ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 160 11 Ιουλίου 2002 3057
Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 1
Συντάξεις πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών
Στο τέλος του άρθρου 9 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000, ΦΕΚ 153 Α΄) προ?στίθεται παράγραφος 16 ως εξής: «16. α. Για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία από 1ης Ιανουαρίου 2008 ως συντάξιμος μισθός, με βάση τον ο?ποίο κανονίζεται η σύνταξη, λαμβάνεται υπόψη: i. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007, ο οριζόμενος από τις διατάξεις των παραγράφων 1-15 του άρθρου αυτού. ii. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, η οποία διανύεται από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μετά, ποσοστό του πηλίκου της διαι?ρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο υπάλληλος κατά τα πέντε τελευταία έτη που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία αποχωρεί της υπηρεσίας, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμη?νων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πραγματοποιήσει ο υπάλλη?λος εντός της χρονικής αυτής περιόδου. Αν ο υπάλληλος στην ίδια χρονική περίοδο δεν έχει σα?ράντα (40) τουλάχιστον μηνών υπηρεσία, για τον προσ?διορισμό των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών συνυπο?λογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών υπηρε?σίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιόδου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μη?νών. Για τον προσδιορισμό των παραπάνω συνολικών απο?δοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που έλαβε ο υ?πάλληλος κατά τη χρονική περίοδο των προηγούμενων ε?δαφίων της περίπτωσης αυτής, όπως αυτές έχουν δια?μορφωθεί κατά το χρόνο αποχώρησής του από την υπη?ρεσία. Ειδικά για τους υπαλλήλους που θα αποχωρήσουν από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012, για τον προσδιορισμό των συνολικών αποδοχών, θα λαμ?βάνεται υπόψη ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών που έλα?βε ο υπάλληλος από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μέχρι την α?ποχώρησή του, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων απο?δοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπη?ρεσίας του κατά τη χρονική αυτή περίοδο. β. Το ποσοστό της υποπερίπτωσης ii της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79% για όσους αποχωρήσουν το έτος 2008, μειούμενο κατά 1% για καθένα α?πό τα επόμενα έτη αποχώρησης του υπαλλήλου και κατα?λήγει σε 70%, για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά. γ. Ως ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπο?λογίζεται η σύνταξη της υποπερίπτωσης ii της περίπτω?σης α΄ της παραγράφου αυτής, νοείται το σύνολο των α?ποδοχών του υπαλλήλου, οι οποίες έχουν υποβληθεί σε κράτηση για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.»
Οι διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 15 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων καταρ?γούνται και η ακολουθούσα παράγραφος 11 αναριθμείται και λαμβάνει αριθμό 10.
Στο τέλος του άρθρου 15 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται παράγραφος 12 ως εξής: «12. α. Το άθροισμα των ποσών των συντάξεων των υ?ποπεριπτώσεων i και ii της περίπτωσης α΄ της παραγρά?φου 16 του άρθρου 9 του Κώδικα αυτού αποτελεί το ποσό της δικαιούμενης σύνταξης με τον περιορισμό της παρα?γράφου 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, όπου συντρέχει περίπτωση. β. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 9, όπου συντρέχει περίπτωση.» F «18. α. Για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία από 1ης Ιανουαρίου 2008, ως συντάξιμος μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη, λαμβάνεται υπόψη: i. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007, ο οριζόμενος από τις διατάξεις των παραγράφων 1-17 του άρθρου αυτού. ii. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, η οποία διανύεται από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μετά, ποσοστό του πηλίκου της διαι?ρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο στρατιωτικός κατά τα πέντε τελευταία έ?τη που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία α?ποχωρεί της υπηρεσίας, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πραγματοποιήσει ο στρα?τιωτικός εντός της χρονικής αυτής περιόδου. Αν ο στρατιωτικός στην ίδια χρονική περίοδο δεν έχει σαράντα (40) τουλάχιστον μηνών υπηρεσία, για τον προσ?διορισμό των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, συνυπο?λογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών εργασίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιόδου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μηνών. Για τον προσδιορισμό των παραπάνω συνολικών απο?δοχών, λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που έλαβε ο στρατιωτικός κατά τη χρονική περίοδο των προηγούμε?νων εδαφίων της περίπτωσης αυτής, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αποχώρησής του από την υ?πηρεσία. Ειδικά για τους στρατιωτικούς που θα αποχωρήσουν από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012, λαμβάνεται υπόψη ποσοστό του πηλίκου της διαι?ρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο στρατιωτικός από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μέχρι την αποχώρησή του, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας του κατά τη χρονική αυτή περίοδο. β. Το ποσοστό της υποπερίπτωσης ii της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79% για όσους αποχωρήσουν το έτος 2008, μειούμενο κατά 1% για καθένα α?πό τα επόμενα έτη αποχώρησης του στρατιωτικού και κα?ταλήγει σε 70%, για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά. γ. Ως ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπο?λογίζεται η σύνταξη της υποπερίπτωσης ii της περίπτω?σης α΄ της παραγράφου αυτής, νοείται το σύνολο των α?ποδοχών του στρατιωτικού οι οποίες έχουν υποβληθεί σε κράτηση για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.»
Οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 42 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων αντικαθί?στανται ως εξής: «7. α. Το άθροισμα των ποσών των συντάξεων των υπο?περιπτώσεων i και ii της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 18 του άρθρου 34 του Κώδικα αυτού αποτελεί το ποσό της δικαιούμενης σύνταξης με τον περιορισμό της παραγρά?φου 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, όπου συντρέχει περίπτωση. β. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 34, όπου συ?ντρέχει περίπτωση.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 56 του Κώδικα Πολιτι?κών και Στρατιωτικών Συντάξεων αντικαθίσταται ως εξής: «2. α. Η καταβολή της σύνταξης των πολιτικών υπαλλή?λων της προηγούμενης παραγράφου, οι οποίοι αποχω?ρούν από την υπηρεσία λόγω παραίτησης ή για άλλους λόγους πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιο?δότησης, αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής. Μετά τη λήξη της αναστολής αρχίζει η καταβολή της σύνταξης, αναπροσαρμοσμένης με όλες τις αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί, μέχρι την έναρξη καταβολής της. β. Από 1ης Ιανουαρίου 2003 η σύνταξη των γυναικών, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουα?ρίου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου (55ου) έτους της ηλικίας, μει?ώνεται όμως κατά το 1/267 του ποσού αυτής, για κάθε μή?να που υπολείπεται από την έναρξη καταβολής της, μέχρι τη συμπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδό?τησης. Από 1ης Ιανουαρίου 2003, η σύνταξη των ανδρών υπαλ?λήλων, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλή?ρωση του εξηκοστού (60ού) έτους της ηλικίας, μειώνεται όμως κατά 1/267 του ποσού αυτής για κάθε μήνα, που υ?πολείπεται από την έναρξη καταβολής της και μέχρι τη συ?μπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδότησης. γ. Για όσους έχουν προσληφθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1983 και συμπληρώνουν τριακονταπενταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη καταβάλλεται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού όγδοου (58ου) έ?τους της ηλικίας τους. δ. Στην κατά την προηγούμενη περίπτωση τριακοντα?πενταετή συντάξιμη υπηρεσία περιλαμβάνεται και ο χρό?νος που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος με τις διατάξεις του ν.δ. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄) και του Ν.1405/1983 (ΦΕΚ 180 Α΄), όπως αυτές ισχύουν, καθώς και οι προσαυξήσεις των συντάξεων με τριακοστά πέμπτα ή πεντηκοστά. ε. Για όσους έχουν προσληφθεί από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά και συμπληρώνουν τριακονταεπταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη καταβάλλε?ται ολόκληρη, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»
Στο τέλος του άρθρου 3 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Για όσους έχουν προσληφθεί από την 1.1.1993 και μετά και συμπληρώνουν τριακονταεπταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη καταβάλλεται ολόκληρη ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»
Οι παράγραφοι 2 των άρθρων 5 και 9 του Ν. 2084/ 1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) αντικαθίστανται ως εξής: «2. Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε ποσοστό 2% του κατά την προηγούμενη παράγραφο μηνιαίου ασφαλιστέ?ου μισθού, για κάθε έτος πραγματικής συντάξιμης υπη?ρεσίας.»
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 3058 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Μειωμένη επίσης σύνταξη δικαιούνται από 1ης Ιανου?αρίου 2003 και οι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους και πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας τριανταπέντε πλήρων ετών. Η μείωση συνί?σταται στο 1/267 του ποσού αυτής, για κάθε μήνα που υ?πολείπεται από την έναρξη καταβολής της μέχρι τη συ?μπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους.»
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 19 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «Η σύνταξη όμως αυτή αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους προκειμένου για γυναίκες και του 65ου προκειμένου για άνδρες.»
Οι διατάξεις του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), όπου συντρέχει περίπτωση και δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του νόμου αυτού, εξακολουθούν να ισχύουν.
Στο τέλος του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται παράγραφος 11 «11. Από 1ης Ιανουαρίου 2003, ποσό εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ από τα επιδόματα των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων των άρθρων 8 και 13 του Ν. 2470/ 1997 (ΦΕΚ 40 Α΄) και του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α΄), υπόκειται σε όλες τις ασφαλιστικές εισφορές και λαμβά?νεται υπόψη, στη βάση υπολογισμού της σύνταξης των ε?φεξής εξερχομένων από την υπηρεσία, κατά τα 7/35 του ποσοστού αναπλήρωσης της σύνταξης (80%), για κάθε έ?τος που έχουν καταβληθεί οι εισφορές. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν ανάλογη ε?φαρμογή και για τα επιδόματα που καταβάλλονται με τις αποδοχές των λοιπών κατηγοριών υπαλλήλων και λει?τουργών του Δημοσίου, καθώς και των στρατιωτικών πλην των περιπτώσεων που ισχύουν ήδη ευνοϊκότερες ρυθμίσεις ως προς το ύψος του ανωτέρω ποσού.»
Όπου συντρέχει περίπτωση και δεν ορίζεται διαφο?ρετικά στις επί μέρους διατάξεις, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ί?διο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό κα?θεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού των σιδηρο?δρομικών δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του Ν. Δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α΄). ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
Άρθρο 2
Ρυθμίσεις για τους μέχρι την 31.12.1992 ασφαλισμένους
Για τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, ως ειδικά Ταμεία θεωρούνται: Το Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π.Ο.Τ.Ε.). Ο Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π. - Δ.Ε.Η.). Το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Η.Σ.Α.Π. (Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π.). Το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Σ.Π. - Ε.Τ.Ε.). Το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Αγροτικής Τράπε?ζας της Ελλάδος (Τ.Σ.Π.-Α.Τ.Ε.). Το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπέζης Ελλάδος (Τ.Σ.Π.-Τ.Ε.). Το Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Ιονικής Λαϊκής Τρά?πεζας (Τ.Α.Π.-Ι.Λ.Τ.). Το Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Ε.Τ.Β.Α. (Τ.Α.Π.Ε.Τ.Β.Α.). Το Ταμείο Συντάξεων και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.) και Το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρείας « Η ΕΘΝΙΚΗ» (Τ.Α.Π.Α.Ε.Ε.).
Ασφαλισμένοι μέχρι 31.12.1992 στο Ι.Κ.Α. και από 1.1.1983 μέχρι 31.12.1992 στα ανωτέρω Ταμεία, θεμελιώ?νουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 37 ε?τών υποχρεωτικής ασφάλισης ή 11.100 ημερών εργα?σίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη: Ο χρόνος υποχρεωτικής ασφάλισης από παροχή εξαρτη?μένης εργασίας, που πραγματοποιήθηκε σε φορείς κύριας ασφάλισης, ο οποίος συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις δια?τάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄), όπως ισχύει. Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμίδας και σε Ν.Π.Δ.Δ., ο οποίος συνυ?πολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/ 1961 (ΦΕΚ 175 Α΄), όπως ισχύει ή αναγνωρίζεται με τις δια?τάξεις των άρθρων 4-6 του Ν.1405/1983 (ΦΕΚ 180 Α΄). Δεν συνυπολογίζονται για τη συμπλήρωση των 37 ετών ασφάλισης ο χρόνος ασφάλισης πέραν των 300 ημερών εργασίας ανά έτος, καθώς και κάθε άλλος πραγματικός ή πλασματικός χρόνος.
