Νόμοι — ΦΕΚ A' 143/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 143 28 Ιουνίου 2007
NOMOΣ ΥΠ’ΑΡΙΘ. 3584
Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται ο Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως καταρτίσθηκε από την Επιτροπή του άρθρου 20 του ν. 3320/2005, του οποίου το κείμενο έχει ως εξής: «ΚΩΔΙΚΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αρχές του Κώδικα Σκοπός του παρόντος Κώδικα είναι η καθιέρωση ενιαίων και ομοιόμορφων κανόνων που διέπουν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. Α΄ Βαθμού, σύμφωνα ιδίως με τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης και την ανάγκη διασφάλισης της μέγιστης δυνατής απόδοσης κατά την εργασία τους.
Άρθρο 2
Έννοια όρων
Όπου στον παρόντα Κώδικα αναφέρονται «Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης» (Ο.Τ.Α.), νοούνται οι Δήμοι, οι Κοινότητες, τα Δημοτικά, Κοινοτικά Ιδρύματα και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου αυτών, καθώς και οι Σύνδεσμοι Δήμων, Κοινοτήτων και Δήμων και Κοινοτήτων.
Όπου για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος λαμβάνεται υπόψη ο πληθυσμός, νοείται ο πραγματικός πληθυσμός, όπως αυτός εμφανίζεται στους δημοσιευθέντες επίσημους πίνακες της τελευταίας απογραφής.
Άρθρο 3
Έκταση εφαρμογής − Διαίρεση ύλης Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγεται το πάσης φύσεως προσωπικό των Ο.Τ.Α., ως κατωτέρω:
Στις διατάξεις του πρώτου μέρους υπάγεται το μόνιμο προσωπικό: α. των Δήμων, β. των Κοινοτήτων, γ. των Δημοτικών και Κοινοτικών Ιδρυμάτων και δ. των Συνδέσμων και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. των Ο.Τ.Α.
Στις διατάξεις του δεύτερου μέρους υπάγεται το προσωπικό Ειδικών Θέσεων και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΜΟΝΙΜΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ − ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ− ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Α. ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
Άρθρο 4
Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης συνιστάται Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, που αποτελείται από:
Τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του Σώματος.
Έναν Καθηγητή Δημοσίου Δικαίου ή Διοικητικής ή Πολιτικής Επιστήμης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ή του τμήματος Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου με αναπληρωτή του επίσης Καθηγητή των ίδιων Πανεπιστημίων που υποδεικνύονται από τους Πρυτάνεις αυτών.
Τον Γενικό Διευθυντή Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης με αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή του ίδιου Υπουργείου που ορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Έναν Γενικό Διευθυντή Δήμου με αναπληρωτή του Γενικό Διευθυντή Δήμου που ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μετά από προηγούμενη γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. 3075 επιτροπής.
Τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε.Ο.Τ.Α.), με αναπληρωτή του μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής, το οποίο ορίζει η Επιτροπή αυτή.
Τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Π.Ο.Τ.Α.), με αναπληρωτή του μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής, το οποίο ορίζει η Επιτροπή αυτή. Καθήκοντα Γραμματέα εκτελεί διοικητικός υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Α΄ του Τμήματος Προσωπικού Ο.Τ.Α. της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Ο.Τ.Α. του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του, με την απόφαση ορισμού των μελών του Συμβουλίου.
Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο λειτουργεί: α. Ως Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για τους Γενικούς Διευθυντές Δήμων και Συνδέσμων. β. Για την επιλογή Γενικών Διευθυντών Δήμων και για τα λοιπά θέματα υπηρεσιακής τους κατάστασης για τα οποία απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Ο ορισμός των μελών του ανωτέρω Συμβουλίου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, αποζημίωση των μελών και του γραμματέως ανάλογα με τις συνεδριάσεις που μετέχουν.
Για τη θητεία, τη λειτουργία, την τήρηση πρακτικών και τα λοιπά θέματα του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος.
Άρθρο 5
Υπηρεσιακά Συμβούλια
Σε κάθε Νομό και Νομαρχία συνιστάται Υπηρεσιακό Συμβούλιο, για το προσωπικό του άρθρου 3 του παρόντος συγκροτούμενο με απόφαση του οικείου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας το οποίο αποτελείται από: α. Τρεις (3) υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. κατηγορίας ΠΕ με Α΄ βαθμό και εν ελλείψει με Β΄ βαθμό που ορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, μετά από γνώμη της Διοικούσας Επιτροπής της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν υπάλληλοι της ανωτέρω κατηγορίας ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας ΤΕ με Α΄ βαθμό και εν ελλείψει με Β΄ βαθμό. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν υπάλληλοι των ανωτέρω κατηγοριών ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας ΔΕ με Α΄ βαθμό. β. Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ τουλάχιστον με βαθμό Β΄, που εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι λοιπές προϋποθέσεις της εκλογής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης που εκδίδεται μετά από γνώμη των Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α. και Π.Ο.Π.Ο.Τ.Α. Οι γνώμες της Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α. και της Π.Ο.Π.−Ο.Τ.Α. παρέχονται μέσα σε εύλογη προθεσμία που τάσσεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής η απόφαση εκδίδεται χωρίς τη γνώμη των ανωτέρω Ομοσπονδιών. Καθήκοντα γραμματέα του συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος κλάδου ΠΕ Διοικητικού − Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού − Λογιστικού ή ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων με βαθμό τουλάχιστον Γ΄ του Δήμου της έδρας του Νομού, με εξαίρεση τα συμβούλια των Νομαρχιών του Νομού Αττικής, του Νομού Θεσσαλονίκης και των Δήμων Αθηναίων Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. Καθήκοντα γραμματέα για τα συμβούλια των Νομαρχιών του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης εκτελεί υπάλληλος κλάδου ΠΕ Διοικητικού − Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού − Λογιστικού ή ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων με βαθμό τουλάχιστον Γ΄ του πολυπληθέστερου Δήμου που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας. Ως τόπος συνεδρίασης του συμβουλίου ορίζεται το κατάστημα του Δήμου της έδρας του Νομού με εξαίρεση τα συμβούλια των Νομαρχιών του Νομού Αττικής, του Νομού Θεσσαλονίκης και των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. Ως τόπος συνεδρίασης των συμβουλίων των Νομαρχιών του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης ορίζεται το κατάστημα του πολυπληθέστερου Δήμου.
Στη διοικητική περιφέρεια της Νομαρχίας Αθηνών συνιστώνται τέσσερα (4) υπηρεσιακά συμβούλια με αρμοδιότητα τους κατωτέρω Ο.Τ.Α.: Α΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Αλίμου, Αργυρούπολης, Γλυφάδας, Ελληνικού, Καλλιθέας, Μοσχάτου, Ν. Σμύρνης, Π. Φαλήρου και Ταύρου. Β΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Αγ. Βαρβάρας, Αγ. Αναργύρων, Αιγάλεω, Ιλίου, Καματερού, Περιστερίου, Πετρούπολης και Χαϊδαρίου. Γ΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Αγ. Παρασκευής, Αγ. Δημητρίου, Βύρωνα, Δάφνης, Ζωγράφου, Ηλιούπολης, Καισαριανής, Παπάγου, Υμηττού και Χολαργού. Δ΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Αμαρουσίου, Βριλησσίων, Γαλατσίου, Ηρακλείου, Κηφισιάς, Λυκόβρυσης, Μελισσίων, Μεταμόρφωσης, Νέας Ερυθραίας, Ν. Ιωνίας, Ν. Φιλαδέλφειας, Νέας Χαλκηδόνας, Ν. Ψυχικού, Πεύκης, Φιλοθέης, Χαλανδρίου, Ψυχικού, Εκάλης, Ν. Πεντέλης και Πεντέλης. Το προσωπικό των συνδέσμων υπάγεται στο αντίστοιχο υπηρεσιακό συμβούλιο της έδρας του. Ειδικά το προσωπικό των Συνδέσμων που έχουν την έδρα τους στους Δήμους Θεσσαλονίκης και Πειραιά υπάγεται στο υπηρεσιακό συμβούλιο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, το δε προσωπικό των Συνδέσμων που έχουν την έδρα τους στο Δήμο Αθηναίων, υπάγεται στο υπηρεσιακό συμβούλιο που θα καθορίσει με απόφασή του ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας. Τα ανωτέρω Υπηρεσιακά Συμβούλια της Νομαρχίας Αθηνών συγκροτούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας κατά την ειδικότερη πρόβλεψη της παρ. 1 του παρόντος. Καθήκοντα Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του πολυπληθέστερου Δήμου, κλάδου ΠΕ Διοικητικού − Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού − Λογιστικού ή ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων με βαθμό τουλάχιστον Γ΄ που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας.
Σε καθέναν από τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης συνιστάται Υπηρεσιακό Συμβούλιο που συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και αποτελείται από: α. Τρεις (3) δημοτικούς υπαλλήλους που ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτωσης Α΄ της παραγράφου (1) αυτού του άρθρου. Εάν τα Δημοτικά Συμβούλια δεν ορίσουν τα μέλη τους μέχρι την 20ή Δεκεμβρίου, αυτά ορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας. β. Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων του οικείου Δήμου που εκλέγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση Β΄ της παραγράφου (1) αυτού του άρθρου. γ. Ως τόπος συνεδρίασης ορίζεται το κατάστημα του οικείου Δήμου. Καθήκοντα Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος κλάδου ΠΕ Διοικητικού − Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού − Λογιστικού ή ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων του οικείου Δήμου, με βαθμό τουλάχιστον Γ΄, που προτείνεται από τον Δήμαρχο.
