Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 165/2022
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 339/2021 Περί εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχοντας υπόψη:
Την παρ. 4 του άρθρου 1, την παρ. ια’ του άρθρου 4 και την παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α’ 146),
την ανάγκη συμπληρώσεως και επικαιροποιήσεως των διατάξεων για την ευχερέστερη οργάνωση και λειτουργία των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,
την από 26.8.2020 απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου,
την από 7.10.2021 εγκριτική Απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας,
το γεγονός ότι από τον παρόντα Κανονισμό δεν προκαλείται δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό, ψηφίζει τον υπ’ αρ. 339/2021 Κανονισμό, έχοντα ούτω: Κανονισμός υπ’ αρ. 339/2021 Περί εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Άρθρο 1
Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας (Ι.Σ.Ι.) της Εκκλησίας της Ελλάδος συγκροτείται κατά το άρθρο 3 του ν. 590/1977 (Α’ 146) από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και όλους τους εν ενεργεία επαρχιούχους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, συνεδριάζει είτε στην Αθήνα και στο Συνοδικό Μέγαρο είτε αλλού εάν αποφασίσει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ή σε περίπτωση που ανακύψει ανάγκη αλλαγής του τόπου συνεδρίας Της, κατόπιν της τελευταίας συνεδρίας της Δ.Ι.Σ., κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου ή του προεδρεύοντος Αυτής, τηρουμένου της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 590/1977 είτε στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών, εάν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 590/1977, είτε μέσω τηλεδιασκέψεως σε εξαιρετικές περιπτώσεις συνδρομής, κατά την κρίση του Προέδρου ή του προεδρεύοντος Αυτής, επείγοντος λόγου ή αδυναμίας συνεδριάσεως με φυσική παρουσία των μελών Της. Εκλογή Αρχιερέως δεν πραγματοποιείται μέσω τηλεδιασκέψεως.
Άρθρο 2
Οι συνεδρίες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, γνωστοποιούνται στους Σεβασμιωτάτους Συνέδρους εκ των προτέρων μέσω της κοινοποιούμενης ημερησίας διατάξεως των εργασιών Της, άρχονται και λήγουν διά προσευχής τελουμένης υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου ή σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του υπό του Αντιπροέδρου ή και σε περίπτωση κωλύματος και αυτού υπό του επομένου τη τάξει Μητροπολίτη. Σε περίπτωση χηρείας του θρόνου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η ανωτέρω αρμοδιότητα του Προέδρου περιέρχεται αυτοδικαίως στον κατ’ άρθρον 12 του ν. 590/1977 Τοποτηρητή.
Οι συνεδρίες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας άρχονται την 9η πρωινή ώρα και λήγουν την 13η μεσημβρινή, εκτός εάν άλλως αποφασίσει η Ι.Σ.Ι.
Άρθρο 3
Σε περίπτωση τακτικής συνελεύσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας η Ι.Σ.Ι. δύναται να αποφασίσει την συζήτηση και ετέρων θεμάτων, πλην εκείνων τα οποία αναγράφονται στην ημερήσια διάταξη.
Σε περίπτωση έκτακτης συνελεύσεως η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας δεν δύναται να επιληφθεί ετέρων θεμάτων πλην εκείνων, για τα οποία εκτάκτως συνεκλήθη, επιφυλασσομένης μόνο της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 590/1977.
Για την συζήτηση ετέρων θεμάτων εκτός ημερησίας διατάξεως κατά την παρ. 1 απαιτείται γραπτή αίτηση, υπογραφομένη υπό ποσοστού 1/5 τουλάχιστον των παρόντων στην συνεδρία Ιεραρχών.
Η αίτηση της παρ. 3 τίθεται υπό την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, η οποία αποφαίνεται με φανερή ψηφοφορία, και εάν το προταθέν θέμα λάβει την απόλυτη πλειονοψηφία των παρόντων Συνοδικών Συνέδρων εισάγεται προς συζήτηση εκτός ημερησίας διατάξεως.
Άρθρο 4
Σε κάθε τακτική ή έκτακτη συνέλευση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας τελείται εναρκτήρια Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, τελούμενη υπό του νεωτέρου τη τάξει τελευταίας συνελεύσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και εντεύθεν.
Εάν η συνέλευση πραγματοποιείται προς πλήρωση του θρόνου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η ανωτέρω Θεία Λειτουργία τελείται στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών.
Κατά την εναρκτήρια συνεδρία, αμέσως μετά τις κατά το έθος γενόμενες προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας εκλέγει μεταξύ των Συνέδρων τριμελή Επιτροπή επί του Τύπου, κατόπιν προτάσεως του Μακαριωτάτου Προέδρου. Η εν λόγω Επιτροπή αναλαμβάνει την ευθύνη ενημερώσεως του Τύπου επί των εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας μέσω εκδόσεως ανακοινωθέντων, συνεντεύξεων κ.λπ. σε συνεργασία μετά του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου.
Η δημόσια ανακοίνωση περί των συζητήσεων και των ληφθεισών αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας γίνεται μόνον από την ανωτέρω τριμελή Επιτροπή επί του Τύπου, απαγορευομένης της παροχής πληροφοριών από άλλους Συνέδρους.
Άρθρο 5
Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας ευρίσκεται εν απαρτία, εάν οι παρόντες Μητροπολίτες είναι πλείονες του ημίσεος αριθμού του συνόλου τους, εκτός εάν η λήψη αποφάσεων επί των συζητουμένων θεμάτων απαιτεί αυξημένη πλειονοψηφία, βάσει των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, επιφυλασσομένης της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 590/1977.
Άρθρο 6
Η παρουσία πάντων των εν ενεργεία Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών σε όλες τις τακτικές ή έκτακτες συνελεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας είναι υποχρεωτική, επιφυλασσομένης μόνον της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 590/1977.
Άδειες απουσίας από μία ή περισσότερες συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας χορηγούνται μόνον υπό της Ι.Σ.Ι. Η άδεια χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου Ιεράρχη, και σε αυτήν πρέπει να διαλαμβάνονται οι λόγοι για τους οποίους αιτείται την άδεια απουσίας. Αποχώρηση Συνέδρου διαρκούσης της συνεδρίας λόγω διαφωνίας του και σε ένδειξη διαμαρτυρίας δεν επιτρέπεται. Ο ούτως αποχωρών αποκλείεται άνευ ετέρου από τρεις (3) αμέσως επόμενες συνεδρίες κατά τις εργάσιμες ημέρες μετά από την αποχώρησή του.
Άρθρο 7
Αντιπρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας είναι ο κατά το άρθρο 5 του ν. 590/1977 έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης Μητροπολίτης μεταξύ των μελών Της.
Άρθρο 8
Κατά την διάρκεια των συνεδριών οι Σεβασμιώτατοι Σύνεδροι φέρουν επανωκαλύμμαυχο και εγκόλπιο.
Άρθρο 9
Ο Μακαριώτατος Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και την λήξη των συνεδριών, διευθύνει τις συνεδρίες και τις διεξαγόμενες συζητήσεις, δίδει ή αφαιρεί τον λόγο στους Συνέδρους, είναι υπεύθυνος για την πιστή τήρηση και εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού όπως και για την ευκοσμία των διεξαγομένων συζητήσεων κατά τις συνεδρίες, προς προστασία της οποίας, εάν αυτό κρίνεται αναπόφευκτο, δύναται να διακόπτει την συνεδρία. Κατά τα ανωτέρω ο Πρόεδρος ασκεί και πάσα άλλη αρμοδιότητα, η οποία του παρέχεται υπό των Ιερών Κανόνων, των νόμων του Κράτους και των κανονισμών της Ιεράς Συνόδου.
Ο Πρόεδρος της Ι.Σ.Ι. βοηθείται στο έργο του υπό του Αντιπροέδρου της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.
Άρθρο 10
Τα θέματα συζητούνται κατά την σειρά αναφοράς τους στην ημερήσια διάταξη.
Οι ομιλητές ίστανται. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να επιτραπεί η αγόρευση καθημένου του ομιλούντος.
Οι ομιλητές απευθύνονται προς τον Μακαριώτατο Πρόεδρο και την Ιερά Σύνοδο και ουδέποτε προς έτερο Συνοδικό Σύνεδρο.
Άρθρο 11
Ο λόγος είναι ελεύθερος. Ουδείς όμως δύναται να μιλήσει πριν ζητήσει και λάβει αρμοδίως την σχετική άδεια. Η άδεια χορηγείται υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου κατά σειρά χρονικής προτεραιότητας των αιτήσεων.
Προς εφαρμογή της παρ. 1, μετά από κάθε εισήγηση επί του εκάστοτε θέματος της ημερησίας διατάξεως επακολουθεί ολιγόλεπτο διάλειμμα, ώστε όσοι επιθυμούν να λάβουν τον λόγο επί του θέματος της γενομένης εισηγήσεως, να δηλώσουν την πρόθεσή τους. Η δήλωση γίνεται στον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου, ο οποίος παραδίδει τον κατάλογο ομιλητών στον Πρόεδρο, ο οποίος τηρεί την σειρά χρονικής προτεραιότητας των αιτήσεων των ομιλητών. Οι λαμβάνοντες τον λόγο δικαιούνται να μιλήσουν έως και δεκαπέντε (15) λεπτά της ώρας.
Εάν εξαντληθεί ο κατάλογος των εγγεγραμμένων ομιλητών και, κατά την κρίση του Προέδρου, υφίστανται χρονικά περιθώρια, δικαιούνται όσοι ομιλητές επιθυμούν να δευτερολογήσουν. Στην προηγούμενη περίπτωση καθιστούν την πρόθεσή τους γνωστή μέσω του Αρχιγραμματέως στον Μακαριώτατο Πρόεδρο. Ο χρόνος της δευτερολογίας δεν δύναται να υπερβεί τα πέντε (5) λεπτά της ώρας.
Αμοιβαία αλλαγή της σειράς προτεραιότητας των ομιλητών επιτρέπεται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους.
Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω οι εκάστοτε οριζόμενοι εισηγητές επί συγκεκριμένου θέματος δύνανται να μιλήσουν αναπτύσσοντας την εισήγησή τους.
Εφ’ όσον για ορισμένο θέμα της ημερησίας διατάξεως θα αναπτυχθούν πλείονες της μιας εισηγήσεις, η συζήτηση άρχεται μετά την ανάπτυξη των εισηγήσεων. στον Πρόεδρο επιτρέπεται να διακόπτει τον ομιλητή, εφ’ όσον παραβιάζεται ο Κανονισμός, ώστε να τον ανακαλέσει στην τάξη.
Ο Πρόεδρος υποχρεούται να διακόψει τον ομιλητή, εάν αυτός εκφεύγει των ορίων του συζητουμένου θέματος ή εάν εκτρέπεται σε ανοίκειες εκφράσεις εναντίον των μελών της Ιεράς Συνόδου ή της Πολιτείας και εάν ο ομιλητής δεν συμμορφώνεται προς την υπόδειξη, ο Πρόεδρος υποχρεούται να διακόψει την συνεδρία και να θέσει υπό κατηγορία τον παρεκτραπέντα ομιλητή, όπως κατωτέρω ορίζεται.
Έκαστος των Σεβασμιωτάτων Συνέδρων έχει δικαίωμα, μέσω σημειώματος που αποστέλλει στον Πρόεδρο, να ζητήσει την διακοπή της συζητήσεως, εάν παραβιάζεται ο Κανονισμός ή τεθεί προσωπικό ζήτημα. Όποιος υποβάλλει το ανωτέρω σημείωμα οφείλει να μνημονεύει το άρθρο, που θεωρεί ότι παραβιάσθηκε ή πώς ακριβώς εθίγη προσωπικώς κατά τη διεξαγόμενη συζήτηση.
Ο εκάστοτε εισηγητής δύναται να μιλήσει εκ νέου επί του θέματος που εισηγήθηκε, εφ’ όσον του ζητηθούν επεξηγήσεις των απόψεών του.
Οι απαντήσεις του εισηγητή επί υποβληθεισών ερωτήσεων προς διασάφηση των απόψεών του έχουν προτεραιότητα.
Άρθρο 13
Δεν επιτρέπονται οι διαλογικές συζητήσεις μεταξύ των Συνέδρων, οι διαξιφισμοί και οι προσωπικές διενέξεις. Διακοπές είναι επιτρεπτές μόνον κατόπιν συναινέσεως του ομιλητή και συγκαταθέσεως του Μακαριωτάτου Πρόεδρου.
Ο λαμβάνων τον λόγο ομιλεί μόνον επί του συζητουμένου θέματος, μη επιτρεπομένης της επεκτάσεώς του σε θέματα άσχετα, άλλως, και μετά από προηγουμένη προειδοποίηση, ο Πρόεδρος του αφαιρεί τον λόγο.
Εάν Σύνεδρος λάβει τον λόγο άνευ αδείας του Μακαριωτάτου Προέδρου ή εάν εξακολουθήσει να ομιλεί μετά την αφαίρεση του λόγου, δεν αναγράφονται τα λεγόμενά του στα πρακτικά, κατόπιν εντολής του Μακαριωτάτου Πρόεδρου.
Άρθρο 14
Δεν επιτρέπεται συμπεριφορά ανάρμοστη προς την ιερότητα του έργου της Ιεράς Συνόδου όπως και η εκ προθέσεως παρεμπόδιση της διεξαγωγής συνεδριάσεως ή η διατάραξή της μέσω εγέρσεως θορύβου ή αταξίας ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο.
Άρθρο 15
Συνοδικός Σύνεδρος που παραβαίνει τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων προσκαλείται υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου να ανακαλέσει οιανδήποτε ανάρμοστη ή ανεπίτρεπτη έκφραση, και εάν δυστροπεί ανακαλείται από τον Πρόεδρο στην τάξη.
Εάν ο ανακληθείς στην τάξη συνεχίζει την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά του, ο Μακαριώτατος Πρόεδρος διατάσσει την αναγραφή στα πρακτικά της γενομένης ανακλήσεως. Προ της λήψεως της αποφάσεως αυτής, ο Μακαριώτατος Πρόεδρος εγείρεται της θέσεώς του και, αφού προαναγγείλει την πρόθεσή του, καλεί τον παρεκτρεπόμενο Σύνεδρο να παράσχει εξηγήσεις και ικανοποίηση. Τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας αποφαίνονται δι’ ανατάσεως της χειρός εάν θεωρούν επαρκείς τις δικαιολογίες του παρεκτραπέντος Συνέδρου.
Εάν μετά από την αναγραφή της ανακλήσεως στα πρακτικά ο ανακληθείς στην τάξη Σύνεδρος εμμένει στην ανεπίτρεπτη συμπεριφορά του, ο Μακαριώτατος Πρόεδρος διατυπώνει κατ’ αυτού μομφή, που αναγράφεται στα πρακτικά.
Εάν και μετά από την μομφή εξακολουθεί η απάδουσα συμπεριφορά εκ μέρους του Συνοδικού Ιεράρχη, τότε είναι δυνατό κατόπιν αποφάσεως του Μακαριωτάτου Προέδρου, να αποκλεισθεί της συμμετοχής από μία (1) μέχρι τρεις (3) από τις επόμενες συνεδρίες.
Άρθρο 16
Ο αποκλεισμός από τις συνεδρίες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας επιβάλλεται ιδίως: α. Όταν ο Ιεράρχης διά βίας ή απειλών αποπειράται ή επιβάλλει στην Ιερά Σύνοδο ή σε μέλος Της την εκτέλεση ή παράλειψη πράξεως αναγομένης στην αποστολή Της, β. όταν ο Ιεράρχης καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποπειράται να παρακωλύσει ή παρακωλύει την διεξαγωγή ψηφοφορίας, γ. όταν ο Ιεράρχης συνεχίζει, μετά την ανάκλησή του στην τάξη και την μομφή, την ανεπίτρεπτη και ανάρμοστη συμπεριφορά του έναντι του Σώματος, του Μακαριωτάτου Προέδρου και των Σεβασμιωτάτων Μελών αυτού, δ. όταν ο Ιεράρχης μέσω διατόρων κραυγών ή άλλων θορυβωδών εκδηλώσεών του ασεβεί προς την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας.
Δύναται να προηγηθεί του αποκλεισμού του παρεκτραπέντος μέλους η απομάκρυνση ή αποβολή του από την συνεδρία της Ι.Σ.Ι. Προ της αποβολής του καλείται ο Σύνεδρος να δικαιολογηθεί.
Σε περιπτώσεις βαρείας παρεκτροπής, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας δύναται να επεκτείνει τον αποκλεισμό πέρα των τριών (3) συνεδριών.
Σε περίπτωση υποτροπής του άπαξ παρεκτραπέντος και κατά τα ανωτέρω αποβληθέντος Ιεράρχου, η ποινή της αποβολής διπλασιάζεται.
Σε περίπτωση τρίτης παρεκτροπής, ο παρεκτρεπόμενος Ιεράρχης τίθεται αυτεπαγγέλτως υπό κατηγορία με το ερώτημα της εκπτώσεως από του θρόνου του. Κατά την αυτή συνεδρία ορίζεται κατόπιν κληρώσεως ανακριτής μεταξύ των μελών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και ακολουθείται κατά τα λοιπά η τακτική διαδικασία της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.
Άρθρο 17
Απαγορεύονται οι γραπτοί λόγοι με την επιφύλαξη των εισηγήσεων. Μετά την προφορική ανάπτυξη του θέματος, την συνεδρία. Επιτρέπεται η χρήση σημειώσεων προς υποβοήθηση της μνήμης του ομιλούντος. Η απαγόρευση του πρώτου εδαφίου δεν ισχύει προκειμένου περί εισηγήσεως, που ανατέθηκε δυνάμει εντολής της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ή του Προέδρου Της.
Άρθρο 18
Μετά το πέρας της συζητήσεως επί εκάστου θέματος, εφ’ όσον υφίσταται ανάγκη λήψεως αποφάσεων, εξαγγέλλονται υπό του Προέδρου οι προτάσεις λήψεως αποφάσεων, επί των οποίων καλείται κάθε Σύνεδρος να ψηφίσει, μη επιτρεπομένης της αιτιολογήσεως της ψήφου.
Αν οι προς ψήφιση αποφάσεις είναι πλείονες της μιας, δύνανται κατά την κρίσιν του Προέδρου να τεθούν σε ψηφοφορία όλες μαζί ή και μεμονωμένως.
Η ψηφοφορία δύναται να είναι φανερή ή μυστική. Η μυστική ψηφοφορία διεξάγεται με ομοιόμορφα ψηφοδέλτια, που ρίπτονται σε ειδική ψηφοδόχο μετά την εκφώνηση του ονόματος κάθε ψηφίζοντος. Η ψηφοφορία άρχεται πάντοτε από τους νεώτερους κατά τα πρεσβεία Αρχιερωσύνης, ενώ ο Πρόεδρος ψηφίζει τελευταίος. Η συλλογή και η διαλογή των ψήφων γίνεται υπό του Αρχιγραμματέως και του Α’ Γραμματέως - Πρακτικογράφου και του Β’ Γραμματέως - Πρακτικογράφου της Ιεράς Συνόδου.
Μυστική ψηφοφορία διεξάγεται στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται από τις κείμενες διατάξεις ή ζητήθηκε από όσους υπέβαλαν την υπό ψήφιση πρόταση ή ζητήθηκε από πέντε τουλάχιστον Συνοδικούς Συνέδρους, και εγκρίθηκε από την Ι.Σ.Ι.
Άρθρο 19
Η διαδικασία εγκρίσεως των εισαγομένων στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας Κανονισμών ορίζεται ως ακολούθως:
Εφ’ όσον υπάρχει εισηγητής, αυτός αναπτύσσει την εισήγησή του επί του εισαγομένου Κανονισμού.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.