Ασφαλισμένοι των ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότη?σης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Ασφαλισμένοι του προηγούμενου εδαφίου, που υπήχθησαν από 1.1.1983 μέχρι 31.12.1992 στην ασφάλιση ο?ποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης, θεμελιώνουν δι?καίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών α?σφάλισης και του 58ου έτους της ηλικίας τους.
Για τους ασφαλισμένους των ειδικών Ταμείων, οι ο?ποίοι συμπληρώνουν το 65o έτος της ηλικίας τους οι άν?δρες και το 60ό οι γυναίκες, ο ελάχιστος χρόνος για θε?μελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ορίζεται σε 15 έτη ασφάλισης. Ασφαλισμένοι, που μετά τη διακοπή της ασφάλισής τους καθίστανται ανάπηροι σε ποσοστό 67% και άνω και δεν δικαιούνται άλλη σύνταξη για την αιτία αυτή ή απο?βιώνουν και έχουν συμπληρώσει τον πιο πάνω ελάχιστο χρόνο, θεμελιώνουν οι ίδιοι ή τα μέλη οικογένειάς τους δι?καίωμα σύνταξης. Στις πιο πάνω περιπτώσεις, όπου από τις καταστατικές διατάξεις των οικείων φορέων δεν ρυθ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3059 οργανισμού.
α. Ασφαλισμένοι του κλάδου κύριας σύνταξης του Ι.Κ.Α., οι οποίοι συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους και τουλάχιστον 3.500 ημέρες υποχρεωτικής ασφάλι?σης μέχρι 31.12.2007 και δεν παίρνουν ή δεν δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο, Ο.Γ.Α., Ν.Π.Δ.Δ., ή άλλο οργανι?σμό κύριας ασφάλισης, δικαιούνται σύνταξης γήρατος, που υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μη εφαρμοζομέ?νων των διατάξεων της νομοθεσίας περί κατωτάτων ορίων. Το ως άνω ποσό σύνταξης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2/3 ούτε να υπολείπεται του 1/2 του εκάστοτε καταβαλ?λόμενου κατώτατου ορίου γήρατος. Β. Για τη συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης της πα?ραγράφου αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρόνος εξαρ?τημένης εργασίας που έχει διανυθεί στην υποχρεωτική α?σφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄), όπως ισχύει. γ. Στους συνταξιοδοτούμενους με τις διατάξεις της πα?ραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρ?θρου 24 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄), όπως ισχύουν. δ. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβάλλονται από 1.1.2003 έως και 31.12.2007.
Οι ασφαλισμένοι μέχρι 31.12.1992 στο Ι.Κ.Α., οι ο?ποίοι πραγματοποιούν χρόνο ασφάλισης 4.500 ημερών ή 15 ετών από τον οποίο τουλάχιστον τα 4/5 σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, δικαιούνται σύνταξης, με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας οι άνδρες και του 55ου έτους οι γυναίκες, εφόσον 1.000 τουλάχιστον ημέρες εργασίας στα επαγγέλματα αυτά έχουν πραγμα?τοποιηθεί τα τελευταία 13 χρόνια πριν το ανωτέρω όριο ηλικίας. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβάλλονται από 1.1.2003 και εφεξής.
Στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 825/1978, όπως ισχύει, προστίθε?ται διάταξη ως εξής: «Για τη συμπλήρωση των 10.500 ημερών ασφάλισης υ?πολογίζεται και ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας κατ’ ε?ξαίρεση του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1358/ 1983, όπως ισχύει. Ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας δεν συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ελάχιστου χρόνου των 7.500 ημερών ασφάλισης στα βα?ρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.»
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν καταλαμβάνουν όσους έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώ?σουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, με βάση ευνοϊκότερες διατάξεις των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, όπως ι?σχύουν μετά το Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), επιφυλασσο?μένων των διατάξεων του παρόντος που αφορούν τον υ?πολογισμό της σύνταξης.
Για τον υπολογισμό των συντάξεων των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων του Ι.Κ.Α. λαμβάνεται υπόψη σε κάθε περίπτωση το τεκμαρτό ημερομίσθιο της ασφα?λιστικής κλάσης, στην οποία κατατάσσεται ο ασφαλισμέ?νος με βάση το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των α?ποδοχών, μη συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών Χρι?στουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, που έλαβε κατά τα πέντε ημερολογιακά έτη που επιλέγει ε?ντός της δεκαετίας που προηγείται του έτους κατά το ο?ποίο υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης, δια του α?ριθμού των ημερών εργασίας που έχει πραγματοποιήσει εντός των ίδιων πέντε ετών. Εάν ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε επιλεγέντα έτη δεν έχει πραγματοποιήσει 1.000 τουλάχιστον ημέρες εργα?σίας, για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού ημερομισθίου υπολογισμού της σύνταξης συνυπολογίζονται και οι απο?δοχές ημερών εργασίας των μη επιλεγέντων ετών των α?μέσως προηγουμένων εκείνου της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και μέχρι συμπλήρωσης του παραπάνω αριθμού ημερών εργασίας. Εάν δεν συμπληρώνονται οι 1.000 ημέρες εργασίας στη 10ετία που προηγείται του έτους υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού ημερομισθίου υπολογισμού της σύνταξης συνυπολογίζο?νται και οι αποδοχές ημερών εργασίας της αμέσως προη?γούμενης χρονικής περιόδου μέχρι να συμπληρωθεί ο πα?ραπάνω αριθμός ημερών εργασίας. Σε κάθε περίπτωση δεν λαμβάνονται υπόψη αποδοχές πέραν του ανώτατου ορίου του ημερήσιου μισθού της α?νώτατης ασφαλιστικής κλάσης της παρ.1 του άρθρου 37 του Α.Ν.1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α΄), όπως αυτό ισχύει κατά την καταβολή των εισφορών. Για τον προσδιορισμό των ανωτέρω συνολικών αποδοχών, οι αποδοχές του ασφαλισμένου λαμβάνονται υπόψη αναπροσαρμοσμένες κατά το λόγο του τεκμαρτού ημε?ρομισθίου της 15ης ασφαλιστικής κλάσης του Δεκεμβρί?ου του τελευταίου έτους πριν την υποβολή της αίτησης, προς το τεκμαρτό ημερομίσθιο της ίδιας ασφαλιστικής κλάσης του Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο ανάγονται οι αναπροσαρμοζόμενες αποδοχές. Για την κατάταξη σε μία από τις ασφαλιστικές κλάσεις της παρ.1 του άρθρου 37 του Α.Ν.1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α΄), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, λαμβάνονται υπόψη τα ό?ρια μισθών και τα τεκμαρτά ημερομίσθια των ασφαλιστι?κών κλάσεων, όπως αυτά ισχύουν το Δεκέμβριο του έτους πριν την υποβολή της αίτησης. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για αιτήσεις συνταξιοδότησης που θα υποβληθούν από 1.1.2005 και εφεξής.
Η μηνιαία σύνταξη των υπαγομένων στην ασφάλιση των Ταμείων της παρ.1 του παρόντος από 1.1.1983 μέχρι 31.12.1992 καθορίζεται από 1.1.2003 σε 1/35 για κάθε έ?τος ασφάλισης υπολογιζόμενου επί του 80% των συντά?ξιμων αποδοχών. Η ως άνω διάταξη ισχύει και για τους πριν το 1983 α?σφαλισμένους στο Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο.. Η ρύθμιση αυτή ισχύει για τις συντάξεις που χορηγού?νται από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2007.
α. Η μηνιαία σύνταξη όσων έχουν υπαχθεί μέχρι 31.12.1992 στην ασφάλιση των ειδικών Ταμείων, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται από 1.1.2008 και μετά, καθορίζεται σε 1/35 για κάθε έτος ασφάλισης και μέχρι τα 35 έτη και υ?πολογίζεται: 3060 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας. Κατ’ εξαίρεση και όπου από τις καταστατικές διατάξεις των Ταμείων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προβλέπεται, για όσους ασφαλίστηκαν μέχρι 31.12.1982, ευνοϊκότερο ανά έτος ποσοστό υπολογισμού της σύντα?ξης, αυτό εξακολουθεί να ισχύει για το χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2007. ii) Για το από 1.1.2008 και εφεξής χρονικό διάστημα, επί του εκάστοτε ισχύοντος ποσοστού, όπως αυτό προσδιο?ρίζεται στην περ. ε΄ της παραγράφου αυτής, του μέσου ό?ρου των αποδοχών τις οποίες έλαβαν κατά τα πέντε πλή?ρη έτη που προηγούνται του μήνα που υποβάλλεται η αί?τηση για συνταξιοδότηση. β. Ως μέσος όρος αποδοχών νοείται το πηλίκο της διαί?ρεσης των αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για τον υ?πολογισμό της σύνταξης, χωρίς τα δώρα εορτών και το ε?πίδομα αδείας, κατά τα πέντε (5) ανωτέρω έτη, δια του α?ριθμού των μηνών απασχόλησης της ίδιας περιόδου. Αν στην ανωτέρω χρονική περίοδο δεν έχει πραγματο?ποιηθεί απασχόληση σαράντα (40) τουλάχιστον μηνών, για τον προσδιορισμό του μέσου όρου των αποδοχών συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών εργασίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιό?δου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μηνών. Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος ε?κτός εργασίας και απασχόλησης, αν δεν έχουν συμπλη?ρωθεί οι παραπάνω μήνες ή έτη, ο υπολογισμός γίνεται με βάση το σύνολο του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγ?ματοποιηθεί. γ. Για τον προσδιορισμό των παραπάνω συνολικών α?ποδοχών, οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε έτος, πλην των αποδοχών του τελευταίου έτους, πριν την υπο?βολή της αίτησης συνταξιοδότησης, λαμβάνονται υπόψη αυξημένες κατά το ποσοστό αύξησης των συντάξεων, που καθορίζεται από την εισοδηματική πολιτική για τα τα?μεία μισθωτών. δ. Για τον προσδιορισμό του μέσου όρου των αποδοχών όσων υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2012, λαμβάνεται υπόψη το πηλίκο της διαί?ρεσης των συντάξιμων αποδοχών που έλαβαν τους μήνες από 1.1.2008 μέχρι και το μήνα που προηγείται του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, δια του αριθ?μού των μηνών απασχόλησης της ίδιας περιόδου. ε. Για όσους συνταξιοδοτηθούν το έτος 2008 το ποσοστό του μέσου όρου των αποδοχών, με βάση τις οποίες υπολο?γίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79%, μειούμενο κατά 1% για καθένα από τα επόμενα έτη συνταξιοδότησης και μέχρι το 70% για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά. στ. Μετά την 1.1.2008 το ποσό της δικαιούμενης σύντα?ξης αποτελείται από το άθροισμα των δύο ανωτέρω τμη?μάτων.
Όπου από τις ισχύουσες γενικές ή ειδικές διατάξεις προβλέπεται συνταξιοδότηση λόγω γήρατος με μειωμέ?νο όριο ηλικίας, των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων του Ι.Κ.Α. και των ειδικών Ταμείων της παραγράφου 1 του πα?ρόντος άρθρου, το ποσοστό μείωσης για τις χορηγούμε?νες από 1.1.2003 και εφεξής συντάξεις διαμορφώνεται σε 1/267 για κάθε μήνα που λείπει από το κατά περίπτωση α?παιτούμενο πλήρες όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και μέχρι 60 μήνες κατά περίπτωση. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, περί καταβο?λής μειωμένης σύνταξης, δεν έχουν εφαρμογή στις περι?πτώσεις των ασφαλισμένων των παραπάνω ειδικών Τα?μείων, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού.
Διατάξεις με τις οποίες θεσπίζεται ανώτατο όριο σύ?νταξης, καθώς και προσαυξήσεις για χρόνο ασφάλισης, εξακολουθούν να ισχύουν για τους μέχρι 31.12.1992 α?σφαλισμένους.