Για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια των παραγράφων (1), (2) και (3) του άρθρου αυτού ισχύουν τα ακόλουθα: α. Τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζονται ή εκλέγονται με ισάριθμους αναπληρωτές. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση αιρετού μέλους του Συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται ο επόμενος στη σειρά εκλογής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας. β. Με την απόφαση συγκρότησης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζεται ο Πρόεδρος και ο αναπληρωτής του μεταξύ των τακτικών μελών του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. γ. Αν μέλος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου κρίνεται για κατάληψη θέσης προϊσταμένου οργανικής μονάδας, η κρίση για αυτόν διενεργείται στην αρχή της συνεδρίασης και δεν μπορεί να συμμετέχει στην κρίση που τον αφορά. Στη συνέχεια επανέρχεται στην αίθουσα, και συνεχίζεται η κρίση και η συζήτηση των λοιπών θεμάτων. Αν και το αναπληρωματικό μέλος έχει το ίδιο κώλυμα, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη. δ. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του παρόντος άρθρου λειτουργούν και ως Πειθαρχικά Συμβούλια. ε. Η αποζημίωση των μελών των ανωτέρω Συμβουλίων, καθώς και του Γραμματέα καθορίζεται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 17 του ν. 3205/2006 (ΦΕΚ 297 Α΄), όπως ισχύει.
Άρθρο 6
Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο
Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνει σε δεύτερο βαθμό τις αποφάσεις των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 145 του παρόντος. 2.α. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και αποτελείται από: i. έναν Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., ii. έναν Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, iii. έναν Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή του ίδιου Υπουργείου, iv. δύο Γενικούς Διευθυντές Δήμων, με αναπληρωτές Γενικούς Διευθυντές Δήμων, που υποδεικνύονται από την εκτελεστική επιτροπή της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.), ν. έναν εκπρόσωπο της Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α., με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύονται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής, νi. έναν εκπρόσωπο της Π.Ο.Π.−Ο.Τ.Α., με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύονται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής. β. Εάν η Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., η Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α. και η Π.Ο.Π.−Ο.Τ.Α. δεν υποδείξουν τους Γενικούς Διευθυντές Δήμων και τους εκπροσώπους, αντιστοίχως, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την περιέλευση του σχετικού εγγράφου ερωτήματος του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, τα μέλη αυτά, μαζί με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται με την ανωτέρω απόφαση συγκρότησης. γ. Τα μέλη του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και ο γραμματέας του Συμβουλίου μαζί με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται για θητεία δύο ετών, η οποία αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με απόφαση του Υπουργού που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός εάν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι. δ. Καθήκοντα Γραμματέα εκτελεί διοικητικός υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Α΄ του Τμήματος Προσωπικού Ο.Τ.Α. της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Ο.Τ.Α. του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του. ε. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, αποζημίωση των μελών και του Γραμματέα του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ανάλογα με τις συνεδριάσεις που μετέχουν.
Για τη διαδικασία ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 143, 144 και 145 του παρόντος Κώδικα.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται ο ειδικότερος τρόπος λειτουργίας του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και κάθε σχετική λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια είναι υποχρεωμένα να ενημερώνουν κάθε έξι μήνες το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για την πορεία και την έκβαση των πειθαρχικών υποθέσεων, από την εισαγωγή τους σε αυτά μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. ενώπιον του Συμβουλίου αυτού κατά των μελών Υπηρεσιακών Συμβουλίων που παραβαίνουν τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 126 του παρόντος, καθώς και τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
Άρθρο 7
Θητεία − Συγκρότηση
Τα μέλη κάθε Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με ισάριθμους αναπληρωτές τους, ορίζονται για θητεία δύο (2) ετών, που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με απόφαση του αρμόδιου για τη συγκρότηση οργάνου, που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Η θητεία των μελών των Υπηρεσιακών Συμβουλίων λήγει την 31η Δεκεμβρίου των ετών των οποίων ο τελευταίος αριθμός είναι άρτιος.
Κατά τη διάρκεια της διετίας απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.
Με την απόφαση συγκρότησης των Υπηρεσιακών Συμβουλίων ορίζονται οι γραμματείς αυτών με τους αναπληρωτές τους.
Εάν η γνώμη της Τ.Ε.Δ.Κ., κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 5, δεν δοθεί εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών αφότου περιέλθει σε αυτήν το σχετικό έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, ο ορισμός των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. γίνεται από αυτόν.
Σε κάθε Υπηρεσιακό Συμβούλιο ο αριθμός των οριζόμενων από την Υπηρεσία μελών κάθε φύλου ανέρχεται σε ποσοστό ίσο τουλάχιστον με το 1/3 των οριζομένων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εφόσον στην οικεία υπηρεσία υπηρετεί επαρκής αριθμός υπαλλήλων που συγκεντρώνει τις νόμιμες προϋποθέσεις για ορισμό, και τα μέλη που ορίζονται είναι περισσότερα από ένα (1). Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο τουλάχιστον με το ήμισυ της μονάδας (άρθρο 6 παρ. 1α του ν. 2839/2000, ΦΕΚ 196 Α΄).
Άρθρο 8
Λειτουργία
Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών.
Σε όλα τα Υπηρεσιακά Συμβούλια των Ο.Τ.Α., στο Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο και στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ως εισηγητές ορίζονται με πράξη των Προέδρων τους μόνο μέλη τους.
Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου ή του αναπληρωτή του, προεδρεύει ο κατά βαθμό ανώτερος και, επί ισοβαθμών, ο αρχαιότερος. Σε κάθε περίπτωση τηρείται το προβάδισμα των κατηγοριών.
Όλα τα Υπηρεσιακά Συμβούλια βρίσκονται σε απαρτία, όταν είναι παρόντα τρία (3) τουλάχιστον μέλη τους, εκτός από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο και Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που συνεδριάζουν με την παρουσία πέντε τουλάχιστον μελών. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται οπωσδήποτε ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Εάν σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη, οφείλουν να προσχωρήσουν στη μία από τις επικρατέστερες.
Οι πράξεις των Υπηρεσιακών Συμβουλίων διατυπώνονται σε πρακτικά που υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα. Εως την υπογραφή των πρακτικών, μπορεί να χορηγείται στην οικεία υπηρεσία βεβαίωση για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί, η οποία υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Βάσει της βεβαιώσεως αυτής μπορεί να γίνονται από τον Ο.Τ.Α. οι απαιτούμενες περαιτέρω ενέργειες για την εκτέλεση των πράξεων των Υπηρεσιακών Συμβουλίων. Όμοια βεβαίωση μπορεί να χορηγείται και στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, ύστερα από αίτησή τους. Στα πρακτικά καταχωρίζεται και η γνώμη των τυχόν μειοψηφούντων.
Η ψηφοφορία των μελών των Υπηρεσιακών Συμβουλίων γίνεται κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της απόφασης ορισμού τους.
Η λειτουργία των Υπηρεσιακών Συμβουλίων διέπεται συμπληρωματικά από τις γενικές διατάξεις για τα συλλογικά όργανα της Διοίκησης, όπως εκάστοτε αυτές ισχύουν.
Ο υπάλληλος μπορεί να παρίσταται ενώπιον των Υπηρεσιακών Συμβουλίων που κρίνουν πειθαρχική του υπόθεση αυτοπροσώπως, με συμπαράσταση δικηγόρου ή μόνο δια δικηγόρου.
Άρθρο 9
Υγειονομικές Επιτροπές
Οι κατά τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Διοικητικών Υπαλλήλων Υγειονομικές Επιτροπές γνωματεύουν και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. στις περιπτώσεις που απαιτείται γνωμάτευση κατά τις διατάξεις του παρόντος.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 164, 165, 166 και 167 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως ισχύουν. Β. ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 10
Οργανισμοί Εσωτερικής Υπηρεσίας − Συγκρότηση υπηρεσιών
Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας καθορίζονται η εσωτερική διάρθρωση των υπηρεσιών σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, Τμήματα και Αυτοτελή Γραφεία, οι αρμοδιότητες τους και οι θέσεις κατά κατηγορίες και κλάδους προσωπικού. Επίσης, ορίζονται οι κλάδοι ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ των οποίων οι υπάλληλοι κρίνονται για την κατάληψη θέσεων προϊσταμένων των κατά περίπτωση οργανικών μονάδων, ανάλογα με την ειδικότητα του κλάδου και το αντικείμενο των συγκεκριμένων οργανικών μονάδων.
Με απόφαση του Δημοτικού ή Κοινοτικού ή Διοικητικού Συμβουλίου ψηφίζονται οι Οργανισμοί Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δήμων, Κοινοτήτων, Δημοτικών και Κοινοτικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Ιδρυμάτων και Συνδέσμων Δήμων και Δήμων και Κοινοτήτων, αντίστοιχα. Η απόφαση εγκρίνεται με πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας ύστερα από γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. από εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών και με την προϋπόθεση ότι για τη σύσταση κάθε νέας οργανικής θέσης θα πρέπει ο μέσος όρος των τακτικών εσόδων των δύο τελευταίων ετών να είναι διπλάσιος του ποσού στο οποίο ανέρχεται η ετήσια δαπάνη του βασικού μισθού του καταληκτικού κλιμακίου των προτεινόμενων νέων θέσεων πολλαπλασιαζόμενης της δαπάνης αυτής επί δύο.
Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, σε Δήμους που έχουν πληθυσμό 50.000 κατοίκους και άνω, καθώς και σε Συνδέσμους με συνολικό πληθυσμό των μελών τους πάνω από 300.000 κατοίκους μπορεί να συσταθεί μία Γενική Διεύθυνση. Ειδικά στο Δήμο Αθηναίων μπορεί να συσταθούν μέχρι τρεις Γενικές Διευθύνσεις, για δε τους Δήμους Πειραιώς, Νικαίας, Περιστερίου, Καλλιθέας, Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Ηρακλείου Κρήτης, Πάτρας, Βόλου και Ιωαννίνων, μέχρι δύο Γενικές Διευθύνσεις.
Τροποποίηση των Οργανισμών Εσωτερικής Υπηρεσίας των Ο.Τ.Α. γίνεται με την ανωτέρω διαδικασία. Δεν επιτρέπεται η τροποποίηση των Οργανισμών κατά το τελευταίο εξάμηνο της Δημοτικής ή Κοινοτικής περιόδου, με εξαίρεση την περίπτωση ανάθεσης ή μεταβίβασης νέων αρμοδιοτήτων και σε συμμόρφωση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, για την κάλυψη αναγκών των Ο.Τ.Α., απαιτείται η πρόσληψη υπαλλήλων κλάδων που δεν προβλέπονται από τις σχετικές ρυθμίσεις, η ονομασία του κλάδου καθορίζεται με βάση τη λειτουργία που θα καλυφθεί και τα σχετικά τυπικά προσόντα.
Για την κατάρτιση ή τροποποίηση του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας των Ιδρυμάτων και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου.
Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου που συγχωνεύονται σε ένα Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, μπορεί να οργανώνονται σε επίπεδο Διεύθυνσης ή αυτοτελούς Τμήματος ανάλογα με τον αριθμό των υπηρετούντων τακτικών υπαλλήλων. Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου που δεν συγχωνεύονται σε ένα Νομικό Πρόσωπο και των οποίων ο αριθμός των υπηρετούντων τακτικών υπαλλήλων είναι μέχρι δέκα (10) μπορεί να οργανώνονται σε επίπεδο αυτοτελούς Γραφείου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ Α. ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ
Άρθρο 11
Χρόνος συνδρομής των προϋποθέσεων διορισμού
Οι υποψήφιοι υπάλληλοι πρέπει να έχουν τα προσόντα του διορισμού τόσο κατά το χρόνο λήξεως της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων όσο και κατά το χρόνο του διορισμού. Το ανώτατο όριο της ηλικίας διορισμού, όπου υπάρχει, πρέπει να συντρέχει κατά το πρώτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χρονικό σημείο.
Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα κωλύματα διορισμού.
Άρθρο 12
Ιθαγένεια
Ως υπάλληλοι διορίζονται μόνο Έλληνες και Ελληνίδες πολίτες.
Οι πολίτες των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπεται να διορίζονται σε θέσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 4 του άρθρου 39 της Συνθ. Ε.Κ., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα για αυτούς σε ειδικό νόμο.
Ο διορισμός αλλοδαπών πολιτών των κρατών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής ’Ενωσης επιτρέπεται μόνο στις προβλεπόμενες από ειδικούς νόμους περιπτώσεις.
Όσοι αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση, δεν μπορούν να διορισθούν ως υπάλληλοι πριν από τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από την απόκτησή της.
Άρθρο 13
Ηλικία διορισμού
Το κατώτατο όριο ηλικίας διορισμού, κατά κατηγορία, ορίζεται ως ακολούθως: Για τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ ορίζεται το 21ο έτος της ηλικίας και για την ΥΕ το 20ό έτος της ηλικίας.
Ανώτατα όρια ηλικίας διορισμού όπου απαιτούνται από τη φύση και τις ιδιαιτερότητες των καθηκόντων μπορεί να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης κατά κατηγορίες και κλάδους, ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., της Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α. και της Π.Ο.Π.−Ο.Τ.Α.
Παρεκκλίσεις από το κατώτατο όριο ηλικίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να καθορίζονται μόνο για εξαιρετικούς υπηρεσιακούς λόγους με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., της Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α. και της Π.Ο.Π.−Ο.Τ.Α..
Για τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων από τις παρ. 1 και 2 κατώτατων και ανώτατων ορίων ηλικίας για διορισμό, ως ημέρα γέννησης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης για το κατώτατο όριο και η 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους για το ανώτατο.
Η ηλικία αποδεικνύεται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, από τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως που έχει συνταχθεί εντός ενενήντα (90) ημερών από τη γέννηση. Αν δεν υπάρχει τέτοια πράξη, η ηλικία αποδεικνύεται από τα μητρώα αρρένων για τους άνδρες και από το γενικό μητρώο δημοτών (δημοτολόγιο) για τις γυναίκες.
Εάν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στο οικείο μητρώο, επικρατεί η πρώτη εγγραφή.
Βεβαίωση της ηλικίας ή διόρθωση της εγγραφής με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ουδέποτε λαμβάνεται υπόψη.
Διατάξεις που προβλέπουν κατώτατα όρια ηλικίας διορισμού μικρότερα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν.
Άρθρο 14
Υγεία
Υπάλληλοι διορίζονται όσοι έχουν την υγεία που τους επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της αντίστοιχης θέσης. Η έλλειψη φυσικών σωματικών δεξιοτήτων δεν εμποδίζει το διορισμό, εφόσον ο υπάλληλος, με την Ειδικές διατάξεις για το διορισμό ατόμων με ειδικές ανάγκες δεν θίγονται.
Η υγεία και η φυσική καταλληλότητα των υποψηφίων υπαλλήλων να ασκήσουν τα καθήκοντα της αντίστοιχης θέσης πιστοποιούνται από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία, σε γενικές γραμμές, τα καθήκοντα της θέσης που πρόκειται να καταληφθεί.
Άρθρο 15
Μη εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων Δεν διορίζονται υπάλληλοι: α. όσοι δεν έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή δεν έχουν απαλλαγεί νόμιμα από αυτές, β. όσοι έχουν αναγνωρισθεί ως αντιρρησίες συνείδησης και δεν έχουν εκπληρώσει, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νομοθεσίας, άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία.
Άρθρο 16
Ποινική καταδίκη, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση
Δεν διορίζονται υπάλληλοι: α. όσοι καταδικάσθηκαν για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή ή στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, β. οι υπόδικοι που έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα ή για πλημμέλημα της περίπτωσης Α΄, έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί, γ. όσοι, λόγω καταδίκης, έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή, δ. όσοι τελούν υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική), υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) και υπό τις δύο αυτές καταστάσεις.
Η ανικανότητα προς διορισμό αίρεται μόνο με την έκδοση του κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος διατάγματος που αίρει τις συνέπειες της ποινής.
Άρθρο 17
Απόλυση από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους Δεν διορίζονται υπάλληλοι όσοι απολύθηκαν από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή Ο.Τ.Α. ή άλλου Νομικού Προσώπου του δημόσιου τομέα, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομένου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. Β. ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ − ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ
Άρθρο 18
Τρόπος πλήρωσης θέσεων
Οι Ο.Τ.Α. μετά από απόφαση του συλλογικού οργάνου διοίκησης αποφασίζουν για την πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων, μετά από γνώμη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Η πλήρωση των θέσεων διέπεται από τις αρχές της ίσης ευκαιρίας συμμετοχής, της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της διαφάνειας και της δημοσιότητας.
Η πλήρωση των θέσεων γίνεται από τους ίδιους τους Ο.Τ.Α. και βάσει σαφώς καθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος και όπως ο νόμος ορίζει.
Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν κατ’ εξαίρεση διορισμό, χωρίς την τήρηση των διατάξεων της παρ. 3 του παρόντος, ισχύουν.
Άρθρο 19
Αρμόδιο όργανο
Η διαδικασία διενέργειας της πρόσληψης από ανεξάρτητη διοικητική αρχή ή σε σύμπραξη με αυτήν γίνεται κατά τις ειδικότερες προβλέψεις της σχετικής νομοθεσίας.
Κατά των πράξεων της ανεξάρτητης αρχής επιτρέπεται η άσκηση αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και από τον οικείο Ο.Τ.Α.
Άρθρο 20
Προκήρυξη πλήρωσης θέσεων
Κάθε διαδικασία διορισμού προϋποθέτει προηγούμενη προκήρυξη, η οποία δημοσιεύεται υποχρεωτικά σε ειδικό τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Για την εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής πληροφόρησης των υποψηφίων, περίληψη της προκήρυξης δημοσιεύεται δια του Τύπου και ανακοινώνεται με άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο για τις προσλήψεις, όπως εκάστοτε αυτός ισχύει.
Δεν επιτρέπεται η έκδοση προκήρυξης χωρίς προηγούμενη απόφαση του οικείου Συμβουλίου του Ο.Τ.Α., με την οποία προσδιορίζονται οι κενές προς πλήρωση οργανικές θέσεις κατά κατηγορία και κλάδο, καθώς και βεβαίωση ύπαρξης των σχετικών πιστώσεων.
Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν κατ’ εξαίρεση πλήρωση κενής θέσης χωρίς την πρόβλεψη σχετικής προκήρυξης εξακολουθούν να ισχύουν.
Άρθρο 21
Διαδικασία πλήρωσης θέσεων
Κενές ή κενούμενες οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού καλύπτονται με προσωπικό που προσλαμβάνεται χωρίς τη διαδικασία έγκρισης της ΠΥΣ 33/2006 (ΦΕΚ 280 Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει.
