Νόμοι — ΦΕΚ A' 152/2025
Πειθαρχική εξουσία μπορεί να ασκεί και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.) στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα και στους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού κατόπιν έκθεσης της Αρχής, με την οποία διαπιστώνεται ότι, παρά τη δέσμια αρμοδιότητά τους, τα κατά περίπτωση αρμόδια πειθαρχικά όργανα δεν έχουν ασκήσει τις πειθαρχικές τους αρμοδιότητες ή δεν τις έχουν ασκήσει εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ιδίως όταν επίκειται παραγραφή των παραπτωμάτων. Στην περίπτωση αυτή, ο Διοικητής της Ε.Α.Δ. παραπέμπει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, εφαρμοζόμενου ως προς τη διαδικασία και τις συνέπειες της παραπομπής του άρθρου 124.»
Άρθρο 19
Αύξηση ορίου του προστίμου αποδοχών που μπορούν να επιβάλλουν οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι - Πειθαρχικώς προϊστάμενος υπαλλήλου που δεν υπάγεται στον παρόντα Κώδικα - Παραπομπή πειθαρχικής υπόθεσης από αναρμόδιο όργανο - Τροποποίηση άρθρου 118 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 118 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί της αρμοδιότητας των πειθαρχικώς προϊσταμένων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στην περ. α), η λέξη και ο αριθμός «τριών (3)» αντικαθίστανται από τη λέξη και τον αριθμό «πέντε (5)», αβ) η περ. β) αντικαθίσταται,
- αγ) στην περ. γ), i) οι λέξεις και ο αριθμός «ενός (1) μηνός»
αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «δύο (2) μηνών» και ii) οι λέξεις «το ένα δεύτερο των μηνιαίων αποδοχών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τις αποδοχές ενός (1) μηνός», αδ) στην περ. δ), οι λέξεις «διοικητής του Αγίου Όρους, ο πρόεδρος ή ο επικεφαλής ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, ο διοικητής ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί διοίκηση,» διαγράφονται, β) στην παρ. 3, προστίθεται τρίτο εδάφιο, γ) στην παρ. 4, οι λέξεις «και το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου» διαγράφονται, δ) στο δεύτερο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 118 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 118 Αρμοδιότητα πειθαρχικώς προϊσταμένων
Όλοι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι μπορούν να επιβάλλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Την ποινή του προστίμου μπορούν να επιβάλλουν οι εξής με τις πιο κάτω διακρίσεις:
- α) ο Υπουργός, έως και τις αποδοχές πέντε (5) μηνών,
- β) ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμματείας, ο Υπηρεσιακός Γραμματέας Υπουργείου, ο Γραμματέας και ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης,
ο Ειδικός Γραμματέας Υπουργείου, ο Επόπτης Ο.Τ.Α., ο Διοικητής του Αγίου Όρους, ο πρόεδρος ή ο επικεφαλής ανεξάρτητης αρχής, ο διοικητής ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί διοίκηση, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί του στρατού ξηράς, του ναυτικού και της αεροπορίας, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος έως και τις αποδοχές τεσσάρων (4) μηνών,
- γ) οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων
δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, οι διευθυντές καταστημάτων και οι προϊστάμενοι στρατιωτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού σώματος, αν είναι ανώτατοι αξιωματικοί, έως και τις αποδοχές δύο (2) μηνών και αν είναι ανώτεροι έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός,
- δ) ο υποδιοικητής, ο γενικός γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας νομικού προσώπου έως και
τις αποδοχές ενός (1) μηνός,
- ε) ο πρύτανης Α.Ε.Ι. έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός. Ο κοσμήτορας σχολής Α.Ε.Ι., έως και τα δύο τρίτα
(2/3) των μηνιαίων αποδοχών,
- στ) ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης έως και τα δύο
τρίτα (2/3) των μηνιαίων αποδοχών,
- ζ) ο προϊστάμενος διεύθυνσης έως και το ένα τέταρτο
(1/4) των μηνιαίων αποδοχών.
Η αρμοδιότητα των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη, εκτός εάν από διάταξη νόμου προβλέπεται διαφορετικά.
Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος στον οποίο υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά τον χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. Αν ο υπάλληλος υπηρετεί σε άλλη υπηρεσία από αυτή της οργανικής του θέσης, αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος κατά τον χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος, εφόσον το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή. Αν ο υπάλληλος κατά την τέλεση του παραπτώματος δεν υπηρετεί στην οργανική του θέση, αλλά σε άλλη υπηρεσία που δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο επικεφαλής του φορέα της οργανικής θέσης, ο οποίος επιλαμβάνεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτημα του επικεφαλής της υπηρεσίας, όπου τελέστηκε το παράπτωμα.
Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως.
Αν έχουν επιληφθεί αρμοδίως περισσότεροι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται μόνο από εκείνον που κάλεσε πρώτος σε απολογία τον υπάλληλο. Ο ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος έχει, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα να ζητήσει την παραπομπή σε αυτόν της πειθαρχικής υπόθεσης, εφόσον δεν έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση.
Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο οποίος έχει επιληφθεί, κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του, παραπέμπει την υπόθεση σε οποιονδήποτε ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο μέχρι και τον Υπουργό ή τον επικεφαλής του φορέα. Αν ο Υπουργός ή ο επικεφαλής του φορέα κρίνουν ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας, παραπέμπουν την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 117 η παραπομπή γίνεται από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.»
Άρθρο 20
Σύσταση Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα Προσθήκη άρθρου 119Α στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), προστίθεται άρθρο 119Α ως εξής: «Άρθρο 119Α Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα
Στο Υπουργείο Εσωτερικών συνιστάται συλλογικό όργανο με την ονομασία «Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα», το οποίο είναι αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 119Γ.
Το όργανο αποτελείται από εξήντα (60) μέλη, λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), ως εξής:
- α) έναν (1) Αντιπρόεδρο του Ν.Σ.Κ., ως Συντονιστή,
- β) δεκαπέντε (15) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους,
- γ) είκοσι δύο (22) Παρέδρους του Ν.Σ.Κ. και
- δ) είκοσι δύο (22) Δικαστικούς Πληρεξουσίους του
Ν.Σ.Κ. με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., ορίζονται τα μέλη του και συγκροτείται το όργανο, με διετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί μέχρι δύο (2) φορές για ισόχρονη διάρκεια. Μέλη του Συμβουλίου, των οποίων η θητεία έχει ανανεωθεί δύο (2) φορές, μπορούν να ορίζονται εκ νέου, εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα έξι (6) ετών από τη μόνο για λόγο που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος και πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη. Στην περίπτωση του τετάρτου εδαφίου, καθώς και στην περίπτωση απώλειας της ιδιότητας του λειτουργού του Ν.Σ.Κ. ή στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 119Β, περί περιορισμών στη σύνθεση των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου λόγω πειθαρχικών εκκρεμοτήτων ή ορίου ηλικίας, με απόφαση του Συντονιστή ορίζεται νέος Πρόεδρος ή μέλος στα Κλιμάκια.
Τα μέλη του Συμβουλίου, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, απαλλάσσονται από κάθε άλλη υπηρεσία, με εξαίρεση τον Αντιπρόεδρο και τους Νομικούς Συμβούλους, οι οποίοι συμμετέχουν στα Τμήματα και στην Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ.. Για την υπηρεσιακή κατάσταση των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4831/2021 (Α’ 170), περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα λειτουργεί και συνεδριάζει σε κλιμάκια τριμελούς και πενταμελούς σύνθεσης.
Έδρα του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται το κατάστημα στέγασης των υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών στην Αθήνα.»
Άρθρο 21
Λειτουργία των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα - Προσθήκη άρθρου 119Β στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), προστίθεται άρθρο 119Β ως εξής: «Άρθρο 119Β Λειτουργία των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα - Εξουσιοδοτική διάταξη
Με απόφαση του Συντονιστή συγκροτούνται τα Κλιμάκια του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ως εξής: α) τα Τριμελή Κλιμάκια, τα οποία αποτελούνται από έναν (1) Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, έναν (1) Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) και έναν (1) Δικαστικό Πληρεξούσιο του Ν.Σ.Κ. με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους, β) τα Πενταμελή Κλιμάκια, τα οποία αποτελούνται από έναν (1) Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, δύο (2) Παρέδρους του Ν.Σ.Κ. και δύο (2) Δικαστικούς Πληρεξουσίους του Ν.Σ.Κ. με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους και γ) το Ειδικό Πενταμελές Κλιμάκιο, το οποίο αποτελείται από τον Συντονιστή, δύο (2) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους, με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους, έναν (1) Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. και έναν (1) Δικαστικό Πληρεξούσιο του Ν.Σ.Κ., με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους. Στα Κλιμάκια προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό λειτουργός. Με την ίδια απόφαση του Συντονιστή κατανέμονται και οι καθ’ ύλην αρμοδιότητες των Κλιμακίων.
