Νόμοι — ΦΕΚ A' 165/2003
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 165 30 Ιουνίου 2003
Επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Κ.Π.Δ.)
Άρθρο 1
Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 30 του Κ.Π.Δ., όπως η δεύτερη προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2854/ 2000 (ΦΕΚ 243 Α΄), αντικαθίστανται ως εξής: «1. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να παραγ?γέλλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για κάθε αξιόποινη πράξη.» «3. Σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης ο Υπουργός Δικαι?οσύνης μπορεί να ζητήσει από τον Εισαγγελέα του Αρεί?ου Πάγου να παραγγείλει τη διενέργεια της ανάκρισης και την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ' απόλυ?τη προτεραιότητα.»
Άρθρο 2
Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρ?κεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορι?σμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσω?πο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαρά?ντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να πα?ραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μήνυσης ή της έγκλησης. Αυτός που ενερ?γεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφο?ρά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματά του. Προη?γούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγι?νε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνή?γορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφα?νίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του.»
Στο άρθρο 31 του Κ.Π.Δ. προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής: «3. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και η διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβεί τους τέσσερις μήνες. Αν η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται από τον εισαγγε?λέα πλημμελειοδικών κατά τα άρθρα 43 και 47 και συ?ντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, ο χρόνος αυτός μπορεί να πα?ραταθεί έως τέσσερις το πολύ μήνες με έγκριση του ει?σαγγελέα εφετών.»
Άρθρο 3
Το άρθρο 34 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 34 Ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι Η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση ορισμέ?νων εγκλημάτων ενεργείται και από δημοσίους υπαλλή?λους, όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, πά?ντοτε υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.»
Άρθρο 4
Το άρθρο 35 του Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρ?θρο 6 παρ. 2 του Ν. 2854/2000, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 35 Ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση Η ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση ανήκει στον ει?σαγγελέα εφετών, που έχει επιπλέον το δικαίωμα να ενερ?γεί, προσωπικά ή με κάποιον από τους αντεισαγγελείς που υπάγονται σε αυτόν, προκαταρκτική εξέταση κατά το άρθρο 31 για κάθε έγκλημα που γίνεται στην περιφέρειά του, εφόσον δεν έχει διαταχθεί προηγουμένως προκα?ταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Ο εισαγγελέας εφετών, μετά το πέρας της προκαταρκτι?κής εξέτασης που ενήργησε, είτε αρχειοθετεί την υπόθε?ση, εφόσον στο μεταξύ ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δεν έχει κινήσει την ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, είτε παραγγέλλει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Το ίδιο δικαίωμα, χωρίς τους περιορισμούς των προηγούμενων εδαφίων, έχει και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος μπο?ρεί επίσης σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης να διατάσσει 2851 «Άρθρο 43 Έναρξη ποινικής δίωξης
Ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προ?βλέπεται. Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα αρμο?διότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου κινεί την ποι?νική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Επίσης, μπορεί να μην ενεργη?θεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς εν?δείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη.
Αν η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή εί?ναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικα?στικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών την αρχειοθετεί και υποβάλλει αντίγραφο στον εισαγγελέα εφε?τών, αναφέροντας τους λόγους που τον οδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Στις ίδιες ενέργειες προβαίνει και αν μετά την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή τις ανα?κριτικές πράξεις που έγιναν κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή την ένορκη διοικητική εξέταση κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίω?ξη. Ο εισαγγελέας εφετών έχει δικαίωμα: α) στην περίπτω?ση του πρώτου εδαφίου να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αν πρόκει?ται για κακούργημα ή για πλημμέλημα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή να κινηθεί η ποινική δίωξη για τα λοιπά εγκλήματα και β) στην περίπτωση του δεύτε?ρου εδαφίου να παραγγείλει να κινηθεί η ποινική δίωξη.»
Άρθρο 6
Το άρθρο 47 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 47 Απόρριψη της έγκλησης
Ο εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ου?σία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα.
Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτι?κές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητι?κή εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο.
Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ.1, 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση.»
Άρθρο 7
Το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 48 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή, εφαρ?μόζεται αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 43.»
