Νόμοι — ΦΕΚ A' 163/2013

Type Νόμος
Publication 2013-07-12
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 163 12 Ιουλίου 2013

Ενσωμάτωση της Oδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της ΕΛ.Τ.Ε., αναμόρφωση Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 15ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 77/799/ΕΟΚ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός Με τα άρθρα 1 έως και 25 εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 2011/16/ΕΕ Οδηγίας του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 (ΕΕ L 64 της 11.3.2011), σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών−μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 336 της 27.12.1977), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του ν. 1914/ 1990 (A΄ 178 ), όπως ισχύει.

Άρθρο 2

Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Με τα άρθρα 1 έως και 25 ορίζονται οι κανόνες και οι διαδικασίες βάσει των οποίων οι ελληνικές αρχές συνεργάζονται με τις αρχές των κρατών−μελών με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας ή της εθνικής νομοθεσίας των κρατών−μελών, όσον αφορά στους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 3. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) (άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/24/ ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, ΕΕ L 84 της 31.3.2010), ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

2.

Τα άρθρα 2 έως και 24 δεν θίγουν την εφαρμογή των διατάξεων αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των ελληνικών αρχών και των αρχών των κρατών−μελών. Επίσης, δεν θίγουν την τήρηση τυχόν υποχρεώσεων που υπέχουν οι ελληνικές αρχές σε σχέση με την ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν σε όλους τους φόρους κάθε τύπου που εισπράττονται από την Ελλάδα ή από κράτος−μέλος εξ ονόματός του ή από εδαφικές ή διοικητικές υποδιαιρέσεις του, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών του.

2.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και στους δασμούς, ούτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών−μελών. Τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται, επίσης, όσον αφορά στις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς την Ελλάδα ή προς άλλο κράτος−μέλος ή προς μια διοικητική υποδιαίρεσή του ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.

3.

Σε καμία περίπτωση οι φόροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν τα εξής:

εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές·

2409 σε έδαφος όπου εφαρμόζονται οι Συνθήκες δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 4

Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ) Για την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 νοούνται ως:

1.

«αρμόδια αρχή» κράτους−μέλους: η αρχή η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν από το κράτος−μέλος. Όταν ενεργούν σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως και 24: − η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, − ένα τμήμα διασύνδεσης ή − ένας αρμόδιος υπάλληλος, όπως ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, θεωρούνται επίσης, ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση σύμφωνα με το άρθρο 5·

2.

«κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης»: η υπηρεσία η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν, με κύρια αρμοδιότητα τις επαφές με άλλα κράτη−μέλη στον τομέα της διοικητικής συνεργασίας·

3.

«τμήμα διασύνδεσης»: οποιαδήποτε υπηρεσία, πλην της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης, που έχει ορισθεί για την απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών·

4.

«αρμόδιος υπάλληλος»: οποιοσδήποτε υπάλληλος που μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών, για την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί·

5.

«αιτούσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους−μέλους που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής·

6.

«λαμβάνουσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους−μέλους που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής·

7.

«διοικητική έρευνα»: κάθε έλεγχος, εξακρίβωση και ενέργεια που πραγματοποιούν τα κράτη−μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας·

8.

«ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος»: η ανταλλαγή πληροφοριών βάσει αιτήματος το οποίο απευθύνει το αιτούν κράτος−μέλος προς το λαμβάνον κράτος−μέλος, για μια συγκεκριμένη υπόθεση·

9.

«αυτόματη ανταλλαγή»: η συστηματική κοινοποίηση προς άλλο κράτος−μέλος χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά τακτά εκ των προτέρων καθορισμένα διαστήματα. Στο πλαίσιο του άρθρου 9 ως διαθέσιμες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους−μέλους που κοινοποιεί την πληροφορία, η οποία μπορεί να ανακτηθεί, σύμφωνα με τις διαδικασίες αυτού του κράτους−μέλους για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών·

10.

«αυθόρμητη ανταλλαγή»: η μη συστηματική κοινοποίηση πληροφοριών, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα, σε άλλο κράτος−μέλος·

11.

«πρόσωπο»:

ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρακτική ικανότητα, χωρίς όμως να έχει το καθεστώς νομικού προσώπου·

που έχει την κυριότητα ή διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρους που καλύπτονται από τα άρθρα 1 έως και 25·

12.

«με ηλεκτρονικά μέσα» ή «ηλεκτρονικά»: η χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης και αποθήκευσης δεδομένων και η χρησιμοποίηση καλωδιακής ή ασύρματης σύνδεσης, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων·

13.

«δίκτυο CCN»: η κοινή πλατφόρμα που βασίζεται στο Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών (CCN), το οποίο έχει αναπτυχθεί από την Ένωση για την εξασφάλιση όλων των διαβιβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.

Άρθρο 5

Οργάνωση (άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Ως «αρμόδια αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 ορίζεται η Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Η Επιτροπή ενημερώνεται αμελλητί για κάθε σχετική μεταβολή.

