Νόμοι — ΦΕΚ A' 132/2009

Type Νόμος
Publication 2009-08-13
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 132 7 Αυγούστου 2009

Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία Κέντρου Επαφής για τη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών για την ασφάλεια των συνόρων, της Αστυνομίας, των Τελωνείων και των Υπηρεσιών Διοικητικού Ελέγχου Αλλοδαπών.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία Κέντρου Επαφής για τη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών για την ασφάλεια των συνόρων, της Αστυνομίας, των Τελωνείων και των Υπηρεσιών Διοικητικού Ελέγχου Αλλοδαπών, που υπογράφηκε στη Σόφια, στις 29 Απριλίου 2008, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΑΦΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ, ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ. Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας εφεξής καλούμενες «Συμβαλλόμενα Μέρη», Έχοντας υπόψη τους στόχους που θέτει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Νίκαιας στις 26 Φεβρουαρίου 2001), και ιδιαίτερα τα άρθρα 29 και 30, Έχοντας υπόψη τις ισχύουσες διμερείς συμφωνίες μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών, Έχοντας υπόψη τη σύμβαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997 περί αμοιβαίας συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών, η οποία καταρτίστηκε επί τη βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (σύμβαση «Νάπολη II»), Επιθυμώντας να βελτιώσουν τη συνεργασία τους ώστε να επιτευχθεί αποτελεσματικότερη κοινή ασφάλεια κατά μήκος των χερσαίων συνόρων τους, Πεπεισμένες ότι η στενή συνεργασία των Συμβαλλομένων Μερών είναι μείζονος σημασίας, Επιθυμώντας να βελτιωθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών τους, Λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν, η οποία υπογράφηκε στις 19 Ιουνίου 1990, και τα κείμενα για την εφαρμογή της, και προκειμένου να βελτιωθεί και να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των χωρών τους, όπως η αστυνομία και τα τελωνεία, Όντας αποφασισμένες αφενός να αντιμετωπίσουν τη λαθρομετανάστευση και τη διασυνοριακή εγκληματικότητα και αφετέρου να διασφαλίσουν την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη μέσω της πρόληψης των απειλών και, κυρίως, μέσω της αποτελεσματικής καταπολέμησης της εγκληματικότητας, ιδίως στους τομείς των ναρκωτικών, των κυκλωμάτων λαθρομετανάστευσης και του εμπορίου κλαπέντων οχημάτων, Συμφώνησαν τα ακόλουθα: ΤΙΤΛΟΣ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

(1) Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα ιδρύσουν κοινό Κέντρο Επαφής για την ανταλλαγή πληροφοριών και το συντονισμό των δραστηριοτήτων και των αναγκών των εθνικών υπηρεσιών τους για την ασφάλεια των χερσαίων συνόρων, της αστυνομίας, των τελωνείων και των υπηρεσιών διοικητικού ελέγχου αλλοδαπών. (2) Σύμφωνα με τις διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών τους οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών θα αλληλοσυνδράμονται για την αντιμετώπιση του διασυνοριακού εγκλήματος, καθώς και για την άσκηση επιτήρησης και ελέγχου κατά μήκος των χερσαίων συνόρων των Συμβαλλομένων Μερών. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών θα συνεργάζονται μεταξύ 5815 της νομοθεσίας και των κανονισμών για τα τελωνεία και τη λαθρομετανάστευση, που σχετίζονται με παραβιάσεις της σχετικής νομοθεσίας οι οποίες λαμβάνουν χώρα κατά μήκος των χερσαίων συνόρων των Συμβαλλομένων Μερών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της Συμφωνίας.

Άρθρο 2

(1) Το Κέντρο Επαφής θα βρίσκεται στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας στον Προμαχώνα. (2) Το Κέντρο Επαφής θα απασχολεί εκπροσώπους των αρμόδιων εθνικών αρχών των Συμβαλλομένων Μερών, οι οποίοι έγκαιρα και άμεσα θα αναλύουν και θα διαβιβάζουν πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις και εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά μήκος των συνόρων των Συμβαλλομένων Μερών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της Συμφωνίας.

