ασφαλίσεις κατά ζημιών, τότε για την άσκηση ειδικά ασφαλίσεων ζωής απαιτείται η ίδρυση θυγατρικής ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης.
Άρθρο 138
Ανάκληση της άδειας των επιχειρήσεων με άδεια εγκατάστασης σε περισσότερα του ενός κράτη − μέλη (άρθρο 170 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας από την επιλεγείσα βάσει του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 135 του παρόντος εποπτική αρχή, η εν λόγω αρχή πληροφορεί σχετικά τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών − μελών όπου η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της προκειμένου αυτές να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα.
Εάν η απόφαση περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας έχει ως αιτιολογία την ανεπάρκεια της συνολικής φερεγγυότητας, όπως αυτή καθορίζεται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 135 συμφωνία, τα κράτη − μέλη που χορήγησαν την έγκρισή τους, ανακαλούν υποχρεωτικά τις άδειες λειτουργίας των εγκατεστημένων σε αυτά υποκαταστημάτων της επιχείρησης.
Αρμόδια διοικητική αρχή για τις ενέργειες σύμφωνα με το παρόν άρθρο ορίζεται η Εποπτική Αρχή.
Άρθρο 139
Συμφωνίες με τρίτες χώρες (άρθρο 171 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η Εποπτική Αρχή μπορεί να εκδίδει αποφάσεις που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως προκειμένου για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο άρθρο 171 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ. την Ελβετική Συνομοσπονδία
Για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων ή πρακτορείων ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα την Ελβετική Συνομοσπονδία, για την άσκηση ασφαλίσεων κατά ζημιών του άρθρου 4 του παρόντος, ισχύει η συμφωνία (με τα συνημμένα προσαρτήματα και πρωτόκολλα και τις συνημμένες ανταλλαγείσες επιστολές) μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ελβετικής Συνομοσπονδίας, δυνάμει της Απόφασης του Συμβουλίου 91/370/ΕΟΚ (L 205/27.7.91), σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός από την ασφάλιση ζωής.
Τα υποκαταστήματα της παραγράφου 1 του παρόντος, που ήδη λειτουργούν στην Ελλάδα, μπορούν να ζητήσουν να τους αποδοθεί η δεσμευμένη εγγύηση και να απαλλαγούν της υποχρέωσης Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας εφόσον:
- α) Υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή πιστοποιητικό
φερεγγυότητας από την εποπτική αρχή της έδρας το οποίο να βεβαιώνει ότι η έδρα του υποκαταστήματος κατέχει την αναγκαία κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη και τις εργασίες του υποκαταστήματος.
- β) Έχουν σχηματίσει τεχνικές προβλέψεις και αποτιμήσει και επενδύσει τα περιουσιακά τους στοιχεία
σύμφωνα με τις Ενότητες 1, 2 και 6 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος. ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
Άρθρο 141
Ισοδυναμία (άρθρο 172 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 42 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)
Η Εποπτική Αρχή μπορεί να εκδίδει αποφάσεις που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο άρθρο 172 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και για την ενσωμάτωση κατ΄ εξουσιοδότηση πράξεων, που εκδίδει στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο ελληνικό δίκαιο.
Συμβάσεις αντασφάλισης με αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν όμως έδρα σε τρίτο κράτος του οποίου το νομικό πλαίσιο για τους κανόνες φερεγγυότητας έχει κριθεί ισοδύναμο, είτε μόνιμα είτε προσωρινά, με το ευρωπαϊκό, είτε με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είτε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 172 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ αντιμετωπίζονται εποπτικά όπως και οι αντίστοιχες συμβάσεις με αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 142
Απαγόρευση ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 173 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 42 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ) Εφόσον η αντασφάλιση παρέχεται από επιχείρηση τρίτου κράτους, του οποίου το νομικό πλαίσιο για τους κανόνες φερεγγυότητας έχει κριθεί ισοδύναμο, είτε μόνιμα είτε προσωρινά, με το ευρωπαϊκό, είτε με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είτε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 172 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, απαγορεύεται η ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης για την κάλυψη προβλέψεων σχετικά με μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα και εκκρεμείς αποζημιώσεις.
Άρθρο 143
Αρχές και όροι άσκησης αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων (άρθρο 174 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει κατά την άσκηση της εποπτείας ότι οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών δεν απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι των ελληνικών ή των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται οι γενικότεροι όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης λειτουργίας υποκαταστήματος στην Ελλάδα από αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, οι σχετικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας και τη μεταφορά χαρτοφυλακίου, και ρυθμίζεται κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την λειτουργία στην Ελλάδα των υποκαταστημάτων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών διασφαλίζοντας ότι δεν απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι των ελληνικών ή των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΥΤΕΣ
Άρθρο 144
Ενημερώσεις (άρθρα 176 και 177 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφοι 43 και 44 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)
Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΑΑΕΣ και τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών − μελών για κάθε άδεια λειτουργίας που χορηγεί σε επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενη από επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει και ένδειξη για τη δομή του εν λόγω ομίλου εταιρειών. Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΑΑΕΣ και τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών − μελών για κάθε περίπτωση που επιχείρηση τρίτης χώρας αποκτά συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με την οποία την καθιστά θυγατρική της.
Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΑΕΣ σχετικά με τις γενικής φύσης δυσκολίες που συναντούν οι ελληνικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την εγκατάσταση και λειτουργία τους ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα. ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΟΡΟΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Άρθρο 145
Εφαρμοστέο δίκαιο (άρθρο 178 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Ως προς εφαρμοστέο δίκαιο ασφαλιστηρίων συμβολαίων των οποίων το κράτος − μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος ή το κράτος − μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης είναι η Ελλάδα, καθώς και ασφαλιστηρίων συμβολαίων που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους κατά την έννοια της παραγράφου 27 του άρθρου 3 του παρόντος και εκδίδονται από ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008.
Σε περίπτωση σύναψης ασφαλιστικής σύμβασης για υποχρεωτική ασφάλιση βάσει του ελληνικού νόμου για υποχρεωτική ασφάλιση, την σύμβαση αυτή διέπει το ελληνικό δίκαιο. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κινδύνους ή υποχρεώσεις που υπόκεινται σε υποχρεωτική ασφάλιση βάσει του ελληνικού δικαίου, υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις, που ισχύουν επίσης και για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, ιδίως όσον αφορά την υποχρέωση έκδοσης ασφαλιστηρίου ή βεβαίωσης ασφάλισης και το τυχόν κατά νόμο περιεχόμενό τους, την τυχόν κοινοποίηση πριν τη χρησιμοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και βεβαιώσεων ασφάλισης ή κάλυψης κινδύνου που εκδίδουν, τη γνωστοποίηση της με οποιαδήποτε λύση της ασφάλισης ή κάλυψης αυτής, καθώς επίσης και την εφαρμογή της εκάστοτε ισχύουσας ειδικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως.
Άρθρο 146
Συναφείς υποχρεώσεις − Υποχρεωτική ασφάλιση (άρθρο 179 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο παραδίδεται στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης μόνο μετά την καταβολή του οφειλόμενου ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, οπότε και αρχίζει η ασφαλιστική κάλυψη. Η καταβολή των ασφαλίστρων γίνεται είτε απευθείας προς την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, είτε σε ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή σε άλλον εντολοδόχο είσπραξης ασφαλίστρων. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, καθώς και οι εντολοδόχοι υποχρεούνται να αποδίδουν στην ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση το σύνολο των ασφαλίστρων που εισπράττουν από τους ασφαλισμένους για λογαριασμό τους, το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα της ημερολογιακής εβδομάδας εντός της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εισπράξεις. Η απόδοση των ασφαλίστρων του ως άνω εδαφίου πραγματοποιείται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η επιχείρηση.
