Νόμοι — ΦΕΚ A' 140/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 140 28 Ιουνίου 2007
Πώληση και ταυτόχρονη μίσθωση ακινήτων του Δημοσίου μακροχρόνιες και χρηματοδοτικές μισθώσεις του Δημοσίου και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΠΩΛΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΜΙΣΘΩΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 1
Το Δημόσιο δύναται να συνάπτει τις ακόλουθες συμβάσεις:
- α) Σύμβαση μεταβίβασης κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος ή παραχώρησης ενοχικού δικαιώματος επί ακινήτου έναντι ανταλλάγματος με ταυτόχρονη
μίσθωση του ίδιου ακινήτου. Αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης είναι η έναντι ανταλλάγματος μεταβίβαση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος ή η παραχώρηση ενοχικού δικαιώματος χρήσης ή και εκμετάλλευσης επί ολόκληρου ή μέρους ακινήτου του Δημοσίου με ταυτόχρονη συμφωνία με τον αγοραστή ή φορέα του δικαιώματος χρήσης ή και εκμετάλλευσης του ακινήτου να εκμισθώνει το ίδιο ακίνητο προς το Δημόσιο. Η σύμβαση δύναται να έχει διάρκεια μέχρι ενενήντα εννέα (99) έτη.
- β) Σύμβαση μεταβίβασης κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος ή παραχώρηση ενοχικού δικαιώματος επί ακινήτου έναντι ανταλλάγματος, με ταυτόχρονη
συμφωνία κατασκευής επ’ αυτού κτιρίου ή επισκευής ήδη υφιστάμενου επ’ αυτού κτιρίου και μίσθωσης του ίδιου ακινήτου. Αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης είναι η έναντι ανταλλάγματος μεταβίβαση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος ή η παραχώρηση ενοχικού δικαιώματος χρήσης ή και εκμετάλλευσης επί ολόκληρου ή μέρους ακινήτου του Δημοσίου με ταυτόχρονη συμφωνία με τον αγοραστή ή το φορέα του δικαιώματος χρήσης ή και εκμετάλλευσης του ακινήτου να κατασκευάσει επί του ακινήτου αυτού κτίριο ή να ανακαινίσει ή να επισκευάσει ήδη υφιστάμενο κτίριο ή άλλη κατασκευή με βάση τις λειτουργικές προδιαγραφές, τις προδιαγραφές κτιρίου ή άλλες ειδικές προδιαγραφές και με ταυτόχρονη συμφωνία μίσθωσης του συνόλου ή τμήματος του ακινήτου από το Δημόσιο. Η σύμβαση δύναται να έχει διάρκεια έως ενενήντα εννέα (99) έτη. Στην έννοια της κατασκευής υπάγεται και η σχετική μελέτη αυτής, καθώς και οι περιπτώσεις ανακατασκευής, αποπεράτωσης, ανακαίνισης, επέκτασης ή πραγματοποίησης μετατροπών σε υφιστάμενο κτίριο και οι σχετικές μελέτες αυτών.
- γ) Σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης
Αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης είναι η εκ μέρους του Δημοσίου μίσθωση ακινήτου ή κτιρίου προς κατασκευή, με διάρκεια άνω των δώδεκα (12) ετών και μέχρι ενενήντα εννέα (99) έτη.
- δ) Μικτή σύμβαση
Το αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης συνίσταται σε συνδυασμό των προβλεπομένων στις παραπάνω περιπτώσεις α΄ έως και γ΄ ή σε συνδυασμό αυτών με ανταλλαγή ή/και αντάλλαγμα σε είδος.
