← Current text · History

Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 160/2024

Current text a fecha 2024-10-08

ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ

Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις:

παρ. 1, 3 και 4 του ν. 4957/2022 «Νέοι Ορίζοντες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Ενίσχυση της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της σύνδεσης των Α.Ε.Ι. με την κοινωνία και λοιπές διατάξεις» (Α’ 141),

Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α’ 98), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την περ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α’ 133).

2.

Την 197/2023 εισήγηση του Μητροπολίτη Ρόδου.

3.

Την 146/2023 έγκριση του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

4.

Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

5.

Την 16/2024 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με πρόταση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, αποφασίζουμε:

ΜΕΡΟΣ Α’

Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου

Άρθρο 1

Μητροπολιτικό Συμβούλιο

1.

Στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, η οποία, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 321 του ν. 4957/2022, περιλαμβάνει τις νήσους και τις νησίδες, συμπεριλαμβανομένων και των βραχονησίδων, κατοικημένες ή μη, εντός των ορίων του Δήμου Ρόδου, λειτουργεί Μητροπολιτικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελεί όργανο διοίκησης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου.

2.

Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες που απαριθμούνται στο παρόν προεδρικό διάταγμα, όλες δε οι λοιπές αρμοδιότητες διοίκησης, διαχείρισης και εκπροσώπησης της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου και εποπτείας των Ενοριών, Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων ανήκουν στον Μητροπολίτη Ρόδου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 327 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 2

Συγκρότηση Μητροπολιτικού Συμβουλίου

1.

Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου συγκροτείται από πέντε (5) μέλη ως ακολούθως: α. Τον Μητροπολίτη Ρόδου ως πρόεδρο με τον αναπληρωτή του, β. τον διευθυντή της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) της περιοχής της έδρας της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου με τον αναπληρωτή του, γ. έναν συνταξιούχο δικαστικό λειτουργό ή έναν δικηγόρο με τον αναπληρωτή του, δ. έναν εφημέριο της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου με τον αναπληρωτή του, ε. ένα λαϊκό μέλος από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια των Ενοριών της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου με τον αναπληρωτή του.

2.

Η θητεία των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου είναι τριετής. Τα μέλη διορίζονται με πράξη του Μητροπολίτη Ρόδου, η οποία δημοσιεύεται στο Επίσημο Δελτίο των Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου της Δωδεκανήσου «Δωδεκάνησος». Η θητεία των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ανανεώνεται με απόφαση του Μητροπολίτη Ρόδου.

3.

Ο γραμματέας του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ορίζεται με πράξη του Μητροπολίτη Ρόδου.

Άρθρο 3

Σύγκληση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου

1.

Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο συνεδριάζει στην έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου και βρίσκεται σε απαρτία εάν παρίστανται τέσσερα (4) από τα μέλη του. μήνες και έκτακτα, όταν ο πρόεδρος το κρίνει αναγκαίο.

3.

α) Ο πρόεδρος συντάσσει την ημερήσια διάταξη και κατατάσσει τα θέματα ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους. Η συζήτηση των θεμάτων γίνεται κατά τη σειρά κατάταξής τους στην ημερήσια διάταξη. Με πρόταση του προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, δύναται να συζητηθεί θέμα εκτός ημερήσιας διάταξης, εφόσον είναι παρόντα και συναινούν όλα τα τακτικά μέλη του.

ημερήσιας διάταξης με τη σχετική πρόσκληση επιδίδεται από τον γραμματέα του Μητροπολιτικού Συμβουλίου στα μέλη του ή αποστέλλεται στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο εκάστου δύο (2) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Συμβουλίου. Η νομιμότητα της επίδοσης αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση επίδοσης ή από απόδειξη επίδοσης, την οποία συντάσσει ο γραμματέας. Σε περίπτωση έκτακτης συνεδρίασης, αρκεί η τηλεφωνική πρόσκληση των μελών είκοσι τέσσερις ώρες (24) πριν από τη συνεδρίαση, η οποία βεβαιώνεται με σχετική σημείωση του γραμματέα σε ειδικό βιβλίο προσκλήσεων.

Άρθρο 4

Συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία του Μητροπολιτικού Συμβουλίου

1.

Ως προς τη συγκρότηση: α. Η τυχόν κατά παράνομο τρόπο κτήση της ιδιότητας, υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του οργάνου. β. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να λειτουργήσει, όχι όμως πέραν του τετραμήνου, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις του τα λοιπά μέλη επαρκούν, ώστε να υπάρχει απαρτία. γ. Η αντικατάσταση διορισθέντος μέλους του Μητροπολιτικού Συμβουλίου πριν από τη λήξη της θητείας του είναι δυνατή για λόγο αναγόμενο στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος και πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη του Μητροπολίτη Ρόδου. δ. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο διατηρεί την αρμοδιότητά του μετά τη λήξη της προβλεπόμενης θητείας του και μέχρι να οριστεί η συγκρότησή του με νεότερη πράξη. Η θητεία του Μητροπολιτικού Συμβουλίου μπορεί να ανανεωθεί, σύμφωνα με το εδάφιο γ της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος.

2.

Ως προς τις συνεδριάσεις: α. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Αν κατά την πρώτη συνεδρίαση διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο καλείται εκ νέου σε συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιείται το νωρίτερο σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη. β. Η πρόσκληση σε συνεδρίαση επιτρέπεται να γίνει από τον γραμματέα του Μητροπολιτικού Συμβουλίου με τηλεφώνημα, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον το γεγονός αυτό αναγράφεται στο πρακτικό της συνεδρίασης. γ. Πρόσκληση των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δεν απαιτείται, όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε τακτές ημερομηνίες, που ορίζονται σε απόφασή του. δ. Πρόσκληση δεν απαιτείται, επίσης, όταν μέλος έχει δηλώσει, πριν από τη συνεδρίαση, κώλυμα συμμετοχής του σε αυτήν ή όταν το κώλυμα αυτό είναι γνωστό στον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. ε. Τα αναπληρωματικά μέλη καλούνται προς αναπλήρωση απόντων ή κωλυόμενων μελών της ίδιας κατηγορίας. στ. Αν κατά τη συνεδρίαση απουσιάσει τακτικό μέλος, το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι μη νόμιμη και το ίδιο ισχύει ακόμη και αν, αντ’ αυτού, είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο συνεδριάζει νόμιμα, εάν το συγκεκριμένο μέλος είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης. ζ. Η νομιμότητα της σύνθεσης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις. η. Μέλη Μητροπολιτικού Συμβουλίου, τα οποία είναι σύζυγοι ή συνδέονται μεταξύ τους με συγγένεια, επιτρέπεται να μετάσχουν στην ίδια συνεδρίαση, εκτός εάν αποκλείεται από ειδική διάταξη. θ. Η σύγκληση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου σε συνεδρίαση είναι υποχρεωτική, αν τα δύο τρίτα (2/3) τουλάχιστον του συνόλου των τακτικών μελών του το ζητήσουν εγγράφως από τον πρόεδρο, προσδιορίζοντας και το προς συζήτηση θέμα. ι. Οι συνεδριάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου είναι μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών, του γραμματέα ή των τυχόν ειδικά οριζόμενων από τον πρόεδρο προσώπων, δεν επιτρέπεται. Ο πρόεδρος πάντως δύναται, για την παροχή πληροφοριών ή προσκόμιση στοιχείων, να καλέσει υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα, τα οποία και αποχωρούν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας για τη λήψη απόφασης. ια. Ο πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και την εύρυθμη λειτουργία του εκκλησιαστικού συλλογικού οργάνου. ιβ. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να συνεδριάζει και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη) ως προς όλα ή ορισμένα εκ των μελών του, γεγονός που βεβαιώνεται στο πρακτικό της συνεδρίασης.

3.

Ως προς τις αποφάσεις: α. Οι αποφάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός της πλειοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ωσότου σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία με την υποχρεωτική προσχώρηση κάθε φορά εκείνου ή εκείνων που διατυπώνουν την ασθενέστερη γνώμη σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρξει ισοψηφία, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Το μέλος από μία συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού, προηγουμένως, τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτές συζητήσεων. Η ενημέρωση προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά. γ. Η ψηφοφορία είναι φανερή, εκτός εάν ο πρόεδρος ζητήσει τη διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας. δ. Η Ιερά Μητρόπολη τηρεί βιβλίο αποφάσεων Μητροπολιτικού Συμβουλίου, στο οποίο καταχωρίζονται οι αποφάσεις. ε. Τις αποφάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκτελεί και γνωστοποιεί με έγγραφά του ο πρόεδρος ή ο νόμιμος αναπληρωτής του.

4.

Ως προς το πρακτικό των συνεδριάσεων: α. Για τις συνεδριάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο μνημονεύονται, ιδίως, τα ονόματα και η ιδιότητα των παριστάμενων μελών, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενό τους και οι αποφάσεις που λήφθηκαν. β. Στο πρακτικό καταχωρίζονται οι γνώμες των μελών που μειοψήφησαν, εάν το ζητήσουν, και, σε περίπτωση φανερής ψηφοφορίας, και τα ονόματά τους. γ. Τα πρακτικά του Μητροπολιτικού Συμβουλίου συντάσσονται και τηρούνται, με ευθύνη του προέδρου, από τον γραμματέα του Συμβουλίου σε ειδικό θεωρημένο βιβλίο πρακτικών, σε έντυπη μορφή, και υπογράφονται από τον πρόεδρο και τα μέλη του. Η άρνηση μέλους να συνυπογράψει το πρακτικό βεβαιώνεται στο τέλος του από τον γραμματέα και υπογράφεται από τα λοιπά παριστάμενα μέλη. Η άρνηση συνυπογραφής πρακτικού αποτελεί λόγο διακοπής της θητείας του μέλους. δ. Η υπογραφή του προέδρου ή του αναπληρωτή του αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση κάθε πράξης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

5.