Ασφαλιστική επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και συνάπτει συμβάσεις υποχρεωτικής ασφάλισης κατά ζημιών οφείλει, πλην διαφορετικής ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, να εκδίδει προς τον ασφαλισμένο ή άλλη δημόσια αρχή, εφόσον της ζητηθεί, βεβαίωση ασφάλισης, στην οποία περιλαμβάνεται δήλωσή της ότι η σύμβαση ασφάλισης πληροί τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη ασφάλιση.
Η Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τους κινδύνους για τους οποίους προβλέπεται υποχρεωτική ασφάλιση στην ελληνική επικράτεια. Η ως άνω γνωστοποίηση περιλαμβάνει τα εξής:
- α) τις ειδικές διατάξεις που διέπουν την ασφάλιση
των κινδύνων αυτών,
- β) τα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιλαμβάνει η
βεβαίωση που υποχρεούται να χορηγήσει στον ασφαλισμένο η επιχείρηση ασφάλισης ζημιών σύμφωνα με τα οριζόμενα στη παράγραφο 2 του παρόντος, όταν ζητείται από τον ασφαλισμένο ή άλλη δημόσια αρχή προκειμένου να αποδειχθεί ότι η υποχρέωση ασφάλισης εκ μέρους του ασφαλισμένου έχει τηρηθεί.
Άρθρο 147
Διατάξεις δημοσίου συμφέροντος (άρθρο 180 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η Εποπτική Αρχή δύναται να απαγορεύσει σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας υπό τους όρους των άρθρων 7, 10, 11 του παρόντος ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα είτε με εγκατάσταση είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών είτε σε υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, να συνάπτει ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις, εφόσον η σύναψη των συμβάσεων αυτών αντιβαίνει προς την κείμενη νομοθεσία περί δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η Ελλάδα είναι το κράτος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος ή αναλαμβάνεται η υποχρέωση.
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλα κράτη − μέλη, και αναλαμβάνουν εργασίες στην Ελλάδα είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση, καθώς και τα υποκαταστήματα ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας επιτρέπεται να παρέχουν ασφαλίσεις στην Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο που τις ασκούν στη χώρα καταγωγής τους, εφόσον δεν παραβιάζουν τις διατάξεις, οι οποίες, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής, τραπεζικής, χρηματιστηριακής και περί καταναλωτή νομοθεσίας, αποβλέπουν στην προστασία των αντισυμβαλλομένων, ιδιαίτερα δε των καταναλωτών ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προσδιορίζεται ποιοι εκ των υφισταμένων κανόνων ασφαλιστικού δικαίου αποτελούν κανόνες που έχουν ταχθεί για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και να καθορίζονται οι μέθοδοι υπολογισμού και τα ελάχιστα ποσά αξιών εξαγοράς και τις μεθόδους ελευθεροποίησης συμβολαίων ζωής.
Άρθρο 148
Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τιμολόγια − Ασφαλίσεις ζημιών (άρθρο 181 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η κατάρτιση των τιμολογίων που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών που λειτουρ ελεύθερη και γίνεται σύμφωνα με τις τεχνοοικονομικές ανάγκες της κάθε επιχείρησης.
Οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων και αντασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των τεχνικών προβλέψεων, και τυχόν άλλων εγγράφων που η επιχείρηση χρησιμοποιεί κατά την παροχή ασφαλίσεων δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση, ούτε κοινοποιούνται συστηματικά σε οποιαδήποτε διοικητική αρχή.
Κατά παρέκκλιση των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος:
- α) Στοιχεία επί των τιμολογίων και των αυξήσεων επ’
αυτών μπορούν να κοινοποιούνται αποκλειστικά στην Εποπτική Αρχή, κατόπιν απόφασής της, που εκδίδεται επί τη βάσει του παρόντος άρθρου, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καθορίζει ρητά ότι η κοινοποίηση γίνεται μόνο στο πλαίσιο γενικού ελέγχου τιμών. Στην απόφαση προσδιορίζονται οι λοιπές αρμόδιες διοικητικές αρχές, που μπορούν να λαμβάνουν τη σχετική πληροφορία στο πλαίσιο τυχόν αρμοδιότητάς τους επί του γενικού ελέγχου τιμών και εξειδικεύονται η μορφή, ο χρόνος παροχής και εν γένει κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στην παροχή της ως άνω πληροφορίας και την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Διάταξη που επιβάλλει ή κατ’ αποτέλεσμα καθιερώνει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων από οποιαδήποτε διοικητική αρχή καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
- β) Η Εποπτική Αρχή στο πλαίσιο των εποπτικών της
καθηκόντων μπορεί να ζητά οποιαδήποτε πληροφορία από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών περιλαμβανομένων των γενικών και ειδικών όρων και λοιπών εντύπων με μόνο σκοπό τον έλεγχο της συμμόρφωσης της επιχείρησης με την κείμενη νομοθεσία.
Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2 του παρόντος η Εποπτική Αρχή, με απόφασή της που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζημιών να κοινοποιούν σε αυτήν τους γενικούς και ειδικούς όρους των συμβάσεων υποχρεωτικής ασφάλισης πριν από την έναρξη εφαρμογής.
Άρθρο 149
Ασφαλίσεις ζωής (άρθρο 182 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η κατάρτιση των τιμολογίων που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής που λειτουργούν στην Ελλάδα, είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, είναι ελεύθερη και γίνεται σύμφωνα με τις τεχνοοικονομικές ανάγκες της κάθε επιχείρησης.
Οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των τεχνικών προβλέψεων, και τυχόν άλλων εγγράφων που η επιχείρηση χρησιμοποιεί κατά την παροχή ασφαλίσεων δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση, ούτε κοινοποιούνται συστηματικά σε οποιαδήποτε διοικητική αρχή.
Η Εποπτική Αρχή, με απόφασή της που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής, με μόνο σκοπό τον έλεγχο της τήρησης διατάξεων σχετικά με τις αναλογιστικές αρχές, τη συστηματική κοινοποίηση των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των σχετικών τεχνικών προβλέψεων.
Άρθρο 150
Γενικές πληροφορίες προς τους αντισυμβαλλομένους ασφαλίσεων κατά ζημιών (άρθρο 183 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Σε περίπτωση που ο κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και ο αντισυμβαλλόμενος ασφαλιστικής σύμβασης κατά ζημιών είναι φυσικό πρόσωπο, ενημερώνεται πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης από την ασφαλιστική επιχείρηση για τα εξής:
- α) το εφαρμοστέο στην ασφαλιστική σύμβαση δίκαιο,
εάν τα μέρη δεν έχουν δικαίωμα επιλογής,
- β) το γεγονός ότι τα μέρη είναι ελεύθερα να αποφασίσουν το εφαρμοστέο στην ασφαλιστική σύμβαση δίκαιο
και το δίκαιο που προτείνει η επιχείρηση,
- γ) τον τρόπο και το χρόνο διαχείρισης από την επιχείρηση των αιτιάσεων των αντισυμβαλλομένων συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσφυγής σε
αρμόδιο όργανο με την επιφύλαξη της δυνατότητας του αντισυμβαλλομένου να προσφύγει στη δικαιοσύνη.
Όλες οι αναγκαίες πληροφορίες που γνωστοποιούνται στον ασφαλισμένο πριν τη σύναψη της σύμβασης ως και οι ασφαλιστικές συμβάσεις, συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα, όταν η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ή συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις:
- α) Το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση είναι το ελληνικό.
