Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 146/2013

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2013-06-19
Τελευταία ενημέρωση 2013-06-14
State In force
Source ΦΕΚ
articles 36
Reform history JSON API
7.

Κατά τη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής με προφορική ακρόαση του προσφεύγοντος, η Αρχή καλεί τον τελευταίο ενώπιον της Επιτροπής. Ο προσφεύγων ενημερώνεται το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία εξέτασής του σε γλώσσα που κατανοεί για τον τόπο και την ημερομηνία εξέτασης της προσφυγής του, καθώς και για το δικαίωμά του, να παραστεί αυτοπροσώπως ή και με τον δικηγόρο ή άλλο σύμβουλό του ενώπιόν της, για να εκθέσει προφορικά, με τη βοήθεια κατάλληλου διερμηνέα, τα επιχειρήματά του και να δώσει τυχόν διευκρινίσεις. Η απουσία του προσφεύγοντος δεν κωλύει την εξέταση της προσφυγής.

8.

Η απόφαση επί της προσφυγής επιδίδεται στον αιτούντα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7.

9.

Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη έχει δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Προσφυγών.

Άρθρο 27

(Άρθρα 37 και 38 Οδηγίας) Ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας

1.

Όταν προκύπτουν νέα στοιχεία που συνιστούν λόγο επανεξέτασης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η Αποφαινόμενη Αρχή εξετάζει αν συντρέχει περίπτωση ανάκλησης του καθεστώτος αυτού βάσει των οικείων διατάξεων του π.δ. 96/2008 και λαμβάνεται σχετική απόφαση από τον Προϊστάμενο του κατά τόπο αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ειδικά αιτιολογημένη.

2.

Στις περιπτώσεις εφαρμογής της παρ. 1, ο ενδιαφερόμενος: α. ενημερώνεται εγγράφως από την αρμόδια αρχή εξέτασης τουλάχιστον δεκαπέντε εργάσιμες μέρες πριν την επανεξέταση της συνδρομής στο πρόσωπό του των αναγκαίων προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας, καθώς και για τους λόγους της επανεξέτασης αυτής. β. δικαιούται να προβάλλει στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης ή με γραπτή δήλωσή του στην αρμόδια αρχή εξέτασης, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να ανακληθεί το χορηγηθέν καθεστώς. Η διαδικασία συνέντευξης πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 17.

3.

Η Αποφαινόμενη Αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής: α. ενημερώνεται εγγράφως από το Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας και Τεκμηρίωσης όσον αφορά τη γενική πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής των ενδιαφερομένων προσώπων και β. δύναται, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να συλλέγει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση προκειμένου να επανεξεταστεί το καθεστώς. Οι πληροφορίες αυτές δεν λαμβάνονται από τους φορείς δίωξης κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να πληροφορούνται απευθείας ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πρόσφυγας, ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, του οποίου το καθεστώς είναι υπό επανεξέταση, ή να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του ενδιαφερόμενου και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτόν και η ελευθερία ή η ασφάλεια των μελών της οικογένειάς του που εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα καταγωγής.

4.

Η απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος επιδίδεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 7. Η απόφαση αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους και παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες άσκησης προσφυγής κατ’ αυτής ενώπιον της Αρχής Προσφυγών.

5.

Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 5 του άρθρου 10 και του άρθρου 14 εφαρμόζονται και στην ανάκληση του καθεστώτος.

6.

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, το καθεστώς του δικαιούχου διεθνούς προστασίας παύει αυτοδικαίως αν ο δικαιούχος παραιτηθεί ρητώς από αυτό, με έγγραφή δήλωσή του, η οποία υποβάλλεται αυτοπροσώπως στις αρμόδιες αρχές με τη διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 1.

Άρθρο 28

(Άρθρο 39 Οδηγίας) Ένδικα μέσα Οι αιτούντες διεθνή προστασία έχουν δικαίωμα άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3900/2010 και όπως ισχύει, κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Για τη δυνατότητα αυτή, για την προθεσμία καθώς και για το αρμόδιο δικαστήριο γίνεται ρητή αναφορά επί του σώματος της απόφασης.

Άρθρο 29

(Άρθρο 41 Οδηγίας) Υποχρέωση εχεμύθειας Το προσωπικό των αρμοδίων Υπηρεσιών που εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην εφαρμογή του παρόντος υποχρεούται να τηρεί εχεμύθεια για όλα τα στοιχεία και προσωπικά δεδομένα που περιέρχονται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ’ ευκαιρία αυτών.

Άρθρο 30

(Άρθρο 42 Οδηγίας) Υποβολή Εκθέσεων Η Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου αποστέλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση της έκθεσης, σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος.

ΜΕΡΟΣ Β΄

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ π.δ. 131/2006, 80/2006.

Άρθρο 31

Τροποποίηση π.δ. 131/2006

1.

Η παρ. 7 του άρθρου 2 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223) αντικαθίσταται ως εξής: «7. Αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης αίτησης οικογενειακής επανένωσης πρόσφυγα» είναι τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου καθώς και τα αυτοτελή κλιμάκια των Περιφερειακών Γραφείων Ασύλου».

2.

Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 3 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223) αντικαθίσταται ως εξής: «Κατά των αποφάσεων που αφορούν οικογενειακή επανένωση προσφύγων, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του προϊσταμένου του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της».

3.

α. Η παρ. 4 του άρθρου 14 του π.δ. 131/2006, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223), αντικαθίσταται ως ακολούθως: «4. Οι Προϊστάμενοι των αρμοδίων αρχών της παρ. 1 αναθέτουν σε υπάλληλο της Υπηρεσίας τους (χειριστή) τον έλεγχο των δικαιολογητικών και την υποβολή σχετικής με την αίτηση οικογενειακής επανένωσης του πρόσφυγα εισήγησης. Για τη διακρίβωση της ύπαρξης ή τα μέλη της οικογένειάς του σε συνέντευξη και να ενεργούν οιαδήποτε άλλη σχετική έρευνα κρίνεται αναγκαία». β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223), αντικαθίσταται ως εξής: «5. Ο χειριστής της αρμόδιας αρχής παραλαβής και εξέτασης αίτησης οικογενειακής επανένωσης πρόσφυγα αποφαίνεται επί της αιτήσεως οικογενειακής επανένωσης και κοινοποιεί την απόφαση στον ενδιαφερόμενο εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης».

