Νόμοι — ΦΕΚ A' 160/2014

Type Νόμος
Publication 2014-08-08
State In force
Source ΦΕΚ
articles 238
Reform history JSON API
4.

Αν κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών του προσωρινού αναδόχου διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία που δηλώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 155 είναι ψευδή ή ανακριβή, ο προσωρινός ανάδοχος κηρύσσεται έκπτωτος και καταπίπτει υπέρ της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα η εγγύηση συμμετοχής του, εφόσον είχε προσκομισθεί και, με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου, η κατακύρωση γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την αμέσως επόμενη χαμηλότερη τιμή ή την επόμενη πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσφορά του προσφέροντος που απορρίφθηκε. Αν κανένας από τους προσφέροντες δεν υπέβαλε αληθή ή ακριβή δήλωση, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 155, η διαδικασία ανάθεσης ματαιώνεται.

5.

Αν ο προσωρινός ανάδοχος δεν υποβάλει στο προκαθορισμένο χρονικό διάστημα τα απαιτούμενα πρωτότυπα ή αντίγραφα που εκδίδονται σύμφωνα με τα ανωτέρω, των δικαιολογητικών κατακύρωσης που αναφέρονται στα έγγραφα της σύμβασης, κηρύσσεται έκπτωτος και καταπίπτει υπέρ της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα η εγγύηση συμμετοχής του, εφόσον είχε προσκομισθεί, και η κατακύρωση γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την αμέσως επόμενη χαμηλότερη τιμή ή την επόμενη πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσφορά του προσφέροντος που απορρίφθηκε. Αν κανένας από τους προσφέροντες δεν προσκομίζει ένα ή περισσότερα από τα απαιτούμενα έγγραφα και δικαιολογητικά, η διαδικασία ανάθεσης ματαιώνεται.

6.

Αν από τα δικαιολογητικά του προσωρινού αναδόχου που προσκομίσθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, δεν αποδεικνύεται η πλήρωση μιας ή περισσότερων από τις απαιτήσεις των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής σύμφωνα με την παράγραφο 1 και τα άρθρα 154-157, ο προσωρινός ανάδοχος κηρύσσεται έκπτωτος και καταπίπτει υπέρ της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα η εγγύηση συμμετοχής του, εφόσον είχε προσκομισθεί, και, με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου, η κατακύρωση γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την αμέσως επόμενη χαμηλότερη τιμή ή την επόμενη πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσφορά του προσφέροντος που απορρίφθηκε. Αν κανένας από τους προσφέροντες δεν αποδείξει ότι πληροί τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, σύμφωνα με την παράγραφο 1 και τα άρθρα 154-157, η διαδικασία ανάθεσης ματαιώνεται.

7.

Η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας δέχεται τα ήδη κατατεθειμένα σε αυτήν/αυτόν πρωτότυπα ή αντίγραφα των δικαιολογητικών κατακύρωσης που πρέπει να υποβάλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εφόσον αυτή έχουν ήδη υποβληθεί σε προγενέστερη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, που πραγματοποιήθηκε από την ίδια αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα, εφόσον είναι σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων της σύμβασης και είναι σε ισχύ.

8.

Η διαδικασία ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης ολοκληρώνεται με τη σύνταξη πρακτικού από το αρμόδιο όργανο και τη διαβίβαση του φακέλου στο αποφαινόμενο όργανο της αναθέτουσας αρχής/ του αναθέτοντος φορέα για τη λήψη απόφασης είτε για την κήρυξη του προσωρινού αναδόχου ως εκπτώτου, είτε για τη ματαίωση της διαδικασίας ανάθεσης κατά τις παραγράφους 4, 5 ή 6 είτε κατακύρωσης της σύμβασης κατά το άρθρο 170. Η σχετική απόφαση του αποφαινομένου οργάνου εκδίδεται εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή του φακέλου από το αρμόδιο όργανο διενέργειας της διαδικασίας ανάθεσης.

9.

Όσοι υπέβαλαν παραδεκτές προσφορές λαμβάνουν γνώση των δικαιολογητικών κατακύρωσης που κατατέθηκαν. Στη διακήρυξη ορίζεται περαιτέρω η διαδικασία υποβολής των δικαιολογητικών κατακύρωσης και ο χρόνος πρόσβασης όσων έχουν έννομο συμφέρον σε αυτά.

Άρθρο 169

Οψιγενείς μεταβολές

1.

Αν επέλθουν μεταβολές στις προϋποθέσεις τις οποίες οι προσφέροντες/υποψήφιοι είχαν δηλώσει ότι πληρούν σύμφωνα με το άρθρο 155, οι οποίες επήλθαν ή για τις οποίες έλαβε γνώση ο προσφέρων/υποψήφιος μετά την δήλωση της παραγράφου 1 του άρθρου 155 και μέχρι την ημέρα της έγγραφης ειδοποίησης της παραγράφου 1 του άρθρου 168, οι προσφέροντες/υποψήφιοι οφείλουν να ενημερώσουν αμελλητί την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα σχετικά και το αργότερο μέχρι την ημέρα της έγγραφης ειδοποίησης της παραγράφου 1 του άρθρου 168.

2.

Σε περίπτωση έγκαιρης και προσήκουσας ενημέρωσης της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα για οψιγενείς μεταβολές κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου που επήλθαν στο πρόσωπο του προσωρινού αναδόχου, δεν καταπίπτει υπέρ της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα η εγγύηση συμμετοχής του, εφόσον αυτή είχε προσκομισθεί, σύμφωνα με τις παραγράφους 4, 5 και 6 του άρθρου 168, και εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των παραγράφων αυ

Άρθρο 170

Απόφαση κατακύρωσης

1.

Στην απόφαση κατακύρωσης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, στην οποία ενσωματώνονται τα αποτέλεσματα του σταδίου αξιολόγησης της οικονομικής προσφοράς ή διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με τα άρθρα 164 έως 167, και του σταδίου ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης. Στην απόφαση αυτή αναφέρονται υποχρεωτικά οι προθεσμίες για την αναστολή της σύναψης της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 182 και τις παραγράφους 2 και 3 του άρθου 187.

2.

Η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας κοινοποιεί, με απόδειξη, αμέσως την απόφαση κατακύρωσης, μαζί με αντίγραφο των πρακτικών της διαδικασίας ελέγχου και αξιολόγησης των προσφορών σε κάθε προσφέροντα με κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως με τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κ.λπ.), επί αποδείξει.

3.

Η απόφαση κατακύρωσης δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, εφόσον η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας δεν την κοινοποίησε σε όλους τους προσφέροντες. Τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης κατακύρωσης και ιδίως η σύναψη της σύμβασης επέρχονται είτε από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή από την έκδοση απόφασης επί τυχόν ασκηθείσας προσφυγής του άρθρου 182 κατά της απόφασης κατακύρωσης είτε μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης ασφαλιστικών μέτρων ή την έκδοση απόφασης επ’ αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 187 και μετά την ολοκλήρωση του προσυμβατικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με το άρθρα 35 και 36 του ν. 4129/2013 (Α΄ 52), εφόσον απαιτείται.

4.

Μετά την κατά την προηγούμενη παράγραφο επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της απόφασης κατακύρωσης, η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας προσκαλεί τον ανάδοχο να προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης, εντός είκοσι (20) ημέρων από τη λήψη της σχετικής έγγραφης ειδικής πρόσκλησης. Κατά το στάδιο αυτό επιτρέπεται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της αναθέτουσας αρχής/ του αναθέτοντος φορέα και του προς ον η κατακύρωση προσωρινού αναδόχου, η μείωση του προσφερόμενου τιμήματος.

5.

Εάν ο προσωρινός ανάδοχος δεν προσέλθει να υπογράψει τη σύμβαση μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην ειδική πρόκληση, κηρύσσεται έκπτωτος και η κατακύρωση γίνεται στον προσφέροντα που υπέβαλε την αμέσως επόμενη χαμηλότερη τιμή ή την επόμενη πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Αν κανένας από τους προσφέροντες δεν προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης, η διαδικασία ανάθεσης ματαιώνεται.

Άρθρο 171

Ματαίωση της διαδικασίας ανάθεσης

1.

Ματαίωση της διαδικασίας ανάθεσης μπορεί να λάβει χώρα με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα, μετά από γνώμη του αρμόδιου οργάνου, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) Λόγω παράτυπης διεξαγωγής της διαδικασίας ανάθεσης, εφόσον από την παρατυπία είτε δεν αναπτύχθηκε

αποτελεσματικός ανταγωνισμός είτε επηρεάζεται το αποτέλεσμά της.

  • β) Εφόσον η διαδικασία ανάθεσης απέβη άγονη, λόγω

μη υποβολής προσφοράς ή απόρριψης όλων των προσφορών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 162.

  • γ) Αν οι οικονομικές και τεχνικές παράμετροι που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης άλλαξαν ουσιωδώς

και η εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου δεν ενδιαφέρει πλέον την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα.

