Νόμοι — ΦΕΚ A' 137/2011
απασχόλησης και των συνθηκών εργασίας, που ισχύουν στον τόπο εκτέλεσης του έργου, υπηρεσίας ή προμήθειας,
- ε) την ενδεχόμενη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης στον
προσφέροντα.
H αναθέτουσα αρχή ελέγχει, σε συνεννόηση με τον προσφέροντα, τη σύνθεση της προσφοράς βάσει των δικαιολογητικών που κατατέθηκαν.
Η αναθέτουσα αρχή που διαπιστώνει ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή λόγω της χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα μπορεί να απορρίψει την εν λόγω προσφορά αποκλειστικά για το λόγο αυτόν μόνον εφόσον διαβουλευθεί με τον προσφέροντα και εφόσον ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να αποδείξει, εντός επαρκούς προθεσμίας την οποία ορίζει η αναθέτουσα αρχή, ότι η εν λόγω ενίσχυση έχει χορηγηθεί νόμιμα. Όταν η αναθέτουσα αρχή απορρίπτει μια προσφορά υπό τις συνθήκες αυτές, ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΕΡΓΟΛΑΒΙΑ
Άρθρο 69
(άρθρα 50 και 51 της Οδηγίας) Υπεργολαβίες που ανατίθενται από αναδόχους, οι οποίοι δεν είναι αναθέτουσες αρχές
Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 5 η αναθέτουσα αρχή επιβάλει στον ανάδοχο την υπεργολαβική ανάθεση συμβάσεων σε τρίτους μέσω διαγωνιστικής διαδικασίας, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι ανάδοχοι, οι οποίοι δεν είναι αναθέτουσες αρχές, εφαρμόζουν τα άρθρα 69 έως 71 κατά την ανάθεση συμβάσεων υπεργολαβίας σε τρίτους.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι οικονομικοί φορείς που συνιστούν κοινοπραξία για να αναλάβουν τη σύμβαση ή οι οικονομικοί φορείς που συνδέονται με τους φορείς αυτούς δεν θεωρούνται τρίτοι. Ο προσφέρων περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο των εν λόγω επιχειρήσεων στην προσφορά του. Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται για τις οποιεσδήποτε μεταβολές στους δεσμούς που υπάρχουν μεταξύ των οικονομικών φορέων.
Η ανάθεση συμβάσεων από τον προσφέροντα στους οικονομικούς φορείς της παραγράφου 2 δεν θεωρείται υπεργολαβία και δεν υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου περί υπεργολαβικής ανάθεσης τμήματος του συμβατικού αντικειμένου σε τρίτους μέσω διαγωνισμού. Η ανάθεση συμβάσεων στους ως άνω οικονομικούς φορείς δεν συνυπολογίζεται στο ελάχιστο ποσοστό υπεργολαβίας που ενδεχομένως επιβάλει στον ανάδοχο η αναθέτουσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 5 περιπτώσεις β΄ και γ΄.
Ο ανάδοχος υποβάλει στην αναθέτουσα αρχή, πριν από την υπογραφή κάθε σύμβασης υπεργολαβίας, φάκελο που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία και τα κριτήρια που χρησιμοποίησε για την επιλογή του συγκεκριμένου υπεργολάβου και σχέδιο της σύμβασης υπεργολαβίας που θα υπογραφεί μεταξύ του αναδόχου και του υπεργολάβου. Η σύμβαση υπεργολαβίας υπογράφεται μόνο εφόσον εγκριθεί από την αναθέτουσα αρχή.
Ο ανάδοχος ενεργεί με διαφάνεια και μεταχειρίζεται όλους τους δυνητικούς υπεργολάβους ισότιμα και χωρίς διακρίσεις.
Άρθρο 70
(άρθρο 52 της Οδηγίας) Κανόνες δημοσιότητας και σύναψης συμβάσεων υπεργολαβίας
Όταν ο ανάδοχος, ο οποίος δεν είναι αναθέτουσα αρχή, αναθέτει σύμβαση υπεργολαβίας, γνωστοποιεί την πρόθεσή του με προκήρυξη.
Οι προκηρύξεις υπεργολαβίας περιέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα V και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες κριθούν χρήσιμες από τον ανάδοχο, εν ανάγκη με την έγκριση της αναθέτουσας αρχής. Οι προκηρύξεις υπεργολαβίας συντάσσονται σύμφωνα με τα τυποποιημένα υποδείγματα που εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει της συμβουλευτικής διαδικασίας του άρθρου 67 παρ. 2 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ.
Οι προκηρύξεις υπεργολαβίας δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφοι 2 έως 5.
Δεν απαιτείται προκήρυξη υπεργολαβίας όταν η σύμβαση υπεργολαβίας πληροί τις προϋποθέσεις προσφυγής στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προκήρυξη του άρθρου 42.
Οι ανάδοχοι μπορούν να εκδίδουν σύμφωνα με το άρθρο 49 προκηρύξεις υπεργολαβίας για τις οποίες δεν απαιτείται δημοσιότητα.
Ο ανάδοχος είναι δυνατόν να εκπληρώνει την απαίτηση υπεργολαβίας του άρθρου 34 παρ. 5, αναθέτοντας στη βάση συμφωνίας−πλαίσιο συμβάσεις υπεργολαβίας οι οποίες θα συνάπτονται σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 69 παρ. 5 και 71, καθώς και στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου. Οι συμβάσεις υπεργολαβίας που βασίζονται σε μια τέτοια συμφωνία−πλαίσιο ανατίθενται με τήρηση των όρων που προβλέπει η συμφωνία−πλαίσιο. Μπορούν να ανατεθούν μόνο σε οικονομικούς φορείς που συμμετείχαν αρχικά στη συμφωνία−πλαίσιο. Κατά την ανάθεση των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι προτείνουν πάντοτε όρους που συνάδουν προς τους όρους της συμφωνίας−πλαίσιο. Η διάρκεια μιας συμφωνίας−πλαίσιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα επτά έτη, εκτός από εξαιρετικές περιστάσεις που προσδιορίζονται λαμβανομένου υπόψη του προβλεπόμενου κύκλου ζωής οποιωνδήποτε παραδιδόμενων ειδών, εγκαταστάσεων ή συστημάτων, και των τεχνικών δυσκολιών τις οποίες ενδέχεται να προκαλέσει η αλλαγή προμηθευτή. περιορίζει ή να νοθεύει τον ανταγωνισμό.
Για την ανάθεση συμβάσεων υπεργολαβίας με εκτιμώμενη αξία χωρίς ΦΠΑ κατώτερη των χρηματικών ορίων του άρθρου 24, οι ανάδοχοι εφαρμόζουν τις αρχές της συνθήκης σχετικά με τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό. Το άρθρο 25 εφαρμόζεται στον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας των συμβάσεων υπεργολαβίας.
Άρθρο 71
(άρθρο 53 της Οδηγίας) Κριτήρια ποιοτικής επιλογής των υπεργολάβων
Ο ανάδοχος αναφέρει στην προκήρυξη υπεργολαβίας τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής των υπεργολάβων που ορίζει η αναθέτουσα αρχή, καθώς και οποιαδήποτε άλλα κριτήρια θα εφαρμόσει στην ποιοτική επιλογή των υπεργολάβων. Όλα τα κριτήρια πρέπει να είναι αντικειμενικά, χωρίς διακρίσεις και να συνάδουν προς τα κριτήρια που εφαρμόζονται από την αναθέτουσα αρχή, όσον αφορά την επιλογή των προσφερόντων για την κύρια σύμβαση. Οι απαιτούμενες ικανότητες πρέπει να συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο της σύμβασης υπεργολαβίας και τα απαιτούμενα επίπεδα ικανότητας να είναι ανάλογα προς αυτό.
Ο ανάδοχος δεν απαιτείται να προχωρήσει σε υπεργολαβική ανάθεση, εφόσον αποδεικνύει, με τρόπο που πείθει την αναθέτουσα αρχή, ότι κανείς από τους υπεργολάβους που συμμετέχουν στο διαγωνισμό ή καμία από τις προσφορές τους δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα κριτήρια που αναφέρονται στην προκήρυξη υπεργολαβίας, με αποτέλεσμα ο ανάδοχος να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της κύριας σύμβασης.
Άρθρο 72
(άρθρο 54 της Οδηγίας) Υπεργολαβίες που ανατίθενται από αναδόχους οι οποίοι είναι αναθέτουσες αρχές Αν ο ανάδοχος είναι αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει κατά τη σύναψη συμβάσεων υπεργολαβίας τις διατάξεις του παρόντος, εκτός των άρθρων 69 έως 72 και 89 έως 96.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Άρθρο 73
Προγράμματα Έρευνας και Ανάπτυξης
Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας μπορεί να υλοποιεί ερευνητικά – αναπτυξιακά προγράμματα αμυντικού χαρακτήρα, είτε μέσω της ανάθεσης συμβάσεων με αντικείμενο εν μέρει ή εν συνόλω δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης (ΕΑ), σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 ή μέσω της συμμετοχής σε Διακρατικά Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ερευνητικής και Αναπτυξιακής Συνεργασίας, σύμφωνα με την περίπτωση στ΄ του άρθρου 17 (ΔΟΠΕΑΣ).
Οι συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης διακρίνονται:
- α) στις απλές συμβάσεις ΕΑ, με αντικείμενο δραστηριότητες της παραγράφου 3, και β) στις μικτές συμβάσεις
ΕΑ με επιχειρησιακές εφαρμογές, με αντικείμενο αφ’ ενός δραστηριότητες ΕΑ της παραγράφου 3, αφ’ ετέρου αποτελέσματα τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και να ενσωματωθούν στις δυνατότητές του (προ−παραγωγή ή παραγωγή υλικών και προϊόντων για λογαριασμό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, βάσει των αποτελεσμάτων του σταδίου της έρευνας).
Ως έρευνα και ανάπτυξη νοούνται όλες οι δραστηριότητες που περιλαμβάνουν: α) είτε βασική έρευνα, η οποία συνίσταται σε πειραματική ή θεωρητική εργασία που αναλαμβάνεται κυρίως για την παραγωγή νέων γνώσεων σχετικά με τα βασικά αίτια φαινομένων και παρατηρήσιμων γεγονότων, χωρίς να προβλέπεται πρακτική εφαρμογή ή χρήση, β) είτε εφαρμοσμένη έρευνα, η οποία συνίσταται σε πρωτότυπα έργα με σκοπό την παραγωγή νέας γνώσης, η οποία κατευθύνεται πρωτίστως και προς ένα συγκεκριμένο πρακτικό στόχο ή σκοπό, γ) είτε πειραματική ανάπτυξη, η οποία συνίσταται σε έργο που βασίζεται σε υφιστάμενη γνώση που έχει ληφθεί από έρευνα ή εμπειρία στην πράξη, με σκοπό την παρασκευή νέων υλικών, προϊόντων ή συσκευών, την εισαγωγή νέων διεργασιών, συστημάτων και υπηρεσιών ή τη σημαντική βελτίωση εκείνων που ήδη υπάρχουν. Η πειραματική ανάπτυξη μπορεί να περιλαμβάνει την υλοποίηση έργων τεχνολογικής εφαρμογής, δηλαδή συσκευών που θα καταδεικνύουν τις επιδόσεις νέας μεθόδου ή τεχνολογίας σε σχετικό ή αντιπροσωπευτικό περιβάλλον. Η έρευνα και ανάπτυξη δεν περιλαμβάνει την κατασκευή και το χαρακτηρισμό πρωτοτύπων προ−παραγωγής, εργαλείων, βιομηχανική μηχανοτεχνία, βιομηχανικό σχεδιασμό ή κατασκευή.