Άρθρο 3

Αρμόδιες για την εφαρμογή της Συμφωνίας είναι οι ακόλουθες αρχές:

1.

Για την Ελληνική Δημοκρατία: − η Ελληνική Αστυνομία, − η Τελωνειακή Υπηρεσία.

2.

Για τη Δημοκρατία της Βουλγαρίας: − η Διεύθυνση Αστυνομίας Συνόρων, − η Εθνική Αστυνομία, − η Διεύθυνση Μετανάστευσης, − η Εθνική Τελωνειακή Υπηρεσία. ΤΙΤΛΟΣ II ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 4

(1) Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών, όπως αναφέρονται στο Άρθρο 3, θα διαβιβάζουν πληροφορίες μέσω του Κέντρου Επαφής, σχετικά με:

την εμπορία ανθρώπων,

τα οργανωμένα κανάλια λαθρεμπορίου και εμπορίας ανθρώπων,

πλαστογράφηση ταξιδιωτικών εγγράφων και ταυτοτήτων,

παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, πρόδρομων χημικών ουσιών, καθώς και πυροβόλων όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών, βιολογικών και χημικών όπλων, δηλητηριωδών, πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών,

και απομίμησης, τα πολιτιστικά αγαθά, τα απειλούμενα με εξαφάνιση είδη άγριας χλωρίδας και πανίδας (διεθνής σύμβαση «CΙΤES») και άλλα εγκλήματα και παραβάσεις των τελωνειακών κανονισμών,

μηχανοκίνητα οχήματα,

με τη μετανάστευση. (2) Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών, όπως αναφέρονται στο Άρθρο 3, θα συντονίζουν μέσω του Κέντρου Επαφής τα ακόλουθα καθήκοντα:

επίβλεψη και τον έλεγχο κατά μήκος των χερσαίων συνόρων των Συμβαλλομένων Μερών,

εντοπισμό, την πρόληψη και την αντιμετώπιση εγκλημάτων και παραβάσεων που διαπράττονται κατά μήκος των χερσαίων συνόρων των Συμβαλλομένων Μερών,

επανεισδοχή προσώπων δυνάμει των διατάξεων της «Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας σχετικά με την επανεισδοχή προσώπων των οποίων η διαμονή είναι παράνομη» που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 1995,

μήκος των χερσαίων συνόρων των Συμβαλλομένων Μερών. (3) Το προσωπικό του Κέντρου Επαφής δεν θα συμμετέχει άμεσα στην εκτέλεση επιχειρησιακών δραστηριοτήτων ή στη διενέργεια συνοριακού ελέγχου στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.

Άρθρο 5

(1) Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών των Συμβαλλομένων Μερών θα γίνεται από το Κέντρο Επαφής σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τους κανονισμούς που θα ορίσει η Κοινή Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14. (2) Το αίτημα παροχής πληροφοριών και η αντίστοιχη απάντηση θα υποβάλλονται μέσω επιστολής ή τηλεομοιοτυπίας και σε μορφή που θα εγκρίνεται από την Κοινή Επιτροπή. (3) Τυχόν προφορικό αίτημα θα γίνεται δεκτό σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα και η αντίστοιχη απάντηση καταγράφονται συνοπτικά σε ειδικό βιβλίο και επιβεβαιώνονται γραπτώς 24 ώρες μετά τη λήψη τους. (4) Το Συμβαλλόμενο Μέρος που υποβάλλει το αίτημα θα εκθέτει τους σκοπούς που θα εξυπηρετήσουν οι πληροφορίες και θα αναφέρει αν αυτές θα χρησιμοποιηθούν από άλλες αρμόδιες αρχές. (5) Όλα τα αιτήματα και οι απαντήσεις θα καταγράφονται δεόντως και θα φυλάσσονται σε αρχείο από το προσωπικό του Κέντρου Επαφής. Ο τρόπος χρήσης και φύλαξης των εγγράφων στο Κέντρο θα είναι σύμφωνος με τις διατάξεις της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τις αντίστοιχες αρχές.

