Νόμοι — ΦΕΚ A' 135/2006

Type Νόμος
Publication 2006-07-10
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 135 4 Ιουλίου 2006

Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

Άρθρο 1

Ρύθμιση θεμάτων επιθεώρησης και Εφετείου Καλαμάτας

1.

Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35 Α), αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Των εφετείων, των εφετείων ανηλίκων και των μεικτών ορκωτών Εφετείων Δωδεκανήσου, Κέρκυρας, Ιωαννίνων, Ναυπλίου, Πατρών, Καλαμάτας, Λαμίας, Κρήτης, Αιγαίου, Λάρισας, Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας ο δικαστής ο οποίος διευθύνει το Εφετείο: αα) των Αθηνών για τα επτά πρώτα, ββ) του Πειραιά για τα δύο αμέσως επόμενα και γγ) της Θεσσαλονίκης για τα τρία τελευταία παραγγέλλει να μεταβούν από το εφετείο για τη σύνθεση δικασίμων όσοι εφέτες χρειάζονται».

2.

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 80 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται ως εξής: «Σε μία κληρωτίδα τοποθετούνται τα ονόματα των αντιπροέδρων και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και σε άλλη τα ονόματα των αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, οι οποίοι συμπληρώνουν διετή υπηρεσία ως αρεοπαγίτες ή αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου τη 15η Σεπτεμβρίου του έτους της κλήρωσης».

3.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 81 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι περιφέρειες της επιθεώρησης ορίζονται σε έξι. Καθεμιά από αυτές περιλαμβάνει αντιστοίχως: Η Α΄ τα Εφετεία Αθηνών και Λαμίας, τις Εισαγγελίες Εφετών Αθηνών και Λαμίας και τα περιφερειακά πρωτοδικεία και τις εισαγγελίες πρωτοδικών των Εφετείων Αθηνών και Λαμίας. Η Β΄ το Πρωτοδικείο Αθηνών και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Η Γ΄ τα Εφετεία Πειραιώς, Ναυπλίου και Καλαμάτας. Η Δ΄ τα Εφετεία Κρήτης, Αιγαίου και Δωδεκανήσου. Η Ε΄ τα Εφετεία Λάρισας, Ιωαννίνων, Πατρών και Κέρκυρας και η Στ΄ τα Εφετεία Θεσσαλονίκης, Δυτικής Μακεδονίας και Θράκης».

4.

Η τέταρτη υποπαράγραφος της παραγράφου 4 του άρθρου 97 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται ως εξής: «Ως πλησιέστερα εφετεία θεωρούνται: για το Εφετείο Λαμίας το Εφετείο Αθηνών, για τα Εφετεία Κέρκυρας και Ιωαννίνων το Εφετείο Πατρών, για τα Εφετεία Ναυπλίου, Καλαμάτας, Κρήτης, Αιγαίου και Δωδεκανήσου το Εφετείο Πειραιώς, για τα Εφετεία Θράκης, Δυτικής Μακεδονίας και Λάρισας το Εφετείο Θεσσαλονίκης».

Άρθρο 2

Προεδρία συμβουλίων και επιτροπών από δικαστικούς λειτουργούς Στην παράγραφο 2 του άρθρου 41 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Ειδικώς στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον δεν συμμετέχει δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ή αντίστοιχο, ως Πρόεδρος της επιτροπής μπορεί να ορίζεται μέλος το οποίο δεν έχει τη δικαστική ιδιότητα».

Άρθρο 3

Θέματα ειρηνοδικών

1.

Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 77Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται ως εξής: «Μετά τη συμπλήρωση της κανονικής ή συμπληρωματικής άσκησης στο πρωτοδικείο, οι δόκιμοι ειρηνοδίκες υποχρεούνται να εμφανισθούν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στο ειρηνοδικείο της πόλης όπου εδρεύει το πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο στο οποίο έχουν τοποθετηθεί».

2.

