Νόμοι — ΦΕΚ A' 147/2014
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 147 14 Ιουλίου 2014
Ρυθμίσεις Ποινικού και Σωφρονιστικού Δικαίου και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Άρθρο 1
Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του N. 2776/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Εξαιρούνται επίσης οι μεταγωγές που γίνονται προς τα καταστήματα Γ΄ τύπου ή στα αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παράγραφος 2.»
Μετά την παράγραφο 3 του άρθρου 9 του N. 2776/1999 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος μεταγωγής κρατουμένου για ουσιαστικούς λόγους για δεύτερη συνεχόμενη φορά, μπορεί αυτός να προσφύγει κατά της απόφασης της Κ.Ε.Μ. στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, το οποίο συνεδριάζει ως Συμβούλιο, εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απορριπτικής απόφασης.»
Μετά την παρ. 5 του άρθρου 11 του N. 2776/1999 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Ενήλικοι κρατούμενοι: α) που έχουν καταδικαστεί για τα εγκλήματα των άρθρων 134, 135, 135Α, 138, 187Α Ποινικού Κώδικα σε συνολική ποινή κάθειρξης άνω των δώδεκα ετών ή β) που έχουν καταδικαστεί για τα εγκλήματα των άρθρων 299, 380 παράγραφος 2 και 385 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ Ποινικού Κώδικα σε συνολική ποινή κάθειρξης άνω των δεκαπέντε ετών, εφόσον αυτά τελούνται στο πλαίσιο του άρθρου 187 Ποινικού Κώδικα ή γ) που κατηγορούνται για τα εγκλήματα των άρθρων της περίπτωσης α΄ και κρίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνοι κατά τα αναφερόμενα κατωτέρω, κρατούνται σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου. Ενήλικοι κρατούμενοι, για οποιοδήποτε άλλο κακούργημα, που κρίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνοι, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 19, για την ασφάλεια της χώρας και τη δημόσια τάξη, καθώς και για την τάξη και την ασφάλεια στα καταστήματα κράτησης Α΄ ή Β΄ τύπου, και α) έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα για τα οποία επιβλήθηκε ποινή ισόβιας ή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δώδεκα ετών ή κατηγορούνται για εγκλήματα που επισύρουν ποινή ισόβιας ή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών ή β) έχουν καταδικαστεί ή κατηγορούνται για το έγκλημα του άρθρου 174 Ποινικού Κώδικα ή γ) έχουν τελέσει τα εξής περιοριστικά αναφερόμενα πειθαρχικά παραπτώματα: γα) βίαιη απόδραση περισσότερων κρατουμένων με ενωμένες δυνάμεις, γβ) άσκηση βίας κατά μελών του προσωπικού του καταστήματος, γγ) εν γνώσει κατασκευή ή κατοχή αιχμηρών ή εν γένει επικίνδυνων αντικειμένων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα και γδ) απόδραση κρατουμένου, κρατούνται ομοίως σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου. Τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας των καταστημάτων κράτησης αυτής της κατηγορίας τελούν υπό τον έλεγχο του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού και δεν αποκλείεται να επηρεάζουν επί το αυστηρότερο τον τρόπο διαβίωσης μέσα σε αυτά.»
Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 15 του N. 2776/1999 προστίθεται η φράση: «, με εξαίρεση τους υποδίκους που κρατούνται σε κατάστημα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελές τμήμα Γ΄ τύπου.»