- β) Δεν καλύπτονται μεγάλοι κίνδυνοι κατά την έννοια
της παραγράφου 27 του άρθρου 3 παρόντος νόμου.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύοι λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος.
Άρθρο 151
Συμπληρωματικές πληροφορίες στην περίπτωση ασφάλισης κατά ζημιών υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 184 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Σε περίπτωση ασφαλίσεων κατά ζημιών από ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που διενεργούνται είτε μέσω υποκαταστήματος είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και δεν αφορούν στην ασφαλιστική κάλυψη μεγάλων κινδύνων υπό την έννοια της παραγράφου 27 του άρθρου 3 του παρόντος, η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί στον αντισυμβαλλόμενο, πριν από την ανάληψη εκ μέρους της οποιασδήποτε υποχρέωσης, την ονομασία του κράτους− μέλους στο οποίο ευρίσκεται η εταιρική έδρα της επιχείρησης, και ενδεχομένως το υποκατάστημα, με την οποία ή το οποίο αντίστοιχα θα συναφθεί η σύμβαση.
Η σύμβαση ή κάθε άλλο έγγραφο που παρέχει την κάλυψη, καθώς και η πρόταση ασφάλισης, εφόσον είναι δεσμευτική για τον αντισυμβαλλόμενο, αναφέρουν τη διεύθυνση της εταιρικής έδρας και, κατά περίπτωση, του υποκαταστήματος της επιχείρησης ασφάλισης ζημιών που παρέχει την κάλυψη, καθώς και το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου της επιχείρησης ασφάλισης κατά ζημιών που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 120 του παρόντος.
Άρθρο 152
Πληροφορίες προς τους αντισυμβαλλομένους ασφαλίσεων ζωής (άρθρο 185 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Πριν να συναφθεί η σύμβαση ασφάλισης ζωής, γνωστοποιούνται στον αντισυμβαλλόμενο, εντύπως ή με ηλεκτρονικό τρόπο,οι ακόλουθες πληροφορίες:
- α) Στοιχεία της επιχείρησης:
- αα) την επωνυμία, το σκοπό και τη νομική μορφή της
επιχείρησης,
- αβ) το κράτος − μέλος καταγωγής της επιχείρησης ή
ενδεχομένως του υποκαταστήματος, που συνάπτει την ασφαλιστική σύμβαση,
- αγ) τη διεύθυνση της έδρας και, ενδεχομένως, του
υποκαταστήματος, με το οποίο συνάπτεται η σύμβαση,
- αδ) συγκεκριμένη αναφορά στην έκθεση που υποχρεούται να δημοσιεύει η επιχείρηση σχετικά με τη
φερεγγυότητα και την οικονομική της κατάσταση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του παρόντος, και πως μπορεί εύκολα ο αντισυμβαλλόμενος να την προμηθεύεται.
- β) Στοιχεία που αφορούν στην ασφαλιστική υποχρέωση:
- βα) περιγραφή κάθε παρεχόμενης κάλυψης και των
επιλογών του αντισυμβαλλομένου,
- ββ) τη διάρκεια της σύμβασης,
- βγ) τον τρόπο καταγγελίας της σύμβασης,
- βδ) λεπτομέρειες για τον τρόπο και χρόνο καταβολής
των ασφαλίστρων,
- βε) τον τρόπο υπολογισμού και συμμετοχής στα κέρδη,
- βστ) ενδεικτικές τιμές της αξίας εξαγοράς και του
κεφαλαίου ελευθέρου περαιτέρω καταβολών και το βαθμό στον οποίο αυτά είναι εγγυημένα,
- βζ) πληροφορίες για τα ασφάλιστρα που αφορούν
σε κάθε κάλυψη, είτε κύρια είτε συμπληρωματική, όπου υφίστανται,
- βη) καθορισμό των μεριδίων που αντιστοιχούν στις
συμβάσεις συνδεδεμένες με επενδύσεις (unit−linked policies),
- βθ) πληροφορίες για τη φύση των στοιχείων του ενεργητικού που καλύπτουν τις συμβάσεις συνδεδεμένες με
επενδύσεις (unit−linked policies),
- βι) τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης,
- βια) γενικές ενδείξεις περί του φορολογικού καθεστώτος που ισχύει για το συγκεκριμένο τύπο ασφαλιστηρίου,
- βιβ) τους μηχανισμούς διευθέτησης των αιτιάσεων
των αντισυμβαλλομένων ή των δικαιούχων αποζημίωσης. συμπεριλαμβάνεται, ενδεχομένως, η ύπαρξη φορέα αρμόδιου για την εξέταση των αιτιάσεων, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου,
- βιγ) το εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης, εάν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν δικαίωμα επιλογής, ή, αν έχουν
δικαίωμα να επιλέγουν, το εφαρμοστέο δίκαιο και, στην περίπτωση αυτή, το δίκαιο του οποίου την επιλογή προτείνει ο ασφαλιστής.
Επιπροσθέτως, παρέχονται ειδικότερες πληροφορίες που επιτρέπουν στον αντισυμβαλλόμενο να κατανοήσει τους κινδύνους που ενέχει σε περίπτωση που προσχωρήσει στη σύμβαση.
Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει ετησίως τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με το ύψος της συμμετοχής του στα υπό διανομή κέρδη. Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης να ενημερώνει άμεσα τον αντισυμβαλλόμενο για τυχόν τροποποιήσεις ή μεταβολές:
- α) των γενικών και ειδικών όρων,
- β) της επωνυμίας ή του σκοπού της επιχείρησης ασφάλισης ζωής, της νομικής μορφής της ή της διεύθυνσης
της έδρας και, ενδεχομένως, του υποκαταστήματος, με το οποίο συνάπτεται η σύμβαση,
- γ) των πληροφοριών που προβλέπονται στις υποπεριπτώσεις βδ΄ ως βι΄ της περίπτωσης β΄ της παραγράφου
1 του παρόντος σε περίπτωση παροχής συμπληρωματικών ή επιπλέον καλύψεων. Αν κατά την προσφορά ή τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο ασφαλιστής αναφέρεται σε χρηματικές παροχές οι οποίες δύνανται να προκύψουν εις όφελος του δικαιούχου πέραν των συμβατικά εγγυημένων, τότε υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας τρία διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης. Τούτο δεν έχει εφαρμογή σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής. Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού αποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό. Στην περίπτωση ασφαλίσεων με συμμετοχή σε κέρδη, ο ασφαλιστής ενημερώνει, σε ετήσια βάση, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή. Επιπλέον, αν ο ασφαλιστής έχει παρουσιάσει αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την ενδεχόμενη μελλοντική εξέλιξη της συμμετοχής στα κέρδη, ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τις διαφορές μεταξύ της πραγματικής εξέλιξης και των αρχικών στοιχείων.
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος διατυπώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια, και παρέχονται εγγράφως στην ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές μπορούν να παρέχονται σε άλλη γλώσσα, εφόσον το ζητήσει ο αντισυμβαλλόμενος ή ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο.
Η Εποπτική Αρχή δύναται να απαιτεί από τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής είτε λειτουργούν με καθεστώς εγκατάστασης είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να χορηγούν πληροφορίες επιπλέον εκεί απαραίτητες για τη σωστή κατανόηση από πλευράς του αντισυμβαλλομένου των βασικών στοιχείων της υποχρέωσης.