4.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του π.δ. 131/2006 (Α΄ 143), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 167/2008 (Α΄ 223) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η αρμόδια αρχή παραλαβής και εξέτασης της αίτησης οικογενειακής επανένωσης πρόσφυγα διαβιβάζει την απόφαση για την οικογενειακή επανένωση, μέσω της Υπηρεσίας Διεκπεραίωσης του Υπουργείου Εξωτερικών, στην οικεία ελληνική προξενική αρχή, η οποία χορηγεί την απαιτούμενη θεώρηση εισόδου με την επιφύλαξη των διατάξεων περί απαγόρευσης εισόδου του άρθρου 8 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212)».

Άρθρο 32

Τροποποίηση του π.δ. 80/2006

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 80/2006 (Α΄ 82), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Στους δικαιούχους προσωρινής προστασίας και για όσο διάστημα τελούν στην κατάσταση αυτή, χορηγείται ατελώς άδεια διαμονής. Η άδεια αυτή εκδίδεται από το κατά τόπο αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου ή αυτοτελές Κλιμάκιο του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου».

2.

Το άρθρο 9 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 9 Ενημέρωση Στους δικαιούχους προσωρινής προστασίας, με μέριμνα του Τμήματος Συντονισμού της Κεντρικής Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, παρέχεται έγγραφη ενημέρωση σε γλώσσα κατανοητή από αυτούς σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, κατά το χρόνο που τελούν στην κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις περί προσωρινής προστασίας».

3.

Η παρ. 2 του άρθρου 15 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Στις περιπτώσεις όπου τα χωρισμένα μέλη της οικογένειας του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου απολαμβάνουν προσωρινής προστασίας σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., το Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας και Τεκμηρίωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας Ασύλου προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες προς την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους για την επίτευξη της οικογενειακής ενότητας των ατόμων αυτών με τα διαμένοντα στην Ελλάδα, αφού ληφθεί υπόψη η επιθυμία των ως άνω μελών της οικογένειας».

4.

Η παρ. 2 του άρθρου 21 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής: «2. Σε περίπτωση, που μετά την άσκηση δικαιώματος για εκούσιο επαναπατρισμό ατόμων που είχαν τύχει προσωρινής προστασίας στην Ελλάδα, υποβληθεί αίτημα επανεισόδου αυτών, το εν λόγω αίτημα γίνεται δεκτό με απόφαση του Προϊσταμένου του οικείου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου, εφόσον τούτο επιβάλλεται από τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής και η προσωρινή προστασία δεν έχει λήξει».

5.

Η παρ. 1 του άρθρου 26 του π.δ. 80/2006, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας και Τεκμηρίωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας Ασύλου, ορίζεται ως εθνικό σημείο επαφής για την διοικητική συνεργασία με τις αντίστοιχες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ε.Ε. στα θέματα εφαρμογής της προσωρινής προστασίας. Επίσης, λαμβάνει, σε συνεννόηση με την Επιτροπή, όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η συνεργασία αυτή να είναι άμεση και αποτελεσματική».

6.

Το άρθρο 28 του π.δ. 80/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 28 Αποφάσεις − Μέτρα Αποκλεισμού – Προσφυγές

1.

Εφόσον υπάρχουν στοιχεία που θεμελιώνουν ρήτρα αποκλεισμού από την προσωρινή προστασία προσώπων που έχουν εισέλθει στη χώρα και διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας, εκδίδεται από τον Προϊστάμενο του κατά τόπον αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου απόφαση επιστροφής. Στην απόφαση αυτή περιλαμβάνεται και η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων αποκλεισμού του ατόμου από την προσωρινή προστασία. Για τη λήψη της απόφασης εκτιμώνται τα στοιχεία που κατέχει η υπηρεσία, αυτά που προσκομίζονται από τον ενδιαφερόμενο καθώς και οι τυχόν αντιρρήσεις του.

2.

α. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την επίδοσή της στην Αρχή Προσφυγών. Η προσφυγή ανατίθεται από τον Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών σε εμπειρογνώμονα−εισηγητή για τη σύνταξη σχετικής εισήγησης και εισάγεται στην Επιτροπή Προσφυγών, η οποία αποφαίνεται εντός δέκα (10) ημερών. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής αναστέλλουν την εκτέλεση της αρχικής απόφασης. β. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μετά την άσκηση της ανωτέρω διοικητικής προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει αίτηση ακύρωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274).

3.

Δεν επιτρέπεται η είσοδος στην Ελλάδα σε πρόσωπα σε βάρος των οποίων υπάρχει ρήτρα αποκλεισμού και έχει εκδοθεί σχετική τελεσίδικη απόφαση από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου ή την Αρχή Προσφυγών».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΤΕΛΙΚΕΣ − ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 33

Τελικές διατάξεις Στην περίπτωση που αίτηση διεθνούς προστασίας αλλοδαπού ή ανιθαγενή έχει απορριφθεί τελεσίδικα χουν οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, παραπέμπουν την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 3386/2005, ως ισχύει, οι οποίες αποφασίζουν σχετικά με τη χορήγηση της εν λόγω άδειας. Στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες Αρχές Απόφασης χορηγούν σχετική βεβαίωση στον ενδιαφερόμενο.

Άρθρο 34

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί πριν από την 7η Ιουνίου 2013 εξετάζονται από τις αρχές και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο π.δ. 114/2010, όπως τροποποιείται με το επόμενο άρθρο. Αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του Μέρους Α΄ του παρόντος χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί προγενέστερης αίτησης που εκκρεμεί ενώπιον των αρμόδιων αρχών του π.δ. 114/2010 θεωρούνται συμπληρωματικό στοιχείο της αρχικής αίτησης και εξετάζονται από τις αρχές και με τη διαδικασία του π.δ. 114/2010. Μεταγενέστερες αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την 7η Ιουνίου 2013, εξετάζονται από τις αρχές που προβλέπονται στο Μέρος Α΄ του παρόντος και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο Μέρος αυτό διαδικασία.

2.

Αιτήσεις ανανέωσης άδειας διαμονής, έκδοσης άλλων νομιμοποιητικών ή ταξιδιωτικών εγγράφων, διατήρησης της οικογενειακής ενότητας, και οικογενειακής επανένωσης δικαιούχων διεθνούς προστασίας, των οποίων το καθεστώς αναγνωρίστηκε από τις αρχές που προβλέπονται στο π.δ. 114/2010 εξετάζονται και διεκπεραιώνονται από τις αρχές αυτές.

3.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας παραδίδουν αμελλητί στις αρμόδιες αρχές απόφασης του Μέρους Α΄ τους φακέλους των αιτούντων που υποβάλλουν μεταγενέστερες αιτήσεις σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1.

Άρθρο 35

Τροποποίηση του π.δ. 114/2010

1.

