Νόμοι — ΦΕΚ A' 167/2019

Type Νόμος
Publication 2019-10-31
Τελευταία ενημέρωση 2019-10-30
State In force
Source ΦΕΚ
articles 246
Reform history JSON API
9.

Το Εθνικό Πρόγραμμα Απλούστευσης Διαδικασιών καλύπτεται χρηματοδοτικά από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα κατά το μέρος του που είναι επιλέξιμο από αυτά, καθώς και από άλλους ευρωπαϊκούς ή εθνικούς πόρους σύμφωνα με τους όρους που διέπουν τη διαχείρισή τους.

10.

Κάθε εξάμηνο συντάσσεται, με μέριμνα του αρμοδίου για την ψηφιακή διακυβέρνηση Υπουργού, ανα του Προγράμματος κατά το προηγούμενο εξάμηνο, (β) τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί τα αρμόδια Υπουργεία και οι λοιποί δημόσιοι φορείς προς ικανοποίηση των στόχων και υλοποίηση των δράσεων του Προγράμματος καθώς και την αξιολόγηση αυτών, (γ) τις δράσεις του επόμενου εξαμήνου που προτείνονται προς ένταξη στο Πρόγραμμα, και τις απαιτούμενες σχετικές ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων του αρμόδιου για την ψηφιακή διακυβέρνηση Υπουργού για δράσεις που πρέπει να εγκριθούν από το Υπουργικό Συμβούλιο.

11.

Με απόφαση του αρμόδιου για την ψηφιακή διακυβέρνηση Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, καθορίζεται ο τρόπος εκπόνησης του Εθνικού Προγράμματος Απλούστευσης Διαδικασιών, ο τρόπος ένταξης κάθε δράσης σε αυτό, ο τρόπος χρηματοδότησης, ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας των ομάδων εργασίας, ο τρόπος υποβολής προτάσεων προς αξιολόγηση από φορείς της κοινωνίας και της αγοράς καθώς, το σύστημα διοίκησης - παρακολούθησης - αξιολόγησης - επικαιροποίησης του Προγράμματος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχεδιασμού και υλοποίησης των δράσεών του, και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 46

Σύσταση Επιτροπής για την επεξεργασία και κωδικοποίηση διοικητικών διαδικασιών και εγγράφων

1.

Με απόφαση του Υπουργού που είναι αρμόδιος για την ψηφιακή διακυβέρνηση, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συστήνεται στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Απλούστευσης διαδικασιών Ειδική Επιτροπή με σκοπό την επεξεργασία νέου Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, καθώς και την εκπόνηση Οδηγού Κωδικοποίησης με υποδείγματα διοικητικών εγγράφων, ο οποίος θα ομογενοποιεί και θα κατηγοριοποιεί το σύνολο των υφιστάμενων τύπων διοικητικών εγγράφων και θα καταγράφει την ηλεκτρονική τους διαχείριση.

2.

Οι νέες κωδικοποιήσεις ενσωματώνουν το σύνολο των τυπικών και άτυπων διαδικασιών που εφαρμόζει η Διοίκηση.

3.

Η Ειδική Επιτροπή αποτελείται από ειδικούς επιστήμονες και εμπειρογνώμονες στα αντικείμενα του έργου που της ανατίθεται, εκ των οποίων ένας ορίζεται ως Πρόεδρος και ένας ως αναπληρωτής του. Η Ειδική Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει το έργο της εντός ενός (1) έτους από τον διορισμό των μελών της. Ο Υπουργός που είναι αρμόδιος για την ψηφιακή διακυβέρνηση δύναται με απόφασή του να παρατείνει το έργο της για όσο χρόνο κρίνει σκόπιμο, λαμβάνοντας υπόψη την απόδοσή της και τον εκτιμώμενο υπολειπόμενο αναγκαίο για την ολοκλήρωση του έργου χρόνο.

4.

Για τη σύσταση και λειτουργία της Ειδικής Επιτροπής εφαρμόζονται τα ειδικώς οριζόμενα στην παράγραφο 2, του άρθρου 67, του νόμου 4622/2019 (Α΄ 133). Εάν η Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης του άρθρου 66, του νόμου 4622/2019 (Α΄ 133), δεν έχει συγκροτηθεί μέχρι τη συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής του παρόντος, η γνώμη της παραγράφου 2, του άρθρου 67, του ως άνω νόμου, δίνεται από τον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων της Προεδρίας της Κυβέρνησης.

5.

Η Ειδική Επιτροπή οφείλει να ενημερώνει για την πρόοδο των εργασιών της την Κ.Ε.Κ. σε τριμηνιαία βάση. Για το διάστημα μέχρι τη συγκρότηση της Κ.Ε.Κ. ενημερώνει τον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων.

6.

Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 66 και 67 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), με την απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος μπορούν επίσης να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 47

Σύσταση Παρατηρητηρίου Γραφειοκρατίας στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης

1.

Συνιστάται στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης Παρατηρητήριο Γραφειοκρατίας, το οποίο υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών, με κύρια αποστολή την κυλιόμενη μέτρηση και αποτύπωση των διοικητικών βαρών, τα οποία προκύπτουν από τη νομοθεσία και τις κανονιστικές πράξεις της διοίκησης προς όλους τους πολίτες, επιχειρήσεις και δημοσίους υπαλλήλους, καθώς και την σύνταξη ετήσιων αναφορών για τις τάσεις της γραφειοκρατίας στην Ελλάδα με ποσοτικούς και ποιοτικούς όρους.

2.

Οι ετήσιες αναφορές του Παρατηρητηρίου δημοσιεύονται τον Φεβρουάριο του επόμενου, από το έτος αναφοράς, έτους, μαζί με τις βασικές δράσεις που υλοποιήθηκαν από τους αρμόδιους φορείς στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Απλούστευσης Διαδικασιών μαζί με την επίπτωση που είχαν στα μεγέθη των διοικητικών βαρών.

3.

Είναι δυνατή η σύναψη προγραμματικής συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για την ανάπτυξη και κατάρτιση των ειδικών στατιστικών του Παρατηρητηρίου καθώς και τη διάχυση και επικοινωνία της σχετικής στατιστικής πληροφορίας μέσω της έκδοσης σχετικού δελτίου αποτύπωσης των διοικητικών βαρών από την τελευταία. Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύναται να συνάπτει ειδικότερες συμφωνίες και να προβαίνει σε συνεργασίες με υφιστάμενα τομεακά παρατηρητήρια για την καλύτερη επεξεργασία της στατιστικής πληροφορίας.

4.

Το Παρατηρητήριο υποστηρίζει το Εθνικό Πρόγραμμα Απλούστευσης Διαδικασιών και τον Υπουργό που είναι αρμόδιος για την ψηφιακή διακυβέρνηση, σε κάθε σχετικό θέμα και ειδικώς ως προς τις τριμηνιαίες αναφορές του προς τον Πρωθυπουργό, σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το ανωτέρω Πρόγραμμα.

5.

Το Παρατηρητήριο δύναται, εφόσον του ζητηθεί, να υποστηρίξει τα Υπουργεία ή άλλους εποπτευόμενους δημόσιους φορείς ή ανεξάρτητες αρχές, στη μέτρηση και υποστηρίζει τη διαδικασία κατάρτισης των Αναλύσεων Συνεπειών Ρυθμίσεων νομοσχεδίων ή την αξιολόγηση αποτελεσμάτων εφαρμογής ρυθμίσεων του άρθρου 56 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133) που διενεργεί η Προεδρία της Κυβέρνησης, μέσω της παροχής στοιχείων από τις μετρήσεις διοικητικών βαρών που πραγματοποιεί, εφόσον αυτό ζητηθεί από τις υπηρεσίες της Προεδρίας της Κυβέρνησης.

6.

Για τις ανάγκες του Παρατηρητηρίου συστήνονται στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης οκτώ (8) θέσεις οι οποίες καλύπτονται με πρόσληψη μέσω ΑΣΕΠ ή με αποσπάσεις από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης σύμφωνα με το άρθρο 55 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134). Οι κλάδοι, οι κατηγορίες εκπαίδευσης και τα προσόντα των θέσεων καθορίζονται με την προκήρυξη των θέσεων ή την πρόσκληση για αποσπάσεις.

7.

Η μεθοδολογία μέτρησης, ο τρόπος παρουσίασης των αναφορών και κάθε άλλο σχετικό θέμα εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζεται με απόφαση του αρμόδιου για θέματα ψηφιακής διακυβέρνησης Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48

Σύσταση Επιτροπής υψηλού επιπέδου για τον Ψηφιακό και Διοικητικό Μετασχηματισμό της Ελλάδας

1.

Συστήνεται Επιτροπή υψηλού επιπέδου για τον Ψηφιακό και Διοικητικό Μετασχηματισμό της Ελλάδας, υπαγόμενη στον αρμόδιο για θέματα ψηφιακής διακυβέρνησης Υπουργό, για την υποβοήθηση του έργου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Σκοπός της Επιτροπής είναι: (α) η μελέτη και η υποβολή προτάσεων σε σχέση με τα θέματα και τα ζητήματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης όπως ενδεικτικά η Βίβλος Ψηφιακού Μετασχηματισμού, το Εθνικό Ευρυζωνικό σχέδιο, η Κυβερνοασφάλεια, το Εθνικό Πλαίσιο Απλούστευσης Διαδικασιών και Μείωσης της Γραφειοκρατίας, (β) η ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και ιδιαιτεροτήτων της Ελλάδος, (γ) η δημιουργία της στρατηγικής ενεργειών και του πλάνου δράσεων που θα συντελεστούν για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την απλούστευση των διαδικασιών, (δ) ο συντονισμός των δράσεων όλων των αρμόδιων Υπουργείων και φορέων στο πλαίσιο των ενεργειών που θα προταθούν και εγκριθούν για την επίτευξη των στόχων του έργου, όπως τα παραπάνω προκύψουν και συνδιαμορφωθούν, μέσα από διαβούλευση και ανάπτυξη συλλογικών δράσεων με εκπροσώπους της κοινωνίας, ιδρυμάτων, κρατικών δομών και φορέων, και (ε) η συνεργασία με την Επιτροπή «Ελλάδα 2021» του άρθρου 114 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133) και η υποβολή προτάσεων προς την τελευταία για την επίτευξη των στόχων του έργου της.