Άρθρο 3
Ρυθμίσεις για τους μετά την 1.1.1993 ασφαλισμένους του Ι.Κ.Α. και Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης μισθωτών
Ασφαλισμένοι του Ι.Κ.Α. και των Ειδικών Ταμείων θε?μελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρω?ση 37 ετών υποχρεωτικής ασφάλισης ή 11.100 ημερών εργασίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη και συνυπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ/τος 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄), όπως ισχύ?ει, ο χρόνος υποχρεωτικής ασφάλισης από παροχή εξαρ?τημένης εργασίας που πραγματοποιήθηκε σε φορείς κύ?ριας ασφάλισης και ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμίδας, και σε Ν.Π.Δ.Δ.. Δεν συνυπολογίζονται στον παραπάνω χρόνο ασφάλι?σης, ο χρόνος ασφάλισης πέραν των 300 ημερών εργα?σίας ανά ημερολογιακό έτος, καθώς και κάθε άλλος πραγματικός ή πλασματικός χρόνος. 2.α. Το ποσό της βασικής μηνιαίας σύνταξης λόγω γή?ρατος ή αναπηρίας των από 1.1.1993 ασφαλισμένων του Ι.Κ.Α. και Ειδικών Ταμείων Κύριας Ασφάλισης Μισθωτών συνίσταται σε ποσοστό 2% επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) για κάθε έτος ή 300 ημέρες ασφάλισης και μέχρι 35 έτη ή 10.500 ημέρες ασφάλισης. Για κάθε έτος ή 300 ημέρες ασφάλισης πέραν των 35 ε?τών ή 10.500 ημερών ασφάλισης, που πραγματοποιού?νται μετά το 65ο έτος της ηλικίας και μέχρι το 67ο, το α?νωτέρω ποσοστό αυξάνεται σε 3%. Το κατά τα προηγούμενα εδάφια υπολογιζόμενο ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να υπερβαίνει το τε?τραπλάσιο του κατά το έτος 1991 μέσου μηνιαίου κατά κε?φαλή Α.Ε.Π. αναπροσαρμοσμένου με το εκάστοτε ποσο?στό αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων. Επί συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας, εφόσον ο α?σφαλισμένος κρίνεται ανάπηρος κατά την έννοια του ε?δαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 27 του Ν.1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α΄), δικαιούται την κατά τα ανωτέ?ρω πλήρη σύνταξη. Εφόσον ο ασφαλισμένος κρίνεται ανάπηρος κατά την έννοια του εδαφίου β΄ της παρ. 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951(ΦΕΚ 179 Α΄), όπως ισχύει, δικαιούται τα τρία τέταρτα (3/4) της σύνταξης αυτής και, εφόσον κρίνεται μερικά ανάπηρος κατά την έννοια του εδαφίου γ΄ της αυ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3061 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951(ΦΕΚ 179 Α΄), όπως ι?σχύει, δικαιούται την ακέραια ή τα 3/4 της ακεραίας σύ?νταξης, αντίστοιχα. Ο ασφαλισμένος, του οποίου η αναπηρία οφείλεται κα?τά κύριο λόγο σε ψυχιατρικές παθήσεις και κρίνεται ανά?πηρος κατά την έννοια των εδαφίων β΄ και γ΄ της παρ. 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951(ΦΕΚ 179 Α΄), όπως ισχύει, δικαιούται την ακέραια ή τα 3/4 της ακεραίας σύνταξης, αντίστοιχα. β. Το ποσό της σύνταξης των μελών οικογένειας, όπως αυτά ορίζονται από το άρθρο 27 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), υπολογίζεται επί του ποσού της βασικής σύντα?ξης, το οποίο ελάμβανε ο θανών συνταξιούχος λόγω γή?ρατος ή αναπηρίας ή θα εδικαιούτο ο θανών ασφαλισμέ?νος, αν κατά την ημέρα του θανάτου του καθίστατο ανά?πηρος σε ποσοστό 80%, χωρίς οποιαδήποτε επί της βασικής σύνταξης προσαύξηση και ορίζεται ως ποσοστό αυτής, ως εξής: i. για τον επιζώντα σύζυγο ποσοστό 50% της βασικής σύνταξης, ii. για κάθε παιδί ποσοστό 25% της βασικής σύνταξης. Αν πρόκειται για παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς το παραπάνω ποσοστό διπλασιάζεται, εκτός αν δικαιού?ται σύνταξη και από τους δύο γονείς. Το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επι?ζώντος συζύγου και των τέκνων δεν μπορεί να είναι κατώ?τερο του 80% του κατά τα εδάφια α΄ και β΄ της παραγρά?φου 4 του άρθρου αυτού οριζόμενου ποσού ούτε ανώτε?ρο του 100% της σύνταξης του θανόντος. 3.α. Σε περίπτωση συνταξιοδότησης λόγω γήρατος με μειωμένο όριο ηλικίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατά?ξεις του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) το ποσοστό μείωσης της χορηγούμενης σύνταξης από το Ι.Κ.Α. και τα Ειδικά Τα?μεία Κύριας Ασφάλισης Μισθωτών διαμορφώνεται σε 1/267 για κάθε μήνα που λείπει από το πλήρες όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και μέχρι 60 μήνες κατά περίπτωση. β. Κατ’ εξαίρεση, ασφαλισμένοι που έχουν πραγματο?ποιήσει 35 έτη ή 10.500 ημέρες ασφάλισης και έχουν συ?μπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας, δικαιούνται σύνταξη γήρατος μειωμένη κατά 1/267 για κάθε μήνα που λείπει α?πό τη συμπλήρωση του 65ου έτους. 4.α. Το κατώτατο ποσό της χορηγούμενης από το Ι.Κ.Α. και τα Ειδικά Ταμεία Κύριας Ασφάλισης μηνιαίας σύντα?ξης γήρατος, αναπηρίας και εργατικού ατυχήματος ορί?ζεται ίσο με το 70% του κατώτατου μισθού εγγάμου, με πλήρη απασχόληση, όπως ο μισθός αυτός καθορίζεται α?πό την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. του έτους 2002. Το παραπάνω ποσό από την 1.1.2003 και εφεξής ανα?προσαρμόζεται κατά το ποσοστό αύξησης των συντάξε?ων, σύμφωνα με την εκάστοτε καθοριζόμενη εισοδηματι?κή πολιτική. β. Το κατώτερο όριο που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη μειώνεται σε κάθε περίπτωση που ο συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη μειωμένη.
Στους ασφαλισμένους οι οποίοι καθίστανται συνταξι?ούχοι λόγω γήρατος, έχουν χρόνο ασφάλισης άνω των 4.500 ημερών ή 15 ετών ασφάλισης και δικαιούνται τα κα?τώτατα όρια σύνταξης, χορηγείται προσαύξηση 1% για κάθε 300 ημέρες ή ένα έτος ασφάλισης επιπλέον των 4.500 ημερών ή 15 ετών, που υπολογίζεται επί των μηνιαί?ων συντάξιμων αποδοχών του άρθρου 28 παρ.1 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄). Η κατά το προηγούμενο εδάφιο προσαύξηση χορηγεί?ται και στους ασφαλισμένους, οι οποίοι συνταξιοδοτού?νται λόγω γήρατος και η σύνταξη που δικαιούνται είναι με?γαλύτερη των κατώτατων ορίων, εφόσον τα κατώτατα ό?ρια σύνταξης και η προσαύξηση που τους αναλογεί σύμφωνα με τα ανωτέρω υπερβαίνουν το ποσό σύνταξης που δικαιούνται βάσει οργανικών διατάξεων.
Τα κατώτατα όρια συντάξεων των παραπάνω διατά?ξεων προσαυξάνονται κατά 5% για το πρώτο παιδί, 6% για το δεύτερο και 7% για το τρίτο και άνω, εφόσον είναι άγα?μα και ανήλικα και δεν εργάζονται ή είναι ανίκανα για κά?θε βιοποριστική εργασία και δεν λαμβάνουν σύνταξη από οποιοδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο. Η προσαύξηση αυτή παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρω?ση του 24ου έτους της ηλικίας, εφόσον τα παιδιά φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες αναγνωρισμένες σχολές του ε?σωτερικού ή του εξωτερικού. Οι προβλεπόμενες από την παρ.1 του άρθρου 30 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) προσαυξήσεις οικογενειακών βα?ρών εξακολουθούν ισχύουσες στις περιπτώσεις συντάξε?ων γήρατος ή αναπηρίας, οι οποίες υπερβαίνουν τα οριζό?μενα από την παρ.4 α του άρθρου αυτού όρια συντάξεων.
Συντάξεις που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη ι?σχύος του παρόντος νόμου, αναπροσαρμόζονται σύμ?φωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 4 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού. Η ανα?προσαρμογή αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Άρθρο 4
Χρηματοδότηση Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και λοιπές διατάξεις
Το κράτος συμμετέχει στη χρηματοδότηση του Ιδρύ?ματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Ενιαίου Ταμείου Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 2003 μέχρι το έτος 2032, ως εξής:
- α) Κατά την περίοδο από το έτος 2003 μέχρι το έτος
2008 το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. χρηματοδοτείται κατ’ έτος με κυ?μαινόμενα ποσά, τα οποία, κατά μέσο όρο, αντιστοιχούν σε ποσοστό 1% του ετήσιου Ακαθάριστου Εθνικού Προϊ?όντος (Α.Ε.Π.).
- β) Κατά την περίοδο από το έτος 2009 μέχρι το έτος
2032 το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. χρηματοδοτείται κατ’ έτος με πο?σό ίσο προς το 1% του Α.Ε.Π..
Η χρηματοδότηση συνίσταται από τα εξής μέρη:
- α) Ρευστά διαθέσιμα ίσα προς το ποσό που απαιτείται
για τη χρηματοδότηση των αναλογιστικών ελλειμμάτων ε?κάστου τρέχοντος και επόμενου έτους και
- β) Ειδικά ομόλογα μακράς διαρκείας, μη ρευστοποιήσι?μα προ της λήξεως, για τη διασφάλιση της απαιτούμενης
μελλοντικής χρηματοδότησης.
Αν ενταχθούν σταδιακώς στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και άλ?λα Ταμεία, το κράτος αναλαμβάνει την κάλυψη των ελ?λειμμάτων των Ταμείων αυτών. Επίσης αναπροσαρμόζει τη χρηματοδότηση σε επίπεδα που θα αποτρέπουν πρό?σθετες επιβαρύνσεις του Ι.Κ.Α.. 3062 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Τα επιπλέον ποσά χρηματοδότησης υπολογίζονται μό?νο κατά την έκταση που οφείλονται σε δυσμενέστερες ε?ξελίξεις των γενικότερων οικονομικών δεδομένων. Δεν καλύπτονται επιπλέον ελλείμματα που δημιουργούνται α?πό αποφάσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίες κινούνται ε?κτός των ορίων της προγραμματισμένης αύξησης των συ?ντάξεων ή επιτρέπουν τη διεύρυνση των συνταξιοδοτικών παροχών σε μη προβλεπόμενες κατηγορίες από αυτές που έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον εκάστοτε προγραμμα?τισμό της χρηματοδότησης . Από 1.1.2003 δεν ισχύει για το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. εισφορά 10% του Κράτους που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄). Ομοίως δεν ισχύει η ανωτέρω εισφορά για τους κλά?δους σύνταξης των ταμείων που εντάσσονται στο Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ., από την ημερομηνία ένταξής τους.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και καθορίζονται:
- α) τα ποσά της ετήσιας χρηματοδότησης που προβλέ?πονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1,
- β) το ποσό και η διάρκεια των ειδικών ομολόγων που
προβλέπονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2,
- γ) το επίπεδο χρηματοδότησης που προβλέπεται στην
παράγραφο 3,
- δ) οι επιπλέον χρηματοδοτικοί πόροι που προβλέπονται
στην παράγραφο 4,
- ε) η αναπροσαρμογή των προβλέψεων που ορίζεται
στην παράγραφο 4 και κάθε άλλο θέμα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέχρι 31.12.2004, μετά πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και σύμφωνη γνώμη ειδικής επι?στημονικής επιτροπής, επανακαθορίζονται τα επαγγέλ?ματα και οι εργασίες που υπάγονται στον Κανονισμό των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων του Ι.Κ.Α.. Οι από 1.1.2005 απασχολούμενοι για πρώτη φορά υπά?γονται στην ειδική προστασία του εδαφίου β΄ της παρ. 3 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951(ΦΕΚ 179 Α΄), όπως ι?σχύει, εφόσον απασχολούνται σε επαγγέλματα που θα καθοριστούν με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Α?σφαλίσεων, που εκδίδεται έως 30.6.2003, συνιστάται ειδι?κή επιστημονική επιτροπή από άτομα ανεγνωρισμένου ε?πιστημονικού κύρους για τον επανακαθορισμό των επαγ?γελμάτων και των εργασιών που υπάγονται στον Κανονισμό των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων του Ι.Κ.Α.. Οι μέχρι 31.12.2004 ασφαλισμένοι, των οποίων η εργα?σία ή ειδικότητα έχει υπαχθεί στον Κανονισμό Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων του Ι.Κ.Α., όπως ισχύει σήμε?ρα, εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Κα?νονισμού αυτού.
