Νόμοι — ΦΕΚ A' 163/2013

Type Νόμος
Publication 2013-07-12
State In force
Source ΦΕΚ
articles 81
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 163 12 Ιουλίου 2013

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4170

Ενσωμάτωση της Oδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της ΕΛ.Τ.Ε., αναμόρφωση Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 15ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 77/799/ΕΟΚ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός Με τα άρθρα 1 έως και 25 εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 2011/16/ΕΕ Οδηγίας του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 (ΕΕ L 64 της 11.3.2011), σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 336 της 27.12.1977), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του ν. 1914/ 1990 (A΄ 178 ), όπως ισχύει.

Άρθρο 2

Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Με τα άρθρα 1 έως και 25 ορίζονται οι κανόνες και οι διαδικασίες βάσει των οποίων οι ελληνικές αρχές συνεργάζονται με τις αρχές των κρατών−μελών με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας ή της εθνικής νομοθεσίας των κρατών−μελών, όσον αφορά στους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 3. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) (άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/24/ ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, ΕΕ L 84 της 31.3.2010), ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

2.

Τα άρθρα 2 έως και 24 δεν θίγουν την εφαρμογή των διατάξεων αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των ελληνικών αρχών και των αρχών των κρατών−μελών. Επίσης, δεν θίγουν την τήρηση τυχόν υποχρεώσεων που υπέχουν οι ελληνικές αρχές σε σχέση με την ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν σε όλους τους φόρους κάθε τύπου που εισπράττονται από την Ελλάδα ή από κράτος−μέλος εξ ονόματός του ή από εδαφικές ή διοικητικές υποδιαιρέσεις του, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών του.

2.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και στους δασμούς, ούτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών−μελών. Τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται, επίσης, όσον αφορά στις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς την Ελλάδα ή προς άλλο κράτος−μέλος ή προς μια διοικητική υποδιαίρεσή του ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.

3.

Σε καμία περίπτωση οι φόροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν τα εξής:

  • α) τέλη, όπως για πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που

εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές·

  • β) οφειλές συμβατικού χαρακτήρα, όπως αμοιβές επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.

2409 σε έδαφος όπου εφαρμόζονται οι Συνθήκες δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 4

Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ) Για την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 νοούνται ως:

1.

«αρμόδια αρχή» κράτους−μέλους: η αρχή η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν από το κράτος−μέλος. Όταν ενεργούν σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως και 24: − η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, − ένα τμήμα διασύνδεσης ή − ένας αρμόδιος υπάλληλος, όπως ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, θεωρούνται επίσης, ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση σύμφωνα με το άρθρο 5·

2.

«κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης»: η υπηρεσία η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν, με κύρια αρμοδιότητα τις επαφές με άλλα κράτη−μέλη στον τομέα της διοικητικής συνεργασίας·

3.

«τμήμα διασύνδεσης»: οποιαδήποτε υπηρεσία, πλην της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης, που έχει ορισθεί για την απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών·

4.

«αρμόδιος υπάλληλος»: οποιοσδήποτε υπάλληλος που μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών, για την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί·

5.

«αιτούσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους−μέλους που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής·

6.

«λαμβάνουσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους−μέλους που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής·

7.

«διοικητική έρευνα»: κάθε έλεγχος, εξακρίβωση και ενέργεια που πραγματοποιούν τα κράτη−μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας·

8.

«ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος»: η ανταλλαγή πληροφοριών βάσει αιτήματος το οποίο απευθύνει το αιτούν κράτος−μέλος προς το λαμβάνον κράτος−μέλος, για μια συγκεκριμένη υπόθεση·

9.

«αυτόματη ανταλλαγή»: η συστηματική κοινοποίηση προς άλλο κράτος−μέλος χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά τακτά εκ των προτέρων καθορισμένα διαστήματα. Στο πλαίσιο του άρθρου 9 ως διαθέσιμες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους−μέλους που κοινοποιεί την πληροφορία, η οποία μπορεί να ανακτηθεί, σύμφωνα με τις διαδικασίες αυτού του κράτους−μέλους για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών·

10.

«αυθόρμητη ανταλλαγή»: η μη συστηματική κοινοποίηση πληροφοριών, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα, σε άλλο κράτος−μέλος·

11.

«πρόσωπο»:

  • α) φυσικό πρόσωπο·
  • β) νομικό πρόσωπο, ή
  • γ) εφόσον προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία,

ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρακτική ικανότητα, χωρίς όμως να έχει το καθεστώς νομικού προσώπου·

  • δ) κάθε άλλο νομικό μόρφωμα οποιουδήποτε χαρακτήρα και μορφής, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα,

που έχει την κυριότητα ή διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρους που καλύπτονται από τα άρθρα 1 έως και 25·

12.

«με ηλεκτρονικά μέσα» ή «ηλεκτρονικά»: η χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης και αποθήκευσης δεδομένων και η χρησιμοποίηση καλωδιακής ή ασύρματης σύνδεσης, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων·

13.

«δίκτυο CCN»: η κοινή πλατφόρμα που βασίζεται στο Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών (CCN), το οποίο έχει αναπτυχθεί από την Ένωση για την εξασφάλιση όλων των διαβιβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.

Άρθρο 5

Οργάνωση (άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Ως «αρμόδια αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 ορίζεται η Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Η Επιτροπή ενημερώνεται αμελλητί για κάθε σχετική μεταβολή.

2.

Ως «κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης», κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2, ορίζεται το Τμήμα Γ΄ Διεθνούς Διοικητικής Συνεργασίας στον τομέα της άμεσης φορολογίας της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργεί:

  • α) ως «αιτούσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος

5, που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής, και

  • β) ως «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 6, που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος

της αρμόδιας αρχής. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών είναι υπεύθυνη για την ενημέρωση της Επιτροπής και των άλλων κρατών−μελών σχετικά με τον ορισμό της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης.

3.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών συνεργάζεται με κάθε αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 1 έως και 25.

4.

Ως «τμήματα διασύνδεσης» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 3 ορίζονται:

  • α) η Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, και
  • β) η Διεύθυνση Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου

Οικονομικών. Τα τμήματα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργούν ως «αιτούσα αρχή» και «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφοι 5 και 6, ανάλογα με την περίπτωση, για το σκοπό της εφαρμογής της διοικητικής συνεργασίας που προβλέπεται στα άρθρα 12 και 13.

5.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να ορίζει τμήμα ή τμήματα διασύνδεσης, εκτός των τα αυτά και καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία τους. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών με ευθύνη της ενημερώνει τον κατάλογο των τμημάτων διασύνδεσης και τον διαθέτει στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών−μελών και στην Επιτροπή.

6.

Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης αποστέλλει ή λαμβάνει αίτημα ή απάντηση σε αίτημα συνεργασίας, ενημερώνει την κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών.

7.

Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης λαμβάνει αίτημα συνεργασίας που συνεπάγεται διοικητικές ενέργειες εκτός του πεδίου των αρμοδιοτήτων του, διαβιβάζει αμελλητί το αίτημα αυτό στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους−μέλους. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 8 αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της διαβίβασης του αιτήματος συνεργασίας στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

8.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης και τα τμήματα διασύνδεσης, όπως ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ενεργούν ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 6

Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος (άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής κράτουςμέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οποιαδήποτε πληροφορία αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, που διαθέτει ή αποκτά κατόπιν ελέγχων ή άλλων διοικητικών ενεργειών.

2.

Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται να αποστείλει αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών στη λαμβάνουσα αρχή κράτους−μέλους, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.

Άρθρο 7

Διοικητικές έρευνες (άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή προβαίνει σε διοικητικές ενέργειες οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6.

2.

Το αίτημα το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 6 μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένο αίτημα για τη διενέργεια ελέγχου ή άλλων συγκεκριμένων διοικητικών ενεργειών. Εάν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια ελέγχου ή άλλων διοικητικών ενεργειών, αιτιολογεί αμέσως τη θέση αυτή στην αιτούσα αρχή κράτους−μέλους.

3.

Προκειμένου να συγκεντρώσει τις αιτούμενες πληροφορίες ή να διεξαγάγει τον αιτούμενο έλεγχο ή τις άλλες διοικητικές ενέργειες, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ακολουθεί τις ίδιες διαδικασίες, όπως όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής η οποία έχει την έδρα της στην Ελλάδα.

4.

Σε περίπτωση αιτιολογημένου ρητού αιτήματος από την αιτούσα αρχή κράτους−μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί πρωτότυπα έγγραφα, εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στην κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 8

Προθεσμίες (άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει τις πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 6 το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος. Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι ήδη διαθέσιμες, τότε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή τις διαβιβάζει εντός δύο μηνών από την ημερομηνία αυτήν.

2.

Σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή και η αιτούσα αρχή κράτους−μέλους δύνανται να συμφωνούν προθεσμίες διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

3.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή επιβεβαιώνει στην αιτούσα αρχή κράτους−μέλους την παραλαβή του αιτήματος αμέσως και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνει χώρα, ει δυνατόν, με ηλεκτρονικά μέσα.

4.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή κράτους−μέλους τυχόν ελλείψεις του αιτήματος και την ανάγκη συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Στην περίπτωση αυτή, οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αρχίζουν την επομένη της παραλαβής των συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, τις οποίες ζήτησε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή.

5.

Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα εμπροθέσμως, ενημερώνει την αιτούσα αρχή κράτους−μέλους αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος σχετικά με τους λόγους καθυστέρησης της απάντησης και την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει.

6.

Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα παροχής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 17, ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους−μέλους για τους λόγους αδυναμίας ή άρνησης παροχής αυτών των πληροφοριών και σε κάθε περίπτωση εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος.

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 9

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές των κρατών−μελών, με αυτόματη ανταλλαγή, διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν φορολογικές λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες, όσον αφορά τις ακόλουθες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως αυτές ορίζονται στην εθνική νομοθεσία του κράτουςμέλους που κοινοποιεί την πληροφορία:

  • α) εισόδημα από απασχόληση,
  • β) αμοιβές διευθυντών,
  • γ) προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται

από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα,

  • δ) συντάξεις,
  • ε) ακίνητη περιουσία και εισόδημα από ακίνητη περιουσία.
2.

Οι πληροφορίες κοινοποιούνται τουλάχιστον άπαξ του έτους, εντός έξι μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες.

3.

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, γνωστοποιεί στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

4.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, δύναται να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να λάβει πληροφορίες για εισόδημα ή κεφάλαιο που δεν υπερβαίνει ένα οριακό ποσό, για κατηγορίες εισοδήματος ή κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

5.

Πριν από την 1η Ιουλίου 2016, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, παρέχει στην Επιτροπή ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο των αυτόματων ανταλλαγών και, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές δαπάνες και οφέλη που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές.

6.

Σε περίπτωση που η Ελλάδα συμφωνήσει για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με πρόσθετες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτει με άλλα κράτημέλη, κοινοποιεί τις συμφωνίες αυτές στην Επιτροπή.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα πληροφοριακά μέσα, η παροχή στατιστικών στοιχείων και κάθε άλλη ειδικότερη λεπτομέρεια σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, η οποία λαμβάνει χώρα μεταξύ Ελλάδας και κρατών−μελών, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών που θεσπίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, πριν από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

8.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2015.

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΑΥΘΟΡΜΗΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 10

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, μπορεί να κοινοποιεί αυθορμήτως στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε αυτήν και η οποία ενδέχεται να είναι χρήσιμη για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών.

2.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιεί οπωσδήποτε τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες, τις οποίες λαμβάνει από τις ημεδαπές αρχές, στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτουςμέλους σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

  • α) οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι στο άλλο κράτος−μέλος υφίσταται διαφυγή

φόρων·

  • β) ένας φορολογούμενος επιτυγχάνει στην Ελλάδα

μείωση ή απαλλαγή φόρου, η οποία συνεπάγεται γι’ αυτόν αύξηση φόρου ή υπαγωγή σε φόρο στο άλλο κράτος−μέλος·

  • γ) επιχειρηματικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται, μεταξύ ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο

στην Ελλάδα και ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο σε άλλο κράτος−μέλος, σε μία ή περισσότερες άλλες χώρες, κατά τέτοιον τρόπο που να ενδέχεται να συνεπάγονται μείωση φόρου στην Ελλάδα ή στο άλλο κράτος−μέλος ή και στα δύο·

  • δ) οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι υφίσταται μείωση φόρου, η οποία προκύπτει από εικονικές μεταφορές κερδών εντός ομάδων

επιχειρήσεων·

  • ε) από πληροφορίες που διαβίβασε στην Ελλάδα η

αρμόδια αρχή του άλλου κράτους−μέλους συνάγονται πληροφορίες που ενδέχεται να έχουν σημασία για την αξιολόγηση της επιβολής φόρου σε αυτό το άλλο κράτος−μέλος.

3.

Στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιούνται οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους−μέλους.

Άρθρο 11

Προθεσμίες (άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, στην οποία καθίστανται διαθέσιμες οι αναφερόμενες στο άρθρο 10 παράγραφος 2 πληροφορίες, διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτουςμέλους το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός ενός μηνός από τη στιγμή που κατέστησαν διαθέσιμες σε αυτήν.

2.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, στην οποία κοινοποιούνται πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 επιβεβαιώνει, ει δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως και σε κάθε πε

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΕ ΔΙΟΚΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ

Άρθρο 12

Παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες υπαλλήλων αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών (άρθρο 11 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Μετά από αίτημα της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους−μέλους στο αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση και σχετική εισήγηση της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, μπορεί να συμφωνηθεί, στο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας και με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών, η παρουσία εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αιτούσας αρχής στα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής.

2.

Η παρουσία των αλλοδαπών εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων περιορίζεται:

  • α) στην ανταλλαγή πληροφοριών με υπαλλήλους της

αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, και

  • β) στην παρουσία τους κατά τις διοικητικές έρευνες

που διεξάγονται από τα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, χωρίς το δικαίωμα διεξαγωγής συνέντευξης με υπόχρεους ή τρίτους. Η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διοικητικές έρευνες πρέπει να αφορούν αποκλειστικά συναλλαγές μεταξύ υπόχρεων της αιτούσας αρχής άλλου κράτους−μέλους και ημεδαπών υπόχρεων. Σε περίπτωση που οι ζητούμενες πληροφορίες περιέχονται σε έγγραφα, οι αλλοδαποί εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι μπορούν να λαμβάνουν αντίγραφα των εγγράφων αυτών.

3.

Οι ημεδαπές ελεγκτικές υπηρεσίες μπορούν αιτιολογημένα να ζητούν, μέσω του αρμόδιου τμήματος διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, την παρουσία δικών τους εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων στα γραφεία των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών−μελών.

4.

Οι υπάλληλοι που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το αιτούν κράτος−μέλος να είναι παρόντες σε ένα άλλο κράτος−μέλος, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να επιδείξουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία να αναφέρονται η ταυτότητά τους και τα επίσημα καθήκοντά τους.

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ

Άρθρο 13

Ταυτόχρονοι έλεγχοι (άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Δύο ή περισσότερα κράτη−μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, το καθένα από το έδαφός του, σε έναν ή περισσότερους υπόχρεους σε φορολογίες που προβλέπονται στο άρθρο 3, κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος για τα εν λόγω κράτη−μέλη, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών που συγκεντρώνονται από τους ελέγχους αυτούς.

2.

Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνει, αποδέχεται ή απορρίπτει και αποστέλλει προτάσεις για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, από τις αιτούσες και προς τις λαμβάνουσες αρχές των άλλων κρατών−μελών, αντίστοιχα.

3.

Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, επιλέγει ανεξάρτητα τους υπόχρεους που προτίθεται να προτείνει για ταυτόχρονο έλεγχο, τόσο αυτούς που φορολογούνται στην Ελλάδα όσο και αυτούς που φορολογούνται σε άλλα κράτη − μέλη. Υποβάλλει αίτημα στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους−μέλους, υπόχρεοι του οποίου ζητά να είναι υποκείμενοι στον έλεγχο, στο οποίο παραθέτει τους λόγους της επιλογής και καθορίζει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου προτείνει να διενεργηθούν οι έλεγχοι αυτοί.

4.

Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, ορίζει υπάλληλο ως αντιπρόσωπο έναντι των λοιπών κρατών−μελών που συμμετέχουν στον ταυτόχρονο έλεγχο για να κατευθύνει και να συντονίζει τον έλεγχο.

5.

Στις περιπτώσεις υποθέσεων, στις οποίες η αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή κρίνει αναγκαία τη διενέργεια ταυτόχρονου ελέγχου, ενημερώνει αιτιολογημένα το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση και, περαιτέρω, το τμήμα αυτό, εφόσον συμφωνεί, μεριμνά για την αποστολή της σχετικής πρότασης στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους−μέλους ή των άλλων κρατών−μελών, με πλήρη αιτιολόγηση και παροχή όλων των απαραίτητων πληροφοριών και με καθορισμό της χρονικής περιόδου εντός της οποίας θα διενεργηθούν οι ταυτόχρονοι έλεγχοι.

6.