Οι απλές συμβάσεις ΕΑ ανατίθενται:
- α) είτε, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος
νόμου, σύμφωνα με την περίπτωση ιγ΄ του άρθρου 17, με τον ανάδοχο που επιλέγει η αναθέτουσα αρχή σύμφωνα με τις ανάγκες του εκάστοτε προγράμματος ΕΑ, όταν η σύμβαση ΕΑ έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης, τα οφέλη των οποίων, όπως ιδίως τα πνευματικά δικαιώματα επί των αποτελεσμάτων της έρευνας, δεν ανήκουν αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή για ιδία χρήση κατά την άσκηση της δραστηριότητάς της και υπό τον όρο ότι η χρηματοδότηση της σύμβασης δεν προέρχεται αποκλειστικά από πόρους της αναθέτουσας αρχής ή του Δημοσίου εν γένει,
- β) είτε, με τη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού του άρθρου 42, όταν η σύμβαση
ΕΑ έχει ως αντικείμενο:
- αα) την παροχή υπηρεσιών ΕΑ, τα οφέλη των οποίων
ανήκουν για ιδία χρήση αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή, η οποία καταβάλει το σύνολο της αμοιβής για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών ΕΑ ή
- ββ) την προμήθεια προϊόντων που κατασκευάζονται
αποκλειστικά για σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης ή αποτελούν έργα τεχνολογικής επίδειξης, με εξαίρεση την παραγωγή ποσοτήτων ικανών να εξασφαλίζουν την εμπορική βιωσιμότητα του προϊόντος ή την απόσβεση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης,
- γ) στην περίπτωση των απλών συμβάσεων είναι δυνατή και η χρήση του ανταγωνιστικού διαλόγου, εφόσον
συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Οι μικτές συμβάσεις ΕΑ ανατίθενται κατ’ εφαρμογή των γενικών διατάξεων του παρόντος, λαμβάνοντας κατεξοχήν υπόψη τις διατάξεις περί ασφάλειας πληροφοριών και ασφάλειας εφοδιασμού λόγω των επιχειρησιακών εφαρμογών των αποτελεσμάτων τους.
Η υλοποίηση των προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης διέρχεται τα ακόλουθα βασικά στάδια:
- α) Λεπτομερής καθορισμός των γενικών απαιτήσεων.
- β) Σύνταξη και έγκριση των στόχων και προδιαγραφών
αποτελέσματος των επί μέρους ερευνητικών δραστηριοτήτων.
- γ) Σύναψη συμβάσεων ΕΑ / συμφωνιών ΔΟΠΕΑΣ.
- δ) Διενέργεια ελέγχων παρακολούθησης και αποδοχής αποτελεσμάτων ΕΑ – απολογισμός.
Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 105, οι διατάξεις των άρθρων 33−45, 48, 60−65, 68 παρ. 1 και 70 του ν. 3433/ 2006 διέπουν και την εκτέλεση των συμβάσεων έρευνας και ανάπτυξης, προσαρμοσμένες στο σκοπό και τη φύση των συμβάσεων αυτών. Σε περίπτωση που οι εν λόγω διατάξεις δεν συνάδουν με τις ιδιαιτερότητες μιας σύμβασης έρευνας και ανάπτυξης, δεν εφαρμόζονται.
Οι λεπτομέρειες κατάρτισης και υλοποίησης προγραμμάτων ΕΑ από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Η έκδοση της απόφασης αυτής δεν συνιστά προϋπόθεση για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 75
Διακρατικά Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ερευνητικής και Αναπτυξιακής Συνεργασίας
Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας μπορεί να συμμετέχει σε Διακρατικά Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ερευνητικής και Αναπτυξιακής Συνεργασίας (ΔΟΠΕΑΣ) σε συνεργασία με τουλάχιστον ένα κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αναπτύξουν νέο στρατιωτικό εξοπλισμό από κοινού με στόχο την εξέλιξη νέων τεχνολογιών και την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους έρευνας και ανάπτυξης πολυσύνθετων οπλικών συστημάτων. Στα προγράμματα αυτά μπορούν να συμμετέχουν και τρίτα κράτη. Τα ΔΟΠΕΑΣ μπορούν να έχουν ως αντικείμενο την ανάπτυξη νέου προϊόντος και, κατά περίπτωση, τις μεταγενέστερες φάσεις για όλα ή μέρη του κύκλου ζωής του προϊόντος αυτού, συμπεριλαμβανομένων των φάσεων της προ−παραγωγής και της παραγωγής. Τα ΔΟΠΕΑΣ υλοποιούνται αποκλειστικά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά παρέκκλιση των λοιπών διατάξεων του παρόντος.
Τα προγράμματα ΔΟΠΕΑΣ τελούν υπό τη διαχείριση των κρατών που μετέχουν στη διακρατική συνεργασία. Οι επί μέρους συμβάσεις δύναται να ανατίθενται από αναθέτουσα αρχή ενός κράτους − μέλους στο όνομα ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών − μελών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος.
Ορισμένα από αυτά τελούν υπό τη διαχείριση διεθνών οργανισμών ή υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας (EDA). Στην περίπτωση αυτή οι συμβάσεις μπορούν να ανατίθενται είτε από τους διεθνείς οργανισμούς είτε από τις υπηρεσίες που έχουν αναλάβει τη διαχείριση του συγκεκριμένου προγράμματος και αναθέτουν συμβάσεις στο όνομα των κρατών − μελών.
Μόλις ολοκληρωθεί ένα πρόγραμμα ΔΟΠΕΑΣ μεταξύ κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο, τα κράτη − μέλη αναφέρουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ποσοστό των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης σε σχέση με το συνολικό κόστος του προγράμματος, τη συμφωνία επιμερισμού του κόστους, καθώς και το προβλεπόμενο ποσοστό αγορών ανά κράτος − μέλος, εάν υπάρχουν.
Άρθρο 76
Επιστροφή του σταθερού και μη επαναλαμβανόμενου κόστους
Εάν κατά την προμήθεια ενός υλικού, την εκτέλεση ενός έργου ή την παροχή μίας υπηρεσίας που αποτελούν αντικείμενο σύμβασης που συνάπτεται βάσει των διατάξεων του παρόντος, προκύψει κόστος έρευνας, σχεδίασης, ανάπτυξης, πιστοποίησης, ενσωμάτωσης και ολοκλήρωσης συστημάτων ή υποσυστημάτων που βαρύνει την αναθέτουσα αρχή, τότε, αν αυτό το κόστος συμπεριλαμβάνεται ή θα συμπεριληφθεί από τον ανάδοχο στο κόστος του ίδιου έργου, υλικού ή υπηρεσίας που προσφέρεται ή θα προσφερθεί, ολικώς ή μερικώς, σε άλλον πελάτη του, ο ανάδοχος υποχρεούται να καταβάλει στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, κατ’ αναλογία, το μη επαναλαμβανόμενο κόστος για το υπόψη υλικό (Non Recurring Cost), συμπεριλαμβανομένης της διαχρονικής προσαρμογής του τιμήματος, σύμφωνα με μαθηματικό τύπο, οι παράγοντες του οποίου είναι:
- α) το μη επαναλαμβανόμενο κόστος (σταθερό) που
πλήρωσε η υπηρεσία στον προμηθευτή ανάδοχο για το υπόψη υλικό,
- β) η συνολική ποσότητα του υλικού για όλους τους
επόμενους πελάτες του αναδόχου,
- γ) η ποσότητα του υλικού, έργου ή υπηρεσίας της
σύμβασης,
- δ) η ποσότητα του υλικού, έργου ή υπηρεσίας στη
σύμβαση του πελάτη του.
Οι τιμές των παραγόντων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται με βάση τη χρέωση της αναθέτουσας αρχής με το μη επαναλαμβανόμενο κόστος και τις σχετικές συμβάσεις προμήθειας επόμενων πελατών του αναδόχου, για τις οποίες πρέπει να ενημερώνεται η αναθέτουσα αρχή, επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
Οι ειδικές λεπτομέρειες που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού και τη διαδικασία επιστροφής του σταθερού και μη επαναλαμβανόμενου κόστους για το υπό προμήθεια υλικό καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
Άρθρο 77
Δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής
Στο στάδιο ποιοτικής επιλογής οι συμμετέχοντες στους διαγωνισμούς υποβάλλουν δικαιολογητικά, προκειμένου να αποδείξουν:
- α) τη νομιμοποίησή τους,
- β) την προσωπική κατάσταση και επαγγελματική τους
επάρκεια, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 58 και 65,
- γ) τη χρηματοοικονομική και τεχνική ικανότητά τους,
σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60,
- δ) την επίκληση της χρηματοοικονομικής ή τεχνικής
ικανότητας τρίτων, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 60 παράγραφοι 3 και 4,
- ε) την ύπαρξη συστήματος διασφάλισης ποιότητας
ή/και περιβαλλοντικής διαχείρισης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 61 και 62. εξειδικεύονται στα έγγραφα της σύμβασης.
Εάν ο υποψήφιος αποτελεί κοινοπραξία, υποβάλει τα δικαιολογητικά των παραγράφων 1 και 2, κατά περίπτωση, για κάθε μέλος που συμμετέχει στην κοινοπραξία. Στην περίπτωση αυτή υποβάλλεται επίσης δήλωση των μελών της κοινοπραξίας αναφορικά με το ποσοστό συμμετοχής κάθε μέλους στην κοινοπραξία, τον καθορισμό ενός μέλους ως υπεύθυνου για το συντονισμό, τη διοίκηση και την εκπροσώπηση της κοινοπραξίας έναντι της αναθέτουσας αρχής και πράξη του οργάνου διοίκησης κάθε μέλους της κοινοπραξίας, από την οποία να προκύπτει η έγκριση για τη συμμετοχή του μέλους στην κοινοπραξία.
Όταν υποβάλλεται αίτηση συμμετοχής από υποψήφιο που δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει υπεργολάβους για την εκτέλεση της σύμβασης στην περίπτωση που ανακηρυχθεί ανάδοχος, προσκομίζονται από τον υποψήφιο για κάθε υπεργολάβο τα δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής των παραγράφων 1 έως 3, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στα έγγραφα της σύμβασης.
Άρθρο 78
Χρόνος και τρόπος υποβολής δικαιολογητικών
Ο χρόνος και ειδικότερος τρόπος υποβολής των δικαιολογητικών ποιοτικής επιλογής εξειδικεύεται στα έγγραφα της εκάστοτε σύμβασης, ανάλογα με το είδος της διαδικασίας ανάθεσης που ακολουθείται. Τα δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής, με εξαίρεση τις εγγυητικές επιστολές, επιτρέπεται να μην υποβάλλονται εκ νέου, εφόσον έχουν κατατεθεί σε προγενέστερο χρόνο στην αναθέτουσα αρχή και βρίσκονται ακόμη εν ισχύ. Περί τούτου πρέπει να γίνεται ρητή μνεία στην προσφορά.
Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 2690/ 1999 (Α΄ 99) περί αυτεπάγγελτης αναζήτησης δικαιολογητικών δεν έχουν εφαρμογή στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων του παρόντος.
Τα δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής πρέπει να είναι πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα. Τα αλλοδαπά έγγραφα πρέπει να είναι επισήμως μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και να φέρουν την επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης, που κυρώθηκε με το ν. 1497/1984 (Α΄ 188).
Μετά την αξιολόγηση των προσφορών ο προσφέρων, στον οποίο πρόκειται να γίνει η κατακύρωση (προσωρινός ανάδοχος), υποβάλει τα δικαιολογητικά κατακύρωσης, όπως αυτά εξειδικεύονται στα έγγραφα της σύμβασης. Εάν κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών του προσωρινού αναδόχου διαπιστωθεί ότι αυτός ή οι υπεργολάβοι του υπέβαλαν ψευδείς ή ανακριβείς δηλώσεις και στοιχεία κατά τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό, ο προσωρινός ανάδοχος κηρύσσεται έκπτωτος και καταπίπτει υπέρ της αναθέτουσας αρχής η εγγύηση συμμετοχής του.
Άρθρο 79
Αποσφράγιση, έλεγχος και αξιολόγηση των δικαιολογητικών ποιοτικής επιλογής
Η Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού προβαίνει στην έναρξη της αποσφράγισης του φακέλου των δικαιολογητικών ποιοτικής επιλογής την ημέρα και ώρα που ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης. Αίτηση συμμετοχής ή προσφορά που υποβάλλεται μετά την έναρξη της διαδικασίας αποσφράγισης δεν αποσφραγίζεται, αλλά παραδίδεται στην υπηρεσία για επιστροφή, ως εκπρόθεσμη.
Η αποσφράγιση των δικαιολογητικών ποιοτικής επιλογής γίνεται δημόσια, παρουσία των υποψηφίων ή των νομίμως εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων τους. Όσοι δικαιούνται να παρευρίσκονται λαμβάνουν γνώση των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό και των στοιχείων που υποβλήθηκαν από αυτούς. Στα έγγραφα της σύμβασης ορίζεται η διαδικασία πρόσβασης των συμμετεχόντων στα δικαιολογητικά ποιοτικής επιλογής.
Αποσφραγίζεται ο φάκελος των δικαιολογητικών ποιοτικής επιλογής, ελέγχεται η πληρότητα και η κανονικότητά τους και διενεργείται η ποιοτική επιλογή των υποψηφίων. Ακολουθεί η βαθμολόγηση των υποψηφίων και η κατάταξή τους κατά φθίνουσα σειρά. Η αναθέτουσα αρχή εκδίδει απόφαση για την προεπιλογή των υποψηφίων που θα υποβάλλουν προσφορές στο δεύτερο στάδιο της κλειστής, της με διαπραγμάτευση διαδικασίας, καθώς και στην περίπτωση του ανταγωνιστικού διαλόγου.
Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης προδικαστικής προσφυγής ή την έκδοση απόφασης επί τυχόν ασκηθείσας προσφυγής, η αναθέτουσα αρχή αποστέλλει προς τους προεπιλεγέντες υποψηφίους πρόσκληση για υποβολή προσφοράς ή συμμετοχής σε διαπραγμάτευση ή συμμετοχής στο επόμενο στάδιο του ανταγωνιστικού διαλόγου.
Άρθρο 80
Σύνταξη προσφορών
Οι προσφορές συντάσσονται και υποβάλλονται σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στα έγγραφα της σύμβασης και περιλαμβάνουν οπωσδήποτε τα ακόλουθα στοιχεία:
- α) εγγύηση συμμετοχής στο διαγωνισμό,
- β) τεχνική προσφορά,
- γ) πιστοποιητικά που εκδίδονται από επίσημα γραφεία
ποιοτικού ελέγχου ή αρμόδιες υπηρεσίες, αναγνωρισμένων ικανοτήτων, που να βεβαιώνουν την καταλληλότητα των υλικών, επαληθευόμενη με παραπομπές σε ορισμένες προδιαγραφές ή πρότυπα των προϊόντων, όταν απαιτούνται από τα έγγραφα της σύμβασης,
- δ) όλα τα στοιχεία που μπορεί να απαιτεί η αναθέτουσα αρχή σχετικά με τη συμμόρφωση του προσφέροντος
με τους ειδικούς όρους περί ασφάλειας πληροφοριών και εφοδιασμού, καθώς και με τους ειδικούς όρους περί υπεργολαβίας,
- ε) οικονομική προσφορά,
- στ) οποιοδήποτε πρόσθετο δικαιολογητικό απαιτείται
από τις διατάξεις του παρόντος ή άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης.
Προσφορά που υποβάλλεται υπό αίρεση ή που δεν είναι σύμφωνη με τους γενικούς και ειδικούς όρους των εγγράφων της σύμβασης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Η τιμή της οικονομικής προσφοράς πρέπει να δίνεται σε ευρώ, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στα έγγραφα της σύμβασης. Προσφορά για έργο, προμήθεια ή υπηρεσία που περιέχει τιμή σε άλλο νόμισμα απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εάν από την προσφορά δεν προκύπτει με σαφήνεια η προσφερόμενη τιμή, η προσφορά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. δημοσίου δικαίου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ή οργανισμών, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, καθώς και άλλα τυχόν έξοδα που βαρύνουν τον ανάδοχο.
Όρος στην προσφορά που αφορά την αναπροσαρμογή των τιμών, συνεπάγεται την απόρριψή της, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στα έγγραφα της σύμβασης. Προσφορά με όρο για έκπτωση στην τιμή υπό την αίρεση της επίσπευσης της κατακύρωσης του διαγωνισμού απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Η κοινοπραξία οικονομικών φορέων υποβάλλει κοινή προσφορά, η οποία υπογράφεται υποχρεωτικά είτε από όλους τους οικονομικούς φορείς που συμμετέχουν στην κοινοπραξία είτε από κοινό εκπρόσωπό τους εξουσιοδοτημένο με συμβολαιογραφική πράξη. Στην προσφορά αναγράφεται η ποσότητα ή το μέρος του συνολικού αντικειμένου της σύμβασης που αντιστοιχεί στο κάθε μέλος της κοινοπραξίας.
Με την υποβολή της προσφοράς κάθε μέλος της κοινοπραξίας ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον. Σε περίπτωση κατακύρωσης της σύμβασης στην κοινοπραξία, η ευθύνη αυτή εξακολουθεί μέχρι την πλήρη εκτέλεση της σύμβασης.
Εάν λόγω αδυναμίας για οποιονδήποτε λόγο ή ανωτέρας βίας, μέλος της κοινοπραξίας αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας κατά το χρόνο αξιολόγησης των προσφορών, τα υπόλοιπα μέλη συνεχίζουν να έχουν την ευθύνη ολόκληρης της κοινής προσφοράς με την ίδια τιμή. Αν η παραπάνω ανικανότητα προκύψει κατά το χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, τα υπόλοιπα μέλη της κοινοπραξίας συνεχίζουν να έχουν την ευθύνη της ολοκλήρωσης με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους. Και στις δύο περιπτώσεις, τα λοιπά μέλη της κοινοπραξίας μπορούν να προτείνουν αντικατάσταση του μέλους, η οποία πρέπει όμως να εγκριθεί με απόφαση της αναθέτουσας αρχής.
Διευκρινίσεις μετά την κατάθεση της προσφοράς δίνονται μόνον όταν ζητούνται από το αρμόδιο συλλογικό όργανο, υπό τον όρο ότι τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων και ότι οι διευκρινίσεις που παρέχονται δεν μεταβάλουν ουσιωδώς το περιεχόμενο της προσφοράς ή το αντικείμενο της σύμβασης. Από τις διευκρινίσεις που δίνονται σύμφωνα με τα παραπάνω, λαμβάνονται υπόψη μόνο εκείνες που αναφέρονται στα σημεία που ζητήθηκαν.
Άρθρο 81
Εγγυητικές επιστολές
Το άρθρο 33 του ν. 3433/2006, πλην της παραγράφου 14 αυτού, που ρυθμίζει τα ζητήματα που σχετίζονται με τις εγγυητικές επιστολές, διατηρείται σε ισχύ μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 105.
Σε περίπτωση παροχής είδους που είναι αδιαίρετη παροχή παραδίδονται και εγγυητικές επιστολές εξασφάλισης των ενδιάμεσων πληρωμών.
Όπου στο άρθρο 33 του ν. 3433/2006 γίνεται αναφορά σε υποδείγματα εγγυητικών επιστολών νοούνται αυτά που περιλαμβάνονται στα υποδείγματα των εγγράφων της σύμβασης, τα οποία εκδίδονται με την απόφαση του Υπουργού που προβλέπεται στο άρθρο 29.
Άρθρο 82
Προέλευση και κατασκευή προϊόντων
Εάν ο οικονομικός φορέας κατασκευάζει ο ίδιος το τελικό προϊόν, αναφέρει, μέσω υπεύθυνης δήλωσης που επισυνάπτει στην προσφορά του, το εργοστάσιο κατασκευής και τον τόπο εγκατάστασής του.
Εάν ο οικονομικός φορέας δεν κατασκευάζει ο ίδιος το τελικό προϊόν, αναφέρει στην προσφορά του τη χώρα προέλευσης του τελικού προϊόντος που προσφέρει, την επιχείρηση που θα κατασκευάσει το προσφερόμενο προϊόν, καθώς και το εργοστάσιο κατασκευής και τον τόπο εγκατάστασής του. Στην προσφορά του επισυνάπτει υπεύθυνη δήλωση ότι η κατασκευή του τελικού προϊόντος θα γίνει από την επιχείρηση στην οποία ανήκει ή η οποία εκμεταλλεύεται ολικά ή μερικά το εργοστάσιο κατασκευής του τελικού προϊόντος. Επισυνάπτει επίσης υπεύθυνη δήλωση του νόμιμου εκπροσώπου της επιχείρησης ότι αποδέχεται την εκτέλεση της προμήθειας σε περίπτωση κατακύρωσης της σύμβασης στον οικονομικό φορέα.
Εάν για την παραγωγή του τελικού προϊόντος μεσολαβούν διάφορες φάσεις κατασκευής, ο οικονομικός φορέας δηλώνει, μέσω υπεύθυνης δήλωσης που επισυνάπτει στην προσφορά του, τις διάφορες επιχειρήσεις και τα εργοστάσια κατασκευής, τον τόπο εγκατάστασης των επιχειρήσεων και των εργοστασίων τους, καθώς και το ποσοστό συμμετοχής της κάθε επιχείρησης στη διαμόρφωση του τελικού προϊόντος.