Γυναίκες που ασφαλίζονται στο Ι.Κ.Α., για κάθε παιδί που αποκτούν από 1.1.2003 και εφεξής μπορούν να συ?μπληρώσουν τον οριζόμενο κατά περίπτωση από τις ι?σχύουσες διατάξεις χρόνο ασφάλισης για θεμελίωση συ?νταξιοδοτικού δικαιώματος στο αντίστοιχο προς το χρό?νο ασφάλισης πλήρες όριο ηλικίας με αναγνώριση πλασματικού χρόνου ενός (1) έτους για το πρώτο παιδί, ε?νός και μισού (1 και 1/2) για το δεύτερο και δύο (2) ετών για το τρίτο. Το δικαίωμα αναγνώρισης του αναφερόμενου χρόνου στο προηγούμενο εδάφιο, εφόσον δεν ασκείται από την ασφαλισμένη μητέρα, είναι δυνατόν να ασκείται από τον ασφαλισμένο στο Ι.Κ.Α. πατέρα για τη συμπλήρωση των ι?σχυουσών για τους άνδρες προϋποθέσεων συνταξιοδό?τησης. Στις περιπτώσεις αναγνώρισης χρόνου γονικής άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του Ν. 2084/ 1992 όπως ισχύει, ο χρόνος του πρώτου εδαφίου μειώνε?ται κατά τις αναγνωρισθείσες ημέρες γονικής άδειας. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος δεν μπορεί να συνυπολογι?στεί για τη συμπλήρωση των ελάχιστων απαιτούμενων η?μερών ασφάλισης στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλμα?τα. Το δικαίωμα αναγνώρισης ασκείται κατά την υποβολή της αίτησης πλήρους συνταξιοδότησης λόγω γήρατος. Οι διαδικασίες αναγνώρισης του ανωτέρω πλασματι?κού χρόνου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο αναγνωριζόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις της πα?ραγράφου αυτής πλασματικός χρόνος δεν συνυπολογίζε?ται για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων συ?νταξιοδότησης με 37 έτη ασφάλισης, με τις ειδικές διατά?ξεις περί 35ετίας, όπως κάθε φορά ισχύουν, καθώς και των ειδικών προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότηση μητέρων. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν ισχύουν για τους ασφαλισμέ?νους των Ειδικών Ταμείων της παρ. 1 του άρθρου 2.
Η ειδική εισφορά που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 60 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), όπως ι?σχύουν, καταργείται από 1.1.2008.
Οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης των παραγρά?φων 2, 3, 4, 6, 7 και 12 του άρθρου 2 και οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 3 ισχύουν και για τους φορείς επικουρι?κής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια σύνταξη υπάγονται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. και των Ειδικών Ταμείων του νόμου αυτού.
Από την 1.1.2008 το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και τα λοιπά Ταμεία και Κλάδοι Επικουρικής Ασφάλισης, για όλους τους α?σφαλισμένους από 1.1.1993, καταχωρίζουν και διατη?ρούν σε ατομικούς λογαριασμούς τις εισφορές κάθε α?σφαλισμένου.
Άρθρο 5
Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. - Εντασσόμενοι κλάδοι
Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ιδρύθηκε με το Ν. 6298/1934 (ΦΕΚ 346 Α΄), όπως ισχύει, μετονομάζεται σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Α?σφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.).
Οι κλάδοι σύνταξης των ταμείων Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε., Τ.Σ.Π.-Η.Σ.Α.Π., Τ.Σ.Π.-Ε.Τ.Ε., Τ.Σ.Π.-Α.Τ.Ε., Τ.Α.Π.-Ι.Λ.Τ., Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Β.Α., Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο. και Τ.Α.Π.Α.Ε.-Εθνική έ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3063 μετά από απόφαση των Διοικητικών τους Συμβουλίων και εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης που προκηρύσσε?ται και ανατίθεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικο?νομικών.
Οι αντίστοιχοι κλάδοι των ανωτέρω ταμείων καταρ?γούνται από της εντάξεως και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους περιέρχεται αυτοδι?καίως στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., ως καθο?λικό διάδοχο, χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή δικαι?ώματος υπέρ του Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδι?οίκησης, ή άλλων προσώπων. Εφόσον η περιουσία των ανωτέρω ταμείων είναι ενιαία και όχι χωριστή κατά κλά?δους, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι?κών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και των Διοικητικών Συμβουλίων των εντασσόμενων τα?μείων, το σύνολο της περιουσίας, κινητής και ακίνητης, κα?τανέμεται μεταξύ του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και των ως άνω τα?μείων κατά την αναλογία του ποσοστού εισφορών που πα?ρακρατείται υπέρ εκάστου των εντασσόμενων κλάδων.
Για τη μεταβίβαση των ακινήτων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλί?σεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου ή στα κτηματικά βιβλία.
Εκκρεμείς δίκες με διαδίκους τους εντασσόμενους κλάδους συνεχίζονται από το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. χωρίς δια?κοπή.
Από της εντάξεως οι νέοι εργαζόμενοι οι οποίοι α?σφαλίζονταν στους κλάδους σύνταξης των ανωτέρω τα?μείων, ασφαλίζονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και διέπονται από τη νομοθεσία του. Από της εντάξεως οι ήδη ασφαλισμένοι των ανωτέρω εντασ?σόμενων κλάδων ασφαλίζονται στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και ε?ξακολουθούν να διέπονται ως προς τις προϋποθέσεις συ?νταξιοδότησης και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης από τις διατάξεις της νομοθεσίας των εντασσόμενων κλάδων, όπως ισχύει μετά το Ν.2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) και τις διατάξεις του παρόντος.
Ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε, ο χρό?νος που αναγνωρίσθηκε και εξαγοράσθηκε ως συντάξι?μος στους καταργούμενους κλάδους και ο χρόνος που διανύεται ή αναγνωρίζεται έως την ένταξη στο Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ. λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ..
Οι μέχρι την ένταξη συνταξιούχοι των εντασσόμενων κλάδων καθίστανται συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ, το οποίο στο εξής βαρύνεται με την καταβολή της σύνταξής τους.
Οι συντάξεις ακολουθούν τις αυξήσεις των συντάξε?ων του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ..
Καμία σύνταξη δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα εκάστοτε καταβαλλόμενα κατώτατα όρια των συντάξεων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ..
Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικο?νομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Α?σφαλίσεων ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών του κλάδου σύνταξης των ανωτέρω ταμείων και ειδικότερα η διαδικασία σύγκλισης των εισφορών αυτών προς τις αντίστοιχες που ισχύουν στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., καθώς και η χρονική διάρκεια ισχύος της υποχρέωσης για κάλυψη των ετήσιων οργανικών ελ?λειμμάτων, που προβλέπεται από την παρ. 4 του άρθρου 46 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄).
Οι αποδόσεις του Ειδικού Κεφαλαίου που προβλέ?πονται από το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. ζ΄ του καταστατικού της Εταιρείας Διαχείρισης Ειδικού Κεφαλαίου Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. Α.Ε. (ΕΔΕΚΤ - Ο.Τ.Ε - Α.Ε.) του άρθρου 12 του Ν. 2768/ 1999 (ΦΕΚ 273 Α΄) καταβάλλονται από την ένταξη του Τ.Α.Π.- Ο.Τ.Ε. στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ..
Ο Διοικητής του Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ. διορίζεται με από?φαση του Πρωθυπουργού, μετά από διαβούλευση με τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή, ένα μήνα πριν τη λήξη της θητείας.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι?κών Ασφαλίσεων ρυθμίζεται κάθε θέμα τεχνικού ή λεπτο?μερειακού χαρακτήρα που θα προκύψει κατά την εφαρ?μογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 6
Σύσταση Ε.Τ.Ε.Α.Μ.
Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθω?τών (Ε.Τ.Ε.Α.Μ.), το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υ?πουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, διέπε?ται από το σύνολο των διατάξεων του καταργούμενου Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. και έχει έδρα την Αθήνα. Η έναρξη λει?τουργίας του ορίζεται την 1η Ιουνίου 2003.
Το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών που έχει συσταθεί με το Ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α΄) και είχε ενταχθεί στο Ι.Κ.Α. με το άρθρο 6 του Ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α΄) ως κλάδος με την ονομασία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλί?σεων-Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.Τ.Ε.Α.Μ.)» καταργείται από την πιο πάνω ημερομηνία.
To E.T.E.A.M. αποτελεί καθολικό διάδοχο του καταρ?γούμενου Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. και υπεισέρχεται στα δικαιώμα?τα και τις υποχρεώσεις αυτού.
Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της κινη?τής και ακίνητης περιουσίας του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. περιέρχεται αυτοδικαίως στο νέο φορέα, ως καθολικό διάδοχο, χωρίς την καταβολή φόρου ή τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή άλλου προσώπου.
Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων του Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ. ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Α?σφαλίσεων εκδίδει διαπιστωτική πράξη, η οποία μετα?γράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακεί?ου ή στα κτηματικά βιβλία.
Οι εκκρεμείς δίκες με διάδικο το Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. συ?νεχίζονται στο όνομα του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. χωρίς διακοπή. Τα δι?καστικά προνόμια που είχε το Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. αναγνωρίζο?νται και στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ..
Το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. έχει σκοπό την επικουρική ασφάλιση για παροχή σύνταξης των προσώπων που υπάγονται στην ασφάλισή του σε περίπτωση γήρατος, αναπηρίας, καθώς και των μελών της οικογένειάς τους σε περίπτωση θανά?του του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου.
Στην ασφάλιση του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. υπάγονται υποχρεωτι?κά τα πρόσωπα που βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας υ?πήγοντο στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ..
Οι κατά την ισχύ του παρόντος νόμου ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. καθίστανται ασφα?3064 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Πόροι του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. αποτελούν τα πάσης φύσης έ?σοδα του καταργούμενου Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ., τα έσοδα από εισφορά ασφαλισμένου, εργοδότη, οι πρόσοδοι περιου?σίας, η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών και κά?θε άλλο έσοδο που προκύπτει από τη δραστηριότητά του.
Οι οφειλές του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. προς το καταργού?μενο Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. αποδίδονται στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. μέχρι την 31.12.2003. 13.α. Το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. διοικείται από επταμελές (7) Διοικη?τικό Συμβούλιο που διορίζεται από τον Υπουργό Εργα?σίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αποτελείται από: 1) τον Πρόεδρο με τον νόμιμο αναπληρωτή του, 2) δύο εκπροσώπους των ασφαλισμένων με τους ανα?πληρωτές τους, 3) δύο εκπροσώπους των εργοδοτών με τους αναπλη?ρωτές τους, 4) έναν εκπρόσωπο των συνταξιούχων με τον αναπλη?ρωτή του, 5) έναν υπάλληλο κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Α΄ του Υ?πουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τον αναπληρωτή του. Στο Διοικητικό Συμβούλιο συμμετέχει με δικαίωμα ψή?φου εκπρόσωπος των εργαζομένων, όταν συζητούνται θέματα προσωπικού ή οργάνωσης και λειτουργίας του ταμείου. Ο Πρόεδρος διορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ένα μήνα πριν τη λήξη της θητείας. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. μετέχει άνευ ψήφου κυβερ?νητικός επίτροπος, υπάλληλος με βαθμό κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Α΄ του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Α?σφαλίσεων, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Χρέη Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. ο?ριζόμενος από τον Πρόεδρο. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μετά γνώμη του Δ.Σ. καθορίζονται οι αρ?μοδιότητες και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εκ?δίδεται μέχρι την 31.12.2002 και αναλαμβάνει από 1.1.2003. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. συγκαλείται και συνεδριάζει στους χώρους του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. μέχρι τη μεταστέγαση των υπηρεσιών του. β. Μέχρι τη συγκρότηση της νέας διοίκησης, το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. διοικείται προσωρινά από το Διοικητικό Συμ?βούλιο του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.. Στο προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο ανατίθενται η διοίκηση του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., η διαχείριση της περιουσίας του, η μέριμνα για την είσπραξη των πόρων και η εν γένει εκπλήρωση των σκοπών και στόχων του Ε.Τ.Ε.Α.Μ..