2.

Η Επιτροπή αποτελείται από πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ειδικούς εμπειρογνώμονες από τον χώρο της πολιτικής, της επιστήμης και των γραμμάτων και των τεχνών, τα οποία δεν λαμβάνουν, για τη συμμετοχή τους σε αυτή, οποιαδήποτε αποζημίωση ή αμοιβή, εκτός των οδοιπορικών τους, δηλαδή των εξόδων διαμονής και μετακίνησής τους. Η Επιτροπή εδρεύει στην Καλλιθέα, στις εγκαταστάσεις της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης και υποστηρίζεται γραμματειακά από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης.

3.

Με απόφαση του αρμόδιου για θέματα ψηφιακής διακυβέρνησης Υπουργού, ρυθμίζεται κάθε ζήτημα που αφορά στη συγκρότηση, τη λειτουργία, την υποστήριξη από υπηρεσίες, τους πόρους, τη στελέχωση και κάθε δραστηριότητα στην οποία προβαίνει προς την επίτευξη των σκοπών της.

Άρθρο 49

Σύσταση Αυτοτελούς Τμήματος Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (Π.Σ.Ε.Α.) στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης

1.

Συνιστάται Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (Π.Σ.Ε.Α.) το οποίο υπάγεται στον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

2.

Αρμοδιότητες του Τμήματος Π.Σ.Ε.Α. είναι: (α) Ο σχεδιασμός, η οργάνωση, η κινητοποίηση και η δράση των υπηρεσιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, και των εποπτευόμενων από αυτό διοικητικών δομών, σε περίπτωση πολέμου, έντασης, κρίσης ή έκτακτης ανάγκης σε καιρό ειρήνης, και η ρύθμιση κάθε θέματος που σχετίζεται με τον σχεδιασμό αυτό. β. Η σύνταξη, αναθεώρηση και επικαιροποίηση των Σχεδίων Π.Σ.Ε.Α. αρμοδιότητας του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης σε συνεργασία με το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας, καθώς και των σχετιζόμενων με αυτά Μνημονίων Επιβαλλομένων Ενεργειών. γ. Η συνεργασία με τις οργανωτικές δομές ΠΑΜ-ΠΣΕΑ του ΓΕΕΘΑ και των λοιπών υπουργείων. δ. Η διατύπωση εισηγήσεων για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφαλή λειτουργία των εγκαταστάσεων του Υπουργείου. ε. Η σύνταξη του ετήσιου προϋπολογισμού δαπανών επί θεμάτων Π.Σ.Ε.Α.. ζ. Η μέριμνα για την κατάρτιση και εκπαίδευση επί θεμάτων Π.Σ.Ε.Α.

  • α) του προσωπικού του Τμήματος και β) του προσωπικού

του Υπουργείου, προς εξασφάλιση της προστασίας των ανωτέρω και των πάσης φύσεως υποδομών και υλικού που ανήκουν στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στον πόλεμο και την ειρήνη, κατά τις κείμενες και λοιπές κανονιστικές διαδικασίες. η. Η μέριμνα για την παρακολούθηση και εφαρμογή των διατάξεων του Εθνικού Κανονισμού Ασφαλείας (ΕΚΑ), καθώς και της Απόφασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2013/488/ΕΕ, της 23ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ, δημοσιευμένης στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ στις 15/10/2013 (L 274/1) από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. θ. Η μέριμνα για Ψηφιακής Διακυβέρνησης. ι. Η μέριμνα για την ρύθμιση κάθε σχετικού θέματος, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις που αφορούν θέματα Π.Σ.Ε.Α..

3.

Για την επιλογή και τοποθέτηση του προϊσταμένου του Τμήματος Π.Σ.Ε.Α. ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 18 του άρθρου 61 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134).

Άρθρο 50

Γενική Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας και λοιπές διατάξεις

1.

Στη Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης συστήνεται Γενική Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας. Η οργανωτική δομή του άρθρου 15 του π.δ. 82/2017 (Α΄ 117) μεταφέρεται ως σύνολο θέσεων, αρμοδιοτήτων και προσωπικού στη νέα Γενική Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας.

2.

Στη Γενική Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας της Γενικής Γραμματείας Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, συστήνεται θέση μετακλητού Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας, ο οποίος επιλέγεται και τοποθετείται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.

3.

Η θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας δύναται να καλυφθεί από το πάσης φύσεως προσωπικό του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, από το ένστολο ή πολιτικό προσωπικό των Υπηρεσιών που υπάγονται στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και στο Λιμενικό Σώμα του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ή σε εποπτευόμενους από αυτά φορείς, καθώς και από καθηγητές ΑΕΙ, κατά παρέκκλιση του άρθρου 24 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195).

4.

Ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας πρέπει να διαθέτει τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: α. Πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής. β. Μεταπτυχιακό τίτλο, συναφή με την ειδικότητα ή συναφή με τις αρμοδιότητες (ως γνωστικά αντικείμενα) της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας. γ. Άριστη γνώση αγγλικής γλώσσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του π.δ. 50/2001 (Α΄ 39), όπως ισχύει. δ. Επαγγελματική εμπειρία συναφή με τις αρμοδιότητες της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας.

5.

Οι Διευθύνσεις και τα Τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας, δύνανται να στελεχώνονται από το πάσης φύσεως προσωπικό του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και από το ένστολο ή πολιτικό προσωπικό Υπηρεσιών που υπάγονται στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και στο Λιμενικό Σώμα του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ή εποπτευόμενους από αυτά φορείς, καθώς και από Υπηρεσίες του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή Ν.Π.Δ.Δ., κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), όπως ισχύει.

6.

Για τις αποσπάσεις προσωπικού για τη στελέχωση των Διευθύνσεων και Τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 εώς 3 και 5 του άρθρου 55 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) και μπορούν να ανανεωθούν για μια ακόμα τριετία με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.

7.

Με τον Οργανισμό του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύνανται να μετονομάζονται οι υφιστάμενες οργανικές μονάδες της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας, να εξειδικεύονται οι υφιστάμενες αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων της ανωτέρω Γενικής Διεύθυνσης ή να μεταφέρονται μεταξύ αυτών.

8.

Για τη διασφάλιση της άμεσης λειτουργίας των υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας, επιτρέπεται μεταβατικά, με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών πλήρωσης των θέσεων ευθύνης, σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα, η τοποθέτηση σε θέσεις προϊσταμένων των οργανικών τους μονάδων, υπαλλήλων οι οποίοι υπηρετούν στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 84 του Υπαλληλικού Κώδικα όπως ισχύει. Για την τοποθέτηση των υπαλλήλων συνεκτιμώνται τα ουσιαστικά προσόντα, η ποιότητα της υπηρεσιακής δραστηριότητάς τους, η γνώση του αντικειμένου του φορέα και οι εν γένει διοικητικές τους ικανότητες.

9.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147) προστίθεται εδάφιο τρίτο ως εξής: «Το παρόν Βιβλίο δεν εφαρμόζεται, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 346 της Σ.Λ.Ε.Ε., στις δημόσιες συμβάσεις και στους διαγωνισμούς μελετών που άπτονται του τομέα της Κυβερνοασφάλειας, στο μέτρο που η εφαρμογή του παρόντος Βιβλίου θα υποχρέωνε τη χώρα να παράσχει πληροφορίες, τη δημοσιοποίηση των οποίων θεωρεί αντίθετη με την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων κυβερνοασφάλειάς της.»

10.

Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην οργανωτική δομή, το προσωπικό και τις αρμοδιότητες της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας που συστήνεται με το παρόν.

Άρθρο 51

Λοιπά οργανωτικά ζητήματα Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης

1.

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 61 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Ως τελικός υπογράφων για την έκδοση κάθε διοικητικής πράξης που αφορά σε ενέργεια ή απόφαση του προηγούμενου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, ορίζεται ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης ή το αρμόδιο διοικητικό όργανο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης στο οποίο έχει μεταβιβαστεί η σχετική αρμοδιότητα ή το δικαίωμα υπογραφής με “εντολή Υπουργού”.».

2.

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 61 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Ως τελικός υπογράφων για την έκδοση κάθε διοικητικής πράξης που αφορά σε ενέργεια ή απόφαση του προηγούμενου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, ορίζεται έχει μεταβιβαστεί η σχετική αρμοδιότητα ή το δικαίωμα υπογραφής με “εντολή Υπουργού”.».

3.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 55 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) προστίθεται εδάφιο τρίτο ως εξής: «Μεταβατικά και μέχρι την 31.12.2019, η σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν απαιτείται.».

4.

Στο άρθρο 22 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) προστίθεται εδάφιο τρίτο ως εξής: «Στο Τμήμα αυτό δύνανται να προσλαμβάνονται δύο (2) μετακλητοί συνεργάτες επικοινωνιολόγοι ή ένας δημοσιογράφος και ένας νομικός. Για την πρόσληψη δημοσιογράφου, ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 40 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133).».

5.

Οι θέσεις προσωπικού με έμμισθη εντολή και οι θέσεις του προσωπικού επί θητεία των άρθρων 38 και 39, αντιστοίχως, του π.δ. 82/2017 (Α΄ 117) διατηρούνται στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης από την ημερομηνία ισχύος του π.δ. 81/2019 (Α΄ 119).

6.

Στην παράγραφο 17 του άρθρου 61 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) τροποποιείται το εδάφιο δεύτερο ως εξής: «Για την επιλογή και τοποθέτηση των προϊσταμένων των νέων οργανικών μονάδων κάθε επιπέδου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και οι θέσεις Προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης προκηρύσσονται εντός τεσσάρων (4) μηνών.

7.

