Νόμοι — ΦΕΚ A' 14/2018

Type Νόμος
Publication 2018-01-30
State In force
Source ΦΕΚ
articles 123
Reform history JSON API

ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει ιδίως από τον συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του φυσικού προσώπου,

  • δ) της σημασίας των κερδών που αποκτήθηκαν ή

των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

  • ε) της ζημιάς που προκλήθηκε σε τρίτους από την παράβαση, στο βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί,
  • στ) του βαθμού συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή

νομικού προσώπου με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, με την επιφύλαξη της ανάγκης εξασφάλισης της παραίτησης του υπαίτιου προσώπου από τα αποκτηθέντα κέρδη ή τις αποφευχθείσες ζημίες,

  • ζ) της καθ’ υποτροπή τέλεσης παραβάσεων ή προηγούμενων παραβάσεων του παρόντος νόμου και της

λοιπής νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο,

  • η) της επίπτωσης της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και στην προστασία των επενδυτών.
5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς τους, επιβάλλουν τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα των παραγράφων 1 και 2, σε περίπτωση μη συνεργασίας ή μη συμμόρφωσης σε έρευνα ή επιθεώρηση ή αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 67.

6.

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων της ενότητας Β΄ του άρθρου 34 και της ενότητας Β΄ του άρθρου 35, η με οποιονδήποτε τρόπο κατ’ επάγγελμα επιχειρήσεων τρίτων χωρών, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), στις Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) και στις Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΑΕΔΟΕΕ) κατά τις διακρίσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και, σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους στην Ελλάδα. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 60, η με οποιονδήποτε τρόπο κατ’ επάγγελμα παροχή υπηρεσιών Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. επιτρέπεται μόνο στους παρόχους αυτών των υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και την άδεια λειτουργίας τους. Όποιος, χωρίς την απαιτούμενη άδεια με πρόθεση προβαίνει σε κατ’ επάγγελμα παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων ή παροχή υπηρεσιών Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥστην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές. Αν οι επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες και οι υπηρεσίες Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ.ΓΝΩ. ΣΥ. παρέχονται ή ασκούνται από νομικά πρόσωπα, με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται όποιος ασκεί τη διοίκηση ή διαχείριση του νομικού προσώπου. Ο γραμματέας του ποινικού δικαστηρίου διαβιβάζει τις καταδικαστικές αποφάσεις για τις παραβάσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων τρίτων χωρών που είναι πιστωτικά ιδρύματα, στην Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες και υποχρεούνται να τις διαβιβάσουν περαιτέρω στην Ε.Α.Κ.Α.Α., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 70.

7.

Στις δίκες για τις αξιόποινες πράξεις της προηγούμενης παραγράφου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για την υποστήριξη της κατηγορίας. Μετά την έκδοση οριστικής απόφασης η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει δικαίωμα να λάβει αντίγραφα της απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας, ανεξαρτήτως αν είχε δηλώσει ή όχι παράσταση πολιτικής αγωγής.

Άρθρο 70

Δημοσιοποίηση αποφάσεων (Άρθρο 71 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος αναρτούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στον επίσημο διαδικτυακό τους τόπο, κάθε απόφασή τους σχετικά με την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, καθώς και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους και κατ’ εξουσιοδότηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ύστερα από ενημέρωση του προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση σχετικά με την εν λόγω απόφαση. Στην κατά τα ανωτέρω δημοσιοποίηση περιλαμβάνονται τουλάχιστον πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση ή το μέτρο. Η υποχρέωση δημοσιοποίησης δεν αφορά αποφάσεις σχετικές με την επιβολή μέτρων διερευνητικού χαρακτήρα.

2.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κρίνουν ότι η δημοσιοποίηση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων είναι δυσανάλογη, μετά την κατά περίπτωση αξιολόγηση που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης αυτών των δεδομένων, ή, αν η δημοσιοποίηση της απόφασης θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή διενεργούμενους ελέγχους, πράττουν τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

  • α) καθυστερούν τη δημοσιοποίηση της απόφασης

για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου έως τη στιγμή που παύουν να υφίστανται οι λόγοι για τη μη δημοσίευση,

  • β) δημοσιοποιούν την απόφαση για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου χωρίς αναφορά ονομάτων,

εφόσον η ανώνυμη αυτή δημοσιοποίηση εξασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,

  • γ) δεν δημοσιοποιούν την απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή μέτρου αν θεωρείται ότι οι επιλογές

που αναφέρονται στις ανωτέρω περιπτώσεις α΄ και β΄ δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί:

  • αα) ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών,
  • ββ) η αναλογικότητα της δημοσιοποίησης των αποφάσεων αυτών σε σχέση με τα επιβληθέντα μέτρα που

θεωρούνται ήσσονος σημασίας. Στην περίπτωση απόφασης για ανώνυμη δημοσιοποίηση της διοικητικής κυρώσεως ή μέτρου, η δημοσιοποίηση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, αν προβλέπεται ότι μέσα στο διάστημα αυτό θα εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την ανώνυμη δημοσιοποίηση.

3.

Σε περίπτωση άσκησης αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου κατά της απόφασης για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, δημοσιεύουν αμέσως στον επίσημο διαδικτυακό τόπο τους τις σχετικές πληροφορίες και κάθε περαιτέρω ενημέρωση σχετικά με την έκβαση της εκδίκασης της αίτησης ακυρώσεως ή προσφυγής. Επιπλέον, δημοσιοποιείται κάθε μεταγενέστερη απόφαση που ακυρώνει απόφαση επιβολής διοικητικής κυρώσεως ή μέτρου.

4.

Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται, σύμφωνα με το παρόν άρθρο παραμένουν στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος για τουλάχιστον πέντε (5) έτη από τη δημοσιοποίησή τους. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δημοσιοποιούνται διατηρούνται στον επίσημο διαδικτυακό τόπο των ανωτέρω αρμόδιων αρχών μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ν. 2472/1997 (Α΄ 50). όλες τις διοικητικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν χωρίς να δημοσιοποιηθούν, σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 συμπεριλαμβανομένων των σχετικών αιτήσεων ακυρώσεως ή προσφυγών και της έκβασής τους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, λαμβάνουν πληροφορίες, καθώς και τις οριστικές αποφάσεις επιβολής ποινικών κυρώσεων για παραβάσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 69 και τις υποβάλλουν στην Ε.Α.Κ.Α.Α..

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, συγκεντρώνουν και διαβιβάζουν σε ετήσια βάση στην Ε.Α.Κ.Α.Α. στοιχεία σε συγκεντρωτική μορφή, σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα διοικητικά μέτρα που έχουν επιβάλει, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 70 του παρόντος. Η υποχρέωση αυτή δεν αφορά διοικητικά μέτρα διερευνητικού χαρακτήρα. Επίσης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, διαβιβάζουν σε ετήσια βάση στην Ε.Α.Κ.Α.Α. στοιχεία σε συγκεντρωτική μορφή σχετικά με τις ποινικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν για παραβάσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 69.

6.

Όποτε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, δημοσιοποιούν διοικητικές κυρώσεις ή μέτρα, γνωστοποιούν παράλληλα το γεγονός αυτό στην Ε.Α.Κ.Α.Α..

Άρθρο 71

Καταγγελίες παραβάσεων (Άρθρο 73 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Παραβάσεις ή ενδεχόμενες παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτών και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ μπορεί να καταγγέλλονται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 67. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά περίπτωση, καθορίζονται οι κατάλληλες διαδικασίες και οι αποτελεσματικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν την υποβολή προς αυτές καταγγελιών παραβάσεων ή ενδεχόμενων παραβάσεων των εν λόγω διατάξεων.

2.

Με τις αποφάσεις του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου καθορίζονται:

  • α) ειδικές διαδικασίες για τη λήψη καταγγελιών σχετικά με παραβάσεις ή ενδεχόμενες παραβάσεις και την

παρακολούθησή τους, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης ασφαλών διαύλων επικοινωνίας για τις εν λόγω καταγγελίες,

  • β) κατάλληλη προστασία, τουλάχιστον έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης,

για εργαζομένους σε εποπτευόμενους φορείς, οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός των φορέων αυτών,

  • γ) προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

τόσο του προσώπου που καταγγέλλει την παράβαση, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε αυτήν, σε όλα τα στάδια των διαδικασίας, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή μεταγενέστερων δικαστικών διαδικασιών.

3.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., οι διαχειριστές αγοράς, οι πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, τα πιστωτικά ιδρύματα, όταν παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, και τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες προκειμένου οι εργαζόμενοι σε αυτά να μπορούν να καταγγέλλουν εσωτερικά παραβάσεις ή ενδεχόμενες παραβάσεις, μέσω ειδικού ανεξάρτητου και αυτόνομου διαύλου.

Άρθρο 72

Δικαίωμα προσφυγής (Άρθρο 74 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, καθώς και με τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτών και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι επαρκώς αιτιολογημένες και υπόκεινται, κατά περίπτωση, σε αίτηση ακυρώσεως ή προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α΄178). Η παράλειψη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να αποφασίσει σχετικά με αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας, η οποία περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες, μέσα σε έξι (6) μήνες από την υποβολή της, υπόκειται επίσης σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.

2.

Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, καθώς και με τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτών και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι επαρκώς αιτιολογημένες και υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 73

Εξωδικαστική επίλυση διαφορών (Άρθρο 75 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος που λειτουργούν στην Ελλάδα, καθώς και τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να συνεργάζονται με φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την υποβολή καταγγελιών και παραπόνων από πελάτες τους με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών που αφορούν την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών.

2.

Οι φορείς της προηγούμενης παραγράφου συνεργάζονται στενά με τους αντίστοιχους φορείς των άλλων κρατών-μελών για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τις διαθέσιμες, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες για την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών που αφορούν την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών. (Άρθρο 76 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθώς και οι εντεταλμένοι από αυτήν ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Ως εμπιστευτικές πληροφορίες για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου νοούνται οι πληροφορίες που περιέρχονται στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου, σύμφωνα με τη παρ. 12 του άρθρου 76 του ν. 1969/1991 (Α΄ 167), καθώς και οι πληροφορίες που περιέρχονται σε αυτά από άλλες αρμόδιες αρχές, φορείς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου αίρεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 13 του άρθρου 76 του ν. 1969/1991, καθώς και όταν συγκατατίθεται η αρμόδια αρχή, ο φορέας ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κοινοποίησε τη σχετική πληροφορία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

2.