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την έναρξη λειτουργίας του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφα?λίσεων, και μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., ανα?λογιστική μελέτη και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καταρτίζεται ο Κανονισμός Ασφάλισης και Παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., με τον οποίο ορίζονται το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών κατά κατηγορία ασφαλισμέ?νων, οι υπόχρεοι καταβολής και ο χρόνος υποχρέωσης κα?ταβολής των εισφορών, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, ο χρόνος ασφάλισης, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία απονομής των παροχών, το είδος, η έκταση και το ύψος αυτών, οι λόγοι έκπτωσης και αναστολής της κα?ταβολής των παροχών, η παραγραφή των αξιώσεων επί των παροχών, ο χρόνος έναρξης και λήξης του δικαιώμα?τος για την καταβολή των παροχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση για τη λειτουργία και εκπλήρωση των σκοπών του Ε.Τ.Ε.Α.Μ.. Με την ίδια διαδικασία τροποποι?είται και συμπληρώνεται η ήδη ισχύουσα νομοθεσία.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την έναρξη λειτουργίας του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ε?σωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ερ?γασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μετά από γνώμη του Δ.Σ., καταρτίζεται ο Οργανισμός του Ταμείου και συ?στήνονται θέσεις προσωπικού.
Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι?κών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη του Δ.Σ. Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., δύναται να παραμείνει η βεβαίωση και εί?σπραξη των εσόδων του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. στο Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ., να μεταφέρονται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. οργανικές θέσεις μόνιμες και ιδιωτικού δικαίου και προσωπικό που υπηρε?τεί σε αυτές στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ., να ρυθμίζονται θέματα σχετι?κά με την υπηρεσιακή κατάσταση, τη συνταξιοδότηση και τη χορήγηση εφάπαξ του μεταφερόμενου προσωπικού, να καθορίζεται ο τρόπος οικονομικής οργάνωσης και λο?γιστικής λειτουργίας του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., να ρυθμίζονται θέ?ματα αρμοδιοτήτων του προσωπικού, καθώς και κάθε θέ?μα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα, αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφα?λίσεων, μετά από γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Α?σφάλισης, της Γ.Σ.Ε.Ε. και των εργοδοτικών φορέων Σ.Ε.Β., Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., Ε.Σ.Ε.Ε., που υποβάλλεται εντός προ?θεσμίας τριών (3) μηνών από της προσκλήσεως του αρμό?διου Υπουργού, καθορίζεται το σύνολο των επικουρικών ταμείων που θα λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ., κατά ομοειδείς επαγγελματικές κατηγορίες και κλάδους. Με το ίδιο προ?εδρικό διάταγμα καθορίζονται τα κριτήρια, οι όροι, οι προ?ϋποθέσεις ενοποίησης, η επωνυμία για όσα ταμεία επι?κουρικής ασφάλισης ενοποιηθούν, ο διαχωρισμός και η μεταφορά κατηγοριών ασφαλισμένων σε άλλα επικουρικά ταμεία, καθώς και ο διαχωρισμός των περιουσιακών στοιχείων των ταμείων. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενοποιούνται, εφόσον τούτο προβλέπεται, τα υφιστάμενα επικουρικά ταμεία, οι κλάδοι και οι λογαριασμοί επικουρικής ασφάλισης μισθωτών μέ?σα σε χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών από την έκ?δοση του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος. Όσα επι?κουρικά ταμεία, κλάδοι και λογαριασμοί δεν ενοποιηθούν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, συγχωνεύο?νται υποχρεωτικά στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. με διαπιστωτική πράξη ΦΕΚ 160 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3065 όσα δεν καταβάλλουν το εκάστοτε καταβαλλόμενο κατώ?τατο όριο του Ε.Τ.Ε.Α.Μ..
Μέχρι την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγμα?τος για τον Οργανισμό και της υπουργικής απόφασης για τη μεταφορά του προσωπικού, το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. λειτουργεί με την προβλεπόμενη διάρθρωση θέσεων και το προσω?πικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία του καταργούμενου Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ. στο σύνολό της. Μέχρι τη στέγαση των υπηρεσιών του το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. ε?ξυπηρετείται στους χώρους του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ..
Εάν εντός των προβλεπόμενων από το νόμο αυτόν προθεσμιών το Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. δεν εκφέρει την απαι?τούμενη γνώμη για την έκδοση των κανονιστικών πράξε?ων, ο αρμόδιος Υπουργός εκδίδει τις προβλεπόμενες πράξεις τηρουμένης της λοιπής διαδικασίας.
Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουρ?γούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ. με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσε?ων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοι?κητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατι?κό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονο?μίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφα?λίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξι?ούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορρο?πία κάθε ταμείου. ΤΑΜΕΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Άρθρο 7
Σύσταση - Σκοπός
Συνιστώνται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία ιδρύονται και λει?τουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Α?σφαλίσεων. Στην επωνυμία τους περιλαμβάνεται η ένδει?ξη «Ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης - Ν.Π.Ι.Δ.».
Τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης έχουν ως σκο?πό την παροχή στους ασφαλισμένους και δικαιούχους των παροχών, επαγγελματικής ασφαλιστικής προστα?σίας πέραν της παρεχόμενης από την υποχρεωτική κοι?νωνική ασφάλιση για τους ασφαλιστικούς κινδύνους και ενδεικτικά τους κινδύνους γήρατος, θανάτου, αναπη?ρίας, επαγγελματικού ατυχήματος, ασθένειας, διακοπής της εργασίας. Χορηγούν παροχές σε είδος ή σε χρήμα που καταβάλλονται περιοδικώς ή εφάπαξ.
Τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης ιδρύονται προ?αιρετικά ανά επιχείρηση ή κλάδο ή κλάδους εργαζομέ?νων, με πρωτοβουλία των εργαζομένων ή των εργοδοτών ή με συμφωνία των εργοδοτών και των εργαζομένων, υπό την προϋπόθεση ότι ο αριθμός των ασφαλιζομένων κατά επιχείρηση ή επαγγελματικό κλάδο υπερβαίνει τους 100. Επίσης ιδρύονται με πρωτοβουλία των αυτοτελώς απα?σχολουμένων ή των ελεύθερων επαγγελματιών ή των α?γροτών ή των επαγγελματικών τους οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι ο αριθμός των ασφαλιζόμενων με?λών τους υπερβαίνει τους 100.
Το καταστατικό του ταμείου επαγγελματικής ασφά?λισης καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο από τους συμβαλλόμενους ιδρυτές και ρυθμίζει υποχρεωτι?κά: α) τη σύνθεση και τον αριθμό των μελών της Διοίκη?σης του ταμείου, τη διαδικασία ανάδειξης του Προέ?δρου, καθώς και τον τρόπο λειτουργίας της, β) τους πό?ρους του ταμείου, τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτών και /ή εργαζο?μένων), καθώς και τη διαδικασία μεταβολής ή αναπρο?σαρμογής του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών, τα α?ποθεματικά, τον τρόπο επένδυσης, την αντασφάλιση ή α?μοιβαία ασφάλιση, γ) τους όρους εγγραφής και διαγραφής των ασφαλισμένων, δ) τους ασφαλιζόμενους κινδύνους, ε) τα είδη και το ύψος των παροχών προς τους ασφαλισμένους, καθώς και τη διαδικασία αναπροσαρμο?γής τους, θέματα διαδοχικής ασφάλισης, στ) την έδρα του ταμείου και τους εκπροσώπους του, ζ) τη διαδικασία διάλυσης και εκκαθάρισης. Έδρα του ταμείου ορίζεται α?πό το καταστατικό ο τόπος λειτουργίας της διοικήσεώς του. Τα στοιχεία των περιπτώσεων β΄ και ε΄ της παρούσας παραγράφου διαμορφώνονται ανάλογα με το οικονομικό σύστημα που ακολουθεί το ταμείο επαγγελματικής α?σφάλισης.
Τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης που χορηγούν συνταξιοδοτικές παροχές λειτουργούν με βάση το κεφα?λαιοποιητικό σύστημα.
Το καταστατικό του ταμείου δημοσιεύεται στην Εφη?μερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος δεύτερο (τ.Β), μετά α?πό εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοι?νωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εκδίδεται μετά σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής για τα θέματα της αρμοδιότητάς της. Η νομική προσωπικότητα του τα?μείου κτάται από την ως άνω δημοσίευση του καταστατι?κού. Το καταστατικό τροποποιείται με την ίδια διαδικασία που προβλέπεται για την ίδρυση του ταμείου.
Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσε?ων καταχωρίζεται το καταστατικό των ταμείων επαγγελ?ματικής ασφάλισης και κάθε τροποποίησή του. Στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υ?πουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστά?ται Διεύθυνση με τίτλο « Διεύθυνση Επαγγελματικής Ασφά?λισης» με σκοπό τον έλεγχο και την εποπτεία των Ν.Π.Ι.Δ. που συνιστώνται με το άρθρο αυτό και διαρθρώνεται σε δύο (2) τμήματα με τις παρακάτω αρμοδιότητες ως εξής:
- α) Τμήμα Εσωτερικής Νομοθεσίας: Το τμήμα αυτό α?σχολείται με τη μελέτη, επεξεργασία, θέσπιση και επιμέ?λεια εφαρμογής μέτρων που αφορούν θέματα της Επαγ?γελματικής Κοινωνικής Ασφάλισης, την τήρηση Μητρώ?ου, την ενημέρωση και εισήγηση προς τον Υπουργό
Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τη λήψη ανα?γκαίων μέτρων. 3066 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ασφάλιση και προστασία των διακινούμενων εργαζομέ?νων, την παρακολούθηση διαδικασιών και διμερών θεμά?των για τη σύγκλιση των συστημάτων αυτών. Για τις ανάγκες της Διεύθυνσης συνιστώνται στη Γ.Γ.Κ.Α. οι παρακάτω θέσεις προσωπικού: - οκτώ (8) θέσεις κατηγορίας ΠΕ, Κλάδου ΠΕ Κοινωνι?κής Ασφάλισης, στο βαθμό Δ΄ - Α΄, - δύο (2) θέσεις κατηγορίας ΤΕ, Κλάδου Διοικητικού-Λο?γιστικού στο βαθμό Δ΄ - Α΄, - δύο (2) θέσεις κατηγορίας ΔΕ, Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων. Προσόντα διορισμού είναι τα προβλεπόμενα από το Π.Δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α΄).
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογι?στικής Αρχής, ως προς τα θέματα της αρμοδιότητάς της, που εκδίδεται μετά από απόφαση των ταμείων επαγγελ?ματικής ασφάλισης, επιτρέπεται η ενοποίηση ή η διάσπα?ση αυτών ή η σύσταση ομοσπονδιών και ενώσεων με άλλα επαγγελματικά ταμεία (Ν.Π.Ι.Δ. χωρίς κερδοσκοπικό χα?ρακτήρα) στην ημεδαπή ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την ίδια απόφαση και μετά σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Ανα?λογιστικής Αρχής εγκρίνεται το νέο καταστατικό και υπο?βάλλεται σε δημοσίευση και καταχώριση, όπως προβλέ?πεται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου.