Προσφορά στην οποία δεν επισυνάπτονται οι δηλώσεις των παραγράφων 1, 2 και 3 απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Μετά την υποβολή της προσφοράς απαγορεύεται η αλλαγή της επιχείρησης και του εργοστασίου που δηλώθηκε, εκτός εάν η αλλαγή επιβάλλεται από σοβαρούς αντικειμενικούς λόγους ή λόγους ανωτέρας βίας και εγκρίνεται από την αναθέτουσα αρχή.
Εάν, κατά την ημερομηνία διενέργειας του διαγωνισμού, διαπιστωθεί από την αναθέτουσα αρχή ανυπαρξία του εργοστασίου που δηλώθηκε στην προσφορά, η προσφορά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στον προσφέροντα επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Γενικού Διευθυντή της ΓΔΑΕΕ και πρόσκληση του ενδιαφερόμενου για παροχή εξηγήσεων, ποινή προσωρινού ή οριστικού αποκλεισμού από τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Για το συγκεκριμένο εγχώριο οικονομικό φορέα ενημερώνεται το Μητρώο του άρθρου 64.
Μετά την έκδοση της κατακυρωτικής απόφασης και τη σύναψη της σύμβασης δεν επιτρέπεται η αλλαγή της επιχείρησης ή του εργοστασίου που δηλώθηκε στην προσφορά, εκτός εάν η αλλαγή επιβάλλεται από σοβαρούς αντικειμενικούς λόγους ή λόγους ανωτέρας βίας και εγκρίνεται από την αναθέτουσα αρχή. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί, εάν η κατασκευή του προϊόντος γίνει σε εργοστάσιο άλλο από εκείνο που δηλώθηκε στην προσφορά, χωρίς την προηγούμενη κατά τα ανωτέρω έγκρισή της, να κηρύξει τον ανάδοχο έκπτωτο και να ζητήσει την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών ή την επιβολή ποινικής ρήτρας ποσού ίσου με το 10%, κατ’ ανώτατο όριο, της οικονομικής αξίας της σύμβασης.
Άρθρο 83
Υποβολή προσφορών
Οι προσφορές κατατίθενται εγγράφως εντός της προθεσμίας που ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης στην ελληνική γλώσσα. Σε κάθε περίπτωση, υπερισχύει το ελληνικό κείμενο. Τα τεχνικά εγχειρίδια και φυλλάδια που συνοδεύουν τις προσφορές μπορεί να υποβάλλονται στην αγγλική γλώσσα.
Οι προσφορές υποβάλλονται με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στα έγγραφα της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας. Παραλαμβάνονται με απόδειξη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές περιέρχονται, με ευθύνη του προσφέροντος, στην αναθέτουσα αρχή μέχρι την καταληκτική ημερομηνία υποβολής τους, όπως αυτή ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης.
Προσφορές που δεν πληρούν τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 δεν λαμβάνονται υπόψη.
Προσφορές που υποβάλλονται ή περιέρχονται στην αναθέτουσα αρχή πριν από τη διενέργεια της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης, δεν αποσφραγίζονται, αλλά παραδίδονται στην Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού, προκειμένου να αποσφραγιστούν μαζί με τις άλλες που θα κατατεθούν.
Προσφορές που υποβάλλονται ή περιέρχονται στην αναθέτουσα αρχή εκπρόθεσμα, επιστρέφονται στους προσφέροντες χωρίς να αποσφραγιστούν.
Άρθρο 84
Χρόνος ισχύος προσφορών
Οι προσφορές ισχύουν μέχρι τη λήψη απόφασης για το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και κατ’ ελάχιστον για χρονικό διάστημα εκατό ημερολογιακών ημερών από την επομένη της διενέργειάς του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στα έγγραφα της σύμβασης ή αν παραταθούν μεταγενέστερα εγγράφως από τους υποψηφίους για χρόνο μεγαλύτερο από τον παραπάνω.
Προσφορά που ορίζει χρόνο ισχύος μικρότερο αυτού που προβλέπεται στα έγγραφα της σύμβασης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Όταν παρέλθουν οι προθεσμίες της παραγράφου 1, οι προσφέροντες απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση και δικαιούνται να τους επιστραφεί η εγγύηση συμμετοχής χωρίς άλλη απαίτησή τους από την αναθέτουσα αρχή σε σχέση με την προσφορά τους.
Άρθρο 85
Αποσφράγιση και έλεγχος προσφορών
Η Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού προβαίνει στην έναρξη της διαδικασίας αποσφράγισης των τεχνικών προσφορών την ημερομηνία και ώρα που ορίζεται στη σχετική πρόσκληση.
Ελέγχεται η πληρότητα και η κανονικότητά τους και ακολουθεί η βαθμολόγησή τους. Σε περίπτωση ασυμφωνίας της τεχνικής προσφοράς με τα έγγραφα της σύμβασης, η Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού εισηγείται τον αποκλεισμό του προσφέροντα από τη συνέχεια της διαδικασίας. Η αναθέτουσα αρχή εκδίδει απόφαση για την απόρριψη των τεχνικών προσφορών που δεν γίνονται αποδεκτές και τη βαθμολόγηση των τεχνικών προσφορών που γίνονται αποδεκτές.
Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης προδικαστικής προσφυγής ή την έκδοση απόφασης επί τυχόν ασκηθείσας προσφυγής, η αναθέτουσα αρχή προσκαλεί τους προσφέροντες, των οποίων οι τεχνικές προσφορές κρίθηκαν αποδεκτές, να προσέλθουν σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα για την αποσφράγιση των οικονομικών προσφορών. Οικονομικές προσφορές προσφερόντων των οποίων οι τεχνικές προσφορές δεν κρίθηκαν αποδεκτές δεν αποσφραγίζονται, αλλά επιστρέφονται.
Η αποσφράγιση των οικονομικών προσφορών γίνεται παρουσία των υποψηφίων που προσκλήθηκαν και υπέβαλαν προσφορά ή των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων τους. Ακολουθεί ο έλεγχος πληρότητας και κανονικότητας των οικονομικών προσφορών και η κατάταξη των υποψηφίων ανάλογα με το κριτήριο ανάθεσης της σύμβασης. Προσφορά που υποβλήθηκε από υποψήφιο που δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα προεπιλεγέντων δεν αποσφραγίζεται, αλλά παραδίδεται στην υπηρεσία για επιστροφή. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση απόφασης της αναθέτουσας αρχής για την ανάδειξη του προσωρινού αναδόχου και την πρόσκλησή του να υποβάλει τα δικαιολογητικά κατακύρωσης.
Άρθρο 86
Αξιολόγηση προσφορών
Η αξιολόγηση των προσφορών διενεργείται από την Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού. Αξιολογούνται μόνο οι προσφορές που έχουν κριθεί ως τεχνικά αποδεκτές και σύμφωνες με τους λοιπούς όρους των εγγράφων της σύμβασης. Στο στάδιο της τεχνικής αξιολόγησης η Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού μπορεί να επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις των διαγωνιζομένων, προκειμένου να εξετάσει τις πραγματικές κατασκευαστικές δυνατότητες αυτών για τα συγκεκριμένα υλικά που προσφέρουν στο διαγωνισμό.
Όταν βασικό κριτήριο ανάθεσης είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, σε περίπτωση ισοδύναμων προσφορών μεταξύ δύο ή περισσότερων οικονομικών φορέων, η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον του οποίου η προσφορά έχει τη χαμηλότερη τιμή. Σε περίπτωση που οι ισοδύναμες προσφορές έχουν την ίδια τιμή προσφοράς, τότε η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά επιλέγεται κατόπιν διαπραγμάτευσης επί της τιμής προσφοράς, τηρουμένων πρακτικών, αφού κληθούν οι προσφέροντες που υπέβαλαν ισοδύναμες και ισότιμες προσφορές, μέσα σε χρόνο ο οποίος καθορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης.
Όταν βασικό κριτήριο ανάθεσης είναι η χαμηλότερη τιμή, ισότιμες θεωρούνται οι προσφορές με την ίδια ακριβώς τιμή. Σε περίπτωση ισότιμων προσφορών, ως ανάδοχος επιλέγεται ο μειοδότης που προκύπτει κατόπιν διαπραγμάτευσης, αφού κληθούν όλοι οι προσφέροντες που υπέβαλαν ισότιμες οικονομικές προσφορές.
Άρθρο 87
Κατακύρωση σύμβασης
Η Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού εισηγείται την έκδοση κατακυρωτικής απόφασης.
Η απόφαση:
- α) για την έγκριση ή μη των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού,
- β) για την κατακύρωση ή μη της σύμβασης στο όνομα
του επιλεγέντος οικονομικού φορέα,
- γ) για την έγκριση ή μη της αντίστοιχης δαπάνης,
λαμβάνεται για ποσό άνω των πενήντα εκατομμυρίων ευρώ από το ΚΥΣΕΑ, μετά από γνώμη της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής και εισήγηση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Για συμβάσεις μικρότερης οικονομικής αξίας, η απόφαση λαμβάνεται από τον Υπουργό Εθνικής ενεργοποίηση του αντίστοιχου υποπρογράμματος κατά τα άρθρα 72−76 του ν. 3883/2010 και του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας μπορεί κατά την κρίση του ή εφόσον το ζητήσει η αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή να εισάγει το θέμα στο ΚΥΣΕΑ για τη λήψη της τελικής απόφασης.
Άρθρο 88
Ανακοίνωση κατακύρωσης
Η κοινοποίηση της απόφασης για την κατακύρωση της σύμβασης, καθώς και γενικά όλων των εγγράφων που απευθύνονται στον προσωρινό ανάδοχο, θεωρείται ότι έγινε νόμιμα, εφόσον δεν καταστεί δυνατή η επίδοσή τους προσωπικά, αν αυτά αποσταλούν ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή ή με τηλεομοιοτυπία ή γνωστοποιηθούν τηλεφωνικά ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και εφόσον οι τρεις τελευταίες περιπτώσεις επιβεβαιωθούν με επιστολή βεβαίας χρονολογίας.
Στον προσωρινό ανάδοχο αποστέλλεται σχετική ανακοίνωση το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της κατακυρωτικής απόφασης.
Ο προσωρινός ανάδοχος υποβάλλει στην αναθέτουσα αρχή μέσα σε είκοσι ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της σχετικής πρόσκλησης τα δικαιολογητικά κατακύρωσης, όπως αυτά ορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης.
Η Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού προβαίνει εν συνεχεία στον έλεγχο των δικαιολογητικών κατακύρωσης. Όσοι δικαιούνται να παρευρίσκονται στη διαδικασία αποσφράγισης των προσφορών, λαμβάνουν γνώση των δικαιολογητικών κατακύρωσης που κατατέθηκαν. Στα έγγραφα της σύμβασης ορίζεται περαιτέρω η διαδικασία υποβολής των δικαιολογητικών κατακύρωσης και ο χρόνος πρόσβασης των διαγωνιζομένων σε αυτά.