Η πρόσληψη του προσωπικού της παρ. 1 του παρόντος γίνεται από τους ίδιους τους Ο.Τ.Α. με τη διαδικασία και τα κριτήρια του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α΄), όπως ισχύει. Για την πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού εκδίδεται απόφαση του συμβουλίου του οικείου Ο.Τ.Α., με την οποία αποφασίζεται η πραγματοποίηση των προσλήψεων. Η απόφαση αυτή περιλαμβάνει τις συγκεκριμένες κενές οργανικές θέσεις, για τις οποίες προορίζεται το προσωπικό, τον αριθμό των προκηρυσσόμενων θέσεων κατά κατηγορία και κλάδο και τα απαιτούμενα προσόντα. Βάσει της αποφάσεως αυτής εκδίδεται προκήρυξη από το αρμόδιο όργανο. από έναν (1) Δημοτικό ή Κοινοτικό Σύμβουλο ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή του Συνδέσμου, ως Πρόεδρο, και δύο (2) προϊσταμένους Διευθύνσεων ή Τμημάτων του οικείου Ο.Τ.Α., ως μέλη, και εν ελλείψει αυτών, από άλλους μόνιμους υπαλλήλους του ιδίου Ο.Τ.Α. Σε περίπτωση που δεν επαρκούν οι υπάλληλοι του οικείου Ο.Τ.Α., ορίζονται υπάλληλοι από την οικεία Περιφέρεια. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας καθώς και τα αναπληρωματικά μέλη. Έργο της Επιτροπής είναι ο έλεγχος των δικαιολογητικών και η κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται αποζημίωση για τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα της Επιτροπής.
Η προκήρυξη δημοσιεύεται ολόκληρη στο προβλεπόμενο ειδικό τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και αναρτάται στο κατάστημα του οικείου φορέα. Για την ανάρτηση συντάσσεται πρακτικό. Μετά την παραπάνω δημοσίευση, περίληψη της προκήρυξης δημοσιεύεται σε μία τουλάχιστον τοπική εφημερίδα, εφόσον εκδίδεται, και σε δύο ημερήσιες της έδρας του νομού. Στην περίληψη αναφέρεται ο αριθμός των θέσεων που προκηρύσσονται κατά κατηγορία και κλάδο, τα απαιτούμενα προσόντα, ο αριθμός του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, που έχει δημοσιευθεί η προκήρυξη, η υπηρεσία στην οποία υποβάλλονται οι αιτήσεις και η προθεσμία υποβολής αιτήσεων, η οποία είναι εικοσαήμερη και αρχίζει από την επόμενη της τελευταίας δημοσίευσης της περίληψης στον τύπο. Η αίτηση συμμετοχής επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης. Η τελευταία δημοσίευση της περίληψης γίνεται μετά από δέκα (10) ημέρες τουλάχιστον από τη δημοσίευση της προκήρυξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το περιεχόμενο της περίληψης μεταδίδεται, όπου αυτό είναι δυνατόν και από ραδιοτηλεοπτικά μέσα.
Η προκήρυξη αποστέλλεται πριν τη δημοσίευση στο Α.Σ.Ε.Π., το οποίο οφείλει να την ελέγξει από άποψη νομιμότητας εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, από την περιέλευσή της σε αυτό. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών, τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π. Οι σχετικοί πίνακες κατάταξης των υποψηφίων αποστέλλονται στο Α.Σ.Ε.Π., το οποίο ασκεί έλεγχο αυτεπαγγέλτως ή μετά από ένσταση υποψηφίων. Μετά τον έλεγχο ο οικείος φορέας καταρτίζει τους οριστικούς πίνακες κατάταξης, καθώς και τους πίνακες διοριστέων, τους οποίους και αποστέλλει για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.). Η πρόσληψη όμως του προσωπικού μπορεί να γίνεται αμέσως μετά την κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων και πριν τον αυτεπάγγελτο ή κατ’ ένσταση έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. και θα διαρκέσει κατ’ ανώτατο όριο μέχρι την προηγούμενη της δημοσίευσης των ατομικών πράξεων διορισμού των περιλαμβανομένων στον πίνακα διοριστέων. Οι απολυόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται για την απασχόληση τους έως την ημέρα της απόλυσης χωρίς οποιαδήποτε αποζημίωση από την αιτία αυτή. Οι προσληφθέντες που περιλαμβάνονται και στον πίνακα διοριστέων συνεχίζουν να απασχολούνται μέχρι την προηγούμενη της ορκωμοσίας τους, που θα γίνει μετά τη δημοσίευση της πράξης διορισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πράξη διορισμού των περιλαμβανομένων στον πίνακα διοριστέων, οι οποίοι είχαν προσληφθεί με βάση τον πίνακα κατάταξης θα έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία της αρχικής κατά τα ανωτέρω πρόσληψής τους. Ο χρόνος που διανύουν οι ανωτέρω στους Ο.Τ.Α. μέχρι την ορκωμοσία τους θεωρείται πραγματική δημόσια υπηρεσία.
Άρθρο 22
Υποχρέωση διορισμού Οι περιλαμβανόμενοι στον πίνακα διοριστέων διορίζονται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δικαιολογητικών και το αργότερο μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από την έκδοση των πινάκων διοριστέων.
Άρθρο 23
Πράξη διορισμού − Δημοσίευση
Ο διορισμός − εάν δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος − ενεργείται με απόφαση: α. του Δημάρχου, προκειμένου περί δημοτικών υπαλλήλων, β. του προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου, προκειμένου περί κοινοτικών υπαλλήλων, γ. του Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος, του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και των Συνδέσμων, προκειμένου περί υπαλλήλων Ιδρυμάτων, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Συνδέσμων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Περίληψη της πράξης διορισμού δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με μέριμνα του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, πριν να κοινοποιηθεί στον διοριζόμενο.
Άρθρο 24
Κοινοποίηση διορισμού
Ο διορισμός κοινοποιείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες το αργότερο από τη δημοσίευσή του με έγγραφο του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου, το οποίο επιδίδεται στον διοριζόμενο ή αποστέλλεται στην κατοικία του με απόδειξη. Το έγγραφο της κοινοποίησης μνημονεύει απαραιτήτως το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύθηκε η πράξη διορισμού.
Με το έγγραφο τάσσεται εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις τριάντα (30) ημέρες προς ορκωμοσία του διοριζομένου και ανάληψη υπηρεσίας. Εάν παραλειφθεί ο καθορισμός προθεσμίας, θεωρείται ταχθείσα προθεσμία τριάντα (30) ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί έως δύο (2) μήνες, μόνο για μία φορά, για εξαιρετικούς λόγους.
Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παρ. 1, η πράξη διορισμού θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί την τριακοστή ημέρα από τη δημοσίευση, και από την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών προς ορκωμοσία του διοριζομένου και ανάληψη υπηρεσίας.
Άρθρο 25
Κατάρτιση υπαλληλικής σχέσης
Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του.
Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία.
Ο όρκος δίδεται ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη διορισμού ή του οργάνου που ορίζεται στο έγγραφο της κοινοποίησης. α. Ο όρκος έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». β. Ο όρκος των αλλοδαπών έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους της και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». γ. Όσοι δηλώνουν ότι δεν πρεσβεύουν καμία θρησκεία ή πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχουν, αντί όρκου, την ακόλουθη διαβεβαίωση: «Δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδηση μου, ότι θα φυλάττω πίστη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και ότι θα εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου».
Η ορκωμοσία βεβαιώνεται με πρωτόκολλο, που χρονολογείται και υπογράφεται από τον ορκιζόμενο και το όργανο ενώπιον του οποίου ορκίζεται. Η ανάληψη καθηκόντων πιστοποιείται με έκθεση, που υπογράφεται από τον προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας και τον υπάλληλο. Η έκθεση φέρει αριθμό πρωτοκόλλου της χρονολογίας ανάληψης καθηκόντων.
Αν αυτός που διορίσθηκε δεν γίνει δεκτός για ορκωμοσία κατά τη διαδικασία που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 24 του παρόντος, θεωρείται για όλες τις συνέπειες ότι ανέλαβε υπηρεσία μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της πράξεως διορισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και ο όρκος δίδεται ενώπιον του οικείου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. Σε περίπτωση άρνησης καταβολής των αποδοχών από τον εκπροσωπούντα τον οικείο Ο.Τ.Α., αυτές καταβάλλονται με εντολή του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας του οικείου οργανισμού ή του Προϊσταμένου της οικείας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α.
Αφετηρία υπολογισμού του χρόνου υπηρεσίας των υπαλλήλων αποτελεί η χρονολογία δημοσίευσης στο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της πράξεως διορισμού, με την προϋπόθεση ότι η ανάληψη υπηρεσίας γίνεται εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της πράξεως διορισμού, διαφορετικά η ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας.
Άρθρο 27
Ανάκληση διορισμού
Η πράξη διορισμού ανακαλείται υποχρεωτικά εάν ο διοριζόμενος δεν αποδέχθηκε το διορισμό ρητώς ή σιωπηρώς, ή δεν εκπλήρωσε άλλες νόμιμες πρόσθετες υποχρεώσεις πριν από την ανάληψη υπηρεσίας.
Η πράξη διορισμού, που έγινε κατά παράβαση νόμου, ανακαλείται εντός διετίας από τη δημοσίευσή της. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, η πράξη διορισμού ανακαλείται εάν αυτός που διορίσθηκε προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία, ή εάν ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση των άρθρων 12 και 16 του παρόντος Κώδικα.
Ο υπάλληλος του οποίου η πράξη διορισμού ανακλήθηκε κατά την προηγούμενη παράγραφο υπέχει τις ευθύνες των υπαλλήλων Ο.Τ.Α. για το χρόνο κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντα του, και οι πράξεις του είναι έγκυρες.