Οι αποφάσεις των Τριμελών και των Πενταμελών Κλιμακίων κατά την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών, τα οποία διατυπώνουν τη γνώμη τους και ψηφίζουν κατά σειρά αρχαιότητας, αρχίζοντας από το νεότερο μέλος. Σε κάθε Κλιμάκιο ως εισηγητές ορίζονται με πράξη του Προέδρου του μόνο μέλη αυτού, τακτικά ή αναπληρωματικά. Κατ’ εξαίρεση, με απόφαση του Συντονιστή, μετά από αιτιολογημένο αίτημα του Προέδρου του Κλιμακίου, δύναται τακτικά και αναπληρωματικά μέλη άλλων Κλιμακίων να ορίζονται εισηγητές χωρίς δικαίωμα ψήφου. Δεν επιτρέπεται η αποχή από την ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος.
Τα Τριμελή Κλιμάκια βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα όλα τα μέλη τους. Τα Πενταμελή Κλιμάκια βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τρία (3) τουλάχιστον μέλη τους, στα οποία απαραιτήτως περιλαμβάνεται ο Πρόεδρος του Κλιμακίου ή ο αναπληρωτής του. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Αν υπάρξει ισοψηφία, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται για κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο (2) γνώμες, με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται πλειοψηφία, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη οφείλουν να ακολουθήσουν μία από τις επικρατέστερες.
Δεν δύναται να είναι μέλη των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου όσοι έχουν τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή ή εκκρεμεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη ή δεν μπορούν να ασκήσουν καθήκοντα μέλους του Πειθαρχικού Συμβουλίου με πλήρη θητεία εν όψει συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και αποχώρησης από την Υπηρεσία.
Στα Τριμελή ή Πενταμελή Κλιμάκια δύναται, ύστερα από αίτηση του διωκόμενου υπαλλήλου, να παραστεί, χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκπρόσωπος τριτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, προκειμένου να τοποθετηθεί είτε εγγράφως είτε προφορικά ενώπιον του Κλιμακίου. Η μη παράσταση του ανωτέρω εκπροσώπου δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας.
Η λειτουργία των Κλιμακίων διέπεται συμπληρωματικά από τα άρθρα 13 έως 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) περί συγκρότησης, σύνθεσης, συνεδριάσεων, λειτουργίας και περί αποφάσεων, αντίστοιχα.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του Συντονιστή του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εκδίδεται Κανονισμός Λειτουργίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου, για τη ρύθμιση επιμέρους θεμάτων εσωτερικής διάρθρωσης και λειτουργίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου, που δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος ή με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Με την ίδια απόφαση δύναται να καθορίζεται ενιαίος τύπος εγγράφων για τις διαδικασίες, που υλοποιούνται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.» Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα - Προσθήκη άρθρου 119Γ στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), προστίθεται άρθρο 119Γ ως εξής: «Άρθρο 119Γ Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα
Τα Τριμελή Κλιμάκια συνεδριάζουν για να:
- α) εξετάσουν, κατόπιν παραπομπής, σύμφωνα με όσα
ορίζονται στα άρθρα 123 και 124, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, υποθέσεις που αφορούν σε πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία δεν μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, και μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε άλλη ποινή. Αν το Τριμελές Κλιμάκιο κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα δύναται να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, παραπέμπει την υπόθεση στο Πενταμελές Κλιμάκιο, το οποίο, εξετάζοντάς την, μπορεί να επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή,
- β) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ή υπέρ του κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων, με την
επιφύλαξη των περ. γ) και ε) της παρ. 2,
- γ) γνωμοδοτήσουν για τη δυνητική θέση υπαλλήλων
σε καθεστώς αργίας και τη συνέχιση αυτής κατά το άρθρο 104 και εξετάσουν αιτήματα επιστροφής αποδοχών αργίας ή αναστολής άσκησης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 105.
Τα Πενταμελή Κλιμάκια συνεδριάζουν για να:
- α) εξετάσουν, κατόπιν παραπομπής, σύμφωνα με όσα
ορίζονται στα άρθρα 123 και 124, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, υποθέσεις που αφορούν σε πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, και μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή,
- β) εξετάσουν, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, τις πειθαρχικές υποθέσεις των προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και άλλων ανώτατων υπαλλήλων του Δημοσίου και
των Ν.Π.Δ.Δ., συμπεριλαμβανομένων των Υπηρεσιακών Γραμματέων και των Συντονιστών Αποκεντρωμένων Διοικήσεων,
- γ) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ή υπέρ του κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων που
επιβάλλουν πειθαρχική ποινή προστίμου αποδοχών τεσσάρων (4) μηνών και άνω,
- δ) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις που υποβάλλονται υπέρ της Διοίκησης κατά πειθαρχικών αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων,
- ε) εξετάσουν, σε δεύτερο βαθμό, ενστάσεις για την ίδια
υπόθεση, οι οποίες έχουν ασκηθεί υπέρ της Διοίκησης και από τον υπάλληλο ή υπέρ του.
Το Ειδικό Πενταμελές Κλιμάκιο συνεδριάζει για να εξετάσει κατ’ απόλυτη προτεραιότητα υποθέσεις, για τις οποίες μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και οι οποίες θίγουν σοβαρά το κύρος της Υπηρεσίας και προκαλούν το δημόσιο αίσθημα.»
Άρθρο 23
Αρμοδιότητες του Συντονιστή του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα - Προσθήκη άρθρου 119Δ στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), προστίθεται άρθρο 119Δ ως εξής: «Άρθρο 119Δ Αρμοδιότητες του Συντονιστή του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα
Ο Συντονιστής του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα συγκαλεί το Πειθαρχικό Συμβούλιο και μεριμνά για τη λειτουργία των Κλιμακίων του, καθώς και για την εν γένει άσκηση των αρμοδιοτήτων του.
Ο Συντονιστής, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο των ορισθέντων Νομικών Συμβούλων του Κράτους στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Ο Συντονιστής του Πειθαρχικού Συμβουλίου έχει, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
- α) Ορίζει με απόφασή του τους Προέδρους, τα μέλη
και τους Γραμματείς των Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου και τους αναπληρωτές τους. Ως Πρόεδροι ορίζονται μόνο Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 119Β. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών,
- β) κατανέμει τις πειθαρχικές υποθέσεις στα επιμέρους
αρμόδια Κλιμάκια του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αν διαπιστωθεί αναρμοδιότητα του Κλιμακίου του Πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο κατανεμήθηκε αρχικά η υπόθεση, αναπέμπεται με απόφαση του Κλιμακίου στον Συντονιστή για την εκ νέου κατανομή της. Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ περισσότερων Κλιμακίων του Πειθαρχικού Συμβουλίου για την κρίση του ίδιου παραπτώματος αίρονται από τον Συντονιστή.
- γ) ορίζει κατ’ εξαίρεση εισηγητή σύμφωνα με την
παρ. 2 του άρθρου 119Β,
- δ) θέτει στους Προέδρους των Κλιμακίων τα χρονοδιαγράμματα, εντός των οποίων πρέπει να διεκπεραιώνονται οι πειθαρχικές υποθέσεις που τους ανατίθενται και
διασφαλίζει την τήρησή τους,
- ε) υποβάλλει ανά εξάμηνο στους Υπουργούς Εθνικής
Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, καθώς και στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. έκθεση πεπραγμένων του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, όπου καταγράφεται συνοπτικός απολογισμός του έργου του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ιδίως, ο αριθμός
- στ) δύναται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτημα του αρμόδιου Υπουργού ή του επικεφαλής του
φορέα ή του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας κατά την παρ. 4 του άρθρου 117, να εισάγει, με αιτιολογημένη απόφασή του, ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου του Πειθαρχικού Συμβουλίου πειθαρχική υπόθεση, προκειμένου αυτή να εξετασθεί κατά προτεραιότητα, σε περίπτωση που είτε αφορά σε μείζονος βαρύτητας πειθαρχικό παράπτωμα, ιδίως παράπτωμα, το οποίο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης, είτε επίκειται παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος,
- ζ) ορίζει το μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή τον
υπάλληλο που θα διεξάγει πειθαρχική ανάκριση,
- η) αν διαπιστωθεί από το Κλιμάκιο αναρμοδιότητα του
οργάνου που παραπέμπει την πειθαρχική υπόθεση, αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για την εκ νέου παραπομπή της εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από το αρμόδιο όργανο,
- θ) συγκαλεί σε ολομέλεια τα μέλη του Πειθαρχικού
Συμβουλίου για τη συζήτηση επί θεμάτων που αφορούν στο όργανο,
- ι) προεδρεύει στο Πενταμελές Κλιμάκιο, στην περ. γ)
της παρ. 1 του άρθρου 119Β.»
Άρθρο 24
Γραμματειακή υποστήριξη του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα - Προσθήκη άρθρου 119Ε στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), προστίθεται άρθρο 119Ε ως εξής: «Άρθρο 119Ε Γραμματειακή υποστήριξη του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα - Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Η γραμματειακή και εν γένει υποστήριξη του Πειθαρχικού Συμβουλίου παρέχεται από τη Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα του Υπουργείου Εσωτερικών.
Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του Πειθαρχικού Συμβουλίου αναπτύσσεται η ηλεκτρονική εφαρμογή «Ηλεκτρονική Εφαρμογή Παρακολούθησης Πειθαρχικού Δικαίου».
Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), συνιστάται Διεύθυνση Πειθαρχικών Υποθέσεων Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα στη Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού Δημοσίου Τομέα του Υπουργείου Εσωτερικών. Αποστολή της Διεύθυνσης είναι η παροχή γραμματειακής υποστήριξης και συνδρομής στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.) καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν στην ανάπτυξη και λειτουργία της ηλεκτρονικής εφαρμογής της παρ. 2 και στη διασύνδεσή της με το πληροφοριακό σύστημα «Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης» του άρθρου 57 του ν. 5149/2024 (Α’ 169) που τηρείται στο Υπουργείο Εσωτερικών και την ηλεκτρονική βάση δεδομένων του άρθρου 24 του ν. 4807/2021 (Α’ 96), περί παρακολούθησης πειθαρχικών υποθέσεων, που τηρείται στην Ε.Α.Δ., οι έχοντες πρόσβαση στην ηλεκτρονική εφαρμογή, ο τρόπος πρόσβασης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την ηλεκτρονική εφαρμογή.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα της προβλεπόμενης στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 127 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109) διαλειτουργικότητας των Ολοκληρωμένων Πληροφοριακών Συστημάτων Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων («Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.») με το πληροφοριακό σύστημα «Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης» του άρθρου 57 του ν. 5149/2024 που τηρείται στο Υπουργείο Εσωτερικών και με την ηλεκτρονική εφαρμογή της παρ. 2 του παρόντος, οι έχοντες πρόσβαση σε αυτό, ο τρόπος πρόσβασης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα διασύνδεσης του πληροφοριακού συστήματος «Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης» του άρθρου 57 του ν. 5149/2024 και της ηλεκτρονικής εφαρμογής της παρ. 2 του παρόντος με το πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης της κεντρικής βάσης μοναδικής καταχώρισης των στοιχείων επικοινωνίας όλων των φυσικών προσώπων (Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας - ΕΜΕπ), τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας, που οφείλουν να τηρούν οι φορείς, και ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διαδικασία για την πρόσβαση στα στοιχεία που έχουν καταχωρηθεί στο ΕΜΕπ.»
Άρθρο 25
Κατάργηση του κανόνα της χρονικής προτεραιότητας μεταξύ των επιλαμβανόμενων πειθαρχικών συμβουλίων - Τροποποίηση άρθρου 121 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 121 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί ενιαίας κρίσης πειθαρχικών παραπτωμάτων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 οι λέξεις «Υπουργείου ή νομικού προτεραιότητας ανάληψης της υπόθεσης, καταργείται,
- ββ) στην περ. γ) διαγράφονται οι λέξεις «διοικητικού
συμβουλίου των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 121 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 121 Ενιαία κρίση πειθαρχικών παραπτωμάτων
Περισσότερα του ενός πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου υπαλλήλου είναι δυνατόν, κατά την κρίση του πειθαρχικού οργάνου, να κρίνονται ενιαίως, εφόσον σχετίζονται με καθήκοντα υπηρεσιών του ίδιου φορέα.
Περισσότεροι υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, είναι δυνατόν να κρίνονται ενιαίως, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της παρ. 1.
Αν στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 τα πειθαρχικά όργανα που είναι αρμόδια να επιληφθούν είναι διαφορετικά, αρμόδιο για την κρίση όργανο είναι:
- α) μεταξύ περισσότερων πειθαρχικώς προϊσταμένων
ο ιεραρχικώς ανώτερος, και σε περίπτωση προϊσταμένων του αυτού ιεραρχικού επιπέδου, εκείνος που έχει επιληφθεί πρώτος,
- β) [Καταργείται],
- γ) μεταξύ πειθαρχικώς προϊσταμένου και πειθαρχικού
συμβουλίου, το τελευταίο.»
Άρθρο 26
Πειθαρχική ευθύνη μελών Πειθαρχικού Συμβουλίου και προσδιορισμός του χρόνου ολοκλήρωσης της πειθαρχικής διαδικασίας Τροποποίηση άρθρου 122 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 122 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί άσκησης πειθαρχικής δίωξης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο τρίτο εδάφιο της παρ. 1, αα), η λέξη «δύο» αντικαθίσταται από τη λέξη και τον αριθμό «τεσσάρων (4)», αβ) η λέξη «τεσσάρων» αντικαθίσταται από τη λέξη και τον αριθμό «έξι (6)» και αγ) προστίθενται στο τέλος οι λέξεις «, με την επιφύλαξη της περ. δ) της παρ. 3 του άρθρου 119Δ»,
- β) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2, οι λέξεις «μετά από
παραπομπή ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 146Α» αντικαθίσταται από τις λέξεις «σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4831/2021 (Α’ 170) για την πειθαρχική ευθύνη των λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 122 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 122 Άσκηση πειθαρχικής δίωξης
Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την κλήση σε απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την παραπομπή εκτός αν απαιτείται η διεξαγωγή ανάκρισης οπότε ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών, με την επιφύλαξη της περ. δ) της παρ. 3 του άρθρου 119Δ.
Η υπαίτια παράβαση των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 1 αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Το παράπτωμα αυτό, για τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου, εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4831/2021 (Α’ 170) για την πειθαρχική ευθύνη των λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.»
Άρθρο 27
Πειθαρχική συνδιαλλαγή - Προσθήκη άρθρου 122Α στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Μετά το άρθρο 122 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) προστίθεται άρθρο 122Α ως εξής: «Άρθρο 122Α Πειθαρχική συνδιαλλαγή
Σε περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία δεν επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης και είτε εξ αυτών δεν έχει προκληθεί οικονομική ζημία είτε η προκληθείσα ζημία έχει αποκατασταθεί πλήρως από τον υπάλληλο, το ανώτατο μονομελές πειθαρχικό όργανο του φορέα, μετά από αίτημα του πειθαρχικώς διωκόμενου υπαλλήλου, το οποίο μπορεί να υποβληθεί μετά την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μέχρι και την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης ή την παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο, καλεί τον υπάλληλο να εμφανιστεί ενώπιόν του σε συνδιαλλαγή. Ο πειθαρχικώς προϊστάμενος αξιολογεί βάσει των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, του είδους του παραπτώματος, των συνθηκών τέλεσης, της προσωπικότητας του διωκόμενου υπαλλήλου και της εν γένει υπηρεσιακής του διαδρομής, εάν δύναται να εκδοθεί πρακτικό συνδιαλλαγής.
Το πρακτικό συνδιαλλαγής περιέχει κατ’ ελάχιστον:
- α) τον τόπο και τον χρόνο έκδοσής του, β) το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του πειθαρχικώς προϊσταμένου,
- γ) το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και τον βαθμό του
διωκόμενου υπαλλήλου, δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο, ε) την υποβολή αιτήματος συνδιαλλαγής εκ μέρους του διωκόμενου υπαλλήλου, στ) πλήρη αιτιολογία για τους λόγους που, κατά την κρίση του πειθαρχικώς προϊσταμένου, επιτρέπουν τη συνδιαλλαγή στη συγκεκριμένη περίπτωση,
- ζ) βεβαίωση περί απουσίας οικονομικής ζημίας ή περί
ομολογίας του πειθαρχικώς διωκομένου περί αποδοχής της πειθαρχικής ευθύνης για τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις.
Το πρακτικό συνδιαλλαγής υπογράφεται από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο και από τον διωκόμενο υπάλληλο και δεν ανακαλείται. Εντός πέντε (5) ημερών από την κατάρτισή του, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος διαβιβάζει το πρακτικό συνδιαλλαγής, με το σύνολο του πειθαρχικού φακέλου στο πειθαρχικό συμβούλιο.
Το πειθαρχικό συμβούλιο, εκτιμώντας το πρακτικό συνδιαλλαγής και τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις συνδιαλλαγής, κηρύσσει ένοχο τον διωκόμενο και επιβάλλει σε αυτόν πειθαρχική ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι ανώτερη του προστίμου αποδοχών πέντε (5) μηνών και, σε περίπτωση συρροής περισσότερων αδικημάτων, του προστίμου αποδοχών δέκα (10) μηνών. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της συνδιαλλαγής, εφαρμόζεται η παρ. 9.
Αίτημα συνδιαλλαγής δύναται να υποβληθεί και μετά την παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο πριν από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 1 έως 4. Το αίτημα εξετάζεται από το αρμόδιο Κλιμάκιο του πειθαρχικού συμβουλίου και εφόσον επιτευχθεί συνδιαλλαγή, συντάσσεται πρακτικό συνδιαλλαγής σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 και ακολούθως το πειθαρχικό συμβούλιο κηρύσσει ένοχο τον διωκόμενο και επιβάλλει σε αυτόν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, εκτός από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για το αποδιδόμενο στον διωκόμενο πειθαρχικό παράπτωμα.
Κατά του πρακτικού συνδιαλλαγής και της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου, που εκδίδεται κατά την παρούσα διαδικασία, δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο.
Αν επιτευχθεί συνδιαλλαγή, πριν από την ολοκλήρωση πειθαρχικής ανάκρισης ή κλήσης σε απολογία, αυτές θεωρούνται περατωμένες.
Τα αιτήματα πειθαρχικής συνδιαλλαγής εξετάζονται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα κατά απόλυτη προτεραιότητα.