Η σύναψη των συμβάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον το αντικείμενό τους περιλαμβάνει μεταβίβαση ή παραχώρηση δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου, αποφασίζεται από τη Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.) του άρθρου 3 του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α΄), εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων του ν. 3049/2002. Ως εποπτεύων Υπουργός, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3049/2002, νοείται ο Υπουργός στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το προς αξιοποίηση ακίνητο και, εφόσον η σύμβαση συνάπτεται και για τη στέγαση δημόσιας υπηρεσίας, ο Υπουργός στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η εν λόγω δημόσια υπηρεσία. Η Δ.Ε.Α. ή η Ειδική Γραμματεία Αποκρατικοποιήσεων (Ε.Γ.Α.) του άρθρου 3 του ν. 3049/2002 δύναται να ζητά από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (Κ.Ε.Δ.) έκθεση, στην οποία παρουσιάζονται λεπτομερώς στοιχεία για ακίνητα του Δημοσίου και εξετάζεται η δυνατότητα αξιοποίησής τους κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Τη σύναψη των συμβάσεων που αποφασίζει η Δ.Ε.Α. κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δύναται να αποφασίζει και η Κ.Ε.Δ., για τα ακίνητα του Δημοσίου των οποίων η διοίκηση και αξιοποίηση της έχει ανατεθεί βάσει των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 2 παράγραφος 3035 Δ.Ε.Α., μέσω της Ε.Γ.Α., την πρόθεσή της να προβεί στην αξιοποίηση ακινήτου του Δημοσίου με τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων. Μέσα σε διάστημα δύο μηνών από την εν λόγω γνωστοποίηση, η Δ.Ε.Α. δύναται να αποφασίσει ότι για τη γνωστοποιηθείσα αξιοποίηση θα τηρηθεί η διαδικασία της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η προθεσμία αυτή των δύο μηνών δύναται να παραταθεί με απόφαση της Δ.Ε.Α.. Οι λοιπές συμβάσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνάπτονται είτε από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων των άρθρων 3, 5, 6, 8 έως 14, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 15, των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 16, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 24 και του άρθρου 25 του ν. 3130/2003 (ΦΕΚ 76 Α΄) και υπογράφονται από τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας ή το νόμιμο αναπληρωτή του είτε, κατόπιν σχετικής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, από την Κ.Ε.Δ., η οποία ενεργεί ως πληρεξούσια του Δημοσίου.
Tα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), τα οποία υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α΄), δύνανται να συνάπτουν για λογαριασμό τους τις συμβάσεις της παραγράφου 1, με την προϋπόθεση ότι σχέδιό τους έχει συμπεριληφθεί στα εγκρινόμενα κάθε φορά από τη Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, κατά το άρθρο 6 του ν. 3429/2005, επιχειρησιακά τους σχέδια. Η κατάρτιση και σύναψη των ως άνω συμβάσεων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τα ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ.. Τα ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. δύνανται να παρέχουν πληρεξουσιότητα στην Κ.Ε.Δ. για την κατάρτιση και σύναψη των συμβάσεων αυτών.
Τις συμβάσεις της παραγράφου 1 δύνανται να συνάπτουν για λογαριασμό τους και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) εξαιρουμένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία κατάρτισης και η σύναψη των συμβάσεων γίνεται κατά τις διατάξεις που διέπουν τα οικεία Ν.Π.Δ.Δ.. Τα Ν.Π.Δ.Δ. δύνανται να παρέχουν πληρεξουσιότητα στην Κ.Ε.Δ., με την επιφύλαξη της έγκρισης του τελικού σχεδίου της σύμβασης προς υπογραφή από το αρμόδιο όργανο των οικείων Ν.Π.Δ.Δ..
Άρθρο 2
Στις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 δύναται να συμφωνείται ενδεικτικά ότι ο εκμισθωτής με δαπάνες, φροντίδες και ευθύνη του αναλαμβάνει τη συντήρηση, λειτουργία, ασφάλιση του μισθίου και των εγκαταστάσεών του εν όλω ή εν μέρει, την παροχή της χρήσης επίπλων και λοιπού εξοπλισμού του ακινήτου, καθώς και την παροχή εκ μέρους του και άλλων υπηρεσιών έναντι ανταλλάγματος, το οποίο είτε καταβάλλεται επιπλέον του μισθώματος είτε περιλαμβάνεται στο μίσθωμα. Ως μίσθωμα δύναται να συμφωνείται οποιαδήποτε παροχή, όπως η καταβολή στον εκμισθωτή χρηματικού ανταλλάγματος ή παροχή σε αυτόν της εκμετάλλευσης μέρους του μισθίου ή η παροχή άλλου ανταλλάγματος ή ο συνδυασμός αυτών.
Στις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 μπορεί να περιλαμβάνεται και όρος κατά τον οποίο ο μισθωτής έχει το δικαίωμα ή την υποχρέωση αγοράς του ακινήτου κατά τη διάρκεια ή κατά τη λήξη της σύμβασης ή και το δικαίωμα παράτασης αυτής.
Στις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα του μισθωτή να υπεκμισθώνει το μίσθιο.
Άρθρο 3
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 (ΦΕΚ 63 Α΄) και 60/2007 (ΦΕΚ 64 Α΄), η ανάθεση, σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής νομοθετικής διάταξης, περιλαμβανομένων και των διατάξεων περί εκποίησης, μίσθωσης και εκμίσθωσης ακινήτων από το Δημόσιο και των διατάξεων περί εμπορικών μισθώσεων.