Ως προς την αμεροληψία των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου: α. Τα μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή εισήγησης, εφόσον:

συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης ή

έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερομένους ή

β. Το μέλος, εφόσον κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος που επιβάλλει την εξαίρεσή του, οφείλει να τον δηλώσει αμέσως στον πρόεδρο και να εξαιρεθεί από οποιαδήποτε ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή το Μητροπολιτικό Συμβούλιο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατό χωρίς τη συμμετοχή του αιτούντος την εξαίρεση. γ. Αίτηση εξαίρεσης μέλους συλλογικού οργάνου δικαιούνται να υποβάλουν οι ενδιαφερόμενοι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Η αίτηση υποβάλλεται στον πρόεδρο. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της περ. β της παρούσας παραγράφου. δ. Η εξαίρεση επιτρέπεται να διατάσσεται και αυτεπάγγελτα από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. ε. Τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση εξαίρεσης τόσων μελών, ώστε τα απομένοντα να μην σχηματίζουν την κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος απαρτία. Σε περίπτωση εξαίρεσης μετέχει ο αναπληρωτής του εξαιρεθέντος μέλους και σε περίπτωση έλλειψης ή κωλύματος του αναπληρωτή, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να συνεδριάσει με ελλιπή σύνθεση, εφόσον έχει απαρτία.

Άρθρο 5

Αρμοδιότητες Μητροπολιτικού Συμβουλίου

1.

Ιεροί Ναοί: α. Αποφασίζει για τον καθορισμό των Ενοριακών Ιερών Ναών, καθώς και των πάσης φύσεως Ιερών Ναών (Ιδρυματικών, Ιδιωτικών, Προσκυνηματικών, Κοιμητηριακών), μετά από σχετική εισήγηση του Μητροπολίτη Ρόδου. β. Γνωμοδοτεί για την ίδρυση Ορθόδοξων Κοιμητηρίων, καθώς επίσης και για την καθιέρωση των Κοιμητηριακών Ιερών Ναών. γ. Γνωμοδοτεί για την απαλλοτρίωση οικοπέδων ή άλλων χώρων με σκοπό την ανέγερση ή την επέκταση Ιερών Ναών ή για τη δημιουργία αύλειου χώρου σε αυτούς.

2.

Ιερές Μονές: α. Γνωμοδοτεί για την ίδρυση, τη συγχώνευση ή την κατάργηση των Ιερών Μονών. β. Διορίζει τα μέλη των Μοναστηριακών Επιτροπών για τη διαχείριση των ερημωθεισών και εγκαταλελειμμένων Ιερών Μονών και των Ιερών Μονών, στις οποίες δεν είναι εφικτή η συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου. γ. Αποφασίζει για την ίδρυση Μετοχίων Ιεράς Μονής.

3.

Εκκλησιαστικά Συμβούλια, Ηγουμενοσυμβούλια των Ιερών Μονών και Μοναστηριακές Επιτροπές των Ιερών Μονών, στις οποίες δεν είναι εφικτή η συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου: α. Εγκρίνει, απορρίπτει ή τροποποιεί τις αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Επιτροπών. β. Διορίζει τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των Ηγουμενοσυμβουλίων, των Μοναστηριακών Επιτροπών και των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 9 του παρόντος, από κατάλογο τουλάχιστον δεκαπέντε (15) μελών, κατόπιν έγγραφης πρότασης των προέδρων τους, για μία τριετία, η οποία αρχίζει την 1η Ιανουαρίου. γ. Διορίζει τα μέλη των ερανικών επιτροπών των Ενοριών. δ. Απαλλάσσει από τα καθήκοντά τους τους εκκλησιαστικούς συμβούλους και τα μέλη των Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Επιτροπών που υπέβαλαν παραίτηση. εβ. εάν δεν είναι συνεπείς στις προς αυτούς οδηγίες και παραγγελίες του Μητροπολίτη σχετικά με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτά ορίζονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, από τις Εγκυκλίους της Ιεράς Μητροπόλεως και από τους ισχύοντες νόμους της πολιτείας, εγ. εάν δεν υποβάλουν έγκαιρα τον προϋπολογισμό και απολογισμό της Ενορίας ή της διοικούμενης από Ηγουμενοσυμβούλιο ή Μοναστηριακή Επιτροπή Ιεράς Μονής, εδ. εάν παραμελούν ή αρνούνται την προάσπιση των συμφερόντων της Ενορίας ή της διοικούμενης από Ηγουμενοσυμβούλιο ή Μοναστηριακή Επιτροπή Ιεράς Μονής. στ. Εγκρίνει, τροποποιεί ή απορρίπτει τον προϋπολογισμό και απολογισμό των Ενοριών και των Ιερών Μονών, οι οποίοι συνοδεύονται από έκθεση του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή της Μοναστηριακής Επιτροπής ή του Ηγουμένου, αντίστοιχα και υποβάλλονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που καταρτίζει και τροποποιεί η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου. Τον απολογισμό εγκρίνει το Μητροπολιτικό Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη σχετική εισήγηση του αρχιερατικού επιτρόπου της περιφέρειας, στην οποία υπάγεται η Ενορία, ή εισήγηση του πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως ή του γενικού αρχιερατικού επιτρόπου για την τήρηση των υπό του νόμου προβλεπομένων σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και την απόδοση των αναλογούντων τελών. ζ. Εγκρίνει, τροποποιεί ή απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Επιτροπών για την αξιοποίηση της περιουσίας τους με διαγωνισμό ιδίως εκμίσθωσης, αγοραπωλησίας ή κατ’ εξαίρεση με απευθείας διαδικασίες, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή αφεύκτου ανάγκης της Ενορίας ή Ιεράς Μονής. η. Εγκρίνει ή απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων για αποδοχή ή αποποίηση δωρεάς ή κληρονομίας κινητών ή ακινήτων προς την Ενορία. θ. Μελετά, αξιολογεί, τροποποιεί, εγκρίνει ή απορρίπτει αποφάσεις δωρεών Εκκλησιαστικών Συμβουλίων των Ενοριών και Ηγουμενοσυμβουλίων ή Μοναστηριακών Επιτροπών των Ιερών Μονών προς Ν.Π.Δ.Δ. και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που επιτελούνται για κοινωφελείς σκοπούς. ι. Απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, οι οποίες κρίνονται επιζήμιες για τα συμφέροντα των Ενοριών. ια. Εγκρίνει ή απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων ή Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Επιτροπών για συνομολόγηση δανείου της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής και επένδυση των τυχόν διαθέσιμων κεφαλαίων της, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή αφεύκτου ανάγκης της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής. ιβ. Εγκρίνει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων ή Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Επιτροπών για διενέργεια εράνου υπέρ του Ιερού Ναού ή της Ιεράς Μονής και αποφασίζει τη σύσταση προς τούτο ερανικών επιτροπών. Οι λαχειοφόρες αγορές υπέρ του Ιερού Ναού διέπονται από τις διατάξεις του ν. 5101/1931 (Α’ 238), όπως ισχύει. ιγ. Ελέγχει την οικονομική διαχείριση εταιρειών που συστήνουν οι Ενορίες ή οι Ιερές Μονές και εγκρίνει τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό τους. ιδ. Εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του να εγκρίνει και να υπογράφει τις αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων για καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων της Ενορίας ή χρεογράφων σε επείγουσες περιπτώσεις. ιε. Εγκρίνει κάθε τρεις μήνες τις δαπάνες των Ενοριών, οι οποίες υποβάλλονται από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια. ιστ. Εκδίδει τις πράξεις καταλογισμού της παρ. 6 του άρθρου 19 του παρόντος.

4.

Ενορίες: α. Γνωμοδοτεί για την ίδρυση, τη συγχώνευση ή την κατάργηση των Ενοριών. β. Γνωμοδοτεί για την τροποποίηση των ορίων των υφιστάμενων Ενοριών. γ. Γνωμοδοτεί για την υπαγωγή οικισμού ή οικισμών στην πλησιέστερη Ενορία. δ. Αποφασίζει για την επιβολή, τους υπόχρεους, τη διαδικασία καταβολής και τον τρόπο είσπραξης των πόρων της παρ. 2 του άρθρου 16 του παρόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

5.