Η υπαγωγή στην ασφάλιση των ταμείων επαγγελμα?τικής ασφάλισης είναι προαιρετική. Κάθε εργαζόμενος στην επιχείρηση ή τον κλάδο ή τους κλάδους που λει?τουργεί ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης έχει δικαίωμα να ασφαλίζεται σε ταμείο που λειτουργεί στον επαγγελ?ματικό του χώρο, χωρίς να απαιτείται η συμμετοχή του σε συνδικαλιστική οργάνωση. Κάθε αυτοτελώς απασχολού?μενος, κάθε ελεύθερος επαγγελματίας και κάθε αγρότης έχει δικαίωμα να ασφαλίζεται σε ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης που λειτουργεί στον επαγγελματικό του χώρο χωρίς να απαιτείται η συμμετοχή του σε επαγγελματική οργάνωση. Τα καταστατικά των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης δεν επιτρέπεται να αποκλείουν την ασφάλιση των προσώπων που έχουν δικαίωμα να υπαχθούν σε αυτά ή να θέτουν προϋποθέσεις που εισάγουν διακρίσεις με?ταξύ των προσώπων που έχουν δικαίωμα υπαγωγής. Ο ασφαλισμένος έχει δικαίωμα να επιλέξει σε ποια ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης θα υπαχθεί στην περίπτωση που έχει δικαίωμα υπαγωγής σε περισσότερα ταμεία.
Ο ασφαλισμένος έχει δικαίωμα να ζητήσει τη δια?γραφή του από το ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης, ε?φόσον έχει ελάχιστο χρόνο ασφάλισης τουλάχιστον ενός έτους και προειδοποιήσει προ ενός μηνός περί της ασκή?σεως του δικαιώματός του. Ο ασφαλισμένος στην περί?πτωση αυτή δικαιούται είτε να μεταφέρει τα δικαιώματά του σε άλλο ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης που λει?τουργεί στο χώρο της απασχολήσεώς του είτε να λάβει την παροχή που του αναλογεί σε σχέση με το χρόνο πα?ραμονής του στο ταμείο όταν έχει συμπληρώσει τις προϋ?ποθέσεις για τη χορήγηση παροχής. Τα αυτά δικαιώματα έχει ο ασφαλισμένος και στην περίπτωση της αλλαγής της επαγγελματικής του δραστηριότητας χωρίς χρονικό πε?ριορισμό παραμονής στο ταμείο επαγγελματικής ασφάλι?σης και χωρίς μηνιαία προηγούμενη προειδοποίηση.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογι?στικής Αρχής, καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδι?κασία για την άσκηση του δικαιώματος διαγραφής, για το συνυπολογισμό του χρόνου επαγγελματικής ασφάλισης, τη μεταφορά δικαιωμάτων και το αρμόδιο για τη χορήγηση της παροχής ταμείο, σε περίπτωση διαδοχικής χρονικά ε?παγγελματικής ασφάλισης σε περισσότερα ταμεία στην η?μεδαπή και στην περίπτωση της διαδοχικής χρονικά ασφά?λισης σε περισσότερα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης στην ημεδαπή και σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης που χρημα?τοδοτούνται και από εργοδότες διοικούνται από Διοικητι?κό Συμβούλιο με τετραετή θητεία, στο οποίο μετέχουν οι ασφαλισμένοι - συνταξιούχοι και οι εργοδότες, όπως το καταστατικό ορίζει. Τα λοιπά ταμεία διοικούνται όπως το καταστατικό ορίζει.
Το ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης τηρεί υποχρεωτικά μητρώο ασφαλισμένων.
Ο έλεγχος των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και στοιχείων γίνεται από δύο ορκωτούς ελεγκτές.
Η ασφαλιστική τοποθέτηση των ταμείων επαγγελ?ματικής ασφάλισης γίνεται ως εξής: Ποσοστό μέχρι 10% των τεχνικών αποθεματικών επενδύεται σε ακίνητα, πο?σοστό μέχρι 70% των τεχνικών αποθεματικών επενδύεται σε μετοχές, μεταβιβάσιμα αξιόγραφα εξομοιούμενα με μετοχές και σε ομολογίες εταιρειών σε αναγνωρισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα, σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λοιπές χώρες της αλλοδαπής και ποσοστό μέχρι 20% των τεχνικών αποθεματικών τους σε έντοκα γραμμάτια και τραπεζικές καταθέσεις. Οι επενδύσεις των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης σε χρηματοοικονομικά μέσα, που εκδίδει η χρηματοδο?τούσα επιχείρηση, επιτρέπεται μέχρι ποσοστού 5% των τεχνικών αποθεματικών του ταμείου. Όταν το ταμείο α?σκεί δραστηριότητα για λογαριασμό ομίλου επιχειρήσε?ων, πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια ώστε το ανωτέρω πο?σό να διαφοροποιείται κατάλληλα.
Τα ταμεία επαγγελματικής κοινωνικής ασφάλισης υ?ποχρεούνται στη δημιουργία αποθεματικών, το ύψος των οποίων αντανακλά τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, τις οποίες έχουν αναλάβει έναντι των ασφαλισμένων και των δικαιούχων παροχών. Ο υπολογισμός αυτών πραγ?ματοποιείται από αναλογιστή.
Τα φορολογικά κίνητρα και οι φορολογικές απαλλα?γές για την ασφάλιση στα επαγγελματικά ταμεία καθορί?ζονται από το φορολογικό νόμο.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι?κών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζονται οι όροι λειτουργίας των ταμείων ε?παγγελματικής ασφάλισης (το περιεχόμενο και ο τρόπος τηρήσεως των ετήσιων λογαριασμών, ισολογισμών, εκθέ?σεων, ετήσιων δηλώσεων των αρχών της επενδυτικής τους πολιτικής και εν γένει οικονομικών καταστάσεων και στοιχείων των ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. και, ενδεικτικά, αναλογι?στικές αποτιμήσεις, μελέτες για τη σχέση παγίων με υπο?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3067 χορηγούνται στους ασφαλισμένους και δικαιούχους των παροχών, ο υπολογισμός και η αναπροσαρμογή των τεχνικών αποθεματικών, οι κανόνες για τις επενδύσεις των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης, το περιθώριο φε?ρεγγυότητας, η αντασφάλιση ή αμοιβαία ασφάλιση των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης, το περιεχόμενο και ο τύπος τήρησης του μητρώου ασφαλισμένων.
Πόροι των ταμείων επαγγελματικής ασφάλισης εί?ναι οι τακτικές και έκτακτες εισφορές των ασφαλισμένων, οι τακτικές και έκτακτες εισφορές των εργοδοτών, οι πρό?σοδοι περιουσίας, η απόδοση των κεφαλαίων και αποθε?ματικών και κάθε άλλο έσοδο.
Τα ταμεία έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν τους ασφαλισμένους για τις οικονομικές, τεχνικές και άλλες παραμέτρους της ασφαλιστικής σχέσης, για τα δικαιώ?ματα και τις υποχρεώσεις τους έναντι του ταμείου και εν?δεικτικά για τις αλλαγές των κανόνων του ασφαλιστικού καθεστώτος, για το επιδιωκόμενο επίπεδο παροχών, την πραγματική χρηματοδότηση των παροχών, το επίπεδο των παροχών σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλη?σης και τις οφειλόμενες παροχές.
Τα ταμεία έχουν υποχρέωση να χορηγούν ετησίως τουλάχιστον, με δαπάνη τους, βεβαίωση στους ασφαλι?σμένους για τις καταβληθείσες εισφορές και τα δικαιώ?ματά τους για παροχές.
Τα ταμεία έχουν υποχρέωση να δημοσιεύουν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σε μία ημερήσια εφημερί?δα πανελλήνιας κυκλοφορίας και σε μία οικονομική, τις οι?κονομικές καταστάσεις, τα πιστοποιητικά ελέγχου των ορκωτών ελεγκτών και τα πορίσματα ελέγχου της Εθνι?κής Αναλογιστικής Αρχής.
Άρθρο 8
Εποπτεία - Έλεγχος
Η εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αφορά την τήρηση του νόμου, την προστα?σία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και τη φερεγ?γυότητα των Ν.Π.Ι.Δ.. Ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνι?κών Ασφαλίσεων μπορεί να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα, περιλαμβανομένων των διοικητικών κυρώσεων και ενδεικτικά των διοικητικών προστίμων, για να αποφευχθεί ή αποκατασταθεί οποιαδήποτε δυσλειτουργία επιζήμια για τα συμφέροντα των ασφαλισμένων. Μπορεί, μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, να απαγορεύ?σει την ελεύθερη διάθεση των παγίων, όταν το ταμείο δεν έχει συστήσει επαρκή αποθεματικά, όσον αφορά το σύ?νολο της δραστηριότητάς του, και όταν διαθέτει ανεπαρ?κή πάγια στοιχεία για να καλύψει τα αποθεματικά. Μπορεί να θέσει σε αναγκαστική διαχείριση το ταμείο ή να περιο?ρίσει ή να απαγορεύσει τις δραστηριότητές του μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Κάθε σχετική α?πόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να κοινοποιεί?ται στο εν λόγω ταμείο.
Ο έλεγχος της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής αφορά την οικονομική λειτουργία και βιωσιμότητα των ταμείων σε σχέση με το πρόγραμμα παροχών και επενδύσεων.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία επιβολής διοικη?τικών κυρώσεων, θέσης σε αναγκαστική διαχείριση, διά?λυσης, το ύψος των διοικητικών προστίμων και κάθε ανα?γκαίο θέμα απαραίτητο για την εκτέλεση του παρόντος.
Επί των ασφαλιστικών τοποθετήσεων έχουν προνό?μιο που προηγείται κάθε άλλου γενικού ή ειδικού προνο?μίου και το οποίο ασκείται μετά τη διάλυση του ταμείου για τις απαιτήσεις από παροχές οι ασφαλισμένοι άμεσα και έμμεσα και οι εργαζόμενοι του ταμείου με σχέση ε?ξαρτημένης εργασίας, με εξαίρεση όσους ασκούν τη δι?οίκηση και διαχείριση του ταμείου. Η κατάσχεση της α?σφαλιστικής τοποθέτησης επιτρέπεται μόνο με τελεσίδι?κη δικαστική απόφαση από τους ασφαλισμένους άμεσα και έμμεσα και τους εργαζόμενους.
Σε περίπτωση εκπλειστηρίασης περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί ασφαλιστική τοποθέτηση επιτρέπεται να αναγγελθούν μόνον ασφαλισμένοι, εργαζόμενοι του ταμείου και τρίτοι που έχουν δικαίωμα κατασχέσεως κα?τόπιν τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως.
Σε περίπτωση διάλυσης ταμείου επαγγελματικής α?σφάλισης το προϊόν της εκκαθάρισης στο οποίο ανήκουν και οι εργοδοτικές εισφορές διανέμεται ανάλογα με την ασφαλιστική προσδοκία στους ασφαλισμένους. ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ
Άρθρο 9
Σύσταση - λειτουργία - αρμοδιότητες
Συνιστάται ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επω?νυμία Εθνική Αναλογιστική Αρχή (στο εξής: «Ε.Α.Α.») και έδρα την Αθήνα.
Η Ε.Α.Α. έχει διοικητική αυτοτέλεια και εποπτεύεται α?πό τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως προς τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεών της και την κίνηση πειθαρχικού ελέγχου κατά των μελών της.
Η Ε.Α.Α. συγκροτείται από πέντε (5) μέλη τα οποία διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση και την επαγγελματική τους ικανότητα και διαθέτουν εξειδικευ?μένη εμπειρία σε θέματα αρμοδιότητάς της.
Τα μέλη της Ε.Α.Α. διορίζονται με απόφαση του Υ?πουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από προκήρυξη που δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημε?ρίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας. Με την ίδια απόφαση ο?ρίζονται ως Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος της Ε.Α.Α. δύο από τα μέλη της. Η απόφαση δημοσιεύεται στην Εφημε?ρίδα της Κυβερνήσεως.
Η θητεία των μελών της Ε.Α.Α. είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους τα μέλη της Ε.Α.Α. δεν ανακαλούνται. Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας κενωθεί για οποιονδήποτε λόγο θέση μέλους, διορίζεται νέο μέλος κατά τη διαδικα?σία της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού για το υπόλοι?πο της θητείας του μέλους που αποχώρησε. Κατά την πρώτη συγκρότηση της Ε.Α.Α. η θητεία του Προέδρου και ενός μέλους ορίζεται πενταετής, δύο μελών ορίζεται τε?τραετής και ενός μέλους ορίζεται τριετής.