Η παρ. 2 του άρθρου 19 του N. 2776/1999 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Τα γενικά καταστήματα κράτησης διακρίνονται σε Α΄, Β΄ και Γ΄ τύπου. Στα καταστήματα Α’ τύπου κρατούνται οι υπόδικοι, οι κρατούμενοι για χρέη, οι κρατούμενοι για εγκλήματα κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, πλην του εγκλήματος της εκβίασης, οι κρατούμενοι για το έγκλημα της υπεξαίρεσης, καθώς και οι κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης. Στα Β΄ τύπου κρατούνται, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, οι υπόλοιποι κρατούμενοι. Στα Γ΄ τύπου, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κρατούνται αποκλειστικά κατάδικοι ή υπόδικοι, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 11. Η κράτηση καταδίκων των περιπτώσεων α΄ και β΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 11 σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε 4729 στική απόφαση. Η μεταγωγή και περαιτέρω κράτηση των λοιπών καταδίκων ή των υποδίκων της παραγράφου 6 του άρθρου 11 σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου, εφόσον κριθούν ιδιαίτερα επικίνδυνοι, γίνεται με αιτιολογημένη διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών του τόπου έκτισης της ποινής. Σε αυτόν διαβιβάζονται από την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά αιτήματα με αντίγραφα των ατομικών φακέλων των κρατουμένων, που τηρούνται στο κατάστημα κράτησης όπου εκτίουν την ποινή τους. Μαζί με τους ατομικούς φακέλους διαβιβάζεται και κάθε άλλο σχετικό με την κράτησή τους στοιχείο. Ο Εισαγγελέας για την εκτίμηση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του κρατουμένου συνεκτιμά τα εξής στοιχεία, που μπορεί να συντρέχουν σωρευτικά ή διαζευκτικά: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος για το οποίο κρατείται ή του πειθαρχικού παραπτώματος που τέλεσε, β) την πιθανότητα τέλεσης νέων εγκλημάτων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων,
- γ) την ύπαρξη υποδικίας ή καταδικαστικής απόφασης
για άλλα κακουργήματα, δ) την ύπαρξη στοιχείων για την περαιτέρω εγκληματική δραστηριότητα του κρατουμένου, από άλλες συναρμόδιες για τον έλεγχο του εγκλήματος αρχές και ε) την προσωπικότητα του καταδίκου ή υποδίκου. Σε περίπτωση κατεπείγοντος, όταν απειλείται η διασάλευση της τάξης και ασφάλειας του καταστήματος ή για λόγους που συνδέονται με την ασφάλεια της χώρας ή τη δημόσια τάξη, η διάταξη για τη μεταγωγή και περαιτέρω κράτηση σε κατάστημα Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελές τμήμα Γ΄ τύπου εκδίδεται, χωρίς διαβίβαση σχετικού αιτήματος, από τον ίδιο ως άνω Εισαγγελέα Εφετών του τόπου έκτισης της ποινής και εκτελείται αμέσως. Η διατασσόμενη κράτηση σε κατάστημα Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελές τμήμα Γ΄ τύπου έχει αρχική διάρκεια δύο ετών και μπορεί να παρατείνεται με τον ίδιο τρόπο και για άλλες περιόδους, διάρκειας δύο ετών η καθεμία, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. Ειδικά, για τους κρατουμένους: α) για τα εγκλήματα των άρθρων 134, 135, 135Α, 138 και 187Α Ποινικού Κώδικα ή β) για τα εγκλήματα των άρθρων 299, 380 παράγραφος 2 και 385 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ Ποινικού Κώδικα, εφόσον τα εγκλήματα της περίπτωσης αυτής τελούνται στο πλαίσιο του άρθρου 187 Ποινικού Κώδικα, η διατασσόμενη κράτηση έχει αρχική διάρκεια τεσσάρων ετών και μπορεί να παρατείνεται με τον ίδιο τρόπο και για άλλες περιόδους, διάρκειας δύο ετών η καθεμία, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. Για τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων, ως εκτιθείσα ποινή θεωρείται αυτή που εκτίθηκε πραγματικά, χωρίς ευεργετικό υπολογισμό. Κατά των ως άνω εκδιδομένων διατάξεων χωρεί προσφυγή ενώπιον του οικείου Δικαστικού Συμβουλίου, εντός είκοσι ημερών από την κοινοποίησή τους. Η προσφυγή δεν αναστέλλει την εφαρμογή της διάταξης, το δε Συμβούλιο αποφαίνεται εντός τριάντα ημερών. Σε περίπτωση που η προσφυγή γίνει δεκτή, ο Εισαγγελέας μπορεί να εκδώσει νέα διάταξη για την εισαγωγή του κρατουμένου σε κατάστημα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελές τμήμα Γ΄ τύπου, εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία, κατά της οποίας χωρεί προσφυγή με τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις. Τα κατά τα ανωτέρω βουλεύματα και διατάξεις κοινοποιούνται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος έχει δικαίωμα άσκησης προσφυγής εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας.»
Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 19 του N. 2776/1999 προστίθεται η φράση: «, με εξαίρεση τους περιορισμούς που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και τον εσωτερικό κανονισμό των καταστημάτων κράτησης Γ΄ τύπου ή των αυτοτελών τμημάτων Γ΄ τύπου στα λοιπά καταστήματα.»
Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 32 του N. 2776/1999, προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μετά από γνώμη του Κ.Ε.Σ.Φ. καθορίζονται τα επιτρεπόμενα είδη που μπορούν να πωλούνται σε κρατουμένους από τα πρατήρια−καντίνες και κυλικεία των καταστημάτων κράτησης, το ποσοστό κέρδους που περιέρχεται στο Ταμείο Κέρδους Σιγαρέττων και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κρατουμένων και την ενίσχυση των απόρων και ο τρόπος διάθεσής του.»