  • δ) Αν λόγω ανωτέρας βίας, δεν είναι δυνατή η κανονική εκτέλεση της σύμβασης.
  • ε) Στις περιπτώσεις των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 168 και της παραγράφου 5 του άρθρου 170.
  • στ) Αν η προσφορά κριθεί ως μη συμφέρουσα από οικονομική άποψη.
2.

Αν διαπιστωθούν σφάλματα ή παραλείψεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάθεσης, η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας μπορεί, μετά από γνώμη του αρμόδιου οργάνου, να ακυρώσει μερικά τη διαδικασία ή να αναμορφώσει ανάλογα το αποτέλεσμά της ή να αποφασίσει την επανάληψή της από το σημείο που εμφιλοχώρησε το σφάλμα ή η παράλειψη.

3.

Όταν συντρέχουν οι λόγοι για τη ματαίωση της διαδικασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας ακυρώνει τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης για ολόκληρο το αντικείμενο της σύμβασης ή, εφόσον οι λόγοι αυτοί συνδέονται με τμήμα της σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας ακυρώνει τη διαδικασία για το εν λόγω τμήμα, εφόσον επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων προσφορών.

4.

Αν ματαιωθεί η διαδικασία της παραγράφου 1, η αναθέτουσα αρχή επιστρέφει στους οικονομικούς φορείς τις προσφορές ή τις αιτήσεις συμμετοχής τους, εφόσον έχουν υποβληθεί.

5.

Η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας διατηρεί, επίσης, το δικαίωμα, μετά από γνώμη του αρμοδίου οργάνου, να αποφασίσει, παράλληλα με την ακύρωση ή τη ματαίωση της διαδικασίας ανάθεσης και την επανάληψη οποιασδήποτε φάσης της διαδικασίας ανάθεσης, με τροποποίηση ή μη των όρων της, ή να προσφύγει στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις των άρθρων 50, 51, 105.

Άρθρο 172

Κανονισμοί Ανάθεσης Δημοσίων Συμβάσεων

1.

α) Με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, εκδίδεται «Κανονισμός Ανάθεσης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών».

  • β) Με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων εκδίδεται

«Κανονισμός Ανάθεσης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων».

  • γ) Με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων εκδίδεται «Κανονισμός Ανάθεσης Δημοσίων Συμβάσεων Υπηρεσιών και Μελετών

Τεχνικών Έργων».

2.

Τα προεδρικά διατάγματα της παραγράφου 1 εκδί αντιστοίχως, που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς και δεν ρυθμίζονται ειδικώς από τις διατάξεις του παρόντος. Ειδικότερα, οι Κανονισμοί ρυθμίζουν ιδίως: (1) το ελάχιστο περιεχόμενο και τις ελάχιστες απαιτήσεις του φακέλου της σύμβασης του άρθρου 151, (2) τους όρους, τις προϋποθέσεις διενέργειας των διαδικασιών ανάθεσης, τις διαδικαστικές ενέργειες, τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής και προεπιλογής, (3) τις προθεσμίες ολοκλήρωσης κάθε σταδίου της διαγωνιστικής διαδικασίας, ενδεικτικές ή αποκλειστικές, (4) τους ειδικότερους όρους συμμετοχής, τα δικαιολογητικά κατακύρωσης για την απόδειξη των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής, της οικονομικής, χρηματοοικονομικής επάρκειας και τεχνικής ή επαγγελματικής ικανότητας, καθώς και τα δικαιολογητικά που επιτρέπουν την επίκληση τεχνικών ή χρηματοοικονομικών ικανοτήτων τρίτων οικονομικών φορέων, σύμφωνα με το άρθρο 156, (5) τη διαδικασία κατάρτισης, έγκρισης και τροποποίησης τεχνικών προδιαγραφών, την ανάπτυξη συστήματος εθνικών τεχνικών προδιαγραφών, (6) τα κριτήρια ανάθεσης και τις μεθόδους αξιολόγησης των υποψηφίων, (7) τους όρους υπεργολαβίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται ο καθορισμός ελάχιστου ή μέγιστου ποσοστού και η διαδικασία επιλογής υπεργολάβων, (8) τον αναλυτικό τρόπο υποβολής των προσφορών και τα συστήματα υποβολής προσφορών, (9) τις αναλυτικές διαδικαστικές ενέργειες για την αποσφράγιση των προσφορών μέχρι την ανακοίνωση της κατακύρωσης ή της απευθείας ανάθεσης της σύμβασης, που δεν ρυθμίζονται αναλυτικά από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, (10) τα κριτήρια χαρακτηρισμού μιας προσφοράς ως «ασυνήθιστα χαμηλής», τις ελάχιστες απαιτήσεις και προδιαγραφές αιτιολόγησης των «ασυνήθιστα χαμηλών» προσφορών και τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία απόρριψης «ασυνήθιστα χαμηλών» οικονομικών προσφορών, (11) τις προϋποθέσεις καταβολής των εγγυήσεων που αφορούν στο στάδιο της ανάθεσης, τον τύπο, το ύψος, τους υπόχρεους, τις περιπτώσεις κατάπτωσης, την απόσβεση, συνολική ή τμηματική, το χρόνο επιστροφής τους, και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στη διασφάλιση της προσήκουσας διενέργειας των διαδικασιών ανάθεσης της σύμβασης, (12) τις αρμοδιότητες και τη σύνθεση των συλλογικών οργάνων που συμμετέχουν στην ανάθεση των συμβάσεων, (13) τις χρηματικές κυρώσεις, όπως (πρόστιμα, κατάπτωση ποινικής ρήτρας ή εγγυοδοσίας, αποκλεισμό εν όλω ή εν μέρει, (14) τα θέματα που αφορούν τη συγκρότηση και λειτουργία των συλλογικών οργάνων διενέργειας των διαδικασιών ανάθεσης, (15) τα ζητήματα της αντιμετώπισης αθέμιτων πρακτικών και πρακτικών νόθευσης του ανταγωνισμού, (16) τις λεπτομέρειες διενέργειας των διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων «χαμηλής αξίας» με απλοποιημένες διαδικασίες, (17) τις λεπτομέρειες διενέργειας των διαδικασιών διαπραγμάτευσης και ανταγωνιστικού διαλόγου, (18) τα θέματα της διαδικασίας επιλογής της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, (19) τη διαμόρφωση των οικονομικών προσφορών (έκπτωση, ελεύθερη συμπλήρωση, κατ’αποκοπή, απολογιστικά), (20) τα ζητήματα της εφαρμογής του δικαιώματος προαίρεσης και της υποδιαίρεσης του έργου σε τμήματα, (21) τα θέματα τα σχετικά με την καταλληλότητα του συστήματος ανάθεσης σε σχέση με τη φύση και το είδος της υπό ανάθεση σύμβασης, (22) τα θέματα της εφαρμογής των συμφωνιών-πλαίσιο, (23) τα ζητήματα της συνεκτίμησης περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραμέτρων κατά τις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, (24) τα θέματα του υπολογισμού του συνολικού κόστους κύκλου ζωής του έργου ή αγαθού, (25) κάθε σχετικό θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

3.

Στον «Κανονισμό Ανάθεσης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων» ρυθμίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα θέματα: (1) η ανάπτυξη συστήματος εθνικών τεχνικών προδιαγραφών και τιμολόγησης τεχνικών έργων, η οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση της λειτουργίας και διαχείριση του διαδικτυακού τόπου τήρησής του, της δομής, του περιεχομένου και της πρόσβασης σε αυτό, η εκπροσώπησητων ενδιαφερόμενων μερών, η σύμπραξη με άλλους φορείς του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, καθώς και ζητήματα παρεχόμενων υπηρεσιών και της τιμολόγησής τους, (2) περιπτώσεις εφαρμογής και τρόπου ανάθεσης με το σύστημα μελέτη-κατασκευή, (3) ο έλεγχος της επάρκειας του προϋπολογισμού, της ωριμότητας και κατασκευασιμότητας του έργου (απαλλοτριώσεις, αρχαιολογία, ΟΚΩ), της πληρότητας της μελέτης και των τευχών και της εγκυρότητας των τεχνικών προδιαγραφών, (4) η τιμολόγηση των έργων κατά τη μελέτη, η σύνταξη του προϋπολογισμού μελέτης όπως απρόβλεπτα, ΓΕ&ΟΑ, και η επικαιροποίησή του προϋπολογισμού, (5) ο τρόπος διαμόρφωσης των οικονομικών προσφορών (έκπτωση, ελεύθερη συμπλήρωση, κατ΄αποκοπή, απολογιστικά), (6) η τεκμηρίωση, ο έλεγχος και η διόρθωση των οικονομικών προσφορών (έλεγχος ομαλότητας, ΥΧΠ, αιτιολόγηση), (7) ανάθεση δημοσίων συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης (energy performance contracts).