Οι διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος για απαγόρευση ανάκλησης της πράξης διορισμού μετά την πάροδο διετίας δεν εφαρμόζονται όταν η πράξη διορισμού ακυρώνεται δικαστικώς.
Άρθρο 28
Αναδιορισμός
Ο υπάλληλος που απολύθηκε, λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας, αναδιορίζεται μέσα σε μία (1) πενταετία από την απόλυση εφόσον: α. είχε τουλάχιστον τριετή ευδόκιμη υπηρεσία, β. υπέβαλε αίτηση αναδιορισμού μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την απόλυση, γ. έχει όλα τα τυπικά προσόντα, εκτός από την ηλικία, που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσης κατά το χρόνο του αναδιορισμού.
Ο υπάλληλος αναδιορίζεται μετά από γνωμοδότηση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής, με την οποία διαπιστώνεται ότι αποκαταστάθηκε η σωματική ή πνευματική του ικανότητα, σε βαθμό που του επιτρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του. Ο υπάλληλος παραπέμπεται στην Επιτροπή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναδιορισμού.
Για τον αναδιορισμό αποφασίζει το Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Ο υπάλληλος αναδιορίζεται με το βαθμό που έφερε κατά το χρόνο της απόλυσής του. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κατά το χρόνο του αναδιορισμού κενή θέση, συνιστάται προσωποπαγής θέση με την απόφαση αναδιορισμού. Ο αναδιοριζόμενος σε προσωποπαγή θέση καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενούται στον οικείο κλάδο και βαθμό.
Οι διατάξεις των άρθρων 23 έως και 27 του παρόντος που αναφέρονται στο διορισμό ισχύουν και για τον αναδιορισμό.
Άρθρο 29
Βαθμός διοριζόμενου
Ο διοριζόμενος εισέρχεται στην υπηρεσία με τον εισαγωγικό βαθμό που προβλέπεται στον οικείο κλάδο.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται ο διορισμός, σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, προσώπων τα οποία έχουν αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, εφόσον αυτό προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.
Άρθρο 30
Προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου
Το προσωπικό μητρώο συγκροτείται μετά το διορισμό του υπαλλήλου και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν την ατομική, οικογενειακή, περιουσιακή και υπηρεσιακή του κατάσταση, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.
Ειδικότερα, το προσωπικό μητρώο περιλαμβάνει: α. Τα στοιχεία της ταυτότητας του υπαλλήλου, τα στοιχεία συζύγου και των παιδιών του, καθώς και τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του άρθρου 37. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιούνται από τον υπάλληλο με υπεύθυνη δήλωση που υποβάλλει στην υπηρεσία του κατά το διορισμό του. Με τον ίδιο τρόπο δηλώνεται υποχρεωτικά κάθε ουσιώδης μεταβολή των στοιχείων αυτών. 01001432806070056 στηριότητα του υπαλλήλου, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι εκθέσεις αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων. δ. Κάθε άλλο στοιχείο που ο υπάλληλος καταθέτει ο ίδιος στην υπηρεσία του ζητώντας να συμπεριληφθεί στο προσωπικό του μητρώο, εφόσον σχετίζεται με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και είναι πρόσφορο για την αξιολόγησή του. Κάθε υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση του προσωπικού μητρώου του.
Η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται να τηρεί, να φυλάσσει και να ενημερώνει το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων. Η παράλειψη των υπόχρεων για εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου συνιστά το παράπτωμα της περίπτωσης στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 111 του παρόντος.
Το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου τίθεται υπόψη του υπηρεσιακού συμβουλίου, καθώς και κάθε άλλου οργάνου που είναι αρμόδιο για τη διενέργεια υπηρεσιακών κρίσεων.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται ο τρόπος τήρησης και ενημέρωσης του προσωπικού μητρώου, ο χρόνος περιοδικής καταστροφής των εκθέσεων αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων, η μετά από αίτηση του υπαλλήλου αφαίρεση στοιχείων, καθώς και η σχετική διαδικασία, όπως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ − ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ − ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ − ΚΩΛΥΜΑΤΑ − ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ Α. ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ − ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Άρθρο 31
Πίστη στο Σύνταγμα Ο υπάλληλος είναι εκτελεστής της θέλησης του Κράτους, υπηρετεί το Λαό και οφείλει πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία.
Άρθρο 32
Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών
Ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών.
Ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων του. Όταν όμως εκτελεί διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν από την εκτέλεση, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.
Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή. Όταν σε διαταγή, η οποία προδήλως αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος ή όταν, ύστερα από άρνηση υπακοής σε πρώτη διαταγή, που προδήλως αντίκειται σε τέτοιες διατάξεις, ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που εκθέτει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, ο υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει τη διαταγή και να αναφέρει συγχρόνως στην προϊσταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε. Αν η διαταγή προέρχεται από αιρετό μονοπρόσωπο όργανο, η αναφορά υποβάλλεται στον οικείο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας.
Αν ο υπάλληλος έχει αντίθετη γνώμη για εντελλόμενη ενέργεια, για την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή ή η θεώρησή του, οφείλει να τη διατυπώσει εγγράφως, για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Εάν παραλείπει την προσυπογραφή ή θεώρηση, θεωρείται ότι προσυπέγραψε ή θεώρησε.
Οι προϊστάμενοι όλων των βαθμίδων οφείλουν να προσυπογράφουν τα έγγραφα που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους και εκδίδονται με την υπογραφή του προϊσταμένου τους. Αν διαφωνούν, οφείλουν να διατυπώσουν εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις τους. Αν παραλείψουν να προσυπογράψουν το έγγραφο, θεωρείται ότι το προσυπέγραψαν.
Ο υπάλληλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη σύνταξη, με κάθε μέσο, εγγράφου για θέμα της αρμοδιότητας του, εφόσον διαταχθεί προς τούτο από οποιονδήποτε από τους προϊσταμένους του. Αν διαφωνεί με το περιεχόμενο του εγγράφου, εφαρμόζεται η παρ. 4 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 33
Εχεμύθεια
Ο υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύθεια σε κάθε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική, για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.
Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις που προβλέπεται δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγράφων. Μαρτυρία ή πραγματογνωμοσύνη για θέματα απόρρητα επιτρέπεται μόνο με άδεια του οικείου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας.
Άρθρο 34
Συμπεριφορά υπαλλήλου
Ο υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται εντός και εκτός της υπηρεσίας κατά τρόπο ευπρεπή, ώστε να καθίσταται άξιος της κοινής εμπιστοσύνης.
Ο υπάλληλος οφείλει κατά την άσκηση των καθηκόντων του να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια στους διοικούμενους και να τους εξυπηρετεί κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους.
Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται να ασκεί διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτικών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.
Άρθρο 35
Καθήκοντα υπαλλήλου
Ο υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου για τον οποίο προσλήφθηκε.
Σε περιπτώσεις επιτακτικής και επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, επιτρέπεται να ανατίθενται στον υπάλληλο συΦΕΚ 143 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3083 συναφείς με τον κλάδο ή τα καθήκοντά του ή για τις οποίες έχει την απαιτούμενη εμπειρία ή ειδίκευση.
Η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάθεση επιτρέπεται για χρονικό διάστημα έως δύο (2) μηνών με αιτιολογημένη απόφαση του αρμόδιου για διορισμό οργάνου. Παράταση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος έως έξι (6) μήνες ακόμη επιτρέπεται μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Άρθρο 36
Ώρες εργασίας και ημέρες αργίας
Ο υπάλληλος οφείλει να εργάζεται ανελλιπώς κατά τον καθορισμένο χρόνο και πέραν αυτού ή και σε μη εργάσιμες ημέρες, εφόσον εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες το απαιτούν. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται στον υπάλληλο αποζημίωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
Οι ημέρες εργασίας ορίζονται σε πέντε, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, χωρίς μείωση του κατά περίπτωση ισχύοντος ή εφαρμοζόμενου συνολικού αριθμού ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, επιφυλασσομένων των διατάξεων των επόμενων παραγράφων.
Με απόφαση του οικείου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, μετά από πρόταση των οικείων Δημοτικών και Κοινοτικών Συμβουλίων ή της οικείας διοίκησης των Δημοτικών και Κοινοτικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Ιδρυμάτων και Συνδέσμων Δήμων, Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων μπορεί οποτεδήποτε: α. να καθιερώνονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή πενθήμερης εργασίας κατά υπηρεσία, κλάδο και αριθμό υπαλλήλων, χρόνο ή περιοχή, εφόσον επιβάλλεται λόγω της ιδιοτυπίας των συνθηκών λειτουργίας ή του είδους και της μορφής της υπηρεσίας ή εργασίας, και β. να καθορίζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας για ορισμένες υπηρεσίες κλάδου, ή αριθμό υπαλλήλων από την Τρίτη μέχρι και το Σάββατο, εφόσον τούτο επιβάλλεται λόγω της φύσεως της λειτουργίας ή εργασίας τους, καθιερουμένης ως μη εργάσιμης ημέρας της Δευτέρας.
Οι κατά εβδομάδα ώρες εργασίας ορίζονται σε τριάντα επτά και μισή (37 ½).
Το καθημερινό ωράριο εργασίας ορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας.