α. Η περίπτωση β΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 (A΄ 195) αντικαθίσταται ως εξής: «β. «Αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή την χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Η αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να περιλαμβάνει και τα μέλη της οικογενείας του αιτούντος που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια». β. Η περίπτωση δ΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «δ. «Αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητεί άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητεί να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/ 2008 (Α΄ 152) και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Επίσης, αιτών διεθνή προστασία θεωρείται και ο αλλοδαπός, ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (L 050/25.02.2003), ή σε άλλο κράτος που δεσμεύεται από και εφαρμόζει τον ως άνω Κανονισμό, και μεταφέρεται στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του ως άνω κανονισμού». γ. Η περίπτωση ι΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «ι. «Ασυνόδευτος ανήλικος» είναι το πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών, το οποίο φθάνει στην Ελλάδα, χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο υπεύθυνο για τη φροντίδα του, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία ή πρακτική και για όσο χρόνο κανένας ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του, ή ο ανήλικος που εγκαταλείπεται ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στην Ελλάδα». δ. Στην περίπτωση ιδ΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Κατ’ εξαίρεση αρμόδια αρχή παραλαβής αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από ασυνόδευτους ανήλικους που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας και κρατούμενους σε σωφρονιστικά ιδρύματα είναι οι πλησιέστερες Υποδιευθύνσεις ή Τμήματα Ασφαλείας στον τόπο διαμονής ή κράτησης. Η παραλαβή της αίτησης γίνεται άμεσα από τη μεταφορά του αιτούντα στον τόπο διαμονής ή κράτησης.». ε. Η περίπτωση ιθ΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «ιθ. «Αποφαινόμενη Αρχή» είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη που αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί των αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας. Στις περιπτώσεις των άρθρων 17 παράγραφος 4 και 18, Αποφαινόμενη Αρχή είναι ο Διευθυντής της αρμόδιας αρχής εξέτασης». στ. Η περίπτωση κα΄ του άρθρου 2 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «κα. «Μεταγενέστερη αίτηση» είναι η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά από τελεσίδικη απορριπτική απόφαση. Ως μεταγενέστερη αίτηση λογίζεται και κάθε νέα αίτηση διεθνούς προστασίας μετά από παραίτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 1». ζ. Στο άρθρο 2 του π.δ. 114/2010 προστίθεται περίπτωση κστ΄ ως εξής: «κστ. «Αιτούντες που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες» είναι οι αιτούντες που ανήκουν στις κατηγορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7)».

2.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το παρόν εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων, προστασίας. Όλες οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας εξετάζονται καταρχάς ως αιτήσεις ασύλου και, εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια της Σύμβασης της Γενεύης ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα, εξετάζονται με βάση τα κριτήρια του καθεστώτος επικουρικής προστασίας».

3.

Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 4 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος και των μελών της οικογένειάς του. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ενήλικα μέλη πρέπει να συναινούν εγγράφως στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους ή σε αντίθετη περίπτωση να έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν οι ίδιοι την αίτησή τους. Η συναίνεση ζητείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή το αργότερο κατά την προσωπική συνέντευξη με το εν λόγω μέλος. Αιτών που αποκτά τέκνο μετά την είσοδό του στη χώρα δύναται να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εξ ονόματος του τέκνου, η οποία υποχρεωτικά συνοδεύεται από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου. Η αίτηση αυτή συνενώνεται με την αίτηση διεθνούς προστασίας του αιτούντος γονέα σε όποιο στάδιο και βαθμό της διαδικασίας βρίσκεται αυτή.

3.

Ο ασυνόδευτος, ή μη, ανήλικος άνω των 14 ετών δύναται να υποβάλει ο ίδιος αίτηση.

4.

Ο ασυνόδευτος ανήλικος, κάτω των 14 ετών, υποβάλλει αίτηση δι’ εκπροσώπου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12».

5.

Αν η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβληθεί σε μη αρμόδια αρχή, αυτή υποχρεούται να ειδοποιήσει αμέσως την αρμόδια αρχή παραλαβής με τον προσφορότερο τρόπο και να παραπέμψει σε αυτήν τον αιτούντα. Η Κεντρική Αρχή μεριμνά για την ενημέρωση των αρχών στις οποίες είναι πιθανόν να απευθυνθεί όποιος επιθυμεί να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, σχετικά με τις αρμόδιες υπηρεσίες και τη διαδικασία υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου».

4.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (Α΄ 127), είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα με την εξαίρεση της χώρας καταγωγής του αιτούντος ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η παράδοση ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε έμμεση ή άμεση επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/2008. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησής του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος».

5.

Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Μεριμνά, ώστε το προσωπικό που εξετάζει και αποφασίζει για τις αιτήσεις ή εισηγείται για τη λήψη αποφάσεων, να γνωρίζει τη νομοθεσία και τη νομολογία περί διεθνούς προστασίας. Προς τούτο, οργανώνει την εκπαίδευση και φροντίζει για τη συνεχή επιμόρφωση του προσωπικού. Επίσης διοργανώνει σεμινάρια εκπαίδευσης αυτοτελώς καθώς επίσης και σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Στήριξης για το Άσυλο. Μπορεί επίσης να διοργανώνει σεμινάρια κατάρτισης με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές παραλαβής, εξέτασης και απόφασης τις διαθέσιμες από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες οδηγίες και ενημερωτικά δελτία σε θέματα διεθνούς προστασίας».

6.

α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι αποφάσεις επί της αίτησης διεθνούς προστασίας συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων μεταφοράς βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 επιδίδονται στον αιτούντα με μέριμνα των αρμοδίων αρχών παραλαβής ή εξέτασης. Η επίδοση πραγματοποιείται το ταχύτερο δυνατό μετά την έκδοση της απόφασης και αφού ειδοποιηθεί ο αιτών, με κάποιον από τους παρακάτω αποκλειστικά αναφερόμενους τρόπους επικοινωνίας, προκειμένου να προσέλθει για την παραλαβή της απόφασης σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ειδοποίηση πραγματοποιείται, με βάση τα δηλωθέντα υπευθύνως από τον ίδιο πλέον πρόσφατα στοιχεία επικοινωνίας, με επιστολή, τηλεγράφημα, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεφώνημα. Για την πράξη αυτή γίνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο σχετική μνεία στον φάκελο του αιτούντος ή σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και ώρα διενέργειας της πράξης, το όνομα και υπογραφή του υπαλλήλου που προέβη στην ειδοποίηση και το είδος της πράξης στην οποία προέβη. Εάν ο αιτών είναι κρατούμενος, η απόφαση παραδίδεται στον προϊστάμενο του οικείου καταστήματος κράτησης ο οποίος μεριμνά για την άμεση επίδοση στον κρατούμενο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή εξέτασης. β. Στο άρθρο 7 του π.δ. 114/2010 προστίθενται παράγραφοι 2 και 3 ως εξής: «2. Εάν ο αιτών δεν ανταποκριθεί ή δεν καταστεί δυνατόν να ανευρεθεί με τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η επίδοση διενεργείται το αργότερο κατά την προσέλευση του αιτούντος για ανανέωση του ειδικού δελτίου από τις αρμόδιες αρχές. Εάν ο αιτών δεν εμφανισθεί το αργότερο κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του δελτίου, η επίδοση θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί κατά την ημέρα αυτή. Σε κάθε περίπτωση, συντάσσεται σχετική βεβαίωση που τίθεται εντός του ατομικού φακέλου του αιτούντα.