Λοιπές Αρμοδιότητες: α. Καταρτίζει και εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου μετά από σχετική έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας της Ιεράς Μητροπόλεως, τον οποίον αποστέλλει για έγκριση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. β. Καταρτίζει και εγκρίνει τον απολογισμό της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, υφισταμένης της δυνατότητας να ζητηθούν γραπτά διευκρινιστικά στοιχεία για ορισμένα κονδύλια αναγραφόμενα στον απολογισμό, ο οποίος αποστέλλεται για έγκριση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. γ. Εγκρίνει τις πάσης φύσεως δαπάνες των Μητροπολιτικών Γραφείων της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου. δ. Αποφασίζει για την επιχορήγηση των ιδρυμάτων και των Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου προς κάλυψη συγκεκριμένων και αιτιολογημένων υποχρεώσεών τους. ε. Εγκρίνει τις δωρεές της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου για διάφορους εκκλησιαστικούς, φιλανθρωπικούς και κοινωφελείς σκοπούς. στ. Μεριμνά για τη διαχείριση της κινητής ή ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου με διαγωνισμό ιδίως εκμίσθωσης, αγοραπωλησίας ή κατ’ εξαίρεση με απευθείας διαδικασίες, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή αφεύκτου ανάγκης. ζ. Ασκεί καθήκοντα υπηρεσιακού συμβουλίου για τους εφημερίους, διακόνους και εκκλησιαστικούς υπαλλήλους της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου που δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι και δεν μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ειδικά για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου, μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπο Συμβούλιο ορίζει με απόφασή του το υπηρεσιακό συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα (2/3) από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 338 του ν. 4957/2022. η. Αποφασίζει επί αίτησης απόσπασης εφημερίου ή διακόνου της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου σε Ορθόδοξους Ιερούς Ναούς της κανονικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Μητροπολίτη Ρόδου. Η απόφαση που εκδίδεται υπόκειται σε έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται για αποσπάσεις στις Σταυροπηγιακές και Πατριαρχικές Μονές Πάτμου, Βλατάδων και Αγίας Αναστασίας Χαλκιδικής και του Όρους Σινά. θ. Εγκρίνει την ίδρυση και το καταστατικό οποιουδήποτε Ν.Π.Ι.Δ. ή εταιρείας που εξυπηρετεί τους εκκλησιαστικούς σκοπούς της Ιεράς Μητροπόλεως, των Ενοριών και των Ιερών Μονών της μετά από απόφαση του Μητροπολίτη. Τα ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. ή εταιρείες ελέγχονται και εποπτεύονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. ι. Εγκρίνει τον προϋπολογισμό και απολογισμό των Ν.Π.Ι.Δ. της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου. ια. Αποστέλλει προς τα πιστωτικά ιδρύματα ή προς κάθε άλλη αρχή τα απαιτούμενα έγγραφα καθώς και αποσπάσματα πρακτικών που αφορούν στη νόμιμη σύνθεση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, των Ηγουμενοσυμβουλίων και των Μοναστηριακών Επιτροπών. ιβ. Υποχρεούται να επαγρυπνεί και, κατόπιν εισήγησης του προέδρου του, να απευθύνει έγγραφες παραγγελίες και υποδείξεις προς τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια για την τήρηση της τάξης, της νομιμότητας και της διαφάνειας. ιγ. Υπογράφει τις μισθοδοτικές καταστάσεις των εφημερίων ή εξουσιοδοτεί προς τούτο τον πρόεδρο ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του. ιδ. Εγκρίνει την πρόσληψη του πάσης φύσεως αναγκαίου προσωπικού της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου που μισθοδοτείται από αυτή, μετά από εισήγηση του Μητροπολίτη. ιε. Εγκρίνει τη λήψη δανείου υπέρ της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, των Ενοριών και των Ιερών Μονών της. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο για να αποφανθεί επί θεμάτων, τα οποία απαιτούν ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, δύναται να ζητήσει τεχνική έκθεσηγνωμοδότηση ειδικών επιστημόνων με δαπάνη της ενδιαφερόμενης Ενορίας.

Άρθρο 6

Ένδικα μέσα

1.

Κατά των αποφάσεων του Μητροπολιτικού Συμβουλίου επιτρέπεται εντός μηνός από τη νόμιμη κοινοποίησή τους στο οικείο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο προσφυγή μόνο για λόγους νομιμότητας ενώπιον της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διά του Μητροπολίτη Ρόδου.

2.

Αν η προσφυγή της παρ. 1 απορριφθεί ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησής της, η απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου καθίσταται οριστική και υποχρεωτική για το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, το Ηγουμενοσυμβούλιο και τη Μοναστηριακή Επιτροπή. Σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο καλεί εγγράφως τα μέλη των ανωτέρω οργάνων να παράσχουν εξηγήσεις εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

3.

Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη ή οι εξηγήσεις κριθούν ανεπαρκείς, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο προχωρεί στην αμετάκλητη αντικατάσταση των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Μοναστηριακής Επιτροπής, τα οποία δεν συμμορφώνονται.

Άρθρο 7

Αρμοδιότητες προέδρου Μητροπολιτικού Συμβουλίου

1.

Ο πρόεδρος του Μητροπολιτικού Συμβουλίου υπογράφει: α. Τις μισθοδοτικές καταστάσεις των εφημερίων και των πάσης φύσεως υπαλλήλων, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, β. τα διοριστήρια έγγραφα των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, καθώς και των αναπληρωτών τους, γ. τα διοριστήρια έγγραφα των τακτικών και αναπληρωματικών μελών των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, των Ηγουμενοσυμβουλίων, των Μοναστηριακών Επιτροπών και των μελών των ερανικών επιτροπών, δ. τα διοριστήρια έγγραφα των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ., των ιδρυμάτων και των εταιρειών που εξυπηρετούν τους σκοπούς της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, των Ενοριών και των Ιερών Μονών της. Κάθε σχετική απόφαση που έχει ληφθεί πριν από τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος παύει να ισχύει.

2.

Προσκαλεί εγγράφως τα μέλη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου στις συνεδριάσεις του, επισυνάπτοντας και τη σχετική ημερήσια διάταξη.

ΜΕΡΟΣ Β’

Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και του προέδρου του

Άρθρο 8

Όργανα διοίκησης της Ενορίας

1.

Ως κύτταρα της κανονικής οργάνωσης της εκκλησιαστικής ζωής, οι Ενορίες, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 329 του ν. 4957/2022, αποτελούν τις βασικές μονάδες οργάνωσης του εκκλησιαστικού βίου. Η Ενορία με τον Ενοριακό Ιερό Ναό αποτελεί ως Ν.Π.Δ.Δ. ενιαία οντότητα με καθορισμένα γεωγραφικά όρια.

2.

Σε κάθε Ενοριακό Ιερό Ναό συστήνεται και λειτουργεί Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, στο οποίο προεδρεύει τακτικός εφημέριος.

Άρθρο 9

Συγκρότηση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο συγκροτείται από πέντε (5) μέλη ως ακολούθως: από κατάλογο τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ενοριτών με πράξη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, κατόπιν έγγραφης πρότασης του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Σε Ενορίες που περιλαμβάνουν μέχρι εκατό (100) οικογένειες, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει δύο (2) μόνο λαϊκά μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου με τους αναπληρωτές τους από κατάλογο τουλάχιστον δέκα (10) ενοριτών.

Άρθρο 10

Καθήκοντα του προέδρου και των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου 1.α. Ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου εκπροσωπεί, δικαστικά και εξώδικα, το νομικό πρόσωπο της Ενορίας. β. Ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου έχει τα παρακάτω καθήκοντα: βα. έχει την ευθύνη πρότασης και κατάρτισης του καταλόγου ενοριτών για την εκλογή των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, ββ. εκπροσωπεί την Ενορία στην οικεία εκκλησιαστική και κάθε άλλη αρχή, βγ. συγκαλεί, προεδρεύει και εισηγείται τα θέματα στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, βδ. καταρτίζει το πρόγραμμα λειτουργιών και δραστηριοτήτων της Ενορίας και μεριμνά για την ομαλή συνεργασία μεταξύ των τυχόν συνεφημερίων του, των ψαλτών, των νεωκόρων και των λοιπών συνεργατών της Ενορίας, βε. έχει τη διοικητική μέριμνα του Ιερού Ναού, των γραφείων της Ενορίας και των λοιπών δραστηριοτήτων, αναθέτει και κατανέμει αρμοδιότητες ορίζοντας υπευθύνους για κάθε τομέα της ενοριακής ζωής, ιδίως τη νεότητα, το προνοιακό και φιλανθρωπικό έργο, τον πολιτισμό και την παράδοση. γ. Ο πρόεδρος είναι και ιερατικά προϊστάμενος της Ενορίας ανεξαρτήτως οφφικίου, εκτός και αν με απόφαση του Μητροπολίτη Ρόδου ορίζεται άλλως. δ. Με απόφαση του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου η εκπροσώπηση της Ενορίας δύναται να ανατεθεί και σε μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου με τη χορήγηση ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας.

2.

Τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου έχουν τα παρακάτω καθήκοντα: α. παρίστανται στις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και μετέχουν στη λειτουργική ζωή της Ενορίας, β. επιδεικνύουν διάθεση συνεργασίας με τα λοιπά μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και με τους συνεργάτες της Ενορίας, γ. οργανώνουν την Ενορία για την επιτέλεση του σκοπού της ως κέντρου Θείας Λατρείας και κοινωνικής προσφοράς, δ. διαφυλάττουν τους πόρους και τις υποδομές της Ενορίας για την εύρυθμη λειτουργία και την αποτελεσματική προσφορά της, ε. προστατεύουν και αξιοποιούν την κινητή και ακίνητη περιουσία της Ενορίας, στ. εφαρμόζουν τις εγκυκλίους και τις υποδείξεις του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, του Μητροπολίτη Ρόδου και σέβονται τους Θείους και Ιερούς Κανόνες και τους νόμους του κράτους, ζ. ασκούν νόμιμη διαχείριση της Ενορίας, τηρώντας τα απαιτούμενα βιβλία, και δεν αμελούν τις θεωρήσεις και τους ελέγχους τους, η. επιμελούνται την καταμέτρηση και καταγραφή των εσόδων και μεριμνούν για τη χρηστή διαχείρισή τους. Η καταμέτρηση γίνεται παρόντος του προέδρου και τουλάχιστον δύο (2) μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και συντάσσεται απαραίτητα πρακτικό, το οποίο καταχωρίζεται στο σχετικό βιβλίο, θ. επιμελούνται την ευταξία, την καθαριότητα και την ευλάβεια στον χώρο της λατρείας.