Μετά την παρ. 5 του άρθρου 41 του N. 2776/1999 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Σε χωριστό τμήμα των καταστημάτων κράτησης Γ΄ τύπου μπορεί να κρατούνται με σκοπό την εργασία, χωρίς επικοινωνία με τους λοιπούς κρατουμένους, κρατούμενοι που μετάγονται από καταστήματα Β΄ τύπου, για τους οποίους δεν εφαρμόζονται οι ισχύουσες για τα καταστήματα Γ΄ τύπου διατάξεις, αλλά αυτές του καταστήματος κράτησης από το οποίο μετάγονται.»
Α. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 52 του N. 2776/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά, για τις επισκέψεις συγγενών των κρατουμένων σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου, επιτρέπονται αυτές σε συγγενείς μέχρι τρίτου βαθμού με τους όρους του προηγουμένου εδαφίου.» Β. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 52 του N. 2776/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά, για τους κρατουμένους σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου μπορεί να τίθενται εξαιρέσεις από την παραπάνω ρύθμιση με τον εσωτερικό κανονισμό του καταστήματος.»
Μετά την παρ. 7 του άρθρου 53 του N. 2776/1999 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «8. Ειδικά για τους κρατουμένους σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου, η παραβίαση των όρων επικοινωνίας και των υποχρεώσεων, που τίθενται με τα ανωτέρω εδάφια, λαμβάνεται υπόψη για την κρίση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του κρατούμενου.»
Στην παρ. 3 του άρθρου 54 του N. 2776/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Στους κρατουμένους σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου δεν χορηγούνται άδειες.»
Μετά το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης 1 της παρ. 1 του άρθρου 55 του N. 2776/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής: 134, 135, 135Α, 138 και 187Α Ποινικού Κώδικα ή β) για τα εγκλήματα των άρθρων 299, 380 παράγραφος 2 και 385 παράγραφος 1 περίπτωση α΄, εφόσον τα εγκλήματα της περίπτωσης αυτής τελούνται στο πλαίσιο του άρθρου 187 Ποινικού Κώδικα, άδειες χορηγούνται δύο έτη πριν τη συμπλήρωση: α) είκοσι ετών πραγματικής έκτισης της ποινής, προκειμένου για ποινή ισόβιας κάθειρξης και β) των 3/5 πραγματικής έκτισης της ποινής, προκειμένου για ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης.»
Ο ως άνω θεσμός δεν εφαρμόζεται στους κρατουμένους σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου. Στους κρατουμένους σε καταστήματα κράτησης άλλου πλην του Γ΄ τύπου: α) για τα εγκλήματα των άρθρων 134, 135, 135Α, 138 και 187Α Ποινικού Κώδικα ή β) για τα εγκλήματα των άρθρων 299, 380 παράγραφος 2 και 385 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ Ποινικού Κώδικα, εφόσον τα εγκλήματα της περίπτωσης αυτής τελούνται στο πλαίσιο του άρθρου 187 Ποινικού Κώδικα, άδεια ημιελεύθερης διαβίωσης χορηγείται υπό τις προϋποθέσεις συμπλήρωσης των ορίων λήψης τακτικών αδειών από τους εν λόγω κρατούμενους.
Στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 69 του N. 2776/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι κρατούμενοι σε καταστήματα κράτησης Γ΄ τύπου ή σε αυτοτελή τμήματα Γ΄ τύπου δεν μετάγονται για πειθαρχικούς λόγους σε καταστήματα κράτησης άλλου τύπου.»
Στο άρθρο 72 του N. 2776/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η μεταγωγή κρατουμένων από κατάστημα κράτησης Γ΄ τύπου ή αυτοτελές τμήμα Γ΄ τύπου επιτρέπεται για δικονομικούς λόγους ή για λόγους υγείας. Για την ασφαλή μεταγωγή του κρατουμένου ενημερώνεται αμέσως η αρμόδια αστυνομική υπηρεσία.»
Άρθρο 2
Η εξωτερική και περιμετρική φύλαξη των Καταστημάτων Κράτησης Γ΄ τύπου αποτελεί αρμοδιότητα της Ελληνικής Αστυνομίας κατά παρέκκλιση του άρθρου 48 του N. 2721/1999 (Α΄ 112). Για το σκοπό αυτόν συνιστώνται ειδικές περιφερειακές Υπηρεσίες με τον τίτλο «Υπηρεσία Εξωτερικής Ασφάλειας Καταστήματος Κράτησης Γ΄ τύπου», που ακολουθείται από το τοπωνύμιο της έδρας του αντίστοιχου Καταστήματος Κράτησης. Η ίδια υπηρεσία αναλαμβάνει τη φύλαξη των θυρωρείων−εισόδων των ανωτέρω καταστημάτων.