Οι καθημερινές ώρες εργασίας είναι συνεχείς, μπορεί δε κατ’ εξαίρεση να ορίζονται διακεκομμένες με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, μετά από πρόταση των οικείων συμβουλίων ή διοικήσεων της παραγράφου 3 του παρόντος, κάθε φορά που αυτό επιβάλλεται λόγω ιδιοτυπίας των συνθηκών λειτουργίας ή του είδους και της μορφής της υπηρεσίας ή εργασίας. Επίσης μπορεί να καθιερωθεί το καθημερινό ωράριο εργασίας σε βάρδιες και κατά τις νυχτερινές ώρες, όταν αυτό επιβάλλεται από τις συνθήκες λειτουργίας ή το είδος και τη μορφή της υπηρεσίας ή εργασίας. Με την ίδια ως άνω διαδικασία και εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες λειτουργίας ή το είδος ή η μορφή της υπηρεσίας ή εργασίας, μπορεί να ορίζεται για όλο ή μέρος του προσωπικού ότι θα απασχολείται κατά τις Κυριακές και ημέρες αργίας.
Ειδικές διατάξεις, αναφερόμενες στον καθορισμό του κατά εβδομάδα ή κατά ημέρα χρόνου εργασίας κατηγοριών προσωπικού, εξακολουθούν να ισχύουν.
Σε πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, με απόφαση των οργάνων της παρ. 3, μπορεί να ορίζονται κατά υπηρεσία, κλάδο, ειδικότητα και αριθμό υπαλλήλων, χρόνο ή περιοχή οι περιπτώσεις απασχόλησης προσωπικού κατά το Σάββατο ή τη Δευτέρα, εφόσον αυτό επιβάλλεται λόγω της ιδιοτυπίας των συνθηκών λειτουργίας ή του είδους και της μορφής της υπηρεσίας ή εργασίας. Το κατά τα ανωτέρω απασχολούμενο το Σάββατο ή τη Δευτέρα προσωπικό, καθώς και η υποχρεωτικά παρεχόμενη σε αυτό αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης καθορίζονται με απόφαση των ανωτέρω οργάνων.
Κατά την ημέρα της ανάπαυσης, ο εργαζόμενος οφείλει να απασχοληθεί λόγω εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης, μη δυναμένης να αναβληθεί. Στην περίπτωση αυτή χορηγείται, ως ημέρα ανάπαυσης, άλλη εργάσιμη ημέρα εντός της προσεχούς εβδομάδας, καθοριζόμενη από την υπηρεσία. Κατά την ημέρα της ανάπαυσης δεν επιτρέπεται απασχόληση υπό μορφήν υπερωριακής ή άλλης μορφής πρόσθετης εργασίας, εκτός εάν πρόκειται για συμπλήρωση βάρδιας.
Το Σάββατο ή η Δευτέρα, κατά περίπτωση, δεν θεωρούνται ημέρες αργίας (εξαιρέσιμες) και δεν καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία προσαυξήσεις.
Ημέρες αργίας και ημιαργίας είναι αυτές των Δημοσίων Υπηρεσιών.
Άρθρο 37
Περιουσιακή κατάσταση
Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώσει εγγράφως, κατά το διορισμό του, την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου, του ή της συζύγου και των παιδιών του, εφόσον συνοικούν με αυτόν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη ουσιώδη μεταβολή της. Οι υπάλληλοι, εντός τριών (3) μηνών από την τέλεση γάμου, υποχρεούνται να δηλώσουν την περιουσιακή κατάσταση των συζύγων τους. Οποιαδήποτε αγορά κινητών σημαντικής αξίας ή ακινήτων, από τον υπάλληλο ή τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου, αιτιολογείται υποχρεωτικά με την υποβαλλόμενη δήλωση. Αν για την αγορά αυτή ο υπάλληλος επικαλείται οικονομική ενίσχυση προσώπων άλλων από τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο, οφείλει να δηλώσει και την περιουσιακή κατάσταση αυτών.
Κάθε δύο (2) χρόνια η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται να ζητεί από τους υπαλλήλους να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση για την ουσιώδη μεταβολή ή μη της περιουσιακής τους κατάστασης.
Αν η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου είναι δυσανάλογη προς τις αποδοχές και την εν γένει οικονομική του κατάσταση, η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ενεργήσει έρευνα για την προέλευση των πόρων του υπαλλήλου. Αν μετά την έρευνα αυτή προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υπάλληλος απέκτησε τους πόρους αυτούς κατά τρόπο που συνιστά ποινικό αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα, το αρμόδιο για διορισμό όργανο προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη αυτού.
Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης συντάσσεται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορισθούν δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να αναγράφο υποχρεωτικά αντικείμενο επεξεργασίας και διαβιβάζονται σε ηλεκτρονική μορφή στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων τηρεί ειδικό μητρώο υπόχρεων και μεριμνά για τη μηχανογραφική επεξεργασία των δηλώσεων και την κατοχύρωση του απόρρητου χαρακτήρα των στοιχείων που περιέχονται σε αυτές.
Ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, επιφυλασσομένων των διατάξεων της περίπτωσης ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 (ΦΕΚ 296 Α΄) και της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3491/2006 (ΦΕΚ 207 Α΄), διενεργείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου είτε μετά από καταγγελία, από υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.
Η υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, είναι ανεξάρτητη από την υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Β. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Άρθρο 38
Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή
Απαγορεύεται η άσκηση στους υπαλλήλους ιδιωτικού έργου ή εργασίας με αμοιβή.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση με αμοιβή έργου ή εργασίας που συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του, κατόπιν αποφάσεως του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, ύστερα από σύμφωνη γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου, η οποία μπορεί να ανακληθεί με τον ίδιο τρόπο. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία.
Απαγορεύεται στον υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.
Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ.
Άρθρο 39
Συμμετοχή σε εταιρείες
Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των Σωματείων και των Κοινωφελών Ιδρυμάτων.
Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιωρισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία, ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανωνύμου εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να μετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου. Η άδεια χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου.
Απαγορεύεται η απόκτηση από υπάλληλο, σύζυγο αυτού ή ανήλικα τέκνα του μετοχών ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο του Ο.Τ.Α. Ο υπάλληλος που κατά το διορισμό ο ίδιος, ο ή η σύζυγός του ή τα ανήλικα τέκνα του κατέχουν μετοχές ανωνύμων εταιρειών οι οποίες εμπίπτουν στην απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ή τις αποκτά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, λόγω κληρονομιάς, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του, και εντός ενός έτους είτε να τις μεταβιβάσει είτε να ζητήσει τη μετάταξή του σε άλλον Ο.Τ.Α. Η μετάταξη είναι υποχρεωτική και διενεργείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 74 του παρόντος. Κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξης του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα συμφέροντος του άρθρου 43 του παρόντος.
Διατηρούνται σε ισχύ ειδικές διατάξεις που αναφέρονται σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και θεσπίζουν πρόσθετους περιορισμούς για τους υπαλλήλους.
Επιτρέπεται η συμμετοχή υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότητα στη διοίκηση δημοτικών και κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων σε Συνεταιρισμούς ή στη Διοίκηση Ανωνύμων Εταιρειών ή Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης, οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, τους Ο.Τ.Α. και τις Δημόσιες Επιχειρήσεις, όταν τούτο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. Γ. ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ ΕΡΓΑ Ή ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
Άρθρο 40
Έργα ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα Απαγορεύεται στους υπαλλήλους η άσκηση έργων ασυμβίβαστων, κατά τις κείμενες διατάξεις, με το βουλευτικό αξίωμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 5 του προηγούμενου άρθρου.
Άρθρο 41
Δικηγορική ιδιότητα Η ιδιότητα του υπαλλήλου Ο.Τ.Α. είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του δικηγόρου, εκτός αν ειδικές διατάξεις ορίζουν διαφορετικά.
Άρθρο 42
Κατοχή δεύτερης θέσης
Απαγορεύεται ο διορισμός υπαλλήλου, με οποιαδήποτε σχέση, σε δεύτερη θέση: α. Δημοσίων Υπηρεσιών, β. Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, γ. Δήμων, Κοινοτήτων, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αυτών και Ιδρυμάτων και Συνδέσμων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων, δ. Δημοσίων Επιχειρήσεων, Δημοσίων Οργανισμών και Δημοτικών ή Κοινοτικών Επιχειρήσεων, ε. Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή που το κράτος κατέχει το 51% τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου και στ. Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκουν στα υπό στοιχεία β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ Νομικά Πρόσωπα ή επιχορηγούνται από αυτά τακτικώς, κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ή κατά τα οικεία καταστατικά ή που τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα κατέχουν το 51% τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου.
Υπάλληλος που κατά παράβαση των διατάξεων των παραπάνω παραγράφων διορίζεται σε δεύτερη θέση και αποδέχεται το διορισμό του, θεωρείται ότι παραιτείται αυτοδικαίως από την πρώτη θέση. Δ. ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Άρθρο 43
Κώλυμα συμφέροντος
Ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται, είτε ατομικώς είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου, να αναλαμβάνει την επίλυση ζητήματος ή να συμπράττει στην έκδοση πράξεων, εάν ο ίδιος ή σύζυγός του ή συγγενής του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό ή πρόσωπο με το οποίο τελεί σε σχέση ιδιαίτερης φιλίας ή έχθρας έχει πρόδηλο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης.
Η παράβαση της διάταξης της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί λόγο ακυρώσεως της σχετικής διοικητικής πράξης.
Υπάλληλοι που είναι σύζυγοι ή συγγενείς μεταξύ τους έως και τον τρίτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας δεν επιτρέπεται να είναι μέλη του ίδιου συλλογικού οργάνου.