Αν δεν επιτευχθεί η συνδιαλλαγή, η αίτηση θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται μαζί με το οικείο υλικό, και αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας.»
Άρθρο 28
Διαδικασία παραπομπής από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας στο Πειθαρχικό Συμβούλιο - Τροποποίηση άρθρου 123 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 123 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί παραπομπής στο πειθαρχικό συμβούλιο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 1 αντικαθίσταται, β) στην παρ. 2 διαγράφονται οι λέξεις «Γενικός» και «οικείου» και το άρθρο 123 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 123 Παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο
Αν ο Υπουργός ή ο επικεφαλής του φορέα κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται με ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του ή το πειθαρχικό παράπτωμα κρίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το πειθαρχικό συμβούλιο σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 119Γ, παραπέμπει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο. Για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου η πειθαρχική υπόθεση παραπέμπεται για τον ίδιο λόγο στο πειθαρχικό συμβούλιο από το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης ή, αν δεν υπάρχει, από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης. Η παραπομπή είναι υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η οποία θέτει συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η παραπομπή, με κοινοποίηση αυτής στην Αρχή. Στην περίπτωση του τρίτου εδαφίου, εφόσον το αρμόδιο όργανο δεν προβεί στις απαραίτητες ενέργειες εντός της τεθείσας προθεσμίας, ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας παραπέμπει ο ίδιος την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 117.
Ο Υπουργός ή ο Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, όταν λάβει γνώση πειθαρχικού παραπτώματος που τελέσθηκε από υπάλληλο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο εποπτεύεται από αυτόν, παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου.
Δεν επιτρέπεται παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο μετά την έκδοση οριστικής απόφασης για το ίδιο παράπτωμα από οποιοδήποτε πειθαρχικό όργανο.»
Άρθρο 29
Συμπλήρωση φακέλου πειθαρχικής υπόθεσης και συμπληρωματικό παραπεμπτήριο Τροποποίηση άρθρου 124 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 124 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί της διαδικασίας και των συνεπειών παραπομπής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο τέλος της παρ. 3 προστίθενται οι λέξεις «για τις ίδιες πειθαρχικά ελεγκτέες πράξεις», β) προστίθενται παρ. 5, 6 και 7 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 124 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 124 Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής
Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 123, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος.
Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο σύμφωνα με τις διατάξεις του δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το συμβούλιο τους καλεί σε απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία χωρίς γνωστοποίηση του παραπεμπτηρίου. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να αποφασίζει τη συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παραπτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο.
Η έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία ενώπιον άλλου πειθαρχικού οργάνου για τις ίδιες πειθαρχικά ελεγχόμενες πράξεις.
Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται.
Κατά την εξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης από το αρμόδιο Κλιμάκιο, ο εισηγητής μπορεί να ζητεί να προσκομισθούν στοιχεία που λείπουν ή είναι χρήσιμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Οι αρχές προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής έχουν υποχρέωση να αποστείλουν αμελλητί τα στοιχεία και τις πληροφορίες που τους ζητεί. Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών, μαζί με τον υπόλοιπο φάκελο της υπόθεσης πριν από την απολογία του, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 135.
Σε περιπτώσεις εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 117, η έκθεση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και το διαβιβαστικό έγγραφο του Διοικητή της Αρχής υπέχουν θέση παραπεμπτηρίου εγγράφου κατά την έννοια του παρόντος άρθρου και αναζήτηση συμπληρωματικών στοιχείων πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του παρόντος.
Συμπληρωματικό παραπεμπτήριο έγγραφο εκδίδεται και κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο, αν από τη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης για το παράπτωμα, για το οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο, προκύπτει ότι τέλεσε και άλλο ή άλλα πειθαρχικά παραπτώματα ή προκειμένου να συμπεριληφθούν νέα στοιχεία που τροποποιούν ή συμπληρώνουν ουσιωδώς το αρχικό παραπεμπτήριο έγγραφο.»
Άρθρο 30
Ενέργειες μετά τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης - Τροποποίηση άρθρου 125 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 125 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί προκαταρκτικής εξέτασης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 προστίθεται τρίτο εδάφιο, β) η παρ. 3 αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 4, γα) στο πρώτο εδάφιο, η παραπομπή στο άρθρο «45Β» αντικαθίσταται από την παραπομπή στο άρθρο «47», γβ) στο τέλος του δεύτερου εδαφίου, προστίθενται οι λέξεις «(Α’ 141), περί προστασίας μαρτύρων, ή στο πεδίο εφαρμογής των παρ. 3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 4990/2022 (Α’ 210), περί μέτρων για την προστασία έναντι αντιποίνων,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 125 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 125 Προκαταρκτική εξέταση
Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του.
Προκαταρκτική εξέταση μπορεί να ενεργήσει ή να διατάξει κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου. Η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται εντός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία ο πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση των περιστατικών, που πιθανόν συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή, αν η προκαταρκτική εξέταση διεξάγεται από υπάλληλο ύστερα από εντολή του πειθαρχικώς προϊσταμένου, από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η απόφαση της ανάθεσής της. Η προκαταρκτική εξέταση δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης.
Ο υπάλληλος, στον οποίο έχει ανατεθεί η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αφού συγκεντρώσει τα στοιχεία, τα παραδίδει στον πειθαρχικώς προϊστάμενο και εισηγείται γραπτώς, είτε την άσκηση πειθαρχικής δίωξης είτε τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης είτε τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο. Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος κρίνει, με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί στην προκαταρκτική εξέταση, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την εξέταση με αιτιολογημένη έκθεσή του, την οποία κοινοποιεί στον ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο, ο οποίος δύναται να διατάξει τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης ή τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο. Αν, αντιθέτως, κρίνει ότι έχει διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται με ποινή της αρμοδιότητάς του, καλεί τον ελεγχόμενο υπάλληλο σε απολογία σύμφωνα με το άρθρο 134. Αν κρίνει, είτε πριν από την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία είτε μετά την απολογία του, ότι δικαιολογείται η επιβολή βαρύτερης ποινής, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 118. Αν, τέλος, κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, διατάσσει την ενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης.
Κατά την προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται για υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, περί δωροληψίας πολιτικών προσώπων, 159Α, περί δωροδοκίας πολιτικών προσώπων, 235, περί δωροληψίας υπαλλήλου, 236, περί δωροδοκίας υπαλλήλου, 237, περί δωροληψίας και δωροδοκίας δικαστικών λειτουργών, και 237Α, περί εμπορίας επιρροής και μεσαζόντων, του Ποινικού Κώδικα, προστατεύεται πλήρως η ανωνυμία των υπαλλήλων, οι οποίοι, χωρίς να εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην τέλεση των ως άνω πράξεων ή να αποβλέπουν σε ίδιον όφελος, συμβάλλουν ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχουν, στην αποκάλυψη και δίωξή τους, ακόμα και αν αυτοί δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 47 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), περί αποχής από την ποινική δίωξη μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης η ανωνυμία του υπαλλήλου προστατεύεται εφόσον αυτός υπάγεται στο καθεστώς της παρ. 7 του άρθρου 9 του ν. 2928/2001 (Α’ 141), περί περί μέτρων για την προστασία έναντι αντιποίνων.»
Άρθρο 31
Πρόσβαση του διωκόμενου στην έκθεση της ένορκης διοικητικής εξέτασης Δυνατότητα διενέργειας συμπληρωματικής ένορκης διοικητικής εξέτασης - Τροποποίηση άρθρου 126 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 126 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί ένορκης διοικητικής εξέτασης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2, αα) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου» αντικαθίσταται από τη λέξη «φορέα», αβ) στο δεύτερο εδάφιο, i) η λέξη «ενέργεια» αντικαθίσταται από τη λέξη «διενέργεια», ii) προστίθενται στο τέλος οι λέξεις «ή, προκειμένου για ανεξάρτητη αρχή, άλλης ανεξάρτητης αρχής», αγ) στο τρίτο εδάφιο, μετά τη λέξη «περατώνεται» προστίθενται οι λέξεις «εντός της προθεσμίας που τίθεται από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο στην απόφαση ανάθεσης και το αργότερο», αδ) στο τέταρτο εδάφιο προστίθεται στο τέλος η λέξη «άπαξ», αε) προστίθεται νέο πέμπτο εδάφιο,
- β) στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4, οι λέξεις «την πειθαρχική
δίωξη εντός τριών (3) μηνών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «την πειθαρχική δίωξη αμελλητί και το αργότερο εντός ενός (1) μηνός», γ) προστίθενται παρ. 4α και 4β, δ) στην παρ. 6 διαγράφεται η παραπομπή στην παρ. «5», ε) προστίθεται παρ. 7 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 126 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 126 Ένορκη διοικητική εξέταση
Ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ενεργείται κάθε φορά που η υπηρεσία έχει σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Η εξέταση αυτή αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και τον προσδιορισμό των προσώπων που τυχόν ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί. Η ένορκη διοικητική εξέταση δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης.