Εάν ο προσωρινός ανάδοχος δεν προσέλθει να υπογράψει τη σύμβαση μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην απόφαση κατακύρωσης ή δεν προσκομίσει ένα ή περισσότερα από τα έγγραφα και δικαιολογητικά της παραγράφου 3, κηρύσσεται έκπτωτος και η κατακύρωση γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την αμέσως επόμενη χαμηλότερη τιμή ή την επόμενη πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Αν κανένας από τους διαγωνιζόμενους δεν προσκομίζει, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των παραγράφων 3 έως 4, ένα ή περισσότερα από τα έγγραφα και δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται από αυτές, ο διαγωνισμός ματαιώνεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Άρθρο 89
(άρθρο 55 της Οδηγίας) Πεδίο εφαρμογής – Αρμόδιο δικαστήριο
Οι διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών, υπηρεσιών και συμφωνιών−πλαίσιο στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του παρόντος νόμου και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από παράβαση των κανόνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των διατάξεων του παρόντος, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα επόμενα άρθρα, προσωρινή δικαστική προστασία, ακύρωση της παράνομης πράξης της αναθέτουσας αρχής ή της υπογραφείσας σύμβασης και επιδίκαση αποζημίωσης.
Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).
Οι αγωγές αποζημίωσης του άρθρου 94 εκδικάζονται από τα δικαστήρια που είναι αρμόδια κατά τις γενικές διατάξεις.
Άρθρο 90
(άρθρα 55 παρ. 6, 56, 57, 58 και 59 της Οδηγίας) Προδικαστική προσφυγή
Πριν υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο ενδιαφερόμενος οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τότε που έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, προσδιορίζοντας ειδικώς τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημά του.
Ως πλήρης νοείται η γνώση της πράξης που βλάπτει τα συμφέροντά του και της αιτιολογίας της. Η απόφαση ανάθεσης της σύμβασης περιλαμβάνει ειδικότερα τα στοιχεία του άρθρου 53 παρ. 2 και αναφέρει τις προθεσμίες αναστολής σύναψης της σύμβασης, όπως προκύπτουν από το άρθρο 91 παράγραφος 2.
Η πράξη της αναθέτουσας αρχής και κάθε στοιχείο της αιτιολογίας της μπορεί να αποστέλλεται στον ενδιαφερόμενο με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μέσο.
Η προδικαστική προσφυγή μπορεί να αποστέλλεται στην αναθέτουσα αρχή με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μέσο, πρέπει ωστόσο να επιβεβαιώνεται με έγγραφη κατάθεση ή αποστολή με το ταχυδρομείο εντός πέντε ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της.
Η προθεσμία για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής, καθώς και η άσκηση αυτής συνεπάγονται την άμεση αναστολή της δυνατότητας σύναψης της σύμβασης.
Η αναστολή της παραγράφου 5 δεν εφαρμόζεται:
- α) σε συμβάσεις για τις οποίες δεν απαιτείται υποχρεωτική δημοσίευση προκήρυξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48,
- β) όταν μόνος προσφέρων είναι εκείνος στον οποίον
ανατίθεται η σύμβαση και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι,
- γ) σε συμβάσεις που συνάπτονται με βάση συμφωνίαπλαίσιο σύμφωνα με τα άρθρα 43 έως 45.
Η προδικαστική προσφυγή κοινοποιείται με φροντίδα του προσφεύγοντος στον εκπρόσωπο ή τον αντίκλητο κάθε θιγομένου από τυχόν ολική ή μερική παραδοχή της προδικαστικής προσφυγής. Η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή απορρίψει την προδικαστική προσφυγή.
Δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά πράξης, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου.
Η προδικαστική προσφυγή ασκείται ενώπιον της αναθέτουσας αρχής. Η αναθέτουσα αρχή διασφαλίζει περιέχονται στους φακέλους που διαβιβάζονται από τους οικονομικούς φορείς. Διασφαλίζει επίσης ότι οι οικονομικοί φορείς ενεργούν σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας σύμφωνα με τα συμφέροντα της άμυνας και της ασφάλειας.
Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αποφανθεί αιτιολογημένα, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής και, αν την κρίνει βάσιμη, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, τεκμαίρεται η απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής. Σε κάθε περίπτωση, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να δεχθεί εν όλω ή εν μέρει την προδικαστική προσφυγή και μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, μέχρι την προηγούμενη της πρώτης δικασίμου που ορίζεται για την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Στην περίπτωση αυτή καταργείται αντίστοιχα η δίκη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να παραθέσει αρχική ή συμπληρωματική αιτιολογία για την απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής, η οποία πρέπει να περιέλθει στο δικαστήριο το αργότερο έξι ημέρες πριν από την αρχική ή την, μετά την αναβολή, δικάσιμο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Η τυχόν καθυστερημένη περιέλευση του σχετικού εγγράφου δεν υποχρεώνει το δικαστήριο σε αναβολή.
Το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις συντρέχουσες σε κάθε περίπτωση συνθήκες και εφόσον κρίνει ότι η παράλειψη αιτιολόγησης ή η καθυστερημένη αιτιολόγηση της απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την ουσιαστική παροχή έννομης προστασίας, μπορεί, με την απόφαση επί της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, να επιβάλλει αυτεπάγγελτα χρηματική κύρωση στην αναθέτουσα αρχή. Το ποσό της κύρωσης αυτής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πεντακόσια ευρώ, ούτε μεγαλύτερο από πέντε χιλιάδες ευρώ. Το σχετικό ποσό καταβάλλεται μία φορά για κάθε στάδιο του διαγωνισμού και περιέρχεται στον αιτούντα, του οποίου η αίτηση εκδικάζεται πρώτη.
Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου υπογραφή της σύμβασης από την αναθέτουσα αρχή δεν αντιτάσσεται στον ενδιαφερόμενο, ούτε κωλύει την παροχή της προσήκουσας έννομης προστασίας.
Σε διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων που ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης των συμβάσεων αυτών και το άρθρο 31 του ν. 3433/2006 καταργείται.
Άρθρο 91
(άρθρα 56 και 57 της Οδηγίας) Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων
Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής. Δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής.
Η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και η άσκηση αυτής κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παράγραφο 6.
Ο αρμόδιος δικαστής ορίζει με πράξη του την ημέρα και ώρα εκδίκασης της αίτησης, καθώς και την προθεσμία κλήτευσης. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από τριάντα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης, η δε προθεσμία κλήτευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε ημέρες.
Αντίγραφο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με κλήση κοινοποιείται με τη φροντίδα του αιτούντος προς την αναθέτουσα αρχή και, σε περίπτωση που είναι διαφορετική, προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών. Κοινοποιείται επίσης προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήτευση θεωρεί αναγκαία ο δικαστής. Η κοινοποίηση γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών και της τηλεομοιοτυπίας, μέσα σε δέκα ημέρες από την άσκηση της αίτησης.
Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.
Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αίτησης και μετά από κλήση της αναθέτουσας αρχής τρεις ημέρες νωρίτερα, να εκδώσει, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αίτησης, προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση και περιέχει τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Λόγο άρσης της απαγόρευσης αυτής συνιστά το προδήλως απαράδεκτο ή το προδήλως αβάσιμο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, γεγονός για το οποίο αρκεί απλή μνεία. Η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί είτε από τον δικαστή που τη χορήγησε, ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής και αφού κληθεί για ακρόαση ο αιτών τρεις ημέρες νωρίτερα, είτε από το δικαστήριο που θα δικάσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των διατάξεων του παρόντος και η λήψη του μέτρου είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος.
Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος και ιδίως των εθνικών συμφερόντων άμυνας και ασφάλειας, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Η απόρριψη της αίτησης για οποιονδήποτε λόγο δεν θίγει άλλα δικαιώματα του αιτούντος.
Το δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων των εγγράφων της σύμβασης, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως η διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. Η απόφαση επί της αίτησης
Η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση του κύριου ένδικου βοηθήματος. Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά αίρεται αυτοδίκαια η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή του δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από ένα τρίμηνο από την κατάθεση του δικογράφου.
Εφόσον η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει σύμφωνα με το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης , τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά, ή, σε περίπτωση παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το τυχόν ασκηθέν κύριο ένδικο βοήθημα εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 32 παράγραφος 2 του π.δ. 18/1989.
Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου υπογραφή της σύμβασης από την αναθέτουσα αρχή δεν αντιτάσσεται στον ενδιαφερόμενο, ούτε κωλύει την παροχή της προσήκουσας έννομης προστασίας.
Άρθρο 92
(άρθρο 56 της Οδηγίας) Ακύρωση πράξης ή παράλειψης
Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση κάθε πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής που παραβιάζει κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικού με τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης της σύμβασης ή διάταξη του παρόντος νόμου. Ιδίως δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση όρου που περιέχεται στα έγγραφα της σύμβασης και αναφέρεται σε τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές, καθώς και των πράξεων της αναθέτουσας αρχής περί αποκλεισμού από τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, αξιολόγησης προσφορών και κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού.
Εάν το δικαστήριο ακυρώσει πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής μετά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, η τελευταία δεν θίγεται, εκτός αν πριν από τη σύναψη αυτής είχε ανασταλεί η διαδικασία κατακύρωσης του διαγωνισμού με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινή διαταγή, ή εκτός εάν η σύμβαση έχει κηρυχθεί άκυρη. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 94.
Αν ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπιτυχώς την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και η σύμβαση υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε η εκτέλεσή της πριν από τη συζήτηση του κύριου ένδικου βοηθήματος, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989.
Άρθρο 93
(άρθρα 60, 61 και 62 της Οδηγίας) Κήρυξη της σύμβασης άκυρης
Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την κήρυξη της ακυρότητας σύμβασης που έχει υπογραφεί:
- α) εφόσον ανατέθηκε χωρίς προηγούμενη δημοσίευση
προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση που ανάλογη δημοσίευση ήταν υποχρεωτική, ή
- β) σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 90 παρ. 5,
του άρθρου 91 παρ. 2, εφόσον λόγω της παράβασης αυτής ο προσφέρων ο οποίος ασκεί προσφυγή στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης προσυμβατικών διαδικασιών προσφυγής, η δε παράβαση αυτή συνδυάζεται με άλλη παράβαση των άρθρων του δεύτερου Μέρους, η οποία επηρέασε αρνητικά τις πιθανότητες του προσφέροντος που ασκεί προσφυγή να αναλάβει τη σύμβαση, ή
- γ) σε περίπτωση σύναψης συμφωνίας−πλαίσιο, εφόσον
παραβιάζονται οι υποχρεώσεις που προκύπτουν κατά την ανάθεση με διαγωνισμό συμβάσεων που συνάπτονται βάσει πολυμερούς συμφωνίας−πλαίσιο.