Όταν πρόκειται για επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται σε αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες δεν αφορούν τρίτους, μπορεί να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαδικασίας.

3.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς την Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτών και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ πράξεων.

Άρθρο 75

Σχέσεις με ελεγκτές (Άρθρο 77 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Ορκωτοί ελεγκτές λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες, που έχουν λάβει επαγγελματική άδεια ή έχουν το δικαίωμα να διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4449/2017 (Α΄ 7), και διενεργούν ελέγχους σε Α.Ε.Π.Ε.Υ., ρυθμιζόμενες αγορές ή παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, σύμφωνα με την παρ. 1 και τα στοιχεία γ΄ έως ε΄ της παρ. 5 της υποπαραγράφου Α.1 της παρ. Α΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94) ή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 77 του ν. 4099/2012, ή ασκούν οποιαδήποτε άλλα ελεγκτικά καθήκοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με τον εν λόγω ελεγχόμενο φορέα που περιήλθε σε γνώση τους κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και το οποίο ενδέχεται:

  • α) να συνιστά σοβαρή παράβαση των νομοθετικών ή

κανονιστικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου φορέα,

  • β) να θέτει σε κίνδυνο τη συνέχεια της λειτουργίας του

ελεγχόμενου φορέα, ή

  • γ) να οδηγήσει σε άρνηση έκφρασης γνώμης για τις

οικονομικές καταστάσεις ή στη διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών.

2.

Η ίδια υποχρέωση ισχύει για τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες και για κάθε γεγονός ή απόφαση που περιήλθε σε γνώση τους κατά την εκπλήρωση των ως άνω καθηκόντων τους της παραγράφου 1, σε σχέση με επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τον εποπτευόμενο φορέα τον οποίο ελέγχουν.

3.

Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από τα ως άνω πρόσωπα γεγονότων ή αποφάσεων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν αποτελεί παράβαση συμβατικού ή νομικού περιορισμού της γνωστοποίησης των πληροφοριών αυτών και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη των προσώπων αυτών.

Άρθρο 76

Προστασία δεδομένων (Άρθρο 78 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση ή στο πλαίσιο της άσκησης εποπτικών εξουσιών, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών για τη διεξαγωγή ερευνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 και του Κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 (ΕΕ L 8/12.1.2001).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΑΚΑΑ

Άρθρο 77

Υποχρέωση συνεργασίας (Άρθρο 79 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές των κρατώνμελών, όταν είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους που προβλέπονται στον παρόντα, στην Οδηγία 2014/65/ΕΕ ή στον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014, χρησιμοποιώντας τις εξουσίες τους, είτε αυτές προβλέπονται στον παρόντα, στην Οδηγία 2014/65/ΕΕ ή στον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014 είτε σε άλλες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχουν συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών. Ιδίως, ανταλλάσσουν πληροφορίες και συνεργάζονται σε δραστηριότητες έρευνας ή εποπτείας. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να συνεργαστούν με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών όσον αφορά τη διευκόλυνση της είσπραξης των προστίμων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως σημείο επικοινωνίας για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακοινώνει στην Επιτροπή, στην ΕΑΚΑΑ και στα άλλα κράτη-μέλη ότι έχει οριστεί

2.

Στην περίπτωση όπου, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης των αγορών κινητών αξιών στο κράτος-μέλος υποδοχής, η λειτουργία τόπου διαπραγμάτευσης, ο οποίος έχει εγκαταστήσει μηχανισμούς σε κράτος μέλος υποδοχής, έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία για τη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στο εν λόγω κράτος-μέλος υποδοχής, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να συνάπτει ανάλογες ρυθμίσεις συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής ή υποδοχής του τόπου διαπραγμάτευσης.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνουν τα αναγκαία διοικητικά και οργανωτικά μέτρα για να διευκολύνουν τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ασκούν τις εξουσίες τους για τους σκοπούς της συνεργασίας, ακόμα και όταν η ερευνώμενη συμπεριφορά δεν αποτελεί παράβαση των κανόνων που ισχύουν στην Ελλάδα.

4.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι πράξεις αντίθετες προς τον παρόντα, την Οδηγία 2014/65/ ΕΕ ή τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014, διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφος άλλου κράτους-μέλους από οντότητες που δεν υπόκεινται στην εποπτεία της, το γνωστοποιεί με το λεπτομερέστερο δυνατό τρόπο στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους-μέλους προκειμένου να προβεί στις δέουσες ενέργειες και στην ΕΑΚΑΑ. Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει τις αρμοδιότητες της γνωστοποιούσας αρμόδιας αρχής. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος, όταν λαμβάνουν αντίστοιχη γνωστοποίηση από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους, προβαίνουν στις δέουσες ενέργειες και ενημερώνουν την άλλη αρμόδια αρχή και την ΕΑΚΑΑ για τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν και για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.

5.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 4, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ και σε άλλες αρμόδιες αρχές τις λεπτομέρειες των εξής:

  • α) αιτημάτων για τον περιορισμό του μεγέθους μιας

θέσης ή έκθεσης, σύμφωνα με το στοιχείο ιγ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 67,

  • β) περιορισμούς που έχει θέσει σχετικά με τη δυνατότητα προσώπων να λαμβάνουν θέση σε παράγωγο επί

εμπορευμάτων, σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 67. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τις λεπτομέρειες της απαίτησης ή του αιτήματος, σύμφωνα με το στοιχείο ιγ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 67, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων στα οποία απευθύνεται και τους λόγους υποβολής τους, καθώς και το πεδίο εφαρμογής των περιορισμών που έχουν τεθεί, σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 67, συμπεριλαμβανομένων του προσώπου και των χρηματοπιστωτικών μέσων που αφορούν, τυχόν ορίων, όσον αφορά το μέγεθος των θέσεων που μπορεί να κατέχει το πρόσωπο ανά πάσα στιγμή, τυχόν εξαιρέσεις βάσει του άρθρου 57 και τους λόγους για τις εξαιρέσεις αυτές. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος προβαίνει στη γνωστοποίηση τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη στιγμή κατά την οποία έχει προγραμματιστεί να τεθεί σε ισχύ η δράση ή το μέτρο. Σε εξαιρετικές συνθήκες, όταν δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ειδοποίηση είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να προβεί στη γνωστοποίηση σε λιγότερο από 24 ώρες πριν από το χρονικό σημείο που το μέτρο έχει προγραμματιστεί να τεθεί σε ισχύ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν λαμβάνει αντίστοιχη γνωστοποίηση από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους - μέλους, μπορεί να λαμβάνει μέτρα, σύμφωνα με το στοιχείο ιγ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 67 ή το στοιχείο γ΄ της παραγράφου 4, με την προϋπόθεση ότι το μέτρο είναι απαραίτητο για την επίτευξη του στόχου της άλλης αρμόδιας αρχής. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προβαίνει επίσης σε γνωστοποίηση, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο όταν προτείνει τη λήψη μέτρων. Αν μια ενέργεια βάσει των στοιχείων α΄ ή β΄ του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου σχετίζεται με ενεργειακά προϊόντα χονδρικής, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει επίσης τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενεργείας (ΟΣΡΑΕ), ο οποίος έχει συσταθεί βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 713/2009 (ΕΕ L 211/14.8.2009).

6.

Όσον αφορά τα δικαιώματα εκπομπής, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται με τους δημόσιους φορείς που είναι αρμόδιοι για την εποπτεία των αγορών άμεσης παράδοσης (spot) και των αγορών δημοπρασιών και με τις αρμόδιες αρχές, τους διαχειριστές των μητρώων και τους λοιπούς δημόσιους φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την εποπτεία της συμμόρφωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της 5409/2632/2004 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων (Β΄1931) και την Οδηγία 2003/87/ΕΚ, ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να έχουν ενοποιημένη εικόνα των αγορών δικαιωμάτων εκπομπής.

7.

Σε ό,τι αφορά τα παράγωγα επί βασικών γεωργικών προϊόντων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υποβάλλει εκθέσεις και συνεργάζεται με τους δημόσιους φορείς που είναι αρμόδιοι για την εποπτεία, τη διοίκηση και τη ρύθμιση των φυσικών γεωργικών αγορών βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013.

Άρθρο 78

Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών σε εποπτικές δραστηριότητες, σε επιτόπιους ελέγχους ή σε έρευνες (Άρθρο 80 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ) μπορεί να ζητήσει τη συνεργασία της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους - μέλους σε εποπτικές δραστηριότητες ή για επιτόπιο έλεγχο ή έρευνα. Η Επιτροπή Κεφαλαια Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει, οποιοδήποτε στοιχείο κρίνει απαραίτητο και στην περίπτωση αυτή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους καταγωγής του εξ αποστάσεως μέλους ή συμμετέχοντος. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος, όταν λαμβάνουν από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους αίτημα σχετικό με επιτόπιο έλεγχο ή έρευνα, ενεργώντας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους:

  • α) προβαίνουν οι ίδιες στον έλεγχο ή έρευνα,
  • β) επιτρέπουν στην αιτούσα αρχή να διεξαγάγει τον

έλεγχο ή την έρευνα,

  • γ) αναθέτει σε ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες να διεξαγάγουν τον έλεγχο ή έρευνα.
Άρθρο 79

Ανταλλαγή πληροφοριών (Άρθρο 81 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανταλλάσσει, ως αρμόδια αρχή επικοινωνίας, αμέσως όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών που προβλέπονται από τον παρόντα, την Οδηγία 2014/65/ΕΕ και τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, κατά την παροχή πληροφοριών σε άλλη αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, να ορίζει ότι οι χορηγούμενες πληροφορίες μπορεί να γνωστοποιούνται περαιτέρω μόνο με τη ρητή συγκατάθεσή της και αποκλειστικά για τους σκοπούς για τους οποίους έδωσε τη συγκατάθεσή της.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να διαβιβάζει στην Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που λαμβάνει με βάση την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 75 και 86. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν διαβιβάζει τις πληροφορίες σε άλλους φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα χωρίς τη ρητή συναίνεση των αρμόδιων αρχών που τις κοινοποίησαν και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έχουν συναινέσει, πλην δεόντως αιτιολογημένων περιστάσεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή που έστειλε τις πληροφορίες.

3.