Για τις προτάσεις που υποβάλλονται, αντίστοιχα, στο αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, από τις αιτούσες αρχές των άλλων κρατών−μελών για συμμετοχή της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής σε ταυτόχρονους ελέγχους, αποφαίνεται το ίδιο τμήμα διασύνδεσης, κατόπιν σχετικής εισήγησης και παροχής των απαραίτητων πληροφοριών από την αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή. Το παραπάνω τμήμα διασύνδεσης γνωστοποιεί στην αιτούσα αρχή του άλλου κράτους−μέλους τη συμφωνία του ως προς τη διενέργεια των ταυτόχρονων ελέγχων ή την αιτιολογημένη άρνησή του.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 14

Αίτημα κοινοποίησης (άρθρο 13 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Ύστερα από αίτημα της αιτούσας αρχής κράτουςμέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή μεριμνά για την κοινοποίηση στον παραλήπτη πράξεων και αποφάσεων που προέρχονται από τις διοικητικές αρχές του αιτούντος κράτους−μέλους και αφορούν την εφαρμογή στο έως και 25. Το αίτημα κοινοποίησης περιλαμβάνει το αντικείμενο της πράξης ή της απόφασης προς κοινοποίηση και διευκρινίζει το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι χρήσιμη για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του.

2.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους−μέλους για τη συνέχεια που δίδει στο αίτημα κοινοποίησης και για την ημερομηνία, κατά την οποία η πράξη ή η απόφαση κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη.

3.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή διαβιβάζει, δια της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, τις παραπάνω πράξεις ή αποφάσεις στην αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία τις κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων ή αποφάσεων και στη συνέχεια αποστέλλει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

4.

Η αιτούσα ελληνική αρχή υποβάλλει αίτημα κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος άρθρου μόνον όταν δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει τις πράξεις και αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στην Ελλάδα, ή όταν η κοινοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσκολίες.

5.

Οι ελληνικές αρχές δύνανται να κοινοποιούν κάθε έγγραφο με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά απευθείας σε ένα πρόσωπο εντός της επικράτειας άλλου κράτους−μέλους.

ΤΜΗΜΑ Δ΄

ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 15

Προϋποθέσεις (άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, παρέχει πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους που τις έλαβε να της αποστείλει σχετική πληροφόρηση ως προς τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών.

2.

Η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 αποστέλλει τέτοια πληροφόρηση για πληροφορίες που έλαβε δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, όταν αυτό ζητείται από την αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες. Σε περίπτωση που ζητείται τέτοια πληροφόρηση, η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, που έλαβε τις σχετικές πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, αποστέλλει, με την επιφύλαξη των κανόνων φορολογικού απορρήτου και προστασίας δεδομένων που εφαρμόζονται στα κράτη−μέλη, την πληροφόρηση αυτή προς την αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών από τη γνωστοποίηση της έκβασης της χρησιμοποίησης των ζητούμενων πληροφοριών.

3.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, προβαίνει σε πληροφόρηση μία φορά κατ’ έτος σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών προς άλλα ενδιαφερόμενα κράτη−μέλη, σύμφωνα με πρακτικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί διμερώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 16

Γνωστοποίηση πληροφοριών και εγγράφων (άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Οι πληροφορίες που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή υπό οποιαδήποτε μορφή δυνάμει των άρθρων 1 έως και 25 καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και προστατεύονται από το φορολογικό απόρρητο δυνάμει της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας.

2.

Οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες που ενδέχεται να συνεπάγονται κυρώσεις, οι οποίες κινούνται κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, χωρίς να θίγονται οι γενικοί κανόνες και διατάξεις που διέπουν τα δικαιώματα των κατηγορούμενων και των μαρτύρων σε τέτοιες διαδικασίες.

3.

Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του κράτους−μέλους που κοινοποιεί πληροφορίες και μόνον στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται δυνάμει της ελληνικής νομοθεσίας, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή την αιτούσα ελληνική αρχή, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25, μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 2. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στο κράτος−μέλος της αρμόδιας αρχής που κοινοποιεί τις πληροφορίες.

4.

Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους−μέλους μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 2. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στην Ελλάδα.

5.

Όταν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους−μέλους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 2 στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους−μέλους, δύναται να τις διαβιβάζει σε αυτήν την τελευταία. Ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους προέλευσης των πληροφοριών για την πρόθεσή της να διαβιβάσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος−μέλος. Το κράτος−μέλος προέλευσης των πληροφοριών δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε τη σχετική κοινοποίηση από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή την αιτούσα ελληνική αρχή που έλαβε τις πληροφορίες. διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτο κράτος−μέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 5.

7.

Οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές της Ελλάδας δύνανται να επικαλούνται πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματά τους που έχει λάβει η αιτούσα ελληνική αρχή από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους−μέλους, ως αποδεικτικά στοιχεία στην ίδια βάση με παρόμοιες πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα παρέχονται από μια άλλη αρχή της Ελλάδας.

Άρθρο 17

Όρια (άρθρο 17 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους−μέλους τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 με την προϋπόθεση ότι η αιτούσα αρχή έχει εξαντλήσει τις συνήθεις πηγές πληροφόρησης τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διακύβευσης της επίτευξης του στόχου της.

2.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διεξάγει έρευνες ούτε κοινοποιεί πληροφορίες εάν η διεξαγωγή αυτών των ερευνών ή η συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών για ίδιους σκοπούς αντίκειται στην κείμενη νομοθεσία.

3.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση πληροφοριών, όταν το αιτούν κράτος−μέλος αδυνατεί, για νομικούς λόγους, να παράσχει παρόμοιες πληροφορίες.

4.

Η άρνηση διαβίβασης πληροφοριών επιτρέπεται σε περίπτωση που θα οδηγούσε στην αποκάλυψη ενός εμπορικού, βιομηχανικού ή επαγγελματικού απορρήτου ή μιας εμπορικής μεθόδου ή μιας πληροφορίας της οποίας η αποκάλυψη θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

5.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή άλλου κράτους−μέλους για τους λόγους που είναι αντίθετη στην ικανοποίηση του αιτήματος παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 18

Υποχρεώσεις (άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Εάν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος−μέλος, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή εφαρμόζει τα μέτρα τα οποία διαθέτει για τη συγκέντρωση πληροφοριών, προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν δεν χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς της φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 17, η επίκληση των οποίων δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή δεν έχει δικό της συμφέρον στις πληροφορίες αυτές.

2.

Σε καμία περίπτωση το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 δεν θεωρείται ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνείται την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

3.

Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση της ζητούμενης πληροφορίας όταν η εν λόγω πληροφορία αφορά φορολογικές περιόδους προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2011 και όταν η διαβίβαση τέτοιας πληροφορίας θα μπορούσε να έχει απορριφθεί βάσει του στοιχείου γ΄ του άρθρου 21 του ν. 1914/1990 (άρθρο 8 παράγραφος 1 της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ) εάν είχε ζητηθεί πριν από την 11η Μαρτίου 2011.

Άρθρο 19

Επέκταση της ευρύτερης συνεργασίας που παρέχεται σε τρίτη χώρα (άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ) Η Ελλάδα δύναται να αιτηθεί ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία με ένα κράτος−μέλος από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος−μέλος παρέχει τέτοια ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία προς τρίτη χώρα. Σε περίπτωση που η Ελλάδα παρέχει προς τρίτη χώρα συνεργασία ευρύτερη από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή εξίσου ευρείας συνεργασίας προς οποιοδήποτε άλλο κράτοςμέλος το οποίο επιθυμεί να συμμετάσχει στην ευρύτερη αυτή αμοιβαία συνεργασία με την Ελλάδα.

Άρθρο 20

Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι (άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και διεξαγωγής διοικητικών ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 6 και οι απαντήσεις τους, η αποδοχή τους, το αίτημα συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, η αδυναμία ή η άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αποστέλλονται, στο μέτρο του δυνατού, με χρήση τυποποιημένου εντύπου το οποίο εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/ 16/ΕΕ. Τα τυποποιημένα έντυπα μπορούν να συνοδεύονται από εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών.

2.

Το τυποποιημένο έντυπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να παρέχει η αιτούσα ελληνική αρχή:

  • α) τα στοιχεία ταυτότητας του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή έρευνας·
  • β) τους φορολογικούς λόγους για τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες.

Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται, στο βαθμό που γνωρίζει και σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, να παρέχει το όνομα και τη διεύθυνση κάθε προσώπου που εικάζεται ότι έχει στην κατοχή του τις ζητούμενες πληροφορίες, καθώς και κάθε στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει τη συλλογή των πληροφοριών από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους−μέλους. τα αιτήματα διοικητικών κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 14 και η πληροφόρηση σχετικά με τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 15, αποστέλλονται με χρήση του τυποποιημένου εντύπου που εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

4.

Οι αυτόματες ανταλλαγές πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 9, αποστέλλονται με τη χρήση τυποποιημένου ηλεκτρονικού μορφότυπου με στόχο τη διευκόλυνση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και με βάση τον ισχύοντα ηλεκτρονικό μορφότυπο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 του ν. 3312/2005 (Α΄ 35) (άρθρο 9 της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, ΕΕ L 157 της 26.3.2003).

5.

Ο τυποποιημένος ηλεκτρονικός μορφότυπος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4, πρέπει να χρησιμοποιείται για όλους τους τύπους αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και εγκρίνεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/ 16/ΕΕ.