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Άρθρο 173

Γενική αρχή Κατά την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων οι ανάδοχοι οικονομικοί φορείς υποχρεούνται να τηρούν τις κείμενες διατάξεις στους τομείς του περιβάλλοντος,

Άρθρο 174

Όροι εκτέλεσης της σύμβασης (άρθρo 26 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, άρθρo 38 Οδηγίας 2004/17/ΕΚ) Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να προβλέπουν ειδικούς όρους σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης, εφόσον οι όροι αυτοί είναι συμβατοί με το ενωσιακό δίκαιο και προβλέπονται στην προκήρυξη ή στα τεύχη του διαγωνισμού ή στα έγγραφα της σύμβασης. Οι όροι αυτοί μπορούν ιδίως να αφορούν κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους.

Άρθρο 175

Υπεργολαβία

1.

Η τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου 173 από υπεργολάβους υπόκειται σε παρακόλουθηση και έλεγχο από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

2.

Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να περιλαμβάνουν στα έγγραφα της σύμβασης ρήτρα υπεργολαβίας, σύμφωνα με το άρθρο 65.

3.

Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν να προβλέπουν στα έγγραφα της σύμβασης ότι, κατόπιν αιτήματος του υπεργολάβου και εφόσον η φύση της σύμβασης το επιτρέπει, η αναθέτουσα αρχή καταβάλλει απευθείας στον υπεργολάβο την αμοιβή του για την εκτέλεση προμήθειας υπηρεσιας ή έργου, δυνάμει σύμβασης υπεργολαβίας με τον ανάδοχο. Στην περίπτωση αυτή, στα έγγραφα της σύμβασης καθορίζονται τα ειδικότερα μέτρα ή οι μηχανισμοί που επιτρέπουν στον κύριο ανάδοχο να εγείρει αντιρρήσεις ως προς αδικαιολόγητες πληρωμές.

4.

Οι παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη του ζητήματος της ευθύνης του κύριου αναδόχου.

5.

Στην περίπτωση των συμβάσεων έργων και όσον αφορά στις υπηρεσίες που πρέπει να παρέχονται στις εγκαταστάσεις υπό την άμεση εποπτεία της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα, μετά τη σύναψη της σύμβασης και το αργότερο μέχρι την έναρξη της εκτέλεσής της, ο ανάδοχος υποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή/στον αναθέτοντα φορέα το όνομα, τα στοιχεία επικοινωνίας και τους νόμιμους εκπροσώπους των υπεργολάβων του, που εμπλέκονται στα εν λόγω έργα ή υπηρεσίες, στο βαθμό που είναι γνωστά κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ο κύριος ανάδοχος υποχρεούται να ενημερώνει αμελλητί την αναθέτουσα αρχή/ τον αναθέτοντα φορέα για τυχόν μεταβολές στις πληροφορίες αυτές κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθώς και να παρέχει τις πληροφορίες αυτές σχετικά με νέους υπεργολάβους που θα εμπλακούν στην εκτέλεση των εν λόγω έργων ή υπηρεσιών. Εφόσον είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 6, οι απαιτούμενες πληροφορίες πρέπει να συνοδεύονται από υπεύθυνες δηλώσεις των υπεργολάβων, όπως προβλέπονται στο άρθρο 155 ή και άλλα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία που προσδιορίζει η αναθέτουσα αρχή / ο αναθέτων φορέας. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζεται σε προμηθευτές.

6.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, μπορεί να επεκτείνονται τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου:

  • α) Στις συμβάσεις προμηθειών, στις συμβάσεις υπηρεσιών εκτός εκείνων που αφορούν υπηρεσίες που παρέχονται στις εγκαταστάσεις της αναθέτουσας αρχής/του

αναθέτοντος φορέα υπό την άμεση εποπτεία της/του ή σε προμηθευτές που συμμετέχουν σε συμβάσεις έργων ή υπηρεσίων.

  • β) Σε υπεργολάβους των υπεργολάβων του αναδόχου.
7.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του καθ’ ύλην αρμοδίου Υπουργού, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα που αφορά στις άμεσες πληρωμές των υπεργολάβων, σύμφωνα με την παράγραφο 3, ιδίως προβλέποντας άμεσες πληρωμές προς τους υπεργολάβους, χωρίς αίτηση των τελευταίων, καθώς και το είδος των μέτρων που αναφέρονται στην εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 3, 5 και 6. Μπορεί επίσης να περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής των μέτρων αυτών είτε σε ορισμένα είδη συμβάσεων είτε σε ορισμένες κατηγορίες αναθετουσών αρχών / αναθέτοντων φορέων ή οικονομικών φορέων ή στις συμβάσεις υψηλής αξίας.

Άρθρο 176

Υποκατάσταση υπεργολάβου

1.

Η αναθέτουσα αρχή/ ο αναθέτων φορέας μπορεί να περιλαμβάνει στα έγγραφα της σύμβασης ρήτρα υποκατάστασης υπεργολάβου που δηλώθηκε στην προσφορά.

2.

Υποκατάσταση υπεργολάβου μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάθεσης ή εκτέλεσης της σύμβασης.

3.

Στην περίπτωση που ο ανάδοχος είχε επικαλεσθεί τις τεχνικές ή χρηματοοικονομικές ικανότητες του υπεργολάβου, σύμφωνα με το άρθρο 156, η υποκατάσταση του τελευταίου επιτρέπεται μόνο εφόσον στο πρόσωπο του νέου υπεργολάβου δεν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αποκλεισμού του άρθρου 153 και διαθέτει τα ίδια ή ανώτερα επίπεδα τεχνικής ή χρηματοοικονομικής ικανότητας του άρθρου 154 με τον υπεργολάβο που υποκαθιστά.

Άρθρο 177

Τροποποίηση δημόσιας σύμβασης

1.

Τυχόν ουσιώδης τροποποίηση των διατάξεων δημόσιας σύμβασης ή συμφωνίας-πλαισίου κατά τη διάρκειά της θεωρείται νέα ανάθεση για τους σκοπούς του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται νέα διαδικασία ανάθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.

2.

Τυχόν τροποποίηση σύμβασης ή συμφωνίας-πλαισίου κατά τη διάρκειά της θεωρείται ουσιώδης κατά την έννοια της παραγράφου 1 αν διαφοροποιεί ουσιωδώς το χαρακτήρα της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαισίου που συνήφθη αρχικώς. Σε κάθε περίπτωση, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, μια τροποποίηση θεωρείται ουσιώδης αν συντρέχει μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • α) Η τροποποίηση εισάγει όρους οι οποίοι, αν αποτε

άλλης προσφοράς από εκείνη που επελέγη αρχικώς ή θα προσέλκυαν επιπλέον συμμετέχοντες στη διαδικασία ανάθεσης.

  • β) Η τροποποίηση αλλάζει την οικονομική ισορροπία

της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαισίου υπέρ του αναδόχου κατά τρόπο που δεν προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο.

  • γ) Η τροποποίηση επεκτείνει σημαντικά το φυσικό και

οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης ή της συμφωνίαςπλαισίου.

3.

Οι τροποποιήσεις δεν θεωρούνται ουσιώδεις, κατά την έννοια της παραγράφου 1, αν συμπεριλαμβάνονταν στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης με τη μορφή σαφών, ακριβών και ρητών ρητρών ή δυνατοτήτων αναθεώρησης. Οι εν λόγω ρήτρες ορίζουν το πεδίο και τη φύση των ενδεχόμενων τροποποιήσεων ή δυνατοτήτων αναθεώρησης, καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Δεν προβλέπουν τροποποιήσεις ή δυνατότητες αναθεώρησης που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη συνολική φύση της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαισίου.

Άρθρο 178

Κανονισμοί Εκτέλεσης Δημοσίων Συμβάσεων 1.α. Με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, εκδίδεται «Κανονισμός Εκτέλεσης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών». β. Με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων εκδίδεται «Κανονισμός Εκτέλεσης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων». γ. Με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων εκδίδεται «Κανονισμός Εκτέλεσης Δημοσίων Συμβάσεων Υπηρεσιών και Μελετών Τεχνικών Έργων».

2.

Τα προεδρικά διατάγματα της παραγράφου 1 εκδίδονται μετά από γνώμη της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15, εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, η δε έκδοσή τους δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του. Με τα ανωτέρω διατάγματα ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα που αφορά την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων, αντιστοίχως, που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς και δεν ρυθμίζονται ειδικώς από τις διατάξεις του παρόντος. Οι Κανονισμοί αυτοί ρυθμίζουν ιδίως: (1) το ελάχιστο περιεχόμενο των συμβάσεων, (2) τους γενικούς και ειδικούς όρους κατάρτισης, τροποποίησης, καταγγελίας και λύσης των συμβάσεων, (3) τους κανόνες που διέπουν τις παραλαβές, τις παραδόσεις, τις πληρωμές, την έκπτωση ή την υποκατάσταση του αναδόχου και τις συναφείς κυρώσεις, (4) την είσπραξη των δικαιωμάτων του Δημοσίου και την ευθύνη έναντι τρίτων, (5) τη χρηματοδότηση, (6) το ύψος της προκαταβολής επί της συμβατικής αξίας, τις προθεσμίες απόδοσης λογαριασμού, τους διάφορους τρόπους πληρωμής και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην αποπληρωμή του τιμήματος της σύμβασης, (7) τις προϋποθέσεις καταβολής των εγγυήσεων που αφορούν το στάδιο της εκτέλεσης, τον τύπο, το ύψος, τους υποχρέους, τις περιπτώσεις κατάπτωσης, την απόσβεση, συνολική ή τμηματική, το χρόνο επιστροφής τους και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στη διασφάλιση της προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης, (8) τις αρμοδιότητες και τη σύνθεση των συλλογικών οργάνων που συμμετέχουν στην εκτέλεση των συμβάσεων, (9) οποιαδήποτε άλλη διοικητική κύρωση σε όσους δεν εκπληρώνουν τις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους, (10) τη διαδικασία, τα όργανα, τα μέσα, τους διαδικαστικούς κανόνες, τις προθεσμίες και τις διαδικασίες προδικαστικής επίλυσης διαφορών, (11) τη δωσιδικία και το εφαρμοστέο δίκαιο, (12) κάθε σχετικό θέμα που αφορά στη διασφάλιση της προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης.