Άρθρο 11

Λοιπά ζητήματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας Εκκλησιαστικού Συμβουλίου

1.

Για να διορισθεί κάποιος ως μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου πρέπει: α. Να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και να έχει ορθή περί την πίστη γνώση και διαγωγή, καθώς και απόλυτο σεβασμό στην Εκκλησία, β. να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αλλοδαπός πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα, γ. να μην έχει καταδικασθεί για κακούργημα ή για πλημμέλημα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης επί δικαστηρίω, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας ή κατάχρησης ενσήμων, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας ή για κάποιο από τα εγκλήματα περί το νόμισμα, δ. να μην έχει υποβληθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, ε. να είναι εγγράμματος και στ. να μην εκκρεμεί δίκη μεταξύ αυτού, είτε ατομικά είτε ως μέλους της διοίκησης νομικού προσώπου, και της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Εκκλησίας της Κρήτης ή των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου και των υπ’ αυτών νομικών προσώπων.

2.

Απαγορεύεται ο διορισμός συμβούλων που είναι: α. Συγγενείς μεταξύ τους ή με τον εφημέριο μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, β. συγγενείς μεταξύ τους και με τον εφημέριο πρόεδρο μέχρι και του δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας στις Ενορίες που περιλαμβάνουν μέχρι εκατό (100) οικογένειες, γ. πρόσωπα που έχουν εκλεγεί σε οποιαδήποτε αξίωμα στις εκλογές για την ανάδειξη οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης και πρόσωπα που έχουν οικονομικές σχέσεις με την Ενορία, ιδίως προμηθευτές και ενοικιαστές ακινήτων.

3.

Το αξίωμα του εκκλησιαστικού συμβούλου είναι τιμητικό, άμισθο και ασυμβίβαστο προς το έργο του έμμισθου υπαλλήλου της Ενορίας.

4.

Η θητεία των εκκλησιαστικών συμβούλων ορίζεται τριετής και άρχεται την 1η Ιανουαρίου του έτους, για το οποίο έγινε ο διορισμός. Τυχόν αντικατάσταση εκκλησι Σε Ενορίες άνω των εκατό (100) οικογενειών, δεν επιτρέπεται ο επαναδιορισμός τακτικού εκκλησιαστικού συμβούλου μετά την τρίτη συνεχή θητεία. Δεν επιτρέπεται η ανάληψη καθηκόντων ταμία από εκκλησιαστικό σύμβουλο πέραν των δύο (2) θητειών, συνεχόμενων ή μη.

5.

Η παραίτηση εκκλησιαστικού συμβούλου υποβάλλεται εγγράφως, διά του προέδρου του εκκλησιαστικού συμβουλίου, ή και απευθείας, προς το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει για την αποδοχή της ή μη και διορίζει ένα εκ των αναπληρωματικών μελών.

6.

Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας εκκρεμεί δίκη, όπως ορίζεται κατά την περ. στ της παρ. 1 του παρόντος, ο εκκλησιαστικός σύμβουλος αντικαθίσταται με αιτιολογημένη απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, το οποίο επιλαμβάνεται μετά από σχετική εισήγηση του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.

7.

Εκκλησιαστικός σύμβουλος που απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τρεις (3) συνεχόμενες συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου κηρύσσεται έκπτωτος με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, κατόπιν εισήγησης του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, και απαλλάσσεται των καθηκόντων του.

8.

Οι εκκλησιαστικοί σύμβουλοι απαλλάσσονται επίσης των καθηκόντων τους με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου:

καθήκοντα που τους ανατίθενται ή επιδεικνύουν απρεπή συμπεριφορά προς τον πρόεδρο, τα λοιπά μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τα μέλη της Ενορίας,

του Μητροπολίτη Ρόδου, σχετικά με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτά επιβάλλονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, από τους Κανονισμούς και τις Εγκυκλίους της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου και από τους νόμους της πολιτείας,

και απολογισμό της διαχείρισής τους ή εάν προβαίνουν σε δαπάνες, οι οποίες δεν έχουν αναγραφεί στον προϋπολογισμό,

διοικητικές διαδικασίες για την προστασία των συμφερόντων της Ενορίας,

αρμοδιότητες και τα θέματα συνεργασίας μεταξύ των εφημερίων της Ενορίας, καθώς και στα αντίστοιχα καθήκοντα των ιεροψαλτών και των νεωκόρων του Ιερού Ναού,

θέματα του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ερήμην του προέδρου.

Άρθρο 12

Συγκρότηση και συνεδριάσεις των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, κατά την πρώτη συνεδρίασή του, συγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον αντιπρόεδρο, τον γραμματέα και τον ταμία του. Σε Ενορίες κάτω των εκατό (100) οικογενειών ο πρόεδρος αναθέτει σε ένα μέλος τα καθήκοντα του γραμματέα και σε έτερο μέλος τα καθήκοντα του ταμία. Το σχετικό πρακτικό υποβάλλεται προς έγκριση στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο.

2.

Τις εργασίες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου διευθύνει ο πρόεδρος και, σε περίπτωση απουσίας του, ο αντιπρόεδρος, ο οποίος εξουσιοδοτείται γραπτά από τον πρόεδρο.

3.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρο σε τακτική συνεδρίαση μία (1) φορά ανά μήνα και έκτακτα, όταν ο πρόεδρος το κρίνει αναγκαίο ή το ζητήσουν εγγράφως δύο (2) μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.

4.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρίσταται ο πρόεδρος και τουλάχιστον δύο (2) μέλη του.

5.

Όταν κωλύεται ο πρόεδρος, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρίστανται τουλάχιστον τρία (3) μέλη του, μεταξύ των οποίων και ο αντιπρόεδρός του.

6.

Σε Ενορίες κάτω των εκατό (100) οικογενειών απαιτείται παρουσία όλων των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου κατά τις συνεδριάσεις του.

7.

Ο πρόεδρος συντάσσει την ημερήσια διάταξη και κατατάσσει τα θέματα ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους. Με πρόταση του προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου δύναται να συζητηθεί θέμα εκτός ημερήσιας διάταξης, εφόσον είναι παρόντα και συναινούν όλα τα μέλη του.

8.

Οι αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

9.

Στις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου καλούνται από τον πρόεδρο ή κατ’ εντολή του Μητροπολίτη και μετέχουν άνευ δικαιώματος ψήφου και οι συνεφημέριοι της Ενορίας, που μπορούν ωστόσο να εκφράσουν την άποψή τους.

10.

Δικαίωμα συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν πρόσκλησης του προέδρου, έχουν άνευ δικαιώματος ψήφου και τα αναπληρωματικά μέλη του, ακόμη και αν παρίστανται όλα τα τακτικά μέλη.

Άρθρο 13

Αρμοδιότητες Εκκλησιαστικών Συμβουλίων

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο:

Συμβούλιο του προϋπολογισμού και του απολογισμού των εσόδων και των εξόδων,

Ενορία,

αγορά κινητών και ακινήτων, καθώς και για την αξιοποίηση, εκμίσθωση και εκποίηση της ακίνητης και κινητής περιουσίας της Ενορίας, σύμφωνα με τα άρθρα 22 έως και 27 του παρόντος, για την αποδοχή δωρεάς, κληρονομίας και κληροδοσίας,

σκοπούς,

σκευών και των ιερών κειμηλίων των Ενοριών εντός των χώρων λατρείας ή ειδικά διαμορφωμένων χώρων. Τα ανωτέρω δεν εκποιούνται για κανένα λόγο και διαφυλάσσονται με ευθύνη του προέδρου και των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Κατόπιν έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, οι ιερές εικόνες, τα ιερά σκεύη και τα ιερά κειμήλια δύνανται να παραχωρηθούν στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου για τη δημιουργία κειμηλιαρχείων, με σκοπό την ασφαλέστερη φύλαξη και την προβολή τους.

2.

Όλες ανεξαιρέτως οι αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος.

3.

Σε έκτακτες περιπτώσεις δύναται το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο να λαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων της Ενορίας.

Άρθρο 14

Γενικές αρχές οικονομικής διαχείρισης Η οικονομική διαχείριση, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής σε βάρος των πόρων των Ενοριών και υπέρ δικαιούχων ενεργούνται σύμφωνα με το παρόν προεδρικό διάταγμα και κατά παρέκκλιση των διατάξεων για το δημόσιο λογιστικό των Ν.Π.Δ.Δ., τις κρατικές προμήθειες, τις δημόσιες επενδύσεις και κάθε άλλης συναφούς γενικής ή ειδικής διάταξης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 318 και της παρ. 3 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 15

Πόροι

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο έχει την ευθύνη για την οικονομική διαχείριση της Ενορίας.

2.

Πόροι των Ενοριών είναι οι ακόλουθοι:

φύσεως εκδηλώσεις υπέρ της Ενορίας,

περιουσίας της Ενορίας,

3.