Άρθρο 21

Πρακτικές ρυθμίσεις (άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 πρέπει να παρέχονται, στο μέτρο του δυνατού, με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το δίκτυο CCN.

2.

Οι ελληνικές αρχές είναι υπεύθυνες για οποιαδήποτε εξέλιξη των συστημάτων της, η οποία απαιτείται για τη δυνατότητα ανταλλαγής των πληροφοριών αυτών με χρήση του δικτύου CCN.

3.

Τα πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Επιτροπής επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου CCN.

4.

Η Ελλάδα παραιτείται από κάθε αξίωση επιστροφής των δαπανών, οι οποίες προκύπτουν κατά την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 εκτός, κατά περίπτωση, αν πρόκειται για αμοιβές εμπειρογνωμόνων.

5.

Τα αιτήματα συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων κοινοποίησης, και τα συνημμένα έγγραφα είναι δυνατόν να συντάσσονται σε οποιαδήποτε γλώσσα συμφωνούν μεταξύ τους η λαμβάνουσα αρχή και η αιτούσα αρχή. Τα αιτήματα αυτά συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους−μέλους της λαμβάνουσας αρχής μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν η λαμβάνουσα αρχή δηλώνει το λόγο για τον οποίο ζητά μετάφραση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 22

Αξιολόγηση (άρθρο 23 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία, αναγκαία για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 όσον αφορά τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή.

2.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιεί στην Επιτροπή μια ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 9, καθώς και των πρακτικών αποτελεσμάτων τα οποία επετεύχθησαν. Η μορφή και οι όροι κοινοποίησης αυτής της ετήσιας αξιολόγησης εγκρίνονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

3.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, παρέχει στην Επιτροπή για τους σκοπούς της αξιολόγησης των άρθρων 1 έως και 25 στατιστικά στοιχεία, που συντάσσει η Επιτροπή, με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

4.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή, δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3, χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτές οι πληροφορίες, καθώς και οποιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή βάσει αυτών, μπορούν να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη−μέλη. Αυτές οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους−μέλους που τις έλαβε. Οι εκθέσεις και τα έγγραφα που καταρτίζει η Επιτροπή και που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τα κράτη−μέλη μόνον για λόγους ανάλυσης αλλά δεν δημοσιοποιούνται ούτε καθίστανται διαθέσιμες σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα χωρίς τη ρητή συμφωνία της Επιτροπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 23

Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες (άρθρο 24 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Όταν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή λαμβάνει από τρίτη χώρα πληροφορίες οι οποίες είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, δύναται, εφόσον αυτό επιτρέπεται δυνάμει διεθνούς συμφωνίας με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, να παρέχει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές κρατών−μελών για τις οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες και σε οποιαδήποτε αιτούσα αρχή.

2.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή επιτρέπεται να κοινοποιεί σε μία τρίτη χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων σε τρίτες χώρες, πληροφορίες τις οποίες αποκτά από κράτος−μέλος, υπό τον όρο ότι τηρούνται αθροιστικά οι ακόλουθοι όροι:

  • α) η αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους από την οποία

προέρχονται οι πληροφορίες έχει συναινέσει για την κοινοποίησή τους στην τρίτη χώρα, και αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράτυπη ή παράνομη φύση των συναλλαγών οι οποίες φαίνεται ότι συνιστούν παραβίαση ή κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας.

3.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 24

Προστασία δεδομένων (άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ) Η ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών ερευνών, γίνεται κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης απόφασης ως προς την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των δεδομένων, τόσο από την αιτούσα αρχή όσο και από τη λαμβάνουσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2472/1997 (Α΄ 50) λαμβανομένων υπόψη και όσων ορίζονται στα άρθρα 15 παράγραφος 1, 16 παράγραφος 1 και 17 του παρόντος νόμου. Την αιτιολογία εξετάζει η λαμβάνουσα ή η αιτούσα, αντίστοιχα, ελληνική αρχή. Η ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2472/1997. Για τους σκοπούς των άρθρων 1 έως και 25 και ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη πράξη της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, μπορεί να αποφασίζεται εξαίρεση της άσκησης των δικαιωμάτων των άρθρων 11 και 12 του ν. 2472/1997.

Άρθρο 25

Καταργούμενες διατάξεις Πρώτου Μέρους Με τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργούνται:

  • α) τα άρθρα 19 έως 24α του Κεφαλαίου Β΄ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του ν. 1914/1990, με

τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων,

  • β) τα άρθρα 1 και 2 του Πρώτου Κεφαλαίου του ν.

3312/2005, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2003/93/ΕΚ του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 για την τροποποίηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών στον τομέα της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας (ΕΕ L 264 της 15.10.2003) και

  • γ) τα άρθρα 3 και 4 του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 3453/2006

(Α΄ 74), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2004/56/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τροποποίηση της Οδηγίας 77/799/ ΕΟΚ όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών στον τομέα των άμεσων φόρων, ορισμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 127 της 29.4.2004). Οι παραπομπές στις καταργούμενες διατάξεις θεωρείται ότι γίνονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ

Άρθρο 26

Τροποποίηση του άρθρου 1 του ν. 3148/2003

1.

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 (Α΄ 136) προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: «Η Ε.Λ.Τ.Ε. λειτουργεί αποκλειστικά χάριν του δημόσιου συμφέροντος, έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας.»

2.

Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η Ε.Λ.Τ.Ε. εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομικών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η εν λόγω εποπτεία λαμβάνει τη μορφή της προηγούμενης έγκρισης μόνον για τις πράξεις του ετήσιου προϋπολογισμού και απολογισμού της Ε.Λ.Τ.Ε..»

3.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Ως γραμματέας του Δ.Σ. ορίζεται, με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., υπάλληλος της Ε.Λ.Τ.Ε..»

4.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι Αντιπρόεδροι επιλέγονται από πρόσωπα που διαθέτουν ευρεία επιστημονική κατάρτιση στη Λογιστική ή/και Ελεγκτική.»

5.

Στην παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση λήξης της θητείας των μελών του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., αυτή παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι το διορισμό νέων μελών σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3148/2003 για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους κατ’ ανώτατο όριο.»

Άρθρο 27

Τροποποίηση του άρθρου 4 του ν. 3148/2003 σχετικά με το Συμβούλιο Λογιστικής Τυποποίησης Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3148/ 2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Το Σ.ΛΟ.Τ. είναι πενταμελές και αποτελείται από έναν Αντιπρόεδρο της Ε.Λ.Τ.Ε. ως Πρόεδρο και τέσσερις ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι έχουν υψηλό επίπεδο θεωρητικής κατάρτισης στη Λογιστική και μακροχρόνια πείρα πρακτικής εφαρμογής της. Ένας, τουλάχιστον, εκ των ανωτέρω επιστημόνων απαιτείται να είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στο γνωστικό αντικείμενο της Λογιστικής.»

Άρθρο 28

Τροποποίηση του άρθρου 5 του ν. 3148/2003 σχετικά με το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου Το άρθρο 5 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 5 Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου

1.

Το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου (Σ.Π.Ε.) είναι πενταμελές συλλογικό όργανο και η θητεία του είναι τριετής. Τα μέλη του Σ.Π.Ε. και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. και πρέπει να είναι πρόσωπα εγνωσμένου κύρους με ειδικές γνώσεις και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε.. Ένα από τα μέλη του Σ.Π.Ε. ορίζεται από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., μετά από πρόταση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που συστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 226/1992 (Α΄ 120). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισηγήσεως του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. καθορίζεται η αποζημίωση των μελών του Σ.Π.Ε..

2.

Το Σ.Π.Ε. είναι αρμόδιο:

  • α) για τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων επί των προσώπων των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 2 του ν.

3693/2008 (Α΄ 174),

  • β) για τη διατύπωση υποδείξεων προς τα πρόσωπα των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 2 του ν.

3693/2008, ως αποτέλεσμα ποιοτικών ελέγχων,

  • γ) για τη διεξαγωγή ερευνών προς διαπίστωση τυχόν παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού

πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών συμπεριλαμβανομένων των κανονιστικών αποφάσεων της Ε.Λ.Τ.Ε., του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας, των ελεγκτικών προτύπων ή των προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν καταγγελίας,

  • δ) για τη διατύπωση εισηγήσεων προς το Δ.Σ. της

Ε.Λ.Τ.Ε. ως αποτέλεσμα της διεξαγωγής ερευνών κατά την περίπτωση γ΄ της παρούσας παραγράφου,

  • ε) για τη διεξαγωγή ερευνών που σχετίζονται με την

επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων και με την άσκηση εποπτείας επί της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. κατά τη διεξαγωγή προαναφερθεισών ερευνών,

  • στ) για τη διατύπωση γενικών εισηγήσεων προς το

Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. επί ελεγκτικών θεμάτων, θεμάτων άσκησης ποιοτικού ελέγχου και διερεύνησης πειθαρχικών παραβάσεων, και

  • ζ) επί οιουδήποτε άλλου θέματος προσιδιάζει στην

άσκηση ποιοτικού ελέγχου επί της ελεγκτικής εργασίας, καθώς και στη διερεύνηση των υποθέσεων για τη διαπίστωση της τυχόν τέλεσης πειθαρχικών παραβάσεων.