3.

Στον «Κανονισμό Εκτέλεσης Δημοσίων Συμβάσεων Έργων» ρυθμίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα θέματα: (1) τα ποσοστά γενικών εξόδων και οφέλους που εφαρμόζονται κατά περίπτωση, (2) οι υποχρεώσεις των κοινοπρακτούντων αναδόχων, (3) τα θέματα των διάφορων προθεσμιών, (4) οι υποχρεώσεις και ενέργειες των οργάνων της υπηρεσίας, (5) η διαμονή του αναδόχου και η εκπροσώπηση αυτού, (6) η τήρηση του ημερολογίου του έργου, (7) η επιβολή και κατάπτωση των ποινικών ρητρών, η συνομολόγηση ρήτρας πρόσθετης καταβολής (πριμ) στον ανάδοχο για τη γρηγορότερη από την προθεσμία περάτωσης του έργου ή μέρους αυτού, (8) η τμηματική απόσβεση εγγυητικής προκαταβολής, τα θέματα επιστροφής του τυχόν αναπόσβεστου μέρους της προκαταβολής μετά τη λύση ή λήξη της σύμβασης με οποιονδήποτε τρόπο, (9) η καταμέτρηση των εργασιών και οι υπόχρεοι για την καταμέτρηση, (10) η πιστοποίηση και πληρωμή των εργασιών και η αναθεώρηση τους, (11) η εφαρμογή της αναθεώρησης των τιμών και ιδίως ο τρόπος διαπίστωσης των βασικών τιμών, τα όργανα για τη διαπίστωση αυτή, ο τρόπος που θα υπολογίζεται η αναθεώρηση για τα υλικά που πιστοποιούνται πριν ενσωματωθούν ή για τις άλλες ημιτελείς εργασίες, ο περιορισμός της αναθεώρησης στις περιπτώσεις που δίνονται στον ανάδοχο υλικά ή μηχανήματα από τον φορέα του έργου ή η εξαίρεση από την αναθεώρηση αποζημιώσεων του αναδόχου από οποιαδήποτε αιτία, (12) η απολογιστική εκτέλεση των εργασιών, (13) οι τροποποιήσεις του προϋπολογισμού, ο κανονισμός και η έγκριση τιμών μονάδας νέων εργασιών, (14) οι διαδικασίες για τη διαπίστωση ελαττωμάτων ή ζημιών, η έκπτωση του αναδόχου, ο προσδιορισμός των αποζημιώσεων λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου και ζημιών λόγω ανωτέρας βίας, η επέμβαση του φορέα κατασκευής του έργου για τη διόρθωση ελαττωμάτων, η συνέχιση των εργασιών μετά την έκπτωση, (15) η διακοπή των έργων και η διάλυση των συμβάσεων, (16) η αξία του εισκομισθέντων υλικών και του αναπόσβεστου μέρους των εγκαταστάσεων σε περίπτωση διάλυσης της σύμβασης, παραλαβή και με ενδεχόμενες παραλαβές τμημάτων του έργου, τα θέματα που σχετίζονται με τη σύνταξη των επιμετρήσεων του έργου και την τυχόν επιβολή στον ανάδοχο ειδικών ποινικών ρητρών ή άλλων συνεπειών για την καθυστέρηση των επιμετρήσεων, (18) ο καθορισμός του χρόνου συντήρησης, οι συνέπειες παραμέλησης από τον ανάδοχο της συντήρησης των έργων, (19) η χρήση του έργου πριν από την παραλαβή, τα όρια, ο τρόπος και ο τύπος παροχής των εγγυήσεων, η αντικατάσταση των παρακρατήσεων με εγγυητικές επιστολές, η απόδοση ή κατάπτωση των εγγυήσεων και εγγυητικών επιστολών, (20) η διαδικασία, τα όργανα, τα μέσα, οι διαδικαστικοί κανόνες, οι προθεσμίες και οι διαδικασίες προδικαστικής επίλυσης διαφορών, (21) κάθε σχετικό θέμα που αφορά στη διασφάλιση της προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης.

ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Άρθρο 179

Πεδίο εφαρμογής

1.

Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στις διαφορές που αναφύονται:

  • α) Κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης

των δημοσίων συμβάσεων του παρόντος νόμου από αναθέτουσες αρχές του άρθρου 18 και αναθέτοντες φορείς του άρθρου 19, και

  • β) κατά την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων του

παρόντος νόμου, πλην των εξαιρουμένων σύμφωνα με τα άρθρα 26 έως 30, 103 και 104 του παρόντος. Οι συμβάσεις της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνουν τις συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών, τις συμφωνίες-πλαίσιο, τα δυναμικά συστήματα αγορών, τις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων, καθώς και τις συμβάσεις υπηρεσιών της παραγράφου 3 του άρθρου 31 και της παραγράφου 3 του άρθρου 32.

2.

Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και για τις συμβάσεις που συνάπτουν οι κεντρικές αρχές προμηθειών του άρθρου 20. Όπου στο παρόν Μέρος γίνεται αναφορά σε αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς, η αναφορά αυτή καταλαμβάνει και τις κεντρικές αρχές προμηθειών. ΤΙΤΛΟΣ I ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Άρθρο 180

Είδη έννομης προστασίας Κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση του άρθρου 179 και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα:

  • α) προσωρινά μέτρα για την επανόρθωση της εικαζόμενης παράβασης ή για την αποτροπή περαιτέρω ζημίας,
  • β) ακύρωση της παράνομης πράξης της αναθέτουσας

αρχής/του αναθέτοντος φορέα ή της υπογραφείσας σύμβασης και

  • γ) επιδίκαση αποζημίωσης.

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ/ΑΛΛΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Άρθρο 181

Αρμόδια όργανα

1.

Η Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του παρόντος, είναι αρμόδια σε πρώτο και τελευταίο βαθμό να αποφανθούν επί των προσφυγών του άρθρου 182 για την ακύρωση πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα ή της κεντρικής αρχής προμηθειών. Η Αρχή ή άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του παρόντος είναι αρμόδια να αποφανθούν επί των σχετικών προσφυγών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Οι προσφυγές αφορούν δημόσιες συμβάσεις με εκτιμώμενη αξία ανώτερη από το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται ο

ΦΠΑ.

  • β) Οι προσφυγές δεν αφορούν δημόσιες συμβάσεις,

τις οποίες συνάπτει η Αρχή ή άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του παρόντος, ως αναθέτουσες αρχές.

2.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Αρχής με πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, το ποσό της παραγράφου 1 μπορεί να αναπροσαρμόζεται και μπορεί να ανατίθεται στην Αρχή ή σε άλλα όργανα η εξέταση προσφυγών για την ακύρωση πράξεων ή παραλείψεων των αναθετουσών αρχών/αναθέτοντων φορέων, ή κεντρικών αρχών προμηθειών, οι οποίες αφορούν τις κατηγορίες συμβάσεων της παραγράφου 1 ή κατηγορίες επιπλέον αυτών.

3.

Το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα ή της κεντρικής αρχής προμηθειών, σε τριμελή σύνθεση, είναι αρμόδιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και αιτήσεων ακύρωσης κατά αποφάσεων της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15, ή άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του παρόντος, που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου. Κατ’ εξαίρεση, το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι αρμόδιο, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και αιτήσεων ακύρωσης κατά αποφάσεων της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 2 ή άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της πα 25, ανώτερη του ποσού των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ, β) συμβάσεις υψηλής αξίας που συνάπτουν αναθέτοντες φορείς, γ) συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, καθώς και συμβάσεις σύμπραξης δημοσίου - ιδιωτικού τομέα του ν. 3389/2005 (Α΄ 232) και

  • δ) δημόσιες συμβάσεις κατ’ εφαρμογή των διατάξεων

του ν. 3894/2010 (Α΄ 204). Για την εκδίκαση των διαφορών της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ.18/ 1989 (Α΄ 8).

Άρθρο 182

Προσφυγή ενώπιον της Αρχής/άλλου οργάνου

1.

Ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, αφότου έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα ή της κεντρικής αρχής προμηθειών, να υποβάλει προσφυγή ενώπιον της Αρχής ή άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, με ταυτόχρονη κοινοποίησή της στην αναθέτουσα αρχή/στον αναθέτοντα φορέα ή στην κεντρική αρχή προμηθειών, υποβάλλοντας πλήρη φάκελο, όπου θα προσδιορίζονται ειδικώς οι νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημά του. Με την προσφυγή του προηγούμενου εδαφίου ζητείται η ακύρωση ή η τροποποίηση της παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντα φορέα ή της κεντρικής αρχής προμηθειών. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ως πλήρης νοείται η γνώση της πράξης που βλάπτει τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα, καθώς και της αιτιολογίας της. Ειδικά για την άσκηση προσφυγής κατά της διακήρυξης ή πρόσκλησης, η πλήρης γνώση αποδεικνύεται με βεβαίωση παραλαβής ή αποστολής της στον προσφέροντα/υποψήφιο και, ελλείψει τέτοιας βεβαίωσης, τεκμαίρεται ότι συντελέστηκε στο μέσον του χρονικού διαστήματος από την έναρξη της διαδικασίας σύναψης σύμβασης κατά το άρθρο 37 μέχρι την λήξη της προθεσμίας υποβολής των προσφορών/αιτήσεων συμμετοχής, που ορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης.

2.

Για το παραδεκτό της άσκησης της προσφυγής της παραγράφου 1 κατατίθεται παράβολο, το ύψος του οποίου ορίζεται αναλογικά προς την, χωρίς να συνυπολογίζεται ο ΦΠΑ, εκτιμώμενη αξία της υπό ανάθεση σύμβασης με κλιμακωτό τρόπο και με ορισμό ανώτατου και κατώτατου ορίου ως προς το καταβαλλόμενο ποσό. Δεν μπορεί το κατώτατο όριο να είναι μικρότερο των διακοσίων (200) ευρώ και το ανώτατο όριο να υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Σε περίπτωση ποσοστιαίου υπολογισμού του παραβόλου, το ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1% επί της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης. Το παράβολο δύναται να υπολογίζεται με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό ύψος ανάλογα με το αν πρόκειται για σύμβαση υψηλής ή χαμηλής αξίας κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 23 αντίστοιχα. Αν στα έγγραφα της σύμβασης παρέχεται η δυνατότητα υποβολής προσφοράς για τμήμα μόνον της υπό ανάθεση σύμβασης, το ύψος του παραβόλου υπολογίζεται επί της, χωρίς να συνυπολογίζεται ο ΦΠΑ, εκτιμώμενης αξίας του τμήματος ή των τμημάτων της σύμβασης για το οποίο συμμετέχει ο προσφεύγων. Το παράβολο της παραγράφου αυτής αποτελεί έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται κλιμακωτά το ύψος του παραβόλου, ο τρόπος υπολογισμού του, το ανώτατο και κατώτατο όριο αυτού, ο τρόπος και ο χρόνος κατάθεσης και είσπραξης του παραβόλου, ο τρόπος απόδειξης της είσπραξής του, η τυχόν απόδοσή του, σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής της προσφυγής, ή σε περίπτωση παραίτησης του προσφεύγοντος από την προσφυγή του πριν τη συζήτησή της. Με όμοιο προεδρικό διάταγμα προβλέπεται επίσης συγκεκριμένο ποσό παραβόλου σε περίπτωση που η εκτιμώμενη αξία της υπό ανάθεση σύμβασης δεν είναι γνωστή κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής, καθώς και η δυνατότητα να ζητηθεί η καταβολή της διαφοράς σε περίπτωση που κατά τη διαδικασία εκδίκασης της προσφυγής διαπιστωθεί ότι το ποσό του παραβόλου που κατεβλήθη ήταν πολύ χαμηλό.

3.

Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής του άρθρου αυτού και η άσκησή της κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης. Κατά τα λοιπά, η άσκηση προσφυγής δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, με την επιφύλαξη της έκδοσης της πράξης της παραγράφου 2 του άρθρου 183.

4.

Η προσφυγή κοινοποιείται με φροντίδα του προσφεύγοντος σε κάθε θιγόμενο από τυχόν ολική ή μερική παραδοχή της ή στον εκπρόσωπο ή στον αντίκλητο αυτού. Η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής δεν επάγεται απαράδεκτο της προσφυγής.

5.

Η κοινοποίηση της προσφυγής στην αναθέτουσα αρχή/στον αναθέτοντα φορέα ή στην κεντρική αρχή προμηθειών που προβλέπεται στην παράγραφο 1, πραγματοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 36 του παρόντος, όπως με η επιστολή, με τηλεομοιοτυπία, με τα ηλεκτρονικά μέσα και το τηλέφωνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 του παρόντος. Εντός δέκα ημερών από την κατάθεση της προσφυγής, η αναθέτουσα αρχή/ο αναθέτων φορέας ή η κεντρική αρχή προμηθειών οφείλει, εφόσον έχει ειδοποιηθεί κατά τα ανωτέρω, να αποστείλει στην Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 με κάθε πρόσφορο μέσο τον διοικητικό φάκελο και τις τυχόν απόψεις της. Σε περίπτωση μη αποστολής φακέλου από την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα ή την κεντρική αρχή προμηθειών, η Αρχή/ άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 μπορεί να συνάγει τεκμήριο ομολογίας της αναθέτουσας αρχής /του αναθέτοντος φορέα ή της κεντρικής αρχής προμηθειών για την πραγματική βάση των ισχυρισμών του προσφεύγοντος. Το ίδιο τεκμήριο μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχει, όταν έχουν αποσταλεί ορισμένα στοιχεία από την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα ή την κεντρική αρχή προμηθειών, όμως η Αρχή/ άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 μπορεί να κρίνει ότι είναι ελλιπή και δεν επαρκούν για την πιθανολόγηση του βάσιμου των προβαλλόμενων αιτιάσεων. Η Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, σταθμίζοντας τις συντρέχουσες σε κάθε περίπτωση συνθήκες και εφόσον κρίνει ότι η παράλειψη μικρότερο από πεντακόσια (500) ευρώ ούτε μεγαλύτερο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ και καταβάλλεται μία φορά για κάθε στάδιο της διαδικασίας ανάθεσης, αποτελεί δε έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, ορίζεται ο τρόπος και χρόνος κατάθεσης και είσπραξης της χρηματικής κύρωσης, ο τρόπος απόδειξης της είσπραξής της, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

6.

Δεν επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά πράξης, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου.

Άρθρο 183

Διαδικασία λήψης απόφασης ενώπιον της Αρχής/άλλου οργάνου

1.

Η Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 λαμβάνει τις αποφάσεις της μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας κατ’ αντιμωλίαν. Η Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 ορίζει με πράξη του Προέδρου της/του την ημέρα και ώρα εξέτασης της προσφυγής, καθώς και την προθεσμία κλήσης των μερών. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέραν των σαράντα (40) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής, η δε προθεσμία κλήσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της προσφυγής κοινοποιείται με επιμέλεια του προσφεύγοντος προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, η οποία οφείλει να ενημερώνει σχετικά και την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα ή την κεντρική αρχή προμηθειών, αν υπηρεσία και αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας ή κεντρική αρχή προμηθειών δεν συμπίπτουν, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήση θεωρεί αναγκαία η Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181. Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Τα συμμετέχοντα μέρη οφείλουν να προσκομίσουν όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, εντός προθεσμίας που ορίζεται με το διάταγμα που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης της παραγράφου 7.

2.

Η Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 μπορεί, με την κατάθεση της προσφυγής και μετά από κλήση της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα ή της κεντρική αρχής προμηθειών, προ τριών (3) ημερών, να εκδώσει αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, πράξη που καταχωρίζεται κάτω από την προσφυγή και περιέχει τα προσωρινά μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν έως την έκδοση της απόφασης, όπως την αναστολή της προόδου της διαδικασίας. Μπορεί επίσης, να διατάσσει την άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης, εφόσον η προσφυγή κρίνεται ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, περί του οποίου αρκεί απλή μνεία. Η πράξη μπορεί να ανακληθεί από την Αρχή/ άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα ή της κεντρικής αρχής προμηθειών και αφού κληθεί προς ακρόαση ο αιτών προ τριών (3) ημερών.

3.

Οι αποφάσεις της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 αιτιολογούνται γραπτώς, κατά τις ειδικότερες διατάξεις του διατάγματος που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης της παραγράφου 7.

4.