Η ένορκη διοικητική εξέταση διατάσσεται από οποιονδήποτε πειθαρχικώς Προϊστάμενο και ενεργείται από μόνιμο υπάλληλο με βαθμό Α’ του ίδιου φορέα. Η διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης μπορεί να ανατίθεται και σε μόνιμο δημόσιο υπάλληλο με βαθμό Α’ άλλου Υπουργείου ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του Υπουργείου που το εποπτεύει ή, προκειμένου για ανεξάρτητη αρχή, άλλης ανεξάρτητης αρχής. Η ένορκη διοικητική εξέταση περατώνεται εντός της προθεσμίας που τίθεται από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο στην απόφαση ανάθεσης και το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η απόφαση ανάθεσης διεξαγωγής της. Ο υπάλληλος, ο οποίος διεξάγει την ένορκη διοικητική εξέταση, μπορεί να ζητήσει, με πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής έως έναν(1) μήνα, άπαξ. Για τη χορήγηση της παράτασης εκδίδεται απόφαση του πειθαρχικώς Προϊστάμενου που ανέθεσε την ένορκη διοικητική εξέταση. Αν ο υπάλληλος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος, είναι προϊστάμενος οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου, η εντολή για διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης ανατίθεται σε προϊστάμενο τουλάχιστον ίδιου επιπέδου οργανικής μονάδας.
Κατά την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, εφαρμόζονται αναλόγως η παρ. 3 του άρθρου 130 και το άρθρο 132.
Η ένορκη διοικητική εξέταση ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης του υπαλλήλου που την ενεργεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται, με όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, στον πειθαρχικώς προϊστάμενο ο οποίος διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης. Εφόσον με την έκθεση διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο, ο πειθαρχικώς Προϊστάμενος ασκεί την πειθαρχική δίωξη αμελλητί και το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της έκθεσης. 4Α. Αποκλειστικά σε περίπτωση που μετά την υποβολή της αιτιολογημένης έκθεσης και πριν από την άσκηση πειθαρχικής δίωξης προκύψουν νέα στοιχεία που κατά την κρίση του πειθαρχικώς προϊστάμενου που διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη διαπίστωση της διάπραξης ή μη πειθαρχικού παραπτώματος, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος δύναται να αναθέσει τη διενέργεια συμπληρωματικής εξέτασης στον υπάλληλο που διεξήγαγε την αρχική εξέταση και κατ’ εξαίρεση, αν προκύπτει αντικειμενική αδυναμία, σε άλλον υπάλληλο, τηρουμένης της παρ. 2. Η συμπληρωματική εξέταση ολοκληρώνεται το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης. 4Β. Η παρ. 4 του άρθρου 125, περί προστασίας ανωνυμίας, εφαρμόζεται και κατά τη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης. 4Γ. Η ένορκη διοικητική εξέταση είναι μυστική. Εάν μετά την ολοκλήρωσή της ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ο διωκόμενος δύναται να λάβει γνώση του περιεχομένου της έκθεσης αυτής και των εγγράφων που τη συνοδεύουν στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας. Αν δεν ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, πρόσβαση στην έκθεση και στα έγγραφα που τη συνοδεύουν μπορεί να χορηγηθεί μόνο εφόσον ο ενδιαφερόμενος επικαλείται και αποδεικνύει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης οποιασδήποτε μορφής από ειδικά όργανα δεν θίγονται.
Οι παρ. 7 και 8 του άρθρου 127, καθώς και τα άρθρα 129 και 131, εφαρμόζονται αναλόγως.» από μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή από μόνιμο υπάλληλο - Χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης - Τροποποίηση άρθρου 127 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 127 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί πειθαρχικής ανάκρισης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι παρ. 1, 2 και 3 αντικαθίστανται, β) στην παρ. 6, στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «πειθαρχικού συμβουλίου στον υπάλληλο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Συντονιστή στο μέλος του Συμβουλίου ή στον υπάλληλο», γ) προστίθεται παρ. 9 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 127 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 127 Πειθαρχική ανάκριση
Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται μόνο κατά τη διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου και είναι υποχρεωτική, με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) Όταν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την
αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από τον φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο, μετά από ειδική κρίση του Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη μη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης, κατά την οποία λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη αίτημα του διωκόμενου για εξέταση μαρτύρων, οι οποίοι δεν έχουν εξεταστεί ήδη σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας,
- β) όταν ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του
κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα,
- γ) όταν ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω
κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα,
- δ) όταν έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμφώνως με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
(ν. 4620/2019, Α’ 96) για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα,
- ε) όταν έχει διενεργηθεί, πριν από την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου, ένορκη διοικητική εξέταση
(Ε.Δ.Ε.) ή άλλη ένορκη εξέταση για την απόδοση πειθαρχικού παραπτώματος σε συγκεκριμένο υπάλληλο, εφόσον αυτός ήταν σε θέση να ασκήσει τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 126. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης,
- στ) όταν έχει προηγηθεί πειθαρχική συνδιαλλαγή, η
οποία κατέληξε σε σύνταξη πρακτικού συνδιαλλαγής.
Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο ορίζεται με απόφαση του Συντονιστή, η οποία εκδίδεται κατόπιν αιτήματος του Προέδρου του Κλιμακίου.
Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, με αιτιολογημένη απόφαση του Συντονιστή δύναται να ανατίθεται η διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης σε μόνιμο υπάλληλο τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου που υπηρετεί σε διαφορετικό φορέα από τον φορέα όπου τελέστηκε το παράπτωμα. Αν σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων που να πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση, η διεξαγωγή της πειθαρχικής ανάκρισης ανατίθεται σε υπάλληλο του εποπτεύοντος Υπουργείου. Δεν ενεργούν πειθαρχική ανάκριση: α) τα μέλη του Κλιμακίου, τακτικά και αναπληρωματικά, στα οποία έχει ανατεθεί η υπόθεση, β) το μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου που έχει οριστεί εισηγητής της υπόθεσης, γ) τα πρόσωπα, στα οποία αποδίδεται το πειθαρχικό παράπτωμα, δ) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν εκδώσει την πειθαρχική απόφαση η οποία κρίνεται κατ’ ένσταση, ε) τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση, στ) τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη. Ο εγκαλούμενος μπορεί να ζητήσει, με έγγραφη αίτηση μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κλήση του για εξέταση, την εξαίρεση εκείνου που διεξάγει την ανάκριση. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, οι λόγοι της εξαίρεσης και να αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει το Κλιμάκιο. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, οι ανακριτικές πράξεις που διενεργήθηκαν στο μεταξύ, είναι άκυρες και επαναλαμβάνονται εξαρχής.
Όποιος διεξάγει ανάκριση δικαιούται να ενεργήσει ανακριτικές πράξεις και εκτός της έδρας του. Επίσης, δικαιούται να ζητήσει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων και εκτός της έδρας του από οποιαδήποτε διοικητική αρχή.
Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική.
Η πειθαρχική ανάκριση περατώνεται εντός ενός (1) μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της σχετικής απόφασης του Συντονιστή στο μέλος του Συμβουλίου ή στον υπάλληλο, που θα τη διενεργήσει, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα.
Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία.
Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος ορίζεται από τον ενεργούντα την ανάκριση.
Το άρθρο 136Β, περί της δυνατότητας παράστασης του διωκομένου με τη χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης εφαρμόζεται αναλόγως.»
Άρθρο 33
Ελάχιστος αριθμός υποχρεωτικά εξεταζόμενων προτεινόμενων μαρτύρων - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 130 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 130 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί της εξέτασης μαρτύρων, η λέξη «πέντε» αντικαθίσταται από τη λέξη και τον αριθμό «τέσσερις (4)» και το άρθρο 130 διαμορφώνεται ως εξής:
Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης του μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία αποτελεί πλημμέλημα και αν είναι υπάλληλος και πειθαρχικό παράπτωμα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του διωκομένου με τον μάρτυρα σε ευθεία γραμμή ή έως και τον δεύτερο βαθμό σε πλάγια γραμμή.
Ο διωκόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής ανάκρισης και της ένορκης διοικητικής εξέτασης και μέχρι το τέλος της εξέτασής του να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο ανακριτής υποχρεούται να εξετάσει τέσσερις (4) τουλάχιστον από τους προτεινόμενους μάρτυρες.
Αν η ένορκη διοικητική εξέταση δεν στρεφόταν κατά συγκεκριμένου προσώπου, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να διενεργήσει συμπληρωματική ανάκριση, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στον διωκόμενο να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων, εκτός εάν αυτός δηλώσει ενώπιον του συμβουλίου ότι δεν επιθυμεί να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων.»
Άρθρο 34
Εισαγωγή υπόθεσης στο Πειθαρχικό Συμβούλιο - Διαδικασία ενώπιον του Κλιμακίου του Συμβουλίου - Αντικατάσταση άρθρου 133 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Το άρθρο 133 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί ενεργειών μετά την ανάκριση, «Άρθρο 133 Εξέταση υπόθεσης
Ο Συντονιστής του Πειθαρχικού Συμβουλίου, όταν λάβει το παραπεμπτήριο έγγραφο, αναθέτει την πειθαρχική υπόθεση σε Κλιμάκιο του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος του Κλιμακίου ορίζει εισηγητή, με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 119Β.