Οι αρχές του άρθρου 70 και οι άλλοι φορείς ή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή σύμφωνα με τα άρθρα 75 και 86 μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως:

  • α) για να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι όροι ανάληψης της δραστηριότητας επιχείρησης επενδύσεων και

να διευκολύνουν, σε μη ενοποιημένη ή σε ενοποιημένη βάση, τον έλεγχο των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, ειδικά όσον αφορά τις απαιτήσεις επάρκειας κεφαλαίων που επιβάλλει ο ν. 4261/2014, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου,

  • β) για να εποπτεύουν την εύρυθμη λειτουργία των

τόπων διαπραγμάτευσης,

  • γ) για την επιβολή κυρώσεων,
  • δ) στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης

αρμόδιας αρχής,

  • ε) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 72,
  • στ) στο μηχανισμό εξωδικαστικής επίλυσης των καταγγελιών των επενδυτών που προβλέπεται στο άρθρο 73.
4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 και τα άρθρα 74 και 86 δεν εμποδίζουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διαβιβάζει στην Ε.Α.Κ.Α.Α, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), στην Τράπεζα της Ελλάδος, όταν ενεργεί με την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, στις κεντρικές τράπεζες, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και, όπου είναι αναγκαίο, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητά από τις εν λόγω αρχές πληροφορίες για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της που προβλέπει ο παρών νόμος και ο Κανονισμός (ΕΕ) 600/2014.

5.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να καθορίζονται τα στοιχεία και οι πληροφορίες που πρέπει να της υποβάλλουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, η διαδικασία παροχής των στοιχείων και των πληροφοριών αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα κρίνει απαραίτητο για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της ως νομισματική αρχή. Η Τράπεζα της Ελλάδος τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για όλες τις πληροφορίες και όλα τα στοιχεία που περιέχονται σε γνώση της, σύμφωνα με την προηγούμενη και την παρούσα παράγραφο.

Άρθρο 80

Δεσμευτική διαμεσολάβηση (Άρθρο 82 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ) μπορεί να αναφέρει στην ΕΑΚΑΑ περιπτώσεις, στις οποίες απέρριψε ή δεν διεκπεραίωσε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα αίτημα σχετικό με ένα από τα ακόλουθα:

  • α) για διεξαγωγή εποπτικής δραστηριότητας, επιτόπιου ελέγχου ή έρευνας, όπως προβλέπεται στο άρθρο

78, ή

  • β) για ανταλλαγή πληροφοριών, όπως προβλέπεται

στο άρθρο 79.

Άρθρο 81

Άρνηση συνεργασίας (Άρθρο 83 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ) μπορεί να αρνηθεί να ενεργήσει κατόπιν αιτήματος για συνεργασία σε διεξαγωγή έρευνας, επιτόπιου ελέγχου ή εποπτικής δραστηριότητας του άρθρου 82 ή για ανταλλαγή πληροφοριών του άρθρου 79 μόνον εάν:

  • α) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια

πραγματικά περιστατικά και κατά των ίδιων προσώπων ενώπιον των ελληνικών δικαστικών αρχών, Σε περίπτωση άρνησης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρμόδια αρχή και την ΕΑΚΑΑ, παρέχοντας όσο το δυνατόν λεπτομερέστερες πληροφορίες για την εκκρεμή δικαστική διαδικασία ή απόφαση που έχει εκδοθεί.

Άρθρο 82

Διαβουλεύσεις πριν από την αδειοδότηση Α.Ε.Π.Ε.Υ. (Άρθρο 84 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητά τη γνώμη της αρμόδιας αρχής του άλλου κράτους-μέλους πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ., η οποία:

  • α) είναι θυγατρική επιχείρησης επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς ή πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει

άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος, ή

  • β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης μιας επιχείρησης επενδύσεων ή πιστωτικού ιδρύματος που έχει

λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος, ή

  • γ) ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα

οποία ελέγχουν μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος-μέλος.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητά τη γνώμη της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή διαχειριστή αγοράς που είναι:

  • α) θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής

επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση,

  • β) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού

ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση,

  • γ) ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που

ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ιδίως κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μετόχων και της φήμης και εμπειρίας των προσώπων που διευθύνουν πραγματικά την επιχείρηση που συμμετέχει στη διοίκηση άλλης οντότητας του ιδίου ομίλου. Ανταλλάσσει όλες τις πληροφορίες σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων και τη φήμη και εμπειρία των προσώπων που διευθύνουν πραγματικά την επιχείρηση, οι οποίες είναι χρήσιμες στις άλλες ενδιαφερόμενες αρχές για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και για τη συνεχή αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τους όρους λειτουργίας.

Άρθρο 83

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών υποδοχής (Άρθρο 85 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, για στατιστικούς λόγους, να απαιτεί από όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα που έχουν εγκαταστήσει υποκαταστήματα στην Ελλάδα, την υποβολή περιοδικών εκθέσεων σχετικά με τις δραστηριότητες των υποκαταστημάτων αυτών.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτεί από τα υποκαταστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων ή των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα να παρέχουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την παρακολούθηση της συμμόρφωσής τους, σύμφωνα με την παράγραφο 5 της Ενότητας Β΄ του άρθρου 35.

Άρθρο 84

Λήψη προληπτικών μέτρων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής (Άρθρο 86 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στην περίπτωση που η Ελλάδα είναι το κράτος-μέλος υποδοχής, έχει συγκεκριμένους και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι μια επιχείρηση επενδύσεων που ασκεί δραστηριότητες στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών παραβαίνει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή ότι μία επιχείρηση επενδύσεων που έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα παραβαίνει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις διατάξεις της ανωτέρω Οδηγίας, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 5 της Ενότητας Β΄ του άρθρου 35 του παρόντος νόμου, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων. Αν, παρά τα μέτρα που λήφθηκαν από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους καταγωγής ή επειδή αυτά τα μέτρα αποδείχθηκαν ανεπαρκή, η επιχείρηση επενδύσεων εμμένει σε ενέργειες που είναι σαφώς επιζήμιες για τα συμφέροντα των επενδυτών ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στην Ελλάδα, ισχύουν τα ακόλουθα:

  • α) αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτουςμέλους καταγωγής, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που απαιτούνται για την

προστασία των επενδυτών και της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών, στα οποία περιλαμβάνεται η δυνατότητα να απαγορεύεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 να προβαίνουν σε οποιαδήποτε περαιτέρω συναλλαγή στην Ελλάδα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Επιτροπή και την Ε.Α.Κ.Α.Α. για τα μέτρα αυτά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και

  • β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμψει

το θέμα στην Ε.Α.Κ.Α.Α..

2.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαπιστώσει ότι επιχείρηση επενδύσεων, η οποία διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, παραβαίνει τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Ενότητας Β΄ του άρθρου 35, απαιτεί από την επιχείρηση επενδύσεων να θέσει τέλος στην αντικανονική αυτή κατάσταση. Αν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων δεν προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι αυτών κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής. Αν, παρά τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η επιχείρηση επενδύσεων εξακολουθεί να παραβαίνει τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Ενότητας Β΄ του άρθρου 35, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία των επενδυτών και της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ για τα μέτρα αυτά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Επιπλέον, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Κ.Α.Α..

3.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μιας ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή ΜΟΔ έχει συγκεκριμένους και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς, του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ. Αν, παρά τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή επειδή τα μέτρα αυτά αποδεικνύονται ανεπαρκή, η εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά ή ο εν λόγω ΠΜΔ ή ΜΟΔ συνεχίζουν να εμμένουν σε ενέργειες που είναι σαφώς επιζήμιες για τα συμφέροντα των επενδυτών ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στην Ελλάδα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, στα οποία περιλαμβάνεται η δυνατότητα να απαγορεύεται στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά ή στον ΠΜΔ ή στον ΜΟΔ να παρέχουν πρόσβαση στους μηχανισμούς τους σε μέλη εξ αποστάσεως ή σε συμμετέχοντες εγκατεστημένους στην Ελλάδα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Επιτροπή και την Ε.Α.Κ.Α.Α. για τα μέτρα αυτά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Επιπλέον, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Κ.Α.Α..

4.

Όλα τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των παραγράφων 1, 2 ή 3, τα οποία συνεπάγονται κυρώσεις ή περιορισμό των δραστηριοτήτων επιχείρησης επενδύσεων ή ρυθμιζόμενης αγοράς, αιτιολογούνται δεόντως και κοινοποιούνται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση επενδύσεων ή στη ρυθμιζόμενη αγορά.

Άρθρο 85

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με την Ε.Α.Κ.Α.Α. (Άρθρο 87 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζονται με την ΕΑΚΑΑ για την εφαρμογή του παρόντος και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1095/2010.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ΕΑΚΑΑ όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014 και τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του Κανονισμού και της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 86

Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες (Άρθρο 88 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον οι πληροφορίες που ανακοινώνονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 74. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των καθηκόντων των εν λόγω αρμόδιων αρχών. Η ως άνω διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2472/1997. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί επίσης να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με αρμόδιες αρχές, φορείς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα τρίτων χωρών υπεύθυνα για ένα ή περισσότερα από τα εξής καθήκοντα:

  • α) την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων

και χρηματοπιστωτικών αγορών,

  • β) την εκκαθάριση και πτώχευση επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλες παρόμοιες διαδικασίες,
  • γ) τη διεξαγωγή των εκ του νόμου ελέγχων των λογαριασμών επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, πιστωτικών ιδρυμάτων και

ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά την εκτέλεση των εποπτικών τους καθηκόντων ή, στην περίπτωση εκείνων που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους,

  • δ) την εποπτεία των φορέων που συμμετέχουν στις

διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης επιχειρήσεων επενδύσεων και σε παρόμοιες διαδικασίες,

  • ε) την εποπτεία προσώπων επιφορτισμένων με τη διεξαγωγή των εκ του νόμου ελέγχων των λογαριασμών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων

επενδύσεων και άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων,

  • στ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές δικαιωμάτων εκπομπής, με στόχο την

εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης,

  • ζ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται

στις αγορές παραγώγων επί βασικών γεωργικών προϊόντων, με σκοπό την εξασφάλιση της ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης. Οι συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπει το τρίτο εδάφιο δύνανται να συνάπτονται μόνο εφόσον οι πλη με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 74 και η ανταλλαγή πληροφοριών εξυπηρετεί την εκτέλεση των καθηκόντων των εν λόγω αρχών, φορέων ή φυσικών ή νομικών προσώπων. Αν η συμφωνία συνεργασίας περιλαμβάνει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφαρμόζεται το άρθρο 9 του ν. 2472/1997 και, αν στη διαβίβαση συμμετέχει η Ε.Α.Κ.Α.Α., εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΚ) 45/2001.

