Νόμοι — ΦΕΚ A' 152/2015
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 152 20 Νοεμβρίου 2015
Επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Άρθρο 1
Η περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 4174/2013 (Α΄170) αντικαθίσταται ως εξής: «στ) σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους δημοσίων υπηρεσιών, Ν.Π.Δ.Δ. και δημοσίων οργανισμών με αρμοδιότητα διαχείρισης, παρακολούθησης και ελέγχου χρηματοδοτήσεων και ενισχύσεων ή επιδοτήσεων από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους».
Μετά την παρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 4174/2013 προστίθεται παράγραφος 2, αναριθμουμένων των επόμενων παραγράφων, ως εξής: «2. Τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου χορηγούν σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ή σε εξουσιοδοτημένα πρόσωπα από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), προσωπoιημένα στοιχεία ανά ΑΦΜ, καθώς και συγκεντρωτικά στοιχεία, τα οποία τηρούνται στη Φορολογική Διοίκηση, με την υποχρέωση χρήσης αυτών, αποκλειστικά για το σκοπό για τον οποίο ζητούνται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 3832/2010, όπως ισχύει.»
Άρθρο 2
Το άρθρο 61 του Ν. 4342/2015 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 61
Το άρθρο 26 του Ν. 4174/2013 (Α΄ 170) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 26 Επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο
Οι υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα, επιλέγονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή, εξαιρετικά, με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα και δεν δημοσιοποιούνται.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται έως το τέλος κάθε έτους, η οποία δύναται να τροποποιηθεί οποτεδήποτε, καθορίζεται ο αριθμός των μερικών ή και πλήρων ελέγχων που θα διενεργούνται εντός του επόμενου έτους κατά προτεραιότητα, με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με βάση άλλα κριτήρια, σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ελεγκτών κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης και του αριθμού των διενεργηθέντων ελέγχων κατά τους προηγούμενους δώδεκα μήνες από το μήνα έκδοσης της απόφασης. Στην απόφαση ορίζεται, επίσης, το ποσοστό των ελέγχων για φορολογικά έτη, χρήσεις, υποθέσεις, περιόδους ή υποχρεώσεις που αφορούν στην τελευταία πενταετία, συμπεριλαμβανομένου και του έτους έκδοσης της απόφασης, το οποίο δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού 70% του συνόλου των κατά προτεραιότητα ελεγχόμενων υποθέσεων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα. Ειδικά, για το έτος 2016 το ανωτέρω ποσοστό ορίζεται σε 50% και για το έτος 2017 σε 60%». 2.α. Τα αρμόδια όργανα της Φορολογικής Διοίκησης για τον προσδιορισμό και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, κατά τις διατάξεις του Ν. 4174/2013 και του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν.δ. 356/1974, Α΄ 90), είναι υπεύθυνα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών τους ενεργειών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. β. Τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, που είναι αρμόδια για τον έλεγχο και τον βάσει αυτού προσδιορισμό των δημοσίων εσόδων, κατά τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου, υπέχουν πειθαρχική, αστική και ποινική ευθύνη για την παραγραφή αυτών, μόνον ως προς τις υποθέσεις που προτεραιοποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν. 4174/2013. 1889 κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υπέχουν πειθαρχική, αστική, και ποινική ευθύνη μόνον για αυτές που θα προτεραιοποιηθούν προς έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν. 4174/2013. Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου δε θα ισχύουν σε περίπτωση που ο έλεγχος δεν ολοκληρωθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή χωρίς υπαιτιότητα των οργάνων της Φορολογικής Διοίκησης. γ. Τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, στα οποία έχει ανατεθεί η αρμοδιότητα για την επιδίωξη της είσπραξης των δημοσίων εσόδων ή στα καθήκοντα των οποίων ανάγεται η λήψη μέτρων για την αναγκαστική είσπραξη των δημοσίων εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου, υπέχουν πειθαρχική, αστική και ποινική ευθύνη για την παραγραφή, εφόσον δεν έχει διακοπεί η παραγραφή αυτών τουλάχιστον: i) Με την κοινοποίηση στον οφειλέτη ατομικής ειδοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν. 4174/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Ν. 4174/2013 ή την περίπτωση η΄ παρ. 1 του άρθρου 138 του Ν. 4270/2014 (Α΄143) ή ii) με την επιβολή κατάσχεσης χρηματικών ποσών ή απαιτήσεων εις χείρας του οφειλέτη ή τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90), όπως ισχύει. δ. Οι υπάλληλοι και οι προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και οι υπάλληλοι και προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων που διενεργούν ελέγχους περιουσιακής κατάστασης, καθώς και οι υπάλληλοι και οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων που διενεργούν ελέγχους πειθαρχικών παραπτωμάτων, δεν υπέχουν αστική και ποινική ευθύνη για αιτιολογημένη γνώμη ή εισήγηση που διατύπωσαν ή απόφαση που εξέδωσαν, στο πλαίσιο εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από την περίπτωση που ενήργησαν με δόλο ή βαρεία αμέλεια ή σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 4174/2013. ε. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων δεν υπέχει αστική και ποινική ευθύνη, για αιτιολογημένη γνώμη ή εισήγηση που διατύπωσε ή απόφαση που εξέδωσε στο πλαίσιο εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκτός από την περίπτωση που ενήργησε με δόλο ή βαρεία αμέλεια ή σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 4174/2013. στ. Τα άρθρα 163 και 164 του Π.δ. 16/1989 (Α΄ 6) καταργούνται. ζ. Οι διατάξεις των περιπτώσεων β΄ έως ε΄ της παρούσας παραγράφου έχουν εφαρμογή και στις κατά την έναρξη ισχύος αυτών εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον πειθαρχικών οργάνων ή άλλων διοικητικών ή δικαστικών αρχών σε σχέση με πειθαρχική ή αστική ευθύνη. η. Τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης των περιπτώσεων β΄ έως δ΄ της παρούσας παραγράφου, εφόσον εξετάζονται ή διώκονται ή ενάγονται για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ενώπιον των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων, μπορούν να παρίστανται και να εκπροσωπούνται από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατόπιν εγγράφου αιτήματος του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Το ανωτέρω αίτημα υποβάλλεται κατόπιν έγγραφης αιτήσεως του οργάνου της Φορολογικής Διοίκησης που εξετάζεται ή διώκεται ή ενάγεται, στην οποία αιτιολογεί ότι έπραξε σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου και η οποία συνοδεύεται με την άποψη του Προϊσταμένου της οργανικής μονάδας που υπηρετεί. Μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εκπροσωπεί τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, εφόσον εξετάζεται, διώκεται ή ενάγεται, κατόπιν έγγραφου αιτήματος αυτού, χωρίς να αποκλείεται η εκπροσώπησή του δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου. θ. Ειδικά, για τις υποθέσεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης 1γ της υποπαραγράφου Δ.7 του Ν. 4336/2015 (Α΄ 94), τα όργανα της Ειδικής Γραμματείας ΣΔΟΕ, συμπεριλαμβανομένου και του Ειδικού Γραμματέα ΣΔΟΕ, δεν υπέχουν αστική ή πειθαρχική ή ποινική ευθύνη για τυχόν παρέλευση του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς έλεγχο. ι. Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης.»
Άρθρο 3
Στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 5 της υποπαραγράφου Ε.2. της παραγράφου Ε΄ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α΄ 222) προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως ακολούθως: «Εξαιρετικά, η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων που θα επιλεγεί και θα διορισθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω, μετά την 1.11.2015, ορίζεται σε δύο (2) έτη».
Άρθρο 4
1.α. Η περίπτωση δ΄ του άρθρου 8 του Ν. 4321/2015 (Α΄32), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «δ) δεν εξοφλεί τις νέες, μετά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση του παρόντος νόμου, οφειλές του, εντός της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους. Κατ’ εξαίρεση, και όχι πέραν της 31.12.2017, η ρύθμιση δεν απόλλυται, εάν οι νέες οφειλές εξοφληθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας από την ημερομηνία που αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Η προθεσμία αυτή ορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες μέχρι τις 30.6.2016 και σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την 1.7.2016 μέχρι τις 31.12.2017. Επιπλέον, από την 1.1.2017 μέχρι τις 31.12.2017, η ρύθμιση απόλλυται σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης νέων οφειλών, εάν δεν έχει παρέλθει εξάμηνο από την προηγούμενη καθυστέρηση εξόφλησης. Η ρύθμιση δεν απόλλυται, εάν οι νέες οφειλές τελούν σε αναστολή είσπραξης ή υπάγονται σε ρύθμιση μετά από αίτηση του οφειλέτη που υποβάλλεται πριν τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους. Εάν το συνολικό ύψος των οφειλών, νέων και εντός ρύθμισης, υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ, η ρύθμιση των νέων οφειλών χορηγείται μόνον εφόσον ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει ότι αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία για την καταβολή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται μέχρι τις 31.12.2015, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας περίπτωσης». ρόντος νόμου, οφειλές, που η νόμιμη προθεσμία καταβολής τους λήγει μετά τις 15.12.2015. 2.α. Η παρ. 11 του άρθρου 51 του Ν. 4305/2014 (Α΄237), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «11. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης, καθώς και η μη εξόφληση από τον οφειλέτη των νέων, μετά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση του παρόντος νόμου, οφειλών του, εντός της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους, έχει ως συνέπειες:
- α) Την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
- β) την υποχρέωση άμεσης καταβολής του υπολοίπου
της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης, συνυπολογιζομένων των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία αναβιώνουν αναδρομικά και
- γ) την άμεση επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα
προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα. Οι συνέπειες του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής:
- α) Δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις
ανά έτος προγράμματος ρύθμισης ή
- β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία (1) δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό
διάστημα μέχρι δύο (2) μήνες. Για τις ως άνω περιπτώσεις α΄ και β΄ η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).