Άρθρο 153
Χρόνος υπαναχώρησης ασφαλίσεων ζωής (άρθρο 186 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι αντισυμβαλλόμενοι συμβάσεων ατομικής ασφάλισης ζωής διαθέτουν προθεσμία υπαναχώρησης τριάντα (30) ημερών από τη στιγμή που πληροφορήθηκαν τη σύναψη της σύμβασης. Η κοινοποίηση υπαναχώρησης των αντισυμβαλλομένων συνεπάγεται την εφεξής απαλλαγή τους από όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή. Η ασφαλιστική επιχείρηση, στην περίπτωση αυτή, δικαιούται να παρακρατήσει για την κύρια ασφάλιση ένα (1) μηνιαίο ασφάλιστρο και το 1/12 του ετήσιου ασφαλίστρου για τις συμπληρωματικές καλύψεις. Οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις με διάρκεια ίση ή μικρότερη των έξι (6) μηνών, καθώς και στις συμβάσεις όπου λόγω της ιδιότητας του αντισυμβαλλομένου ή των περιστάσεων υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση ο αντισυμβαλλόμενος δεν χρειάζεται ειδική προστασία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 154
Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων ασφαλίσεων κατά ζημιών (άρθρο 187 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους οι οποίοι προβλέπουν, σε ατομική βάση, ειδικές συνθήκες του προς κάλυψη κινδύνου. ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΝΑΣΦΑΛΙΣΗ
Άρθρο 155
Δραστηριότητες ευρωπαϊκής συνασφάλισης (άρθρο 190 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η συμμετοχή σε πράξεις ευρωπαϊκής συνασφάλισης υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Ενότητας. Για άλλες πράξεις συνασφάλισης πλην της «ευρωπαϊκής συνασφάλισης» εφαρμόζονται οι λοιπές διατάξεις του παρόντος. Τα άρθρα 117 έως 120 του παρόντος εφαρμόζονται μόνον στην κύρια ασφαλιστική επιχείρηση (ηγέτης ασφαλιστής). Ως «ευρωπαϊκή συνασφάλιση» χαρακτηρίζονται οι πράξεις συνασφάλισης όταν:
- α) καλύπτεται ένας ή περισσότεροι κίνδυνοι που ταξινομούνται στους κλάδους 3 έως 16 της παραγράφου
1 του άρθρου 4 του παρόντος και βρίσκονται εντός της Ευρωπαϊκή Ένωσης, και
- β) ο κίνδυνος χαρακτηρίζεται ως «μεγάλος κίνδυνος»
σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 27 του άρθρου 3 του παρόντος, και
- γ) ο κίνδυνος καλύπτεται, δια κοινής συμβάσεως με
συνολικό ασφάλιστρο και για την ίδια διάρκεια, από πολλές ασφαλιστικές επιχειρήσεις ως «συνασφαλιστές», χωρίς να υπάρχει αλληλέγγυη υποχρέωση μεταξύ τους, από τις οποίες μία είναι η κύρια ασφαλιστική επιχείρηση (ηγέτης ασφαλιστής), και
- δ) για την εγγύηση του κινδύνου, ως κύρια ασφαλιστική επιχείρηση (ηγέτης ασφαλιστής) θεωρείται η
ασφαλιστική επιχείρηση που θα κάλυπτε ολόκληρο τον κίνδυνο, και
- ε) ένας (1) τουλάχιστον από τους συνασφαλιστές συμμετέχει στη σύμβαση από εταιρική έδρα ή υποκατάστημα που βρίσκονται σε κράτος − μέλος διαφορετικό από
εκείνο της κύριας ασφαλιστικής επιχείρησης (ηγέτη ασφαλιστή), και
- στ) η κύρια ασφαλιστική επιχείρηση (ηγέτης ασφαλιστής) αναλαμβάνει πλήρως όλες τις κατά τη συνασφαλιστική πρακτική εργασίες, και ιδίως προσδιορίζει
τους όρους ασφάλισης και το ύψος των ασφαλίστρων.
Άρθρο 156
Τεχνικές προβλέψεις (άρθρο 192 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν ως συνασφαλιστές σε ευρωπαϊκή συνασφάλιση τηρούν τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με τα ισχύοντα στον παρόντα νόμο. Σε περίπτωση που ο ηγέτης ασφαλιστής δεν υπόκειται στη χρηματοοικονομική εποπτεία της Εποπτικής Αρχής το ύψος των τεχνικών προβλέψεων για την κάλυψη του κινδύνου του Έλληνα συνασφαλιστή, καθοριζομένων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, δεν δύναται να υπολείπεται από το ποσό που καθορίζεται από τον κύριο (ηγέτη) ασφαλιστή σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους−μέλους καταγωγής του.
Άρθρο 157
Στατιστικά δεδομένα (άρθρο 193 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε ευρωπαϊκή συνασφάλιση τηρούν στοιχεία σχετικά με το εύρος και τη γεωγραφική κατανομή της δραστηριότητας αυτής. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ελάχιστα στατιστικά στοιχεία που θα πρέπει να τηρούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 158
Μεταχείριση των συμβάσεων συνασφάλισης σε διαδικασίες εκκαθάρισης (άρθρο 194 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Κατά την εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη συμμετοχή της σε συμβάσεις ευρωπαϊκής συνασφάλισης εκπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και οι υποχρεώσεις της που απορρέουν από άλλες ασφαλιστικές συμβάσεις της επιχείρησης αυτής, αδιακρίτως ιθαγένειας των ασφαλισμένων και των δικαιούχων. (άρθρο 195 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η Εποπτική Αρχή μπορεί να διαβιβάζει προς άλλες εποπτικές αρχές και να αναζητήσει από αυτές όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας Ενότητας. Για τη διαδικασία συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών εφαρμόζονται οι διατάξεις της Ενότητας 5 του Κεφαλαίου Δ΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος.
Άρθρο 160
Συνεργασία για την εφαρμογή της παρούσας Ενότητας (άρθρο 196 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η Εποπτική Αρχή εξετάζει κάθε πρακτική που θα αποτελούσε ένδειξη είτε ότι η κύρια ασφαλιστική επιχείρηση δεν διαδραματίζει το ρόλο που της ανατίθεται στην πρακτική της συνασφάλισης, είτε ότι οι κίνδυνοι δεν απαιτούν εμφανώς για την εγγύησή τους, τη συμμετοχή πολλών ασφαλιστών και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις δυσκολίες που προκύπτουν ή που θα ήταν δυνατόν να προκύψουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας Ενότητας. ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Άρθρο 161
Πεδίο εφαρμογής της παρούσας Ενότητας (άρθρο 198 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η ασφάλιση νομικής προστασίας, η οποία υπάγεται στον Κλάδο 17 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, συνίσταται στην έναντι καταβολής ασφαλίστρου συμβατική δέσμευση μιας ασφαλιστικής επιχείρησης για την ανάληψη των δικαστικών εξόδων και την παροχή άλλων υπηρεσιών που απορρέουν άμεσα από την εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη, και ιδίως με σκοπό:
- α) την αποκατάσταση της ζημίας ή της βλάβης που
υπέστη ο ασφαλισμένος είτε μέσω εξωδίκου συμβιβασμού είτε μέσω αστικής ή ποινικής δίκης,
- β) την υπεράσπιση ή εκπροσώπηση του ασφαλισμένου
σε αστική, ποινική, διοικητική ή άλλη δίκη ή την εκπροσώπηση κατ’ απαιτήσεως η οποία εγείρεται εναντίον του.
Στις διατάξεις της παρούσας Ενότητας δεν εμπίπτουν:
- α) η ασφάλιση νομικής προστασίας, όταν αυτή αφορά
διαφορές ή κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή,
- β) η δραστηριότητα ασφαλιστικής επιχείρησης αστικής ευθύνης προς υπεράσπιση ή εκπροσώπηση ασφαλισμένου της σε κάθε είδους δικαστική ή διοικητική
διαδικασία, εφόσον αυτή η δραστηριότητα ασκείται συγχρόνως και προς το συμφέρον της, δυνάμει της κάλυψης αυτής.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι γενικότερες ή ειδικότερες απαιτήσεις και προϋποθέσεις για τις ασφαλίσεις ή δραστηριότητες των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος.