Η αίτηση κήρυξης της σύμβασης άκυρης δεν επιτρέπεται:
- α) εάν η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη για
εκούσια εκ των προτέρων διαφάνεια, σύμφωνα με το υπόδειγμα και τις προϋποθέσεις του άρθρου 96, με την οποία γνωστοποίησε την πρόθεσή της να αναθέσει τη σύμβαση και εφάρμοσε δεκαήμερη τουλάχιστον προθεσμία αναστολής σύναψης της σύμβασης από την επομένη της δημοσίευσης της προκήρυξης,
- β) όταν η αναθέτουσα αρχή θεωρεί ότι δεν παραβιάστηκαν οι κανόνες για τον τρόπο ανάθεσης συμβάσεων
σε εκτέλεση συμφωνίας−πλαίσιο του άρθρου 46, έχει ήδη αποστείλει την απόφαση ανάθεσης της εκτελεστικής της συμφωνίας−πλαίσιο σύμβασης μαζί με την αιτιολογία της σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 2 στους προσφέροντες της συμφωνίας−πλαίσιο, έχει ήδη αναφέρει τις προθεσμίες αναστολής σύναψης της σύμβασης και έχει εφαρμόσει δεκαήμερη τουλάχιστον προθεσμία αναστολής της σύναψης, από την επομένη της αποδεδειγμένης παραλαβής της απόφασης από τα μέρη της συμφωνίας−πλαίσιο που υπέβαλαν προσφορά.
Η κήρυξη της σύμβασης άκυρης έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική ακυρότητά της. Τυχόν αξιώσεις των μερών διέπονται από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και οι σχετικές διαφορές εκδικάζονται από το κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο. Αν ο ανάδοχος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την ακυρότητα της σύμβασης, δεν γεννάται έναντι της αναθέτουσας αρχής αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού ή η εν λόγω αξίωση ικανοποιείται μόνο εν μέρει.
Το δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις και, ιδίως, το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, τη σοβαρότητα της παράβασης και τη συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής, μπορεί να κηρύξει την ακυρότητα μόνο του ανεκτέλεστου μέρους της σύμβασης ή να συντομεύσει τη διάρκειά της.
Εφόσον επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης, παρόλο που αυτή έχει συναφθεί κατά παράβαση των περιπτώσεων της παραγράφου 1, το δικαστήριο μπορεί να μην την κηρύξει άκυρη. Δεν θεωρείται επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης, παρά μόνον αν η ακύρωσή της θα οδηγούσε σε δυσανάλογες συνέπειες, η επιβάρυνση της αναθέτουσας αρχής με έξοδα λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση της σύμβασης, λόγω διεξαγωγής νέας διαδικασίας ανάθεσης, λόγω αλλαγής του οικονομικού φορέα που εκτελεί τη σύμβαση ή λόγω δεν επιτρέπεται να κηρυχθεί άκυρη αν οι συνέπειες της ακυρότητας θα έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη ενός ευρύτερου προγράμματος άμυνας ή ασφάλειας το οποίο είναι θεμελιώδες για τα συμφέροντα ασφαλείας του κράτους.
Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου το δικαστήριο, με την ίδια απόφαση, επιβάλει στην αναθέτουσα αρχή πρόστιμο, το ύψος του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του χρηματικού αντικειμένου της σύμβασης. Το πρόστιμο περιέρχεται στον αιτούντα. Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα των διαδίκων, αλλά εκτιμά ελευθέρως τις συνθήκες.
Η αίτηση κήρυξης της σύμβασης άκυρης ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών:
- α) από την επόμενη της δημοσίευσης της απόφασης
ανακοίνωσης σύναψης σύμβασης, εφόσον στη δημοσίευση περιλαμβάνεται αιτιολογία για τη σύναψη της σύμβασης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης ή
- β) από την επόμενη της ενημέρωσης των ενδιαφερομένων με άλλο τρόπο, εφόσον στην ενημέρωση αυτή
εκτίθενται οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 53.
Η αίτηση κήρυξης της σύμβασης άκυρης δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ασκηθεί μετά την πάροδο έξι μηνών από την επόμενη της υπογραφής της σύμβασης.
Στην αίτηση κήρυξης της σύμβασης άκυρης εφαρμόζονται αναλογικά οι ρυθμίσεις της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Η προθεσμία και η κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η διαδικασία προσωρινής διαταγής εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Αν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή περαιτέρω εκτέλεσης της σύμβασης.
Άρθρο 94
(άρθρο 56 παράγραφοι 1, 6 και 7 της Οδηγίας) Αξίωση αποζημίωσης
Ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος αποκλείσθηκε από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό ή εν γένει από την ανάθεση σύμβασης του παρόντος, κατά παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διάταξης του παρόντος, δικαιούται να αξιώσει από την αναθέτουσα αρχή αποζημίωση, με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 197 και 198 ΑΚ. Αν ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι θα του ανετίθετο η σύμβαση αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η παράβαση, τότε δικαιούται αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις. Κάθε διάταξη που αποκλείει ή περιορίζει την αξίωση αυτή δεν εφαρμόζεται.
Για την επιδίκαση της αποζημίωσης απαιτείται η προηγούμενη ακύρωση της παράνομης πράξης ή παράλειψης από το αρμόδιο δικαστήριο. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 92, των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 93 ή όταν, εν γένει, δεν καθίσταται εφικτή η δικαστική κήρυξη της ακυρότητας για λόγους που δεν συνδέονται με παραλείψεις του ενδιαφερόμενου.
Άρθρο 95
(άρθρο 63 της Οδηγίας) Συνεργασία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεωρώντας ότι έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση των διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων του παρόντος, ζητεί την άρση αυτής, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που παρέλαβε τη γνωστοποίηση διαβιβάζει μέσα σε είκοσι μία ημέρες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα ακόλουθα στοιχεία:
- α) βεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε ή
- β) αιτιολογημένη απάντηση με την οποία εξηγεί για
ποιο λόγο δεν έγινε καμιά διορθωτική ενέργεια ή
- γ) γνωστοποίηση ότι η διαδικασία σύναψης της υπόψη
σύμβασης έχει ανασταλεί είτε με πρωτοβουλία της αναθέτουσας αρχής, είτε ύστερα από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 91.
Η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που της ζητηθεί να παράσχει τις πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου προς την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και να αποστείλει σε αυτή κάθε σχετικό με την πιθανολογούμενη παράβαση στοιχείο.
Στην περίπτωση που σύμφωνα με την παράγραφο 1 περίπτωση β΄ του παρόντος άρθρου γνωστοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια λόγω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που εκκρεμεί, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το αποτέλεσμα της δίκης, όταν αυτό γίνει γνωστό.
Σε περίπτωση που σύμφωνα με την παράγραφο 1 περίπτωση γ΄ του παρόντος άρθρου γνωστοποιηθεί ότι έχει χορηγηθεί αναστολή, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την τυχόν ανάκληση της αναστολής ή την έναρξη νέας διαδικασίας σύναψης σύμβασης που συνδέεται στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος με την προηγούμενη διαδικασία. Η νέα αυτή γνωστοποίηση πρέπει να βεβαιώνει ότι η πιθανολογούμενη παράβαση έχει διορθωθεί ή να περιέχει αιτιολογημένη απάντηση και να εξηγεί για ποιο λόγο δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια.
Άρθρο 96
(άρθρο 64 της Οδηγίας) Περιεχόμενο της προκήρυξης για εκούσια εκ των προτέρων διαφάνεια Η προκήρυξη για εκούσια εκ των προτέρων διαφάνεια, όπως προβλέπεται σην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 93 του παρόντος και συντάσσεται σύμφωνα με το υπόδειγμα που εγκρίνεται από την Επιτροπή σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 67 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ συμβουλευτική διαδικασία της Επιτροπής, περιέχει τις εξής πληροφορίες:
- α) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας της αναθέτουσας
αρχής,
- β) περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης,
- γ) αιτιολόγηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής Ένωσης,
- δ) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του οικονομικού
φορέα υπέρ του οποίου έχει ληφθεί απόφαση ανάθεσης της σύμβασης και
- ε) εφόσον απαιτείται, οποιαδήποτε άλλη πληροφορία
κρίνει χρήσιμη η αναθέτουσα αρχή.
Άρθρο 97
(άρθρα 65 και 66 της Οδηγίας) Στατιστικές υποχρεώσεις
Η ΓΔΑΕΕ είναι αρμόδια να διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το αργότερο έως την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους, στατιστική κατάσταση συμβάσεων έργων, υπηρεσιών και προμηθειών που έχουν συναφθεί κατ’ εφαρμογή του παρόντος κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.
Η στατιστική κατάσταση προσδιορίζει τον αριθμό και την αξία των συμβάσεων που ανατέθηκαν και αφορά χωριστά τις συμβάσεις έργων, υπηρεσιών και προμηθειών. Ο αριθμός και η αξία των συμβάσεων κατανέμονται ανά χρησιμοποιούμενη διαδικασία και προσδιορίζουν για κάθε διαδικασία το αντικείμενο των συμβάσεων ανά κατηγορία της ονοματολογίας CPV.
Σε περίπτωση που έχει γίνει προσφυγή σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, οι συμβάσεις που έχουν κατηγοριοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, κατηγοριοποιούνται επιπλέον και ανάλογα με τους λόγους προσφυγής στη διαδικασία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42.
Άρθρο 98
(άρθρα 70 και 71 της Οδηγίας) Πεδίο εφαρμογής των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 και 60/2007
Στο τέλος του άρθρου 19 του π.δ. 59/2007 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Στις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ (L 216), ούτε στις συμβάσεις στις οποίες η Οδηγία δεν εφαρμόζεται δυνάμει των άρθρων 8, 12 και 13 αυτής.»
Το άρθρο 16 του π.δ. 60/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 16 Συμβάσεις στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας Σύμφωνα με το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ, το παρόν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, με εξαίρεση τις συμβάσεις στις οποίες εφαρμόζεται η Οδηγία 2009/81/ΕΚ (L 216). Το παρόν δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2009/81/ΕΚ δυνάμει των άρθρων 8, 12 και 13 αυτής.»
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΤΩΤΕΡΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2009/81/ΕΚ
Άρθρο 99
Πεδίο εφαρμογής
Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στις συμβάσεις των οποίων η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ είναι κατώτερη από τα χρηματικά όρια του άρθρου 24.
Στις συμβάσεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται οι διατάξεις του δεύτερου Μέρους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 104.
Άρθρο 100
Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων
Οι συμβάσεις του παρόντος Μέρους συνάπτονται σύμφωνα με τις ακόλουθες διαδικασίες:
- α) την ανοικτή διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο
101,
- β) το συνοπτικό διαγωνισμό, στην περίπτωση που η
αξία της σύμβασης είναι κατώτερη από το χρηματικό όριο που ορίζεται στην με αριθμό 35130/739/9.8.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1291), σύμφωνα με το άρθρο 102,
- γ) την απευθείας ανάθεση, στην περίπτωση που η
αξία της σύμβασης είναι κατώτερη από το χρηματικό όριο που ορίζεται στην με αριθμό 35130/739/9.8.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1291), σύμφωνα με το άρθρο 103.
Οι συμβάσεις της παραγράφου 1 μπορούν να συνάπτονται και με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 38.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας δημοσιεύονται υποδείγματα εγγράφων σύμβασης, με δεσμευτικό ή μη χαρακτήρα, για τις συμβάσεις του παρόντος Μέρους.