3.

Όταν η επίδοση διενεργείται παρουσία του αιτούντος, ο αιτών ενημερώνεται από διερμηνέα σε γλώσσα που κατανοεί, μνεία δε του γεγονότος αυτού γίνεται στη σχετική έκθεση επίδοσης. Όταν η επίδοση διενεργείται με άλλο τρόπο επισυνάπτεται και έντυπο σε γλώσσα που κατανοεί ο αιτών που εξηγεί το περιεχόμενο του εγγράφου, τις συνέπειές του για τον ίδιο και τις ενέργειες στις οποίες δύναται να προβεί». γ. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 7 του π.δ. 114/ 2010 αναριθμούνται σε 4 και 5 αντίστοιχα. δ. Στο άρθρο 7 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Προσκλήσεις του αιτούντος από την αρμόδια αρχή εξέτασης στη συνέντευξη που αναφέρεται στο άρθρο 10 και από την Επιτροπή Προσφυγών κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 26 πραγματοποιού εξασφαλίζει ότι ο αιτών έλαβε γνώση της πρόσκλησης. Δεν απαιτείται πρόσκληση, εφόσον στον αιτούντα έχει οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία συνέντευξης ή αυτοπρόσωπης παράστασης σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και του έχει εξηγηθεί η σημασία και το περιεχόμενο των διαδικασιών αυτών. Κάθε άλλη πρόσκληση ή κλήση του αιτούντος πραγματοποιείται με τα μέσα που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1. Για κάθε μη ρυθμιζόμενο θέμα από την παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2 του άρθρου 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999, ΦΕΚ Α΄ 45).»

7.

α. Οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «β. Τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα για να υποβάλουν την αίτησή τους και να εκθέσουν την υπόθεσή τους στις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης και για τη διεξαγωγή της συνέντευξης ή προφορικής ακρόασης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η αναγκαία επικοινωνία χωρίς αυτόν. Η δαπάνη της διερμηνείας βαρύνει το Δημόσιο. Η παροχή υπηρεσιών διερμηνείας όπου αυτή απαιτείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας δύναται να παρέχεται και εξ αποστάσεως με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων επικοινωνίας, σε περίπτωση που η φυσική παρουσία διερμηνέα δεν είναι πρόσφορη. γ. Επιτρέπεται η επικοινωνία τους με την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή με κάθε άλλη οργάνωση που παρέχει νομική, ιατρική και ψυχολογική συνδρομή». β. Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής:. «3. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, οι αρμόδιες κατά το νόμο αρχές αναγνωρίζουν και θεωρούν το γνήσιο της υπογραφής αιτούντων με την επίδειξη του δελτίου. Στις περιπτώσεις κράτησης, παραμονής σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής ή κατά τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 24, οι αρμόδιες κατά τον νόμο αρχές αναγνωρίζουν και βεβαιώνουν την υπογραφή των αλλοδαπών βάσει των στοιχείων που έχουν δηλώσει». γ. Η παράγραφος 4 του άρθρου 8 του π.δ. 114/2010 καταργείται.

8.

Οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «α. Παρουσιάζονται ενώπιον των αρμοδίων αρχών αυτοπροσώπως χωρίς καθυστέρηση ή στον καθοριζόμενο από τις οικείες διατάξεις χρόνο για να υποβάλλουν τα αιτήματά τους. Αίτηση διεθνούς προστασίας, παραίτηση από αυτήν, προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης, μεταγενέστερη αίτηση και αίτηση για ανανέωση του δελτίου αιτούντος διεθνή προστασία υποβάλλονται αυτοπροσώπως, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, όπως σοβαρή ασθένεια, σοβαρή σωματική αναπηρία ή κράτηση, οι οποίοι θα πρέπει να αποδεικνύονται με ανάλογο πιστοποιητικό ή βεβαίωση δημόσιας υπηρεσίας. Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις ανωτέρας βίας η αίτηση περιλαμβάνει δήλωση του αιτούντος ότι γνωρίζει τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου. Σε κάθε περίπτωση, η εκκίνηση της διαδικασίας εξέτασης μιας αίτησης διεθνούς προστασίας τελεί υπό την προϋπόθεση της διαπίστωσης της συνδρομής των ως άνω λόγων, καθώς και της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αιτούντος ενώπιον των αρμοδίων αρχών παραλαβής. β. Παραδίδουν το ταξιδιωτικό έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο έχουν στην κατοχή τους και σχετίζεται με την εξέταση της αίτησης και των στοιχείων που πιστοποιούν την ταυτότητα των ιδίων και των μελών της οικογένειάς τους, τη χώρα προέλευσης και τον τόπο καταγωγής τους, καθώς και την οικογενειακή τους κατάσταση. Η αναγνώριση της ιδιότητας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας δεν προϋποθέτει απαραιτήτως την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων. Στις περιπτώσεις που παραδοθούν τα ανωτέρω έγγραφα συντάσσεται πρακτικό παράδοσης−παραλαβής, αντίγραφο του οποίου χορηγείται στον αιτούντα».

9.

α Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Πριν τη λήψη απόφασης από την Αποφαινόμενη Αρχή, διενεργείται προσωπική συνέντευξη του αιτούντος, ο οποίος καλείται με πρόσκληση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7, από βαθμοφόρο της αρμόδιας αρχής εξέτασης ο οποίος ορίζεται για το σκοπό αυτό. Ο βαθμοφόρος εισηγείται σχετικά στην Αποφαινόμενη Αρχή, αφού πρώτα συντάξει πρακτικό. Η συνέντευξη διενεργείται με τη συνδρομή διερμηνέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 1 περίπτ. β΄, ικανού να εξασφαλίσει την αναγκαία επικοινωνία, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να επιβεβαιώσει όσα αναφέρει στην αίτησή του και να δώσει εξηγήσεις, ιδίως σε ό, τι αφορά την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, προηγούμενες αιτήσεις διεθνούς προστασίας, τα δρομολόγια που ακολούθησε για να εισέλθει στο ελληνικό έδαφος, τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ή προηγούμενης συνήθους διαμονής του, όταν πρόκειται για ανιθαγενή, ζητώντας προστασία καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Πριν από τη συνέντευξη χορηγείται στον αιτούντα, εφόσον το επιθυμεί, εύλογος χρόνος προκειμένου να προετοιμασθεί κατάλληλα και να συμβουλευθεί νομικό ή άλλο σύμβουλο για να τον επικουρεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ο εύλογος χρόνος καθορίζεται από την αρμόδια αρχή εξέτασης και δεν δύναται, περιλαμβανομένων και των τυχόν παρατάσεων, να υπερβεί τις δέκα (10) ημέρες ή τις τρεις (3) ημέρες όταν πραγματοποιείται συνέντευξη βάσει του άρθρου 24 ή όταν αφορά αιτούντα που κρατείται. Κατά την διάρκεια της συνέντευξης δύναται να παρίσταται, εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή συνεργαζόμενης με αυτή οργάνωσης, με δυνατότητα πρότασης ερωτήσεων στον αρμόδιο βαθμοφόρο, καθώς και ο νομικός ή άλλος σύμβουλος του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ενημερώνεται εγκαίρως αναφορικά με το πρόγραμμα συνεντεύξεων και τα στοιχεία ταυτότητας των αιτούντων. Όταν η συνέντευξη αφορά γυναίκα, λαμβάνεται ειδική μέριμνα, ώστε να διεξάγεται από ειδικευμένη γυναίκα υπάλληλο, παρουσία γυναίκας διερμηνέα. Σε περίπτωση που τούτο δεν καθίσταται δυνατό, γίνεται ξεχωριστή προσωπική συνέντευξη. Για τους ανήλικους, διεξάγεται προσωπική συνέντευξη λαμβανομένης υπόψη της ωριμότητάς τους και των ψυχολογικών συνεπειών των τραυματικών βιωμάτων τους». β. Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 10 του π.δ. 114/ 2010 αντικαθίστανται ως εξής: «5. Η παράλειψη προσωπικής συνέντευξης κατά τις προηγούμενες παραγράφους δεν επιδρά δυσμενώς στην απόφαση της Αποφαινόμενης Αρχής, ούτε εμποδίζει την Αποφαινόμενη Αρχή να λαμβάνει απόφαση επί της αίτησης. Σε περίπτωση παράλειψης της συνέντευξης, η Αποφαινόμενη Αρχή στην απόφασή της περιλαμβάνει αιτιολογία αυτής της παράλειψης. γ. Οι παράγραφοι 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 του άρθρου 10 του π.δ. 114/2010 αναριθμούνται σε παραγράφους 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 αντίστοιχα.

10.

Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 του άρθρου 11 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Οι αιτούντες έχουν δικαίωμα να συμβουλεύονται με δαπάνη τους δικηγόρο ή άλλο σύμβουλο σε θέματα σχετικά με την αίτησή τους. Εφόσον ειδικές διατάξεις δεν ορίζουν διαφορετικά για συγκεκριμένες πράξεις, η εξουσιοδότηση αιτούντων προς δικηγόρο για την εκπροσώπησή τους ενώπιον των αρχών του παρόντος μπορεί να πραγματοποιηθεί και με απλό ιδιωτικό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής. Η εξουσιοδότηση αιτούντων προς άλλα πρόσωπα απαιτεί θεώρηση του γνησίου της υπογραφής». «3. Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν αιτούντες έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες του φακέλου τους, εφόσον αυτές σχετίζονται με την εξέταση της αίτησης. Άλλοι σύμβουλοι που παρέχουν συνδρομή σε αιτούντες έχουν πρόσβαση σε στοιχεία του φακέλου τους εφόσον αυτά σχετίζονται με την παρεχόμενη συνδρομή. Η Αποφαινόμενη Αρχή δύναται, μετά από αιτιολογημένη πράξη της, να απαγορεύει τη γνωστοποίηση πληροφοριών ή της πηγής αυτών, εφόσον κρίνει ότι η αποκάλυψη αυτών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις της χώρας ή την ασφάλεια ή την επιβαλλόμενη μυστικότητα της δράσης υπηρεσιών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες. Η πρόσβαση στις εν λόγω απόρρητες πληροφορίες ή πηγές είναι δυνατή, σε κάθε περίπτωση, από το δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο για την εξέταση των προβλεπομένων στο άρθρο 29 αιτήσεων ακυρώσεως.

4.

Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν και οι σύμβουλοι που παρέχουν συνδρομή σε αιτούντες έχουν πρόσβαση σε Περιφερειακές Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής υπό τους ειδικούς όρους του Γενικού Κανονισμού λειτουργίας της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής. Επίσης έχουν πρόσβαση σε χώρους κράτησης και ζώνες διέλευσης, για να επικοινωνούν με τους αιτούντες, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Η δυνατότητα πρόσβασης των ως άνω προσώπων στους χώρους αυτούς περιορίζεται όταν τούτο κρίνεται αντικειμενικά απαραίτητο από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση του εν λόγω χώρου, υπό τον όρο ότι η πρόσβασή τους δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη».

11.

α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η κράτηση των αιτούντων σε κατάλληλο χώρο επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση και εφόσον κριθεί ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3907/2011 για έναν από τους παρακάτω λόγους:». β. Στο άρθρο 13 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Όταν εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση ενός αιτούντος για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρχές που διέταξαν την κράτηση, με αιτιολογημένη απόφασή τους αφήνουν ελεύθερο τον αιτούντα και ενημερώνουν αμελλητί τις Αρχές Εξέτασης και την Κεντρική Αρχή.»

12.

Το άρθρο 14 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 14 (Άρθρα 19 και 20 Οδηγίας) Παραίτηση από την αίτηση – ανάκληση

1.

Ο αιτών δύναται να παραιτηθεί από την αίτησή του καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, εφόσον υποβάλει σχετική δήλωση εγγράφως ενώπιον των αρμόδιων αρχών παραλαβής ή εξέτασης εξέτασης και παραδώσει το δελτίο αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού. Για τη βεβαίωση της παραίτησης συντάσσεται σχετικό πρακτικό παραίτησης παρουσία διερμηνέα, ο οποίος επιβεβαιώνει το ακριβές περιεχόμενο αυτού, ενώ ο αιτών ενημερώνεται για τις συνέπειες της πράξης αυτής, ότι οφείλει να εγκαταλείψει τη χώρα εφόσον δεν είναι κάτοχος τίτλου διαμονής και παραλαμβάνει αντίγραφο του πρακτικού παραίτησης. Μετά την υποβολή παραίτησης οι εκάστοτε αρμόδιες Αρχές Απόφασης θέτουν την υπόθεση στο αρχείο. Η σχετική πράξη έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα και δεν επιδίδεται στον αιτούντα.