Άρθρο 162
Διαχωρισμός συμβάσεων και ελεύθερη επιλογή δικηγόρου (άρθρα 199 κα ι201 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η κάλυψη νομικής προστασίας αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς ασφαλιστηρίου συμβολαίου διαφορετικό από εκείνο που συνάπτεται για άλλους κλάδους ή αντικείμενο αυτοτελούς κεφαλαίου εντός ενιαίου ασφαλιστηρίου, όπου ρητά αναφέρονται οι όροι ασφάλισης νομικής προστασίας και το σχετικό ασφάλιστρο.
Κάθε ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας προβλέπει υποχρεωτικά τα εξής:
- α) το δικαίωμα του ασφαλισμένου να επιλέγει ελεύθερα το δικηγόρο του:
- αα) σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, όταν
επιλαμβάνεται δικηγόρος για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του,
- αβ) για την υπεράσπιση των συμφερόντων του ασφαλισμένου σε περίπτωση που ανακύψει σύγκρουση συμφερόντων,
- β) το δικαίωμα του ασφαλισμένου να προσφύγει για
τη διευθέτηση της όποιας διαφοράς μεταξύ αυτού και της ασφαλιστικής επιχείρησης νομικής προστασίας στη διαδικασία διαιτησίας του άρθρου 164 του παρόντος.
Για τους σκοπούς της παρούσας Ενότητας, νοείται ως «δικηγόρος» κάθε πρόσωπο που δικαιούται να ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες υπό μία από τις ονομασίες που προβλέπει η Οδηγία 77/249/ΕΟΚ (L 78) του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους.
Οι προβλεπόμενες ως άνω ασφαλίσεις νομικής προστασίας υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 163 του παρόντος.
Άρθρο 163
Διαχείριση των αξιώσεων αποζημίωσης (άρθρο 200 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί στην Ελλάδα τον κλάδο ασφάλισης νομικής προστασίας προβλέπει στη σύμβαση νομικής προστασίας ότι ο ασφαλισμένος μπορεί να επιλέξει, εφόσον το επιθυμεί, ελεύθερα δικηγόρο. Επιπροσθέτως, η επιχείρηση δύναται να επιλέγει, εφόσον επιθυμεί, έναν ή και τους δύο ακόλουθους τρόπους λειτουργίας:
- α) είτε αναλαμβάνοντας με δικό τους προσωπικό
τη διαχείριση των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών σχετικών προς τη διαχείριση αυτή. Στη περίπτωση αυτή η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να διασφαλίσει ότι κανένα μέλος του προσωπικού αυτού δεν ασκεί συγχρόνως την αυτή ή παρόμοια δραστηριότητα,
- αα) είτε σε άλλο κλάδο που ασκεί η ίδια η επιχείρηση,
αν πρόκειται για επιχείρηση πολλαπλών κινδύνων,
- αβ) είτε σε άλλη επιχείρηση η οποία συνδέεται με την
πρώτη ασφαλιστική επιχείρηση με οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς και η οποία ασκεί έναν ή περισσότερους ασφαλιστικούς κλάδους κατά ζημιών, επιχείρηση με αυτοτελή νομική προσωπικότητα με τη μορφή ΑΕ ή ΕΠΕ. Μνεία της επιχείρησης αυτής γίνεται στη χωριστή σύμβαση ή στο χωριστό κεφάλαιο του ενιαίου ασφαλιστηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 162 του παρόντος. Αν η ως άνω επιχείρηση με αυτοτελή νομική προσωπικότητα συνδέεται με ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί έναν ή περισσότερους κλάδους που προβλέπονται στο άρθρο 4 του παρόντος, τα μέλη του προσωπικού της επιχείρησης αυτής, τα οποία ασχολούνται με τη διαχείριση ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών σχετικά με αυτή τη διαχείριση, δεν επιτρέπεται να ασκούν συγχρόνως την αυτή ή παρόμοια δραστηριότητα στην ασφαλιστική επιχείρηση. Οι ίδιοι περιορισμοί εφαρμόζονται και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχείρησης. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν την Εποπτική Αρχή για τον τρόπο άσκησης της νομικής προστασίας, το αργότερο μέχρι τις 31.3.2016 κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου, καθώς και αμελλητί μετά από κάθε τροποποίηση της επιλογής τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Άρθρο 164
Διαιτησία (άρθρο 203 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης νομικής προστασίας και του ασφαλισμένου, ο τελευταίος δικαιούται να προσφύγει για την επίλυσή της σε διαδικασία διαιτησίας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος, μη αποκλειομένου του δικαιώματός του να προσφύγει στα δικαστήρια.
Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου ως προς την ανάγκη υπεράσπισης των έννομων συμφερόντων του ασφαλισμένου ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής ο ασφαλισμένος μπορεί να προκαλέσει αιτιολογημένη γνωμοδότηση δικηγόρου της αρεσκείας του, σχετικά με την ανάγκη, ή μη της υπεράσπισης. Αν ο ασφαλισμένος δεν αποδέχεται την γνωμοδότηση αυτή ή αν η ασφαλιστική επιχείρηση κρίνει ότι η γνωμοδότηση απομακρύνεται από τη σωστή νομική και πραγματική βάση της υπόθεσης, τότε είτε ο ασφαλισμένος είτε η επιχείρηση δύναται να προκαλέσει τη διαιτητική επίλυση από διαιτητή κοινής αποδοχής. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το πρόσωπο του διαιτητή ο διορισμός του γίνεται κατά το άρθρο 878 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.). Οι δαπάνες για τις ανωτέρω ενέργειες βαρύνουν τον ασφαλιστή, εφόσον με τις ενέργειες αυτές κριθεί αναγκαία η παραφύλαξη των συμφερόντων του ασφαλισμένου, άλλως κατανέμονται κατ’ ισομοιρία στον ασφαλιστή και τον ασφαλισμένο. Εάν ο ασφαλισμένος, παρά την αντίθετη απόφαση του διαιτητή, προσφεύγει σε δικαστική ή διοικητική αρχή, βαρύνεται με τις σχετικές δαπάνες, σε περίπτωση ολοσχερούς ήττας του, άλλως οι δαπάνες αυτές επιμερίζονται ανάλογα με την έκταση της κατ’ ουσίαν ήττας προς τη νίκη του. Η ανωτέρω διαδικασία της διαιτησίας δεν αποκλείει το δικαίωμα του ασφαλισμένου προσφυγής του στα δικαστήρια.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να επανακαθορίζεται εξολοκλήρου η διαδικασία διαιτησίας του παρόντος άρθρου, να τίθενται γενικότερες ή ειδικότερες απαιτήσεις ή προϋποθέσεις.