Για κάθε χρηματική χορηγία ή δωρεά εκδίδεται τριπλότυπη απόδειξη είσπραξης, στην οποία αναγράφονται υποχρεωτικά τα στοιχεία του χορηγού ή του δωρητή. Τα στελέχη των αποδείξεων αριθμούνται και θεωρούνται υποχρεωτικά κατ’ έτος από τον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του.

Άρθρο 16

Διάθεση πόρων και διαχείρισή τους

1.

Οι πόροι των Ενοριών διατίθενται για την κάλυψη των ακόλουθων δαπανών, βάσει των εγκεκριμένων προϋπολογισμών τους:

Ασφάλισης, όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις,

Μητροπολιτικού Οικήματος και τη μισθοδοσία του προσωπικού του,

Ενορίας, καθώς και υπέρ των φιλανθρωπικών, προνοιακών και λοιπών δράσεών της,

δράσεών της.

2.

Οι πόροι των Ενοριών που διατίθενται για την κάλυψη των δαπανών των περ. α, γ, δ και ζ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καταβάλλονται υποχρεωτικά κάθε τρεις (3) μήνες.

3.

Μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, το οποίο αρνείται τη διάθεση των πόρων προς καταβολή των ως άνω δαπανών, καλείται προς παροχή εξηγήσεων ενώπιον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και, εάν η άρνησή του κριθεί αδικαιολόγητη, απαλλάσσεται των καθηκόντων του. Σε περίπτωση άρνησης του προέδρου, αυτός καλείται προς παροχή εξηγήσεων ενώπιον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και, αν η άρνησή του κριθεί αδικαιολόγητη, απαλλάσσεται των καθηκόντων του και τα καθήκοντα του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ανατίθενται σε άλλο τακτικό εφημέριο της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου.

4.

Κάθε Ενορία υποχρεούται να τηρεί στο όνομά της λογαριασμό σε αναγνωρισμένο τραπεζικό ίδρυμα. Ο τραπεζικός λογαριασμός δύναται να είναι όψεως, ταμιευτηρίου ή προθεσμιακός και πάντοτε επ’ ονόματι της Ενορίας. Με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ορίζονται οι εκπρόσωποί του σε αυτόν και η μορφή και τα όρια της εκπροσώπησης. Η απόφαση γνωστοποιείται στο τραπεζικό ίδρυμα, στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός, με την αποστολή αντιγράφου εκ του οικείου πρακτικού συνεδρίασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, μετά από εκπεφρασμένη γραπτά έγκριση της απόφασης από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Απαγορεύεται η τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων σε μετοχές εταιρειών, αμοιβαία κεφάλαια και επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η μετατροπή τους σε συνάλλαγμα χωρίς την προηγούμενη ρητή άδεια του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

5.

Κάθε ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό της Ενορίας έως του ποσού των πεντακοσίων η προηγούμενη έγκριση του Μητροπολίτη Ρόδου ή του νόμιμου αναπληρωτή του. Το ως άνω όριο δύναται να τροποποιηθεί με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

Άρθρο 17

Προϋπολογισμός της Ενορίας

1.

Ο προϋπολογισμός της Ενορίας συντάσσεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και υποβάλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο έως το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του έτους, του οποίου προηγείται αυτού που αφορά ο προϋπολογισμός. Ο προϋπολογισμός συνοδεύεται από έγγραφο του προέδρου και σχετική πράξη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, συντάσσεται δε σύμφωνα με υπόδειγμα που καταρτίζει και τροποποιεί η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο εγκρίνει, απορρίπτει ή τροποποιεί τον προϋπολογισμό, καθορίζοντας και αναγράφοντας υποχρεωτικά τυχόν παραληφθείσες νόμιμες χρηματικές υποχρεώσεις των Ενοριών, καθώς και διάφορες άλλες έκτακτες εισφορές, για την εξυπηρέτηση του εν γένει έργου της Ιεράς Μητροπόλεως.

2.

Οι προϋπολογισμοί εγκρίνονται εντός διμήνου από την υποβολή τους.

Άρθρο 18

Δαπάνες

1.

α. Κάθε καταβολή δαπάνης από την Ενορία διενεργείται από τον ταμία, διά εντάλματος πληρωμής υπογεγραμμένου από τον πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Τα στελέχη των ενταλμάτων πληρωμής αριθμούνται και θεωρούνται υποχρεωτικά και κατ’ έτος από την Ιερά Μητρόπολη. Κάθε τρεις (3) μήνες το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο οφείλει να αποστέλλει προς το Μητροπολιτικό Συμβούλιο κατάσταση όλων των δαπανών που διενεργήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. β. Στο ένταλμα πληρωμής αναγράφονται και επισυνάπτονται τα παραστατικά κάθε δαπάνης. Για δαπάνες που δεν έχουν αναγραφεί στον προϋπολογισμό της Ενορίας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. γ. Στο ένταλμα πληρωμής αναγράφονται:

φορολογικού μητρώου του και κάθε άλλο στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου, η ακριβής επωνυμία και η έδρα του,

τιμολογίου ή ισοδύναμου εγγράφου,

τυχόν υπέρ του Δημοσίου και τρίτων κρατήσεις ιδίως Ιεράς Μητροπόλεως, Ενορίας.

δ. Την ευθύνη για τη νομιμότητα των διατασσόμενων πληρωμών φέρει ο πρόεδρος, ο οποίος και υπογράφει το σχετικό ένταλμα πληρωμής, ενώ ο ταμίας ευθύνεται για την ακρίβεια της πληρωμής. Ο ταμίας υποχρεούται να αρνηθεί την πληρωμή δαπάνης, η οποία δεν συνοδεύεται από τα νόμιμα παραστατικά.

2.

Όλες οι δαπάνες των Ενοριών υποβάλλονται προς έγκριση ενώπιον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου κάθε τρεις (3) μήνες, σύμφωνα με την περ. ιε της παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος.

Άρθρο 19

Απολογισμός

1.

Ο απολογισμός συντάσσεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και υποβάλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο έως το τέλος Φεβρουαρίου του έτους, του οποίου έπεται εκείνου που αφορά ο απολογισμός. Ο απολογισμός συνοδεύεται από έγγραφο του προέδρου και σχετική πράξη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, συντάσσεται δε σύμφωνα με υπόδειγμα που καταρτίζει και τροποποιεί η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου.

2.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο οφείλει να προσκομίσει άμεσα τα οικονομικά βιβλία και τα παραστατικά εσόδων και εξόδων, εφόσον τούτο ζητηθεί από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.

3.

Τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ευθύνονται ατομικά και αλληλέγγυα για κάθε απόκρυψη είσπραξης οποιουδήποτε πόρου και πληρωμής οποιασδήποτε δαπάνης, τέλους και οφειλής της Ενορίας.

4.

Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του αρχιερατικού επιτρόπου της περιφέρειας, στην οποία υπάγεται η Ενορία, ή του πρωτοσυγκέλλου ή του γενικού αρχιερατικού επιτρόπου ή του διευθυντή της Δ.Ο.Υ. μέλους αυτού για την τήρηση των υπό του νόμου προβλεπόμενων σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και την απόδοση των αναλογούντων τελών, αποφαίνεται αιτιολογημένα επί του απολογισμού εντός εξαμήνου από την υποβολή του. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να συγκροτεί τριμελή επιτροπή ελέγχου των απολογισμών των Ενοριών με τη συμμετοχή του αρχιερατικού επιτρόπου της οικείας αρχιερατικής περιφέρειας ή του πρωτοσυγκέλλου ή του γενικού αρχιερατικού επιτρόπου ή του διευθυντή της Δ.Ο.Υ. μέλους αυτού για την τήρηση των υπό του νόμου προβλεπομένων σχετικά με την πραγματοποίησή του.

5.

Η μη υποβολή των προϋπολογισμών και απολογισμών από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια εντός των τασσόμενων προθεσμιών επάγεται την κατά τις κείμενες διατάξεις ποινική ευθύνη των υπαίτιων μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και χωρίς να προηγηθεί πειθαρχική τιμωρία και δικαιολογεί την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους με αμετάκλητη απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαιώματος αποζημίωσης για την τυχόν προκληθείσα ζημία.

6.

Εφόσον η επιτροπή της παρ. 4, μετά το πέρας του οικονομικού ελέγχου της παρ. 5 διαπιστώσει έλλειμμα διαχείρισης ή παράνομη πληρωμή δαπάνης, θεωρούμενης ως ελλείμματος, συντάσσει πόρισμα ελέγχου στο οποίο προσδιορίζει όλα τα δημοσιονομικά υπεύθυνα πρόσωπα, καθώς και το ύψος του ελλείμματος. Το πόρισμα ελέγχου υποβάλλεται για έγκριση στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο, το οποίο προβαίνει στην έκδοση αιτιολογημένης καταλογιστικής απόφασης κατά του υπολόγου και συντάσσει χρηματικό κατάλογο με τους τυχόν αλληλέγγυα μετ’ αυτού συνευθυνομένους. Αντίγραφα της καταλογιστικής απόφασης και του χρηματικού καταλόγου κοινοποιούνται στον καθού και στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. της τελευταίας κατοικίας των δημοσιονομικά υπεύθυνων προσώπων, ο οποίος επιμελείται την άμεση βεβαίωση του καταλογιζόμενου ποσού ως δημόσιου εσόδου και την είσπραξή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, αποδιδομένων στη συνέχεια των εισπραχθέντων στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου. Κατά της καταλογιστικής απόφασης του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου επιτρέπεται προσφυγή, διά του οικείου Μητροπολίτη, ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εντός μηνός από την κοινοποίησή της. Η προσφυγή κατατίθεται στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, η οποία σε προθεσμία ενός (1) μηνός τη διαβιβάζει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, συνοδευόμενη από έκθεση και φάκελο.