Το άρθρο 6Α του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών που διευθύνει το πρωτοδικείο ρυθμίζει με πράξη του την υπηρεσία όλων των ειρηνοδικών της περιφέρειάς του και την κατανέμει 1461 ορίζει κατά περίπτωση ειρηνοδίκη υπηρεσίας για τα κατά τόπους ειρηνοδικεία.

2.

Η πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων του πρωτοδικείου, δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος της. Για την πιστοποίηση της ανάρτησης συντάσσεται έκθεση στην οποία περιέχεται η όλη πράξη. Οι εκθέσεις φυλάσσονται κατά σειρά σε ιδιαίτερο φάκελο.

3.

Οι ειρηνοδίκες, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν αναλάβουν την υπηρεσία που τους ανατίθεται, παραγγέλλονται να μεταβούν στα οικεία ειρηνοδικεία.

4.

Οι ήδη υπηρετούντες ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες οφείλουν, εντός τριάντα ημερών από την έναρξη ισχύος της παρούσας ρύθμισης, να εμφανισθούν στο ειρηνοδικείο της πόλης όπου εδρεύει το πρωτοδικείο στο οποίο υπάγεται το ειρηνοδικείο όπου υπηρετούν.

5.

Τα ειρηνοδικεία με έδρα τις περιφέρειες των Πρωτοδικείων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, καθώς και τα ειρηνοδικεία των νήσων στις οποίες δεν εδρεύει πρωτοδικείο, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

6.

Οι διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφος 1 περίπτωση ε, 6 παράγραφος 1 περίπτωση α΄, καθώς και κάθε άλλη ειδική διάταξη για την αναπλήρωση ειρηνοδικών και τη σχετική παραγγελία, δε θίγονται».

3.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από τη 16η Σεπτεμβρίου 2006.

Άρθρο 4

Προαγωγές δικαστικών λειτουργών Οι παράγραφοι 8, 9 και 11 του άρθρου 77 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίστανται ως εξής: «8. Σε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται με αίτησή του Εισαγγελέας Εφετών». «9. Σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται Αρεοπαγίτης με δύο τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν». «11. Σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Αρεοπαγίτης ή Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με δύο τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στους βαθμούς αυτούς».

Άρθρο 5

Διορισμός απολυόμενων δικαστικών λειτουργών Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 108 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται ως εξής: «Σε καταφατική περίπτωση ο κρινόμενος δικαιούται να ζητήσει εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν της αποφάσεως του συμβουλίου, με αίτηση του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το διορισμό του στη γραμματεία των δικαστηρίων ή των εισαγγελιών ή σε δημόσια διοικητική θέση, πλην των Κεντρικών Υπηρεσιών των Υπουργείων».

Άρθρο 6

Αύξηση θέσεων δικαστικών λειτουργών

1.

Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων αυξάνεται από την 1η Ιουλίου 2006 ως εξής: α. Των πρωτοδικών και παρέδρων πρωτοδικείου κατά δώδεκα, δηλαδή ορίζεται συνολικά σε οκτακόσιες τριάντα επτά. β. Των αντεισαγγελέων πρωτοδικών και παρέδρων εισαγγελίας κατά τέσσερις, δηλαδή ορίζεται συνολικά σε διακόσιες πενήντα μία.

2.

Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αυξάνεται από την 1η Ιουλίου 2006 ως εξής: Των πρωτοδικών και παρέδρων πρωτοδικείων κατά δέκα, δηλαδή ορίζεται συνολικά σε τετρακόσιες δώδεκα.

Άρθρο 7

Παράταση ισχύος πίνακα ειρηνοδικών Οι κενές έως την 30ή Ιουνίου 2006 θέσεις ειρηνοδικών θα καλυφθούν από τον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού της 22ας Σεπτεμβρίου 1997 (και μετ’ αναβολή της 25ης Οκτωβρίου 1997), ο οποίος δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως 33/9.7.1998 (Παράρτημα). Η ισχύς του πίνακα παρατείνεται έως την πλήρωση των θέσεων αυτών.