Τα μέλη της Ε.Α.Α. εκπίπτουν αυτοδικαίως από τη θέ?ση τους αν εκδοθεί σε βάρος τους αμετάκλητη καταδικα?στική απόφαση για αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού σε θέση δημοσίου υπαλλήλου ή έκπτωση δη?3068 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) του άρθρου αυτού. Η θητεία του αναπληρωματικού μέλους διαρκεί όσο διαρκεί η αναστολή.
Τα μέλη της Ε.Α.Α. είναι ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και έχουν προ?σωπική και λειτουργική ανεξαρτησία.
Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, τα μέλη της Ε.Α.Α. απαγορεύεται να είναι εταίροι, μέτοχοι, μέλη διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστές, υπάλληλοι, τεχνικοί ή άλλοι σύμβουλοι ή μελετητές σε επιχείρηση, η οποία αναπτύσ?σει δραστηριότητα στους τομείς των ασφαλίσεων και της αναλογιστικής επιστήμης. Αν μέλη της Ε.Α.Α. κατέχουν εταιρικά μερίδια ή μετοχές των πιο πάνω επιχειρήσεων, τις οποίες έχουν αποκτήσει πριν από το διορισμό τους από οποιαδήποτε αιτία ή κατά τη διάρκεια της θητείας τους μόνο από κληρονομική δια?δοχή, οφείλουν να υποβάλουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δήλωση, με την οποία ανα?λαμβάνουν την υποχρέωση να απέχουν κατά τη διάρκεια της θητείας τους από την ενάσκηση των δικαιωμάτων συμμετοχής και ψήφου στα όργανα διοίκησης, διαχείρι?σης και ελέγχου των επιχειρήσεων. Στην ίδια υποχρέωση υπόκεινται και οι σύζυγοί τους.
Τα μέλη της Ε.Α.Α. περιλαμβάνονται στους κατά το άρθρο 24 του Ν. 2429/1996 (ΦΕΚ 155 Α΄) υπόχρεους προς υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οι?κονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κα?θορίζονται οι αποδοχές του Προέδρου, του Αντιπροέ?δρου και των μελών της Ε.Α.Α..
Η Ε.Α.Α. στις σχέσεις της με τις άλλες αρχές και τους τρίτους, καθώς και ενώπιον των δικαστηρίων, εκπροσω?πείται από τον Πρόεδρό της, όταν δε αυτός απουσιάζει ή κωλύεται από τον Αντιπρόεδρό της. Ο Πρόεδρος της Ε.Α.Α. μπορεί με αποφάσεις του να εξουσιοδοτεί άλλα μέ?λη της Ε.Α.Α. ή μέλη της Γραμματείας να ενεργούν για λο?γαριασμό του και να τον εκπροσωπούν για συγκεκριμένη πράξη ή ενέργεια ή κατηγορία πράξεων ή ενεργειών.
Η Ε.Α.Α. συνέρχεται σε πρώτη συνεδρίαση τον Ιανου?άριο του έτους 2003 ή, εάν οι διαδικασίες διορισμού των με?λών της δεν έχουν ολοκληρωθεί έως τότε, το αργότερο μέ?σα σε έναν (1) μήνα από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Kυβερνήσεως της απόφασης διορισμού των μελών της.
Μέλος της Ε.Α.Α. που προέρχεται από φορέα του δη?μόσιου τομέα, επανέρχεται αυτοδικαίως μετά τη λήξη της θητείας του στη θέση που κατείχε πριν από το διορισμό του. Η θητεία του στην Ε.Α.Α. λογίζεται ως πραγματική υ?πηρεσία για όλες τις συνέπειες και κατά τη διάρκειά της δεν διακόπτεται η βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη. Αν η θέση που κατείχε ή στην οποία έχει εξελιχθεί δεν είναι κε?νή ή έχει καταργηθεί, επανέρχεται σε ομοιόβαθμη προσω?ρινή θέση του κλάδου του, που συνιστάται αυτοδικαίως και καταργείται με την αποχώρησή του από τον φορέα.
Η Ε.Α.Α. έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. Συντάσσει αναλογιστικές εκθέσεις στα πλαίσια του μα?κροχρόνιου οικονομικού και χρηματοδοτικού σχεδιασμού για την εξασφάλιση της κοινωνικής ανταποδοτικότητας και της βιωσιμότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο σχεδιασμός αυτός λαμβάνει υπόψη τα υπάρχοντα και τα πιθανολογούμενα δεδομένα που αφορούν στο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και τις εξελίξεις και τάσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και αποσκοπεί: i) στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, ii) στην εξασφάλιση της κοινωνικής ανταποδοτικότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο μακροχρόνιος αυτός σχεδιασμός αναφέρεται στις τά?σεις και στις προϋποθέσεις βιωσιμότητας και κοινωνικής αποδοτικότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης την επόμενη πενταετία και δεκαετία, και τροποποιείται ή α?ναθεωρείται κάθε έτος, ώστε να ενσωματωθούν τυχόν α?ναγκαίες μεταβολές. Ο σχεδιασμός αυτός εγκρίνεται με α?πόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλί?σεων, η οποία γνωστοποιείται στην αρμόδια Διαρκή Επιτροπή της Βουλής και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απόφαση αυτή, όπως και κάθε ετή?σια τροποποίηση ή αναθεώρησή της, εκδίδεται μετά από γνώμη της Ε.Α.Α., η οποία διατυπώνεται μετά τη σύνταξη της αντίστοιχης αναλογιστικής έκθεσης από την Ε.Α.Α.. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται ο τύπος, το περιεχόμενο, οι προθεσμίες, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για τη σύνταξη και υπογραφή της έκθεσης αυτής. β. Παρακολουθεί την πορεία των αναλογιστικών δεδο?μένων των ασφαλιστικών οργανισμών που έχουν μορφή Ν.Π.Δ.Δ., των ασφαλιστικών οργανισμών που έχουν μορ?φή Ν.Π.Ι.Δ. και υπάγονται στον παρόντα νόμο και κάθε άλ?λου ασφαλιστικού οργανισμού που τελεί υπό την επο?πτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσε?ων ή άλλου Υπουργού. Συντάσσει την ετήσια έκθεση για την οικονομική κατάσταση του ασφαλιστικού συστήμα?τος της χώρας και εισηγείται τη λήψη των αναγκαίων μέ?τρων για τη διατήρηση της αναλογιστικής ισορροπίας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και εν γένει υποβάλ?λει προτάσεις για τη βελτίωσή του. Την έκθεση αυτή υπο?βάλλει στη Βουλή δια του Προέδρου της, στον Πρωθυ?πουργό, στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφα?λίσεων και στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. γ. Γνωμοδοτεί για ειδικότερα θέματα αναλογιστικής α?ποτίμησης των ασφαλιστικών οργανισμών που έχουν μορφή Ν.Π.Δ.Δ., των ασφαλιστικών οργανισμών που έχουν μορφή Ν.Π.Ι.Δ. και υπάγονται στον παρόντα νόμο και κάθε άλλου ασφαλιστικού οργανισμού που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Α?σφαλίσεων ή άλλου Υπουργού. δ. Συντάσσει ετήσια έκθεση για καθέναν από τους ασφα?λιστικούς οργανισμούς που έχουν μορφή Ν.Π.Δ.Δ., τους α?σφαλιστικούς οργανισμούς που έχουν μορφή Ν.Π.Ι.Δ. και υπάγονται στον παρόντα νόμο και κάθε άλλον ασφαλιστικό οργανισμό που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Ερ?γασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή άλλου Υπουργού και, εφόσον κρίνει ότι συντρέχει λόγος, υποβάλλει προτάσεις για τη βελτίωση της οικονομικής τους θέσης ή τη συγχώ?νευσή τους. Την έκθεση αυτή υποβάλλει στη Βουλή δια του ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3069 ποσοτική εξέλιξη της περιουσίας του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η., που αναφέρεται στην παρ. 12 του άρθρου 34 του Ν. 2773/1999 (ΦΕΚ 286 Α΄), οι αναλογιστικές μελέτες εκπονούνται με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του ίδιου άρθρου. στ. Συντάσσει τους ελληνικούς αναλογιστικούς πίνακες, ζ. Διατυπώνει γνώμη για τις προοπτικές οικονομικής βιωσιμότητας εν όψει πρότασης για ίδρυση ασφαλιστι?κών οργανισμών που έχουν μορφή Ν.Π.Δ.Δ., των ασφαλι?στικών οργανισμών που έχουν μορφή Ν.Π.Ι.Δ. και υπάγο?νται στον παρόντα νόμο και κάθε άλλου ασφαλιστικού οργανισμού που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή άλλου Υπουρ?γού, αφού λάβει υπόψη την αναλογιστική μελέτη που εκ?πονήθηκε για το σκοπό αυτόν. η. Προβαίνει στους τακτικούς και έκτακτους αναλογι?στικούς ελέγχους των ασφαλιστικών οργανισμών του πα?ρόντος νόμου και υποβάλλει έκθεση με τα πορίσματα των ελέγχων αυτών στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στον αρμόδιο για την εποπτεία του συγκε?κριμένου ασφαλιστικού οργανισμού Υπουργό και στο Δ.Σ. του οικείου οργανισμού. Οι τακτικοί έλεγχοι είναι υ?ποχρεωτικοί και γίνονται μία φορά το χρόνο. Οι έκτακτοι έλεγχοι γίνονται μετά από πρόσκληση του Υπουργού Ερ?γασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του αρμόδιου για την εποπτεία του συγκεκριμένου οργανισμού Υπουργού, του οικείου οργανισμού ή με πρωτοβουλία της Ε.Α.Α.. Σε πε?ρίπτωση που από τον τακτικό ή έκτακτο έλεγχο προκύψει ότι υπάρχουν μείζονα οικονομικά προβλήματα σε κάποι?ον ή κάποιους ασφαλιστικούς οργανισμούς του παρό?ντος νόμου, η Ε.Α.Α. υποχρεούται να υποβάλει προτάσεις για βελτίωση της οικονομικής τους θέσης ή ακόμα, σε πε?ρίπτωση που εμφανίζεται πρόβλημα βιωσιμότητας κάποι?ου ή κάποιων ασφαλιστικών οργανισμών του νόμου αυ?τού, υποχρεούται να εισηγηθεί μέτρα για την αποκατά?σταση της βιωσιμότητάς του ή, αν κρίνει ότι αυτή δεν είναι εφικτή, να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη δυνατότητα ή και την ανάγκη συγχώνευσής τους με άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς του νόμου αυτού ή και διάλυσής τους, προ?τείνοντας στην περίπτωση αυτή και τον τρόπο διανομής της περιουσίας στους ασφαλισμένους. θ. Συλλέγει, οργανώνει, επεξεργάζεται και αξιολογεί τα απαραίτητα για την εκπλήρωση της αποστολής της τεχνι?κά, οικονομικά, λογιστικά, δημογραφικά και άλλα συναφή στοιχεία που αφορούν στους ασφαλιστικούς οργανι?σμούς που έχουν μορφή Ν.Π.Δ.Δ., στους ασφαλιστικούς οργανισμούς που έχουν μορφή Ν.Π.Ι.Δ. και υπάγονται στον παρόντα νόμο και κάθε άλλον ασφαλιστικό οργανι?σμό που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή άλλου Υπουργού. Με από?φαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσε?ων καθορίζονται τα στοιχεία αυτά, ο τρόπος χορήγησής τους στην Ε.Α.Α., καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέ?ρεια. ι. Συνεργάζεται με τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών ή με διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα και συμμετέχει σε δρα?στηριότητες των εν λόγω αρχών και οργάνων.
Νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως σωμα?τεία, ενώσεις προσώπων, λογαριασμοί, λοιπά μορφώμα?τα χωρίς νομική προσωπικότητα με σκοπό την παροχή α?σφαλιστικών υπηρεσιών μπορούν να υπάγονται με αίτησή τους στην εποπτεία και τον έλεγχο της Ε.Α.Α..
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μετά από γνώμη της Ε.Α.Α., μπορεί να ανατίθενται σε αυτήν και άλλες συναφείς αρμοδιότητες και να ορίζεται ο τρόπος και οι λεπτομέρειες άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών.
Άρθρο 10
Πόροι, οικονομική διαχείριση
Πόροι της Ε.Α.Α. είναι οι εξής:
- α) Τα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών προς τους α?σφαλιστικούς οργανισμούς για την αναλογιστική παρα?κολούθηση και την εκπόνηση αναλογιστικών και άλλων
μελετών που εκπονεί σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομι?κών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδί?δεται μετά από γνώμη της Ε.Α.Α., προσδιορίζεται το εκά?στοτε ύψος και ο τρόπος είσπραξης, διαχείρισης και από?δοσης των ανωτέρω εσόδων.
- β) Πόροι προερχόμενοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από
άλλες ανάλογες πηγές για δραστηριότητες της Ε.Α.Α. μέσα στα πλαίσια των κατά το άρθρο 9 του παρόντος νόμου δρα?στηριοτήτων της, καθώς και κάθε άλλος νόμιμος πόρος.
- γ) Ετήσια επιχορήγηση του Κρατικού Προϋπολογισμού.
- δ) Το πρώτο έτος λειτουργίας της Ε.Α.Α. το σύνολο των
λειτουργικών εξόδων, καθώς και το κόστος της αναγκαί?ας υλικοτεχνικής υποδομής καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
Οι κάθε φύσεως πόροι της Ε.Α.Α. κατατίθενται σε τρα?πεζικό λογαριασμό, τη διαχείριση του οποίου έχει η Ε.Α.Α., σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της παραγράφου 16 του άρθρου αυτού.
Η Ε.Α.Α. έχει υποχρέωση να τηρεί λογαριασμούς και αρχεία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα αποτελέσματα χρήσης και να δημοσιεύει τις οικονομικές καταστάσεις, ό?πως ορίζεται ειδικότερα στον Κανονισμό Εσωτερικής Λει?τουργίας και Διαχείρισής της.
Ο έλεγχος των οικονομικών στοιχείων και των ετή?σιων λογαριασμών και οικονομικών καταστάσεων γίνεται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές. Τα στοιχεία αυτά και οι οικονομικές καταστάσεις δημοσιεύονται σε μία (1) ημε?ρήσια και μία (1) οικονομική εφημερίδα ευρείας κυκλο?φορίας και την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μαζί με την έκθεση πεπραγμένων και τον προϋπολογισμό του ε?πόμενου έτους υποβάλλονται από την Ε.Α.Α. στον Υ?πουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και από αυτήν στον Πρόεδρο της Βουλής. Η Ε.Α.Α. υπόκειται στον κατασταλτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Η Ε.Α.Α. δύναται να προβαίνει σε ανάθεση μελετών, έργων και σε πραγματοποίηση προμηθειών, με απευθεί?ας ανάθεση ή με διαγωνισμό σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και όπως ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουρ?γίας και Διαχείρισής της ειδικότερα ρυθμίζει. Ειδικότερα, η Ε.Α.Α. δύναται, μετά από απόφαση του Υπουργού Ερ?3070 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) στην Ε.Α.Α. Γραμματεία.
Με απόφαση της Ε.Α.Α. ορίζεται ο Διευθυντής της Γραμματείας και ο Αναπληρωτής του.
Στην Ε.Α.Α. λειτουργεί και δικαστικό γραφείο του Νο?μικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν το τελευταίο. Για το σκοπό αυτόν αυξάνονται οι θέσεις των Παρέδρων κατά μία (1).
Για τη στελέχωση της Γραμματείας συνιστώνται είκο?σι πέντε (25) οργανικές θέσεις προσωπικού. Οι θέσεις διακρίνονται ως εξής:
- α) Δεκατέσσερις (14) θέσεις ειδικού επιστημονικού προ?σωπικού κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 25 του Ν.
1943/1991(ΦΕΚ 50 Α΄). Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών, σύμφωνα με τις διατά?ξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2527/1997(ΦΕΚ 206 Α΄) μετά από διαδικασία συνέντευξης και επιλογής από Ε?πιτροπή αναγνωρισμένου κύρους, τη σύνθεση της οποίας ορίζει ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι προσλήψεις αυτές υπάγονται στον έ?λεγχο του Α.Σ.Ε.Π., αυτεπαγγέλτως ή κατ’ ένσταση υπο?ψηφίων. Οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσω?πικού καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οι?κονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στην ανωτέρω διαδικασία συνέντευξης και επιλογής από την Επιτροπή, έχουν δικαίωμα να συμμετά?σχουν και Δημόσιοι Υπάλληλοι ή υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ. κα?τηγορίας ΠΕ Αναλογιστών. Σε περίπτωση επιλογής τους, η θητεία τους στην Ε.Α.Α. λογίζεται ως πραγματική υπη?ρεσία για όλες τις συνέπειες και κατά τη διάρκειά της δεν διακόπτεται η βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη. Αν η θέση που κατείχε ή στην οποία έχει εξελιχθεί δεν είναι κενή ή έχει καταργηθεί, επανέρχεται σε ομοιόβαθμη προ?σωρινή θέση, που συνιστάται αυτοδικαίως και καταργείται με την αποχώρησή του από την υπηρεσία.
- β) Τέσσερις (4) θέσεις διοικητικού προσωπικού κατηγο?ρίας ΠΕ.
- γ) Τρεις (3) θέσεις διοικητικού προσωπικού κατηγορίας
ΔΕ.
- δ) Τέσσερις (4) θέσεις βοηθητικού προσωπικού κατη?γορίας ΥΕ.
Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του κατά περίπτωση αρμόδι?ου Υπουργού μπορεί να αποσπάται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων προσωπικό, που υπηρετεί στο Δημό?σιο και το δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην παράγρα?φο 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α΄), για την κάλυψη των οργανικών θέσεων της Γραμματείας της Ε?θνικής Αναλογιστικής Αρχής, του κλάδου ΠΕ Αναλογι?στών, καθώς και άλλο προσωπικό που έχει τα τυπικά προ?σόντα που απαιτούνται για διορισμό στις αντίστοιχες θέ?σεις. Στις ίδιες αποφάσεις ορίζεται η χρονική διάρκεια της απόσπασης.
Αποσπασμένος στην Ε.Α.Α., που προέρχεται από το Δημόσιο και το δημόσιο τομέα, επανέρχεται αυτοδίκαια μετά τη λήξη της θητείας του στη θέση που κατείχε πριν από την απόσπασή του. Η θητεία του στην Ε.Α.Α. λογίζε?ται ως πραγματική υπηρεσία για όλες τις συνέπειες και κατά τη διάρκειά της δεν διακόπτεται η βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη. Αν η θέση που κατείχε ή στην ο?ποία έχει εξελιχθεί δεν είναι κενή ή έχει καταργηθεί, επα?νέρχεται σε ομοιόβαθμη προσωρινή θέση του κλάδου του, που συνιστάται αυτοδικαίως και καταργείται με την αποχώρησή του από τον φορέα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικο?νομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθο?ρίζεται ειδικό επιστημονικό επίδομα του προσωπικού που υπηρετεί στη γραμματεία της Ε.Α.Α. ως αποσπασμένοι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι του δημόσιου τομέα κα?τηγορίας ΠΕ Αναλογιστών, ώστε ο μισθός τους να είναι ί?σος με το μισθό των υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας ι?διωτικού δικαίου που υπηρετούν στις θέσεις της κατηγο?ρίας του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, κατά παρέκκλιση των διατάξεων μισθοδοσίας των δημοσίων υ?παλλήλων. Επίσης, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οι?κονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Α?σφαλίσεων, ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου οργά?νου της Ε.Α.Α., καθορίζονται τα επιδόματα και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τις πρόσθετες αποζημιώσεις, την υπε?ρωριακή απασχόληση και την αποζημίωση μετακίνησης του προσωπικού που υπηρετεί σε αυτήν.
Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του κατά περίπτωση αρμόδι?ου Υπουργού μπορεί να μεταφέρεται και να εντάσσεται ή να μετατάσσεται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξε?ων προσωπικό, που υπηρετεί στο Δημόσιο και το δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α΄), για την κάλυψη των οργα?νικών θέσεων της γραμματείας της Εθνικής Αναλογιστι?κής Αρχής, του κλάδου ΠΕ Αναλογιστών, καθώς και άλλο προσωπικό που έχει τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για διορισμό στις αντίστοιχες θέσεις. Η επιλογή των με?ταφερομένων και εντασσομένων γίνεται από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση της Ε.Α.Α. μετά από δημό?σια ανακοίνωση, στην οποία καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις.
Με τον Κανονισμό της Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης ορίζεται η κατανομή του προσωπικού στις υ?πηρεσιακές μονάδες της Ε.Α.Α., ο τρόπος συγκρότησης του υπηρεσιακού συμβουλίου που θα επιλαμβάνεται των θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Γραμματείας κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, καθώς και το όργανο που είναι αρμόδιο να κρίνει τα πει?θαρχικά αδικήματα του προσωπικού αυτού.
Οι ειδικότητες και τα προσόντα πρόσληψης του προσωπικού καθορίζονται από τον Κανονισμό Εσωτερι?κής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ε.Α.Α..
Το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου προ?σλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρ?θρου 1 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α΄), όπως ισχύει.
Με προεδρικό διάταγμα, μετά πρόταση του Υπουρ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3071 α. Η εσωτερική λειτουργία της Ε.Α.Α.. β. Ο τρόπος σύστασης της επιτροπής πρόσληψης του εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού της παρ. 9 περίπτωση α΄ του παρόντος. γ. Ο τρόπος διαχείρισης των πόρων της. δ. Οι ειδικότητες των θέσεων του προσωπικού της Γραμ?ματείας, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσια?κών μονάδων της, οι όροι εργασίας του προσωπικού της. ε. Τα θέματα σύναψης συμβάσεων προμηθειών υλικών και υπηρεσιών και στ. Κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη λειτουργία της Ε.Α.Α. και της Γραμματείας της.
Μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Εσωτερικής Λει?τουργίας και Διαχείρισης της Ε.Α.Α., ο Πρόεδρος της Αρχής ορίζεται ως διατάκτης και υπόλογος, μπορεί να εκδίδει χρη?ματικά εντάλματα και τίτλους πληρωμής, να διαχειρίζεται το λογαριασμό της Αρχής, να συνάπτει συμβάσεις και να α?ποφασίζει για την ανάθεση προμηθειών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄) «Περί Δημοσίου Λογιστικού», του Ν. 2286/1995 (ΦΕΚ 19 Α΄) «Προμήθειες του Δημόσιου Τομέα» και του Π.Δ. 3941/1996 (ΦΕΚ 266 Α΄) «Κα?νονισμός Προμηθειών Δημοσίου (Κ.Π.Δ.)», όπως ισχύουν.
Όπου από τις διατάξεις του παρόντος νόμου προ?βλέπεται εκπόνηση μελέτης της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής των άρθρων 10 και 11 του παρόντος, έως την έ?ναρξη λειτουργίας της θεωρείται η εκπόνηση αναλογιστι?κής μελέτης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 11
Επικουρικά Ταμεία, Κλάδοι ή Λογαριασμοί Ασφάλισης ως και κάθε άλλος φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης ανε?ξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που λειτουρ?γούν στο χώρο των τραπεζών με τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ. ή στε?ρούνται νομικής προσωπικότητας, δύνανται με απόφαση των αρμόδιων οργάνων τους, να συνενώνονται σε Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως που θα καλύπτει το προσωπικό ομο?ειδών επιχειρήσεων. Η λειτουργία του Ταμείου θα διέπεται από τις περί Τα?μείων Αλληλοβοηθείας διατάξεις και το καταστατικό του, που θα καταρτιστεί από τη γενική Συνέλευση του νέου νο?μικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από τη συνένωση. Μέχρι την κατάρτιση του νέου καταστατικού θα ισχύουν τα κατασταστικά των επί μέ?ρους φορέων. Η κινητή και ακίνητη περιουσία των φορέων που θα συ?νενωθούν μεταφέρεται στο νέο Ενιαίο Ταμείο ως καθολι?κό διάδοχο αυτών.
Άρθρο 12
Έναρξη ισχύος Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζε?ται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Ε?φημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως Νό?μου του Κράτους. Αθήνα, 5 Ιουλίου 2002
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ Κ. ΣΚΑΝΔΑΛΙΔΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Δ. ΡΕΠΠΑΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους Αθήνα, 10 Ιουλίου 2002