2.

Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτών έχει σιωπηρά ανακαλέσει την αίτησή του χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση σε α΄ βαθμό, η Αποφαινόμενη Αρχή διακόπτει την εξέταση της αίτησης με σχετική πράξη της και θέτει την υπόθεση στο αρχείο. Εφόσον έχει ήδη υποβληθεί προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης σε α΄ βαθμό και υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο προσφεύγων την έχει σιωπηρά ανακαλέσει, η Επιτροπή Προσφυγών απορρίπτει την προσφυγή για τους τυπικούς λόγους οι οποίοι περιγράφονται στην παρ. 3 λόγω σιωπηρής ανάκλησης. Οι ως άνω αποφάσεις αποστέλλονται στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του αιτούντος με επιστολή.

3.

Σιωπηρή ανάκληση θεωρείται ότι υπάρχει όταν διαπιστώνεται ότι ο αιτών: α. δεν ανταποκρίθηκε σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 4 του π.δ. 96/2008 ή β. δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παρότι εκλήθη νόμιμα και χωρίς να προβάλει βάσιμους λόγους για τη μη παρουσία του ή γ. διέφυγε από το μέρος όπου βρισκόταν υπό κράτηση ή δεν συμμορφώθηκε με τα επιβληθέντα εναλλακτικά μέτρα ή δ. αναχώρησε από το μέρος όπου διέμενε, χωρίς να ζητήσει άδεια ή να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές εφόσον είχε προς τούτο υποχρέωση ή εγκατέλειψε τη χώρα χωρίς να λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές ή κοινωνίας, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα που οι αρμόδιες αρχές του ζήτησαν να επικοινωνήσει μαζί τους ή να παρουσιαστεί ενώπιον τους, ή στ. δεν εμφανίστηκε για να ανανεώσει το ειδικό ατομικό δελτίο κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη του.

4.

Αιτών για τον οποίο έχει εκδοθεί πράξη διακοπής εξέτασης της αίτησης λόγω σιωπηρής ανάκλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρχή που εξέδωσε την πράξη τη συνέχιση της εξέτασης αυτής, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους δεν συντρέχει σιωπηρή ανάκληση της αίτησής ή προσφυγής του. Μέχρι την τελεσίδικη κρίση της ως άνω αίτησης, ο αιτών δεν απελαύνεται από τη χώρα ούτε εκτελείται απόφαση επιστροφής.

5.

Στις περιπτώσεις μεταφοράς αιτούντων στη χώρα, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 343/2003 του Συμβουλίου, οι εκδοθείσες πράξεις απόρριψης ή διακοπής βάσει της παρ. 2 ανακαλούνται αυτοδικαίως και η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται».

13.

Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 του άρθρου 17 του π.δ. 114/ 2010 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης εξετάζουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του Κεφαλαίου Β με την κανονική ή με την ταχύρρυθμη διαδικασία. Η υπαγωγή μίας αίτησης στην ταχύρρυθμη διαδικασία αιτιολογείται από την Αποφαινόμενη Αρχή ειδικά βάσει των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και δεν ασκεί επιρροή στην κρίση επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας». «3. Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης δύνανται να εξετάζουν κατά προτεραιότητα αιτήσεις διεθνούς προστασίας οι οποίες αφορούν: α. άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, ή β. άτομα που υποβάλλουν αίτηση ενόσω κρατούνται, υποβάλλουν αίτηση βάσει του άρθρου 24 ευρισκόμενα σε ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας ή παραμένουν εντός Περιφερειακών Υπηρεσιών Πρώτης Υποδοχής, ή γ. άτομα που ενδέχεται να υπαχθούν στις διαδικασίες του Κανονισμού 343/2003, ή δ. άτομα των οποίων οι αιτήσεις εύλογα πιθανολογείται ότι είναι βάσιμες, ή ε. άτομα των οποίων οι αιτήσεις χαρακτηρίζονται ως προδήλως αβάσιμες, ή στ. άτομα για τα οποία η Ελληνική Αστυνομία με αιτιολογημένο έγγραφό της αναφέρει ότι συνιστούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της χώρας, ή ζ. άτομα τα οποία υποβάλλουν μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας κατά το στάδιο του παραδεκτού.

4.

Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης εξετάζουν μία αίτηση με την ταχύρρυθμη διαδικασία, όταν: α. ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 21 ή β. η αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη. Ως προδήλως αβάσιμη χαρακτηρίζεται μία αίτηση όταν ο αιτών, κατά την υποβολή της αίτησης και τη διεξαγωγή της συνέντευξης, κάνει επίκληση λόγων που προδήλως δεν συνάδουν με την ιδιότητα του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας ή γ. ο αιτών έχει παρουσιάσει ασυνεπείς, αντιφατικές, απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες που καθιστούν σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ότι αποτέλεσε θύμα διώξεων δυνάμει του π.δ. 96/2008 ή δ. ο αιτών παραπλάνησε τις Αρχές Παραλαβής ή Εξέτασης με την παρουσίαση ψευδών πληροφοριών ή εγγράφων ή με την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων όσον αφορά την ταυτότητα ή/και την εθνικότητά του, που μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την απόφαση, ή ε. ο αιτών υπέβαλε άλλη αίτηση διεθνούς προστασίας στην οποία δηλώνει άλλα προσωπικά δεδομένα, ή στ. ο αιτών δεν έχει παράσχει πληροφορίες ώστε να αποδειχθεί με εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητά του ή είναι πιθανόν ότι έχει καταστρέψει ή πετάξει κακόπιστα έγγραφο ταυτότητας ή ταξιδιωτικό έγγραφο που θα βοηθούσε στον προσδιορισμό της ταυτότητας ή της εθνικότητάς του, ή ζ. ο αιτών έχει υποβάλει την αίτηση μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης απέλασης ή με άλλο τρόπο απομάκρυνσής του, ή η. ο αιτών παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 ή θ. ο αιτών αρνείται να συμμορφωθεί με την υποχρέωση να υποβληθεί σε λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, ή ι. η αίτηση υποβλήθηκε από άγαμο ανήλικο για τον οποίο είχε ήδη υποβληθεί αίτηση από τους γονείς ή τον γονέα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφο 2, η οποία απορρίφθηκε, και ο αιτών δεν επικαλείται νέα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με την προκαταγωγής του».