Στην παράγραφο 17 του άρθρου 61 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) προστίθενται εδάφια τρίτο και τέταρτο ως εξής: «Εάν το προεδρικό διάταγμα του Οργανισμού του Υπουργείου εκδοθεί σε χρόνο μετά την προκήρυξη των ανωτέρω θέσεων, η διαδικασία επιλογής συνεχίζεται, εφόσον οι αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων δεν έχουν αλλάξει ουσιωδώς, γεγονός που πιστοποιείται προς το Α.Σ.Ε.Π. με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Σε περίπτωση που το προεδρικό διάταγμα του Οργανισμού του Υπουργείου εκδοθεί μετά την επιλογή των νέων προϊσταμένων σύμφωνα με τις διαδικασίες του Υπαλληλικού Κώδικα, οι προϊστάμενοι συνεχίζουν τη θητεία τους, εφόσον οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών στις οποίες προΐστανται δεν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς, γεγονός που διαπιστώνεται από τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης.».

8.

Η παράγραφος 3α του άρθρου 48 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι κεντρικές υποδομές Κυβερνητικού Νέφους (G-Cloud) που αναπτύσσει, λειτουργεί παραγωγικά και διαχειρίζεται η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (ΓΓΠΣΔΔ) αποτελούν την κεντρική Υπολογιστική Υποδομή του Δημοσίου, στην οποία υποχρεωτικά πρέπει να εγκατασταθούν έως την 01.01.2022 όλες οι κεντρικές ηλεκτρονικές εφαρμογές και τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα που διατηρούν όλα τα Υπουργεία, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι Ανεξάρτητες Αρχές και η Κ.Τ.Π. Α.Ε. και αφορούν σε συναλλαγές με πολίτες, επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση. Οι υποδομές Κυβερνητικού Νέφους (G-Cloud) των ανωτέρω φορέων μεταφέρονται και περιέρχονται στην κυριότητα της ΓΓΠΣΔΔ για το σκοπό αυτόν. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν εφαρμόζονται στα διαβαθμισμένα συστήματα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, του Υπουργείου Εξωτερικών του Λιμενικού Σώματος του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και της Γενικής Γραμματείας Ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών. Επιπλέον, οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν εφαρμόζονται στα συστήματα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης υποχρεούται να παρέχει υπηρεσίες συμφωνημένου επιπέδου (Service Level Agreement - SLA) στους ανωτέρω φορείς. Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι κεντρικές ηλεκτρονικές εφαρμογές και πληροφοριακά συστήματα και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος.».

9.

Η παράγραφος 3β του άρθρου 48 του ν. 4623/2019 (Α΄134) αντικαθίσταται ως εξής: «Από τη δημοσίευση του παρόντος δεν επιτρέπεται η προμήθεια νέου εξοπλισμού κεντρικών εξυπηρετητών και νέων αδειών χρήσης πλατφόρμας λογισμικού από τους Φορείς του Δημόσιου Τομέα και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 3979/2011 (Α΄ 138). Από την απαγόρευση αυτή εξαιρούνται τα Υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Εθνικής Αμύνης και οι εποπτευόμενοι φορείς τους, το Λιμενικό Σώμα του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.».

10.

Μετά το πρώτο εδάφιο της υποπαραγράφου 5 της παραγράφου 7 του άρθρου 53 του ν. 4314/2014 (Α΄ 265), όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με ίδια απόφαση μπορεί να τροποποιείται η διάρθρωση της ΕΥΔΕ - ΤΠΕ, όσον αφορά στη σύσταση νέων μονάδων, στη μετονομασία υπαρχουσών μονάδων και στον επιμερισμό αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε αυτές και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά την οργάνωση και λειτουργία της Ειδικής Υπηρεσίας.».

11.

Η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Παραγωγικής Λειτουργίας Πληροφοριακών Συστημάτων Οικονομικού Τομέα του άρθρου 34 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) μετονομάζεται σε Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Παραγωγικής Λειτουργίας Πληροφοριακών Συστημάτων Οικονομικού Τομέα και Δημόσιας Διοίκησης.

12.

Το άρθρο 38 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) και η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Παραγωγικής Λειτουργίας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης καταργούνται. Οι οργανικές δομές των άρθρων 39 και 40 του ίδιου νόμου μεταφέρονται ως σύνολο θέσεων, αρμοδιοτήτων και προσωπικού στη μετονομασθείσα Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Παραγωγικής Λειτουργίας Πληροφοριακών Συστημάτων Οικονομικού Τομέα και Δημόσιας Διοίκησης.

13.

Η Διεύθυνση Διαχείρισης Ανάπτυξης και Υποστήριξης Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ.) της πρώην Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Παραγωγικής Λειτουργίας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης υπάγεται, από την

14.

Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 16 του άρθρου 61 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) αντικαθίσταται ως εξής: «Με τον ως άνω Οργανισμό δύνανται να μετονομάζονται οι υφιστάμενες οργανικές μονάδες, να εξειδικεύονται οι υφιστάμενες αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων του Υπουργείου ή να μεταφέρονται μεταξύ αυτών.».

15.

Το όγδοο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) αντικαθίσταται ως εξής: «Για την επίτευξη των σκοπών της, η Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. δύναται να υλοποιεί, να εκτελεί, να διαχειρίζεται ή να παρέχει, εν γένει υπηρεσίες για την υλοποίηση προγραμμάτων, δράσεων και έργων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, των λοιπών Υπουργείων, του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία αφορούν στον τομέα της πληροφορικής, της ψηφιακής τεχνολογίας, της επικοινωνίας, της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και των νέων και ανοικτών τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων των νέων τεχνολογιών μεγάλων δεδομένων, τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης και γενικότερα στην προώθηση, διάχυση και μεταφορά τεχνογνωσίας επί των δικτυακών και υπολογιστικών τεχνολογιών και των εφαρμογών τους, στην έρευνα και στην ανάπτυξη, στην εκπαίδευση και στην προώθηση του Ψηφιακού Μετασχηματισμού.».

16.

Το δέκατο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) αντικαθίσταται ως εξής: «Για την προώθηση του σκοπού της η Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. μπορεί να ιδρύει ή/και να συμμετέχει στην ίδρυση νέων εταιρειών, στο κεφάλαιο νέων ή υφιστάμενων εταιρειών της Ελλάδας ή του εξωτερικού, καθώς και να προβαίνει σε συνέργειες, κοινές δράσεις και χρηματοδοτήσεις νομικών προσώπων στα οποία συμμετέχει στο πλαίσιο του σκοπού της.».

17.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134), αντικαθίσταται ως εξής: «3. Από τη δημοσίευση του παρόντος η άσκηση των πάσης φύσεως εμπραγμάτων, ενοχικών και λοιπών δικαιωμάτων, δικαστικών υποθέσεων και πάσης φύσεως υποχρεώσεων της Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε., ασκούνται από την Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε., η οποία καθίσταται καθολικός διάδοχος αυτής. Η Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. υποκαθιστά την Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε. ανεξαιρέτως σε κάθε έργο που υλοποιεί η Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε. κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ενδεικτικά, προπαρασκευαστικές πράξεις διακήρυξης, πρόσκλησης καθώς και τις υπέρ της ή τις εις βάρος της εγγυητικές επιστολές.».

18.

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134), αντικαθίσταται ως εξής: «H Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. δύναται να ορίζεται ως τελικός δικαιούχος ή και ως φορέας υλοποίησης των ως άνω έργων, προγραμμάτων και δράσεων ή να συμπράττει με δημόσιους ή άλλους μη κερδοσκοπικούς φορείς για την υλοποίηση έργων, προγραμμάτων και δράσεων κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης υπογράφοντας σχετικές προγραμματικές ή άλλες συμβάσεις ή συμφωνίες ή και να εκτελεί έργα για λογαριασμό αυτών ως τελικός δικαιούχος και φορέας υλοποίησης αυτών.».

19.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) αντικαθίσταται ως εξής: «Επιτρέπεται η απόσπαση στην Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. υπαλλήλων, μονίμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, φορέων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 3979/2011 (Α΄ 138).».

20.

Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) προστίθενται εδάφια δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο ως εξής: «Για την απόσπαση απαιτείται αίτηση των ανωτέρω υπαλλήλων, η οποία υποβάλλεται ύστερα από σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος της Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε.. Η πρόσκληση του προηγούμενου εδαφίου δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. και περιλαμβάνει τον αριθμό των απαιτούμενων θέσεων, τα κριτήρια επιλογής και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Υπουργού του φορέα προέλευσης, κατόπιν πρότασης του Δ.Σ. της Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. και κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης: α) διενεργείται η απόσπαση για χρονικό διάστημα έως δύο (2) ετών, β) διακόπτεται η απόσπαση πριν τη λήξη της, γ) παρατείνεται η απόσπαση κατόπιν αίτησης του υπαλλήλου και για χρονικό διάστημα έως δύο (2) ετών από τη λήξη της. Με τη διακοπή ή τη λήξη της διάρκειας της απόσπασης, οι υπάλληλοι επιστρέφουν στις θέσεις που υπηρετούσαν πριν την ανωτέρω απόσπασή τους. Οι υπάλληλοι αυτοί δύνανται να αναλάβουν στην Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. οποιεσδήποτε θέσεις συμπεριλαμβανομένων και των θέσεων ευθύνης. Σε περίπτωση που ο αποσπώμενος υπάλληλος δικαιούται επίδομα θέσης ευθύνης, λόγω ανάληψης καθηκόντων σε θέση προϊσταμένου στην Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε., το συγκεκριμένο επίδομα θα καταβάλλεται από την Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε.. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται, για κάθε συνέπεια, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση στην οποία ο υπάλληλος ανήκει οργανικά.».

21.