Ο εισηγητής εξετάζει τον φάκελο της υπόθεσης, προκειμένου να εισαχθεί η υπόθεση για συζήτηση στο Κλιμάκιο εντός της προθεσμίας που τίθεται από τον Πρόεδρο του Κλιμακίου.
Ο Πρόεδρος του Κλιμακίου, στο οποίο έχει ανατεθεί μία πειθαρχική υπόθεση, όταν διαβιβαστεί σε αυτόν το πόρισμα της πειθαρχικής ανάκρισης ή, σε περίπτωση μη διενέργειας ανάκρισης κατά την παρ. 1 του άρθρου 127, περί εξαιρέσεων από την υποχρεωτική διενέργεια ανάκρισης, κατόπιν εισήγησης του μέλους που έχει ορισθεί εισηγητής, με πράξη του καλεί τον διωκόμενο σε απολογία, εφόσον απαιτείται. Μετά την υποβολή της απολογίας εντός της προθεσμίας που τάσσεται με την πράξη του Προέδρου ή μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, ο Πρόεδρος ορίζει ημερομηνία κατά την οποία συζητείται η υπόθεση στο Κλιμάκιο.»
Άρθρο 35
Προθεσμία για την κλήση σε απολογία Τροποποίηση άρθρου 134 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 134 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2, αα) τα εδάφια δεύτερο και τρίτο αντικαθίστανται, αβ) στο τέταρτο εδάφιο οι λέξεις «πριν από την έκδοση της απόφασης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο Κλιμάκιο», β) στην παρ. 3 διαγράφονται οι λέξεις «ή στα όργανα του άρθρου 119 του παρόντος» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 134 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 134 Κλήση σε απολογία
Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.
Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά έως πέντε (5) εργάσιμες ημέρες με απόφαση του πειθαρχικώς προϊσταμένου ή του Προέδρου του Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου, μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη, εφόσον υποβάλλεται μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο Κλιμάκιο. Η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή έγγραφης απολογίας.
Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 118 σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο, δεν απαιτείται νέα κλήση σε απολογία.
Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση περατώνεται με την έκδοση απόφασης.»
Άρθρο 36
Προθεσμία κοινοποίησης της ημέρας συνεδρίασης - Παρουσία διωκόμενου και με ηλεκτρονικά μέσα - Δυνατότητα υποβολής αιτήματος για συμμετοχή εκπροσώπου συνδικαλιστικής οργάνωσης στο Πειθαρχικό Συμβούλιο - Συμπλήρωση ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων Τροποποίηση τίτλου Κεφαλαίου Δ’ Τμήματος Β’ Μέρους Ε’ και άρθρου 136 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.
Στον τίτλο του Κεφαλαίου Δ’ του Τμήματος Β’ του Μέρους Ε’ του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτι ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ» και ο τίτλος του Κεφαλαίου Δ’ διαμορφώνεται ως εξής: «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ».
Στο άρθρο 136 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, αα) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «πειθαρχικού συμβουλίου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κλιμακίου», αβ) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «τέσσερις (4) τουλάχιστον πλήρεις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έξι (6) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης», β) στην παρ. 2, βα) στο πρώτο εδάφιο, i) μετά τη λέξη «παραστεί» προστίθενται οι λέξεις «ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου είτε με φυσική παρουσία» ii) στο τέλος προστίθενται οι λέξεις «, είτε με ηλεκτρονικά μέσα», ii) οι λέξεις «των πειθαρχικών συμβουλίων και των διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Δ.Δ.» διαγράφονται, ββ) στο δεύτερο εδάφιο, η λέξη «προσέλευση» αντικαθίσταται από τη λέξη «παρουσία», γ) προστίθεται παρ. 2α, δ) στην παρ. 3, δα) οι λέξεις «πειθαρχικό συμβούλιο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κλιμάκιο του Πειθαρχικού Συμβουλίου», δβ) προστίθενται στο τέλος οι λέξεις «, προσδιορίζοντας τα επιπλέον στοιχεία που κρίθηκαν ανεπαρκή», ε) στην παρ. 4, οι λέξεις «για να προσέλθει ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «, για να παρασταθεί, είτε με φυσική παρουσία είτε με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 136 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 136 Προσδιορισμός ημέρας συνεδρίασης Παράσταση διωκομένου
Μετά την υποβολή της απολογίας ή την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής της, ο Πρόεδρος του Κλιμακίου προσδιορίζει με πράξη του την ημέρα κατά την οποία συζητείται η υπόθεση. Η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνεδρίασης κοινοποιούνται κατά το άρθρο 138 στον διωκόμενο έξι (6) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης.
Ο διωκόμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου είτε με φυσική παρουσία, αυτοπροσώπως ή δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, είτε με ηλεκτρονικά μέσα. Η μη παρουσία του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας. 2.α. Κατόπιν δήλωσης του διωκομένου, η οποία υποβάλλεται στο πειθαρχικό συμβούλιο, στη συνεδρίαση δύναται να παρίσταται και να εκφράσει προφορικά ή εγγράφως τις απόψεις του εκπρόσωπος δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία συμμετέχει σωματείο, στο οποίο ανήκει ο υπάλληλος, με την προσκόμιση ή ηλεκτρονική κατάθεση σχετικής απόφασης της οργάνωσης και βεβαίωσης ότι ο υπάλληλος είναι μέλος σωματείου μέλους τους.
Αν το Κλιμάκιο του Πειθαρχικού Συμβουλίου κρίνει ανεπαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία, αναβάλλει την κρίση της υπόθεσης και διατάσσει συμπληρωματική ανάκριση, προσδιορίζοντας τα επιπλέον στοιχεία που κρίθηκαν ανεπαρκή.
Η υπηρεσία του διωκομένου υποχρεούται να του χορηγεί ανάλογη άδεια, για να παρασταθεί, είτε με φυσική παρουσία είτε με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου κατά την κρίση της υπόθεσής του.»
Άρθρο 37
Διεξαγωγή τηλεματικής συνεδρίασης - Προσθήκη άρθρου 136Α στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) προστίθεται άρθρο 136Α ως εξής: «Άρθρο 136Α Διεξαγωγή τηλεματικής συνεδρίασης και τεχνολογικές προϋποθέσεις Εξουσιοδοτική διάταξη
Σε κάθε αποκεντρωμένη διοίκηση δημιουργούνται ένα (1) ή περισσότερα Γραφεία Τηλεματικής, για την εξυπηρέτηση των αναγκών χρήσης τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης των υπαλλήλων που υπηρετούν σε φορείς που εδρεύουν στα όρια της χωρικής αρμοδιότητας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Το Γραφείο Τηλεματικής λειτουργεί ως απομακρυσμένη αίθουσα του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, με την οποία συνδέεται με τη χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης, για τη διεξαγωγή τηλεματικών συνεδριάσεων.
Το Γραφείο Τηλεματικής είναι κατάλληλα διαμορφωμένο, με τον αναγκαίο ηλεκτρονικό και υποστηρικτικό εξοπλισμό. Ο εξοπλισμός καλύπτει τις προϋποθέσεις για τη συνεχή, ταχεία και ασφαλή μετάδοση και λήψη των δεδομένων της διαδικασίας.
Η τεχνική υποστήριξη ανατίθεται, με απόφαση του οικείου Γραμματέα, σε υπάλληλο της αποκεντρωμένης διοίκησης, η οποία έχει την ευθύνη λειτουργίας του εξοπλισμού.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, δύναται να εξειδικεύονται το πλήθος και η έδρα των Γραφείων Τηλεματικής της παρ. 1 ανά αποκεντρωμένη διοίκηση, το είδος του απαραίτητου για την τηλεματική συνεδρίαση εξοπλισμού, καθώς και διαδικαστικά ζητήματα, ιδίως αναφορικά με τη διεξαγωγή της συζήτησης, την τήρηση πρακτικών, την πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, την υποβολή υπομνήματος, την ακρόαση του διωκομένου από το Πειθαρχικό Συμβούλιο με τεχνολογικά μέσα, όταν το πρόσωπο αυτό παρίσταται με χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης, καθώς και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.» τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης Προσθήκη άρθρου 136Β στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) προστίθεται άρθρο 136Β ως εξής: «Άρθρο 136Β Δυνατότητα παράστασης του διωκομένου με τη χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης
Ο διωκόμενος με αίτημά του, που υποβάλλεται στον Πρόεδρο του Κλιμακίου του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, μετέχει στη συνεδρίαση με φυσική παρουσία, αυτοπροσώπως ή δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, από τόπο διαφορετικό από αυτόν της συνεδρίασης (Γραφείο Τηλεματικής), με τη χρήση τεχνολογιών απομακρυσμένης σύνδεσης. Από το αίτημα του πρώτου εδαφίου μπορεί να παραιτηθεί έως και δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η παρούσα ισχύει και για την παράσταση του εκπροσώπου δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Ο Πρόεδρος του Κλιμακίου, εάν διαπιστώσει ότι δεν είναι εφικτή η σταθερή σύνδεση με το Γραφείο Τηλεματικής, δύναται να αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης ή τη διενέργεια κάθε άλλης διαδικαστικής πράξης, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του διωκομένου.»