Η Αρχή/ άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 αποφαίνεται επί της βασιμότητας των πραγματικών και νομικών αιτιάσεων της προσφυγής σε σχέση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, της σχετικής λοιπής εσωτερικής νομοθεσιας και της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και είτε την απορρίπτει είτε την αποδέχεται εν όλω ή εν μέρει, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση αυτών. Στην περίπτωση αποδοχής της προσφυγής ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την παράνομη πράξη της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα ή της κεντρικής αρχής προμηθειών ή επιβάλλει την οφειλόμενη ρητή ενέργεια. Η απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της προσφυγής. Η προσφυγή όμως μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του προσφεύγοντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του προσφεύγοντος. Η απόρριψη της προσφυγής για οποιονδήποτε λόγο δεν θίγει άλλα δικαιώματα του προσφεύγοντος. Το διατακτικό των αποφάσεων αυτών, υπογραφόμενο από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα, εκδίδεται υποχρεωτικά σε προθεσμία επτά (7) ημερών από την εκδίκαση της προσφυγής ή, αν έχει χορηγηθεί προθεσμία στα μέρη για τη νομιμοποίησή τους ή για την υποβολή υπομνήματος, από τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Η προθεσμία προς τα μέρη δεν μπορεί, πάντως, να υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες από την εκδίκαση.

5.

Οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς ή οι κεντρικές αρχές προμηθειών συμμορφώνονται με τις αποφάσεις της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 και είτε συνεχίζουν τη διαδικασία είτε ανακαλούν ή τροποποιούν καταλλήλως τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ενώπιον της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, ή, επί παράλειψης, εκδίδουν την οφειλόμενη ρητή πράξη, με την επιφύλαξη της προσβολής των αποφάσεων της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 181.

6.

Οι αποφάσεις της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 δεν ανακαλούνται ούτε τροποποιούνται από τη διοίκηση και προσβάλλονται μόνο ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 181 και το άρθρο 186.

7.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Αρχής, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μετα του άρθρου 181 και ιδίως:

  • α) η ενώπιόν της διαδικασία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι ειδικότερες προθεσμίες που δεν ρυθμίζονται

στον παρόντα νόμο, η γλώσσα διεξαγωγής της διαδικασίας, οι ειδικότεροι κανόνες σύγκλησης της Αρχής/άλλου οργάνου, ο ορισμός και τα καθήκοντα εισηγητών,

  • β) ο τρόπος και τα διαδικαστικά και τεχνικά θέματα

που αφορούν στην κατάθεση των προσφυγών και στις επιδόσεις και κοινοποιήσεις εγγράφων, καθώς και της κλήσης των μερών, η εκπροσώπησή τους κατά την ενώπιον της Αρχής/άλλου οργάνου διαδικασία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται θέματα παροχής πληρεξουσιότητας και διορισμού αντικλήτου, και ο τρόπος άσκησης παρέμβασης,

  • γ) το ελάχιστο περιεχόμενο της προσφυγής, τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τα στοιχεία του φακέλου, ο

σχηματισμός φυσικού και ηλεκτρονικού αρχείου,

  • δ) η διαδικασία ακρόασης των μερών και οι ειδικότεροι

κανόνες διεξαγωγής της ενώπιον της Αρχής/άλλου οργάνου, η διαδικασία συζήτησης της προσφυγής, η διακοπή, η επανάληψη και η κατάργηση της ενώπιόν της διαδικασίας, η υποβολή υπομνημάτων από τα μέρη,

  • ε) τα μέσα και οι κανόνες απόδειξης και ιδίως η δυνατότητα και η διαδικασία διορισμού πραγματογνώμονα,
  • στ) οι ειδικότεροι κανόνες λήψης των αποφάσεων από

την Αρχή/άλλου όργανο, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η δυνατότητα συνεδρίασης και λήψης αποφάσεων σε τμήματα ή περιφερειακά παραρτήματα, ο αριθμός και η σύνθεσή τους, οι κανόνες της διεξαγωγής και του τόπου των συνεδριάσεων,

  • ζ) οι ειδικότεροι κανόνες έκδοσης και δημοσίευσης

των αποφάσεων της Αρχής/άλλου οργάνου,

  • η) η εξαίρεση των μελών της Αρχής/άλλου οργάνου,
  • θ) οι ειδικότεροι κανόνες σύνταξης των εισηγήσεων

και κατάρτισης των αποφάσεων της Αρχής/άλλου οργάνου, καθώς και των πρακτικών των συνεδριάσεων,

  • ι) οι επιδόσεις των αποφάσεων της Αρχής/άλλου οργάνου,
  • ια) η διόρθωση των αποφάσεων της Αρχής/άλλου οργάνου λόγω γραφικών ή αριθμητικών σφαλμάτων,
  • ιβ) η τύχη της προσφυγής σε περιπτώσεις αποδοχής

της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης, παραίτησης από την προσφυγή, θανάτου ή λύσης των νομικών προσώπων, ανάκλησης, ακύρωσης ή τροποποίησης της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Μέχρι την έκδοση του ως άνω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων122/2012 (Α΄ 215) και 123/2012 (Α΄ 216).

Άρθρο 184

Δικαστική προστασία κατά αποφάσεων της Αρχής/άλλου οργάνου

1.

Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να ζητήσει ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 181, τη λήψη προσωρινών μέτρων για την επανόρθωση της εικαζόμενης παράβασης ή για την αποτροπή περαιτέρω ζημίας από τις αποφάσεις της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 182 και 183, καθώς και την ακύρωση των αποφάσεων αυτών, εφόσον παραβιάζουν κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, σχετικού με τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης της σύμβασης.

2.

Με την επιφύλαξη των ειδικότερων ρυθμίσεων του άρθρου αυτού, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).

3.

Κατ’ εξαίρεση από τις διατάξεις του π.δ. 18/1989, η άσκηση αίτησης αναστολής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση της αίτησης ακύρωσης και κατατίθεται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στα μέρη της απόφασης της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181. Η προθεσμία άσκησης της αίτησης αναστολής κωλύει τη σύναψη της σύμβασης, εκτός αν, με προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παρ. 5 του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989, ο αρμόδιος Δικαστής ή το αρμόδιο Δικαστήριο αποφανθεί διαφορετικά. Στο διάστημα αυτό αναστέλλεται και η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, εφόσον αυτή επιτρέπει τη σύναψη της σύμβασης. Κατά τα λοιπά, η άσκηση των προβλεπόμενων στο π.δ. 18/1989 ενδίκων βοηθημάτων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται άλλως με την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά τα ανωτέρω.

4.

Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αιτήσεως αναστολής και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη χορήγηση αναστολής, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς της αναστολής. Η δικάσιμος για την εκδίκασή της δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.

5.

Τα προβλεπόμενα στο π.δ. 18/1989 ένδικα βοηθήματα δεν επιτρέπεται να περιέχουν αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181.

6.

Εφόσον ασκηθούν τα προβλεπόμενα στο π.δ. 18/1989 ένδικα βοηθήματα, ο αιτών ειδοποιεί αμελλητί σχετικά τα λοιπά μέρη και την Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 με κάθε πρόσφορο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 36, όπως είναι η επιστολή, η τηλεομοιοτυπία, τα ηλεκτρονικά μέσα και το τηλέφωνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 36. Σε κάθε περίπτωση, εντός δεκαπέντε (15) ημερών, η Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 οφείλει, εφόσον έχει ειδοποιηθεί κατά τα ανωτέρω, να αποστείλει στο Δικαστήριο, με κάθε πρόσφορο μέσο, τον πλήρη φάκελο με τα υποβληθέντα έγγραφα και στοιχεία.

7.

Αντίγραφο των σχετικών δικογράφων κοινοποιείται με επιμέλεια του αιτούντος και προς την Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται από το π.δ. της παραγράφου 2 του άρθρου 181, προκειμένου να ασκήσει τις αρμοδιότητές

της.

προμηθειών μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

9.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 182 και του άρθρου 190, αν το δικαστήριο ακυρώσει απόφαση της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, δυνάμει της οποίας επιτρεπόταν η σύναψη σύμβασης, μετά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, η τελευταία δεν θίγεται, εκτός αν πριν από τη σύναψή της είχε ανασταλεί η διαδικασία κατακύρωσης του διαγωνισμού με απόφαση επί αιτήσεως αναστολής ή με προσωρινή διαταγή. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 191.

10.

Αν ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπιτυχώς την αίτηση αναστολής και η σύμβαση υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε η εκτέλεσή της πριν από τη συζήτηση του κύριου ένδικου βοηθήματος, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

Άρθρο 185

Παράνομη υπογραφή σύμβασης Η υπογραφή της σύμβασης από την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα ή την κεντρική αρχή προμηθειών κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 182 και 184, δεν αντιτάσσεται στον ενδιαφερόμενο, ούτε κωλύει την παροχή της προσήκουσας έννομης προστασίας.

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ/ΑΛΛΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΩΣ ΟΡΓΑΝΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Άρθρο 186

Αρμόδιο δικαστήριο

1.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση όλων των διαφορών του παρόντος τμήματος, πλην των διαφορών της παραγράφου 3 του άρθρου 190 και των διαφορών του άρθρου 191, είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα, σε τριμελή σύνθεση, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως.

2.

Σε περίπτωση συμβάσεων με εκτιμώμενη αξία ίση ή κατώτερη του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς συνυπολογισμό του ΦΠΑ, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων του παρόντος τμήματος εκδικάζονται από τον Πρόεδρο Εφετών του Διοικητικού Εφετείου του τόπου όπου εδρεύει η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας ή από τον Εφέτη που αυτός ορίζει. Σε περίπτωση ιδιαίτερης σπουδαιότητας της υπόθεσης, ο ανωτέρω Πρόεδρος ή ο Εφέτης μπορεί να εισάγει την αίτηση στο τριμελές συμβούλιο του δικαστηρίου, στο οποίο προεδρεύει ο Πρόεδρος Εφετών και μετέχει ο Εφέτης εισηγητής.