Άρθρο 8

Θέματα δικαστικών λειτουργών Διοικητικής Δικαιοσύνης

1.

Το άρθρο 8 του ν. 3068/2002 (ΦΕΚ 274 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Σε Σύμβουλο της Επικρατείας προάγεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10, εφόσον δεν συμπληρώνει το εξηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας του έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους κενώσεως ή συστάσεως της θέσεως, πρόεδρος εφετών διοικητικών δικαστηρίων ή εφέτης διοικητικών δικαστηρίων, με επτά τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό του εφέτη και συνολική πραγματική δικαστική υπηρεσία είκοσι έξι τουλάχιστον ετών στα διοικητικά δικαστήρια».

2.

Το άρθρο 9 του ν. 3068/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η διαδικασία πλήρωσης θέσεως Συμβούλου της Επικρατείας με προαγωγή δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κινείται με ανακοίνωση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η ανακοίνωση αποστέλλεται στα διοικητικά εφετεία της χώρας και αναρτάται αμέσως από τον γραμματέα του κάθε εφετείου στο οικείο δικαστικό κατάστημα. Για την ανάρτηση συντάσσεται έκθεση που διαβιβάζεται στον Γενικό Επίτροπο. Η ανακοίνωση αποστέλλεται, το ταχύτερο δυνατόν, μετά την κένωση ή τη σύσταση νέων θέσεων. Ειδικά για την πλήρωση των κενών θέσεων οι οποίες προβλέπεται ότι θα προκύψουν την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, η ανακοίνωση αποστέλλεται το αργότερο εντός του μηνός Φεβρουαρίου. Όσοι έχουν τα νόμιμα προσόντα, αλλά δεν επιθυμούν να κριθούν για την πλήρωση των ως άνω θέσεων, υποβάλλουν, εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι ημερών από την επομένη της αναρτήσεως της ανακοινώσεως, σχετική δήλωση στον Γενικό Επίτροπο και δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των κρινομένων.

2.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών δικαστηρίων αποστέλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις δηλώσεις που υποβλήθηκαν σύμφωνα τέρω θέσεων στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου της Διοικητικής Δικαιοσύνης, διαβιβάζοντας και τις δηλώσεις που έχουν υποβληθεί. Το ερώτημα προκαλείται μέσα σε δύο μήνες από την κένωση ή τη σύσταση νέων θέσεων. Για την πλήρωση κενών θέσεων οι οποίες προβλέπεται ότι θα ανακύπτουν την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, το ερώτημα αποστέλλεται εντός του μηνός Απριλίου».

3.

Το άρθρο 11 του ν. 3068/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 11 Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στα διοικητικά εφετεία όπου υπηρετούν οι παραλειφθέντες δικαστικοί λειτουργοί. Ο δικαστικός λειτουργός ο οποίος δεν κρίθηκε προακτέος έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 68 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988)».

4.

Η παράγραφος 7 του άρθρου 63 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται ως εξής: «7. Η προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Επιτρόπου ενεργείται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών της Γενικής Επιτροπείας και των προέδρων εφετών των διοικητικών δικαστηρίων με τριετή υπηρεσία στο βαθμό αυτόν».

Άρθρο 9

Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 42 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3258/2004 (ΦΕΚ 144 Α΄), αρχίζει να ισχύει από τη 16η Σεπτεμβρίου 2005.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Άρθρο 10

Θέματα δικαστικών υπαλλήλων

1.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με το ν. 2812/2000 (ΦΕΚ 67 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «2. Δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι υπάλληλοι της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υπάλληλοι των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, καθώς και οι υπάλληλοι των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω − Λέρου».

2.

Στο άρθρο 16 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων προστίθεται στοιχείο ε΄ ως εξής: «ε. Τομέας υπαλλήλων εμμίσθων υποθηκοφυλακείων της χώρας και Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω − Λέρου».