Άρθρο 20

Έλεγχος των αποφάσεων των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων

1.

Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος, ασκεί έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας της διαχείρισης και διοίκησης της Ενορίας.

2.

Κάθε απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου υποβάλλεται ενώπιον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, το οποίο την εγκρίνει, την τροποποιεί ή την απορρίπτει. Η απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκδίδεται εντός τριμήνου από την υποβολή της απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου σε αυτό. Μετά την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, η απόφαση θεωρείται ότι εγκρίθηκε σιωπηρά, εκτός των περιπτώσεων των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

3.

Η αποδοχή ή αποποίηση δωρεάς υπό τρόπο, κληρονομίας ή κληροδοσίας, καθώς και η συνομολόγηση οποιουδήποτε δανείου, δεν δύνανται να πραγματοποιηθούν από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο χωρίς την προηγουμένη έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

4.

Κάθε απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου για την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς ή έγκλησης, την έγερση αγωγής, την παραίτηση από ένδικα μέσα και τον δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό ισχύει μόνο εφόσον έχει ληφθεί προηγούμενη έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση σε περίπτωση επ’ αυτοφώρω αδικήματος και αίτησης χορήγησης προσωρινής διαταγής και σε κάθε περίπτωση προκειμένου να αντιμετωπισθεί κατεπείγουσα περίπτωση ή άμεσος κίνδυνος. Για τη συνέχιση της διαδικασίας απαιτείται η έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

5.

Λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 5 και στο άρθρο 6 του παρόντος, κάθε απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου είναι υποχρεωτική για το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Εάν αυτό αρνηθεί την εκτέλεσή της, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο απευθύνει σύσταση στα μέλη του, ενώ, εάν αυτά επιμείνουν, καλεί εγγράφως τα μέλη που αρνούνται να υποβάλουν τις εξηγήσεις τους εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη ή οι εξηγήσεις κριθούν αβάσιμες, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο προβαίνει στην αντικατάσταση των ελεγχόμενων μελών με τον διορισμό νέων για το υπόλοιπο της θητείας του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.

Άρθρο 21

Τηρούμενα βιβλία

1.

Με ευθύνη του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, σε κάθε Ενορία τηρούνται τα κάτωθι βιβλία, τα οποία θεωρούνται από τον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ή τον νόμιμο αναπληρωτή του:

2.

Τα έντυπα και η μορφή των τηρούμενων βιβλίων καθορίζονται με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου και δύνανται να τηρούνται και σε ηλεκτρονική μορφή.

Άρθρο 22

Ακίνητη και κινητή περιουσία των Ενοριών

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο διαχειρίζεται την ακίνητη και κινητή περιουσία της Ενορίας.

2.

Η Ενορία επιτελεί σημαντικό κοινωνικό έργο και, επομένως, χρειάζεται πόρους. Προς τούτο, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο πρέπει να αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία της όσο το δυνατόν καλύτερα και περισσότερο προσοδοφόρα. Η ακίνητη περιουσία της Ενορίας είναι δυνατό να αξιοποιηθεί:

εργολαβικών αντιπαροχών,

με την παρ. 7 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.

3.

Με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου διαπιστώνεται η ανάγκη και καθορίζεται ο τρόπος αξιοποίησης κάθε περιουσιακού στοιχείου της Ενορίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5, μετά από πρόταση του Εκ

Άρθρο 23

Εκμισθώσεις ακινήτων

1.

Η εκμίσθωση ακινήτου που ανήκει σε Ενορία πραγματοποιείται, κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού με δημοπρασία. Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της, καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.

2.

Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα α. Για να συμμετάσχει κάποιος στον διαγωνισμό, πρέπει να καταθέσει ως εγγύηση συμμετοχής χρηματικό ποσό ίσο με το διπλάσιο της τιμής πρώτης προσφοράς. των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει. γ. Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του μισθωτηρίου συμφωνητικού βαρύνουν τον τελευταίο πλειοδότη. δ. Το μίσθιο δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αντίθετους με τα χρηστά ήθη. ε. Κάθε δαπάνη επισκευής και συντήρησης του μισθίου, αναγκαία, επωφελής ή και πολυτελής, βαρύνει αποκλειστικά τον μισθωτή και παραμένει υπέρ του μισθίου και του εκμισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτή, εκτός εάν υφίσταται προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, εγκεκριμένη από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, και στ. Για τη μίσθωση πρέπει να εγγυηθεί υπέρ του μισθωτή και ένας τουλάχιστον αξιόχρεος εγγυητής.

3.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, καθώς επίσης ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται ανεπιφύλακτα, και ότι δεν πρόκειται χρησιμοποιήσουν το μίσθιο για σκοπούς αντίθετους με τα χρηστά ήθη. Εάν κάποιος συμμετάσχει για λογαριασμό άλλου, πρέπει να το δηλώσει προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι συμμετέχει για τον εαυτό του. Ο πλειοδότης, ο οποίος προσφέρει το μεγαλύτερο μίσθωμα έως τη λήξη του διαγωνισμού, ανακηρύσσεται τελευταίος πλειοδότης. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους πλειοδότες, πλην του τελευταίου, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.

4.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο πλειοδότη και αποστέλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο για έγκριση. Εφόσον δεν υποβληθούν ενστάσεις ή όσες υποβληθούν απορριφθούν, καλείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης να υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, μαζί με έναν τουλάχιστον αξιόχρεο εγγυητή. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης και ο εγγυητής δεν προσέλθουν εντός της ως άνω προθεσμίας, ο τελευταίος πλειοδότης κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης προσέλθει και υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης, η εγγύηση συμμετοχής αντικαθίσταται από εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης, η οποία ισούται με το διπλάσιο του μηνιαίου μισθώματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά την πλειοδοσία.

5.

Εάν ο διαγωνισμός κηρυχθεί άγονος ή τυχόν ενστάσεις κριθούν βάσιμες, επαναλαμβάνεται με απλή ανακοίνωση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, η οποία παραπέμπει στην αρχική διακήρυξη και αναρτάται πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την επαναληπτική διεξαγωγή του στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της.

6.

Εάν ο διαγωνισμός αποβεί άγονος και δεύτερη φορά, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, κατόπιν σχετικής έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, δύναται να μειώσει την τιμή πρώτης προσφοράς και, εάν και πάλι ο διαγωνισμός αποβεί άγονος, δύναται να εγκρίνει την απευθείας εκμίσθωση του ακινήτου για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη.

7.

Κατ’ εξαίρεση, Ενορία μπορεί να προβαίνει, κατόπιν απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, σε εκμισθώσεις άνευ διαγωνισμού (απευθείας μίσθωση) στις εξής περιπτώσεις (χωρίς να απαγορεύεται ο διαγωνισμός):

υπερβαίνει το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων (18.000,00) ευρώ ή διαφορετικά, όταν το μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ ανά ακίνητο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αναπροσαρμογή των μισθωμάτων κατά τη διάρκεια της μίσθωσης.

άλλα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς και εκκλησιαστικά ιδρύματα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς και επικουρούν το έργο εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, για την ικανοποίηση των στεγαστικών ή λειτουργικών αναγκών τους. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για εκμίσθωση ακινήτων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), τα Ν.Π.Δ.Δ. και τις Δημόσιες Επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η απευθείας μίσθωση εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο κοινωφελείς σκοπούς. Περιορισμένης έκτασης οικονομικές δραστηριότητες ως πηγή πρόσθετων πόρων κοινωφελούς ιδρύματος, εφόσον εξυπηρετούν τον σκοπό της παραχώρησης, κρίνονται κατά περίπτωση από το αυτή, η μίσθωση δεν μπορεί να διαρκέσει πέραν των επτά (7) μηνών.

μίσθωση συνομολογείται για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) ετών.

με την οποία επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού εκμίσθωση εκκλησιαστικού ακινήτου.

8.

Στην περίπτωση που η διάρκεια της μίσθωσης υπερβαίνει τα εννέα (9) έτη ή το μηνιαίο μίσθωμα ορίζεται άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, απαιτείται έγκριση των όρων του διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτου από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο και έγκριση της μίσθωσης του ακινήτου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

9.

Επιτρέπεται η κατάρτιση μακροχρόνιας μίσθωσης διάρκειας έως ενενήντα (90) ετών, για την εκμετάλλευση και αξιοποίηση μεγάλων άγονων εκτάσεων ή γηπέδων, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, οι οποίες απαιτούν ιδιαίτερα ουσιώδεις δαπάνες του μισθωτού, όπως κατασκευή κτηρίων, τεχνικών έργων, εγκαταστάσεων, και για την εκτέλεση μεγάλου επενδυτικού προγράμματος με αυτοχρηματοδότηση ή όχι. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται έγκριση των όρων του διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτου από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο και έγκριση της μίσθωσης του ακινήτου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Άρθρο 24

Εκποίηση ακινήτων

1.