3.

Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. ρυθμίζεται το περιεχόμενο, ο τρόπος και η διαδικασία διενέργειας των ποιοτικών ελέγχων και κάθε άλλο σχετικό θέμα, ιδίως δε:

  • α) τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, που θα διενεργούν

τους ποιοτικούς ελέγχους,

  • β) τα κριτήρια επιλογής των φορέων που θα εντάσσονται κάθε φορά στον προγραμματισμό του Σ.Π.Ε. για

τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων,

  • γ) οι υποχρεώσεις των ελεγχόμενων προσώπων κατά

τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων,

  • δ) η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ποιοτικών ελέγχων, και
  • ε) οι υποχρεώσεις των ελεγχόμενων προσώπων κατόπιν ολοκλήρωσης των ποιοτικών ελέγχων.
4.

Τα πρόσωπα επί των οποίων διενεργήθηκε ποιοτικός έλεγχος υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις που διατυπώνονται προς αυτά από το Σ.Π.Ε. ως αποτέλεσμα του διενεργηθέντος ποιοτικού ελέγχου. Κατά τη διατύπωση των υποδείξεών του, το Σ.Π.Ε. τάσσει στα ως άνω πρόσωπα εύλογη προθεσμία προς συμμόρφωση. Τυχόν μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις του Σ.Π.Ε. εντός της ταχθείσης προθεσμίας συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

5.

Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. καθορίζεται η δαπάνη για τη διενέργεια του ποιοτικού ελέγχου, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ε.Λ.Τ.Ε..»

Άρθρο 29

Κυρώσεις και διαδικασία επιβολής τους Το άρθρο 6 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 6 Κυρώσεις και διαδικασία επιβολής αυτών

1.

Αποκλειστικά αρμόδιο όργανο για τη διαπίστωση παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών, συμπεριλαμβανομένων των κανονιστικών αποφάσεων της Ε.Λ.Τ.Ε., του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας και των ελεγκτικών προτύπων ή των προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, καθώς και περιπτώσεων μη συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις που διατυπώνονται από το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου (Σ.Π.Ε.) της Ε.Λ.Τ.Ε. συνεπεία της διενέργειας ποιοτικού ελέγχου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του παρόντος, από τα πρόσωπα των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 («πειθαρχικά παραπτώματα»), και την επιβολή κυρώσεων σε βάρος τους, είναι το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της Ε.Λ.Τ.Ε..

2.

Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. επιβάλλει τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις:

  • α) Επίπληξη.
  • β) Προσωρινή απαγόρευση διενέργειας υποχρεωτικών

ελέγχων επί των ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως δώδεκα (12) μήνες.

  • γ) Για τα φυσικά πρόσωπα πρόστιμο ύψους έως και

100.000 ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής, πρόστιμο ύψους έως και 200.000 ευρώ. Για τα νομικά πρόσωπα, πρόστιμο ύψους έως και 1.000.000 ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής του νομικού προσώπου, το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να επιβάλει πρόστιμο ύψους έως 2.000.000 ευρώ. Στην περίπτωση επιβολής προστίμου σε νομικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα διενέργειας υποχρεωτικών ελέγχων, το επιβαλλόμενο πρόστιμο δύναται να υπερβεί το όριο του πρώτου εδαφίου και να ανέλθει σε ποσό ίσο με το δεκαπλάσιο της αμοιβής που τιμολογήθηκε στην ελεγχόμενη οντότητα κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης κατά την οποία τελέσθηκε η παράβαση και προέρχεται από κάθε είδους ελεγκτική εργασία. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ισχύουν και σε περίπτωση υποτροπής του νομικού προσώπου.

  • δ) Προσωρινή αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας

για χρονικό διάστημα έως δύο (2) έτη.

  • ε) Οριστική αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας και

διαγραφή από το Μητρώο Ελεγκτών.

3.

Για την επιμέτρηση της επιβαλλόμενης κύρωσης σε καθεμία από τις ανωτέρω περιπτώσεις της παραγράφου αυτής λαμβάνονται υπόψη, ενδεικτικώς, η σοβαρότητα της παράβασης, ο κίνδυνος για την αξιοπιστία και την ορθή λειτουργία του ελεγκτικο−λογιστικού θεσμού, ο τυχόν προσπορισμός οφέλους και η τυχόν συνδρομή στο πρόσωπο του παραβάτη της ιδιότητας του κυρίου εταίρου σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 3693/ 2008. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. για την έκδοση των αποφάσεων για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων λαμβάνει μέρος και ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. που είναι Πρόεδρος του Σ.Π.Ε., χωρίς δικαίωμα ψήφου.

4.

Σε περίπτωση διαπίστωσης της τέλεσης παράβασης από νόμιμο ελεγκτή, που διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους στο όνομα και για λογαριασμό ελεγκτικού γραφείου, η ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή δεν αίρει την τυχόν σωρευτική πειθαρχική ευθύνη του ελεγκτικού γραφείου. Σε κάθε περίπτωση, η δια πράξεως ή παραλείψεως πλημμελής άσκηση εποπτείας εκ μέρους εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους της διοίκησης ή μέλους εποπτικού οργάνου ελεγκτικού γραφείου επί των κυρίων εταίρων κατά την έννοια της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 και των νομίμων ελεγκτών, καθώς και κάθε άλλου προσώπου που συμμετέχει εν γένει στην ελεγκτική διαδικασία για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα καταλογιζόμενο αυτοτελώς στο ελεγκτικό γραφείο ή και στα μέλη των οργάνων διοίκησής του που εμπλέκονται στην πλημμελή άσκηση εποπτείας. Ομοίως αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο καταλογίζεται στο ελεγκτικό γραφείο ή και τα μέλη των οργάνων διοίκησης του ελεγκτικού γραφείου αυτοτελώς, και κάθε πράξη ή παράλειψη εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους της διοίκησης ή μέλους εποπτικού οργάνου ή κυρίου εταίρου ελεγκτικού γραφείου κατά την έννοια της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008, η οποία θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα νόμιμου ελεγκτή, όπως αυτή προσδιορίζεται στα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα και τον ισχύοντα Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών. Στην τελευταία περίπτωση, πέραν των λοιπών κυρώσεων, επιβάλλεται σε βάρος του ελεγκτικού γραφείου και στα μέλη των οργάνων διοίκησής του, που εμπλέκονται στην παράβαση, η κύρωση της αφαίρεσης της επαγγελματικής άδειας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

5.

Ειδικώς, στην περίπτωση μη συμμόρφωσης των επιχειρήσεων νομίμων ελεγκτών με την υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του νόμου αυτού πέραν των κυρώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να αποφασίσει την αποβολή της μη συμμορφούμενης επιχείρησης και των νομίμων ελεγκτών αυτής από το πρόγραμμα ποιοτικών ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. με συνέπεια κάθε ελεγκτική εργασία που διενεργείται από αυτούς να μην παράγει έννομα αποτελέσματα. Οι αποφάσεις περί αποβολής δημοσιοποιούνται με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., που καθορίζει τη φύση, έκταση και τον τρόπο δημοσιοποίησής τους.

6.

Πριν την έκδοση της απόφασης για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούται να καλέσει τον ελεγχόμενο νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγχόμενο ελεγκτικό γραφείο να εκθέσει τις απόψεις του. Η σχετική κλήση είναι έγγραφη και σε αυτή μνημονεύονται υποχρεωτικά η προσαπτόμενη παράβαση, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση αυτής και τάσσεται εύλογη προθεσμία στον ενδιαφερόμενο να εκθέσει τις απόψεις του εγγράφως. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια, να καλέσει τον ελεγχόμενο νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγχόμενο ελεγκτικό γραφείο και σε παροχή προφορικών επεξηγήσεων ενώπιόν του. Σε περίπτωση αναβολής ή διακοπής της συζήτησης για άλλη μέρα και ώρα, η γνωστοποίηση της ημερομηνίας της μετά την αναβολή ή τη διακοπή συζήτησης, μπορεί να γίνεται με κάθε πρόσφορο τρόπο. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος να δημοσιοποιεί με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέσο τις αποφάσεις αυτού που αφορούν την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων.

7.

Κατά των αποφάσεων του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων χωρεί προσφυγή ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή τους.

8.

Τα πρόστιμα που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 αποτελούν έσοδο του Δημοσίου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974), από την εκάστοτε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), η οποία οφείλει να ενημερώσει άμεσα την Ε.Λ.Τ.Ε. για την είσπραξη ή μη του προστίμου.»

Άρθρο 30

Διερεύνηση υποθέσεων και εξουσίες των οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε. Μετά το άρθρο 6 του ν. 3148/2003 προστίθενται άρθρα 6Α και 6Β ως εξής: «Άρθρο 6Α Διερεύνηση υποθέσεων

1.