Άρθρο 39
Εξαίρεση μελών Κλιμακίων Πειθαρχικού Συμβουλίου - Τροποποίηση άρθρου 137 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 137 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί κωλυμάτων και εξαίρεσης μελών πειθαρχικού συμβουλίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο προστίθενται οι λέξεις «Κλιμακίων του», β) στην παρ. 1, βα) διαγράφονται οι λέξεις «δεν δικαιούνται να διεξάγουν ανάκριση σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 127 του παρόντος ή», ββ) μετά τις λέξεις «στη σύνθεση του» προστίθεται η λέξη «Κλιμακίου», γ) η παρ. 2 αντικαθίσταται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 137 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 137 Κωλύματα και εξαίρεση μελών Κλιμακίων του πειθαρχικού συμβουλίου
Μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου, που έχουν διενεργήσει πειθαρχική ανάκριση στην κρινόμενη υπόθεση, κωλύονται να μετάσχουν στη σύνθεση του Κλιμακίου κατά την κρίση της υπόθεσης αυτής.
Ο διωκόμενος μπορεί με έγγραφη αίτησή του να ζητήσει την εξαίρεση μελών Κλιμακίων του πειθαρχικού συμβουλίου, με την προϋπόθεση ότι με τα υπόλοιπα μέλη, τακτικά και αναπληρωματικά, υπάρχει απαρτία. Αίτηση εξαίρεσης μπορεί να υποβάλλει ο διωκόμενος και για τον εισηγητή που δεν είναι μέλος του Κλιμακίου. Εξαίρεση μπορεί να ζητηθεί για τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 14, περί λόγων αποκλεισμού, και 15, περί λόγων εξαίρεσης, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96), που εφαρμόζονται αναλόγως. Η αίτηση εξαίρεσης υποβάλλεται δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους της εξαίρεσης και να συνοδεύεται από τα στοιχεία με τα οποία αυτοί αποδεικνύονται. Αίτηση εξαίρεσης μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, εφόσον οι λόγοι που τη δικαιολογούν περιήλθαν αποδεδειγμένα σε γνώση του πειθαρχικά διωκομένου σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την έκδοση απόφασης επί της πειθαρχικής υπόθεσης. Για την αίτηση εξαίρεσης μέλους το Κλιμάκιο του πειθαρχικού συμβουλίου αποφασίζει αιτιολογημένα με συμμετοχή των νόμιμων αναπληρωτών των μελών των οποίων ζητείται η εξαίρεση. Τα μέλη που εξαιρούνται αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά τους. Αν εξαιρεθούν το τακτικό και το αναπληρωματικό του μέλος, το Κλιμάκιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη του, εφόσον έχει απαρτία. Όταν η αίτηση εξαίρεσης κατά ενός ή περισσοτέρων μελών του Κλιμακίου ή του εισηγητή κρίνεται ότι είναι αόριστη ως προς τα πραγματικά γεγονότα ή προδήλως ανεπίδεκτη εκτίμησης ή ασκείται καταχρηστικά, απορρίπτεται στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του Κλιμακίου, στο οποίο υποβάλλεται. Η εξαίρεση αναπληρωματικού μέλους μπορεί να ζητηθεί και την ημέρα της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή, το Κλιμάκιο αποφασίζει αμέσως επί της αίτησης εξαίρεσης με τα υπόλοιπα μέλη του. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης εξαίρεσης κατά του εισηγητή ή μέλους του Κλιμακίου που έχει οριστεί ως εισηγητής, ορίζεται νέος εισηγητής.
Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 114, αποκλείεται να μετάσχει στο πειθαρχικό συμβούλιο ο ανακριτής ή αυτός που συμμετείχε στο πειθαρχικό συμβούλιο κατά την πρώτη κρίση.»
Άρθρο 40
Δυνατότητα κοινοποιήσεων στον πειθαρχικώς διωκόμενο με ηλεκτρονικά μέσα - Αντικατάσταση άρθρου 138 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Το άρθρο 138 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί κοινοποιήσεων στον διωκόμενο, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 138 Κοινοποιήσεις στον διωκόμενο Η κλήση σε απολογία, το παραπεμπτήριο έγγραφο και κάθε πρόσκληση ή ειδοποίηση ή απόφαση επιδίδονται στον διωκόμενο. Η επίδοση διενεργείται: α) είτε ηλεκτρονικά, στη θυρίδα πολίτη στο Gov.gr, στην οποία δηλώσει στο Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας (ΕΜΕπ) και με σχετική ειδοποίηση (push notification) στο Gov.gr Wallet,
- β) είτε με την αποστολή τους μέσω του ηλεκτρονικού
υπηρεσιακού ταχυδρομείου στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική διεύθυνση του διωκομένου, εφόσον διαθέτει, και, σε κάθε περίπτωση, και στην προσωπική ηλεκτρονική του διεύθυνση, την οποία δηλώνει υποχρεωτικά στην υπηρεσία του. Η επίδοση θεωρείται συντελεσμένη με το πέρας δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ανάρτηση του εγγράφου στη θυρίδα ή την αποστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εκτός εάν ο διωκόμενος αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο του εγγράφου ή εφόσον αυτή η αδυναμία οφείλεται σε λόγους που αφορούν στον φορέα του δημόσιου τομέα. Αν η επίδοση δεν καθίσταται με τους παραπάνω τρόπους εφικτή, τότε διενεργείται με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο στην υπηρεσία του διωκόμενου ή στην κατοικία που έχει δηλώσει στην υπηρεσία του, στον ίδιο προσωπικά ή σε πρόσωπο, με το οποίο συνοικεί. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, αυτός που διενεργεί την επίδοση συντάσσει πράξη στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό.»
Άρθρο 41
Μνεία στην πειθαρχική απόφαση της προθεσμίας άσκησης ένδικων βοηθημάτων κατ’ αυτής - Τροποποίηση άρθρου 140 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 140 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί πειθαρχικής απόφασης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. στ) της παρ. 2, προστίθενται οι λέξεις «η οποία επιβάλλεται να είναι ειδική και να απαντά σε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του πειθαρχικώς διωκομένου», β) στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4, οι λέξεις «ασκήσεως ενστάσεως ή προσφυγής, κατά περίπτωση, ενώπιον του αρμοδίου οργάνου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άσκησης ένστασης ενώπιον αρμόδιου οργάνου ή ένδικου βοηθήματος», και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 140 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 140 Πειθαρχική απόφαση
Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως.
Στην απόφαση μνημονεύονται:
- α) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής της,
- β) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του
μονομελούς πειθαρχικού οργάνου ή των μελών του συλλογικού πειθαρχικού οργάνου,
- γ) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του
κρινόμενου,
- δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση
του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο,
- ε) η υποβολή ή όχι απολογίας,
- στ) η αιτιολογία της απόφασης, η οποία επιβάλλεται
να είναι ειδική και να απαντά σε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του πειθαρχικώς διωκομένου,
- ζ) η γνώμη των μελών του συλλογικού οργάνου που
μειοψήφησαν και
- η) η απαλλαγή του κρινόμενου ή η ποινή που του επιβάλλεται.
Αν η πειθαρχική απόφαση περί της ενοχής του διωκομένου λαμβάνεται κατά πλειοψηφία, όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου ψηφίζουν για την επιβλητέα ποινή. Λευκή ψήφος ή αποχή από την ψηφοφορία δεν επιτρέπεται. Η παράλειψη των στοιχείων που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ), εκτός του ονοματεπώνυμου, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον αυτά προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης.
Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα.
Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο με τη φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση ή προσφυγή, με ταυτόχρονη ενημέρωση του πειθαρχικού οργάνου που εξέδωσε την απόφαση. Η κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 138. Στον υπάλληλο γνωστοποιείται επίσης η τυχόν δυνατότητα άσκησης ένστασης ενώπιον αρμόδιου οργάνου ή ένδικου βοηθήματος και η σχετική προθεσμία άσκησής τους.
Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.»
Άρθρο 42
Δικαίωμα άσκησης ένστασης και κοινοποίηση για υποβολή αντιρρήσεων κατά πειθαρχικής απόφασης - Τροποποίηση άρθρου 141 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 141 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι παρ. 1 και 2 αντικαθίστανται, β) στην παρ. 3,
- βα) στο πρώτο εδάφιο διαγράφονται οι λέξεις «ή του
Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου», ββ) στην περ. β) διαγράφονται οι λέξεις «οι πρόεδροι των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119,», γ) στην παρ. 4, γα) το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται, γβ) το τέταρτο εδάφιο καταργείται, δ) στην παρ. 5, δα) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «Τα πειθαρχικά συμβούλια και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Το πειθαρχικό συμβούλιο», δβ) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «το οικείο συμβούλιο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το πειθαρχικό συμβούλιο», ε) στην παρ. 6, εα) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται, εβ) το δεύτερο εδάφιο, περί της δυνατότητας του πειθαρχικού συμβουλίου να αποφασίζει την άμεση εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, καταργείται, στ) η παρ. 7 αντικαθίσταται, ζ) η παρ. 8, περί άσκησης του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 141 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 141 Ένσταση
Οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων του άρθρου 118 υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου του πειθαρχικού συμβουλίου.
Οι αποφάσεις των Κλιμακίων του πειθαρχικού συμβουλίου δεν υπόκεινται σε ένσταση.