Η εκποίηση ακινήτου που ανήκει σε Ενορία, στην έννοια της οποίας υπάγονται και οι εργολαβικές αντιπαροχές, πραγματοποιείται κατά κανόνα με τη διενέργεια δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού με δημοπρασία. Για την εκποίηση ακινήτου απαιτείται έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2.

Προκειμένου να ορισθεί η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού, προηγείται εκτίμηση της αξίας του ακινήτου είτε από ορκωτό εκτιμητή είτε από τριμελή επιτροπή ειδικών, η οποία ορίζεται με απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η εκτίμηση της αξίας του ακινήτου δεν πρέπει να απέχει από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού χρονικό διάστημα άνω του έτους.

3.

Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της, καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. α. Για να συμμετάσχει κάποιος στον διαγωνισμό, πρέπει να καταθέσει ως εγγύηση συμμετοχής χρηματικό ποσό ίσο με το ένα εικοστό (1/20) της τιμής πρώτης προσφοράς. των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει. γ. Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του σχετικού συμβολαίου και μεταγραφής του βαρύνουν τον τελευταίο πλειοδότη.

5.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και συμβολαιογράφου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα, και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Για τη συμμετοχή προσώπου για λογαριασμό άλλου, απαιτείται δήλωση προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, με ταυτόχρονη κατάθεση σχετικής εξουσιοδότησης πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι το πρόσωπο συμμετέχει για τον εαυτό του. Ο πλειοδότης ο οποίος προσφέρει το μεγαλύτερο τίμημα έως τη λήξη του διαγωνισμού ανακηρύσσεται τελευταίος πλειοδότης. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους πλειοδότες, πλην του τελευταίου, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.

6.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο πλειοδότη. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Στη συνέχεια, το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις αποστέλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο για έγκριση. Αν η ένσταση γίνει δεκτή από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον τελευταίο πλειοδότη και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον το αποτέλεσμα του διαγωνισμού εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης να υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας εντός τριάντα (30) ημερών. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας, κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν προσέλθει και υπογράψει το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, η εγγύηση συμμετοχής συμψηφίζεται με το επιτευχθέν τίμημα, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα διακήρυξης και διεξαγωγής της διαγωνιστικής διαδικασίας.

7.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού εκποίηση ακινήτων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α., τα Ν.Π.Δ.Δ., τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και άλλα Ν.Π.Ι.Δ., στη συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου, στη λύση της κοινωνίας δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη, στην περίπτωση που το ακίνητο είναι ετοιμόρροπο ή κατεδαφιστέο και η εκποίησή του θα ενισχύσει οικονομικά τους σκοπούς της Ενορίας. Η ως άνω απευθείας εκποίηση επιτρέπεται με αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και τελικής έγκρισης του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι της πώλησης και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος. Στις παραπάνω περιπτώσεις το ζητούμενο τίμημα δεν δύναται να υπολείπεται της προσδιοριζόμενης από ορκωτό εκτιμητή αγοραίας αξίας ή της αξίας του ακινήτου βάσει συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον επί εκκλησιαστικών ακινήτων των Ενοριών δημιουργήθηκαν νομικές και πραγματικές καταστάσεις που παρακωλύουν την άσκηση νομής και κατοχής και εν γένει την ελεύθερη διαχείρισή τους ή συντρέχουν σοβαροί κοινωνικοί λόγοι ή λόγοι εκκλησιαστικού συμφέροντος, επιτρέπεται, με τη διαδικασία εδαφίου δ, η προς συμβιβασμό και διακανονισμό της υπόθεσης απευθείας εκποίηση ακινήτου, εφόσον ήθελε κριθεί συμφέρουσα, τηρουμένης της διαδικασίας επίκαιρης εκτίμησης από ορκωτό εκτιμητή της αγοραίας αξίας του ακινήτου πριν από την εκποίησή του. Προϋπόθεση της κατ’ εξαίρεση εκποίησης του παρόντος είναι ο αγοραστής να διατηρεί επί είκοσι (20) έτη αδιατάρακτη νομή ή και κατοχή επί του ακινήτου ο ίδιος ή οι δικαιοπάροχοί του. Η τιμή της εκποίησης είναι δυνατόν να μειώνεται έναντι της εκτιμηθείσης αγοραίας κατά ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) ανά έτος άσκησης νομής από τον αγοραστή ή τους δικαιοπαρόχους του για το πέραν της εικοσαετίας διάστημα παραμονής του στο ακίνητο, έως ποσοστού μείωσης τριάντα τοις εκατό (30%) κατ’ ανώτατο όριο.

8.

Η σύσταση δικαιώματος επιφάνειας διέπεται από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.

Άρθρο 25

Παραχώρηση της χρήσης ακινήτου

1.

Η παραχώρηση χρήσης ακινήτου που ανήκει στην Ενορία πραγματοποιείται μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή υπόκειται σε έγκριση αρχικά από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο και στη συνέχεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η παραχώρηση πραγματοποιείται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, δωρεάν ή έναντι ανταλλάγματος, εν όλω ή εν μέρει, σε Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον εκπληρώνει κοινωφελείς σκοπούς που δεν είναι αντίθετοι στους Ιερούς Κανόνες, τις παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα χρηστά ήθη. Στους όρους της παραχώρησης περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ότι το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ενορίας δεν στερείται του δικαιώματος άρσης της παραχώρησης, άνευ αποζημίωσης του χρησαμένου, εκτός και αν συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για την παραχώρηση, στο οποίο αναγράφονται ρητά οι προϋποθέσεις και οι όροι αποζημίωσης του χρησαμένου, καθώς και οι όροι ανάκλησής της.

2.

Στην περίπτωση παραχώρησης χρήσης ακινήτου της Ενορίας, μετά την τελική έγκριση συντάσσεται και υπογράφεται σχετική σύμβαση παραχώρησης χρήσηςχρησιδανείου, στην οποία εξειδικεύονται οι ειδικότεροι όροι και συμφωνίες. Όσα βαρύνουν το ακίνητο, ιδίως οι πάσης φύσεως φόροι, δαπάνες και τέλη, καταβάλλονται αποκλειστικά από τον χρησάμενο.

Άρθρο 26

Διαχείριση της κινητής περιουσίας των Ενοριών

1.

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο διαχειρίζεται την κινητή και άυλη περιουσία των Ενοριών. Αυτή συνίσταται στα παρακάτω: α. Χρήματα, β. μετοχές, αξιόγραφα, λοιπούς ή ονομαστικούς ή ανώνυμους τίτλους και άυλες αξίες, γ. κινητά αντικείμενα, ιδίως τιμαλφή αφιερώματα, πίνακες ζωγραφικής και έπιπλα.

2.

Η διαφύλαξη των ως άνω κινητών αξιών πραγματοποιείται με τη σύσταση παρακαταθήκης σε τραπεζικούς λογαριασμούς (τα χρήματα) ή σε τραπεζικές θυρίδες (τα τιμαλφή), οι οποίοι ανοίγονται μόνον επ’ ονόματι του νομικού προσώπου της Ενορίας, κατόπιν απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισής της από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.

3.

Ο χρόνος και ο τρόπος αξιοποίησής τους αποφασίζονται κάθε φορά από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, η δε απόφασή του πρέπει να εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.

Άρθρο 27

Αγορά ακίνητης περιουσίας

1.

Η αγορά ακινήτου για τις ανάγκες Ενορίας πραγματοποιείται κατά κανόνα με τη διενέργεια δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού με δημοπρασία. Για κάθε αγορά αξίας μεγαλύτερης των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ απαιτείται και έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2.

Προκειμένου να ορισθεί η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού, προηγείται εκτίμηση της αξίας του προς αγορά κατάλληλου ακινήτου είτε από ορκωτό εκτιμητή είτε από τριμελή επιτροπή ειδικών, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η εκτίμηση της αξίας του ακινήτου δεν πρέπει να απέχει από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού χρονικό διάστημα άνω του έτους.

3.

Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της, καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. α. Για να συμμετάσχει κάποιος στον διαγωνισμό, πρέπει να καταθέσει ως εγγύηση συμμετοχής χρηματικό ποσό ίσο με το ένα εικοστό (1/20) της τιμής πρώτης προσφοράς. των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει. γ. Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του σχετικού συμβολαίου και μεταγραφής του βαρύνουν τον τελευταίο μειοδότη.

5.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα, και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Για τη συμμετοχή προσώπου για λογαριασμό άλλου, απαιτείται δήλωση προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, με ταυτόχρονη κατάθεση σχετικής εξουσιοδότησης πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι το πρόσωπο συμμετέχει για τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα του μειοδοτικού διαγωνισμού κατακυρώνεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο υπέρ του προσώπου που προσφέρει το μικρότερο τίμημα και έχει υποβάλει τα οριζόμενα στη διακήρυξη δικαιολογητικά. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους συμμετέχοντες, πλην του τελευταίου μειοδότη, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.

6.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο μειοδότη. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Στη συνέχεια, το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού, με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις αποστέλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο για έγκριση. Εφόσον η ένσταση γίνει δεκτή από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον τελευταίο μειοδότη και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον ο διαγωνισμός εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο τελευταίος μειοδότης να υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας εντός τριάντα (30) ημερών. Εάν αυτός δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας, κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας.