Άρθρο 165
Σύγκρουση συμφερόντων (άρθρο 204 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων ή διαφωνία όσον αφορά τη διευθέτηση της διαφοράς, ο ασφαλιστής νομικής προστασίας ή ανάλογα με την περίπτωση, το γραφείο διακανονισμού ζημιών υποχρεούται να ενημερώνει τον ασφαλισμένο για το δικαίωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 162 του παρόντος και για τη δυνατότητα να προσφύγει στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 164 του παρόντος. ΕΝΟΤΗΤΑ 4 ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΥΓΕΙΑΣ
Άρθρο 166
Ασφάλιση Υγείας (άρθρο 206 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Όταν ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίσεων κατά ζημιών επιθυμεί να ασκήσει σε άλλο κράτος − μέλος τον κλάδο 2 του άρθρου 4 του παρόντος ο οποίος υποκαθιστά μερικώς ή ολικώς το σύστημα νομοθετημένης υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλειας στο κράτος − μέλος, υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή τις τεχνικές βάσεις των τιμολογίων και τους γενικούς και ειδικούς όρους αυτής της ασφάλισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 206 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΩΗΣ
Άρθρο 167
Ασφάλιστρα για νέες δραστηριότητες (άρθρο 209 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Τα ασφάλιστρα για τις νέες ασφαλιστικές δραστηριότητες πρέπει να είναι επαρκή, βάσει λογικών αναλογιστικών υποθέσεων, ώστε η επιχείρηση ασφάλισης ζωής να είναι σε θέση να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της, και ιδίως την υποχρέωση σύστασης επαρκών τεχνικών αποθεματικών. Προς τούτο, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ασφάλισης ζωής, χωρίς όμως να γίνεται συστηματικά και μόνιμα προσθήκη πόρων ξένων προς τα εν λόγω ασφάλιστρα και στο αποκτούμενο εισόδημα, κατά τρόπο που θα μπορούσε να κλονίσει τελικά τη φερεγγυότητα της συγκεκριμένης επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζωής διαθέτουν όλα τα κατάλληλα έγγραφα ή στοιχεία, ώστε να μπορούν να τεκμηριώνουν προς την Εποπτική Αρχή τον τρόπο υπολογισμού και την επάρκεια των ασφαλίστρων κάθε νέας ασφαλιστικής δραστηριότητας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και διατηρούν σχετικό ιστορικό αρχείο των εγγράφων και στοιχείων.
Άρθρο 168
Αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου (άρθρο 210 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Ως αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου νοείται η αντασφάλιση, της οποίας η ρητή μεγίστη πιθανότητα ζημίας, εκπεφρασμένη ως μεταβιβαζόμενος μέγιστος οικονομικός κίνδυνος, ο οποίος συνίσταται σε έναν σημαντικό αντασφαλιστικό κίνδυνο και σε μεταβίβαση χρονικού κινδύνου, υπερβαίνει το ασφάλιστρο καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του αντασφαλιστηρίου κατά προκαθορισμένο αλλά σημαντικό ποσό, φέρει δε επίσης τουλάχιστον ένα εκ των εξής δύο χαρακτηριστικών:
- α) λαμβάνει ρητώς υπόψη ως σημαντικό στοιχείο την
παρούσα ή/και μέλλουσα αξία του χρήματος,
- β) περιέχει συμβατικές ρήτρες, με στόχο την διαχρονική αποκατάσταση της ισορροπίας της οικονομικής
εμπειρίας ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη, με στόχο να μεταβιβάζεται πραγματικά ο κίνδυνος του οποίου η μεταβίβαση σκοπείται. Για τον υπολογισμό της μέγιστης πιθανότητας οικονομικής ζημίας λαμβάνονται υπόψη τόσο η φύση του κινδύνου ανάληψης ασφαλίσεων όσο και η απαιτούμενη διάρκεια διακανονισμού του.
Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες συνάπτουν συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου διαθέτουν κατάλληλα συστήματα εσωτερικού ελέγχου, ώστε να είναι σε θέση να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν, να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να αναφέρουν δεόντως τους κινδύνους που απορρέουν από τις εν λόγω συμβάσεις ή δραστηριότητες.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται:
- α) οι υποχρεωτικοί συμβατικοί όροι που πρέπει να
περιλαμβάνονται στις συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου,
- β) οι ειδικότερες απαιτήσεις οργάνωσης, λογιστικής
παρακολούθησης, εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνου για τις συμβάσεις αυτές,
- γ) οι ειδικότερες απαιτήσεις για δημοσιοποίηση επιπλέον λογιστικών, εποπτικών και στατιστικών στοιχείων.
Άρθρο 169
Φορείς ειδικού σκοπού (άρθρο 211 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 46 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)
Η εγκατάσταση φορέων ειδικού σκοπού στην ελληνική επικράτεια επιτρέπεται κατόπιν προηγούμενης έγκρισης από την Εποπτική Αρχή.
Η Εποπτική Αρχή συνεργάζεται και ανταλλάσσει πληροφορίες με τις εποπτικές αρχές των κρατών−μελών σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο φορέας ειδικού σκοπού ο οποίος αναλαμβάνει κίνδυνο από μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε διαφορετικό κράτος − μέλος από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
Οι φορείς ειδικού σκοπού που έχουν λάβει άδεια πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2015 υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους−μέλους που τους χορήγησε την άδεια. Μετά την ημερομηνία αυτή οποιαδήποτε νέα δραστηριότητα τέτοιου φορέα ειδικού σκοπού υπόκειται στα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΕ ΟΜΙΛΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΟΜΙΛΟΥ: ΟΡΙΣΜΟΙ, ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 170
Ορισμοί (άρθρο 212 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ, παράγραφος 47 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)
Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
- α) «συμμετέχουσα επιχείρηση»: νοείται η επιχείρηση η οποία είναι είτε μητρική επιχείρηση είτε άλλη
επιχείρηση που διαθέτει συμμετοχή είτε επιχείρηση συνδεδεμένη με άλλη επιχείρηση με σχέση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251),
- β) «συνδεδεμένη επιχείρηση»: νοείται η επιχείρηση η
οποία είναι είτε θυγατρική επιχείρηση είτε άλλη επιχείρηση στην οποία υπάρχει συμμετοχή είτε επιχείρηση που συνδέεται με άλλη επιχείρηση με σχέση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή κατά την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251),
- γ) «όμιλος»: σύνολο επιχειρήσεων:
- γα) που αποτελείται από μία συμμετέχουσα επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η συμμετέχουσα επιχείρηση ή οι θυγατρικές της
διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και τις επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή κατά την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), ή
- γβ) που βασίζεται στη σύναψη συμβατικών ή άλλων
μακροχρόνιων, ισχυρών και διαρκών χρηματοοικονομικών δεσμών μεταξύ όλων αυτών των επιχειρήσεων, και μπορεί να περιλαμβάνει ενώσεις αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικού τύπου, υπό την προϋπόθεση ότι:
- γβα) μία από τις επιχειρήσεις αυτές ασκεί ουσιαστικά, με κεντρικό συντονισμό, δεσπόζουσα επιρροή στις
αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών αποφάσεων, όλων των επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν μέρος του ομίλου, και
- γββ) η σύναψη ή διάλυση τέτοιου είδους οικονομικών σχέσεων για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους
υπόκειται σε εκ των προτέρων έγκριση της αρχής εποπτείας ομίλου. Η επιχείρηση που ασκεί τον κεντρικό συντονισμό θεωρείται μητρική επιχείρηση, ενώ οι άλλες επιχειρήσεις θεωρούνται θυγατρικές,
- δ) «αρχή εποπτείας του ομίλου»: νοείται η εποπτική
- ε) «Κολλέγιο εποπτικών αρχών»: νοείται μια μόνιμη
αλλά ευέλικτη δομή συνεργασίας, συντονισμού και διευκόλυνσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών που σχετίζονται με την εποπτεία του ομίλου,
- στ) «εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών»: νοείται η
μητρική επιχείρηση που δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η κύρια δραστηριότητα της οποίας είναι η απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, εκ των οποίων θυγατρικών επιχειρήσεων η μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση,
- ζ) «εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών μικτής δραστηριότητας»: νοείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι
ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μεταξύ των θυγατρικών της,
- η) «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»:
νοείται κάθε μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, σύμφωνα με την παρ. 15 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ ή την παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (Α΄ 84).
Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, η Εποπτική Αρχή μπορεί να προσδιορίζει ως μητρική επιχείρηση οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία, κατά την απόλυτη κρίση της, ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή σε άλλη επιχείρηση. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να προσδιορίζει ως θυγατρική επιχείρηση οποιαδήποτε επιχείρηση επί της οποίας, κατά την απόλυτη κρίση της, μια μητρική επιχείρηση ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να προσδιορίζει ως συμμετοχή την κατοχή, άμεση ή έμμεση, δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου σε επιχείρηση επί της οποίας, κατά την απόλυτη κρίση της, ασκείται πραγματικά σημαντική επιρροή. ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 171
Περιπτώσεις εφαρμογής εποπτείας ομίλου (άρθρο 213 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 2 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ)
Η εποπτεία, σε επίπεδο ομίλου, ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε όμιλο, γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν Μέρος. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, οι οποίες ορίζουν τους κανόνες για την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ατομική βάση, εξακολουθούν να ισχύουν σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος.
Η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου εφαρμόζεται ως ακολούθως:
- α) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,
οι οποίες είναι συμμετέχουσες επιχειρήσεις σε μία τουλάχιστον ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 176 έως 214 του παρόντος,
- β) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,
των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών με έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα άρθρα 176 έως 214 του παρόντος,
- γ) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,
των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών με έδρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 215 ως 218 του παρόντος,
- δ) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,
των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών μικτής δραστηριότητας, σύμφωνα με το άρθρο 219 του παρόντος.
Στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος, όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η οποία έχει την έδρα της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε είναι συνδεδεμένη επιχείρηση είτε είναι η ίδια ρυθμιζόμενη οντότητα ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η οποία υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3455/2006 (Α΄ 84), τότε η Εποπτική Αρχή, εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας του ομίλου, μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, μπορεί να αποφασίσει να μη διενεργήσει στο επίπεδο της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της εν λόγω εταιρείας ασφαλιστικών συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών την εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 199 του παρόντος ή την εποπτεία των συναλλαγών εντός του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 200 του παρόντος ή και τα δύο. Εφόσον η Εποπτική Αρχή δρα στις αναφερόμενες στην παρούσα παράγραφο περιπτώσεις, ως ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, έχει την αντίστοιχη αρμοδιότητα διαβουλεύσεως με τους επόπτες των επιχειρήσεων του ομίλου και την αρχή εποπτείας αυτού.
Σε περίπτωση που μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις δυνάμει του παρόντος νόμου και δυνάμει του ν. 3455/2006 (Α΄ 84), ειδικότερα όσον αφορά στην εποπτεία με βάση τον κίνδυνο, η Εποπτική Αρχή, εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας του ομίλου, μπορεί να αποφασίσει, μετά από διαβούλευση με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να εφαρμόσει στην εν λόγω μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών μόνο τις οικείες διατάξεις του ν. 3455/2006. Εφόσον η Εποπτική Αρχή δρα στην ίδια περίπτωση ως ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, έχει την αντίστοιχη αρμοδιότητα διαβουλεύσεως με τους επόπτες των επιχειρήσεων του ομίλου και την αρχή εποπτείας αυτού.
Σε περίπτωση που μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις δυνάμει του παρόντος νόμου και δυνάμει του ν. 4261/2014 (Α΄ 84), ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τους κινδύνους, η Εποπτική Αρχή, εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας και του τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών, να εφαρμόσει μόνον τις διατάξεις της Οδηγίας σχετικά με τον πλέον σημαντικό τομέα, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3455/ 2006 ή της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ.
Η Εποπτική Αρχή, εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας του ομίλου, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που έχει συσταθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την ΕΑΑΕΣ, για τις αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος.
Άρθρο 172
Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου (άρθρο 214 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 3 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ)
Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 213 του παρόντος για τις εταιρείες ασφαλιστικών συμμετοχών και τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, η Εποπτική Αρχή, κατά την άσκηση της εποπτείας ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 171 του παρόντος, δεν μπορεί να εποπτεύει δια του παρόντος σε ατομική βάση την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών, την μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή την εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών μικτής δραστηριότητας.
Η Εποπτική Αρχή, εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας ομίλου, μπορεί κατά την απόλυτη κρίση της να αποφασίσει να μην συμπεριλάβει μια επιχείρηση στην εποπτεία του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 171 του παρόντος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 187
του παρόντος, εάν η επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών,
- β) εάν η επιχείρηση που πρέπει να συμπεριληφθεί
έχει αμελητέα σημασία όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας σε επίπεδο ομίλου, ή
- γ) εάν ο συνυπολογισμός της επιχείρησης δεν είναι
σκόπιμος ή είναι παραπλανητικός σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας σε επίπεδο ομίλου. Για την εξαίρεση περισσότερων επιχειρήσεων του ιδίου ομίλου, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρούσας παραγράφου, θα πρέπει αυτές συνολικά να παραμένουν αμελητέας σημασίας, διαφορετικά περιλαμβάνονται όλες μαζί στην εποπτεία ομίλου. Όταν η Εποπτική Αρχή, εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας του ομίλου, είναι της γνώμης ότι μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα πρέπει να περιληφθεί στην εποπτεία ομίλου δυνάμει μιας των περιπτώσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παρούσας, συμβουλεύεται, πριν να λάβει απόφαση τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Στην περίπτωση αυτή, η εποπτική αρχή της επιχείρησης που δεν έχει συμπεριληφθεί στην εποπτεία ομίλου, μπορεί να ζητήσει από την επιχείρηση που είναι επικεφαλής του ομίλου οποιαδήποτε πληροφορία, η οποία μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία των οικείων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Όταν η αρχή εποπτείας του ομίλου δεν περιλαμβάνει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην εποπτεία του ομίλου δυνάμει μιας των περιπτώσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παρούσας, η Εποπτική Αρχή, εφόσον είναι εν προκειμένω ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, μπορεί να ζητήσει από την επιχείρηση που είναι επικεφαλής του ομίλου οποιαδήποτε πληροφορία η οποία μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία των οικείων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΕΠΙΠΕΔΑ
Άρθρο 173
Τελική μητρική επιχείρηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο (άρθρο 215 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 4 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ)
Όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή η εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 171 του παρόντος, είναι η ίδια θυγατρική επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή άλλης εταιρείας ασφαλιστικών συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, η οποία έχει την έδρα της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα άρθρα 176 έως 214 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στην εν λόγω συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, αλλά εφαρμόζονται μόνο στο επίπεδο της τελικής μητρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή εταιρείας ασφαλιστικών συμμετοχών, ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όταν η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 του παρόντος τελική μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι θυγατρική επιχείρηση άλλης επιχείρησης η οποία υπόκειται στη συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3455/2006 (Α΄ 84) ή την παρ. 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ, η Εποπτική Αρχή εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας του ομίλου δύναται, αφού συμβουλευθεί τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να αποφασίσει να μην πραγματοποιήσει στο επίπεδο της τελικής αυτής μητρικής επιχείρησης την εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνου, που αναφέρεται στο άρθρο 199 του παρόντος ή την εποπτεία των συναλλαγών εντός του ομίλου, που αναφέρονται στο άρθρο 200 του παρόντος ή και τα δύο. Εφόσον η Εποπτική Αρχή δρα στις περιπτώσεις της παρούσης παραγράφου, ως ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, έχει την αντίστοιχη αρμοδιότητα παροχής συμβουλής στην αρχή εποπτείας του ομίλου.