Ένσταση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούνται να ασκήσουν:
- α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και
- β) υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε
πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο Υπουργός, καθώς και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.
Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό. Ασκηθείσα ένσταση υπέρ της διοίκησης κοινοποιείται υποχρεωτικώς στον υπάλληλο με την ενημέρωση ότι έχει τη δυνατότητα υποβολής αντιρρήσεων εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της ένστασης υπέρ της διοίκησης ή από την πλήρη γνώση αυτής.
Το πειθαρχικό συμβούλιο, όταν κρίνει μετά από ένσταση του υπαλλήλου ή υπέρ του, δεν μπορεί να χειροτερεύει τη θέση του. Όταν κρίνει ένσταση υπέρ της διοίκησης, δεν μπορεί να επιβάλει ελαφρότερη ποινή από αυτήν που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται ενστάσεις τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της διοίκησης, το πειθαρχικό συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλλει.
Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκησή της, καθώς και η προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων και η υποβολή τους αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων κατά τον χρόνο της αναστολής διατηρούνται σε ισχύ.
Η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων κατατίθεται με ποινή απαραδέκτου στο πειθαρχικό συμβούλιο. Η κατάθεση της ένστασης πραγματοποιείται επί αποδείξει, με κάθε πρόσφορο μέσο. Για την κατάθεση της ένστασης συντάσσεται πράξη στο σώμα της ένστασης, που φέρει ημερομηνία κατάθεσης και παραλαβής, το όνομα και την υπογραφή αυτού που κατέθεσε, εφόσον κατατίθεται αυτοπροσώπως, και το όνομα και την υπογραφή αυτού που παρέλαβε την ένσταση. Η ένσταση κοινοποιείται υποχρεωτικά από τον ενιστάμενο στην υπηρεσία του υπαλλήλου, προκειμένου να αποσταλεί στο πειθαρχικό συμβούλιο ο πλήρης φάκελος της πειθαρχικής υπόθεσης και σε περίπτωση υποβολής ένστασης υπέρ της διοίκησης και στον διωκόμενο υπάλληλο. Στις περιπτώσεις αποστολής της ένστασης με συστημένη αλληλογραφία, ως ημερομηνία κατάθεσης λογίζεται η ημερομηνία κατάθεσης της συστημένης αλληλογραφίας στο ταχυδρομικό κατάστημα.
[Καταργείται].»
Άρθρο 43
Ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση προσφυγής κατά πειθαρχικής απόφασης Τροποποίηση άρθρου 142 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 142 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί προσφυγής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, οι λέξεις «Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και των πειθαρχικών συμβουλίων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πειθαρχικού συμβουλίου», β) η παρ. 2 αντικαθίσταται, γ) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4, διαγράφονται οι λέξεις «της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 141 και των διατάξεων», δ) στην παρ. 5, δα) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «Το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το αρμόδιο διοικητικό εφετείο», δβ) στο τέλος του τρίτου εδαφίου προστίθενται οι λέξεις «, εκτός εάν το δικαστήριο κατά τη χορήγηση της αναστολής έχει κρίνει διαφορετικά», και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 142 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 142 Προσφυγή
Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης.
Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που κρίνουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, πλην της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου αποδοχών έως ενός (1) μηνός, με την επιφύλαξη της παρ. 1.
Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας με αίτημα την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης και ενώπιον του διοικητικού εφετείου κατά τα ειδικώς οριζόμενα στις διατάξεις περί πειθαρχικής αρμοδιότητας του Διοικητή της Αρχής.
Η προθεσμία για την άσκηση της ανωτέρω προσφυγής αρχίζει από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απόφασης. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμόδιου διοικητικού εφετείου διέπονται από τις κείμενες διατάξεις με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 5.
Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το αρ εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του προσφεύγοντος ή ευδοκίμηση της προσφυγής, εκτός εάν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αποκλείουν τη χορήγηση της αναστολής. Στην περίπτωση χορήγησης αναστολής, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) μηνών από τη χορήγησή της, άλλως η χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης παύει να ισχύει, εκτός εάν το δικαστήριο κατά τη χορήγηση της αναστολής έχει κρίνει διαφορετικά.
Σε κάθε περίπτωση, η εκδίκαση της προσφυγής από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο γίνεται μέσα σε οκτώ (8) μήνες από την περιέλευσή της στο οικείο δικαστήριο.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το διοικητικό εφετείο, όταν κρίνουν ύστερα από προσφυγή του υπαλλήλου, δεν μπορούν να χειροτερεύουν τη θέση του.»
Άρθρο 44
Δικαίωμα υποβολής αίτησης επανάληψης πειθαρχικής διαδικασίας - Τροποποίηση άρθρου 143 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 143 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 1 αντικαθίσταται, β) στην παρ. 2, βα) πριν από τις λέξεις «πειθαρχικό συμβούλιο» διαγράφεται η λέξη «αρμόδιο», ββ) μετά από τις λέξεις «πειθαρχικό συμβούλιο» διαγράφονται οι λέξεις «ή στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κατά περίπτωση, στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος κατά τον χρόνο τέλεσης του παραπτώματος»,
- γ) στην παρ. 3, στα εδάφια πρώτο και δεύτερο, μετά από
τη λέξη «εκδοθεί» προστίθεται η λέξη «αμετάκλητη» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 143 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 143 Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας
Την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 114, ζητούν: α) ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση κατόπιν αίτησής του, η οποία υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τότε που η ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη και β) υποχρεωτικά τα όργανα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 123, όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τότε που κατέστη αμετάκλητη ή από τότε που έλαβαν γνώση.
Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας απευθύνεται στο πειθαρχικό συμβούλιο.
Αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να απαλλαγεί ο υπάλληλος. Αν ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί με οριστική ή προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί μετά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου να αποφασίσει και τη βαθμολογική ή μισθολογική του αποκατάσταση. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο υπάλληλος παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται.»
Άρθρο 45
Εκτέλεση πειθαρχικής απόφασης Τροποποίηση άρθρου 144 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο άρθρο 144 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί εκτέλεσης απόφασης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) το πρώτο εδάφιο της παρ. 1, αντικαθίσταται, β) στην παρ. 2, προστίθεται δεύτερο εδάφιο, γ) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 οι λέξεις «θεωρείται χρόνος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «αποτελεί χρόνο», δ) οι παρ. 4 και 6 αντικαθίστανται και το άρθρο 144 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 144 Εκτέλεση απόφασης
Η πειθαρχική απόφαση, κατά της οποίας δεν προβλέπεται δικαίωμα ένστασης ή κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένσταση, καθώς και η απόφαση που εκδίδεται επί της ένστασης εκτελείται, εκτός εάν έχει διαταχθεί αναστολή σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 142. Η εκτέλεση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Παράλειψη εκτέλεσης της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.
Σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής.
Κατά τον χρόνο της προσωρινής παύσης ο υπάλληλος απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας.
Όποιος τιμωρείται: α) με υποβιβασμό, δεν κρίνεται για προαγωγή ούτε ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου με οποιονδήποτε τρόπο, εάν δεν παρέλθει από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για προαγωγή,
- β) με αφαίρεση μισθολογικών κλιμακίων, δεν κατατάσσεται στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, εάν δεν παρέλθει
από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο που απαιτείται για αλλαγή μισθολογικού κλιμακίου.
Η πειθαρχική απόφαση, η οποία επιβάλλει πρόστιμο ως ποινή ή χρηματικό ποσό ως διοικητική κύρωση, ποσό της διοικητικής κύρωσης εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη δημοσίων εσόδων. Για την καταβολή βαρύνεται αποκλειστικά ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και όχι οι κληρονόμοι του. Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει ο υπάλληλος κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Όταν αυτό ορίζεται έως το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του, παρακρατείται εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την τελεσιδικία της απόφασης. Όταν είναι μεγαλύτερο, παρακρατείται τμηματικώς κατά μήνα. Η μηνιαία παρακράτηση καθορίζεται με την πειθαρχική απόφαση και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη από το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του υπαλλήλου.
Αν ο διωκόμενος υπάλληλος αθωωθεί αμετάκλητα και εφόσον υποβάλλει σχετικό αίτημα, περίληψη της απόφασης αναρτάται βάσει του αιτήματος του υπαλλήλου στην ιστοσελίδα του φορέα ή δημοσιεύεται σε εφημερίδα που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Έντυπου Τύπου της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων τρίτων προσώπων.»
Άρθρο 46
Γραμματέας στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 146Α Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 146Α του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί συγκρότησης και λειτουργίας Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, οι λέξεις «της ίδιας Γενικής Διεύθυνσης» αντικαθίσταται από τις λέξεις «του ιδίου Υπουργείου» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, λειτουργεί σε τρία τμήματα και αποτελείται από:
- α) έναν (1) Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους, ως Πρόεδρο, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
- β) έξι (6) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους με ισάριθμους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται από
τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
- γ) δύο (2) εν ενεργεία Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων του Υπουργείου Εσωτερικών με δύο (2) αναπληρωτές τους εν ενεργεία Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων ή Διευθύνσεων του ίδιου Υπουργείου,
- δ) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης που είναι
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)