Άρθρο 101
Ανοικτή διαδικασία
Ανοικτή είναι η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει προσφορά. Η ανοικτή διαδικασία διεξάγεται σε ενιαίο στάδιο, το οποίο περιλαμβάνει τη διενέργεια ποιοτικής επιλογής των οικονομικών φορέων που υπέβαλαν προσφορά και εν συνεχεία την αξιολόγηση των προσφορών όσων αποδείχθηκε ότι πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό. Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται αναφορά σε «αίτηση συμμετοχής» νοείται η «προσφορά», ενώ όπου γίνεται αναφορά σε «υποψήφιο» νοείται ο «προσφέρων» στο πλαίσιο της ανοικτής διαδικασίας.
Στην ανοικτή διαδικασία, η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών ανέρχεται σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι διαδικαστικές λεπτομέρειες διενέργειας της ανοικτής διαδικασίας ορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης.
Άρθρο 102
Συνοπτικός διαγωνισμός Κατά τη διενέργεια συνοπτικού διαγωνισμού η αναθέτουσα αρχή δύναται να περιορίζει τα έγγραφα της σύμβασης και να μην ορίζει κριτήρια ποιοτικής επιλογής. Η δημοσίευση της προκήρυξης γίνεται με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της αναθέτουσας αρχής που διενεργεί τον διαγωνισμό. Η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών ανέρχεται σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία ανάρτησης της προκήρυξης στην οικεία ιστοσελίδα, σύμφωνα με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του ν. 3861/ 2010.
Άρθρο 103
Απευθείας ανάθεση Η απευθείας ανάθεση σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα γίνεται με κριτήριο τη δυνατότητα καλής και έγκαιρης εκτέλεσης της σύμβασης από τον ανάδοχο.
Οι ακόλουθες διατάξεις του δεύτερου Μέρους δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από το παρόν Μέρος: το άρθρο 28, η υποχρέωση διαβίβασης έκθεσης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 42 παρ. 2 περίπτωση α΄, το άρθρο 47, το άρθρο 48 παράγραφοι 1 έως 3, το άρθρο 49, το άρθρο 51, το άρθρο 55, το άρθρο 95 και το άρθρο 96.
Αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές που αναφύονται στο πλαίσιο συμβάσεων του παρόντος Μέρους είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής, με τριμελή σύνθεση, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου Ι΄ του δεύτερου Μέρους, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989. Αιτήσεις προσωρινής προστασίας εκδικάζονται από τον Πρόεδρο Εφετών του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή από τον Εφέτη που αυτός ορίζει. Σε περίπτωση ιδιαίτερης σπουδαιότητας της υπόθεσης, ο ανωτέρω Πρόεδρος ή Εφέτης μπορεί να εισάγει την αίτηση σε τριμελές συμβούλιο του δικαστηρίου, στο οποίο προεδρεύει ο Πρόεδρος Εφετών και μετέχει ο Εφέτης εισηγητής.
α. Στην κλειστή διαδικασία, στη διαδικασία διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και στη διαδικασία του ανταγωνιστικού διαλόγου η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής ανέρχεται σε είκοσι ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης διαγωνισμού στο Τεύχος Διακηρύξεων Δημοσίων Συμβάσεων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η ελάχιστη προθεσμία παραλαβής των προσφορών των οικονομικών φορέων που έχουν επιλεγεί για την υποβολή προσφοράς ανέρχεται σε είκοσι ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφοράς προς τους προεπιλεγέντες. β. Όταν στην κλειστή διαδικασία και στη διαδικασία διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, επείγοντες λόγοι καθιστούν αδύνατη την τήρηση των ελάχιστων προθεσμιών που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ορίζει προθεσμία για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης στο Τεύχος Διακηρύξεων Δημοσίων Συμβάσεων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και προθεσμία για την παραλαβή των προσφορών, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα ημερών από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης υποβολής προσφορών στους προεπιλεγέντες. γ. Κατά τον καθορισμό των προθεσμιών παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών η αναθέτουσα αρχή λαμβάνει υπόψη, ιδίως, τον πολύπλοκο χαρακτήρα της σύμβασης και το χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία των προσφορών, με την επιφύλαξη των ελάχιστων προθεσμιών που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΛΟΙΠΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
Άρθρο 105
Εκτέλεση συμβάσεων
Τα σχετικά με την εκτέλεση των συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ιδίως οι όροι, η κατάρτιση, η τροποποίηση, η καταγγελία και η λύση των συμβάσεων, οι κανόνες που διέπουν τις παραλαβές, τις παραδόσεις, τις πληρωμές, την έκπτωση του αναδόχου και τις συναφείς κυρώσεις, την είσπραξη των δικαιωμάτων του δημοσίου, την ευθύνη έναντι τρίτων, τη χρηματοδότηση, τη δωσιδικία και το εφαρμοστέο δίκαιο εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 34 έως 42, 44, 45, 48, 60−65, 68 παρ. 1 και 70 του ν. 3433/2006 και τις κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού. Οι διατάξεις του ν. 3433/2006 περί Εγχώριας Βιομηχανικής Συμμετοχής (ΕΒΣ), Ελληνικής Προστιθέμενης Αξίας (ΕΠΑ) και Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (ΑΩ), καθώς και οι κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότησή τους, καταργούνται.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και των τυχόν συναρμόδιων Υπουργών, τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου, του άρθρου 81 και του άρθρου 106 μπορούν να ρυθμίζονται διαφορετικά.
Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παράγραφο 2, οι διατάξεις των άρθρων 33−45, 48, 60−65, 68 παρ.1 και 70 του ν. 3433/2010 και οι κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, διέπουν και τις συμβάσεις υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, προσαρμοσμένες στη φύση και το σκοπό των συμβάσεων αυτών.
Άρθρο 106
Εκχώρηση δικαιωμάτων και αναδοχή υποχρεώσεων
Το άρθρο 43 του ν. 3433/2006, το οποίο ρυθμίζει τα ζητήματα που σχετίζονται με την εκχώρηση δικαιωμάτων και την αναδοχή υποχρεώσεων, διατηρείται σε ισχύ μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 105.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η εκχώρηση απαιτήσεων του οικονομικού φορέα σε προμηθευτές ή υπεργολάβους του, μετά από συμφωνία μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του οικονομικού φορέα, με όρο που τίθεται στη σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να αντιτάσσει κατά του εκδοχέα υπεργολάβου, όλες τις ενστάσεις που τυχόν υπάρχουν κατά του εκχωρητή−οικονομικού φορέα, ακόμη και μετά την αναγγελία της εκχώρησης.
Άρθρο 107
Συμβάσεις εκποίησης στρατιωτικού εξοπλισμού
Με τη διαδικασία του άρθρου 76 του ν. 3883/2010 στρατιωτικός εξοπλισμός μπορεί να χαρακτηρίζεται μη επιχειρησιακά αναγκαίος και να αποφασίζεται η πώληση, ανταλλαγή ή χρηματοδοτική του μίσθωση. Με την ίδια απόφαση γίνεται η οικονομική αποτίμηση του στρατιωτικού εξοπλισμού και εγκρίνεται η διαδικασία υλοποίησης της εκποίησής του, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
Με τη διαδικασία των άρθρων 72−75 του ν. 3883/2010, προσαρμοσμένων στη φύση και το σκοπό των εκποιήσεων στρατιωτικού εξοπλισμού, μπορεί να καταρτίζεται μακροπρόθεσμο ή/και τριετές πρόγραμμα εκποιήσεων στρατιωτικού εξοπλισμού.
Η σύναψη των συμβάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, μπορεί να γίνεται με τις εξής διαδικασίες: γανισμών,
- γ) με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό,
- δ) με κλειστό πλειοδοτικό διαγωνισμό,
- ε) με διαπραγμάτευση με προηγούμενη δημοσίευση
προκήρυξης ή
- στ) με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης.
Για την εφαρμογή των διαδικασιών της παραγράφου 3 εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του παρόντος νόμου, προσαρμοσμένες στη φύση και το σκοπό των συμβάσεων αυτών.
Στο πλαίσιο διακρατικών συμβάσεων ή συμβάσεων που συνάπτονται δυνάμει ειδικών διαδικαστικών κανόνων διεθνών οργανισμών, στρατιωτικός εξοπλισμός μπορεί να δωρίζεται ή να παραχωρείται κατά χρήση για την εξυπηρέτηση της εξωτερικής αμυντικής πολιτικής της χώρας. H σχετική απόφαση λαμβάνεται με τη διαδικασία του άρθρου 76 του ν. 3883/2010.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται για την εκποίηση στρατιωτικού εξοπλισμού που χαρακτηρίζεται άχρηστος.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Η έκδοση της απόφασης αυτής δεν συνιστά προϋπόθεση για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 108
Λοιπές διατάξεις
Όπου στην κείμενη νομοθεσία απαντάται ο όρος «αμυντικό υλικό» νοείται ο «στρατιωτικός εξοπλισμός», σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 15 περίπτωση 20.
Η παρ. 3 του άρθρου 72 του ν. 3433/2006 τροποποιείται ως εξής: «3. Οι κάτωθι Γενικές Διευθύνσεις υπάγονται απευθείας στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας: α) η Γενική Διεύθυνση Οικονομικού Σχεδιασμού και Υποστήριξης (ΓΔΟΣΥ), η οποία έχει ως αποστολή το σχεδιασμό και την υλοποίηση αποφάσεων επί θεμάτων Διαχείρισης Πόρων, Περιβάλλοντος, Ανθρώπινου Δυναμικού, Κατάρτισης, Παρακολούθησης, Συντονισμού Προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, Οικονομικής Μέριμνας, Στρατιωτικής και Τεχνολογικής Υποστήριξης, β) η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ), η οποία έχει ως αποστολή τη διενέργεια των απαιτούμενων διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών στον τομέα της άμυνας, για τη σύναψη συμβάσεων έρευνας και ανάπτυξης, για τη σύναψη συμβάσεων εκποίησης στρατιωτικού εξοπλισμού, για την πιστοποίηση συμμόρφωσης νέων προϊόντων με συμφωνίες Τυποποίησης, για την τυποποίηση – κωδικοποίηση του στρατιωτικού εξοπλισμού και για την κρατική διασφάλιση ποιότητας, καθώς και την παρακολούθηση της υλοποίησης των μέτρων της Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανικής Στρατηγικής, γ) η Γενική Διεύθυνση Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ), η οποία έχει ως αποστολή τη μελέτη, την υποβολή εισηγήσεων και την παρακολούθηση υλοποίησης της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και του Εθνικού Αμυντικού Σχεδιασμού σε συνεργασία με τον Α/ΓΕΕΘΑ, καθώς και των θεμάτων Στρατηγικών Αναλύσεων, Διεθνών Σχέσεων − Συνεργασιών και Διεθνών Οργανισμών, αρμοδιότητας του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Οι ανωτέρω Γενικές Διευθύνσεις δεν έχουν ιεραρχική σχέση με τα Γενικά Επιτελεία των Κλάδων και το ΓΕΕΘΑ, οι αρχηγοί των οποίων αναφέρουν απευθείας στον Υπουργό, ο οποίος συντονίζει και παρακολουθεί το έργο τους.»
