Νόμοι — ΦΕΚ A' 170/2011
Η περίπτωση β΄ του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 68 του ν. 3863/2010 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «β) επιφέρει, από τον χρόνο επιβολής της δεύτερης κύρωσης, τον αποκλεισμό του εν λόγω εργολάβου από δημόσιους διαγωνισμούς για χρονικό διάστημα από τρεις μήνες μέχρι τρία έτη, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, τη συνεκτίμηση της οικονομικής ωφέλειας που αποκομίζει ο εργολάβος, συνεπεία της παραβίασης της κείμενης νομοθεσίας, όταν αυτό είναι εφικτό, του βαθμού της υπαιτιότητας, του αριθμού των εργαζομένων που θίγονται και του μεγέθους της επιχείρησης». για την αποτροπή της αδήλωτης εργασίας
Προς εξακρίβωση των προσώπων που υπάγονται εκάστοτε στην ασφάλιση και του αριθμού αυτών για την τήρηση της ασφαλιστικής νομοθεσίας σχετικά με την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, οι Επιθεωρητές Εργασίας ελέγχουν την καταχώριση των προσλαμβανόμενων μισθωτών στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ. 9 περίπτωση στ΄ υποπερίπτωση αα΄ του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179).
Στις κάτωθι περιπτώσεις:
- α) μη τήρησης του Ειδικού Βιβλίου Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ.
9 περίπτωση στ΄ υποπερίπτωση αα΄ του α.ν. 1846/1951 και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 26 παρ. 9 περίπτωση στ΄ υποπερίπτωση ββ΄ του α.ν. 1846/1951,
- β) μη καταχώρισης απασχολούμενου στο Ειδικό Βιβλίο
Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ. 9 περίπτωση στ΄ υποπερίπτωση αα΄ του α.ν. 1846/1951,
- γ) μη επίδειξης του Ειδικού Βιβλίου Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ. 9
περίπτωση στ΄ υποπερίπτωση αα΄ του α.ν. 1846/1951 και
- δ) απώλειας του Ειδικού Βιβλίου Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του άρθρου 26 παρ.
9 περίπτωση στ΄ υποπερίπτωση αα΄ του α.ν. 1846/1951 ή φύλλου αυτού, η οποία να μην οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παρ. 9 περίπτωση στ΄ υποπερίπτωση δδ΄ του α.ν. 1846/1951, οι Επιθεωρητές Εργασίας συντάσσουν πράξη με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση σε ειδικό για το σκοπό αυτόν έντυπο, το οποίο και αποστέλλουν στο αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία ελέγχου, για τις περαιτέρω νόμιμες ενέργειες επιβολής της αντίστοιχης κύρωσης. Η διαπιστωτική αυτή πράξη είναι δεσμευτική για τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, τα οποία υποχρεούνται άνευ ετέρου και μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών από τη λήψη της πράξεως αυτής να επιβάλουν στον παραβάτη εργοδότη τις κυρώσεις που προβλέπονται και να κοινοποιούν την πράξη επιβολής προστίμου στο Σ.ΕΠ.Ε.. Η πράξη αυτή διαβιβάζεται μέσα στην ίδια προθεσμία και στο Σ.Δ.Ο.Ε. για τις περαιτέρω νόμιμες ενέργειες αυτού.
Αν κατά τον έλεγχο των επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων διαπιστωθεί ότι αυτές δεν έχουν απογραφεί σε ασφαλιστικό φορέα, επιβάλλεται, πέραν των λοιπών διοικητικών κυρώσεων, προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης μέχρι την προσκόμιση πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα των οικείων ασφαλιστικών φορέων.
Αν σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση διαπιστωθεί αδήλωτη εργασία κατά παράβαση της ασφαλιστικής νομοθεσίας ως προς την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων για δύο φορές μέσα σε μία διετία, επιβάλλεται, πέραν των λοιπών διοικητικών κυρώσεων, προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικό διάστημα από τρείς μέχρι και δέκα ημέρες.
Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων της παραγράφου 4 συνεκτιμώνται η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί συναφείς κυρώσεις στο παρελθόν, ο βαθμός υπαιτιότητας, ο αριθμός των εργαζομένων, το μέγεθος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο αριθμός των εργαζομένων που θίγονται συνεπεία της παράβασης.
Στις παραγράφους 3 και 4 ο χρόνος προσωρινής διακοπής της επιχείρησης λογίζεται ως κανονικός χρόνος εργασίας ως προς όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Η διοικητική κύρωση της προσωρινής διακοπής επιβάλλεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ασφαλιστικού φορέα ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου του ασφαλιστικού φορέα. Αν ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε από τους Επιθεωρητές Εργασίας, αποστέλλεται η πράξη με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, στα αρμόδια όργανα του ασφαλιστικού φορέα για τις περαιτέρω νόμιμες ενέργειες. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων των παραγράφων 3 και 4 γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διαδικασία επιβολής της διοικητικής κύρωσης της προσωρινής διακοπής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης των παραγράφων 3 και 4.