14.

Η περίπτωση γ΄ του άρθρου 18 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «γ. H αίτηση αποτελεί μεταγενέστερη αίτηση του αιτούντος και η προκαταρκτική εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2, δεν κατέδειξε την ύπαρξη νέων ουσιωδών στοιχείων ή».

15.

α. Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 23 του π.δ. 114/2010 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτικό στάδιο κατά το οποίο ερευνάται εάν έχουν προκύψει ή έχουν υποβληθεί από τον αιτούντα νέα ουσιώδη στοιχεία. Ο αιτών υποβάλλει και αναπτύσσει γραπτώς στην αρμόδια Αρχή παραλαβής του τόπου διαμονής ή κράτησής του, τα τυχόν νέα στοιχεία που υποβάλλει χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Κατά το στάδιο αυτό αποφασίζει ο Διευθυντής της αρμόδιας αρχής εξέτασης επί της αρχικής αίτησης.

3.

Οι Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης διασφαλίζουν στους αιτούντες, των οποίων η αίτηση εξετάζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ότι απολαμβάνουν των εγγυήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παρ. 1 (α), (β), (γ) και (ε). Μέχρι την έκδοση οριστικής κατά το προκαταρκτικό στάδιο απόφασης, αναστέλλεται η εκτέλεση κάθε μέτρου απέλασης ή απομάκρυνσης που υφίσταται σε βάρος των αιτούντων.»

4.

Εάν κατά την προκαταρκτική εξέταση που αναφέρεται στην παρ. 2 προκύψουν ή υποβληθούν από τον αιτούντα νέα ουσιώδη στοιχεία τα οποία επηρεάζουν την κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, η αί δελτίο. Σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.»

5.

Η διαδικασία του παρόντος άρθρου μπορεί να εφαρμόζεται επίσης και στην περίπτωση μέλους της οικογένειας του αιτούντα, το οποίο υποβάλλει αίτηση αφού έχει συναινέσει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2, να αποτελέσει η περίπτωση του τμήμα αίτησης, η οποία υποβάλλεται για λογαριασμό του. Σε αυτή την περίπτωση, η προκαταρκτική εξέταση, που αναφέρεται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη στοιχείων που να δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης εκ μέρους του εξαρτωμένου προσώπου.

6.

Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί προγενέστερης αίτησης του ίδιου αιτούντος θεωρείται ως συμπληρωματικό στοιχείο της αρχικής και δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η εκ νέου υποβολή όμοιας μεταγενέστερης αίτησης εξετάζεται από τον Διευθυντή της παραγράφου 1 και τίθεται στο αρχείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας».

16.

Το άρθρο 24 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 24 (Άρθρο 35 Οδηγίας) Διαδικασίες στα σύνορα

1.

Στις περιπτώσεις που υποβάλλονται αιτήσεις διεθνούς προστασίας στις ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας, οι αιτούντες απολαμβάνουν των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων των διατάξεων των άρθρων 8, 11 και 12.

2.

Αν δεν ληφθεί απόφαση εντός είκοσι οκτώ ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, επιτρέπεται στον αιτούντα η είσοδος στο έδαφος της χώρας, προκειμένου να εξετασθεί η αίτησή του σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις.

3.

Στις περιπτώσεις, όπου η διαδικασία ασύλου είναι αντικειμενικά αδύνατο να εφαρμοστεί στις ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων, ιδίως λόγω άφιξης μεγάλου αριθμού προσώπων που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας, η διαδικασία ασύλου μπορεί να εφαρμόζεται σε άλλους χώρους πλησίον των ζωνών διέλευσης, στους οποίους φιλοξενούνται τα προαναφερόμενα πρόσωπα.

4.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 13, στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου που απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας και εκδίδεται απόφαση απέλασης, επιστροφής ή επανεισδοχής, η εκτέλεση της οποίας αναστέλλεται λόγω άσκησης ενδίκων μέσων, επιτρέπεται η άνευ διαβατηριακών διατυπώσεων είσοδος του αιτούντος στη χώρα μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ένδικου μέσου. Ο αιτών οφείλει να παρουσιασθεί το συντομότερο στην κατά τόπο αρμόδια αρχή παραλαβής ή εξέτασης για να δηλώσει διεύθυνση διαμονής και να του χορηγηθεί δελτίο αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού».

17.

α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ο αιτών δικαιούται να προσφύγει ενώπιον της οριζόμενης από το άρθρο 26 Επιτροπής Προσφυγών: α. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως αβάσιμη με την κανονική διαδικασία ή ανακαλεί το καθεστώς αυτό, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. Η ίδια προθεσμία ισχύει σε περίπτωση που χορηγείται στον αιτούντα καθεστώς επικουρικής προστασίας εφόσον ο αιτών ισχυρίζεται ότι δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα. απαράδεκτη κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 17 παρ. 4 και 18 αντίστοιχα, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη βάσει του άρθρου 18 περίπτ. α΄ η προσφυγή στρέφεται και κατά της σχετικής πράξης μεταφοράς κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού 343/2003 του Συμβουλίου. γ. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται εντός σωφρονιστικών καταστημάτων ή άλλων χώρων διοικητικής κράτησης, εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης. δ. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας στις περιπτώσεις του άρθρου 24 ή που υποβάλλεται εντός εγκαταστάσεων Πρώτης Υποδοχής εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση της εν λόγω απόφασης». β. Στο άρθρο 25 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Προσφυγές που υποβάλλονται εκπρόθεσμα εξετάζονται κατά προτεραιότητα από την Επιτροπή Προσφυγών που αποφασίζει επί του παραδεκτού αυτών. Όταν η Επιτροπή κρίνει την προσφυγή παραδεκτή, εκδίδει σχετική απόφαση η οποία επιδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 και χορηγείται εκ νέου το δελτίο αιτούντος. Η εξέταση επί της ουσίας πραγματοποιείται σε ύστερο στάδιο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 26. Σε αντίθετη περίπτωση η προσφυγή απορρίπτεται.»

18.