Η διερεύνηση των υποθέσεων για τη διαπίστωση της συνδρομής ή μη παράβασης της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του παρόντος διενεργείται με τη διοικητική μέριμνα του Σ.Π.Ε. και με την υποστήριξη της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. και των «εντεταλμένων ελεγκτών» της Ε.Λ.Τ.Ε..

2.

Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. ύστερα από εισήγηση του Σ.Π.Ε. μπορεί να ορίζει ως «εντεταλμένους ελεγκτές», φυσικά πρόσωπα, ιδιώτες ή υπαλλήλους του Δημοσίου ή νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, με κατάλληλη επαγγελματική κατάρτιση και εμπειρία που έχουν λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση, ιδίως σε θέματα διενέργειας ποιοτικών ελέγχων. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μπορούν να εξειδικεύονται τα αναγκαία προσόντα και οι απαιτούμενες ειδικότητες των «εντεταλμένων ελεγκτών», καθώς και η διαδικασία επιλογής και αποζημίωσής τους. Οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 του ν. 3693/2008 και 11 του παρόντος νόμου. Για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας των ποιοτικών ελέγχων, οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:

  • α) Δεν επιτρέπεται να ασκούν το επάγγελμα του νόμιμου ελεγκτή ή να εργάζονται για λογαριασμό νόμιμου

ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου ή του δικτύου τους.

  • β) Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε έλεγχο νόμιμου

ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, στο οποίο κατά την προηγούμενη διετία εργάστηκαν ως εταίροι ή υπάλ σεως αμοιβή.

  • γ) Δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτών και του ελεγχόμενου φορέα, επί του οποίου θα

πραγματοποιήσουν έλεγχο. Οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούνται να υποβάλουν στο Σ.Π.Ε. πριν από την έναρξη εκάστου ελέγχου που τους ανατίθεται, «υπεύθυνη δήλωση» ότι συμμορφώνονται με τους παραπάνω περιορισμούς και απαιτήσεις.

3.

Το Σ.Π.Ε. δύναται να δίδει εντολές ελέγχου – είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν σχετικής καταγγελίας – οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές στη Διεύθυνση της παραγράφου 1 του παρόντος, καθώς και στους «εντεταλμένους ελεγκτές» ως προς θέματα ασκήσεως του ελέγχου και, γενικώς, εποπτεύει την εν λόγω ελεγκτική αρμοδιότητά τους. Η Διεύθυνση Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων ή/και οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. («τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε.») μετά το πέρας της διερεύνησης υποθέσεως υποβάλλουν το πόρισμά τους στο Σ.Π.Ε..

4.

Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια διενέργειας ποιοτικού ελέγχου πιθανολογείται σοβαρά η τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων, το Σ.Π.Ε. μπορεί να εισηγείται προς το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. την επιβολή κυρώσεων, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση της υποθέσεως από τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε..» « Άρθρο 6Β Εξουσίες των οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε.

1.

Τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε. στο πλαίσιο της διερεύνησης υποθέσεως για τη διαπίστωση της τυχόν τέλεσης παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του παρόντος δύνανται:

  • α) Να έχουν πρόσβαση και να λαμβάνουν αντίγραφα

ή αποσπάσματα από έγγραφα, βιβλία και άλλα στοιχεία που τηρούνται σε οποιαδήποτε μορφή (έγγραφη, ηλεκτρονική, μαγνητική ή άλλη) στην επαγγελματική εγκατάσταση που βρίσκεται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων προσώπων των παραγράφων 2 έως 8 του ν. 3693/2008, τα οποία δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο.

  • β) Να προβαίνουν σε κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων

και άλλων στοιχείων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, που βρίσκονται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων προσώπων ή εταιρειών.

  • γ) Να λαμβάνουν κατά την κρίση τους ένορκες ή ανωμοτί μαρτυρικές καταθέσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,

και να ζητούν επεξηγήσεις για τα γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις σχετικές απαντήσεις.

2.

Τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε. ασκούν τις ως άνω αρμοδιότητές τους, εφόσον δοθεί σχετική, έγγραφη και ειδική εντολή, από τον Πρόεδρο της Ε.Λ.Τ.Ε.. Η εντολή δίδεται είτε σε ορισμένο ελεγκτή είτε σε ομάδα ελεγκτών. Στην τελευταία περίπτωση, η εντολή πρέπει να ορίζει και τον ελεγκτή που είναι ο επικεφαλής του ελέγχου. Σε περίπτωση που η εντολή δίδεται προς «εντεταλμένο ελεγκτή» της Ε.Λ.Τ.Ε., υποχρεωτικά ορίζεται στην ομάδα ελέγχου και ένας τουλάχιστον υπάλληλος της Ε.Λ.Τ.Ε., ο οποίος υπογράφει κάθε έγγραφο σχετικό με τη διενέργεια της έρευνας.

3.

Οι έλεγχοι και η λήψη πληροφοριών και στοιχείων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1, καθώς και οι κατασχέσεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1, πραγματοποιούνται σε οποιαδήποτε, για το ελεγχόμενο πρόσωπο, εργάσιμη ώρα.

4.

Για την κατάσχεση που πραγματοποιείται σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, συντάσσεται έκθεση κατάσχεσης. Η έκθεση υπογράφεται από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο που ενεργεί την κατάσχεση, το οποίο πρέπει να είναι υπάλληλος της Ε.Λ.Τ.Ε. και από το ελεγχόμενο πρόσωπο ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκθεση κατάσχεσης συντάσσεται σε δύο αντίγραφα. Το ένα από τα αντίγραφα διατηρείται από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο της Ε.Λ.Τ.Ε. και το άλλο παραδίδεται σε εκείνον που υπέγραψε για λογαριασμό του ελεγχόμενου προσώπου. Σε περίπτωση άρνησης των παραπάνω να υπογράψουν, αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης επιδίδεται, με δικαστικό επιμελητή στο πρόσωπο, κατά του οποίου επεβλήθη η κατάσχεση, εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημέρα ολοκλήρωσης της κατάσχεσης, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των άρθρων 47 έως 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999). Το ελεγχόμενο πρόσωπο δικαιούται να λάβει αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων με δαπάνες του.

5.

Η έκθεση κατάσχεσης περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:

  • α) τον τίτλο «Έκθεση Κατάσχεσης της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων»,
  • β) το χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης,
  • γ) τον τόπο διενέργειας της κατάσχεσης, δηλαδή τα

στοιχεία της επαγγελματικής εγκατάστασης, καθώς και τη νομική μορφή, επωνυμία ή πλήρη στοιχεία ταυτότητας του ελεγχόμενου προσώπου,

  • δ) το ονοματεπώνυμο των διενεργούντων την κατάσχεση ελεγκτικών οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε.,
  • ε) τον αριθμό και τη χρονολογία εντολής ελέγχου

του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. ή του αναπληρωτή του ή του Προέδρου του Σ.Π.Ε.,

  • στ) την αιτιολογία για τη διενέργεια της κατάσχεσης,
  • ζ) την υπογραφή των ενεργούντων την κατάσχεση

ελεγκτικών οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε., καθώς και την υπογραφή του προσώπου που υπέγραψε για λογαριασμό του ελεγχόμενου προσώπου,

  • η) σαφή περιγραφή των κατασχεθέντων αντικειμένων.
6.

Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πραγματοποιείται στην έδρα της Ε.Λ.Τ.Ε.. Το ελεγχόμενο πρόσωπο που πρόκειται να καταθέσει κλητεύεται εγγράφως σε ορισμένη ημέρα και ώρα. Η κλήση υπογράφεται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. ή τον αναπληρωτή του ή τον Πρόεδρο του Σ.Π.Ε.. Η κλήση περιέχει συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης, για την οποία πρόκειται να ζόμενο πρόσωπο με δικαστικό επιμελητή, εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρων 47 έως 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μία (1) τουλάχιστον εργάσιμη ημέρα πριν από την ημέρα για την οποία καλείται προς εξέταση. Η προθεσμία κλήσης μπορεί να παρατείνεται σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός του Νομού Αττικής. Η προθεσμία κλήσης παρατείνεται σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός της Ελληνικής Επικράτειας.

7.

Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων πραγματοποιείται ενώπιον ελεγκτικού οργάνου της Ε.Λ.Τ.Ε. και ενός διοικητικού υπαλλήλου της Ε.Λ.Τ.Ε., ως γραμματέα. Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του.

8.