Η Υπηρεσία της προηγούμενης παραγράφου υπάγεται διοικητικά στην οικεία Αστυνομική Διεύθυνση και εδρεύει εξωτερικά του οικείου Καταστήματος Κράτησης Γ΄ τύπου. Η τοπική της αρμοδιότητα εκτείνεται περιμετρικά του Καταστήματος Κράτησης και σε ακτίνα που καθορίζεται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η Υπηρεσία Εξωτερικής Ασφάλειας Καταστήματος Κράτησης Γ΄ τύπου έχει ως αποστολή την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εξωτερικής και περιμετρικής φύλαξης του οικείου Καταστήματος Κράτησης Γ΄ τύπου, τη φύλαξη εισόδων και εξόδων του καταστήματος, τον έλεγχο εισερχομένων προσώπων και πραγμάτων, την ασφαλή μεταγωγή και φρούρηση των κρατουμένων, τη φρούρηση των νοσηλευομένων σε οποιοδήποτε θεραπευτήριο καταδίκων και υποδίκων και τη συνοδεία αυτών προς ανάκριση, εμφάνιση σε δικαστήριο ή ιατρική εξέταση, καθώς και την παροχή συνδρομής στη Διεύθυνση του Καταστήματος Κράτησης σε περιπτώσεις εκδήλωσης απείθειας, στάσης ή αντίστασης κρατουμένων σε νόμιμη διαταγή και ιδίως στη διαταγή επιστροφής και εγκλεισμού στα κελιά ή τους θαλάμους κράτησης. Η συνδρομή παρέχεται κατόπιν σχετικού εγγράφου αιτήματος του εισαγγελέα ή του αναπληρωτή του και σε κατεπείγουσες περιπτώσεις κατόπιν προφορικού αιτήματος του διευθυντή ή του αναπληρωτή του ή του Αρχιφύλακα του Καταστήματος Κράτησης.
Κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως άνω Υπηρεσίας εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 50 του N. 2721/1999, ενώ τηρούνται και οι διατάξεις του άρθρου 3 του N. 3169/2003 (Α΄ 189) που αφορούν στην κλιμάκωση της χρήσης του πυροβόλου όπλου, εκτός αν η τήρηση των διατάξεων αυτών είναι μάταιη υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Οικονομικών, κατόπιν εισηγήσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καταρτίζεται −και κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις− ο Κανονισμός Λειτουργίας της Υπηρεσίας Εξωτερικής Ασφάλειας του Καταστήματος Κράτησης Γ΄ τύπου, με τον οποίο ρυθμίζονται θέματα, που αφορούν στην εσωτερική διάρθρωση, οργάνωση, στελέχωση της Ελληνικής Αστυνομίας με αστυνομικό προσωπικό και ειδικούς φρουρούς και εν γένει στη λειτουργία της Υπηρεσίας Εξωτερικής Ασφάλειας του Καταστήματος Κράτησης Γ΄ τύπου συμπεριλαμβανομένων των επιμέρους καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των οργάνων. Με απόφαση του ίδιου Υπουργού, που εκδίδεται κατόπιν εισηγήσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ρυθμίζονται θέματα επιχειρησιακής τακτικής και δράσης στην εξωτερική και περιφερειακή ζώνη προστασίας, θέματα εκπαίδευσης και εξοπλισμού του προσωπικού, καθώς και θέματα μεταγωγής και φρούρησης κρατουμένων. Η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου χαρακτηρίζεται ως απόρρητη και δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ο κανονισμός ασφαλείας των καταστημάτων κράτησης Γ΄ τύπου καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 65 του N. 2776/1999.»
Άρθρο 3
Στον κατάδικο που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης για τα εγκλήματα των άρθρων 187Α και 299 Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτό τελείται στο πλαίσιο του άρθρου 187 Ποινικού Κώδικα δεν χορηγείται υπό όρο απόλυση, αν αυτός δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι ετών.
Άρθρο 4
Η παρ. 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η απόλυση υπό όρο κατά την παράγραφο 1 σημειώνεται στο Ποινικό Μητρώο του καταδίκου, χορηγείται μόνο μια φορά και επεκτείνεται αυτοδικαίως σε όλες τις συντρέχουσες στην έκτιση ποινές, για τις οποίες μπορεί να καθοριστεί συνολική ποινή κατ’ άρθρο 551 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.» «4. Η καταδίκη κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας για πράξη που τελέστηκε πριν την έναρξη της έκτισης της ποινής, για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση υπό όρο, δεν επιφέρει την ανάκληση της απόλυσης.»
Άρθρο 5
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.