- γ) Εάν, κατ’ εξαίρεση και όχι πέραν της 31.12.2017, οι
νέες οφειλές εξοφληθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας από την ημερομηνία που αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Η προθεσμία αυτή ορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες μέχρι τις 30.6.2016 και σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την 1.7.2016 μέχρι τις 31.12.2017. Επιπλέον, από την 1.1.2017 μέχρι τις 31.12.2017, η ρύθμιση απόλλυται σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης νέων οφειλών, εάν δεν έχει παρέλθει εξάμηνο από την προηγούμενη καθυστέρηση εξόφλησης. Η ρύθμιση δεν απόλλυται, εάν οι νέες οφειλές τελούν σε αναστολή είσπραξης ή υπάγονται σε ρύθμιση μετά από αίτηση του οφειλέτη που υποβάλλεται πριν τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους. Εάν το συνολικό ύψος των οφειλών, νέων και εντός ρύθμισης, υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ, η ρύθμιση των νέων οφειλών χορηγείται μόνον εφόσον ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει ότι αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία για την καταβολή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται μέχρι τις 31.12.2015, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας περίπτωσης». ρόντος νόμου, οφειλές, που η νόμιμη προθεσμία καταβολής τους λήγει μετά τις 15.12.2015.
Άρθρο 5
Τροποποιήσεις του Ν. 3864/2010 (Α΄ 119) Ο Ν. 3864/2010 τροποποιείται από την έναρξη ισχύος του Ν. 4340/2015 (Α΄ 134) ως εξής:
Στις περιπτώσεις γ΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 η φράση «σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6» αντικαθίσταται με τη φράση «σύμφωνα με την παραγραφο 4 του άρθρου 6».
Στο τέλος της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 μετά τις λέξεις «για όσο χρόνο το Ταμείο κατέχει μετοχές ή άλλα κεφαλαιακά μέσα» προστίθενται οι λέξεις «ή παρακολουθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης των ανωτέρω πιστωτικών ιδρυμάτων».
Το δεύτερο εδάφιο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 3 αντικαθίσταται ως εξής: «Η ανωτέρω μεταφορά πραγματοποιείται σε φορέα ανεξάρτητο από το νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τρόπο που να διασφαλίζεται ότι η οικονομική και νομική θέση των ΕΤΧΣ και ΕΜΣ δεν θα χειροτερεύσει εκ του λόγου αυτού. Αν, κατά τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, και πριν την έναρξη της εκκαθάρισης, το Ταμείο δεν έχει πλέον υποχρεώσεις προς το ΕΤΧΣ ή τον ΕΣΜ και δεν κατέχει περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων οι ανωτέρω έχουν εμπράγματες ασφάλειες ή άλλα δικαιώματα, τα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου, γεγομένης της εκκαθαρίσεως, μεταφέρονται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως οιονεί καθολικό του διάδοχο.»
Στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 οι φράσεις «από Επιτροπή Επιλογής που συστήνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με το άρθρο 4Α» αντικαθίστανται με τις φράσεις «από την Επιτροπή Επιλογής του άρθρου 4Α».
Στην περίπτωση α΄ της παρ. 6 του άρθρου 4 μετά τη λέξη «καταδικαστεί» προστίθεται η φράση «με οριστική απόφαση». Στην ίδια περίπτωση διαγράφεται η φράση «για αδικήματα που επιφέρουν ηθική απαξία».
Η περίπτωση δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 4 καταργείται και η περίπτωση ε΄ αναριθμείται ως περίπτωση δ΄.