Για τη μαρτυρική κατάθεση συντάσσεται από τον γραμματέα έκθεση μαρτυρικής κατάθεσης. Η έκθεση πρέπει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση και το ονοματεπώνυμο του ελεγκτικού οργάνου της Ε.Λ.Τ.Ε. που έλαβε την κατάθεση, του γραμματέα και του μάρτυρα, καθώς και ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα. Η έκθεση διαβάζεται από όλα τα παρευρισκόμενα κατά την εξέταση πρόσωπα και υπογράφεται από αυτά. Αν κάποιο από τα πρόσωπα αυτά αρνείται να υπογράψει, αυτό αναφέρεται στην έκθεση. Η έκθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας. Η έκθεση είναι άκυρη, εάν λείπουν η χρονολογία (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σε αυτήν), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που παρευρέθηκαν στην κατάθεση. Η έκθεση συντάσσεται σε δύο αντίγραφα, από τα οποία ένα αντίγραφο δίδεται στον μάρτυρα και το άλλο τίθεται με ευθύνη του ελεγκτικού οργάνου της Ε.Λ.Τ.Ε. που έλαβε την κατάθεση, στο φάκελο της υπόθεσης.

9.

Ψευδείς ή ανακριβείς μαρτυρικές καταθέσεις τιμωρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 225 του Ποινικού Κώδικα.»

Άρθρο 31

Πόροι της Ε.Λ.Τ.Ε. Η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι πόροι της Ε.Λ.Τ.Ε. προέρχονται από εισφορά ποσοστού ένα τοις εκατό (1%) επί των συνολικών ακαθάριστων εσόδων των εταιρειών ή κοινοπραξιών ελεγκτικών εταιρειών. Αν από την οικονομική διαχείριση της E.Λ.Τ.Ε. στο τέλος κάθε τριετίας προκύπτει οικονομικό αποτέλεσμα (έσοδα − έξοδα) που υπερβαίνει τις δαπάνες της προηγούμενης χρήσης, διατίθεται έως το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του οικονομικού αυτού αποτελέσματος με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ως έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού.»

Άρθρο 32

Αποφάσεις Ε.Λ.Τ.Ε. Το άρθρο 9 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι κανονιστικού περιεχομένου αποφάσεις του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

Άρθρο 33

Τροποποιήσεις στο ν. 3693/2008

1.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 (Α΄ 174) αντικαθίσταται ως εξής: «Η Ε.Λ.Τ.Ε. είναι αρμόδια να αποφασίζει, με απόφαση του Δ.Σ., για την ύπαρξη ή μη δικτύου, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα που της υποβάλλεται.»

2.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Η Ε.Λ.Τ.Ε. είναι αρμόδια να αποφασίζει, με απόφαση του Δ.Σ., για τη συνδρομή ή μη της ιδιότητας του συνδεδεμένου μέρους ελεγκτικού γραφείου, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα που της υποβάλλεται.»

3.

Η παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «15.«Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε..»: Απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. που έχει κανονιστικό περιεχόμενο.»

4.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Η χορήγηση ή μη επαγγελματικής άδειας γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μετά από εισήγηση του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου.»

5.

Η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται προσωρινά ή οριστικά με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μετά από εισήγηση του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου.»

6.

Η παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτή και του ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται οριστικά, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπο του δικαιούχου μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) επιβολή πειθαρχικής ποινής οριστικής αφαίρεσης

επαγγελματικής άδειας με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε.,

  • β) θέση σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική),
  • γ) καταδίκη με τελεσίδικη απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή

και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία (κοινή και στην υπηρεσία), δωροδοκία, παράβαση καθήκοντος, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής,

  • δ) συνταξιοδότηση από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα,
  • ε) σε κάθε περίπτωση σοβαρής αμφισβήτησης της

εντιμότητας του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου και εφόσον δεν υλοποιηθούν από αυτούς, μέσα σε χρονικό διάστημα που καθορίζεται από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. τυχόν μέτρα που θα τους υποδειχθούν από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., για να αποκατασταθεί η αμφισβήτηση αυτή.»

7.

Στο άρθρο 5 του ν. 3693/2008 προστίθεται νέα παράγραφος 4: «4. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος, η Ε.Λ.Τ.Ε. προβαίνει στη διαγραφή του νόμιμου ελεγκτή από το Μητρώο Ελεγκτών.» «1. Ο υποψήφιος να είναι κάτοχος τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΑΕΙ ή ΤΕΙ) της ημεδαπής ή αναγνωρισμένου ως ισότιμου τίτλου σπουδών της αλλοδαπής.»

9.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Για να εξασφαλισθεί η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των απαιτούμενων θεωρητικών γνώσεων, οι ασκούμενοι πτυχιούχοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ πραγματοποιούν πρακτική άσκηση διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών.»

10.

Η παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η καθυστέρηση στην παροχή από τους νόμιμους ελεγκτές, τα ελεγκτικά γραφεία, τους ελεγκτές τρίτης χώρας και τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας των πληροφοριών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του παρόντος νόμου, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και συνεπάγεται, πέραν λοιπών πειθαρχικών κυρώσεων, και την επιβολή της κύρωσης της περίπτωσης ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3148/2003 από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..»

11.

Η παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Η άρνηση υποβολής ή η ανακριβής ή παραπλανητική παροχή των υποβαλλόμενων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στοιχείων, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και συνεπάγεται, πέραν λοιπών πειθαρχικών κυρώσεων, και την επιβολή της κύρωσης του άρθρου 6 παρ. 2 περίπτωση ε΄του ν. 3148/2003 από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..»

12.

Στο άρθρο 19 του ν. 3693/2008 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Η Ε.Λ.Τ.Ε. με απόφαση του Δ.Σ. μπορεί να θεσπίζει πιο λεπτομερείς κανόνες, εντός των ορίων του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας, στις περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο, καθώς και να προβλέπει πρόσθετες ρυθμίσεις ως προς τη δεοντολογία και τη συμπεριφορά των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Για το σκοπό αυτόν η Ε.Λ.Τ.Ε. διαβουλεύεται πριν από τη λήψη της απόφασής της με το ΣΟΕΛ..»

13.

Η παρ. 2 του άρθρου 23 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνεπάγονται, πέραν των λοιπών κυρώσεων, και κυρώσεις των περιπτώσεων γγ΄ και δδ΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3148/ 2003 από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..»

14.

Το άρθρο 28 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 28 Όργανο επιβολής διοικητικών κυρώσεων Για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για κάθε παράβαση της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών, αποκλειστικά αρμόδιο όργανο ορίζεται το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..»

15.

Η παρ. 7 του άρθρου 29 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «7. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. αναπροσαρμόζονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και τα ποσά της αποζημίωσης και της ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται από το άρθρο αυτό.»

16.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. κρίνεται, μετά από αίτημα οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, κατά περίπτωση η συνδρομή ή μη της γενικής αρχής που καθιερώνεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.»

17.

Η παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει δικαίωμα ελέγχου της πληρότητας και ακρίβειας του περιεχομένου της έκθεσης διαφάνειας. Η μη υποβολή, η εκπρόθεσμη υποβολή ή η υποβολή ανακριβούς ή μη πλήρους έκθεσης διαφάνειας συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα.»

18.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Η Ε.Λ.Τ.Ε. με απόφαση του Δ.Σ., μπορεί να χορηγήσει επαγγελματική άδεια σε ελεγκτή τρίτης χώρας, αν κατά την κρίση της, πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 4 και 6 έως 11 του παρόντος νόμου.»

19.

Η παρ. 5 του άρθρου 41 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών εγγράφονται στο Δημόσιο Μητρώο με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., αν συντρέχουν σωρευτικά:

  • α) οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3

του παρόντος νόμου,

  • β) για την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού

οργάνου της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας συντρέχουν προϋποθέσεις ισοδύναμες, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., με τα οριζόμενα στα άρθρα 4 έως 10 του παρόντος νόμου,

  • γ) για τον ελεγκτή τρίτης χώρας που διενεργεί τον

έλεγχο για λογαριασμό ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, συντρέχουν προϋποθέσεις ισοδύναμες, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., με τα οριζόμενα στα άρθρα 4 έως 10 του παρόντος νόμου,

  • δ) οι έλεγχοι των ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1

του παρόντος άρθρου, διενεργούνται με βάση τα Ελεγκτικά Πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του παρόντος νόμου ή ισοδύναμα, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., Ελεγκτικά Πρότυπα και τα οριζόμενα στα άρθρα 20, 22 και 23 του παρόντος νόμου ή ισοδύναμο, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., ρυθμιστικό πλαίσιο,

  • ε) υποβάλλεται στην Ε.Λ.Τ.Ε. και δημοσιοποιείται δια

του διαδικτυακού τόπου του ελεγκτή ή της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, Έκθεση Διαφάνειας με περιεχόμενο αυτό που ορίζεται από το άρθρο 36 του παρόντος νόμου ή με ισοδύναμο, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., περιεχόμενο.»

20.

Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 43 του ν. 3693/ 2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. καθορίζονται για κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας νόμιμου ελεγκτή κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο.»

21.

Στο άρθρο 44 προστίθεται παράγραφος 3 ως ακολούθως: Ε.Λ.Τ.Ε., τροποποιείται το π.δ. 226/1992 (Α΄ 120) «Περί συστάσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και περί των όρων εγγραφής σε Ειδικό Μητρώο και ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή.»