3.

Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων των δύο προηγούμενων παραγράφων, διαφορές του παρόντος τμήματος, πλην των διαφορών της παραγράφου 3 του άρθρου 190 και των διαφορών του άρθρου 191, που αφορούν: α) δημόσιες συμβάσεις που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές με εκτιμώμενη αξία, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 25 του παρόντος νόμου, ανώτερη του ποσού των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ, β) συμβάσεις υψηλής αξίας που συνάπτουν αναθέτοντες φορείς, γ) συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, καθώς και συμβάσεις σύμπραξης δημοσίου - ιδιωτικού τομέα του ν. 3389/2005 (Α΄ 232) και δ) δημόσιες συμβάσεις κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3894/2010 (Α΄ 204), εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

4.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 186 έως 191, για την εκδίκαση των διαφορών των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989.

5.

Τα δικαστήρια που είναι αρμόδια κατά τις γενικές διατάξεις εξακολουθούν να εκδικάζουν τις διαφορές της παραγράφου 3 του άρθρου 190 και του άρθρου 191.

Άρθρο 187

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων

1.

Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να ζητήσει ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προσωρινά μέτρα για την επανόρθωση της εικαζόμενης παράβασης ή για την αποτροπή περαιτέρω ζημίας. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στρέφεται κατά των αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα ή της κεντρική αρχής προμηθειών ή της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15, ή άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, όταν η εν λόγω Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 συνάπτει δημόσιες συμβάσεις ως αναθέτουσα αρχή και κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών αφότου ο ενδιαφερόμενος έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα, της κεντρικής αρχής προμηθειών ή της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, όταν η εν λόγω Αρχή/άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 συνάπτει δημόσιες συμβάσεις ως αναθέτουσα αρχή. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ως πλήρης νοείται η γνώση της πράξης που βλάπτει τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου, καθώς και της αιτιολογίας της.

2.

Για δημόσιες συμβάσεις με εκτιμώμενη αξία ανώτερη του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς το συνυπολογισμό του ΦΠΑ, η προθεσμία των δέκα (10) ημερών της προηγούμενης παραγράφου και η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται αλλιώς με την προσωρινή διαταγή που εκδίδε8. Εφόσον η αίτηση αναστολής γίνει δεκτή, η αναθέτουσα Αρχή/ο αναθέτων φορέας ή η κεντρική αρχή προμηθειών μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

9.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 182 και του άρθρου 190, αν το δικαστήριο ακυρώσει απόφαση της Αρχής/άλλου οργάνου που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, δυνάμει της οποίας επιτρεπόταν η σύναψη σύμβασης, μετά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, η τελευταία δεν θίγεται, εκτός αν πριν από τη σύναψή της είχε ανασταλεί η διαδικασία κατακύρωσης του διαγωνισμού με απόφαση επί αιτήσεως αναστολής ή με προσωρινή διαταγή. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 191.

10.

Αν ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπιτυχώς την αίτηση αναστολής και η σύμβαση υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε η εκτέλεσή της πριν από τη συζήτηση του κύριου ένδικου βοηθήματος, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

τη8ς. .Εφόσον η αίτηση αναστολής γίνει δεκτή, η αναθέ- του8σ. αΕ φΑόρσχοήν/ οη ααίντηασθηέ ταωννα σφτοορλέήαςς γήί νηε ι κδεενκττρήι,κ ήη α ανραχθήέ- πτροουμσηαθ εΑιώρνχ ήμ/ποο ραενί αναθέ τσωυμνμ φοροφρέωαθςε ίή π ρηο κςε τνοτ ρδιιακήτα κατρικχόή ήπ ρκαοιμ ητοθ εειών νγ έμνπεοιρ πεεί ρνιαε χ σόυμμεμνοορ φτηωςθ εαίπ πόρφοαςσ τηος δ κιαατι ανκατ ιακ-ό νήα κκααλι έτσο εει νή γ νέαν ετιρ ποεπροιεπχοόιήμσεενιο κ αττηάςλ αλπηόλφαα τσηη ςδ ιοκαικι ηνταικ αή- πνραάκξαηλ πέοσυε ιπ ήρ ονκαά τλρεοσπε οτπηο διήιασφεοι ρκάα τήά, λελπηί λπαα ρτάηλ δειιοψιηκςη,τ νικαή επκρδάώξσηε πι οτυη νπ ροοφκεάιλλεόσμεε ντηη δριηατφήο πρράά ήξ,η ε.π Σί τπηανρ άπλεεριίψπητως,σ νηα αευκτδήώ, σγιεαι ττοη νκ ύορφιοε ιέλνόδμιεκνοη β ορήηθτήημ παρ πάοξυη .α Σστκηήνθ ηπκεερ, ίπεφτωαρσ-η μαόυζτεήτ,α γι ιαα ντοα λκόύγρωιος έ νηδ πικαορ β. ο2ή θτηομυα άπροθυρ αοσυκ ή3θ2η κτεο,υ ε φπα.δρ.- 1μ8ό/1ζ9ε8τα9.ι αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 189/.1 Μ98ε9 τ.ην επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 1829 .κ Μαιε τ οτηυν ά ερπθιρφούυλ 1α9ξ0η, ταηνς τποα δριακγαρσάτφήροιυο 3α κτυορυώ άσρεθι ρ αο-υ π1ό8φ2α κσαηι ττηοςυ Αάρρχθήρςο/υά λ1λ9ο0υ, αονρ γτάον δοιυκ α πσοτυή ροιορ ίζαεκτυαριώ ασπεόι τ αο- ππρόοφεαδσρηικ τόη ς δ Αιάρτχαήγςμ/άαλ λτηοςυ οπραγράανγορυά φ ποουυ 2ο ρτίοζευτ α άι ραθπρόο τυο 1π8ρ1ο, εδδυρνιάκμόε ι δτιηάςτ αογπμοαία ςτ η εςπ πιταρρεαπγόρτάαφν οηυ σ 2ύ νταοψυη σάύρμθβραο-υ σ1η8ς1,, μδευτνάά μτηει στύηνςα οψπηο ίταηςς εσπχιεττριεκπήόςτ σαύνμ ηβ ασσύηνας,ψ ηη τσεύλμεβυα-- τσαηίας ,δ μεεντ θάί γτεητ ασιύ, νεακψτόης τ αηνς πσρχιεντ αικπήός τσηύ μσβύανσαψηςή, τηη ςτε ελίεχυε- ατνααίασ τδαελνε θί ίηγ εδτιααιδ, ιεκκατσόίας ακαν τπαρκιύνρ αωπσόη ςτη τ οσυύ νδαιψαγήω τνηιςσ μεοίχύε μαεν αασπτόαφλαεσί ηη εδπιαί δαιικταήσσίεαω κςα ταανκαύσρτωοσλήηςς τήο μυε δ πιαργοωσνωισρμινοήύ δμιαετ ααπγόήφ. Σατσηην εππείρ αίπιττωήσσεηω αςυ ταήν,α οσ ετονδλιήαςφ ήερ μόεμ επνροοςσ δωικραινι-ή οδύιαταται γναή . αΣξτιηώνσ πειε ραίπποτζωησμηίω ασυητ ήσ,ύ ομ φενωδνιααφ μεερ τόαμ εαννοαςφ δειρκόα-ι- μοεύνταα σι ντοα άαρξθιώρσοε 1ι 9α1π.οζημίωση σύμφωνα με τα αναφερό- με1ν0α. Ασντ οο άερνθδριαοφ 1ε9ρ1ό.μενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπι- τυχ1ώ0ς. Α τνη ον εανίτδηιασφη εαρνόαμσετνοολςή ςδ εκνα ι άησ κσηύσμεβ αήσ άησ υκηπσογε ραάνφεηπ-ι- κτευ κχαώις ο λτοηκνλ αηίρτηώσθηη καεν α ησ ετοκτλέήλςε κσαήι τηη ςσ ύπμρβινα σαπη όυ π τοηγ σρυάζφήη-- τκηεσ κηα τιο ουλ κούκρλιηορυώ έθνηδκικεο υη εβκοτηέθλήεμσαήτ τοηςς, επφραινρ αμπόόζε τταηι σαυνζαή-- λτόηγσωης τ οη υπ καύρρ. ι2ο υτ οέυν δάιρκοθρυο βυο 3η2θ ήτομυα τπο.ςδ,. ε1φ8α/1ρ9μ8ό9ζ.εται ανα- λόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

ή κατώτερη του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς το συνυπολογισμό του ΦΠΑ, η προθεσμία των δέκα (10) ημερών της παραγράφου 1 κωλύει τη σύναψη της σύμβασης, εκτός αν με την προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται κατά την παράγραφο 7 ο δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται αλλιώς με την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παράγραφο 7.

4.