Άρθρο 6

Η επικοινωνία κατά τη διάρκεια των επαφών θα γίνεται στα ελληνικά, στα βουλγαρικά και στα αγγλικά.

Άρθρο 7

Το Κέντρο Επαφής δεν θα έχει καθεστώς ανεξάρτητης υπηρεσίας, ξεχωριστής από τις αρχές των Συμβαλλομένων Μερών και, επομένως, δεν θα έχει διοικητικές αρμοδιότητες.

Άρθρο 8

(1) Το προσωπικό του Κέντρου Επαφής θα τελεί υπό την άμεση καθοδήγηση των αντίστοιχων περιφερειακών και κεντρικών οργάνων των υπηρεσιών κάθε χώρας, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες. (2) Η διοικητική διαχείριση του Κέντρου Επαφής θα γίνεται από τους Προϊσταμένους των συνοριακών υπηρεσιών των Συμβαλλομένων Μερών, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία.

Άρθρο 9

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διορίζει ίσο αριθμό εκπροσώπων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές του, οι οποίοι θα συμμετέχουν στις δραστηριότητες του Κέντρου Επαφής.

Άρθρο 10

(1) Οι ώρες λειτουργίας του Κέντρου Επαφής θα καθοριστούν από την Κοινή Επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 14. (2) Το Συμβαλλόμενο Μέρος ότου οποίου το έδαφος βρίσκεται το Κέντρο Επαφής θα είναι υπεύθυνο για τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την ασφάλειά του.

Άρθρο 11

(1) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα παρέχει τον απαραίτητο τηλεπικοινωνιακό ή άλλο τεχνικό εξοπλισμό (τηλέφωνα, συσκευές τηλεομοιοτυπίας, ηλεκτρονικούς υπολογιστές κ.λπ.) για την κάλυψη των αναγκών του προσωπικού του. (2) Η διοικητική μέριμνα του Κέντρου Επαφής, περιλαμβανομένου του απαραίτητου εξοπλισμού γραφείου, θα παρέχεται από το Συμβαλλόμενο Μέρος υποδοχής. (3) Οι δαπάνες που απορρέουν από τη χρήση του Κέντρου Επαφής θα κατανέμονται εξίσου μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα αναλαμβάνει τις δαπάνες του δικού του προσωπικού και υλικού. ΤΙΤΛΟΣ IV ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Άρθρο 12

(1) Το προσωπικό που τοποθετείται στο Κέντρο Επαφής θα φορά στολές και θα φέρει διακριτικά της σχετικής υπηρεσίας. Τα μέλη του προσωπικού θα είναι υποχρεωμένα να φέρουν ειδικό διακριτικό σήμα με το όνομά τους γραμμένο στα ελληνικά και στα βουλγαρικά, το οποίο θα αντιστοιχεί στη θέση τους στο Κέντρο Επαφής, και δεν θα φέρουν όπλα. (2) Τα μέλη του προσωπικού του Κέντρου Επαφής θα φέρουν την ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία προκαλέσουν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία. (3) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα ασκεί τις διοικητικές και πειθαρχικές αρμοδιότητές του μόνο επί του προσωπικού του που απασχολείται στο Κέντρο Επαφής. (4) Οι αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους υποδοχής θα παρέχουν στο προσωπικό του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους που είναι τοποθετημένο στο Κέντρο Επαφής την ίδια προστασία και συνεργασία που παρέχουν στο δικό τους προσωπικό. Οι διατάξεις του ποινικού δικαίου του Συμβαλλόμενου Μέρους υποδοχής περί προστασίας των δημοσίων υπαλλήλων και των δραστηριοτήτων τους θα εφαρμόζονται για αδικήματα που τελούνται εις βάρος του προσωπικού του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή σε συνάρτηση με τα καθήκοντα αυτά. (5) Οι Προϊστάμενοι του Κέντρου Επαφής θα παρέχουν ο ένας στον άλλον κατάλογο με τα ονόματα των υπαλλήλων που είναι τοποθετημένοι στο Κέντρο Επαφής. ΤΙΤΛΟΣ V ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 13