Η παράγραφος 10 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) αντικαθίσταται ως εξής: «10. Όλα τα ειδικότερα θέματα, τα σχετικά με το Οργανόγραμμα, την εσωτερική διάρθρωση και τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών και διευθύνσεων της Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε., τα αναγκαία προσόντα και τις διαδικασίες επιλογής του προσωπικού, των στελεχών και των συνεργατών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα προσωπικού, στελεχών, συνεργατών, εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της, που δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις του παρόντος και τις λοιπές κείμενες διατάξεις, ρυθμίζονται με το καταστατικό της το οποίο καταρτίζεται, τροποποιείται και κωδικοποιείται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4548/2018 (Α΄ 104), όπως ισχύει. Με τη θέση σε ισχύ του παρόντος, παύουν οι οποιεσδήποτε διευθυντικές αρμοδιότητες των διευθυντών των διευθύνσεων της Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε. με βάση το ισχύον Οργανόγραμμα (Διεύθυνση Τεχνολογικής Ανάπτυξης, Διεύθυνση Λειτουργίας Υποδομών, Διεύθυνση Εφαρμογών) και καταργούνται οι αντίστοιχες θέσεις του ισχύοντος Οργανογράμματος. Με το καταστατικό της Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε., ρυθμίζονται περαιτέρω όλα τα θέματα που αφορούν στην επωνυμία, στην έδρα, στον σκοπό και τους στόχους της, στο μετοχικό κεφάλαιο, στην αύξηση και στη μείωσή του, στην έκδοση των μετοχών και των προσωρινών τίτλων, στα δικαιώματα των μετόχων, στη σύγκληση, στη συγκρότηση, στη λειτουργία και στις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης, του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γνωμοδοτικής Επιτροπής, στις αρμοδιότητες του Προέδρου και Αναπληρωτή Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, του Διευθύνοντος Συμβούλου και του Γενικού Διευθυντή, στους πόρους της εταιρείας και στην περιουσία της, στους ελεγκτές, στην εταιρική χρήση, στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, στη λύση και στην εκκαθάριση της εταιρείας και σε κάθε άλλο σχετικό θέμα που προβλέπεται από την κείμενη για τις ανώνυμες εταιρείες νομοθεσία. Οποιοδήποτε θέμα δεν ρυθμίζεται από το καταστατικό, καθορίζεται από το θεσμικό πλαίσιο των Ανωνύμων Εταιρειών και των φορέων της έρευνας και της τεχνολογίας του άρθρου 13α του ν. 4310/2014, όπως ισχύει, αναλογικά εφαρμοζόμενο. Μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος και μέχρι την ολοκλήρωση και κωδικοποίηση του καταστατικού της Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε., διατηρείται σε ισχύ το ισχύον καταστατικό της Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε. συμπληρωματικά με τις διατάξεις του παρόντος και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για την Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε.. Όπου οι διατάξεις του παρόντος έρχονται σε σύγκρουση ή διαφοροποιούνται από το καταστατικό της Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε. ή από άλλες διατάξεις, υπερισχύουν οι διατάξεις του παρόντος.».

22.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 11 του άρθρου 58 του ν. 4623/2019 αντικαθίσταται ως εξής: «11. Η ΕΔΥΤΕ Α.Ε. διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος, του καταστατικού της και συμπληρωματικά του νόμου περί Ανωνύμων Εταιρειών αναλογικά εφαρμοζόμενες, όπως κάθε φορά ισχύουν.».

23.

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 44 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) διαγράφεται η περίπτωση ιε΄ και η περίπτωση ιστ΄ αναριθμείται σε ιε΄.

24.

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 του ν. 4623/2019 (Α΄ 134) προστίθενται περιπτώσεις ια΄, ιβ΄, ιγ΄ και ιδ΄ ως εξής: «(ια) η εποπτεία του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (Ε.Κ.Ο.Μ.Ε. Α.Ε.), (ιβ) η διεκπεραίωση κάθε θέματος αρμοδιότητας του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, που αφορά το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (Ε.Κ.Ο.Μ.Ε. Α.Ε.), (ιγ) η διεκπεραίωση όλων των διαδικασιών που αφορούν τη λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (Ε.Κ.Ο.Μ.Ε. Α.Ε.), σε συνδυασμό με τον ν. 4487/2017 (Α΄ 116), (ιδ) η επεξεργασία σχεδίων υπουργικών αποφάσεων των άρθρων 29, 30, 31, 32, 33 και 38 του ν. 4487/2017 (Α΄ 116).».

25.

Η περίπτωση (δ) της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του π.δ. 82/2017, μεταφέρεται ως αρμοδιότητα στο Τμήμα Ψηφιακής Οικονομίας και Ψηφιακών Δεξιοτήτων της Διεύθυνσης Υλοποίησης Ψηφιακών Πολιτικών της Γενικής Διεύθυνσης Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, το οποίο μετονομάζεται σε Τμήμα Ψηφιακής Οικονομίας, Επενδύσεων και Ψηφιακών Δεξιοτήτων.

26.

Όπου στο Κεφάλαιο Δ΄ του ν. 4487/2017 (Α΄ 116) αναφέρεται ο Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, νοείται εφεξής ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

27.

Στις εξαιρέσεις του εδαφίου ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 24 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195) προστίθενται και οι φορείς του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

Άρθρο 52

Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης

1.

Ιδρύεται Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης, με διεύθυνση gov.gr, της οποίας η παραγωγική λειτουργία, καθώς και η τεχνολογική ανάπτυξη και υποστήριξη, ανήκει στην αρμοδιότητα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Η Ενιαία Ψηφιακή Πύλη αποτελεί το κεντρικό σημείο παροχής ηλεκτρονικών ψηφιακών υπηρεσιών τις οποίες σωρεύει υποχρεωτικά από όλους τους φορείς της γενικής κυβέρνησης. Για την παροχή των ηλεκτρονικών ψηφιακών υπηρεσιών από την ΕΥΠ στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης απαιτείται η έγκριση της ΕΥΠ.

2.

Η Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών είναι αρμόδια για την ανάληψη κάθε πρωτοβουλίας και δράσης που σχετίζεται με τη στρατηγική και την επιχειρησιακή ανάπτυξη της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης, σε ό,τι αφορά στον ανασχεδιασμό διοικητικών διαδικασιών των υφισταμένων και μελλοντικώς εντασσόμενων ψηφιακών υπηρεσιών σε αυτήν.

3.

Κάθε φορέας συνεργάζεται με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου οι ηλεκτρονικές ψηφιακές υπηρεσίες που παρέχονται μέσα από τους επιμέρους ιστοτόπους, να παρέχονται πλέον από την Ενιαία Ψηφιακή Πύλη. Όλοι οι ιστότοποι των φορέων της γενικής κυβέρνησης οφείλουν να μεταφερθούν στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης σε διευθύνσεις με κατάληξη gov.gr μέχρι τις 31.3.2020. Για τη μεταφορά ιστοτόπων της ΕΥΠ στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης απαιτείται η έγκριση της ΕΥΠ.

4.

Στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης συστήνεται και τηρείται Μητρώο Δικτυακών Τόπων και Εφαρμογών της Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης. Το Μητρώο θα βρίσκεται αναρτημένο στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης και θα είναι πλήρως προσβάσιμο από τους φορείς της Δημόσιας Διοίκησης, τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που οφείλουν να εφαρμόσουν οι Φορείς της γενικής κυβέρνησης για τη συντήρηση και τακτική επικαιροποίηση του Μητρώου Δικτυακών Τόπων και Εφαρμογών. Η δήλωση των δικτυακών τόπων ιστοτόπων και εφαρμογών στο Μητρώο Δημοσίων Ιστοτόπων και Εφαρμογών, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1, Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης. Το Μητρώο θα βρίσκεται αναρτημένο στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης και θα είναι πλήρως προσβάσιμο από τους φορείς της Δημόσιας Διοίκησης, τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που οφείλουν να εφαρμόσουν οι Φορείς της γενικής κυβέρνησης για τη συντήρηση και τακτική επικαιροποίηση του Μητρώου Ψηφιακών Υπηρεσιών. Η δήλωση των Ψηφιακών Υπηρεσιών στο Μητρώο καθίσταται υποχρεωτική μέχρι τις 31.3.2020.

6.

Στο άρθρο 5 του ν. 3979/2011 (Α΄ 138) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «Κάθε φορέας της γενικής κυβέρνησης εκπληρώνει την υποχρέωση του παρόντος άρθρου με τη φιλοξενία σχετικής με το συγκεκριμένο φορέα ιστοσελίδας στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης. Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται η διαδικασία και τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που οφείλουν να εφαρμόσουν οι ως άνω Φορείς της γενικής κυβέρνησης για τη δημιουργία και λειτουργία των οικείων δικτυακών τόπων των φορέων κάτω από την Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης.».

ΜΕΡΟΣ ΙΒ΄

ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Άρθρο 53

Εξαιρέσεις από την εφαρμογή όρων συλλογικών ρυθμίσεων Στο άρθρο 3 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27), όπως ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 8. Το άρθρο 3 του ν. 1876/1990 «Άρθρο 3 Είδη συλλογικών συμβάσεων εργασίας και αρμοδιότητα σύναψής τους

1.

Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται: α. Σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της Χώρας. β. Σε κλαδικές που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της Χώρας. γ. Σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης. δ. Σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της Χώρας. ε. Σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.

2.

Οι κλαδικές, επιχειρησιακές και εθνικές ή τοπικές ομοιοεπαγελματικές συλλογικές συμβάσεις δεν επιτρέπεται να περιέχουν όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας των εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του νόμου.

3.

Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται από τις τριτοβάθμιες οργανώσεις των εργαζομένων και τις αναγνωριζόμενες ως ευρύτερης εκπροσώπησης οργανώσεις των εργοδοτών ή πανελλήνιας έκτασης. Στην έννοια των συνταξιοδοτικών θεμάτων, που δεν μπορεί να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται και η μεταβολή, αμέσως ή εμμέσως, της σχέσης ασφαλίστρου εργαζομένου και εργοδότη, η μεταβίβαση του βάρους εν λόγω ή εν μέρει τακτικών εισφορών ή εισφορών για αναγνώριση προϋπηρεσιών από τον ένα στον άλλο καθώς και η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών, που χορηγούν περιοδικές παροχές συντάξεων ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη.

4.

Οι κλαδικές συμβάσεις συνάπτονται από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις που καλύπτουν εργαζομένους ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά τους, ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και από εργοδοτικές οργανώσεις. Ειδικά για τους εργαζομένους στον κλάδο των Τραπεζών οι κλαδικές συμβάσεις δύνανται να συνάπτονται και από μεμονωμένους εργοδότες, οι οποίοι εκπροσωπούνται με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, εφόσον οι καλούμενοι ή καλούντες για διαπραγματεύσεις εργοδότες είτε καλύπτουν τουλάχιστον το εβδομήντα τοις εκατό (70%) των εργαζομένων στον κλάδο είτε είναι οι τουλάχιστον πέντε (5) μεγαλύτεροι εργοδότες, με κριτήριο τους εργαζομένους που απασχολούν. Οι λοιποί εργοδότες δικαιούνται να μετέχουν στις διαπραγματεύσεις και να υπογράφουν τη συλλογική σύμβαση. Σε περίπτωση μη ορισμού κοινού εκπροσώπου ή εκπροσώπων από τους εργοδότες ή άρνησης προσέλευσης στις διαπραγματεύσεις ή αποτυχίας των διαπραγματεύσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 του ν. 1876/1990.