Στην παράγραφο 10 του άρθρου 43 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) οι λέξεις «το άρθρο 2» αντικαθίσταται από τις λέξεις «την παράγραφο 2 του άρθρου 1».
Άρθρο 109
Μεταβατικές διατάξεις
Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις συμβάσεις έργων, υπηρεσιών ή προμηθειών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του και η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Ως έναρξη διαδικασίας σύναψης νοείται:
- α) η αποστολή προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις συμβάσεις του δεύτερου Μέρους,
- β) η δημοσίευση προκήρυξης στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, για τις συμβάσεις του τρίτου Μέρους,
- γ) η ανάρτηση στην ιστοσελίδα της αναθέτουσας αρχής, για τις συμβάσεις που ανατίθενται με τη διαδικασία
του συνοπτικού διαγωνισμού και
- δ) η λήψη απόφασης σύναψης σύμβασης, για τις υπόλοιπες περιπτώσεις.
Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων έργων, υπηρεσιών ή προμηθειών, οι οποίες έχουν ξεκινήσει πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, συνεχίζονται και ολοκληρώνονται σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έναρξής τους.
Συμβάσεις έργων, υπηρεσιών ή προμηθειών που έχουν συναφθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εκτελούνται σύμφωνα με το καθεστώς που τις διείπε κατά το χρόνο σύναψής τους.
Οι διατάξεις περί έννομης προστασίας διέπουν τις διαφορές που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής, οι οποίες εκδίδονται ή συντελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
Άρθρο 110
Η περίπτωση 12στ΄ της υποπαραγράφου 1β΄ του άρθρου 3 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167) αντικαθίσταται ως εξής: «(στ) Αεροπορίας Στρατού.»
Η παράγραφος 7 του άρθρου 29 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167) αντικαθίσταται ως εξής: «7. Στον απαιτούμενο για προαγωγή χρόνο δεν υπολογίζεται ο χρόνος των υποπαραγράφων α΄, β΄, δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του παρόντος νόμου.»
Το δεύτερο εδάφιο της υποπαραγράφου 1γ΄ του άρθρου 32 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167) αντικαθίσταται ως εξής: «δ. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τους Υποστρατήγους Σωμάτων του ΣΞ Τεχνικού, Εφοδιασμού και Μεταφορών, Υλικού Πολέμου και Έρευνας − Πληροφορικής Υποστρατήγους, Υποναυάρχους ή Υποπτεράρχους της ειδικότητας Οικονομικού, Υποπτεράρχους Αεράμυνας, Εφοδιαστές, Διοικητικούς και Μετεωρολόγους, Υποστρατήγους, Υποναυάρχους ή Υποπτεράρχους ειδικότητας Ιατρού, τους Υποστρατήγους, Στρα Αντιστρατήγου και αντιστοίχων, όπως και για τους Ταξιάρχους Ελεγκτικού, οι οποίοι δύναται αντιστοίχως να προαχθούν στο βαθμό του Υποστρατήγου.»
Το δικαίωμα της παραγράφου 2β΄ του άρθρου 55 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167) για τη μετάταξη μονίμων Αξιωματικών στο Κοινό Σώμα Στρατολογικού − Στρατιωτικών Νομικών Συμβούλων (ΚΣ ΣΣΝΣ) επεκτείνεται σε μονίμους Αξιωματικούς μέχρι και βαθμού Αντισυνταγματάρχη, υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, με τις ίδιες διαδικασίες και κατόπιν αίτησής τους που υποβάλλεται εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Για τους Αξιωματικούς που δεν έχουν συμπληρώσει πέντε (5) έτη στρατιωτικής υπηρεσίας λαμβάνονται υπόψη οι βαθμολογίες του συνόλου των ετών υπηρεσίας τους. Οι μετατασσόμενοι βάσει του παρόντος εντάσσονται στην επετηρίδα του ΚΣ ΣΣΝΣ, διατηρούν τη μεταξύ τους σειρά αρχαιότητας και καθίστανται νεότεροι όσων ομοιοβάθμων τους Αξιωματικών του ΚΣ ΣΣΝΣ, συμπεριλαμβανομένων όσων μετατάχθηκαν σε αυτό βάσει του άρθρου 55 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167), απέκτησαν το βαθμό που φέρουν το ίδιο ημερολογιακό έτος.
Στην υποπαράγραφο α3 του άρθρου 23 του ν. 3883/ 2010 (Α΄ 167) προστίθεται περίπτωση γ΄ ως εξής: «γ. έχουν καταταγεί με διαγωνισμό.»
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 91 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167), μετά το πρώτο εδάφιο προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Ειδικότερα για όσους εκ των ανωτέρω προέρχονται από παραγωγικές σχολές του ΠΝ, ο χρόνος των υποπαραγράφων β΄ και γ΄ της παραγράφου 8 του όρθρου 5 του ν. 2439/1996 (Α΄ 219) υπολογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας μονίμου Αξιωματικού πέρα από τα δεκατρία (13) έτη από την κατάταξη τους.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 41 του ν.δ. 445/1974 (Α΄ 160) περί Ιεραρχίας και Προαγωγών των Ανθυπασπιστών και Μονίμων και Εθελοντών Οπλιτών Ενόπλων Δυνάμεων αντικαθίσταται και προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «3. Οι ανακαλούμενοι στην ενεργό υπηρεσία μπορούν να προαχθούν κατά δύο (2) βαθμούς, χωρίς να επιτρέπεται η απονομή αποστρατευτικού βαθμού, εφόσον: α Συγκεντρώνουν τα ουσιαστικά τους προσόντα στον ίδιο βαθμό που απαιτείται για να κριθούν με τις αυτές κρίσεις οι μόνιμοι εν ενεργεία ομοιόβαθμοί τους. β. Αποφοιτήσουν επιτυχώς από τα Σχολεία τα οποία αποτελούν ουσιαστικό προσόν για την προαγωγή των εν ενεργεία ομοιοβάθμων τους. γ. Έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο για προαγωγή στο βαθμό χρόνο υπηρεσίας που προβλέπεται για τους μονίμους ομοιοβάθμους τους, συνυπολογίζοντας και το χρόνο που έχουν διανύσει στο βαθμό που έφεραν πριν την αποστρατεία τους.
Στις διατάξεις της ως άνω παραγράφου υπάγονται και οι υπηρετούντες μόνιμοι από την εφεδρεία Υπαξιωματικοί.»
Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 1911/1990 (Α΄ 166) εφαρμόζεται και για όσους ενεγράφησαν σε παραγωγική σχολή των Σωμάτων Ασφαλείας και μέχρι τη θέση σε ισχύ της παραγράφου 3 του άρθρου 62 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167) δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία καταβολής του συνολικού ποσού της αποζημίωσης που έπρεπε να καταβάλουν σύμφωνα με την προϊσχύουσα νομοθεσία. Αποζημιώσεις που ήδη έχουν καταβληθεί θεωρούνται ως νομίμως καταβληθείσες και δεν επιστρέφονται. ΄Αρθρο 111 Η παράγραφος 1 του άρθρου 63 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων που κυρώθηκε με το ν. 2304/1995 (Α΄ 83), όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 5 παράγραφος 15 του ν. 2408/ 1996 (Α΄ 104), το άρθρο 23 παράγραφος 3 του ν. 3036/ 2002 (Α΄ 171) και το άρθρο 77 παράγραφοι 4 και 5 του ν. 3421/2005 (Α΄ 302), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέχρι και το βαθμό του Στρατιωτικού Δικαστή Α΄ αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το 60ό έτος της ηλικίας τους. Οι Αναθεωρητές αποχωρούν μόλις συμπληρώσουν το 62ο έτος της ηλικίας τους. Κατ’ εξαίρεση ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου αποχωρούν πριν από τη συμπλήρωση του παραπάνω ορίου ηλικίας, εφόσον συμπληρώνουν δύο (2) έτη στις θέσεις αυτές. Οι δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος Ενόπλων Δυνάμεων οι οποίοι φέρουν τους βαθμούς του Αναθεωρητή Β΄ και Γ΄, αποχωρούν από την υπηρεσία, ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους, ανεξάρτητα από το όριο ηλικίας προαγόμενοι στον επόμενο βαθμό, αφού κριθούν προακτέοι με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, εφόσον συμπληρώνουν οκτώ (8) χρόνια στον ένα ή συνολικά και στους δύο αυτούς βαθμούς, από την προαγωγή τους στο βαθμό του Αναθεωρητή Γ΄. Η προηγούμενη διάταξη ισχύει και για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς που αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του προβλεπομένου ορίου ηλικίας του βαθμού τους. Για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων θεωρείται ως ημέρα συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή της οκταετίας ή του χρόνου παραμονής στο βαθμό του Αναθεωρητή Α΄, η 30ή Ιουνίου του έτους αποχωρήσεως, κατά την οποία λύεται αυτοδικαίως η υπηρεσιακή σχέση.»
Άρθρο 112
α. Το άρθρο 18 του ν. 3421/2005 (Α΄302) τροποποιείται ως εξής: (1) Στην παράγραφο 1 προστίθεται υποπαράγραφος ε΄ ως εξής: «ε. Σπουδαστές Κέντρων Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης που εδρεύουν στην Ελλάδα και συμπράττουν με αναγνωρισμένα ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα άλλων κρατών−μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης». (2) Η υποπαράγραφος γ΄ της παραγράφου 2 αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Το εικοστό όγδοο για τους αναφερομένους στις υποπαραγράφους γ΄ και ε΄.» (3) Η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής: «Τα όρια ηλικίας που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αυξάνονται κατά δύο έτη για όσους έχουν δυσλεξία.» (4) Στην παράγραφο 6 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Ειδικότερα οι σπουδαστές των Κέντρων Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης, εκτός των παραπάνω πιστοποιήσεων ή βεβαιώσεων του συνεργαζομένου εκπαιδευτικού ιδρύματος του εξωτερικού, υποβάλλουν επιπλέον βεβαίωση εγγραφής από το οικείο Κέντρο Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης, θεωρημένη από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.» Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στο άρθρο 41 του ν. 3421/2005 (Α΄ 302) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να καθορίζεται κάθε φορά η χορήγηση ειδικής άδειας διάρκειας μέχρι δέκα (10) ημερών σε όσους εκπληρώνουν στρατεύσιμη στρατιωτική υποχρέωση, οι οποίοι, ενόσω διατελούσαν νομίμως εκτός Ενόπλων Δυνάμεων, επιλέχθηκαν από αρμόδια οργανωτική επιτροπή και συμμετείχαν αποδεδειγμένα ως εθελοντές σε διεθνείς αγώνες, που διεξάγονται στην Ελλάδα, εφόσον καταταγούν στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του επομένου έτους από την έναρξη των αγώνων. Η άδεια αυτή δεν υπολογίζεται στα όρια της συνολικής διάρκειας των αδειών του άρθρου αυτού και είναι εξ ολοκλήρου χρόνος πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Η ακριβής διάρκεια της άδειας, οι προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η διαδικασία, οι υποχρεώσεις των δικαιούμενων την άδεια και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση της, καθορίζονται με την ίδια απόφαση. Η ισχύς της παρούσης παραγράφου αρχίζει με τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)