Άρθρο 34

Απαλλαγή των μελών των συλλογικών οργάνων και του προσωπικού της Ε.Λ.Τ.Ε. από την αστική ευθύνη Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου και του Συμβουλίου Λογιστικής Τυποποίησης, καθώς και το εν γένει προσωπικό της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων και οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. δεν υπέχουν προσωπικώς αστική ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, εκτός εάν ενήργησαν με δόλο. Η διάταξη αυτή δεν απαλλάσσει τους ανωτέρω από τυχόν ευθύνη τους έναντι της Ε.Λ.Τ.Ε. για παράβαση καθήκοντος και, εν γένει, για πράξεις ή παραλείψεις από βαρεία αμέλεια.

Άρθρο 35

Παροχή πληροφοριών από πιστωτικά ιδρύματα στους νομίμους ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία Για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της ποιότητας των υποχρεωτικών ελέγχων, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται, όταν τους ζητείται κατά τον προσήκοντα τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία η επιβεβαίωση υπολοίπου λογαριασμών πελατών τους, να παρέχουν εγγράφως τις σχετικές πληροφορίες απευθείας στους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία, χωρίς να είναι επιτρεπτή η επίκληση του τραπεζικού απορρήτου. Το αίτημα νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου θεωρείται ότι έχει υποβληθεί προσηκόντως προς το πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον υποβάλλεται εγγράφως και εφόσον σε αυτό επισυνάπτεται δήλωση της ελεγχόμενης από τον νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο οντότητας, από την οποία προκύπτει η απόφαση του οργάνου διοίκησης της ελεγχόμενης οντότητας περί διορισμού του οικείου ελεγκτή / ελεγκτικού γραφείου για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου.

Άρθρο 36

Στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) προστίθεται μετά την Επιτροπή Εποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης και «η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων».

Άρθρο 37

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:

1.

Το Παράρτημα 2 του π.δ. 226/1992.

2.

Η περίπτωση στ΄ του άρθρου 2 του ν. 3148/2003.

Άρθρο 38

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. στο Πειθαρχικό Συμβούλιο προς εξέταση για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων και επί των οποίων δεν έχουν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού εκδοθεί σχετικές αποφάσεις, εξετάζονται και κρίνονται από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. κατά τη διαδικασία των διατάξεων του ν. 3148/2003, όπως αυτές αντικαθίστανται από το νόμο αυτόν.

2.

Για παραβάσεις των διατάξεων που ρυθμίζουν τις εργασίες των ελεγκτών, συμπεριλαμβανομένων των κανονιστικών αποφάσεων της Ε.Λ.Τ.Ε., του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας και των ελεγκτικών προτύπων ή των προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του παρόντος νόμου, επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3148/2003 ως ίσχυε μέχρι την τροποποίησή του με τον παρόντα νόμο.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Άρθρο 39

Θέματα λειτουργίας Ν.Σ.Κ. Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 5 του ν. 3086/ 2002 (Α΄ 324) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Το Ν.Σ.Κ., ως συλλογικό όργανο, λειτουργεί σε Ολομέλεια, πλήρη και τακτική, Τμήματα και Τριμελείς Επιτροπές.

2.

Η Πλήρης Ολομέλεια αποτελείται από τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τους Νομικούς Συμβούλους του Κράτους και συνεδριάζει νομίμως όταν παρίστανται περισσότερα από τα μισά μέλη της, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Εισηγητής ορίζεται ένα από τα μέλη της. Συνεισηγητής ορίζεται ο αρχικός εισηγητής της υπόθεσης στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν αποτελεί μέλος της. Η Τακτική Ολομέλεια αποτελείται από τις συνθέσεις Α΄ και Β΄. Με απόφαση του Προέδρου, καθορίζονται, κατά την έναρξη κάθε δικαστικού έτους, τα Τμήματα που συμμετέχουν σε καθεμία από τις συνθέσεις της Τακτικής Ολομέλειας. Οι υποθέσεις εισάγονται προς συζήτηση στη σύνθεση της Τακτικής Ολομέλειας στην οποία συμμετέχουν τα μέλη του Τμήματος που ζήτησε την παραπομπή. Σε κάθε άλλη περίπτωση η υπόθεση εισάγεται στη σύνθεση εκείνη στην οποία συμμετέχει το Γραφείο Νομικού Συμβούλου στο οποίο υπεβλήθη το ερώτημα. Εισηγητής ορίζεται μέλος της ή Πάρεδρος. Η Τακτική Ολομέλεια συνεδριάζει νομίμως με παρουσία των δύο τρίτων τουλάχιστον των μελών της. Στην Ολομέλεια, πλήρη ή τακτική, προεδρεύει ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. και αν δεν υπάρχει, είναι απών ή κωλύεται, ο αρχαιότερος από τους Αντιπροέδρους που παρίστανται.

3.

Ο αριθμός και η συγκρότηση των Τμημάτων ορίζεται για κάθε δικαστικό έτος με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ.. Τα Τμήματα συνεδριάζουν νομίμως αν παρίσταται το μισό πλέον ενός των μελών του, που συμμετέχουν σε αυτά. Στα Τμήματα προεδρεύει Αντιπρόεδρος και αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο αρχαιότερος Νομικός Σύμβουλος από αυτούς που παρίστανται. Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. μπορεί να προεδρεύει σε οποιοδήποτε Τμήμα. Εισηγητής ορίζεται μέλος του ή Πάρεδρος.

4.

Στην Ολομέλεια, πλήρη και τακτική, και τα Τμήματα του Ν.Σ.Κ. επιτρέπεται να συμμετέχουν έως τρεις Πάρεδροι με γνώμη χωρίς ψήφο. Με απόφαση του Προέδρου αναπληρωματικών. Στις συνεδριάσεις μπορεί, επίσης, να παρίστανται λειτουργοί του Ν.Σ.Κ., οι οποίοι έχουν συμμετάσχει στο χειρισμό των υποθέσεων που συζητούνται. Στην Ολομέλεια και τα Τμήματα, χρέη γραμματέα, όταν τούτο είναι αναγκαίο, ασκεί Δικαστικός Πληρεξούσιος Α΄ που ορίζεται από τον Πρόεδρο.»

Άρθρο 40

Γνωμοδοτήσεις Ν.Σ.Κ.

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται, ως εξής: «1. Οι Τριμελείς Επιτροπές γνωμοδοτούν: Για τη συμβιβαστική επίλυση διαφορών ή αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, τη μη άσκηση αγωγών ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων από το Δημόσιο, την παραίτηση από αγωγές ή άλλα ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που ασκήθηκαν από αυτό, την αποδοχή αγωγών ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων που ασκήθηκαν κατά του Δημοσίου, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν περιοδικές παροχές ή υποθέσεις που μπορεί να έχουν ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις. Ειδικά επί δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες είναι καταρχήν ανέκκλητες και συγχρόνως δεν υπόκεινται παραδεκτά σε αίτηση αναιρέσεως, αν δεν συντρέχουν λόγοι για την κατ’ εξαίρεση άσκηση ενδίκου μέσου, οι Τριμελείς Επιτροπές αποφαίνονται με σχετική πράξη, που υπογράφεται από τα μέλη που τις συγκροτούν, χωρίς να ακολουθείται η διαδικασία εισηγήσεως και πρακτικού. Με πρακτικό γνωμοδότησης της Ολομέλειας μπορεί να παραπέμπεται στις Τριμελείς Επιτροπές κατηγορία υποθέσεων, μολονότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπάγεται στην αρμοδιότητά τους, εφόσον οι υποθέσεις αυτές είναι όμοιες κατά το πραγματικό και νομικό μέρος και τα ανακύπτοντα ζητήματα έχουν ήδη αντιμετωπισθεί από την Ολομέλεια και έχει κριθεί ότι παρέλκει η εισαγωγή τους στο Τμήμα ή στην Ολομέλεια. Η Τριμελής Επιτροπή της Κεντρικής Υπηρεσίας αποφαίνεται σε θέματα αρμοδιότητάς της για υποθέσεις επαρχιών στις οποίες δεν λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία ή αν στα Δικαστικά Γραφεία που λειτουργούν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Επιτροπής ή σε υποθέσεις Γραφείων Νομικών Συμβούλων ή Ειδικών Γραφείων Νομικών Συμβούλων στα οποία δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Επιτροπής λόγω του αριθμού των μελών του Ν.Σ.Κ. που υπηρετούν σ’ αυτά. Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. καθορίζεται ο τρόπος, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία άσκησης των παραπάνω αρμοδιοτήτων.»

2.

Η παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3086/2002, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η Πλήρης Ολομέλεια γνωμοδοτεί:

  • α) Για την υποβολή διαφορών του Δημοσίου σε διαιτησία και την άσκηση ή μη ενδίκων βοηθημάτων κατά

των διαιτητικών αποφάσεων.

  • β) Για υποθέσεις, οι οποίες παραπέμπονται σε αυτήν

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)