Η περίπτωση ε΄της παρ. 9 του άρθρου 4 αντικαθί«ε. Εγκρίνει τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις απασχόλησης του προσωπικού του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής αποδοχών. Η πολιτική αποδοχών πρέπει να είναι ανταγωνιστική, με τρόπο ώστε να προσελκύει και να επιτρέπει την παραμονή στις θέσεις εργασίας στελεχών υψηλών προσόντων και εμπειρίας. Κατά την έγκριση της πολιτικής αποδοχών, το Γενικό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του τα επίπεδα αποδοχών στελεχών με όμοια προσόντα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα».
Στην αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4Α προστίθεται εδάφιο ως εξής: «1. Συνίσταται Επιτροπή Επιλογής των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ταμείου, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με τα επόμενα εδάφια.»
Στην περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 4Α, μετά τη λέξη «καταδικαστεί» προστίθεται η φράση «με οριστική απόφαση».
Η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4Α καταργείται και η περίπτωση ε΄ αναριθμείται σε δ΄.
Η περίπτωση ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 4Α αντικαθίσταται ως εξής: «ε. Είναι βουλευτές ή μέλη της Κυβέρνησης ή αξιωματούχοι, υπάλληλοι ή σύμβουλοι οποιουδήποτε Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής ή είναι εντεταλμένοι σύμ είναι κάτοχοι μετοχών αξίας ποσού από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και άνω σε ένα τέτοιο πιστωτικό ίδρυμα ή έχουν οποιοδήποτε χρηματοοικονομικό συμφέρον άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένο με το μετοχικό κεφάλαιο ενός τέτοιου πιστωτικού ιδρύματος ισόποσης αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και άνω. Οι ανωτέρω περιορισμοί ισχύουν για κάθε πρόσωπο που υπηρέτησε σε αντίστοιχη θέση ή κατείχε μετοχές εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ κατά τα τελευταία τρία (3) χρόνια πριν την τοποθέτησή του στα όργανα διοίκησης του Ταμείου. Ομοίως, οι παραπάνω περιορισμοί εφαρμόζονται για κάθε αξιωματούχο, στέλεχος, υπάλληλο ή σύμβουλο καθενός από τα ευρωπαϊκά όργανα και οργανισμούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου».
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4Α αντικαθίσταται ως εξής: «Η αποζημίωση των μελών της Επιτροπής Επιλογής προτείνεται από το Ταμείο και, κατόπιν συμφωνίας με το Euro Working Group, περιλαμβάνεται στην απόφαση διορισμού τους».
Το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 4Α αντικαθίστανται ως εξής: «Μετά τη συγκρότησή της, η Επιτροπή Επιλογής επανεξετάζει την αμοιβή των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ταμείου και, με την υποστήριξη του συμβούλου προσλήψεων, καθορίζει ένα εύρος προτεινόμενων αμοιβών σε αρμονία με αντίστοιχες πολιτικές αποδοχών παρόμοιων φορέων ή οργανισμών που λειτουργούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ειναι τα διεθνή δημόσια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι εθνικοί οργανισμοί διαχείρισης δημόσιας περιουσίας, κατάλληλων για το ρόλο και τις αρμοδιότητές τους ως μελών του Ταμείου, με σκοπό την προσέλκυση και παραμονή στις θέσεις αυτές των ανάλογων υψηλών προσόντων υποψηφίων. Σε περίπτωση που οποιαδήποτε από τις ισχύουσες αμοιβές δεν εμπίπτει στο εύρος αποδοχών, όπως αυτό θα καθοριστεί από την Επιτροπή Επιλογής, η Επιτροπή Επιλογής την προσαρμόζει αναλόγως και εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών για να εκδώσει σχετική απόφαση. Μετά την ολοκλήρωση κάθε διαδικασίας επιλογής, η Επιτροπή Επιλογής προτείνει στον Υπουργό Οικονομικών λίστα των επικρατέστερων υποψηφίων για τη συγκεκριμένη θέση και προσδιορίζει την αμοιβή για κάθε υποψήφιο, εντός του προκαθορισμένου εύρους. Ο Υπουργός Οικονομικών διορίζει τον υποψήφιο επιλογής του με την προτεινόμενη αμοιβή από τη λίστα αυτή, εντός πέντε (5) ημερών από την παραλαβή της».
Στην παράγραφο 4 του άρθρου 6 διαγράφονται τα εισαγωγικά « » από τις λέξεις « συμφωνίας−πλαίσιο».
Στην παράγραφο 6 του άρθρου 6 η φράση «το Ταμείο παράσχει» αντικαθίσταται με τη φράση «το Ταμείο παρέχει».
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.