Ο υπάλληλος υποχρεούται να ζητήσει την εξαίρεσή του από κάθε ενέργεια των παρ. 1 και 3 του παρόντος άρθρου, όταν ο ίδιος έχει κώλυμα. Σε αντίθετη περίπτωση υπέχει πειθαρχική ευθύνη. Ε. ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Άρθρο 44
Αστική ευθύνη
Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Ο.Τ.Α. στον οποίο υπηρετεί για κάθε θετική ζημιά την οποία προξένησε σε αυτόν από δόλο ή βαριά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε ο Ο.Τ.Α. σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαριά αμέλεια. Δεν θεωρείται ότι συντρέχει περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας όταν ο υπάλληλος εκτελεί αποφάσεις των οικείων συλλογικών οργάνων, οι οποίες έχουν κριθεί νόμιμες από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του. Ο υπάλληλος δεν θεωρείται υπόλογος κατά την έννοια του άρθρου 25 του π.δ. 774/1980 (ΦΕΚ 189 Α΄) όπως ισχύει, και σε βάρος του επιτρέπεται καταλογισμός μόνο για δόλο ή βαρεία αμέλεια.
Σε περίπτωση δόλου του υπαλλήλου, αυτός παραπέμπεται υποχρεωτικώς από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε περίπτωση βαριάς αμέλειας, αν ο υπάλληλος παραπεμφθεί, το Ελεγκτικό Συνέδριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει σε αυτόν μέρος μόνο της ζημιάς που επήλθε στον Ο.Τ.Α. ή της αποζημίωσης που ο τελευταίος υποχρεώθηκε να καταβάλει.
Αν περισσότεροι υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζημία στον Ο.Τ.Α., ευθύνονται εις ολόκληρον, κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου.
Η αξίωση του Ο.Τ.Α. για αποζημίωση κατά των υπαλλήλων του στις περιπτώσεις της παρ. 1 παραγράφεται σε πέντε (5) έτη. Στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, η πενταετία αρχίζει, αφότου έλαβε γνώση της ζημιάς, και στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου, αφότου ο Ο.Τ.Α. κατέβαλε την αποζημίωση.
Η αστική ευθύνη των υπολόγων διέπεται από τις ειδικές διατάξεις.
Ειδικές διατάξεις για την προσωπική αστική ευθύνη των υπαλλήλων έναντι των τρίτων διατηρούνται σε ισχύ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ Α. ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ − ΜΙΣΘΟΣ − ΑΠΟΔΟΧΕΣ − ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Άρθρο 45
Δοκιμαστική υπηρεσία − Μονιμοποίηση
Οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α. που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον οι θέσεις αυτές υπάρχουν.
Οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α. που διορίζονται σε οργανικές θέσεις διανύουν δύο (2) έτη δοκιμαστικής υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια της οποίας απολύονται για λόγους που ανάγονται στην υπηρεσία τους μόνο μετά από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Οι δόκιμοι υπάλληλοι, κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας τους, παρακολουθούν προγράμματα εισαγωγικής εκπαίδευσης που οργανώνονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 54 του παρόντος.
Με τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας οι υπάλληλοι μονιμοποιούνται αυτοδικαίως, με εξαίρεση τους υπαλλήλους σε βάρος των οποίων έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη ή έχει εκδοθεί πόρισμα επί ένορκης διοικητικής εξέτασης, καθώς και τους υπαλλήλους των οποίων τα ουσιαστικά προσόντα βαθμολογούνται στην έκθεση αξιολόγησης με βαθμό μικρότερο του πέντε. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις για τη μονιμοποίηση ή μη αποφαίνεται το υπηρεσιακό συμβούλιο εντός δύο (2) μηνών από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας. Για τη μονιμοποίηση ή μη εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για το διορισμό.
Κατά της αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου για την απόλυση δοκίμου υπαλλήλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και κατά της αποφάσεως περί μη μονιμοποίησής του σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου αυτού, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και της Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.) δεν διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία.
Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν δοκιμαστική υπηρεσία μεγαλύτερης διάρκειας εξακολουθούν να ισχύουν.
Άρθρο 46
Δικαίωμα − Αξίωση μισθού
Ο υπάλληλος έχει δικαίωμα σε μισθό. Ο μισθός καθορίζεται σε μηνιαία βάση και έχει σκοπό την αξιοπρεπή διαβίωση του υπαλλήλου.
Ο μισθός προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου.
Οι κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές των υπαλλήλων δεν μπορεί να είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης. ληλικής σχέσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας που προβλέπουν αποδοχές μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης.
Προκειμένου περί υπαλλήλου, ο οποίος επανέρχεται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας στα καθήκοντά του, η αξίωση για πλήρη μισθό αρχίζει από την επανάληψη των καθηκόντων του.
Άρθρο 47
Πότε δεν οφείλεται μισθός
Δεν οφείλεται μισθός όταν ο υπάλληλος, από υπαιτιότητά του, δεν παρέσχε υπηρεσία καθόλου ή εν μέρει.
Η ανάλογη περικοπή του μισθού στις περιπτώσεις της παρ. 1 ενεργείται με πράξη του αρμόδιου για την εκκαθάριση και πληρωμή των δαπανών οργάνου, το οποίο οφείλει να ενημερώσει ο προϊστάμενος της υπηρεσίας προσωπικού ή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος. Κατά της πράξεως αυτής, η οποία κοινοποιείται με απόδειξη στον υπάλληλο, επιτρέπεται προσφυγή στο υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση. Η άσκηση της προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφαίνεται οριστικώς.
Σε περίπτωση κινήσεως της διαδικασίας απολύσεως του υπαλλήλου λόγω ανίατης ασθένειας, καταβάλλεται ο μισθός ενέργειας ή διαθεσιμότητας έως τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, όχι όμως πέρα από έξι (6) μήνες από τη λήξη της αναρρωτικής άδειας ή της διαθεσιμότητας.
Άρθρο 48
Αποδοχές − Υπερωριακή εργασία − Επιδόματα
Ο μισθός, τα πάσης φύσεως επιδόματα και παροχές είναι τα εκάστοτε παρεχόμενα στους δημοσίους υπαλλήλους αντίστοιχων κατηγοριών και κλάδων.
Η καθιέρωση υπερωριακής εργασίας γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου, με τους όρους και τους περιορισμούς που ισχύουν κάθε φορά για τους δημοσίους υπαλλήλους και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 49 του παρόντος. Η ωριαία αμοιβή είναι ίση προς την εκάστοτε καταβαλλόμενη στους δημοσίους υπαλλήλους.
Η καθιέρωση εργασίας με αμοιβή πέρα από το κανονικό ωράριο ή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες ή τις νυκτερινές ώρες, κατά την κείμενη νομοθεσία, επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων εποχικών ή όλως απρόβλεπτων υπηρεσιακών αναγκών, καθώς και για την εξυπηρέτηση των αναγκών των υπηρεσιών που λειτουργούν σε 24ωρη βάση ή όλες τις ημέρες του μήνα.
Άρθρο 49
Αποζημίωση υπαλλήλων οι οποίοι εκτελούν πρόσθετη υπηρεσία
Υπάλληλοι των Δήμων και Κοινοτήτων οι οποίοι εκτός από τα καθήκοντα της θέσης τους και πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου εργασίας εκτελούν και την υπηρεσία των Ληξιαρχείων των Δήμων και των Κοινοτήτων ή την υπηρεσία των Κοινοτήτων, των Ιδρυμάτων, των Δημοτικών και Κοινοτικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Συνδέσμων Ο.Τ.Α., που στερούνται τακτικού προσωπικού του διοικητικού κλάδου, δικαιούνται αποζημίωση ανάλογη με τις ώρες απασχόλησής τους.
Ειδικά στις Κοινότητες στις οποίες η μοναδική θέση Γραμματέα είναι κενή, επιτρέπεται με απόφαση του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου, να ανατεθούν προσωρινά σε μόνιμο διοικητικό υπάλληλο παραπλήσιου Ο.Τ.Α. τα καθήκοντα του Γραμματέα της Κοινότητας. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να γίνει ανάθεση καθηκόντων, κατά τα ανωτέρω, επιτρέπεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Κοινοτικού Συμβουλίου, να ανατεθούν προσωρινά καθήκοντα σε δημόσιο υπάλληλο ή σε υπάλληλο Ν.Π.Δ.Δ.
Οι ώρες απασχόλησης κατά μήνα καθορίζονται ανάλογα με τον πληθυσμό του οικείου Ο.Τ.Α., κατά ανώτατο όριο μέχρι (50) πενήντα, με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ωριαία αμοιβή είναι ίση με εκείνη που καταβάλλεται στους δημοσίους υπαλλήλους.
Οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α., οι οποίοι τηρούν και συντάσσουν τα πρακτικά συνεδριάσεων του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ή Συμβουλίου Δημοτικού Διαμερίσματος ή Τοπικού Συμβουλίου, καθώς και των Συμβουλίων των Συνδέσμων, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ιδρυμάτων των Ο.Τ.Α., πέρα από το υποχρεωτικό ωράριο εργασίας τους, δικαιούνται αποζημίωση. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται το ανώτατο όριο των ωρών της απασχόλησης που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο της παραγράφου αυτής.
Η υπερωριακή απασχόληση που καθορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού είναι καθ’ υπέρβαση των λοιπών ωρών υπερωριακής απασχόλησης.
Για καθεμία από τις Υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο αυτό επιτρέπεται η απασχόληση ενός μόνο υπαλλήλου. Δεν επιτρέπεται να ανατίθενται στον ίδιο υπάλληλο περισσότερες της μίας υπηρεσίας.