Σε περίπτωση που οι συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 συνάπτονται από την Κ.Ε.Δ. σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και εφόσον δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 και 60/2007, διενεργείται διαγωνισμός σύμφωνα με τον οικείο κανονισμό της Κ.Ε.Δ. και η σχετική προκήρυξη δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο της Κ.Ε.Δ.. Περίληψη της προκήρυξης αυτής δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες πολιτικές ή οικονομικές εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Ο διαγωνισμός διενεργείται από πενταμελή επιτροπή διαγωνισμού, που ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο της Κ.Ε.Δ., στην οποία μετέχουν ένας εκπρόσωπος της προς στέγαση δημόσιας υπηρεσίας και ένας εκπρόσωπος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 και 60/2007, είναι δυνατή η απευθείας σύναψη μίας των συμβάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1, εφόσον οι εν λόγω συμβάσεις συνάπτονται μεταξύ Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. ή μεταξύ διαφορετικών Ν.Π.Δ.Δ..
Άρθρο 4
Η παραλαβή εκ μέρους του Δημοσίου του ακινήτου και η παρακολούθηση της τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων του εκμισθωτή γίνεται από ειδική προς τούτο επιτροπή, που ορίζεται από το όργανο εκπροσώπησης του Δημοσίου που συνάπτει τη σύμβαση. Εφόσον η σύμβαση αποσκοπεί στη στέγαση δημόσιας υπηρεσίας συμμετέχει σε αυτή και εκπρόσωπος της προς στέγαση δημόσιας υπηρεσίας.
Άρθρο 5
Είναι δυνατόν να συμφωνείται ότι η λύση των συμβάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου μπορεί να επέλθει μόνο με τη συνδρομή λόγων που αναφέρονται ρητά σε αυτές, κατ’ αποκλεισμό τυχόν άλλων λόγων που προβλέπονται σε κείμενες διατάξεις. 1 του παρόντος νόμου δικαιώματα και απαιτήσεις δύνανται να ενεχυράζονται ή να εκχωρούνται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄) και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974 (ΦΕΚ 204 Α΄). Είναι δυνατόν να συμφωνείται ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται να προβάλλει σε συμψηφισμό έναντι του ενεχυρούχου δανειστή ή εκδοχέα απαιτήσεις που τυχόν έχει κατά του εκμισθωτή.
Άρθρο 7
Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 6 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται για ακίνητα κείμενα στην Ελλάδα. Για ακίνητα κείμενα στην αλλοδαπή οι παραπάνω διατάξεις μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών με την επιφύλαξη των ζητημάτων που σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 27 του Αστικού Κώδικα ή με τη Σύμβαση της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (ν. 1792/1988, ΦΕΚ 142 Α΄) διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο.
Άρθρο 8
Το Δημόσιο, μετά από σχετική απόφαση της Δ.Ε.Α. και ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3049/2002, με τη σύνθεση της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, ή η Κ.Ε.Δ. δύνανται να ιδρύουν ημεδαπές εταιρίες είτε ως μόνος μέτοχος ή εταίρος είτε από κοινού με Ν.Π.Δ.Δ. ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα, οι οποίες θα δύνανται ενδεικτικά να προβαίνουν στην απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος επί ακινήτων, τα οποία στη συνέχεια θα μισθώνονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος νόμου από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Η κατά το άρθρο αυτό εταιρία θα δύναται να προβαίνει ενδεικτικά στην έκδοση και διάθεση ομολογιών, ως και στη σύναψη συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων, κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Η κατά το άρθρο αυτό ίδρυση από την Κ.Ε.Δ. εταιριών από κοινού με ιδιώτες γίνεται με προκήρυξη εκδήλωσης ενδιαφέροντος συμμετοχής και το πρόσωπο του ιδιώτη θα επιλέγεται με βάση τα κριτήρια που θα αναφέρονται στη σχετική προκήρυξη.
Άρθρο 9
Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, η εκτίμηση της αξίας ακινήτων που εισφέρονται ή πωλούνται σε Ν.Π.Ι.Δ. της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που είναι ανώνυμες εταιρίες δύναται να γίνεται είτε από δύο ορκωτούς εκτιμητές είτε από την επιτροπή του άρθρου 9 του ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α΄). Το Διοικητικό Συμβούλιο της Κ.Ε.Δ. ή το όργανο εκπροσώπησης του φορέα που συνάπτει σύμβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 1 δύναται επίσης να αναθέτει σε ορκωτούς εκτιμητές και την κοστολόγηση οποιουδήποτε τεχνικού, κατασκευαστικού ή μελετητικού έργου.
Άρθρο 10
O Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να ορίζει με απόφασή του συνολικά ή ανά περίπτωση την αμοιβή που καταβάλλεται στην Κ.Ε.Δ. για την εκτέλεση από αυτή των εργασιών του παρόντος κατά παρέκκλιση από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του ν. 973/1979.