3.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 30 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων αντικαθίσταται ως εξής: «2. Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλο τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του Προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για χρονικό διάστημα έως έξι μήνες, με δυνατότητα παράτασης για έξι ακόμη μήνες, με όμοια απόφαση. Ο χρόνος ανάθεσης μπορεί να παραταθεί συνολικά έως δύο έτη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου».

4.

Η παράγραφος 4 του άρθρου 44 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων αντικαθίσταται ως εξής: «4. Δικαστικός υπάλληλος ο οποίος πάσχει ή έχει σύζυγο ή τέκνο που πάσχει από νόσημα για το οποίο απαιτούνται τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή αιμοκαθάρσεις ή από νόστιμα που χρειάζεται περιοδική νοσηλεία δικαιούται επιπλέον άδειας έως είκοσι εργάσιμων ημερών κάθε ημερολογιακό έτος, με πλήρεις αποδοχές».

5.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 75 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Μετάθεση δεν επιτρέπεται πριν από τη συμπλήρωση τριετίας στην υπηρεσία που τοποθετήθηκε κατά το διορισμό του, εκτός εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας».

6.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 79 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αμοιβαία μετάθεση διενεργείται μεταξύ δικαστικών υπαλλήλων που ανήκουν στον ίδιο τομέα και κλάδο. Η αμοιβαία μετάθεση δεν επιτρέπεται κατά την τελευταία τριετία πριν από την αποχώρησή τους από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ή τριακονταπενταετίας».

7.

Οι παράγραφοι 1, 3 και 7 του άρθρου 82 του Κώδικα «1. Επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου στη γραμματεία άλλου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή σε υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, καθώς και στα υποθηκοφυλακεία και κτηματολογικά γραφεία της χώρας για την κάλυψη εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών. Η απόσπαση διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος. Αν η γραμματεία ή η υπηρεσία, στην οποία πρόκειται να αποσπασθεί ο δικαστικός υπάλληλος, υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου υπηρεσιακού συμβουλίου απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του συμβουλίου αυτού.

3.

Η διάρκεια της απόσπασης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να υπερβεί το έτος. Παράταση επιτρέπεται μόνο επί ένα έτος ακόμη, με την ίδια διαδικασία. Η διάρκεια της απόσπασης της παραγράφου 2 ορίζεται σε δύο έτη και μπορεί να παραταθεί για άλλα δύο έτη, χωρίς τον περιορισμό της παραγράφου 4.

7.

Διατάξεις που προβλέπουν την απόσπαση στην Εθνική Σχολή Δικαστών ή σε παραμεθόριες περιοχές για λόγους συνυπηρέτησης συζύγων η σε γραφεία βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή κομμάτων που εκπροσωπούνται στην Ελληνική Βουλή διατηρούνται σε ισχύ». «1. Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση άλλου κλάδου της ίδιας κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτησή του για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, μετά τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας στον κλάδο στον οποίο ανήκει, εφόσον ο δικαστικός υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για τη θέση στην οποία μετατάσσεται. Η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου στην ίδια κατηγορία του ίδιου κλάδου άλλου τομέα επιτρέπεται με τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

2.

Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτησή του, μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, εφόσον απέκτησε μετά το διορισμό του τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για τη θέση αυτή ή μετά τη συμπλήρωση οκταετούς δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον κατείχε πριν από το διορισμό του τα τυπικά προσόντα της θέσης στην οποία επιθυμεί να μεταταγεί».

9.

Η παράγραφος 4 του άρθρου 84 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων αντικαθίσταται ως εξής: «4. Για τις μετατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 απαιτείται: α) συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας, β) σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο δικαστικός υπάλληλος και γ) σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας του υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για την οποία ζητείται η μετάταξη. Για τη διαμόρφωση της γνώμης των υπηρεσιακών συμβουλίων εφαρμόζονται ανάλογα οι εκάστοτε διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους».

10.

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 106 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Για τους υπαλλήλους των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο εισαγγελέας της οικείας εισαγγελίας πρωτοδικών».

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.