Άρθρο 174
Τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο (άρθρο 216 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 5 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ, παράγραφος 48 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)
Όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, όπως στην Ελλάδα, αλλά η τελική μητρική επιχείρηση του άρθρου 173 του παρόντος έχει έδρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά εκτός της Ελλάδος, η Εποπτική Αρχή δύναται να αποφασίζει, μετά από διαβούλευση με την αρχή εποπτείας του ομίλου και με την τελική μητρική επιχείρηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να υπαγάγει στην εποπτεία του ομίλου την τελική σε εθνικό επίπεδο μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή την εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Στην περίπτωση του προηγουμένου εδαφίου, η Εποπτική Αρχή αιτιολογεί την απόφασή της τόσο στην αρχή εποπτείας του ομίλου όσο και στην τελική μητρική επιχείρηση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα άρθρα 176 έως 214 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος. Εφόσον στην προηγούμενη περίπτωση η Εποπτική Αρχή δρα ως αρχή εποπτείας ενός ομίλου, συμμετέχει στις αντίστοιχες διαβουλεύσεις που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 216 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και, σε περίπτωση λήψης δυνάμει αυτού του άρθρου σχετικής απόφασης από εποπτική αρχή, ενημερώνει το κολλέγιο εποπτικών αρχών σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 203 του παρόντος.
Η Εποπτική Αρχή, εφόσον έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δύναται να περιορίζει την εποπτεία του ομίλου της τελικής μητρικής επιχείρησης σε εθνικό επίπεδο σε μία ή περισσότερες από τις Ενότητες του Κεφαλαίου Β΄ του παρόντος Μέρους.
Όταν η Εποπτική Αρχή αποφασίζει να εφαρμόσει στην τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο τις διατάξεις της Ενότητας 1 του Κεφαλαίου Β΄ του παρόντος Μέρους, η επιλογή της μεθόδου που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 178 του παρόντος από την αρχή που ασκεί την εποπτεία του ομίλου σε σχέση με την τελική μητρική επιχείρηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 173 του παρόντος, θεωρείται καθοριστική και εφαρμόζεται από την Εποπτική Αρχή.
Όταν η Εποπτική Αρχή αποφασίζει να εφαρμόσει στην τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο τις διατάξεις της Ενότητας 1 του Κεφαλαίου Β΄ του παρόντος Μέρους, και όταν η τελική μητρική επιχείρηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 173 του παρόντος έχει λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 189 του παρόντος ή την παράγραφο 5 του άρθρου 191 του παρόντος, την άδεια να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, καθώς και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στον όμιλο, στη βάση εσωτερικού υποδείγματος, η απόφαση αυτή θεωρείται καθοριστική και εφαρμόζεται από την Εποπτική Αρχή. Στην περίπτωση αυτή, όταν η Εποπτική Αρχή αποφασίζει ότι το προφίλ κινδύνου της τελικής μητρικής επιχείρησης σε εθνικό επίπεδο αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό υπόδειγμα που έχει εγκριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις ανησυχίες της Εποπτικής Αρχής, τότε η Εποπτική Αρχή δύναται να αποφασίσει να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή επιβάρυνση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου της εν λόγω επιχείρησης, όπως αυτές προκύπτουν από την εφαρμογή ενός τέτοιου υποδείγματος ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η πρόσθετη αυτή κεφαλαιακή επιβάρυνση κρίνεται ακατάλληλη, να απαιτήσει από την επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου της βάσει της τυποποιημένης μεθόδου. Η Εποπτική Αρχή αιτιολογεί τις αποφάσεις αυτές τόσο στην επιχείρηση όσο και στην αρχή εποπτείας του ομίλου. Εφόσον στην προηγούμενη περίπτωση η Εποπτική Αρχή δρα ως αρχή εποπτείας ενός ομίλου, συμμετέχει στις αντίστοιχες διαβουλεύσεις που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 216 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και, σε περίπτωση λήψης δυνάμει αυτού του άρθρου σχετικής απόφασης από εποπτική αρχή, ενημερώνει το κολλέγιο εποπτικών αρχών σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 203 του παρόντος.
Όταν η Εποπτική Αρχή αποφασίζει να εφαρμόσει στην τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο τις διατάξεις της Ενότητας 1 του Κεφαλαίου Β΄ του παρόντος Μέρους, η εν λόγω επιχείρηση δεν επιτρέπεται να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 193 ή 198 του παρόντος, την άδεια να υπαγάγει οποιαδήποτε από τις θυγατρικές της στα άρθρα 195 και 196 του παρόντος.
Καμία από τις αποφάσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο δεν μπορεί να ληφθεί ή να διατηρηθεί εφόσον η τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο είναι θυγατρική της τελικής μητρικής επιχείρησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 173 του παρόντος και η τελευταία αυτή επιχείρηση έχει λάβει σύμφωνα με τα άρθρα 194 ή 198 του παρόντος την άδεια να υπαγάγει τη θυγατρική αυτή στα άρθρα 195 και 196
Άρθρο 175
Μητρική επιχείρηση που καλύπτει περισσότερα κράτη−μέλη (άρθρο 217 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 49 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)
Η Εποπτική Αρχή δύναται να αποφασίζει τη σύναψη συμφωνίας με τις εποπτικές αρχές σε άλλα κράτη−μέλη, στα οποία λειτουργεί άλλη συνδεδεμένη τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό εκτός Ελλάδος επίπεδο, με σκοπό την άσκηση εποπτείας του ομίλου στο επίπεδο ελληνικού υπο−ομίλου, που καλύπτει περισσότερα κράτη−μέλη. Η Εποπτική Αρχή δύναται να αποφασίζει τη σύναψη συμφωνίας με τις εποπτικές αρχές σε άλλα κράτη−μέλη στα οποία λειτουργεί άλλη συμμετέχουσα τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό εκτός Ελλάδος επίπεδο, με σκοπό την άσκηση εποπτείας του ομίλου στο επίπεδο εθνικού εκτός Ελλάδος υπο−ομίλου που καλύπτει περισσότερα κράτη−μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Όταν η Εποπτική Αρχή έχει συνάψει συμφωνία με εποπτικές αρχές σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η εποπτεία του ομίλου δεν ασκείται στο επίπεδο τελικής μητρικής επιχείρησης που αναφέρεται στο 174 του παρόντος. Η Εποπτική Αρχή αιτιολογεί τις συμφωνίες τις παρούσας παραγράφου τόσο στην αρχή εποπτείας ομίλου, όσο και στην τελική μητρική επιχείρηση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. ενημερώνει το κολλέγιο εποπτικών αρχών σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 203 του παρόντος.
Οι παράγραφοι 2 έως 6 του άρθρου 174 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΟΜΙΛΟΥ
ΤΜΗΜΑ 1
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 176
Εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου (άρθρο 218 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου ασκείται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, με το άρθρο 201 και με το Κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος Μέρους.
Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 171 του παρόντος, οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μεριμνούν ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στον όμιλο, τα οποία να είναι πάντοτε τουλάχιστον ίσα με την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας του ομίλου, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με τα Τμήματα 2, 3 και 4 της παρούσας Ενότητας.
Στη περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 171 του παρόντος, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε έναν όμιλο μεριμνούν ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα επιλέξιμα κεφάλαια στον όμιλο, τα οποία να είναι πάντοτε ίσα με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με το Τμήμα 5 της παρούσας Ενότητας.
Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος υπόκεινται σε εποπτική εξέταση από την Εποπτική Αρχή, εφόσον δρα ως αρχή εποπτείας του ομίλου, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος Μέρους. Το άρθρο 107 του παρόντος και οι παράγραφοι 1 έως 4 του άρθρου 109 του παρόντος εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)