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών θα ανταλλάσσουν σε αμοιβαία βάση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, τηρώντας τους όρους που καθορίζει η παρέχουσα τα δεδομένα αρχή και τις ακόλουθες αρχές που εφαρμόζονται στην αυτόματη και μη−αυτόματη επεξεργασία δεδομένων:

1.

Τα παρασχεθέντα δεδομένα δεν θα χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους παρασχέθηκαν αρχικά χωρίς τη συναίνεση της παρέχουσας τα δεδομένα αρχής.

2.

Τα παρασχεθέντα δεδομένα θα καταστρέφονται / διορθώνονται εάν:

του νόμου ή

των σκοπών για τους οποίους παρασχέθηκαν, εκτός εάν υπάρχει ειδική άδεια χρήσης τους και για άλλους σκοπούς.

3.

Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας παρέχουσας τα δεδομένα αρχής, η αρμόδια αρχή του λαμβάνοντος τα δεδομένα Συμβαλλόμενου Μέρους θα παρέχει ενημέρωση σχετικά με τη χρήση τους.

4.

Η αρμόδια παρέχουσα τα δεδομένα αρχή θα διασφαλίζει ότι τα διαβιβαζόμενα δεδομένα είναι ορθά και επαρκή. Εάν, στη συνέχεια, διαπιστωθεί ότι έχουν διαβιβασθεί μη ορθά δεδομένα ή δεδομένα που δεν θα έπρεπε να έχουν διαβιβασθεί, ή ότι νομίμως διαβιβασθέντα δεδομένα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους της αρμόδιας παρέχουσας ή λαμβάνουσας τα δεδομένα αρχής θα πρέπει να καταστραφούν σε μεταγενέστερο στάδιο, πρέπει να ειδοποιείται αμέσως η αρμόδια λαμβάνουσα ή παρέχουσα τα δεδομένα αρχή προκειμένου να τα καταστρέψει ή να επιφέρει τις αντίστοιχες διορθώσεις σύμφωνα με την υποπαράγραφο 2.

5.

Η αρμόδια λαμβάνουσα τα δεδομένα αρχή θα έχει ως καθήκον να προστατεύει κατά τρόπο αποτελεσματικό τα παρασχεθέντα δεδομένα από τυχόν μη εξουσι στα παρασχεθέντα δεδομένα ή μη εξουσιοδοτημένης διάχυσης αυτών, η αρμόδια αρχή του λαμβάνοντος τα δεδομένα Συμβαλλόμενου Μέρους θα ενημερώνει αμέσως την παρέχουσα τα δεδομένα αρχή σχετικά με τις συνθήκες της μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης ή διάχυσης, καθώς και σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί προς αποφυγή ανάλογων περιστατικών στο μέλλον.

7.

Και οι δύο αρχές (λαμβάνουσα και παρέχουσα τα δεδομένα) είναι υποχρεωμένες να τηρούν αρχεία αποστολής, λήψης, διόρθωσης ή καταστροφής των δεδομένων.

8.

Αφού παράσχει τα δεδομένα, η αρμόδια παρέχουσα τα δεδομένα αρχή θα καθορίζει, σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία, την προθεσμία καταστροφής των δεδομένων.

9.

Το πρόσωπο για το οποίο θα παρασχεθούν ή έχουν παρασχεθεί δεδομένα θα λαμβάνει, κατόπιν γραπτού αιτήματός του, πληροφορίες σχετικά με τα παρασχεθέντα δεδομένα και τον σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία των Συμβαλλομένων Μερών. Εάν το πρόσωπο που αφορούν τα δεδομένα υποβάλει αίτηση για πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, διόρθωση ή καταστροφή τους, η λαμβάνουσα τα δεδομένα αρχή θα αποφαίνεται σχετικά λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση της παρέχουσας τα δεδομένα αρχής. Σε αυτήν την περίπτωση, η εν λόγω δήλωση θα γίνεται σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.