α. Η περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «β. έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και» β. Στην παράγραφο 5 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Κατ’ εξαίρεση, η Επιτροπή Προσφυγών αποφασίζει τη μη κλήση του προσφεύγοντος όταν κρίνει ότι μπορεί να λάβει απόφαση επί της προσφυγής από τα στοιχεία του φακέλου. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή Προσφυγών κοινοποιεί στον προσφεύγοντα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7, τη σχετική απόφασή της περί μη κλήσης του και του τάσσει προθεσμία 10 ημερών για την υποβολή τυχόν συμπληρωματικών στοιχείων ή/και υπομνήματος». γ. Στο άρθρο 26 του π.δ. 114/2010 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Οι Επιτροπές Προσφυγών δύνανται να εξετάζουν κατά προτεραιότητα προσφυγές οι οποίες αφορούν: α. άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, ή β. άτομα που υποβάλλουν αίτηση ενόσω κρατούνται, υποβάλλουν αίτηση βάσει του άρθρου 24 ευρισκόμενα σε ζώνες διέλευσης λιμένων ή αερολιμένων της χώρας, ή δ. άτομα για τα οποία η Ελληνική Αστυνομία με αιτιολογημένο έγγραφό της αναφέρει ότι συνιστούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της χώρας, ή ε. απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας κατά το στάδιο του παραδεκτού». δ. Οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 αναριθμούνται σε 7 και 8 αντίστοιχα και αντικαθίστανται ως εξής: «7. Η απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών επιδίδεται στον αιτούντα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 και κοινοποιείται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Απόφαση που απορρίπτει προσφυγή τάσσει στον αιτούντα προθεσμία αναχώρησής του από τη χώρα η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες.

8.

Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη έχει το δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Προσφυγών».

Άρθρο 36

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος προεδρικού διατάγματος καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 περιπτ. α΄ και β΄ και του άρθρου 25 παρ. 1, 2, 3 και 5 του ν. 1975/1991 όπως τροποποιήθηκαν από το ν. 2452/1996, καθώς και κάθε άλλη, γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 37

Έναρξη ισχύος Οι διατάξεις του παρόντος τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος. Αθήνα, 13 Ιουνίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟI ΥΠΟΥΡΓΟI ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΥΦΥΠ. ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ − ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ øîñì õðì÷ì÷ úùððò øì÷ êúìñêöîç÷ øì÷ ïùèêöòì÷ê÷ Σε έντυπη μορφή: • Για τα Φ.Ε.Κ. από 1 έως 16 σελίδες σε 1 € προσαυξανόμενη κατά 0,20 € για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο ή μέρος αυτού. • Για τα φωτοαντίγραφα Φ.Ε.Κ. σε 0,15 € ανά σελίδα. Σε μορφή DVD/CD: Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Α΄ 150 € 40 € 15 € Α.Α.Π. 110 € 30 € - Β΄ 300 € 80 € 30 € Ε.Β.Ι. 100 € − - Γ΄ 50 € − − Α.Ε.Δ. 5 € − - Υ.Ο.Δ.Δ. 50 € − − Δ.Δ.Σ. 200 € − 20 € Δ΄ 110 € 30 € − Α.Ε.−Ε.Π.Ε. − − 100 € • Η τιμή πώλησης μεμονωμένων Φ.Ε.Κ. σε μορφή cd−rom από εκείνα που διατίθενται σε ψηφιακή μορφή και μέχρι 100 σελίδες, σε 5 € προσαυξανόμενη κατά 1 € ανά 50 σελίδες. êøì÷îê÷ ÷ùòöôñê÷ ú.ê.ï. Τεύχος Έντυπη μορφή Α΄ 225 € Β΄ 320 € Γ΄ 65 € Υ.Ο.Δ.Δ. 65 € Τεύχος Έντυπη μορφή Δ΄ 160 € Α.Α.Π. 160 € Ε.Β.Ι. 65 € Α.Ε.Δ. 10 € Τεύχος Έντυπη μορφή Α.Ε.−Ε.Π.Ε. 2.250 € Δ.Δ.Σ. 225 € Α.Σ.Ε.Π. 70 € Ο.Π.Κ. − • Το τεύχος Α.Σ.Ε.Π. (έντυπη μορφή) θα αποστέλλεται σε συνδρομητές ταχυδρομικά, με την επιβάρυνση των 70 €, ποσό το οποίο αφορά τα ταχυδρομικά έξοδα. • Η καταβολή γίνεται σε όλες τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.). Το πρωτότυπο διπλότυπο (έγγραφο αριθμ. πρωτ. 9067/28.2.2005 2η Υπηρεσία Επιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου) με φροντίδα των ενδιαφερομένων, πρέπει να αποστέλλεται ή να κατατίθεται στο Εθνικό Τυπογραφείο (Καποδιστρίου 34, Τ.Κ. 104 32 Αθήνα). • Σημειώνεται ότι φωτοαντίγραφα διπλοτύπων, ταχυδρομικές Επιταγές για την εξόφληση της συνδρομής, δεν γίνονται δεκτά και θα επιστρέφονται. • Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα μέλη της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίου Τύπου Αθηνών και Επαρχίας, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, η Ε.Σ.Η.Ε.Α, τα τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα και οι τριτοβάθμιες επαγγελματικές ενώσεις δικαιούνται έκπτωσης πενήντα τοις εκατό (50%) επί της ετήσιας συνδρομής. • Το ποσό υπέρ ΤΑ.Π.Ε.Τ. (5% επί του ποσού συνδρομής), καταβάλλεται ολόκληρο (Κ.Α.Ε. 3512) και υπολογίζεται πριν την έκπτωση. • Στην Ταχυδρομική συνδρομή του τεύχους Α.Σ.Ε.Π. δεν γίνεται έκπτωση. Πληροφορίες για δημοσιεύματα που καταχωρίζονται στα Φ.Ε.Κ. στο τηλ.: 210 5279000. Φωτοαντίγραφα παλαιών Φ.Ε.Κ.: τηλ.: 210 8220885.

Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση
Α΄ 150 € 40 € 15 €
Β΄ 300 € 80 € 30 €
Γ΄ 50 € − −
Υ.Ο.Δ.Δ. 50 € − −
Δ΄ 110 € 30 € −
Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση
--- --- --- ---
Α.Α.Π. 110 € 30 € -
Ε.Β.Ι. 100 € − -
Α.Ε.Δ. 5 € − -
Δ.Δ.Σ. 200 € − 20 €
Α.Ε.−Ε.Π.Ε. − − 100 €
Τεύχος Έντυπη μορφή
--- ---
Α΄ 225 €
Β΄ 320 €
Γ΄ 65 €
Υ.Ο.Δ.Δ. 65 €
Τεύχος Έντυπη μορφή
--- ---
Δ΄ 160 €
Α.Α.Π. 160 €
Ε.Β.Ι. 65 €
Α.Ε.Δ. 10 €
Τεύχος Έντυπη μορφή
--- ---
Α.Ε.−Ε.Π.Ε. 2.250 €
Δ.Δ.Σ. 225 €
Α.Σ.Ε.Π. 70 €
Ο.Π.Κ. −

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)