Άρθρο 8
Οι παράγραφοι με στοιχεία Α΄ και Β΄ του άρθρου 114 του Κ.Π.Δ., αντικαθίστανται ως εξής: «Α) Τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στο νόμο φυλάκιση με ελάχιστο όριο κατώτερο των τριών μηνών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές εκτός από:
- α) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των μεικτών
ορκωτών δικαστηρίων και των εφετείων, καθώς και τα συ?ναφή με αυτά (άρθρα 109, 111, 128), β) εκείνα που υπά?γονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου των ανηλίκων,
- γ) εκείνα που τελούνται δια του τύπου, δ) εκείνα των άρ?θρων 142, 145, 147, 149, 153, 154, 156, 158, 159, 160, 202
παρ. 1 και 2, 203, 221, 225 παρ. 1, 247, 251, 259, 266 παρ. 1, 269, 271, 278, 286, 288 παρ. 1, 290 παρ. 1 περ. α΄, 300, 314 παρ. 1 εδ. α΄, 328, 390 και 397 του Ποινικού Κώδικα.» Β) Τα δασικά (εκτός από τον εμπρησμό), τα αγροτικά σε βαθμό πλημμελήματος και τα αγορανομικά αδικήματα, κα?θώς και τα εγκλήματα: α) του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», β) των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967 «περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολήν και την απόδοσιν εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως», γ) του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 για την «επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις», δ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 50 και της παρα?γράφου 4 του άρθρου 53 του Ν. 2910/2001 «Είσοδος, πα?ραμονή, ελληνική ιθαγένεια και λοιπές διατάξεις», ε) του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και λοιπές διατάξεις», στ) του άρθρου 42 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 43 του Ν. 2696/1999 «Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας», ζ) του άρθρου 23Β του Ν. 248/1914 «Περί οργανώσεως της Ζωο?τεχνικής και Κτηνιατρικής Υπηρεσίας», η) των παραγρά?φων 1 και 6 του άρθρου 10 και της περίπτωσης β΄ της πα?ραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1244/1972 «Περί λει?τουργίας Ερασιτεχνικών και Πειραματικών Σταθμών Ασυρμάτου Ειδικών Ραδιοδικτύων και ιδρύσεως Υπηρε?σίας Ελέγχου Ραδιοεκπομπών».
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις υποθέσεις για τις οποίες είχε επιδοθεί κλήση ή κλητήριο θέσπισμα μέχρι τη δημοσίευση του νό?μου αυτού, σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο και αν βρίσκονται.
Άρθρο 9
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 117 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρί?ου τελέστηκε στο ακροατήριό του εξύβριση ή δυσφήμηση μέλους του δικαστηρίου (άρθρα 361, 362, 363 Π.Κ.), ακόμη και όταν ο υπαίτιος υπάγεται στην ιδιάζουσα ή εξαιρετική δωσιδικία, τα εγκλήματα αυτά δικάζονται αμέσως από το ίδιο δικαστήριο, που συγκροτείται από άλλους δικαστές. Η κατά νόμο έγκληση υποβάλλεται με δήλωση του δικαιουμέ?νου που καταχωρίζεται στα πρακτικά.»
Άρθρο 10
Στο τέλος της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 136 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Αν όμως πρόκειται για αυτόφωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών που στρέφονται κατά της τιμής και της σωματικής ακεραιότητάς τους, δεν διατάσσεται παραπομπή.»
Άρθρο 11
Η παράγραφος 2 του άρθρου 243 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: 2852 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. στην περίπτωση αυτή ειδο?ποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υπο?βάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε..»
Η πρώτη περίοδος της παραγράφου 3 του άρθρου 243 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι ανακριτικοί υπάλληλοι καλούν τους μάρτυρες για να εξεταστούν και τους κατηγορουμένους για να απολο?γηθούν ενώπιόν τους.»
Στο άρθρο 243 του Κ.Π.Δ. προστίθεται παράγραφος με αριθμό 4, που έχει ως εξής: «4. Η διάρκεια της προανάκρισης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, ο χρό?νος αυτός μπορεί να παραταθεί για τέσσερις μήνες με έγκριση του εισαγγελέα εφετών.»
Άρθρο 12
Η παράγραφος 1 του άρθρου 245 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Η προανάκριση είναι συνοπτική και, αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες, περατώνεται: α) με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου ή β) με πρόταση του εισαγγε?λέα στο δικαστικό συμβούλιο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην επόμενη παράγραφο, σε πλημμελήματα αρμοδιότη?τας του τριμελούς πλημμελειοδικείου, γ) σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 4 σε πλημμελήματα αρ?μοδιότητας του μονομελούς πλημμελειοδικείου ή δ) με παραγγελία του εισαγγελέα στον ανακριτή, εφόσον προ?κύπτει τέλεση κακουργήματος. Στην τελευταία περίπτω?ση η προανάκριση μπορεί και να διακοπεί κατά τον ίδιο τρόπο.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 245 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Πρόταση στο συμβούλιο γίνεται μόνο στα πλημμε?λήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και εφόσον ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν υπάρχουν περισσότεροι κατηγορούμενοι και δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος μερικών από αυτούς ή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύ?σει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας μπορεί να χωρίσει την υπόθεση και να την εισάγει μόνο ως προς αυτούς στο δικαστικό συμβούλιο».