10.

Η αρμόδια αρχή στην οποία υποβάλλεται από υπήκοο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους αίτημα παροχής πληροφοριών είναι υποχρεωμένη να ενημερώσει αμέσως την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους προτού παράσχει τις πληροφορίες αυτές.

11.

Επιπλέον, η παροχή δεδομένων σε τρίτα μέρη είναι δυνατή μόνο με τη γραπτή συναίνεση του παρέχοντος τα δεδομένα Συμβαλλόμενου Μέρους.

12.

Σε περίπτωση που απειλείται η εθνική ασφάλεια ή η δημόσια τάξη, ενδέχεται να υπάρξει άρνηση παροχής δεδομένων.

13.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση βλαβών σε τρίτα πρόσωπα λόγω της παροχής, της λήψης ή της χρήσης δεδομένων και προκειμένου να εκλείψουν οι προϋποθέσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε δυσμενείς συνέπειες. ΤΙΤΛΟΣ VI ΚΟΙΝΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 14

(1) Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα συστήσουν Κοινή Επιτροπή, η οποία θα αποτελείται από τέσσερις (4) εκπροσώπους των αρμόδιων αρχών κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους και θα συνέρχεται τουλάχιστον δύο (2) φορές ετησίως στις εγκαταστάσεις του Κέντρου Επαφής. (2) Η Επιτροπή θα εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό. (3) Η Επιτροπή θα ελέγχει την εφαρμογή της Συμφωνίας, θα καθορίζει τυχόν απαραίτητα μέτρα για την υλοποίησή της και θα προτείνει πρωτόκολλα υλοποίησης με σκοπό την κατάρτιση συγκεκριμένων μέτρων σχετικά με την εφαρμογή και την υλοποίηση της παρούσας Συμφωνίας. Τα εν λόγω πρωτόκολλα υλοποίησης θα εγκρίνονται από τις αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους. ΤΙΤΛΟΣ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 15

(1) Η παρούσα Συμφωνία δεν υπονομεύει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Συμβαλλομένων Μερών που απορρέουν από άλλες διεθνείς συμφωνίες στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη. (2) Τυχόν διαφορές όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας θα διευθετούνται μέσω διαβουλεύσεων μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών.

Άρθρο 16

Σε περίπτωση που απειλείται η εθνική ασφάλεια ή άλλα σημαντικά δημόσια συμφέροντα, ή σε περίπτωση που υπάρχει ασυμβατότητα με την εθνική του νομοθεσία, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να αρνηθεί προσωρινά την παροχή συνδρομής πλήρως ή μερικώς. Το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος θα ενημερώνεται αμέσως γραπτώς σχετικά με τους λόγους της άρνησης.

Άρθρο 17

(1) Η Συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ τριάντα (30) ημέρες μετά την ημερομηνία λήψης της τελευταίας γραπτής κοινοποίησης με την οποία οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα ενημερώνει το άλλο σχετικά με την ολοκλήρωση των εσωτερικών νομικών διαδικασιών του που απαιτούνται για να τεθεί σε ισχύ η Συμφωνία. (2) Η Συμφωνία θα τροποποιείται και θα συμπληρώνεται με αμοιβαία γραπτή συναίνεση μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών. Τυχόν τροποποιήσεις και προσθήκες θα τίθενται σε ισχύ σύμφωνα με την παράγραφο 1. (3) Η παρούσα Συμφωνία δύναται να καταγγελθεί από οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Μέρη με γραπτή κοινοποίηση προς το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος. Σε αυτήν την περίπτωση, θα παύσει να ισχύει έξι (6) μήνες μετά την ημερομηνία της κοινοποίησης.

Άρθρο 18

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.