2.

Αν οι πληροφορίες που πρόκειται να διαβιβάσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προέρχονται από άλλο κράτος- μέλος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν μπορεί να τις κοινοποιήσει χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του εν λόγω κράτους-μέλους που τις διαβίβασαν και, κατά περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους συμφώνησαν οι αρχές αυτές. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και σε πληροφορίες που παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Άρθρο 87

Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης

1.

Οι ΑΕΕΔ λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. Στην επωνυμία τους πρέπει να περιλαμβάνονται οι λέξεις «Ανώνυμη Εταιρεία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης» και στο διακριτικό τους τίτλο το αρκτικόλεξο «ΑΕΕΔ».

2.

Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών που αφορούν κινητές αξίες και μερίδια που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Οι ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια και χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών τους. Οι ΑΕΕΔ μπορούν, για τις ανάγκες των επενδυτικών υπηρεσιών που παρέχουν, να χρησιμοποιούν συνδεδεμένους αντιπροσώπους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 29.

3.

Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να διαβιβάζουν εντολές επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μόνο σε:

  • α) επιχειρήσεις επενδύσεων που εδρεύουν σε κράτος- μέλος,
  • β) πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε κράτος-μέλος,
  • γ) υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτη χώρα που λειτουργούν νομίμως σε κράτος-μέλος, εφόσον οι εν λόγω

επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα πιστωτικά ιδρύματα υπόκεινται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας που κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών είναι τουλάχιστον εξίσου αυστηροί με τους κανόνες που ισχύουν για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στο εν λόγω κράτος - μέλος, όπως ορίζονται στον παρόντα νόμο, στην Οδηγία 2014/65/ΕΕ, στον Κανονισμό (ΕΕ) 575/2013, στο ν. 4261/2014 ή στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων τους,

  • δ) Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων που έχουν

λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος-μέλος και μπορούν να διαθέτουν μερίδια στο κοινό, καθώς και σε διαχειριστές τέτοιων οργανισμών.

4.

Το μετοχικό κεφάλαιο των ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορεί να μεταβάλλεται το ποσό του προηγούμενου εδαφίου. Τα ίδια κεφάλαια των ΑΕΕΔ, σύμφωνα με τον τελευταίο ισολογισμό τους, δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερα από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Στις ΑΕΕΔ ασκείται τακτικός και έκτακτος έλεγχος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 περί ελέγχου που ασκείται στις Α.Ε.Π.Ε.Υ..

5.

Οι μετοχές των ΑΕΕΔ είναι ονομαστικές.

6.

Προϋπόθεση για την έκδοση άδειας σύστασης ΑΕΕΔ ή τη μετατροπή υφιστάμενης ανώνυμης εταιρείας σε ΑΕΕΔ αποτελεί η προηγούμενη χορήγηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικής άδειας λειτουργίας, όπου απαριθμούνται οι επενδυτικές υπηρεσίες που δικαιούται να παρέχει η ΑΕΕΔ.

7.

Στις ΑΕΕΔ εφαρμόζονται:

  • α) όσον αφορά τους όρους και τις διαδικασίες αδειοδότησης και εποπτείας, οι παράγραφοι 1 και 3 του

άρθρου 5, τα άρθρα 7 έως 10 και τα άρθρα 21, 22 και 23 του παρόντος νόμου. Εξ αυτών, η υποχρέωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 9 για το πιστοποιητικό καταλληλόλητας περί υποχρέωσης πιστοποίησης, ισχύει στις ΑΕΕΔ μόνο για ένα πρόσωπο που πραγματικά διευθύνει τις δραστηριότητες της εταιρείας,

  • β) όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν, τα εδάφια πρώτο, έκτο και έβδομο της

παραγράφου 3 του άρθρου 16 και τις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 16 του παρόντος νόμου,

  • γ) όσον αφορά τις υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας, οι παράγραφοι 1, 3, 4, 5, 7 και 10 του άρθρου

24, οι παράγραφοι 2, 5 και 6 του άρθρου 25 και το άρθρο 29 του παρόντος νόμου,

  • δ) οι σχετικές διατάξεις των πράξεων που εκδίδει η

Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων α΄ έως δ΄.

8.

Οι ΑΕΕΔ γνωστοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7α του κ.ν. 2190/1920.

9.

Οι ΑΕΕΔ υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 61 έως 78 του ν. 2533/1997, εκτός αν διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αποζημίωσης μέσω της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους, του προφίλ κινδύνου και της νομικής φύσης τους, εξασφαλίζεται ισοδύναμη προστασία των πελατών τους.

10.

Οι ΑΕΕΔ δεν απολαύουν της προβλεπόμενης στα άρθρα 34 και 35 ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ή άσκησης δραστηριοτήτων ή εγκατάστασης υποκαταστημάτων.

1.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αναστέλλει προσωρινά την άδεια λειτουργίας ΑΕΕΔ, όταν έχει σοβαρές ενδείξεις παράβασης της νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς, που καθιστά τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η αναστολή αποφασίζεται από την Εκτελεστική Επιτροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και η σχετική απόφαση εγκρίνεται στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η διάρκεια της αναστολής δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. Στην απόφαση αναστολής της άδειας λειτουργίας μπορεί να τίθεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην ΑΕΕΔ σύντομη προθεσμία, μέσα στην οποία αυτή οφείλει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή ύστερα από αίτηση της ίδιας της ΑΕΕΔ, η αναστολή λειτουργίας μπορεί να παραταθεί για άλλες σαράντα πέντε (45) ημέρες κατ’ ανώτατο όριο, μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος της πρώτης αναστολής.

2.

Η απόφαση με την οποία επιβάλλεται προσωρινή αναστολή είναι αμέσως εκτελεστή, γνωστοποιείται στην ΑΕΕΔ με κάθε πρόσφορο μέσο και δημοσιοποιείται στο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στα μέσα ενημέρωσης. Το αργότερο μέχρι την παρέλευση του χρόνου αναστολής και αφού λάβει υπόψη τις θέσεις της ΑΕΕΔ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει είτε την άρση της αναστολής είτε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΕΕΔ.

3.

Κατά τα λοιπά στην προσωρινή αναστολή λειτουργίας της ΑΕΕΔ εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 έως 7 του άρθρου 89.

Άρθρο 89

Προσωρινή αναστολή άδειας λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ.

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου να αναστέλλει προσωρινά τη λειτουργία Α.Ε.Π.Ε.Υ., όταν έχει σοβαρές ενδείξεις παράβασης της νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς που καθιστά τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Η προσωρινή αναστολή μπορεί να αποφασίζεται και για ορισμένες μόνον από τις επενδυτικές υπηρεσίες, ως προς τις οποίες έχει παρασχεθεί άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η αναστολή αποφασίζεται από την Εκτελεστική Επιτροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και η σχετική απόφαση εγκρίνεται στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η διάρκεια της αναστολής δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. Στην απόφαση αναστολής μπορεί να τίθεται σύντομη προθεσμία στην εταιρεία, μέσα στην οποία οφείλει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ιδίως ύστερα από αίτηση της ίδιας της Α.Ε.Π.Ε.Υ., η αναστολή λειτουργίας μπορεί να παραταθεί για άλλες σαράντα πέντε (45) ημέρες, κατ’ ανώτατο όριο, μετά τη λήξη της.

2.

Η περί προσωρινής αναστολής απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή, γνωστοποιείται στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. με κάθε πρόσφορο μέσο και δημοσιοποιείται στο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στα μέσα ενημέρωσης. Το αργότερο μέχρι την παρέλευση του χρόνου αναστολής, και αφού λάβει υπόψη της τις θέσεις της Α.Ε.Π.Ε.Υ., το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει είτε την άρση της αναστολής και ενδεχομένως την επιβολή κυρώσεων είτε την ανάκληση της άδειας της λειτουργίας της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 8.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την απόφαση που λαμβάνει, σύμφωνα με την παράγραφο 1 μπορεί να διορίζει υπάλληλο ή στέλεχός της ή και τρίτο πρόσωπο ως προσωρινό επίτροπο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και να ορίζει τις πράξεις που επιτρέπεται να διενεργούνται ελεύθερα από την Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τις πράξεις που επιτρέπεται να διενεργούνται μόνον κατόπιν προηγούμενης άδειας του προσωρινού επιτρόπου. Οποιαδήποτε πράξη της διοίκησης της Α.Ε.Π.Ε.Υ. που διενεργείται χωρίς την προηγούμενη άδεια του προσωρινού επιτρόπου, εφόσον αυτή απαιτείται, είναι άκυρη. Η ευθύνη του προσωρινού επιτρόπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του περιορίζεται σε δόλο και βαριά αμέλεια.

4.

Ο προσωρινός επίτροπος υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τα καθήκοντά του διαρκούν για όσο χρονικό διάστημα η εταιρεία τελεί σε καθεστώς προσωρινής αναστολής λειτουργίας και, σε κάθε περίπτωση, μέχρι το διορισμό επόπτη εκκαθάρισης, σύμφωνα με το άρθρο 90. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παρατείνεται το έργο του προσωρινού επιτρόπου για σκοπούς παράδοσης στον επόπτη εκκαθάρισης και το πολύ ένα (1) μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του επόπτη εκκαθάρισης.

5.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αντικαθίσταται ο προσωρινός επίτροπος.

6.

Η αμοιβή του προσωρινού επιτρόπου καθορίζεται με την απόφαση διορισμού του και βαρύνει την Α.Ε.Π.Ε.Υ., της οποίας η λειτουργία αναστέλλεται προσωρινά. Προκειμένου περί υπαλλήλων ή στελεχών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η αμοιβή αυτή καταβάλλεται επιπλέον των τυχόν αποδοχών τους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

7.

Ο προσωρινός επίτροπος, όταν ενάγεται, διώκεται ή κατηγορείται για πράξεις ή παραλείψεις που έγιναν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και εξαιτίας αυτής, δικαιούται νομική κάλυψη σε όλα τα στάδια και τους βαθμούς της αντίστοιχης διαδικασίας. Αυτή η νομική κάλυψη του παρέχεται από τη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ο προσωρινός επίτροπος δεν υπόκειται σε προσωπική κράτηση ούτε υπέχει οποιαδήποτε ποινική, αστική ή άλλη ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για χρέη της Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν γεννηθεί πριν από το διορισμό του, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους.

Άρθρο 90

Ειδική εκκαθάριση Α.Ε.Π.Ε.Υ.

1.

Αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος νόμου, η Επιτροπή δημοσιεύεται περίληψη της απόφασης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 4335/2015 (Α΄ 87) περί ανάκαμψης και εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, με την ίδια απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, να θέσει την Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Σε αντίθετη περίπτωση, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. λύεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. Όταν η άδεια λειτουργίας της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ανακαλείται κατόπιν αιτήματός της, δεν επέρχεται υποχρεωτικά η λύση αυτής.

2.

Αν η Α.Ε.Π.Ε.Υ. τεθεί σε ειδική εκκαθάριση, ημέρα έναρξης της ειδικής εκκαθάρισης λογίζεται η ημέρα λήψης της σχετικής απόφασης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κατά την ειδική εκκαθάριση εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και συμπληρωματικά οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 περί εκκαθάρισης, εφόσον δεν αντίκεινται σε αυτές. Κατά το στάδιο της ειδικής εκκαθάρισης και μμέχρι την περάτωσή της, με βάση τα ειδικότερα προβλεπόμενα στην παράγραφο 11, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση και αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις, καθώς και κάθε ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διορίζει, με την ίδια απόφαση με την οποία θέτει την Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε ειδική εκκαθάριση, τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής. Ο ειδικός εκκαθαριστής είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με γνώσεις και εμπειρία σε θέματα κεφαλαιαγοράς και επιλέγεται από κατάλογο είκοσι (20) τουλάχιστον προσώπων που καταρτίζεται κατ’ έτος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο ειδικός εκκαθαριστής αναλαμβάνει καθήκοντα από την επίδοση σε αυτόν της ανωτέρω απόφασης. Όταν ο ειδικός εκκαθαριστής είναι φυσικό πρόσωπο, μπορεί να είναι ορκωτός ελεγκτής λογιστής, οικονομολόγος ή δικηγόρος. Ο διορισμός του ειδικού εκκαθαριστή συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου της Α.Ε.Π.Ε.Υ.. Στον ειδικό εκκαθαριστή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 για το διοικητικό συμβούλιο. Τυχόν διαπίστωση της ακυρότητας του διορισμού του ειδικού εκκαθαριστή δεν θίγει έναντι τρίτων το κύρος των πράξεών του από την επίδοση του διορισμού του μέχρι την ακύρωση αυτού. Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία μπορεί να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί, ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να προσλάβει ως σύμβουλό του εξειδικευμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τον όγκο ή το βαθμό δυσκολίας των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης. Επίσης, μπορεί είτε να διατηρεί είτε να προσλάβει, ύστερα από τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στην περίπτωση αυτή, το απαιτούμενο για τις ανάγκες της ειδικής εκκαθάρισης προσωπικό. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζει στην απόφασή της για το διορισμό του ειδικού εκκαθαριστή και την αμοιβή του, καθώς και την αμοιβή του τυχόν συμβούλου, η οποία βαρύνει την Α.Ε.Π.Ε.Υ. και η οποία μπορεί να καταβάλλεται είτε εφάπαξ είτε σε μηνιαία βάση. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή της να ρυθμίζει τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας διορισμού των ανωτέρω προσώπων, καθώς και της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης.

4.

Αν η ειδική εκκαθάριση δεν έχει ολοκληρωθεί μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την επίδοση του διορισμού του ειδικού εκκαθαριστή, αυτός ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία μπορεί, κατόπιν αιτήματός του, το οποίο συνοδεύεται από αναλυτικό χρονοδιάγραμμα εργασιών, να χορηγεί παράταση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης έως δώδεκα (12) μήνες κάθε φορά. Στην περίπτωση αυτή, αλλά και σε κάθε περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού λάβει υπόψη τις εργασίες που έχουν ήδη διενεργηθεί, καθώς και τις υπολειπόμενες εργασίες της ειδικής εκκαθάρισης, επαναξιολογεί το έργο του ειδικού εκκαθαριστή και του τυχόν συμβούλου του και μπορεί να αναπροσαρμόζει το ύψος της αμοιβής τους, να αποφασίζει την αντικατάστασή τους ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ενέργεια.

5.

Αν, μετά τη θέση Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε ειδική εκκαθάριση, διαπιστωθεί ότι η υπό εκκαθάριση Α.Ε.Π.Ε.Υ. στερείται των αναγκαίων πόρων για την εκτέλεση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης, το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών του ν. 2533/1997, ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση του ειδικού εκκαθαριστή που συνοδεύεται από αναλυτικό χρονοδιάγραμμα εργασιών και κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καλύπτει, καταρχάς, από την εισφορά της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και, εφόσον αυτή δεν επαρκεί, από το κεφάλαιό του, μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης, τις δαπάνες της αμοιβής του ειδικού εκκαθαριστή και του τυχόν συμβούλου, καθώς και τις λοιπές αναγκαίες λειτουργικές δαπάνες της ειδικής εκκαθάρισης, για χρονική περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία επίδοσης στον ειδικό εκκαθαριστή της απόφασης διορισμού του. Το Συνεγγυητικό μπορεί, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να καλύπτει με τις ίδιες προϋποθέσεις τις ανωτέρω δαπάνες για επιπλέον χρονικό διάστημα, έως δώδεκα (12) μήνες κάθε φορά. Οι δαπάνες καταβάλλονται από το Συνεγγυητικό ανά δίμηνο, με την προϋπόθεση ότι ο ειδικός εκκαθαριστής έχει εκτελέσει το αντίστοιχο τμήμα των εργασιών, όπως έχει δεσμευθεί με βάση το υποβληθέν χρονοδιάγραμα, ή ότι έχει επαρκώς αιτιολογήσει τυχόν αποκλίσεις.

6.

Αμέσως μετά το διορισμό του ο ειδικός εκκαθαριστής παραλαμβάνει τα γραφεία, υποκαταστήματα και περιουσιακά στοιχεία της Α.Ε.Π.Ε.Υ., προβαίνει σε απογραφή και διαχωρίζει τα χρήματα, χρηματοπιστωτικά μέσα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία της Α.Ε.Π.Ε.Υ., από τα χρήματα, χρηματοπιστωτικά μέσα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία αφενός πελατών και αφετέρου λοιπών τρίτων προσώπων. Ως περιουσιακά στοιχεία πελατών βρίσκονται στην κατοχή της Α.Ε.Π.Ε.Υ. είτε τηρούνται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων ή σε άλλο σύστημα καταχώρισης και παρακολούθησης κινητών αξιών είτε φυλάσσονται από τρίτους. Με την επίδοση του διορισμού του, ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί να ζητήσει με αίτησή του προς τον Ειρηνοδίκη του τόπου της έδρας της Α.Ε.Π.Ε.Υ. τη σφράγιση των κεντρικών γραφείων και των υποκαταστημάτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και των κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων της. Το αργότερο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη σφράγιση, ο ειδικός εκκαθαριστής ζητεί από τον ειρηνοδίκη να διατάξει την αποσφράγιση και την απογραφή της Α.Ε.Π.Ε.Υ.. Μετά την απογραφή, τα γραφεία και τα υποκαταστήματα της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τα περιουσιακά της στοιχεία παραδίδονται στον ειδικό εκκαθαριστή. Για τη σφράγιση, αποσφράγιση και απογραφή εφαρμόζονται αναλόγως, κατά τα λοιπά, οι διατάξεις των άρθρων 826 έως 841 ΚΠολΔ, εκτός από τις διατάξεις που προβλέπουν την υποχρέωση διορισμού πραγματογνωμόνων.

7.

Ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση του διορισμού του, τους δικαιούχους κάθε φύσεως απαιτήσεων, με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μία φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε δύο (2) ημερήσιες ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες, από τις οποίες μία (1) τουλάχιστον είναι οικονομική πανελλαδικής κυκλοφορίας, καθώς και σε δύο (2) τουλάχιστον ηλεκτρονικές εφημερίδες, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά στοιχεία μέσα σε πέντε (5) μήνες από την τελευταία δημοσίευση. Η ανωτέρω ανακοίνωση γνωστοποιείται εγγράφως στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της έδρας της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και αναρτάται στην ιστοσελίδα της Α.Ε.Π.Ε.Υ., της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Συνεγγυητικού.

8.

Ο ειδικός εκκαθαριστής καταρτίζει:

  • α) Οικονομικές καταστάσεις από την έναρξη της τρέχουσας διαχειριστικής χρήσης έως την ημερομηνία που

η Α.Ε.Π.Ε.Υ. τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση. Εξ αυτών, η κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης αποτελεί τον ισολογισμό έναρξης της ειδικής εκκαθάρισης.

  • β) Οικονομικές καταστάσεις για το χρονικό διάστημα

από την έναρξη της ειδικής εκκαθάρισης έως τη λήξη της, σύμφωνα με τον κ.ν. 2190/1920.

  • γ) Οικονομικές καταστάσεις λήξης της ειδικής εκκαθάρισης, οι οποίες συνοδεύονται από απολογισμό της

ειδικής εκκαθάρισης. Οι ανωτέρω οικονομικές καταστάσεις πρέπει να είναι νόμιμα ελεγμένες από ελεγκτές, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.. Σε περίπτωση αδυναμίας ορισμού από τη γενική συνέλευση, οι ελεγκτές ορίζονται από τον ειδικό εκκαθαριστή. Οι ανωτέρω οικονομικές καταστάσεις δεν απαιτείται να έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται: α) στη γενική συνέλευση των μετόχων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., στην οποία προεδρεύει ο ειδικός εκκαθαριστής, για έγκριση, β) στον αρμόδιο για την τήρηση του μητρώου των ανωνύμων εταιρειών φορέα, γ) στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και δ) στο Συνεγγυητικό, καταχωρούνται με επιμέλεια του ειδικού εκκαθαριστή στο Γ.Ε.ΜΗ. και γενικά δημοσιεύονται, όπως κάθε φορά ο νόμος ορίζει. Αν η γενική συνέλευση συγκαλείται νόμιμα για να εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις και δεν επιτυγχάνεται απαρτία ούτε στην πρώτη συνεδρίαση ούτε στην επαναληπτική της, προκειμένου να λάβει σχετική απόφαση, τότε λογίζεται ότι οι οικονομικές καταστάσεις συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν κατά τους νόμιμους τύπους και συνεχίζεται η πρόοδος των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης. Αν στη γενική συνέλευση που συνέρχεται για την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων διατυπωθούν παρατηρήσεις ή αντιρρήσεις επ’ αυτών, ο ειδικός εκκαθαριστής επανασυντάσσει τις οικονομικές καταστάσεις ενσωματώνοντας τις παρατηρήσεις ή αντιρρήσεις ή αιτιολογώντας τυχόν απόκλιση, με τη σύμφωνη γνώμη και των ελεγκτών. Κατόπιν αυτού, οι οικονομικές καταστάσεις θεωρούνται ως εγκριθείσες. Ο ειδικός εκκαθαριστής, περαιτέρω, ενεργεί πράξεις της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τον κ.ν. 2190/1920, στο μέτρο που αυτές είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των τρεχουσών αναγκών και γενικά για την εύρυθμη λειτουργία της Α.Ε.Π.Ε.Υ., όπως η είσπραξη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και η ρευστοποίηση της εταιρικής περιουσίας. Κατά τα λοιπά, ο ειδικός εκκαθαριστής, μεταξύ άλλων, χειρίζεται θέματα της ειδικής εκκαθάρισης, επικοινωνεί με τους αρμόδιους φορείς, ενημερώνει γραπτά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την πορεία της εκκαθάρισης, τουλάχιστον ανά δίμηνο και όποτε άλλοτε του ζητηθεί, και υποβάλλει έκθεση μετά τη λήξη της εκκαθάρισης.

9.

Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις πελατών που συνδέονται με την παροχή σε αυτούς από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. υπηρεσιών του άρθρου 4, επαληθεύονται από τον ειδικό εκκαθαριστή με βάση τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή μμε οποιοδήποτε νόμιμο αποδεικτικό μέσο έχει στη διάθεσή του, μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας. Μέσα σε δύο (2) μήνες από την επαλήθευση των απαιτήσεων, ο ειδικός εκκαθαριστής προβαίνει στην απόδοση των χρηματικών ποσών, χρηματοπιστωτικών μέσων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων στους δικαιούχους πελάτες, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Αν τα χρηματικά διαθέσιμα της Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν επαρκούν για την πλήρη ικανοποίηση όλων των δικαιούχων πελατών, ο ειδικός εκκαθαριστής προβαίνει σε σύμμετρη ικανοποίηση των δικαιούχων χρηματικών απαιτήσεων.

10.

Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδοσης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο ειδικός εκκαθαριστής ενημερώνει την Επιτροπή Αποζημιώσεων του Συνεγγυητικού για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις που δεν ικανοποιήθηκαν, εν όλω ή εν μέρει, προκειμένου αυτή να αποφασίσει, αφού παραλάβει από τον ειδικό εκκαθαριστή κάθε απαραίτητο στοιχείο από τα βιβλία της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και αναλυτική κατάσταση με τα περιουσιακά στοιχεία της ν. 2533/1997. Το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις στους δικαιούχους πελάτες, σύμφωνα με το ν. 2533/1997 και ενημερώνει εγγράφως, αμελλητί, τον ειδικό εκκαθαριστή για τα αναλυτικά ποσά των αποζημιώσεων που κατέβαλε. Ο ειδικός εκκαθαριστής μειώνει ανάλογα τα ποσά των απαιτήσεων πελατών κατά της Α.Ε.Π.Ε.Υ..

11.

Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες, είτε με την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδοσης της παραγράφου 9, είτε με την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό, και το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από την ενημέρωση που λαμβάνει από το Συνεγγυητικό, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο ειδικός εκκαθαριστής συγκαλεί γενική συνέλευση των μετόχων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., προκειμένου να αποφασιστεί η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης και να γίνει η εκλογή νέων εκκαθαριστών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και του άρθρου 49 του κ.ν. 2190/1920. Για το λόγο αυτόν, ο ειδικός εκκαθαριστής υποβάλλει αμέσως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων λήξης της ειδικής εκκαθάρισης, του απολογισμού της ειδικής εκκαθάρισης και της δημοσιευθείσας πρόσκλησης της γενικής συνέλευσης. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν καταστεί δυνατή η σύγκληση γενικής συνέλευσης ή η πραγματοποίησή της ή η εκλογή νέων εκκαθαριστών από τη γενική συνέλευση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 69 του Αστικού Κώδικα, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο από τον ειδικό εκκαθαριστή ή οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν καταστεί δυνατός ο ορισμός εκκαθαριστών είτε από τη γενική συνέλευση είτε από το δικαστήριο μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την ικανοποίηση των απαιτήσεων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθήκοντα εκκαθαριστή για τη διενέργεια εργασιών εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, αναλαμβάνει ο ειδικός εκκαθαριστής, ο οποίος ενημερώνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τον αρμόδιο για την τήρηση του μητρώου των ανωνύμων εταιρειών φορέα, μμε επιμέλεια του οποίου δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. η ανάληψη καθηκόντων εκκαθαριστή από τον ειδικό εκκαθαριστή. Στην περίπτωση αυτή για τον ειδικό εκκαθαριστή εφαρμόζεται η παράγραφος 13 του παρόντος άρθρου. Χρόνος περάτωσης της ειδικής εκκαθάρισης είναι ο χρόνος ανάληψης καθηκόντων από τους εκκαθαριστές που εκλέγονται από τη γενική συνέλευση ή που ορίζονται από το αρμόδιο δικαστήριο ή η ανάληψη από τον ειδικό εκκαθαριστή καθηκόντων για τη διενέργεια εργασιών εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση. Η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης γνωστοποιείται με επιμέλεια του ειδικού εκκαθαριστή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Α.Ε.Π.Ε.Υ. εποπτεύεται πλέον αποκλειστικά από τον αρμόδιο για την τήρηση του μητρώου των ανωνύμων εταιρειών φορέα. Κατά τα λοιπά, η περάτωση των εκκρεμών υποθέσεων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., συμπεριλαμβανομένης της ικανοποίησης των απαιτήσεων του Συνεγγυητικού, σύμφωνα με το ν. 2533/1997, των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες, στην έκταση που αυτές δεν ικανοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της απόδοσης ή λήψης αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, καθώς και κάθε άλλου είδους απαιτήσεων κατά της Α.Ε.Π.Ε.Υ., συνεχίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του κ.ν. 2190/1920 από τους εκκαθαριστές. Το πρόσωπο που αναλαμβάνει, με βάση τα ανωτέρω, τη διενέργεια εργασιών εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον ή τους μετόχους της Α.Ε.Π.Ε.Υ., στους οποίους θα παραδώσει επί αποδείξει τα αρχεία της, οι οποίοι τα φυλάσσουν για διάστημα δεκαπέντε (15) ετών και εν συνεχεία προβαίνουν στην καταστροφή αυτών με σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου που κοινοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση αδυναμίας παράδοσης αυτών στον ή στους μετόχους, ο εκκαθαριστής τηρεί ο ίδιος τα σχετικά αρχεία για διάστημα πέντε (5) ετών και εν συνεχεία προβαίνει στην καταστροφή αυτών με σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου που κοινοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Αν υπάρχουν εκκρεμείς δικαστικές ή άλλες υποθέσεις της Α.Ε.Π.Ε.Υ., η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή την περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων αντίστοιχα.

12.

Αν η Α.Ε.Π.Ε.Υ., μετά την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό, σύμφωνα με το ν. 2533/1997, στερείται παντελώς περιουσιακών στοιχείων και εξ αυτού του λόγου καθίσταται αδύνατη η πρόοδος της εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του κ.ν. 2190/1920, ο ειδικός εκκαθαριστής ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να βεβαιώσει την παντελή έλλειψη περιουσιακών στοιχείων, να κηρύξει την παύση της εκκαθάρισης και να διατάξει τη διαγραφή της Α.Ε.Π.Ε.Υ. από το Γ.Ε.MH. Η απόφαση του δικαστηρίου κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μμε επιμέλεια του ειδικού εκκαθαριστή. Σχετικά μμε τη φύλαξη των αρχείων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., ισχύουν τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.

13.

Ο ειδικός εκκαθαριστής δεν προσωποκρατείται ούτε υπέχει ποινική, αστική ή άλλη ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για οποιαδήποτε απαίτηση κατά της υπό εκκαθάριση Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχει γεννηθεί πριν από το διορισμό του, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής της. Για απαιτήσεις που προκύπτουν μετά το διορισμό του, ο ειδικός εκκαθαριστής ευθύνεται μόνον για δόλο και βαριά αμέλεια. Η μη τήρηση από τον ειδικό εκκαθαριστή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που εφαρμόζονται στην ειδική εκκαθάριση, μπορεί να επισύρει την ανάκληση του διορισμού του, καθώς και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 69 κυρώσεις.

14.

Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου: την παράδοση των γραφείων της, των υποκαταστημάτων της και των περιουσιακών της στοιχείων στον ειδικό εκκαθαριστή,

  • β) εξαφανίζει ή αποκρύπτει τα εμπορικά βιβλία ή άλλα

στοιχεία της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καταστρέφει ή βλάπτει μεμεμπορικά ή άλλα στοιχεία, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική από την κείμενη νομοθεσία, πριν παρέλθει η προθεσμία που ισχύει για την τήρησή τους, με σκοπό να δυσχεράνει τη διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας της,

  • γ) εξαφανίζει ή αποκρύπτει περιουσιακά στοιχεία της

Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία, ελαττώνει την περιουσία της με άλλον τρόπο ή αποκρύπτει τις πραγματικές δικαιοπρακτικές της σχέσεις,

  • δ) παριστά ψευδώς ότι η Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι οφειλέτης

άλλων ή αναγνωρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα τρίτων σε βάρος της Α.Ε.Π.Ε.Υ..

Άρθρο 91

Καταβολή ποσού σε πελάτη Α.Ε.Π.Ε.Υ. υπό εκκαθάριση

1.

Κάθε καταβολή οποιουδήποτε ποσού σε επενδυτή πελάτη Α.Ε.Π.Ε.Υ. υπό εκκαθάριση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 90, ανακοινώνεται από τον Επόπτη στο Συνεγγυητικό και, αντιστρόφως, κάθε καταβολή από το Συνεγγυητικό σε επενδυτή πελάτη Α.Ε.Π.Ε.Υ. υπό εκκαθάριση ανακοινώνεται από το Συνεγγυητικό στον εκκαθαριστή ή τους εκκαθαριστές της εταιρείας.

2.

Οι πελάτες Α.Ε.Π.Ε.Υ., των οποίων οι αξιώσεις από παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δεν έχουν ικανοποιηθεί ολοσχερώς από την οφειλέτρια εταιρεία ή από το Συνεγγυητικό, κατατάσσονται πριν από τη σειρά των απαιτήσεων που ορίζονται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ. και πριν από τη διαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ. και ικανοποιούνται προνομιακώς από τυχόν χρηματικό ποσό που επιστρέφεται στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. από το Συνεγγυητικό, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 2533/1997.

3.

Κατά την εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων του σημείου 2 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, που υπόκεινται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου, το οποίο καθορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014, οι αξιώσεις του Συνεγγυητικού από αποζημιώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 65 έως 67 του ν. 2533/1997, που υπερβαίνουν τις κατά το άρθρο 71 του ν. 2533/1997 εισφορές της επιχείρησης επενδύσεων, κατατάσσονται ύστερα από τις αξιώσεις πελατών κατά την προηγούμενη παράγραφο και πριν από τη σειρά των απαιτήσεων που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ. και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ..

4.

Αν Α.Ε.Π.Ε.Υ. λυθεί και τεθεί σε εκκαθάριση χωρίς να μεσολαβήσει ειδική εκκαθάριση, τα εν γένει χρηματοπιστωτικά μέσα και τα χρηματικά ποσά που ανήκουν σε πελάτες της αποχωρίζονται από την προς διανομή εταιρική περιουσία και αποδίδονται στους δικαιούχους τους, εκτός αν:

  • α) έχει συσταθεί επ’ αυτών ενέχυρο, οπότε παραδίδονται στον ενεχυρούχο δανειστή ή
  • β) υφίσταται απαίτηση της Α.Ε.Π.Ε.Υ. κατά των δικαιούχων, οπότε συμψηφίζονται οι αντίθετες ομοειδείς

απαιτήσεις.

5.

Στα χρηματοπιστωτικά μέσα και τα χρηματικά ποσά που ανήκουν σε πελάτες της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και αποχωρίζονται από την προς διανομή εταιρική περιουσία περιλαμβάνονται, εκτός από τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τα χρηματικά ποσά που ανήκουν στους πελάτες της Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με τους κανόνες του εμπραγμάτου δικαίου, και τα χρηματοπιστωτικά μέσα, σε υλική ή άυλη μορφή, και τα χρηματικά ποσά που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. για λογαριασμό πελατών, επί των οποίων η απαίτηση των πελατών επαληθεύεται με βάση τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και με κάθε άλλο έγγραφο αποδεικτικό μέσο.

6.

Ο πίνακας των χρηματοπιστωτικών μέσων και χρηματικών ποσών της Α.Ε.Π.Ε.Υ., τα οποία ανήκουν σε πελάτες της, συντάσσεται από τον εκκαθαριστή και κοινοποιείται σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Άρθρο 92

Παροχή υπηρεσιών από Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε τρίτη χώρα

1.

Α.Ε.Π.Ε.Υ. μπορεί να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτη χώρα, είτε με υποκατάστημα είτε χωρίς εγκατάσταση, εφόσον έχει υπογραφεί Πρωτόκολλο Συνεργασίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την αρμόδια εποπτική αρχή της τρίτης χώρας. Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. γνωστοποιεί την πρόθεσή της στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και υποβάλλει αναλυτικά στοιχεία για τη δραστηριοποίησή της στην αλλοδαπή, συμπεριλαμβανομένων των επενδυτικών υπηρεσιών που προτίθεται να παρέχει, του τρόπου δραστηριοποίησής της, τυχόν επέκτασης της υφιστάμενης οργανωτικής της δομής και δήλωσης ότι πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται με βάση το νομοθετικό πλαίσιο της τρίτης χώρας.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαγορεύσει σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτη χώρα, αν κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη την οργάνωση, χρηματοοικονομική κατάσταση και τεχνικοοικονομική υποδομή της Α.Ε.Π.Ε.Υ., ότι τίθενται σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται τα στοιχεία που υποβάλλει η Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και η διαδικασία υποβολής τους. Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις

Άρθρο 93

Πιστοποίηση

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., ΑΕΕΔ, ΑΕΔΑΚ και Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Μεταβλητού Κεφαλαίου (ΑΕΕΜΚ) της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 3 και του άρθρου 4 του ν. 4099/2012 αντίστοιχα, οι ΑΕΕΧ του άρθρου 27 του ν. 3371/2005, οι ΑΕΔΟΕΕ της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013, οι οποίες διαχειρίζονται Οργανισμούς Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ), το ενεργητικό των οποίων επενδύεται του άρθρου 6 του ν. 4209/2013, πιστωτικά ιδρύματα και ασφαλιστικές εταιρείες οφείλουν κατά την:

  • α) λήψη και διαβίβαση εντολών,
  • β) εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών,
  • γ) παροχή επενδυτικών συμβουλών,
  • δ) διαχείριση χαρτοφυλακίου,
  • ε) έρευνα στον τομέα των επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση,
  • στ) διάθεση μεριδίων ή μετοχών ΟΣΕΚΑ ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων,
  • ζ) εκκαθάριση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών

μέσων, να απασχολούν ή να συνεργάζονται με φυσικά πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν σχετικό πιστοποιητικό καταλληλότητας. Το πιστοποιητικό καταλληλότητας χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Όταν τα φυσικά πρόσωπα απασχολούνται ή συνεργάζονται με πιστωτικά ιδρύματα ή ασφαλιστικές εταιρείες, το πιστοποιητικό καταλληλότητας χορηγείται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Κατ’ εξαίρεση, τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα μπορούν να χρησιμοποιούν για την παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών πρόσωπα τα οποία δεν διαθέτουν πιστοποιητικό καταλληλότητας, εφόσον τα τελευταία αυτά πρόσωπα ενεργούν ως ασκούμενοι υπό την εποπτεία και ευθύνη άλλων φυσικών προσώπων που πληρούν τις προϋποθέσεις των αμέσως προηγουμένων εδαφίων. Πιστοποιητικό καταλληλότητας χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σε φυσικά πρόσωπα που πρόκειται να απασχοληθούν ή να συνεργαστούν με τις εταιρείες του πρώτου εδαφίου.

2.

Η εποπτική αρχή που χορήγησε αρμοδίως το πιστοποιητικό καταλληλότητας παραμένει αρμόδια για την ανανέωσή του, ανεξάρτητα από το είδος της εταιρείας της τελευταίας απασχόλησης του προσώπου που ζητεί την ανανέωσή του.

3.

Οι εξετάσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικού καταλληλότητας διενεργούνται, με ευθύνη είτε της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είτε της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, από τριμελή Επιτροπή Εξετάσεων, που αποτελείται από πρόσωπα με διδακτική εμπειρία στη χρηματοοικονομική επιστήμη και στη νομοθεσία της κεφαλαιαγοράς. Ο ορισμός των μελών της Επιτροπής γίνεται με κοινή απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος. Ως μέλη της Επιτροπής μπορούν να ορίζονται ένας καθηγητής ΑΕΙ με ειδίκευση στη χρηματοοικονομική επιστήμη, ως Πρόεδρος, ένα μέλος που προτείνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ένα μέλος που προτείνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η θητεία των μελών της Επιτροπής Εξετάσεων είναι διετής. Τα μέλη της Επιτροπής Εξετάσεων δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε εκπαιδευτική ή άλλη δραστηριότητα που σχετίζεται με το περιεχόμενο ή τη διεξαγωγή των εξετάσεων πιστοποίησης. Η Επιτροπή Εξετάσεων είναι αρμόδια για την υποβολή προτάσεων σχετικά με τη διαμόρφωση και την επικαιροποίηση της ύλης των εξετάσεων, για τη διατύπωση των θεμάτων των εξετάσεων, για την εποπτεία της διενέργειας αυτών και για την αξιολόγηση των απαντήσεων των συμμετεχόντων.

4.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται τα τυπικά προσόντα και οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στις εξετάσεις, αναφορικά με τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται σε εταιρείες της παραγράφου 1 ή συνεργάζονται με αυτές, εκτός εκείνων που απασχολούνται ή συνεργάζονται με πιστωτικά ιδρύματα και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η διαδικασία των εξετάσεων, οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες για τη διοργάνωση των εξετάσεων και των σχετικών σεμιναρίων, η δυνατότητα ανάθεσης, εν όλω ή εν μέρει, της διενέργειας των εξετάσεων ή των σεμιναρίων σε άλλους φορείς, οι προϋποθέσεις για την παροχή των υπηρεσιών της παραγράφου 1 από ασκουμένους, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία ανανέωσης του πιστοποιητικού καταλληλότητας για όσους δεν ασχολούνται αποκλειστικά με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και για όσους δεν έχουν για τρία (3), κατ’ ελάχιστον, έτη εργασθεί στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στις εταιρείες της παραγράφου 1, εκτός πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών εταιρειών, συνεχόμενα ή αθροιστικά, εντός της τελευταίας πενταετίας, η διαδικασία ανάκλησης του πιστοποιητικού καταλληλόλητας, τα τέλη που καταβάλλονται για τη χορήγηση των πιστοποιητικών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με την ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται η διαδικασία αναγνώρισης πιστοποιητικών καταλληλόλητας που έχουν χορηγηθεί ή αναγνωρισθεί από άλλες εποπτικές αρχές, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

5.

Με κοινή απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος:

  • α) καθορίζονται τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4

αναφορικά με τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται ή συνεργάζονται με πιστωτικά ιδρύματα και ασφαλιστικές επιχειρήσεις και παρέχουν τις υπηρεσίες της παραγράφου 1,

  • β) συγκροτείται η τριμελής Επιτροπή Εξετάσεων της

παραγράφου 3 και ορίζεται η αμοιβή των μελών της, η οποία βαρύνει τους προϋπολογισμούς της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176),

  • γ) καθορίζεται η ύλη των εξετάσεων για την πιστοποίηση καταλληλότητας του παρόντος άρθρου,
  • δ) ανατίθεται σε τρίτους η διενέργεια των εξετάσεων

ή των σεμιναρίων.

Άρθρο 94

Οικονομικές Καταστάσεις και τακτικός έλεγχος Α.Ε.Π.Ε.Υ.

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. συντάσσουν οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 (EE L 243/ 11.9.2002). Οι οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται εντός διμήνου από τη λήξη κάθε διαχειριστικής περιόδου.

3.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή του να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. την υποβολή κάθε χρόνο έκθεσης των τακτικών ελεγκτών τους, σχετικά με την ύπαρξη επαρκών διαδικασιών για τη συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 16 και στις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του. Με την ίδια απόφαση μπορεί να εξειδικεύεται το περιεχόμενο και ο τρόπος υποβολής της έκθεσης του προηγούμενου εδαφίου και να ρυθμίζεται κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

4.