Στο άρθρο 245 του Κ.Π.Δ. προστίθενται παράγραφοι με αριθμούς 4 και 5, που έχουν ως εξής: «4. Στα πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου, αν από την προανά?κριση ή από την προκαταρκτική εξέταση που τυχόν διατάχθηκε δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπο?μπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή προέκυψε ότι η κατηγορία είναι νομικά αβάσιμη, ο εισαγγελέας πλημμε?λειοδικών αρχειοθετεί την υπόθεση με αιτιολογημένη διά?ταξή του, την οποία υποβάλλει για έγκριση στον εισαγγε?λέα εφετών, μαζί με τη σχετική δικογραφία. Αν ο εισαγγε?λέας εφετών δεν εγκρίνει την αρχειοθέτηση, παραγγέλλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών την παραπομπή του κα?τηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν η ποινική δίωξη κινήθη?κε ύστερα από έγκληση του παθόντος, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών επιδίδει την ανωτέρω διάταξη στον εγκα?λούντα, ο οποίος έχει το δικαίωμα να προσφύγει κατ' αυ?τής στον εισαγγελέα εφετών μέσα σε προθεσμία δεκαπέ?ντε ημερών από την επίδοση. Αν η προσφυγή γίνει δεκτή ο εισαγγελέας εφετών παραγγέλλει στον εισαγγελέα πλημ?μελειοδικών την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται κατά τα λοιπά αναλόγως το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ..
Αν μετά την αρχειοθέτηση και πριν από την παραγρα?φή της πράξης προκύψουν νέα περιστατικά ή στοιχεία που κατά την κρίση του εισαγγελέα δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης, αυτός την ανασύρει από το αρχείο με έγκριση του εισαγγελέα εφετών και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3. Όσο χρόνο ισχύει η αρχειοθέτηση, η διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών παράγει τα έννομα αποτελέσματα της παραγράφου 1 του άρθρου 57.» ΄Aρθρο 13
Η παράγραφος 2 του άρθρου 246 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Ο εισαγγελέας μπορεί να δώσει την παραγγελία προς τον ανακριτή, σε οποιοδήποτε στάδιο της προανά?κρισης και αμέσως μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 246 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «3. Τέτοια παραγγελία δίνει ο εισαγγελέας: α) σε κακουρ?γήματα, β) σε πλημμελήματα στα οποία κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι στον κατηγορούμενο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 282.»
Άρθρο 14
Στο δεύτερο στίχο του άρθρου 251 του Κ.Π.Δ. αντί της φράσης «στο άρθρο 33» τίθεται η φράση «στα άρθρα 33 και 34».
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 273 του Κ.Π.Δ. τροποποιείται ως εξής: «1. α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ει?ρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση ή των ανακριτι?κών υπαλλήλων που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34, αυ?τοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυ?τότητας ή από το διαβατήριό του, προσκαλώντας τον ταυ?τόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθ?μό). Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας.»
Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγρά?φου 1 του άρθρου 273 του Κ.Π.Δ. τροποποιείται ως εξής: «Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γί?νεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί.»
Στο τέλος της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 273 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Αν ο κατηγορούμενος δήλωσε διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που είναι ανύπαρκτη ή ελλιπής ή αρνήθηκε να δη?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2853 «1. Προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρων 33 και 34, καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα, να συλ?λάβουν το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγ?ματος και του άρθρου 279 του Κώδικα για την άμεση προ?σαγωγή του στον εισαγγελέα.»
Άρθρο 15
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 279 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: «Αν πρόκειται για κακούργημα ή αν η σύλληψη έγινε με ένταλμα του ανακριτή, ο εισαγγελέας παραπέμπει στον ανακριτή εκείνον που έχει συλληφθεί και αν πρόκειται για πλημμέλημα, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρ?θρα 43, 47, 246 παρ. 3 και 417 κ.ε..»
Άρθρο 16
Τα τελευταία εδάφια των παραγράφων 2 περ. β΄ και 5 του άρθρου 287 του Κ.Π.Δ. καταργούνται.
Άρθρο 17
Στο τέλος της πρώτης παραγράφου του άρθρου 291 του Κ.Π.Δ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: «Το δικαστήριο που αποφάσισε την αναβολή αποφαίνε?ται και για την παράταση ή μη της προσωρινής κράτησης, αν, στις επόμενες τριάντα ημέρες από την αναβολή, συ?μπληρώνεται το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης και εφόσον είναι παρών ο κατηγορούμενος.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 291 του Κ.Π.Δ. αντικα?θίσταται ως εξής: «2. Αρμόδιο συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι το συμβούλιο εφετών και αν ακόμη το συμβούλιο πλημμελειοδικών είχε ήδη αποφανθεί για την προσωρινή κράτηση, εκτός αν η υπόθεση εκκρεμεί στο πλημμελειοδικείο.»
Άρθρο 18
Η παράγραφος 1 του άρθρου 303 του Κ.Π.Δ. αντικαθί?σταται ως εξής: «1. Αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί ή παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη, η εγγύηση επιστρέφεται. Την απόδοση διατάσσει το δικαστήριο με την ίδια απόφαση. Διαφορετι?κά τη διατάσσει το συμβούλιο πλημμελειοδικών, κατά του βουλεύματος του οποίου επιτρέπεται έφεση στον κατηγο?ρούμενο και στον τρίτο που είχε καταθέσει την εγγύηση.»
Άρθρο 19
⋯
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.