Σε περίπτωση που η Κ.Ε.Δ. ενεργεί ως πληρεξούσιος Ν.Π.Ι.Δ. της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ή Ν.Π.Δ.Δ., η αμοιβή της καθορίζεται με σύμβαση μεταξύ της Κ.Ε.Δ. και του Ν.Π.Ι.Δ. της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του παρόντος ή του Ν.Π.Δ.Δ..
Άρθρο 11
Η Κ.Ε.Δ. έχει τη διαχείριση, επιπλέον των πόρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 973/1979, και των πόρων του Δημοσίου που προβλέπονται κατ’ έτος για τη σύναψη συμβάσεων του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, καθώς και συμβάσεων της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α΄).
Τα έσοδα και οι δαπάνες του Δημοσίου από τις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου αποτελούν έσοδα και έξοδα αντίστοιχα του Κρατικού Προϋπολογισμού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζεται ο τρόπος εκκαθάρισης, ενταλματοποίησης και πληρωμής των δαπανών αυτών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής της παραγράφου αυτής.
Για τα Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, τα έσοδα και τα έξοδα από τις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 αποτελούν αντίστοιχα δικά τους έσοδα και έξοδα.
Άρθρο 12
Η Κ.Ε.Δ. εκδίδει κανονισμούς για διαδικασίες που αφορούν στη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, καθώς και των συμβάσεων της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 1665/1986.
Άρθρο 13
Οι συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, καθώς και όλες οι συνδεόμενες με αυτές πράξεις, περιλαμβανομένων των μεταγραφών, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου εισοδήματος λόγω υπεραξίας, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄) και του ν. 1676/ 1986 (ΦΕΚ 204 Α΄). Στην περίπτωση που η σύναψη των συμβάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 αποφασίζεται από τη Δ.Ε.Α., καθώς επίσης και στην περίπτωση που η εταιρία του άρθρου 8 ή άλλη εταιρία προβαίνει σε τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄) εφαρμόζονται και οι τυχόν ευρύτερες φορολογικές απαλλαγές του άρθρου 10 του ν. 3049/2002 και του άρθρου 14 του ν. 3156/2003 αντιστοίχως.
Ο αντισυμβαλλόμενος του Δημοσίου και του Ν.Π.Δ.Δ. στις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου απαλλάσσεται από τον αντιστοιχούντα στα ακίνητα αυτά ειδικό φόρο επί των ακινήτων που επιβλήθηκε με το άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (ΦΕΚ 330 Α΄), εφόσον είναι νομικό πρόσωπο που εδρεύει σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο στις συμβάσεις που συνάπτουν το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ..
Άρθρο 14
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.
Άρθρο 15
Μέσα σε χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η Κ.Ε.Δ. οφείλει να αποστείλει προς τη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών αναλυτική κατάσταση με το σύνολο των ακινήτων, καθώς και το σύνολο τυχόν εμπραγμάτων και άλλων δικαιωμάτων, επί ακινήτων, των οποίων έχει τη διοίκηση και αξιοποίηση, καθώς και αναλυτική κατάσταση η οποία να περιέχει συνολικά όλα τα ακίνητα τα οποία της έχουν κοινοποιηθεί δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφοι 2 και 3 του ν. 973/1979. Η Κ.Ε.Δ. θα κοινοποιεί επικαιροποιημένες τις ανωτέρω καταστάσεις την 10η Ιανουαρίου και 10η Ιουνίου εκάστου έτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 16
Στο άρθρο 1 του ν. 1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α΄) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος με τον αριθμό 5: «5. Το Δημόσιο δύναται, μέσω της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (Κ.Ε.Δ.), η οποία ενεργεί ως πληρεξουσία του, κατόπιν σχετικής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, να συνάπτει, ως μισθωτής, συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης επί ακινήτων.»
Στην περίπτωση της σύναψης από το Δημόσιο, μέσω της Κ.Ε.Δ., των συμβάσεων της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 1665/1986, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 3, του άρθρου 4, του άρθρου 10 και της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
Άρθρο 17
Ανώνυμες Εταιρίες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας
Η παράγραφος 1 του άρθρου 21 του ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση και διαχείριση: α) ακίνητης περιουσίας, δικαιώματος αγοράς ακινήτου δια προσυμφώνου και μετοχών ανώνυμης εταιρείας κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄− γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του παρόντος και β) μέσων χρηματαγοράς κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄).»
Οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 2778/1999 αντικαθίστανται ως εξής: «α) Σε ακίνητη περιουσία κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 2α του παρόντος άρθρου σε ποσοστό τουλάχιστον 80% του ενεργητικού τους.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.