7.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού αγορά ακινήτων από το Ελληνικό Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α., τα Ν.Π.Δ.Δ., τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και τα άλλα Ν.Π.Ι.Δ, τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς. Επιπλέον, είναι επιτρεπτή η άνευ διαγωνισμού αγορά από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όταν δεν είναι δυνατόν ή συμφέρον να γίνει διαγωνισμός. Τούτο συντρέχει, ενδεικτικά, στη συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου, στη λύση της κοινωνίας δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη, στην περίπτωση που το ακίνητο είναι κατάλληλο για τις ανάγκες και τους σκοπούς της Ενορίας. Η ως άνω απευθείας αγορά γίνεται κατόπιν έκθεσης τουλάχιστον ενός ορκωτού εκτιμητή ακινήτων, αιτιολογημένης απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και τελικής έγκρισης του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι της αγοράς και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος. Στις παραπάνω περιπτώσεις το ζητούμενο τίμημα δεν δύναται να είναι ανώτερο της προσδιοριζόμενης από τον ορκωτό εκτιμητή αγοραίας αξίας ή της αξίας του ακινήτου βάσει συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού. Με την ίδια διαδικασία επιτρέπεται και η απευθείας αγορά ήδη διακατεχόμενων ακινήτων των Ενοριών, για τα οποία δεν πληρούνται προϋποθέσεις χρησικτησίας, εφόσον δημιουργήθηκαν νομικές και πραγματικές καταστάσεις που εξυπηρετούν σοβαρές εκκλησιαστικές ανάγκες.

Άρθρο 28

Έργα, προμήθειες και υπηρεσίες των Ενοριών της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου

1.

Η εκτέλεση έργου, προμήθειας και υπηρεσίας υπέρ της Ενορίας για ποσό άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ πραγματοποιείται κατόπιν διενέργειας δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού. Εφόσον αντικείμενο του διαγωνισμού είναι η εκτέλεση έργων, αυτός διενεργείται κατόπιν τεχνικής μελέτης ή προμελέτης ή τεχνικής έκθεσης, καθώς και διακήρυξης, που συντάσσονται από μελετητή ή τεχνικό σύμβουλο, αποφασίζονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και η σχετική απόφαση εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Εφόσον αντικείμενο του διαγωνισμού είναι οι πάσης φύσεως προμήθειες και υπηρεσίες, αυτός διενεργείται, κατόπιν διακήρυξης που συντάσσεται και αποφασίζεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Περίληψη της διακήρυξης αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της και δημοσιεύεται σε μία ημερήσια τοπική εφημερίδα τουλάχιστον τριάντα ημέρες (30) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. Απαγορευμένων των τεχνητών κατατμήσεων του αντικειμένου των συμβάσεων, οι απευθείας αναθέσεις έργου, προμήθειας και υπηρεσίας κάτω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ διενεργούνται μόνο κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

2.

Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα α. Για να συμμετάσχει κάποιος στον διαγωνισμό, πρέπει να καταθέσει τις εγγυήσεις που προβλέπει η διακήρυξη. των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει. γ. Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του σχετικού συμφωνητικού βαρύνουν το πρόσωπο υπέρ του οποίου κατακυρώνεται ο διαγωνισμός.

3.

Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια κατά τον τρόπο και τη διαδικασία που ορίζεται στη διακήρυξη ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή επιτροπής που αυτό ορίζει. Οι ενδιαφερόμενοι καταθέτουν την οριζόμενη στη διακήρυξη εγγύηση συμμετοχής και υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, καθώς επίσης ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα, και επίσης καταθέτουν όλα τα λοιπά δικαιολογητικά που απαιτούνται. Εάν κάποιος συμμετάσχει για λογαριασμό άλλου, πρέπει να το δηλώσει προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ή την επιτροπή, καταθέτοντας ταυτόχρονα και τη σχετική εξουσιοδότηση πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι συμμετέχει για τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού κατακυρώνεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο υπέρ του προσώπου που καταθέτει την πλέον συμφέρουσα προσφορά σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού και έχει υποβάλει τα οριζόμενα στη διακήρυξη δικαιολογητικά. Μετά την υπογραφή του πρακτικού κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού, κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής σε όλους του συμμετέχοντες πλην του προσώπου, υπέρ του οποίου κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού.

4.

Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον ανάδοχο ή νόμιμα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον και δεν έχει λάβει την εγγυητική επιστολή του, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Στη συνέχεια, το πρακτικό κατακύρωσης με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις και έκθεση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου αποστέλλονται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο για έγκριση. Εφόσον η ένσταση γίνει δεκτή από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον ανάδοχο και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον ο διαγωνισμός εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο ανάδοχος να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν αυτός δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας, κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν ο ανάδοχος προσέλθει προκειμένου να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό, η εγγύηση συμμετοχής πρέπει να αντικατασταθεί με την εγγύηση καλής εκτέλεσης, όπως προβλέπεται στους όρους της διακήρυξης.

5.

Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου δεν αφορούν περιπτώσεις διαχειριστικών πράξεων, για τις οποίες οι Ενορίες επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, για τις οποίες εφαρμοστέες είναι οι ισχύουσες διατάξεις για τις κρατικές ή δημόσιες συμβάσεις του ν. 4412/2016 (Α’ 147), αλλά θεσπίζονται μόνο για έργα, υπηρεσίες και προμήθειες που δεν υπάγονται σε αυτές.

Άρθρο 29

Δανειοδότηση της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, των Ενοριών και Μονών από τραπεζικούς οργανισμούς

1.

Για την έγκριση λήψης δανείου υπέρ της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου απαιτείται απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, κατόπιν οικονομοτεχνικής έκθεσης υπογεγραμμένης από έναν (1) τουλάχιστον οικονομολόγο, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Η απόφαση τεκμηριώνει κατά πλήρη αιτιολόγηση την αναγκαιότητα λήψης του δανείου, τη δυνατότητα ανταπόκρισης στα τοκοχρεωλύσια, τη λήψη προσφορών από τρεις (3) τουλάχιστον τράπεζες και την πλέον συμφέρουσα και εγκρίνεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2.

Για την έγκριση λήψης δανείου υπέρ Ενοριών και Ιερών Μονών τους απαιτείται απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακής Επιτροπής, κατόπιν οικονομοτεχνικής έκθεσης υπογεγραμμένης από έναν (1) τουλάχιστον οικονομολόγο μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Η απόφαση τεκμηριώνει κατά πλήρη αιτιολόγηση την αναγκαιότητα λήψης του δανείου, τη δυνατότητα ανταπόκρισης στα τοκοχρεωλύσια, τη λήψη προσφορών από τρεις (3) τουλάχιστον τράπεζες και την πλέον συμφέρουσα και εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.

3.

Σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή υποθήκης σε ακίνητα που εξυπηρετούν θρησκευτικούς σκοπούς ούτε η παροχή εγγύησης εκ μέρους της Ιεράς Μητρόπολεως Ρόδου ή άλλου Ιερού Ναού ή Ιεράς Μονής αυτής.

Άρθρο 30

Ερανικές επιτροπές

1.

Επιτρέπεται η σύσταση ερανικών επιτροπών για τη διενέργεια εράνων εντός της περιφέρειας της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, με σκοπό την ανέγερση, αποπεράτωση, αγιογράφηση, επισκευή των Ιερών Ναών ή ενίσχυση του κοινωνικού και ποιμαντικού έργου τους, μετά από απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Στη σχετική απόφαση πρέπει να μνημονεύεται ο σκοπός της διεξαγωγής του εράνου, ο τόπος και χρόνος διεξαγωγής του και τα ονόματα των μελών της ερανικής επιτροπής.

2.

Για τη διενέργεια εράνου και εκτός της περιφέρειας της Ιεράς Μητροπόλεως, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη, στην Εκκλησιαστική Επαρχία του

3.

Η ερανική επιτροπή, μετά την κατά τα ως άνω σύστασή της, συγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον ταμία της. Πρόεδρός της τίθεται αυτοδίκαια ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Με απόφαση της ερανικής επιτροπής ορίζονται οι ομάδες που διενεργούν τον έρανο.

4.

Η ερανική επιτροπή οφείλει να εφοδιάζει τις ομάδες του εράνου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προκειμένου να αποδεικνύεται η νομιμότητα του εράνου κατά τους ελέγχους των αρχών.

5.

Η ερανική επιτροπή διεξάγει τον έρανο με διάθεση προτυπωμένων δελτίων εισφορών συγκεκριμένης αξίας, τα οποία αριθμούνται και σφραγίζονται από την Ιερά Μητρόπολη.

6.

Η ερανική επιτροπή υποχρεούται: α. Να μην διαθέτει το προϊόν του εράνου ούτε να προβαίνει σε εκκλησιαστικό έργο, αλλά να καταθέτει το προϊόν του εράνου αμελλητί στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η Ενορία, β. να ενημερώσει εγγράφως το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, εντός μηνός από το πέρας του εράνου, για το αποτέλεσμά του και για το συνολικό χρηματικό ποσό που συγκεντρώθηκε. Επίσης, να καταθέσει στην Ιερά Μητρόπολη, εντός της ιδίας προθεσμίας, τα αδιάθετα αριθμημένα και σφραγισμένα δελτία εισφορών.

7.

Το αποτέλεσμα του εράνου εγγράφεται σε ειδικό πεδίο του απολογισμού της Ενορίας.

Άρθρο 31

Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος. Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2024 Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ Ο Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού