Νόμοι — ΦΕΚ A' 164/2008

Type Νόμος
Publication 2008-08-08
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 164 5 Αυγούστου 2008

Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Άρθρο 1

Σκοπός − Έδρα

1.

Η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και εποπτεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Εδρεύει και λειτουργεί στο Δήμο Καλαμαριάς του Νομού Θεσσαλονίκης. Η επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών παρέχεται στην έδρα της Σχολής και στην Κομοτηνή. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής, η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ορίζεται το σήμα και η σφραγίδα της.

2.

α. Σκοπός της Σχολής είναι η επιλογή, η προεισαγωγική, θεωρητική και πρακτική κατάρτιση και η αξιολόγηση όσων πρόκειται να διοριστούν σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, καθώς και η διαρκής επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών. β. Στο πλαίσιο του σκοπού της μπορεί να συνεργάζεται με εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλους φορείς εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή με πρόσωπα αναγνωρισμένου επιστημονικού κύρους. Να συμμετέχει στα ευρωπαϊκά προγράμματα και δίκτυα κατάρτισης και επιμόρφωσης των δικαστικών λειτουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Να διοργανώνει ή να συνδιοργανώνει ειδικά προγράμματα κατάρτισης για τους δικαστικούς λειτουργούς των χωρών αυτών, συνέδρια, σεμινάρια, διαλέξεις και ημερίδες. Να διενεργεί μελέτες και έρευνες και να πραγματοποιεί σχετικές εκδόσεις. Μπορεί, επίσης, για τα θέματα της πρακτικής άσκησης των εκπαιδευομένων, να συνεργάζεται με υπηρεσίες οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, διεθνείς οργανισμούς, διεθνή δικαστήρια και δικαστήρια ξένων χωρών, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο πρόγραμμα σπουδών.

Άρθρο 2

Πόροι − Διαχείριση 1.α. Η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών έχει τακτικούς και έκτακτους πόρους. β. Τακτικοί πόροι είναι: αα. Η ετήσια κρατική επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στον οποίο εγγράφεται με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό με τίτλο «Επιχορήγηση Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών». ββ. Η επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων. γγ. Οι πρόσοδοι από την περιουσία της και έσοδα από τη διάθεση εκδόσεων και δημοσιευμάτων, καθώς και από την παροχή υπηρεσιών σε τρίτους έναντι αμοιβής. γ. Έκτακτοι πόροι είναι: αα. Οι χρηματοδοτήσεις από το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων, για την κάλυψη δαπανών: i. κατασκευής, συντήρησης και επισκευής κτιριακών εγκαταστάσεων, ii. προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης του πάσης φύσεως εξοπλισμού, που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της και iii. διαμόρφωσης και συντήρησης του περιβάλλοντος χώρου. ββ. Οι επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομίες, κληροδοσίες και κάθε είδους εισφορές νομικών ή φυσικών προσώπων, ημεδαπών ή αλλοδαπών. 2.α. Η οικονομική και διοικητική διαχείριση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 (ΦΕΚ 204 Α΄), με τον τρόπο και τα όργανα που καθορίζει ειδικός κανονισμός, ο οποίος καταρτίζεται, ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή, από το Διοικητικό Συμβούλιο και κυρώνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Η οικονομική διαχείριση υπάγεται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. β. Ο ετήσιος ισολογισμός και απολογισμός της Σχολής συντάσσονται με τη λήξη του λογιστικού έτους και συνοδεύονται από έκθεση του Γενικού Διευθυντή. γ. Ο ετήσιος προϋπολογισμός, ισολογισμός και απολογισμός εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο και υποβάλλονται στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Τα τυχόν πλεονάσματα του 3089

Άρθρο 3

Διοίκηση Όργανα Διοίκησης της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Γενικός Διευθυντής, ο Διευθυντής Κατάρτισης και ο Διευθυντής Επιμόρφωσης.

Άρθρο 4

Διοικητικό Συμβούλιο 1.α. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από δεκατρία μέλη και συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από: αα. Tους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ββ. Τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. γγ. Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. δδ. Τον Γενικό Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. εε. Τον Πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. στστ. Τον Πρόεδρο της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας ή της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι ορίζονται εκ περιτροπής και για θητεία δύο ετών. ζζ. Τον Πρόεδρο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος ή της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, οι οποίοι ορίζονται εκ περιτροπής και για θητεία δύο ετών. ηη. Τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος αναπληρώνεται από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, και τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ο οποίος αναπληρώνεται από Πρόεδρο Δικηγορικού Συλλόγου της επαρχίας. θθ. Τον Πρόεδρο του Νομικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του και ιι. Πρόσωπο εγνωσμένου κύρους από τον ακαδημαϊκό, νομικό ή επιστημονικό κόσμο της χώρας. Τα μέλη, τα οποία αναφέρονται στις περιπτώσεις στστ΄ και ζζ΄, είτε πριν την έναρξη είτε μετά τη λήξη της διετούς θητείας τους, δύνανται να μετέχουν στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου.Τα μέλη που αναφέρονται στην περίπτωση θθ΄ ορίζονται εκ περιτροπής και με ενιαύσια θητεία. β. Στις συνεδριάσεις προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον απουσιάζουν ή κωλύονται, αναπληρώνονται από τους νόμιμους αναπληρωτές τους. γ. Συγκροτείται νομίμως, έστω και αν δεν υπάρχουν τα αιρετά μέλη του, και βρίσκεται σε απαρτία, εφόσον είναι παρόντα τουλάχιστον έξι μέλη. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. δ. Συνεδριάζει, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του, δύο τουλάχιστον φορές κάθε ημερολογιακό έτος και συγκαλείται υποχρεωτικά από αυτόν, όταν το ζητήσει ο Υπουργός Δικαιοσύνης ή η πλειονότητα των μελών του. Με απόφαση του Προέδρου του δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ορισθεί ως τόπος συνεδριάσεως αυτού άλλη, πλην της έδρας της Σχολής, πόλη της Ελλάδος. ε. Ορίζει, ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή, για μια διετία τον γραμματέα αυτού και τον αναπληρωτή του από υπαλλήλους της Σχολής.

2.

Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο όργανο διοίκησης της Σχολής. Χαράσσει τις γενικές κατευθύνσεις της κατάρτισης και της επιμόρφωσης και εποπτεύει την εφαρμογή τους. Εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό, ισολογισμό και απολογισμό της Σχολής και τα προγράμματα κατάρτισης του Συμβουλίου Σπουδών. Υποβάλλει, στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους, αναλυτική έκθεση για τις δραστηριότητες και τις προοπτικές της Σχολής στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος την καταθέτει στη Βουλή.

Άρθρο 5

Γενικός Διευθυντής Τοποθέτηση − Αρμοδιότητες

1.

Γενικός Διευθυντής τοποθετείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, δικαστικός λειτουργός ανώτατου βαθμού, ύστερα από απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις. Παύει αυτοδικαίως να κατέχει τη θέση αν με οποιονδήποτε τρόπο στερηθεί της δικαστικής ιδιότητας. Ορίζεται με πλήρη απασχόληση για θητεία τριών ετών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται. Εφόσον ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπληρώνει ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός από τους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης. 2.α. Ο Γενικός Διευθυντής είναι αρμόδιος για όλα τα θέματα της Σχολής, εκτός από εκείνα, τα οποία έχουν ανατεθεί ειδικώς σε άλλο όργανο. Προωθεί τις διεθνείς σχέσεις της Σχολής με τους ομόλογους φορείς των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αλλοδαπής, καθώς και τη συνεργασία της με διεθνείς φορείς, που προωθούν τη δικαστική εκπαίδευση και τις δικαστικές ανταλλαγές. Μεριμνά για την επικοινωνία και τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών ως εκπαιδευτών ή εκπαιδευομένων σε προγράμματα κατάρτισης ή επιμόρφωσης που διοργανώνονται από δικαστικούς ή εκπαιδευτικούς φορείς των κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τρίτες χώρες, καθώς και για την ένταξη αλλοδαπών δικαστικών λειτουργών σε προγράμματα κατάρτισης και επιμόρφωσης που διοργανώνει η Σχολή. Προΐσταται του διοικητικού προσωπικού της Σχολής, το οποίο τοποθετεί και κατανέμει ανάλογα με τις ανάγκες. Ασκεί τον πειθαρχικό έλεγχο αυτού, καθώς και των εκπαιδευομένων. Μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και εκπροσωπεί τη Σχολή δικαστικώς και εξωδίκως. β. Ο Γενικός Διευθυντής, με απόφασή του, μπορεί να εξουσιοδοτεί άλλα όργανα της Σχολής να ασκούν συγκεκριμένες αρμοδιότητές του ή να υπογράφουν με εντολή του κάθε είδους πράξεις, έγγραφα ή αποφάσεις, οι οποίες ανήκουν στην αρμοδιότητά του. Η απόφαση αυτή καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο, προσιτό στο κοινό, το οποίο τηρείται στη γραμματεία της Σχολής, και αναρτάται επί εικοσαήμερο στον πίνακα ανακοινώσεων.

Άρθρο 6

Διευθυντές Τοποθέτηση − Αρμοδιότητες

1.

Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης τοποθετούνται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ου, κατά τις κείμενες διατάξεις. Παύουν αυτοδικαίως να κατέχουν τις θέσεις αυτές, αν στερηθούν με οποιονδήποτε τρόπο της δικαστικής ιδιότητας. Ορίζονται με μερική απασχόληση και μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης για θητεία τριών ετών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται. Εφόσον ελλείπουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, αναπληρώνεται ο Διευθυντής Κατάρτισης από τον Διευθυντή Επιμόρφωσης και αντιστρόφως. Συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στο Διοικητικό Συμβούλιο και εισηγούνται τα θέματα της αρμοδιότητάς τους, το δε μέλος που προέρχεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο επιμελείται τις οικονομικές υποθέσεις της Σχολής, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στον ειδικό κανονισμό του άρθρου 2 του παρόντος. Κατανέμουν και συντονίζουν το διοικητικό προσωπικό που έχει σχέση με τις αρμοδιότητές τους. Οι διατάξεις της περιπτώσεως β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του παρόντος εφαρμόζονται και ως προς αυτούς αναλόγως.

2.

Ο Διευθυντής Κατάρτισης είναι αρμόδιος για την εγγραφή, την παρεχόμενη προεισαγωγική, θεωρητική και πρακτική, κατάρτιση και την αξιολόγηση των εκπαιδευομένων. Μεριμνά για το σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος κατάρτισης και συντονίζει τις συναφείς εκπαιδευτικές διαδικασίες.

3.

Ο Διευθυντής Επιμόρφωσης είναι αρμόδιος για την παρεχόμενη, στο πλαίσιο της Σχολής, επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών. Μεριμνά για το σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος επιμόρφωσης και συντονίζει τις συναφείς εκπαιδευτικές διαδικασίες.

Άρθρο 7

Σύμβουλοι Σπουδών Τοποθέτηση − Αρμοδιότητες

1.

Σύμβουλοι Σπουδών τοποθετούνται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, δικαστικοί λειτουργοί ανώτερου βαθμού, ύστερα από απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις. Παύουν αυτοδικαίως να κατέχουν τις θέσεις αυτές, αν στερηθούν με οποιονδήποτε τρόπο της δικαστικής ιδιότητας ή προαχθούν σε ανώτατο βαθμό. Είναι τρεις, ήτοι ένας πρόεδρος εφετών ή εφέτης των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, ένας πρόεδρος εφετών ή εφέτης των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και ένας εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας εφετών και επιλέγονται από αυτούς που υπηρετούν στο Πολιτικό και Ποινικό Εφετείο, στο Διοικητικό Εφετείο και στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως. Ορίζονται με μερική απασχόληση και μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης για θητεία δύο ετών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται.

2.

Συνεπικουρούν τον Γενικό Διευθυντή στην προώθηση των διεθνών σχέσεων της Σχολής, καθώς και τους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης στην εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης, ο καθένας ως προς τα θέματα του κλάδου από τον οποίο προέρχεται. Εποπτεύουν την πρακτική άσκηση και ασκούν όσες άλλες αρμοδιότητες τους ανατίθενται από τα όργανα της διοίκησης της Σχολής.

Άρθρο 8

Συμβούλια Σπουδών και Διδασκόντων 1.α. Το Συμβούλιο Σπουδών αποτελείται από εννέα μέλη και συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από: αα. Τον Γενικό Διευθυντή. ββ. Τον Διευθυντή Κατάρτισης. γγ. Τον Διευθυντή Επιμόρφωσης. δδ. Τους Συμβούλους Σπουδών. εε. Τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με την ιδιότητά του ως Προέδρου της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, ο οποίος αναπληρώνεται από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. στστ. Έναν εκπρόσωπο του Νομικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του εκ περιτροπής, από τον Πρόεδρο του οικείου Νομικού Τμήματος και ζζ. Έναν εκπρόσωπο των εκπαιδευομένων, ο οποίος εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, από όλους τους εκπαιδευομένους στη Σχολή το μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους. Η θητεία των ως άνω μελών λήγει, αν με οποιονδήποτε τρόπο στερηθούν της ιδιότητας με την οποία συμμετέχουν στο Συμβούλιο. β. Συγκροτείται νομίμως, έστω και αν δεν υπάρχουν τα αιρετά μέλη του, και βρίσκεται σε απαρτία, εφόσον είναι παρόντα πέντε τουλάχιστον μέλη. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. γ. Συνεδριάζει στην έδρα της Σχολής, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του, τρεις τουλάχιστον φορές κάθε ημερολογιακό έτος και συγκαλείται υποχρεωτικά από αυτόν, όταν το ζητήσει η πλειονότητα των μελών του. Στις συνεδριάσεις του προεδρεύει ο Γενικός Διευθυντής. δ. Ορίζει, ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή, για μια διετία τον Γραμματέα αυτού και τον αναπληρωτή του από τους υπαλλήλους της Σχολής. ε. Καταρτίζει τα προγράμματα σπουδών, παρακολουθεί την εφαρμογή τους και ελέγχει την παρεχόμενη στη Σχολή προεισαγωγική, θεωρητική και πρακτική, κατάρτιση και την επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών. 2.α. Τα Συμβούλια Διδασκόντων είναι δύο, ένα για κάθε κατεύθυνση. Έργο τους είναι η υποβολή προς το Συμβούλιο Σπουδών προτάσεων για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου της Σχολής. Αποτελούνται από όλους τους διδάσκοντες, οι οποίοι κάθε φορά παρέχουν τις υπηρεσίες τους στη Σχολή και μπορούν να συνέρχονται και σε κοινή συνεδρίαση. Προεδρεύει στις συνεδριάσεις τους ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός. β. Συνεδριάζουν στην έδρα της Σχολής, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου τους, μία τουλάχιστον φορά κάθε ημερολογιακό έτος και βρίσκονται σε απαρτία εφόσον είναι παρόντες τουλάχιστον δέκα διδάσκοντες. Με απόφαση του Γενικού Διευθυντή ορίζονται, για μια διετία, οι Γραμματείς τους με τους αναπληρωτές τους από τους υπαλλήλους της Σχολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 9

Προκήρυξη Διαγωνισμού

1.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έως το τουργών για την κατεύθυνση αφ’ ενός της Διοικητικής, αφ’ ετέρου της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης.

2.

Στην προκήρυξη ορίζονται ο συνολικός αριθμός των εισακτέων σε κάθε κατεύθυνση της Σχολής, ο αριθμός των εκπαιδευομένων που θα κατανεμηθούν στα τμήματα, τα οποία προβλέπονται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του παρόντος νόμου, ο τόπος και ο χρόνος έναρξης του διαγωνισμού, καθώς και η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε ημερών. Οι γραπτές εξετάσεις διενεργούνται στη Θεσσαλονίκη.

3.

Το πρόγραμμα, η διαδικασία, τα εξεταστικά κέντρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, ο ορισμός επιτηρητών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, η οποία αναφέρεται στους υποψηφίους, στους όρους και τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθορίζονται με απόφαση της επιτροπής διαγωνισμού, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.

4.

Οι αποφάσεις της επιτροπής αναρτώνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στο κατάστημα της Σχολής, δημοσιοποιούνται δε με οποιονδήποτε άλλον πρόσφορο τρόπο.

Άρθρο 10

Δικαίωμα και Αιτήσεις Συμμετοχής

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.