5.

Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις συνάπτονται, κατά σειρά προτεραιότητας, από συνδικαλιστικές οργανώσεις της επιχείρησης που καλύπτουν τους εργαζόμενους ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση, από ένωση προσώπων, και πάντως ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα των εργαζομένων στην επιχείρηση και, εφόσον αυτές ελλείπουν, από τις αντίστοιχες πρωτοβάθμιες κλαδικές οργανώσεις και από τον εργοδότη. Η ένωση προσώπων του προηγούμενου εδαφίου συστήνεται τουλάχιστον από τα τρία πέμπτα (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρηση, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού εργαζομένων σε αυτήν και χωρίς η διάρκεια της να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Εάν μετά την τυχόν σύσταση ένωσης προσώπων για το σκοπό της παραγράφου αυτής, πάψει να συντρέχει η προϋπόθεση της διαλύεται, χωρίς άλλη διατύπωση. Για δε τα λοιπά θέματα που αφορούν την ένωση προσώπων εξακολουθεί να εφαρμόζεται η περίπτωση γγ΄ του εδαφίου α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982 (Α΄ 79).

6.

Οι εθνικές ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις συνάπτονται από την πλευρά των εργαζομένων από δευτεροβάθμιες ή πρωτοβάθμιες ομοιοεπαγγελματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις πανελλήνιας έκτασης. Από την πλευρά των εργοδοτών, οι εθνικές ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις συνάπτονται από εργοδοτικές οργανώσεις ευρύτερης εκπροσώπησης ή πανελλήνιας έκτασης.

7.

Οι τοπικές ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις συνάπτονται από ομοιοεπαγγελματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες, τοπικού χαρακτήρα και από εργοδοτικές οργανώσεις.

8.

Οι εθνικές και τοπικές ομοιοεπαγγελματικές και κλαδικές συλλογικές συμβάσεις είναι δυνατόν να θεσπίζουν ειδικούς όρους ή να εξαιρούν από την εφαρμογή συγκεκριμένων όρων τους εργαζομένους που απασχολούνται σε ειδικής κατηγορίας επιχειρήσεις όπως επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού σκοπού και επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως κατ’ εξοχήν επιχειρήσεις σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή εξυγίανσης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, εξειδικεύονται τα κριτήρια για τις επιχειρήσεις που εξαιρούνται και καθορίζονται οι κατηγορίες όρων των συλλογικών συμβάσεων που εξαιρούνται για τις επιχειρήσεις αυτές και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης, ιδίως για τη λήψη μέτρων προστασίας των υφισταμένων θέσεων εργασίας, ειδικά για κάθε επιχείρηση.».

Άρθρο 54

Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών Στο άρθρο 6 του ν. 1876/1990, όπως ισχύει, προστίθενται νέες παράγραφοι 4 και 5 και το άρθρο 6 του ν. 1876/1990 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 6 Ικανότητα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας - Νομιμοποίηση εκπροσώπων

1.

Ικανότητα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας έχουν: α. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών όλων των βαθμίδων στο πεδίο της δραστηριότητάς τους, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του νόμου αυτού. Ειδικότερα για την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του νόμου αυτού, από την πλευρά των εργαζομένων, ικανότητα για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Για τις υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του άρθρου 3 αυτού του νόμου, από την πλευρά των εργαζομένων, ικανότητα για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στο πεδίο ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας. β. Κάθε εργοδότης για τους εργαζόμενους που απασχολεί στην επιχείρηση του. γ. Για τους εργαζομένους σε δικηγορικά, σε συμβολαιογραφικά και άλλα γραφεία η σχετική συλλογική σύμβαση θα υπογράφεται ή η διαιτητική διαδικασία θα διεξάγεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων και του οικείου Ν.Π.Δ.Δ., στο οποίο υπάγονται οι εργοδότες.

2.

Κριτήριο της αντιπροσωπευτικότητας είναι ο αριθμός των εργαζομένων που ψήφισε στις τελευταίες εκλογές για ανάδειξη διοίκησης. Αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικότητας μπορεί να εγερθεί με προσφυγή συνδικαλιστικής οργάνωσης, αρμόδιας να υπογράψει αντίστοιχη συλλογική σύμβαση εργασίας, μέσα σε προθεσμία (10) ημερών από την κοινοποίηση του εγγράφου που προβλέπεται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 στην επιθεώρηση εργασίας, οπότε και αναστέλλονται οι διαπραγματεύσεις. Η προσφυγή κρίνεται από την επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφασίζει μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών. Σε περίπτωση που δεν εκδίδεται απόφαση μέσα στην παραπάνω προθεσμία, ο πρόεδρος της επιτροπής υποχρεούται να εκδώσει μόνος του απόφαση μέσα σε 48 ώρες. Κατά της απόφασης αυτής της επιτροπής δεν χωρεί άσκηση εφέσεως. Η διάταξη αυτή ισχύει ανάλογα και όταν προκύψει περίπτωση αμφισβήτησης της αρμοδιότητας εργοδοτικής οργάνωσης κατά την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας. 3.α. Για τη νομιμοποίηση των εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις των καταστατικών τους. β. Για τη νομιμοποίηση των εκπροσώπων της ένωσης προσώπων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1, εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις της ιδρυτικής της πράξης.

4.

α) Όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, οι ενώσεις προσώπων εργαζομένων και οι οργανώσεις των εργοδοτών και ειδικά αυτές που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή και ορίζουν εκπροσώπους τους στις διοικήσεις των φορέων που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, καθώς και στα συλλογικά όργανα αυτού, έχουν υποχρέωση να εγγράφονται στο Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών του Υπουργείου που τηρείται στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.

  • β) Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δημιουργείται Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών

Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), στο οποίο τηρούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης και οι τυχόν τροποποιήσεις αυτού, καθώς και η τυχόν πράξη διάλυσής της, β) ο σύνθεση των οργάνων διοίκησης αυτής, δ) η έδρα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και στοιχεία επικοινωνίας και ε) οι οικονομικές της καταστάσεις, εφόσον υφίστανται κρατικές ή συγχρηματοδοτούμενες πηγές χρηματοδότησης στην ίδια την οργάνωση ή στις συνδεδεμένες με αυτή οντότητες.

  • γ) Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων

δημιουργείται Γενικό Μητρώο Οργανώσεων Εργοδοτών (ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε.), στο οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά όλες οι οργανώσεις εργοδοτών και στο οποίο τηρούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) το καταστατικό της οργάνωσης εργοδοτών και οι τυχόν τροποποιήσεις αυτού καθώς και η τυχόν πράξη διάλυσής της, β) ο αριθμός των μελών της οργάνωσης εργοδοτών που έλαβαν μέρος στις εκλογές για ανάδειξη διοίκησης, γ) η σύνθεση των οργάνων διοίκησης αυτής, δ) η έδρα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και στοιχεία επικοινωνίας, ε) ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολεί κάθε μέλος της εργοδοτικής οργάνωσης και στ) οι οικονομικές της καταστάσεις, εφόσον υφίστανται κρατικές ή συγχρηματοδοτούμενες πηγές χρηματοδότησης στην ίδια την οργάνωση ή στις συνδεδεμένες με αυτή οντότητες.

  • δ) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικά με τη

δημιουργία του Μητρώου Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών, τη δημοσιότητα των στοιχείων του και κάθε αναγκαία τεχνική λεπτομέρεια καθώς και τη χορήγηση πληροφοριών σε σχέση με τα στοιχεία του μητρώου και με την τήρηση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως σε σχέση με την αντιπροσωπευτικότητα συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών.

5.

Οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων και λοιπών οργάνων διοίκησης Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων κήρυξης απεργίας, σύμφωνα με τους όρους του ν. 1264/1982, όπως ισχύει, λαμβάνονται με ψηφοφορία, η οποία μπορεί να διεξάγεται και με ηλεκτρονική ψήφο και με όρους που διασφαλίζουν τη διαφάνεια και τη μυστικότητα, όπως θα ορίζεται από το καταστατικό αυτών. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης.».

Άρθρο 55

Συρροή συλλογικών ρυθμίσεων Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του ν. 1876/1990, όπως ισχύει, αντικαθίσταται και προστίθεται παράγραφος 3 και το άρθρο 10 του ν. 1876/1990 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 10 Συρροή

1.

Αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο. Η σύγκριση και η επιλογή των διατάξεων γίνεται κατά τις παρακάτω ενότητες:

  • α) ενότητα αποδοχών,
  • β) λοιπά θέματα.
2.

Κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας. Κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει της κλαδικής, εφόσον στην κλαδική δεν προβλέπονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή όρων της σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εξαιρούνται και καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης, ιδίως για τη λήψη μέτρων προστασίας των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, ειδικώς για κάθε επιχείρηση.

3.

Η εθνική κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση δεν υπερισχύει αντίστοιχης τοπικής.».

Άρθρο 56

Επέκταση συλλογικών ρυθμίσεων Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 11 του ν. 1876/1990 όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, προστίθεται νέα παράγραφος 4 και η παράγραφος 4 του ν. 1876/1990, όπως ισχύει, αναριθμείται σε 5. Το άρθρο 11 του ν. 1876/1990 «Άρθρο 11 Προσχώρηση και επέκταση εφαρμογής

1.

Συνδικαλιστικές οργανώσεις και εργοδότες που δεν δεσμεύονται από συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να προσχωρήσουν από κοινού σε συλλογική σύμβαση εργασίας που αφορά την κατηγορία τους. Συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων μπορεί να προσχωρήσει σε συλλογική σύμβαση εργασίας, από την οποία δεσμεύεται ήδη ο εργοδότης. Η προσχώρηση γίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, που γνωστοποιείται στα μέρη που έχουν συνάψει τη συλλογική σύμβαση εργασίας, κατατίθεται στις κατά τόπους υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Στην περίπτωση της προσχώρησης ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 5 του νόμου αυτού. Προσχώρηση σε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας δεν είναι δυνατό να γίνει από εργοδότη ή συνδικαλιστική οργάνωση άλλης επιχείρησης.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων είναι δυνατόν να εγκριθεί το Πόρισμα του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και να κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, για όλους τους εργαζόμενους, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση με τους εξής όρους:

  • α) αίτηση που υποβάλλεται από οποιοδήποτε από

τους δεσμευόμενους από αυτή προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.

  • β) τεκμηρίωση των επιπτώσεων της επέκτασης στην

ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση και κοινοποίηση αυτής στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας. 2.2. Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας γνωμοδοτεί αιτιολογημένα προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, λαμβάνοντας υπόψη:

  • α) την αίτηση για επέκταση,
  • β) την τεκμηριωμένη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ότι η συλλογική ρύθμιση δεσμεύει

ήδη εργοδότες, που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος και

  • γ) το πόρισμα διαβούλευσης των δεσμευομένων μερών, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, για

την αναγκαιότητα της επέκτασης και τις επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την απασχόληση. 2.3. Επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης, ανεξαρτήτως εάν στην επεκτεινόμενη συλλογική ρύθμιση προβλέπονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή όρων για εργαζόμενους σε επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990, μπορούν να εξαιρούνται από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ως προς όρους ή ως προς το σύνολο της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, που κηρύσσεται υποχρεωτική.

3.

Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως και η ισχύς της λήγει τρεις (3) μήνες μετά την πάροδο ισχύος της συλλογικής ρύθμισης.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, είναι δυνατόν να εξειδικεύονται οι περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εξαιρούνται και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης, ιδίως για τη λήψη μέτρων προστασίας των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, ειδικά για κάθε επιχείρηση.

5.

Για τους εργαζόμενους στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες καθώς και για τους κατ’ οίκον εργαζόμενους, οι παραπάνω διατάξεις για την προσχώρηση και επέκταση συλλογικής σύμβασης εργασίας ισχύουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται αντίστοιχα στους κλάδους αυτούς.».

Άρθρο 57

Επίλυση συλλογικών διαφορών με διαιτησία

  • α) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 16 του

ν. 1876/1990, όπως ισχύει, αντικαθίστανται και το άρθρο 16 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 16 Διαιτησία (Πρώτος Βαθμός)

1.

Η προσφυγή στη διαιτησία μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με συμφωνία των μερών. Ειδικά για τις δημόσιες επιχειρήσεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005, όπως ισχύει, απαιτείται και η εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 56 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει.

2.

Είναι δυνατή η προσφυγή στη διαιτησία μονομερώς από οποιοδήποτε μέρος, ως έσχατο και επικουρικό μέσο επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας, μόνον στις εξής περιπτώσεις:

  • α) εάν η συλλογική διαφορά αφορά επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των

οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του ν. 1264/1982, όπως συμπληρώθηκε με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 του ν. 1915/1990 και όπως αυτές ορίζονται στο Κεφάλαιο Α΄ του ν. 3429/2005, όπως ισχύει σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, όπως ισχύει.

  • β) εάν η συλλογική διαφορά αφορά στη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας και αποτύχουν οριστικά οι

διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η επίλυση της επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας. Οριστική αποτυχία των διαπραγματεύσεων θεωρείται ότι υπάρχει, εφόσον σωρευτικώς: (αα) έληξε η κανονιστική ισχύς τυχόν υπάρχουσας συλλογικής σύμβασης εργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012 και (ββ) έχει εξαντληθεί κάθε άλλο μέσο συνεννόησης και συνδικαλιστικής δράσης, ενώ το μέρος που προσφεύγει μονομερώς στη διαιτησία, συμμετείχε στη διαδικασία μεσολάβησης και αποδέχθηκε την πρόταση μεσολάβησης. Η αίτηση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία πρέπει να περιέχει και πλήρη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που την δικαιολογούν, η δε διαιτητική απόφαση που εκδίδεται επί αυτής είναι άκυρη εάν δεν περιέχει και πλήρη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που δικαιολογούν τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία. Εάν η συλλογική διαφορά αφορά επιχείρηση του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005, όπως ισχύει σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, όπως ισχύει, στην αίτηση επισυνάπτεται η γνώμη της διυπουργικής επιτροπής δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών του άρθρου 10 του ν. 3429/2005, όπως ισχύει, επί της συλλογικής διαφοράς.

3.

Η διαιτησία διεξάγεται από έναν διαιτητή ή από Τριμελή Επιτροπή Διαιτησίας, αν το ζητήσει ένα εκ των μερών. Στην περίπτωση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, διεξάγεται από Τριμελή Επιτροπή Διαιτησίας.

4.

Ο διαιτητής ή οι διαιτητές της Τριμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, ο ορισμός ενός εκ των διαιτητών ως προέδρου της Επιτροπής, καθώς και οι αναπληρωτές τους, επιλέγονται με συμφωνία των μερών από τον κατάλογο διαιτητών διαιτησία, η αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. καλεί τα μέρη να προσέλθουν σε καθορισμένο τόπο και ώρα για την επιλογή διαιτητή ή Επιτροπής Διαιτησίας και του προέδρου της, καθώς και των αναπληρωτών τους. Η επιλογή ή η κλήρωση διεξάγεται ενώπιον του προέδρου του Ο.ΜΕ.Δ. ή του οριζομένου από αυτόν εκπροσώπου του. Κάθε μέρος έχει το δικαίωμα να εκφράσει μία φορά άρνηση για το κληρωθέν πρόσωπο. Ο διαιτητής και η Τριμελής Επιτροπή Διαιτησίας οφείλουν να αναλάβουν τα καθήκοντά τους εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τον ορισμό τους.

5.

Ο διαιτητής και η Επιτροπή Διαιτησίας έχουν τα ίδια δικαιώματα με τον μεσολαβητή. Μελετούν όλα τα στοιχεία και πορίσματα, που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της μεσολάβησης και τα πρόσθετα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διαδικασία της διαιτησίας και κυρίως τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία, την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων της παραγωγικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά, την πρόοδο στη μείωση του κενού ανταγωνιστικότητας και στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, καθώς και την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού».

6.

Η διαιτητική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία σχετικά με τους όρους που τίθενται σε αυτή και οι οποίοι δεν μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας. Στη διαιτητική απόφαση διατυπώνονται ρητώς όλοι οι κανονιστικοί όροι. Κανονιστικοί όροι άλλων εν ισχύι συλλογικών ρυθμίσεων εξακολουθούν να ισχύουν με τη διαιτητική απόφαση. Η πληρότητα της αιτιολογίας ελέγχεται δικαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 16Β του παρόντος.

7.

Η διαιτητική απόφαση εκδίδεται σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ανάληψη των καθηκόντων του διαιτητή ή της Επιτροπής Διαιτησίας, αν προηγήθηκε μεσολάβηση, και σε διάστημα τριάντα πέντε (35) ημερών, αν δεν προηγήθηκε. Η απόφαση της Επιτροπής Διαιτησίας λαμβάνεται ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία. Η διαιτητική απόφαση κοινοποιείται από την αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. εντός πέντε (5) ημερών από εκδόσεώς της στα δεσμευόμενα από αυτή μέρη.

8.

Η απόφαση της διαιτησίας εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

9.

Στις περιπτώσεις προσφυγής στη διαιτησία αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας για διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημέρα προσφυγής του».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Άρθρο 58

Καθυστέρηση δεδουλευμένων αποδοχών Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 (Α΄ 67), όπως ισχύει, τροποποιείται και το άρθρο 7 του ν. 2112/1990 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 7 Μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων της σύμβασης Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ήν ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως μια τοιαύτη θεωρείται εν πάση περιπτώσει η μετάθεσις του υπαλλήλου εις γραφείον λειτουργούν εν τη αλλοδαπή, εφόσον δεν αποδέχεται την μετάθεσιν ο μετατιθέμενος υπάλληλος. Επίσης, θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης.».

Άρθρο 59

Μέτρα για την προστασία εργαζομένων μερικής απασχόλησης Η παράγραφος 11 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), όπως ισχύει, αντικαθίσταται και το άρθρο 38 του ν. 1892/1990 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 38 Μερική απασχόληση

1.

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Αν η συμφωνία αυτή δεν καταρτιστεί εγγράφως ή δεν γνωστοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών από την κατάρτισή της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του μισθωτού.

2.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως:

  • α) «εργαζόμενος μερικής απασχόλησης», κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας,

του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση,

  • β) «συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση»,

κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

3.

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988. Αν η συμφωνία αυτή δεν καταρτιστεί εγγράφως ή αν η συμφωνία ή η απόφαση του εργοδότη δεν γνωστοποιηθούν εντός οκτώ (8) ημερών από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του μισθωτού.

4.

Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων, για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:

  • α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική

συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους,

  • β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών

οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης,

  • γ) το συμβούλιο εργαζομένων,
  • δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση

γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης.

5.

Οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις των προηγούμενων παραγράφων πρέπει να περιλαμβάνουν:

  • α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων,
  • β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) τον χρόνο της

απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας,

  • δ) τον τρόπο αμοιβής και
  • ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, γίνονται για ημερήσια ή εβδομαδιαία περίοδο εργασίας.

6.

Σε κάθε περίπτωση, η απασχόληση κατά την Κυριακή ή άλλη ημέρα αργίας, ως και η νυκτερινή εργασία συνεπάγεται την καταβολή της νόμιμης προσαύξησης.

7.

Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, καθώς και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης.

8.

Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη.

9.

Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζομένου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

10.

Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, όπως ισχύει.

11.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέραν από τη συμφωνηθείσα, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνηση του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη. Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση δώδεκα τοις εκατό (12%) επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας που θα παράσχει. O μερικώς απασχολούμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης, όταν αυτή η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο. Σε κάθε περίπτωση η πρόσθετη αυτή εργασία δύναται να πραγματοποιηθεί κατ’ ανώτατο όριο μέχρι τη συμπλήρωση του πλήρους ημερήσιου ωραρίου του συγκρίσιμου εργαζομένου.

12.

Ο πλήρως απασχολούμενος σε επιχειρήσεις πλέον των είκοσι (20) ατόμων, έχει δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση ενός ημερολογιακού έτους εργασίας να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση, εκτός αν η άρνηση του εργοδότη δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Ο εργαζόμενος στην αίτησή του πρέπει να προσδιορίζει τη διάρκεια της μερικής απασχόλησης και το είδος της. Αν ο εργοδότης δεν απαντήσει εγγράφως μέσα σε ένα μήνα θεωρείται ότι το αίτημα του εργαζόμενου έχει γίνει δεκτό.

13.

Ο μερικώς απασχολούμενος, επί προσφοράς εργασίας με ίσους όρους από μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας, έχει δικαίωμα προτεραιότητας για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση. Ο χρόνος της μερικής απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος προϋπηρεσίας όπως και για τον συγκρίσιμο εργαζόμενο. Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας αυτής, μερική απασχόληση που αντιστοιχεί στον κανονικό (νόμιμο ή συμβατικό) ημερήσιο χρόνο του συγκρίσιμου εργαζόμενου αντιστοιχεί σε μία ημέρα προϋπηρεσίας.

14.

Στους εργαζόμενους που καλύπτονται από σύμβαση ή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση παρέχονται: υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες που αφορούν τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου,

  • β) οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες που υπάρχουν στη

διάθεση των άλλων εργαζόμενων στην επιχείρηση.

15.

Ο εργοδότης ενημερώνει τους εκπροσώπους των εργαζόμενων για τον αριθμό των απασχολούμενων με μερική απασχόληση σε σχέση με την εξέλιξη του συνόλου των εργαζόμενων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψης εργαζόμενων με πλήρη απασχόληση.

16.

Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση ή τροποποίηση των ρυθμίσεων των προηγούμενων παραγράφων.

17.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται για τους μερικώς απασχολούμενους όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

18.

Η κατά το παρόν άρθρο μερική απασχόληση με σχέση ιδιωτικού δικαίου επιτρέπεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 14 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), όπως ισχύει, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και στους φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους ή από διατάξεις κανονισμών που έχουν κυρωθεί με νόμο ή έχουν ισχύ νόμου. Για τη μερική απασχόληση σε επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς του προηγούμενου εδαφίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), όπως ισχύει, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή επειγουσών αναγκών συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών. Μερική απασχόληση που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις (4) ώρες ημερησίως. Στην τελευταία περίπτωση η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από τη δημοσίευση της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε δέκα (10) ημέρες. Οι ανωτέρω συμβάσεις που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων ή επειγουσών αναγκών λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους ή μετατροπή τους σε σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη».

Άρθρο 60

Αναβάθμιση του ρόλου του πληροφοριακού συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ» στην καταγραφή της εργασίας και της παροχής υπηρεσιών

1.

Συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών, απασχολούμενων σε έως δύο λήπτες των υπηρεσιών αυτών σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, και οι απασχολούμενοι με εργόσημο σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει, καταχωρίζονται υποχρεωτικά στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, καθώς και για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασής της.

Άρθρο 61

Άρση αβεβαιότητας των αποσπασμένων στην Ελλάδα εργαζομένων επιχειρήσεων με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο με αφορμή την ενδεχόμενη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση Για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνούς παροχής υπηρεσιών, έχουν ήδη αποσπάσει εργαζόμενους στο έδαφος της Ελλάδας έως την ημερομηνία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή πρόκειται να αποσπάσουν εργαζόμενους μετά την ημερομηνία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έως τις 31.12.2020 εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις των π.δ. 219/2000 και 101/2016.

Άρθρο 62

Ζητήματα λειτουργίας συλλογικών οργάνων Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Όπου στο κείμενο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο αναφέρεται ως μέλος συλλογικού οργάνου ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εργασίας, νοείται εφεξής ο Γενικός Γραμματέας Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων άρθρο 7 του π.δ. 84/2019 (Α΄ 123) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 4622/2019 (Α΄ 133) και του π.δ. 134/2017 (Α΄ 168) όπως ισχύει.

Άρθρο 63

Παράταση ισχύος της από 28.3.2018 ΕΓΣΣΕ Η ισχύς της από 28 Μαρτίου 2018 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας παρατείνεται από την ημερομηνία λήξης της κανονιστικής της ισχύος (30.6.2019) μέχρι τη σύναψη νέας Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και όχι πέραν τις 31ης.12.2019.

Άρθρο 64

Παράταση της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας Η πενταετής θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας, το οποίο συγκροτήθηκε με την υπ’ αριθμ. 10650/ Δ1.1956/9.4.2014 (ΥΟΔΔ 233/29.4.2014) απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και η οποία έληξε την 29.4.2019, παρατείνεται από τη λήξη της έως τις 31.12.2019.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΔΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 65

Διοικητικές κυρώσεις για αδήλωτη εργασία Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του ν. 4554/2018 (Α΄ 130), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από την παράγραφο 3 του παρόντος και η παράγραφος 3 του άρθρου 5 «Άρθρο 5 Διοικητικές κυρώσεις για αδήλωτη εργασία

1.

Ειδικός Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων ή ελεγκτής των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης ή αρμόδιος υπάλληλος του ΕΦΚΑ που διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει στον εργοδότη πρόστιμο ποσού δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων.

2.

Ειδικός Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία ή Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία που, κατά τη διερεύνηση των αιτιών εργατικού ατυχήματος, διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλει στον εργοδότη το πρόστιμο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων.

3.

Ο αρμόδιος Προϊστάμενος του ελεγκτικού οργάνου που διαπίστωσε την παράβαση αδήλωτης εργασίας υποχρεούται να δώσει εντολή διενέργειας ενός τουλάχιστον επανελέγχου της παραβατικής επιχείρησης/εκμετάλλευσης, ο οποίος πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της διαπίστωσης της παράβασης της αδήλωτης εργασίας προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν υποτροπή. Στις περιπτώσεις που η παράβαση της αδήλωτης εργασίας διαπιστώθηκε από τα όργανα της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του παρόντος ή από τα όργανα του άρθρου 259 του ν. 4555/2018 (Α΄133) και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88) ως ισχύει, ο αρμόδιος Προϊστάμενος του τοπικά αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων του Σ.ΕΠ.Ε. υποχρεούται να δώσει εντολή σε αρμόδιο Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων για τον ως άνω επανέλεγχο ή επανελέγχους.

4.

Σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη, η οποία διαπιστώνεται εντός τριών (3) ετών από τον πρώτο έλεγχο, το πρόστιμο της παραγράφου 1, ανά εργαζόμενο, επιβάλλεται προσαυξημένο ως εξής:

  • α) κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση και
  • β) κατά 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση από

αυτήν της περίπτωσης α΄, που διαπιστώνεται σε έλεγχο διενεργούμενο σε διαφορετική ημερομηνία.

5.

Οι διοικητικές κυρώσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλονται πλέον των λοιπών κυρώσεων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

6.

Κατά της Πράξης Επιβολής Προστίμου ασκείται προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοσή της, κατά την κείμενη νομοθεσία. Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου.».

Άρθρο 66

Δικαίωμα και προϋποθέσεις έκπτωσης Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 4554/2018, όπως ισχύουν, αντικαθίστανται. Η παράγραφος 3 του άρθρου 6 του ν. 4554/2018, όπως ισχύει, τροποποιείται. Η παράγραφος 6 του άρθρου 6 του ν. 4554/2018, όπως ισχύει, τροποποιείται ως προς το δεύτερο εδάφιο της και το άρθρο 6 του ν. 4554/2018 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 6 Δικαίωμα και προϋποθέσεις έκπτωσης

1.

Αν, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα του ελέγχου, ο εργοδότης προβεί στην πρόσληψη του εργαζομένου ή των εργαζομένων που διαπιστώθηκαν, ως αδήλωτοι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης διάρκειας τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών, το πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 ορίζεται στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

2.

Ειδικά στις περιπτώσεις εποχικών εργασιών, όπως αυτές ορίζονται στο τρίτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 1545/1985 (Α΄ 91), το πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 ορίζεται στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης διάρκειας, τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εφόσον ο χρόνος λειτουργίας της εποχικής επιχείρησης ή εκμετάλλευσης δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση του ελάχιστου απαιτούμενου χρόνου απασχόλησης (τρίμηνο), ο εργοδότης υποχρεούται να συμπληρώσει τον υπόλοιπο χρόνο του τριμήνου κατά την επόμενη περίοδο λειτουργίας. Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί υποχρέωσης επαναπρόσληψης εργαζομένων εποχικών επιχειρήσεων δεν θίγονται.

3.

Ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να προβεί σε μείωση του προσωπικού από την ημερομηνία και ώρα του ελέγχου και καθ’ όλη τη διάρκεια των περιόδων των παραγράφων 1 και 2, κατά περίπτωση.

4.

Ως μείωση του προσωπικού, κατά την έννοια της παραγράφου 3, θεωρείται:

  • α) η μείωση του αριθμού των εργαζομένων της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης σε αριθμό μικρότερο από τον

αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνταν κατά την ημερομηνία και ώρα του ελέγχου, προσαυξημένο κατά τον αριθμό των εργαζομένων που προσέλαβε ο εργοδότης, προκειμένου να τύχει της έκπτωσης,

  • β) η αλλαγή του καθεστώτος απασχόλησης των εργαζομένων από πλήρη σε μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση,
  • γ) η θέση εργαζομένων σε διαθεσιμότητα,
  • δ) η εθελουσία έξοδος που γίνεται με πρωτοβουλία

του εργοδότη, μέσω προγραμμάτων παροχής κινήτρων εθελούσιας εξόδου και ο εργοδότης υποχρεούται, εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που επήλθε η μείωση, να προβεί σε νέα πρόσληψη με τους ίδιους όρους εργασίας, ώστε να διατηρηθεί σταθερός ο αριθμός των εργαζομένων της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Το διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία μείωσης του προσωπικού έως αυτήν της νέας πρόσληψης, προσαυξάνει την ελάχιστη περίοδο, κατά την οποία ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να προβεί σε μείωση προσωπικού.