Άρθρο 50
Αποζημίωση Εισπρακτόρων λόγω απασχόλησης εκτός έδρας ή γραφείου
Σε τακτικούς δημοτικούς και κοινοτικούς Εισπράκτορες και σε υπαλλήλους Ο.Τ.Α., που έχουν ορισθεί ως Εισπράκτορες με απόφαση του αρμόδιου για διορισμό οργάνου και μετακινούνται εκτός έδρας ή του γραφείου τους για εκτέλεση υπηρεσίας, αντί οδοιπορικών εξόδων και ημερήσιας εκτός έδρας αποζημίωσης καταβάλλεται αποζημίωση που καθορίζεται σε ποσοστό 2% μέχρι 4% για τα εκτός έδρας και 1 % για τα εκτός γραφείου επί των Δημοτικών και Κοινοτικών εσόδων που εισπράττονται με ειδικούς χρηματικούς καταλόγους.
Το ύψος του ποσοστού της αποζημίωσης καθορίζεται από το οικείο Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο. Για τους υπαλλήλους που απασχολούνται με την είσπραξη εσόδων σε περισσοτέρους Ο.Τ.Α., το ύψος του ποσοστού της αποζημίωσης καθορίζεται από τον προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ.
Η ετήσια αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη του 1/3 του ετήσιου βασικού μισθού του δικαιούχου. Δ.Ο.Υ. ή της Ειδικής Ταμειακής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου, στον οποίο φαίνεται το ύψος των εκτός έδρας ή γραφείου εισπράξεων. Ως έδρα θεωρείται αυτή του ταμείου ή του Δήμου όπου υπηρετούν.
Άρθρο 51
Όροι υγιεινής και ασφάλειας
Οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα στη διασφάλιση συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας στο χώρο εργασίας τους.
Για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας του χώρου εργασίας των υπαλλήλων και για τον έλεγχο τήρησης τους ισχύουν οι ειδικές διατάξεις. Β. ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Άρθρο 52
Ελευθερία της έκφρασης
Η ελευθερία της έκφρασης των πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, όπως και των επιστημονικών απόψεων και της υπηρεσιακής κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, αποτελεί δικαίωμα των υπαλλήλων και τελεί υπό την εγγύηση του Κράτους. Δεν επιτρέπονται διακρίσεις των υπαλλήλων λόγω των πεποιθήσεων ή των απόψεών τους ή της κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής.
Η συμμετοχή των υπαλλήλων στην πολιτική ζωή της Χώρας επιτρέπεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 53
Συνδικαλιστική ελευθερία και δικαίωμα απεργίας
Η συνδικαλιστική ελευθερία και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτήν δικαιωμάτων διασφαλίζονται στους υπαλλήλους.
Οι υπάλληλοι μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να γίνονται μέλη τους και να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα.
Η απεργία αποτελεί δικαίωμα των υπαλλήλων και ασκείται από τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις ως μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους και ως εκδήλωση αλληλεγγύης προς άλλους εργαζομένους για τους αυτούς σκοπούς. Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου που το ρυθμίζει.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν δικαίωμα να διαπραγματεύονται με τις αρμόδιες αρχές για τους όρους, την αμοιβή και τις συνθήκες εργασίας των μελών τους. Γ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
Άρθρο 54
Υπηρεσιακή εκπαίδευση
Η υπηρεσιακή εκπαίδευση είναι δικαίωμα του υπαλλήλου. Η εκπαίδευση γίνεται με τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα εισαγωγικής εκπαίδευσης, επιμόρφωσης, μετεκπαίδευσης και προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακής εκπαίδευσης. Τα προγράμματα εκτελούνται στην Ελλάδα, ιδίως στο πλαίσιο του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.), ή στο εξωτερικό, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν.
Η εισαγωγική εκπαίδευση είναι υποχρεωτική, τόσο για την υπηρεσία όσο και για τον υπάλληλο. Γίνεται κατά την πρώτη διετία από το διορισμό του υπαλλήλου και έχει ως σκοπό την εξοικείωση του υπαλλήλου με τα αντικείμενα της υπηρεσίας του και τα καθήκοντά του ως υπαλλήλου Ο.Τ.Α. γενικότερα. Οι αρμόδιες υπηρεσίες υποχρεούνται να φροντίζουν για την πρόβλεψη των αναγκαίων πιστώσεων στον οικείο προϋπολογισμό. Υπάλληλος δεν προάγεται στον επόμενο του εισαγωγικού βαθμό, εάν δεν έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την εισαγωγική εκπαίδευση. Ευθύς ως ο υπάλληλος ολοκληρώσει την εισαγωγική εκπαίδευση, η προαγωγή διενεργείται αναδρομικώς με όλες τις συνέπειες.
Η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να μεριμνά για την επιμόρφωση των υπαλλήλων της σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τον κλάδο, την ειδικότητα και το βαθμό τους. Η επιμόρφωση μπορεί να είναι γενική ή να έχει τη μορφή εξειδίκευσης σε αντικείμενα της υπηρεσίας του υπαλλήλου. Η συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα επιμόρφωσης μπορεί να ορίζεται και ως υποχρεωτική.
Η μετεκπαίδευση έχει ως σκοπό την απόκτηση από τον υπάλληλο των ειδικών γνώσεων που είναι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων του. Γίνεται σε φορείς δημόσιους ή ιδιωτικούς, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ιδίως σε Πανεπιστήμια, T.E.I, και στο Ε.Κ.Δ.Δ.Α. Η μετεκπαίδευση μπορεί να ορίζεται και ως υποχρεωτική.
Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται με τη συμμετοχή του υπαλλήλου σε προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που εκτελούνται σε αναγνωρισμένα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή του εξωτερικού είτε αυτοτελώς είτε σε σύμπραξη με T.E.I. Ως προγράμματα ή κύκλοι μεταπτυχιακών σπουδών νοούνται όσα καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την ανώτατη εκπαίδευση. Δ. ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ
Άρθρο 55
Δικαίωμα κανονικής άδειας
Οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α. δικαιούνται κανονική άδεια με αποδοχές, δύο (2) μήνες μετά το διορισμό τους. Η άδεια που δικαιούνται να λάβουν οι υπάλληλοι ορίζεται σε δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα υπηρεσίας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούνται με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής υπηρεσίας.
Οι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής υπηρεσίας, δικαιούνται κανονική άδεια απουσίας με αποδοχές, η διάρκεια της οποίας ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, αν ακολουθούν εβδομάδα πέντε (5) εργάσιμων ημερών, και σε είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες, αν ακολουθούν εβδομάδα έξι (6) εργασίμων ημερών. Ο χρόνος της κανονικής άδειας επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών, προκειμένου για πενθήμερη ή εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, αντίστοιχα.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης μπορεί να προσαυξάνεται έως τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες ο αριθμός των ημε
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται σε όσους έχουν κατά τις κείμενες διατάξεις διακοπές εργασίας. Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν, εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι ανάγκης, να λαμβάνουν κανονική άδεια με αποδοχές έως δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κατ’ έτος.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προσαυξάνεται η κανονική άδεια των υπαλλήλων που απασχολούνται σε επικίνδυνες και ανθυγιεινές εργασίες. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται οι προϋποθέσεις και ο αριθμός των ημερών προσαύξησης της κανονικής άδειας.
Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν δικαίωμα κανονικής άδειας μεγαλύτερης διάρκειας, για συγκεκριμένες κατηγορίες προσωπικού, εξακολουθούν να ισχύουν.
Άρθρο 56
Χορήγηση κανονικής άδειας
Δεκαπέντε (15) ημέρες από την κανονική άδεια χορηγούνται υποχρεωτικά, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, από τη 15η Μαΐου έως την 31η Οκτωβρίου. Σε υπηρεσίες που, κατά την περίοδο αυτή, βρίσκονται στην αιχμή της λειτουργίας τους ή λειτουργούν σε 24ωρη βάση χορηγούνται υποχρεωτικά τουλάχιστον δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την κανονική άδεια, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος. Όταν με αίτηση του υπαλλήλου ολόκληρη η άδεια χορηγείται εκτός από την περίοδο αυτή, προσαυξάνεται κατά πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. Η προσαύξηση αυτή δεν χορηγείται όταν ο υπάλληλος κάνει χρήση της κανονικής του άδειας κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και του Πάσχα.
Η υπηρεσία στην οποία ανήκει ο υπάλληλος χορηγεί υποχρεωτικά σε αυτόν, μέσα στο δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους, την κανονική άδεια που δικαιούται, και αν ακόμη δεν τη ζητήσει.
Επιτρέπεται να μη χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια προκειμένου να αντιμετωπισθούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας, ύστερα από απόφαση του αρμοδίου για τη χορήγηση οργάνου.
Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος. Ε. ΑΔΕΙΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ
Άρθρο 57
Δικαίωμα ειδικής άδειας
Οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα άδειας απουσίας με αποδοχές πέντε (5) εργασίμων ημερών σε περίπτωση γάμου και τριών (3) εργασίμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου τους ή συγγενούς τους έως και Β΄ βαθμού. Επίσης δικαιούνται, κατόπιν τεκμηριωμένης αιτήσεως ειδική άδεια με αποδοχές διάρκειας μίας (1) έως τριών (3) ημερών, κατά περίπτωση, για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος ή για τη συμμετοχή σε δίκη ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου. Στην περίπτωση συμμετοχής υπαλλήλου σε δίκη ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ο υπάλληλος υποχρεούται, μετά την επιστροφή του στην υπηρεσία από την ως άνω άδεια που έλαβε, να προσκομίσει βεβαίωση συμμετοχής στη δίκη από την αρμόδια γραμματεία του δικαστηρίου.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)