Οι καταχωρίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920, εφόσον αφορούν Α.Ε.Π.Ε.Υ., γίνονται στο μητρώο που γίνονται οι καταχωρίσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 95

Μεταφορά συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών

1.

Πιστωτικό ίδρυμα ή Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχει αποφασίσει να παύσει να παρέχει συγκεκριμένες επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες ως προς κάποια ή όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα (μεταβιβάζουσα επιχείρηση), μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, που είναι εγκατεστημένο και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή Α.Ε.Π.Ε.Υ. (ανάδοχος επιχείρηση), τις συμβάσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών με πελάτες του, ως προς όλες ή κάποιες επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες επί κάποιων ή όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων (μεταφορά υπηρεσιών). Με την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των συμβάσεων του προηγούμενου εδαφίου οι εν λόγω επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες παρέχονται πλέον από την ανάδοχο επιχείρηση ως προς τους πελάτες και για τις υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αφορά η μεταβίβαση, καθώς επίσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, μεταφέρονται και τα χαρτοφυλάκια (χρηματοπιστωτικά μέσα και μετρητά) που αντιστοιχούν στους πελάτες, τους οποίους αφορά η μεταφορά. Σε περίπτωση χρηματοπιστωτικών μέσων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η μεταφορά τους διενεργείται με την αλλαγή του χειριστή λογαριασμού στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣΑΤ), σύμφωνα με τον Κανονισμό λειτουργίας του ΣΑΤ. Από την ημέρα μεταφοράς, που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4, εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τη μεταβιβάζουσα επιχείρηση ενώ κατά της αναδόχου επιχειρήσεως προβάλλονται αξιώσεις για απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά την ημέρα μεταφοράς.

2.

Για τη μεταφορά της παραγράφου 1 τηρείται η εξής διαδικασία:

  • α) Με ευθύνη της αναδόχου και της μεταβιβάζουσας

επιχείρησης ενημερώνεται ο πελάτης τον οποίο αφορά η μεταφορά, με τα μέσα του άρθρου 3 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 565/2017/ (EE L 87/31.3.2017), για τη διενεργούμενη μεταφορά, τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που μεταφέρονται και τα χρηματοπιστωτικά μέσα επί των οποίων η ανάδοχος επιχείρηση θα παρέχει υπηρεσίες. Η ως άνω ενημέρωση περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο: αα) τις πληροφορίες των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 24 εφόσον διαφοροποιούνται από την ανάδοχο επιχείρηση, πλην της περίπτωσης των οικονομικών όρων που μπορεί να διαφοροποιηθούν μόνον εφόσον υπάρχει σχετική συμβατική πρόβλεψη στη μεταβιβαζόμενη σύμβαση, ββ) το δικαίωμα του πελάτη να αντιταχθεί στη μεταφορά, καθώς και τις συνέπειες της αντίρρησής του, γγ) τον τρόπο και την προθεσμία άσκησης αυτού, καθώς και δδ) κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία, προκειμένου οι πελάτες της μεταβιβάζουσας επιχείρησης να διαμορφώσουν τεκμηριωμένη γνώμη για τη μεταφορά. Στην ως άνω ενημέρωση αναφέρεται επίσης υποχρεωτικά και η ημερομηνία μεταφοράς, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής αντιρρήσεων, σύμφωνα με την περίπτωση β΄.

  • β) Μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την

αποστολή της ενημέρωσης στους πελάτες κατά τα προβλεπόμενα στην περίπτωση α΄ κάθε πελάτης της μεταβιβάζουσας επιχείρησης μπορεί να προβάλει αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς. Η προβολή αντιρρήσεων συνεπάγεται τη μη μεταφορά της συμβατικής του σχέσης στην ανάδοχο επιχείρηση.

  • γ) Η μεταφορά ολοκληρώνεται με τη σύνταξη λεπτομερούς πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής των

χαρτοφυλακίων των πελατών (χρηματοπιστωτικά μέσα και μετρητά), των οποίων οι συμβάσεις μεταβιβάζονται. Το πρωτόκολλο αυτό υπογράφεται αρμοδίως από τη μεταβιβάζουσα και την ανάδοχο επιχείρηση και κοινοποιείται, κατά περίπτωση, στο διαχειριστή του Συστήματος Άυλων Τίτλων για αλλαγή χειριστή στους λογαριασμούς των πελατών ή στα πιστωτικά ιδρύματα και λοιπούς θεματοφύλακες για μεταφορά των λογαριασμών των εν λόγω πελατών.

3.

Η μεταφορά της παραγράφου 1 διενεργείται εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • α) έχει τηρηθεί η διαδικασία της παραγράφου 2,
  • β) η ανάδοχος επιχείρηση έχει την απαιτούμενη άδεια

για την παροχή των μεταφερόμενων επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών επί των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων που αφορά η μεταφορά,

  • γ) ο πελάτης δεν έχει προβάλει αντιρρήσεις για τη

μεταφορά.

4.

Η μεταφορά ολοκληρώνεται αυτόματα από την ημερομηνία μεταφοράς, όπως αυτή αναφέρεται στην ενημέρωση του πελάτη, χωρίς πρόσθετη υποχρέωση αναγγελίας. Τυχόν μεταβολή στο πρόσωπο της μεταβιβάζουσας επιχείρησης, λόγω επέλευσης αποτελεσμάτων εταιρικού μετασχηματισμού, δεν επηρεάζει την ολοκλήρωση της μεταφοράς.

5.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 και στην περίπτωση απόσχισης κλάδου, κατά τα προβλεπόμενα στο ν. 2166/1993 (Α΄137), εφαρμόζονται το ν.δ. 1297/1972 (Α΄217) και ο ν. 2992/2002 (Α΄54).

6.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στις ΑΕΔΑΚ που παρέχουν τις υπηρεσίες της παρ. 2 του καθώς και στις ΑΕΕΔ.

7.

Κάθε ειδικό ή τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Άρθρο 96

Διαμεσολάβηση σε συμμετοχική χρηματοδότηση

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., οι ΑΕΔΟΕΕ και τα πιστωτικά ιδρύματα που προτίθενται να διαχειριστούν ηλεκτρονικά συστήματα μέσω των οποίων προσφέρονται κινητές αξίες, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 3401/2005, γνωστοποιούν αμέσως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, την πρόθεσή τους αυτή, υποβάλλοντας ταυτόχρονα τα σχετικά με τη δραστηριοποίηση αυτή στοιχεία και ιδίως την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου τους με την οποία αποφασίστηκε η δραστηριότητα αυτή, το νέο οργανόγραμμα, τα πρόσωπα που θα απασχολούνται και τα προσόντα τους, καθώς και το αντίστοιχο τμήμα του εσωτερικού κανονισμού που περιγράφει τον τρόπο οργάνωσης, τα κριτήρια επιλογής των εκδοτών, οι κινητές αξίες οι οποίες θα προσφέρονται μέσω των συστημάτων τους, καθώς και οι διαδικασίες παρακολούθησης και συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, μπορεί να αντιταχθεί σε αυτή την πρόθεσή τους, αν μέσα σε διάστημα δύο (2) μηνών από την υποβολή όλων των προβλεπόμενων στοιχείων κρίνει ότι δεν πληρούνται οι οργανωτικές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά περίπτωση, μπορεί να εξειδικεύονται οι παραπάνω οργανωτικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία του συστήματος, καθώς και να προσδιορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλουν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. και οι ΑΕΔΟΕΕ της παραγράφου αυτής και τα πιστωτικά ιδρύματα για τη δραστηριότητα αυτή.

2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 24, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., οι ΑΕΔΟΕΕ και τα πιστωτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται ηλεκτρονικά συστήματα μέσω των οποίων προσφέρονται κινητές αξίες, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 3401/2005, πρέπει να παρέχουν στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες πληροφόρηση για τις προσφορές αυτές, που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

  • α) πληροφορίες για τη νομική κατάσταση του εκδότη,
  • β) επισκόπηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας

του εκδότη,

  • γ) πληροφορίες για πιθανά επενδυτικά σχέδια του

εκδότη,

  • δ) πληροφορίες για τους μετόχους/εταίρους με ποσοστό πάνω από πέντε τοις εκατό (5%) και για το κεφάλαιο, καθώς και περιγραφή κάθε γνωστής στον εκδότη

συμφωνίας, της οποίας η εφαρμογή θα μπορούσε, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, να επιφέρει αλλαγές όσον αφορά τον έλεγχο του εκδότη,

  • ε) πληροφορίες για τη διοίκηση του εκδότη,
  • στ) πληροφορίες για τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων

μεταξύ διοίκησης, μετόχων του εκδότη και Α.Ε.Π.Ε.Υ. που παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία του σημείου 1 του τμήματος Β΄ του Παραρτήματος Ι ή ΑΕΔΟΕΕ του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 4209/2013 ή πιστωτικού ιδρύματος που διαμεσολαβεί,

  • ζ) πληροφορίες για τον τόπο δημοσίευσης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του εκδότη, όπως ιστοσελίδα του εκδότη, ΓΕΜΗ,
  • η) πληροφορίες σχετικά με τις κινητές αξίες που προσφέρονται και τους όρους της προσφοράς, όπως τρόπος

κατανομής των κινητών αξιών σε περίπτωση υπερκάλυψης της προσφοράς, παράδοση κινητών αξίων,

  • θ) περιγραφή των δικαιωμάτων (ψήφου, πληροφόρησης) που αποκτά ο επενδυτής,
  • ι) διακριτή παράθεση των παραγόντων κινδύνου που

συνδέονται με τον εκδότη, τον τομέα δραστηριότητάς του και τις κινητές αξίες που προσφέρονται,

  • ια) προειδοποίηση ότι η επένδυση δεν είναι αμέσως

ρευστοποιήσιμη και υπάρχει ενδεχόμενο ολικής απώλειας κεφαλαίου,

  • ιβ) παράθεση των προσώπων που είναι υπεύθυνα για

τις παραπάνω πληροφορίες,

  • ιγ) προειδοποίηση ότι οι παραπάνω πληροφορίες δεν

εγκρίνονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις πληροφόρησης που προβλέπονται παραπάνω για τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τις ΑΕΔΟΕΕ της παραγράφου αυτής και τα πιστωτικά ιδρύματα, να καθορίζονται τα τεχνικά μέσα εφαρμογής τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 97

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)