5.

Στην έννοια της μείωσης του προσωπικού της παραγράφου 3 δεν περιλαμβάνονται:

  • α) η συνταξιοδότηση εργαζομένου,
  • β) η λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου που είχε συναφθεί πριν από την ημερομηνία του ελέγχου, λόγω

παρόδου της συμφωνηθείσας διάρκειας,

  • γ) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ύστερα από

την υποβολή μήνυσης του εργοδότη κατά εργαζομένου για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την άσκηση της εργασίας του,

  • δ) η φυλάκιση και ο θάνατος εργαζομένου και
  • ε) η αδυναμία ανανέωσης της άδειας διαμονής και

πρόσβασης στην αγορά εργασίας αλλοδαπού εργαζομένου.

6.

Το δικαίωμα της έκπτωσης παρέχεται, εφόσον ο εργοδότης αποδεχθεί το πρόστιμο και παραιτηθεί από την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων. Δικαίωμα έκπτωσης δεν παρέχεται όταν ο εργοδότης είναι υπότροπος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 5.

7.

Σε περίπτωση μείωσης του προσωπικού, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος, βεβαιώνεται σε βάρος του εργοδότη για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων, το υπολειπόμενο του αρχικού προστίμου ποσό».

Άρθρο 67

Καταβολή προστίμου και μητρώο παραβατών για την αδήλωτη εργασία Στο άρθρο 7 του ν. 4554/2018, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 2 και το άρθρο 7 του ν. 4554/2018 «Άρθρο 7 Καταβολή προστίμου και μητρώο παραβατών για την αδήλωτη εργασία

1.

Αν από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε. και του ΕΦΚΑ επιβληθούν σε μία επιχείρηση, εκμετάλλευση ή άλλη εργασία περισσότερα από ένα πρόστιμα για αδήλωτη εργασία του ίδιου εργαζομένου, που προκύπτουν από έλεγχο κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας, η καταβολή του προστίμου γίνεται άπαξ βάσει της πράξης επιβολής προστίμου που κοινοποιήθηκε πρώτη στον εργοδότη.

2.

Στο ηλεκτρονικό πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δημιουργείται “Μητρώο Παραβατών για την Αδήλωτη Εργασία”, στο οποίο θα καταχωρούνται οι επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και γενικώς οι εργοδότες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, στους οποίους επιβάλλονται κυρώσεις για απασχόληση εργαζομένων με αδήλωτη εργασία. Οι επιχειρήσεις και εργοδότες που έχουν παραβατική συμπεριφορά θα αποκλείονται από ευμενείς ασφαλιστικές ρυθμίσεις. Οι υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε. και του ΕΦΚΑ είναι αρμόδιες για την τήρηση και άμεση ενημέρωση του μητρώου».

Άρθρο 68

Εξουσιοδοτικές διατάξεις - Έναρξη ισχύος Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 8 του ν. 4554/2018, όπως ισχύουν, αντικαθίστανται και η παράγραφος  3 του ίδιου άρθρου καταργείται και το άρθρο 8 του ν. 4554/2018 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 8 Εξουσιοδοτικές διατάξεις - Έναρξη ισχύος

1.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζονται τα ακόλουθα: α. η διαδικασία επιβολής των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων, του παρόντος Κεφαλαίου και ιδίως προθεσμίες για την υποβολή αντιρρήσεων κατά πράξεως διοικητικών κυρώσεων, δικαίωμα προηγουμένης ακροάσεως του παραβάτη εργοδότη, η διαδικασία επανελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων επιβολής διοικητικών κυρώσεων και μείωσης προβλεπόμενου προστίμου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β. κάθε σχετικό θέμα αναφορικά με τα στοιχεία που καταχωρίζονται στο Μητρώο Παραβατών, σύμφωνα πάντοτε με το εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ενημέρωση των αρμοδίων υπηρεσιών είσπραξης ασφαλιστικών και φορολογικών οφειλών και κάθε άλλο θέμα σχετικά με τη διάρκεια διατήρησης των στοιχειών στο Μητρώο, τη χορηγήση στοιχείων σε τρίτους, κάθε αναγκαίο θέμα για την τήρηση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων των εμπλεκόμενων Υπηρεσιών, καθώς και τους όρους, το είδος και τη διάρκεια εξαίρεσης των παραβατών από ρυθμίσεις εξόφλησης ασφαλιστικών εισφορών και προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης.

2.

Η ισχύς των παραγράφων 3, 4 και 6 του άρθρου 5 και των παραγράφων 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 6 του ν. 4554/2018 αρχίζει από την έκδοση της σχετικής απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, από εκδόσεως της οποίας καταργείται η υπ’ αριθμ. 43614/996/21.8.2018 (Β΄ 3521) υπουργική απόφαση. Η ισχύς της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 4554/2018 αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου».

Άρθρο 69

Ρύθμιση για την Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.)

1.

Σε βάρος των εργοδοτών που ασφαλίζουν προσωπικό μέσω Α.Π.Δ. χωρίς να καταβάλουν τις τρέχουσες μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές το ΚΕΑΟ δύναται, εκτός των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης που προβλέπονται από τον ΚΕΔΕ, να αναστείλει για τον εργοδότη τη χρήση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του ΕΦΚΑ για την υποβολή Α.Π.Δ..

2.

Το ΚΕΑΟ ενημερώνει την αρμόδια για τον έλεγχο του εργοδότη υπηρεσία του ΕΦΚΑ προκειμένου να διενεργηθεί έλεγχος σχετικά με τη λειτουργία της επιχείρησης, την ύπαρξη τυχόν συνυπεύθυνων ή συνδεδεμένων επιχειρήσεων, καθώς και για τη διαπίστωση του πραγματικού της απασχόλησης και την τήρηση της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Η αρμόδια ελεγκτική υπηρεσία του ΕΦΚΑ γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του ΚΕΑΟ τα αποτελέσματα του ελέγχου.

3.

Στις περιπτώσεις αναστολής χρήσης των ηλεκτρονικών υπηρεσιών, οι συναλλαγές του εργοδότη πραγματοποιούνται στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΦΚΑ. Για την περίοδο που ισχύει η αναστολή, οι Α.Π.Δ. υποβάλλονται από τον εργοδότη με ψηφιακό - μαγνητικό μέσο στην αρμόδια υπηρεσία του ΕΦΚΑ και η καταχώρισή τους στο πληροφοριακό σύστημα του ΕΦΚΑ γίνεται εφόσον καταβάλλονται οι απαιτητές ασφαλιστικές εισφορές που δηλώνονται με αυτές. Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η καταχώριση στις εξής περιπτώσεις:

  • α) Κατά την πρώτη μετά την επιβολή της αναστολή,

υποβολή Α.Π.Δ. με ψηφιακό - μαγνητικό μέσο, αν υποβάλλονται Α.Π.Δ. μέχρι έξι (6) μισθολογικών περιόδων είναι δυνατή η καταχώριση αυτών αν έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές τουλάχιστον της τελευταίας απαιτητής Α.Π.Δ.. Αν υποβάλλονται Α.Π.Δ. περισσότερων των έξι (6) μισθολογικών περιόδων, είναι δυνατή η καταχώριση αυτών αν έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού ποσού εισφορών που δηλώνεται με τις Α.Π.Δ. που υποβάλλονται.

  • β) Κατά τη δεύτερη υποβολή Α.Π.Δ. με ψηφιακό - μαγνητικό μέσο, αν υποβάλλονται Α.Π.Δ. περισσότερων

μισθολογικών περιόδων, είναι δυνατή η καταχώριση αυτών αν έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού ποσού εισφορών που δηλώνεται με τις Α.Π.Δ. που υποβάλλονται. Οι Α.Π.Δ. των οποίων δεν είναι δυνατή η καταχώριση στο πληροφοριακό σύστημα του ΕΦΚΑ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο, θεωρούνται μη υποβληθείσες.

4.

Μαζί με τις Α.Π.Δ. που υποβάλλονται με ψηφιακό - μαγνητικό μέσο στην αρμόδια υπηρεσία του ΕΦΚΑ προσκομίζονται υποχρεωτικά τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων των τελευταίων τριών (3) ετών του εργοδότη και των συνυπεύθυνων προσώπων ήτοι τα έντυπα Ε1, Ε2, η δήλωση-πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., τα εκκαθαριστικά φορολογίας εισοδήματος για φυσικά πρόσωπα και τα έντυπα Ν, Ε2, Ε3 και η δήλωση - πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, καθώς και μισθωτήρια συμβόλαια έδρας και παραρτημάτων. Τα φορολογικά στοιχεία αποστέλλονται στην Κεντρική Υπηρεσία του ΚΕΑΟ.

5.

Η αναστολή της χρήσης των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του ΕΦΚΑ, μπορεί να αρθεί μετά από αίτηση του οφειλέτη είτε μετά από εξόφληση είτε μετά από ρύθμιση της οφειλής υπό την προϋπόθεση της αποστολής στο ΚΕΑΟ των φορολογικών στοιχείων που προσκόμισε ο εργοδότης και των αποτελεσμάτων του ελέγχου που διενεργήθηκε στην επιχείρηση. Οι Α.Π.Δ. των μισθολογικών περιόδων από τη ρύθμιση της οφειλής και μέχρι την άρση της αναστολής υποβάλλονται με ψηφιακό - μαγνητικό μέσο στην αρμόδια υπηρεσία του ΕΦΚΑ και η καταχώρισή τους γίνεται, εφόσον καταβάλλονται οι απαιτητές ασφαλιστικές εισφορές που δηλώνονται με αυτές.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής του παρόντος, όπως και οι τυχόν προϋποθέσεις περιπτώσεων εργοδοτών που εξαιρούνται από το μέτρο, καθώς και θέματα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα για την ενημέρωση των εργαζομένων των άνω επιχειρήσεων.

7.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 4 του παρόντος.

Άρθρο 70

Καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 4611/2019 Στο άρθρο 13 του ν. 4611/2019 (Α΄ 73) όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 2 και το άρθρο 13 του ν. 4611/2019 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 13 Καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)