2.

Ως «κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης», κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2, ορίζεται το Τμήμα Γ΄ Διεθνούς Διοικητικής Συνεργασίας στον τομέα της άμεσης φορολογίας της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργεί:

5, που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής, και

της αρμόδιας αρχής. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών είναι υπεύθυνη για την ενημέρωση της Επιτροπής και των άλλων κρατών−μελών σχετικά με τον ορισμό της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης.

3.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών συνεργάζεται με κάθε αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 1 έως και 25.

4.

Ως «τμήματα διασύνδεσης» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 3 ορίζονται:

Οικονομικών. Τα τμήματα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργούν ως «αιτούσα αρχή» και «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφοι 5 και 6, ανάλογα με την περίπτωση, για το σκοπό της εφαρμογής της διοικητικής συνεργασίας που προβλέπεται στα άρθρα 12 και 13.

5.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να ορίζει τμήμα ή τμήματα διασύνδεσης, εκτός των τα αυτά και καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία τους. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών με ευθύνη της ενημερώνει τον κατάλογο των τμημάτων διασύνδεσης και τον διαθέτει στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών−μελών και στην Επιτροπή.

6.

Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης αποστέλλει ή λαμβάνει αίτημα ή απάντηση σε αίτημα συνεργασίας, ενημερώνει την κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών.

7.

Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης λαμβάνει αίτημα συνεργασίας που συνεπάγεται διοικητικές ενέργειες εκτός του πεδίου των αρμοδιοτήτων του, διαβιβάζει αμελλητί το αίτημα αυτό στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους−μέλους. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 8 αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της διαβίβασης του αιτήματος συνεργασίας στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

8.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης και τα τμήματα διασύνδεσης, όπως ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ενεργούν ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 6

Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος (άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής κράτουςμέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οποιαδήποτε πληροφορία αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, που διαθέτει ή αποκτά κατόπιν ελέγχων ή άλλων διοικητικών ενεργειών.

2.

Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται να αποστείλει αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών στη λαμβάνουσα αρχή κράτους−μέλους, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.

Άρθρο 7

Διοικητικές έρευνες (άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή προβαίνει σε διοικητικές ενέργειες οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6.

2.

Το αίτημα το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 6 μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένο αίτημα για τη διενέργεια ελέγχου ή άλλων συγκεκριμένων διοικητικών ενεργειών. Εάν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια ελέγχου ή άλλων διοικητικών ενεργειών, αιτιολογεί αμέσως τη θέση αυτή στην αιτούσα αρχή κράτους−μέλους.

3.

Προκειμένου να συγκεντρώσει τις αιτούμενες πληροφορίες ή να διεξαγάγει τον αιτούμενο έλεγχο ή τις άλλες διοικητικές ενέργειες, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ακολουθεί τις ίδιες διαδικασίες, όπως όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής η οποία έχει την έδρα της στην Ελλάδα.

4.

Σε περίπτωση αιτιολογημένου ρητού αιτήματος από την αιτούσα αρχή κράτους−μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί πρωτότυπα έγγραφα, εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στην κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 8

Προθεσμίες (άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει τις πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 6 το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος. Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι ήδη διαθέσιμες, τότε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή τις διαβιβάζει εντός δύο μηνών από την ημερομηνία αυτήν.

2.

Σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή και η αιτούσα αρχή κράτους−μέλους δύνανται να συμφωνούν προθεσμίες διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

3.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή επιβεβαιώνει στην αιτούσα αρχή κράτους−μέλους την παραλαβή του αιτήματος αμέσως και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνει χώρα, ει δυνατόν, με ηλεκτρονικά μέσα.

4.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή κράτους−μέλους τυχόν ελλείψεις του αιτήματος και την ανάγκη συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Στην περίπτωση αυτή, οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αρχίζουν την επομένη της παραλαβής των συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, τις οποίες ζήτησε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή.

5.

Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα εμπροθέσμως, ενημερώνει την αιτούσα αρχή κράτους−μέλους αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος σχετικά με τους λόγους καθυστέρησης της απάντησης και την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει.

6.

Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα παροχής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 17, ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους−μέλους για τους λόγους αδυναμίας ή άρνησης παροχής αυτών των πληροφοριών και σε κάθε περίπτωση εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος.

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 9

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές των κρατών−μελών, με αυτόματη ανταλλαγή, διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν φορολογικές λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες, όσον αφορά τις ακόλουθες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως αυτές ορίζονται στην εθνική νομοθεσία του κράτουςμέλους που κοινοποιεί την πληροφορία:

από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα,

2.

Οι πληροφορίες κοινοποιούνται τουλάχιστον άπαξ του έτους, εντός έξι μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες.

3.

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, γνωστοποιεί στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

4.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, δύναται να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να λάβει πληροφορίες για εισόδημα ή κεφάλαιο που δεν υπερβαίνει ένα οριακό ποσό, για κατηγορίες εισοδήματος ή κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.