Για το παραδεκτό της άσκησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της παραγράφου 1 κατατίθεται παράβολο, το ύψος του οποίου ορίζεται αναλογικά προς την, χωρίς το συνυπολογισμό του ΦΠΑ, εκτιμώμενη αξία της υπό ανάθεση σύμβασης με κλιμακωτό τρόπο και με ορισμό ανώτατου και κατώτατου ορίου ως προς το καταβαλλόμενο ποσό. Δεν μπορεί το κατώτατο όριο να είναι μικρότερο των διακοσίων (200) ευρώ και το ανώτατο όριο να υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε περίπτωση ποσοστιαίου υπολογισμού του παραβόλου, το ποσοστό δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1% επί της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης. Το παράβολο δύναται να υπολογίζεται με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό ύψος ανάλογα με το αν πρόκειται για σύμβαση υψηλής ή χαμηλής αξίας κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 23 αντίστοιχα. Σε περίπτωση που στα έγγραφα της σύμβασης παρέχεται η δυνατότητα υποβολής προσφοράς για τμήμα μόνο της υπό ανάθεση σύμβασης, το ύψος του παραβόλου υπολογίζεται επί της, χωρίς το συνυπολογισμό του ΦΠΑ, εκτιμώμενης αξίας του τμήματος της σύμβασης για το οποίο συμμετέχει ο αιτών. Το ύψος του παραβόλου της παρούσας παραγράφου είναι ίσο με το ύψος του παραβόλου της παραγράφου 2 του άρθρου 182 για συμβάσεις ίσης εκτιμώμενης αξίας. Με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 182 ορίζεται κλιμακωτά το ύψος του παραβόλου, ο τρόπος υπολογισμού του, το ανώτατο και κατώτατο όριό του, ο τρόπος και χρόνος κατάθεσης και είσπραξης του παραβόλου, ο τρόπος απόδειξης της είσπραξής του, η τυχόν απόδοσή του, σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής της αίτησης, ή σε περίπτωση παραίτησης του αιτούντος από την προσφυγή του πριν τη συζήτησή της. Με το ίδιο διάταγμα προβλέπεται επίσης συγκεκριμένο ποσό παραβόλου σε περίπτωση που η εκτιμώμενη αξία της υπό ανάθεση σύμβασης δεν είναι γνωστή κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης.

5.

Αν ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών ειδοποιεί αμελλητί την αναθέτουσα αρχή/ αναθέτοντα φορέα ή την κεντρική αρχή προμηθειών ή την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλο όργανο που ορίζεται από το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181 με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως τα ηλεκτρονικά μέσα και η τηλεομοιοτυπία. Σε κάθε περίπτωση εντός δέκα (10) ημερών η αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας, η κεντρική αρχή προμηθειών ή η Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, οφείλει, εφόσον έχει ειδοποιηθεί κατά τα ανωτέρω, να αποστείλει στο δικαστήριο με κάθε πρόσφορο μέσο τον πλήρη διοικητικό φάκελο και τις τυχόν απόψεις της μαζί με τα υποβληθέντα έγγραφα και στοιχεία.

6.

Ο αρμόδιος δικαστής ορίζει με πράξη του την ημέρα και ώρα εκδίκασης της αιτήσεως, καθώς και την προθεσμία κλήτευσης. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως, η δε προθεσμία κλήτευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της αιτήσεως με κλήση κοινοποιείται με επιμέλεια του αιτούντος προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, η οποία οφείλει να ενημερώσει σχετικά και την αναθέτουσα αρχή/αναθέτοντα φορέα ή την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 2 ή άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, αν υπηρεσία και αρχή δεν συμπίπτουν και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήτευση θεωρεί αναγκαία ο δικαστής. Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

7.

Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως και μετά από κλήση της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα προ τριών (3) ημερών, να εκδώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση και περιέχει τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται: α) η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης και β) για τις περιπτώσεις συμβάσεων με εκτιμώμενη αξία ίση ή κατώτερη του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, χωρίς το συνυπολογισμό του ΦΠΑ, και η απαγόρευση σύναψης της σύμβασης. Η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί είτε από τον δικαστή που τη χορήγησε, ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα και αφού κληθεί προς ακρόαση ο αιτών προ τριών (3) ημερών, είτε από το δικαστήριο που θα δικάσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

8.

Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας και η λήψη του μέτρου είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσματα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Η απόρριψη της αίτησης για οποιονδήποτε λόγο δεν θίγει άλλα δικαιώματα του αιτούντος.

9.

Το δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα, την απαγόρευση νομικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως τη διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. Η απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης. Το διατακτικό των αποφάσεων αυτών, υπογραφόμενο από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα, εκδίδεται υποχρεωτικά σε προθεσμία επτά (7) ημερών από την εκδίκαση εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση του κύριου ένδικου βοηθήματος. Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθημα, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή του δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.

11.

Εφόσον η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, η αναθέτουσα αρχή/ αναθέτων φορέας ή η Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

Άρθρο 188

Παράνομη υπογραφή σύμβασης Η κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 187 υπογραφή της σύμβασης από την αναθέτουσα αρχή/αναθέτοντα φορέα, ή την Αρχή της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλο όργανο που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, δεν αντιτάσσεται στον ενδιαφερόμενο ούτε κωλύει την παροχή της προσήκουσας δικαστικής προστασίας.

Άρθρο 189

Ακύρωση πράξης ή παράλειψης

1.

Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση κάθε πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντος φορέα ή της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, που παραβιάζει κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας σχετικού με τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης της σύμβασης. Ιδίως, δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση όρου που περιέχεται στα έγγραφα της σύμβασης και αναφέρεται σε τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές, καθώς και των πράξεων αποκλεισμού από τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, αξιολόγησης προσφορών και κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού.

2.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 187 και του άρθρου 190, αν το δικαστήριο ακυρώσει πράξη ή παράλειψη της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα ή της Αρχής της παραγράφου 20 του άρθρου 15 ή άλλου οργάνου που ορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του άρθρου 181, μετά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης, η τελευταία δεν θίγεται, εκτός αν πριν από τη σύναψή της είχε ανασταλεί η διαδικασία κατακύρωσης του διαγωνισμού με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινή διαταγή. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 191.

3.

Αν ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε ή άσκησε ανεπιτυχώς την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και η σύμβαση υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε η εκτέλεσή της πριν από τη συζήτηση του κύριου ένδικου βοηθήματος, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.

Άρθρο 190

Κήρυξη της σύμβασης ως άκυρη

1.

Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την κήρυξη της ακυρότητας της σύμβασης που υπογράφηκε, εφόσον είτε ανατέθηκε χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης: α) στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις περιπτώσεις σύμβασης υψηλής αξίας, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 23 ή β) στο ΚΗΜΔΗΣ στις περιπτώσεις σύμβασης χαμηλής αξίας, κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 23, είτε δεν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 145 είτε δεν τηρήθηκε η υποχρέωση αναστολής της σύναψης της σύμβασης, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 182, της παραγράφου 3 του άρθρου 184 και της παραγράφου 2 του άρθρου 187, ή, σε περίπτωση σύναψης συμφωνίας-πλαισίου και εφαρμογής δυναμικού συστήματος αγορών, όταν παραβιάζονται οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη δεύτερη περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 54 και τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 133.

2.

Η κήρυξη της σύμβασης ως άκυρης έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική ακυρότητά της.

3.

Οι αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών διέπονται από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και οι σχετικές διαφορές εκδικάζονται από το, κατά τις γενικές διατάξεις, αρμόδιο δικαστήριο. Αν ο ανάδοχος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την ακυρότητα της σύμβασης, δεν γεννάται έναντι της Διοίκησης αξίωσή του, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ή η εν λόγω αξίωσή του ικανοποιείται μόνο εν μέρει.

4.

Το δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις και, ιδίως, το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, τη σοβαρότητα της παράβασης και τη συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής/ αναθέτοντα φορέα, μπορεί να κηρύξει την ακυρότητα μόνο του ανεκτέλεστου μέρους της σύμβασης ή να συντάμει τη διάρκειά της.

5.

Εφόσον επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης, παρόλο που αυτή είχε συναφθεί κατά παράβαση της παραγράφου 1, μπορεί το δικαστήριο να μην την κηρύξει άκυρη. Δεν θεωρείται επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης, παρά μόνο αν η ακύρωσή της θα επέφερε δυσανάλογες συνέπειες. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί τέτοιο λόγο η επιβάρυνση της αναθέτουσας αρχής/αναθέτοντα φορέα με έξοδα λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση της σύμβασης, για τη διεξαγωγή νέας διαδικασίας ανάθεσης, για

6.

Στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων παραγράφων το δικαστήριο, με την ίδια απόφαση, επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα πρόστιμο, το ύψος του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του χρηματικού αντικειμένου της σύμβασης. Το πρόστιμο περιέρχεται στον αιτούντα. Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα των διαδίκων αλλά εκτιμά ελευθέρως τις συνθήκες.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)