Άρθρο 26
Θεσμοθέτηση κάρτας εργασίας
Με ευθύνη των επιχειρήσεων ενημερώνεται καθημερινά και σε πραγματικό χρόνο το ΙΚΑ − ΕΤΑΜ για το χρόνο εργασίας, την ώρα προσέλευσης και αποχώρησης των εργαζομένων της επιχείρησης οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ − ΕΤΑΜ. Η διαδικασία αυτή γίνεται με τη χρήση κάρτας εργασίας σε ηλεκτρονικό ρολόι παρουσίας προσωπικού (ωρομέτρηση) και τα στοιχεία διαβιβάζονται με ηλεκτρονικό ή άλλο τρόπο στο ΙΚΑ − ΕΤΑΜ. Τα στοιχεία αυτά διασταυρώνονται με τα αναγραφόμενα στην υποβαλλόμενη από την επιχείρηση Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι κλάδοι και το είδος των επιχειρήσεων ανά γεωγραφική περιοχή στις οποίες θα εφαρμοστεί το σύστημα της κάρτας εργασίας και θα ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας ρύθμισης.
Στις επιχειρήσεις, οι οποίες υποχρεούνται να εγκαταστήσουν το σύστημα της κάρτας εργασίας και καταβάλλουν εμπροθέσμως τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και στους εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών, παρέχεται έκπτωση έως δέκα τοις εκατό (10%) επί των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται ανά κλάδο, είδος επιχείρησης και γεωγραφική περιοχή, το ποσοστό της έκπτωσης, ύστερα από οικονομική μελέτη που εκπονείται από την Διεύθυνση Αναλογιστικών Μελετών της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικής Ασφάλισης πριν από την έναρξη εφαρμογής της παρούσας διάταξης.
Εάν σε επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται το σύστημα της κάρτας εργασίας, δεν γίνεται χρήση αυ ων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία:
- α) κατάργηση της έκπτωσης της παραγράφου 2 για
διάστημα τριών μηνών από την επιβολή των κυρώσεων,
- β) στην επιχείρηση, επιπλέον διοικητική κύρωση ύψους
τετρακοσίων ευρώ για κάθε εργαζόμενο, ο οποίος δεν κάνει χρήση της κάρτας εργασίας και γ) στον ίδιο τον εργαζόμενο, διοικητική κύρωση ύψους διακοσίων ευρώ, η οποία βαρύνει τον εργαζόμενο και καταβάλλεται από τον εργοδότη. Σε περίπτωση διαπίστωσης της ίδιας παράβασης για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, το χρονικό διάστημα της περιπτώσεως α΄ αυξάνεται σε έξι μήνες.
Αρμόδια όργανα για τον έλεγχο των επιχειρήσεων στις οποίες εφαρμόζεται το σύστημα της κάρτας εργασίας, προς εξακρίβωση της ορθής χρήσης της, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι οι Επιθεωρητές Εργασίας, τα ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ και τα όργανα των μεικτών κλιμακίων της παραγράφου 1 του άρθρου 151 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58). Ανεξαρτήτως φορέα ελέγχου, η διοικητική κύρωση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 3 επιβάλλεται από τους Επιθεωρητές Εργασίας, ενώ οι διοικητικές κυρώσεις των περιπτώσεων α΄ και γ΄ της παραγράφου 3 επιβάλλονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ −ΕΤΑΜ και το επιβληθέν σε αυτή την περίπτωση πρόστιμο εισπράττεται από αυτό. Το όργανο που διενεργεί τον έλεγχο, πέραν από την επιβολή της διοικητικής κύρωσης, σύμφωνα με τις διακρίσεις της παρούσας παραγράφου, υποχρεούται να τη γνωστοποιήσει στο συναρμόδιο φορέα ελέγχου, κατά τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο, ώστε να προβεί αυτός διά των οργάνων του μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τη λήψη της πράξης στην επιβολή των διοικητικών κυρώσεων αρμοδιότητάς του. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται η διαδικασία επιβολής και είσπραξης των διοικητικών κυρώσεων, καθώς και τυχόν αναπροσαρμογή του προστίμου της παραγράφου 3.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθορίζονται οι αρμόδιες αρχές για την καταγραφή, συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων τα οποία θα καταγράφονται μέσω της χρήσης της κάρτας εργασίας, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία των συστημάτων καταγραφής, η διαδικασία και ο τρόπος διασύνδεσης με το σύστημα του ΙΚΑ − ΕΤΑΜ, με το κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα του άρθρου 18 και με το κεντρικό δίκτυο υπολογιστών Ι.Κ.Α, Σ.ΕΠ.Ε και Ο.Α.Ε.Δ., ο φορέας της κάρτας εργασίας, οι βασικές προδιαγραφές των συστημάτων καταγραφής, ο τρόπος λειτουργίας τους, ο φορέας, ο τρόπος και τα στοιχεία επεξεργασίας των δεδομένων, τα κριτήρια για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού, το είδος των προσωπικών δεδομένων που τυγχάνουν επεξεργασίας, η συλλογή, αποθήκευση, χρήση, διαβίβαση και οι αποδέκτες αυτών, ο χρόνος και η διάρκεια αποθήκευσης, η διαδικασία καταστροφής, τα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων, οι βασικές λειτουργίες και η περιοδική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων καταγραφής, τα δικαιώματα των φυσικών προσώπων στα οποία αφορούν τα δεδομένα, η έννομη προστασία, η γνωστοποίηση της επεξεργασίας και ο έλεγχος από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και κάθε αναγκαίο σχετικό θέμα, σύμφωνα με τις βασικές αρχές του ν. 2472/1997 (Α΄ 50).
Η υλοποίηση, διατήρηση και επέκταση του συγκεκριμένου μέτρου συναρτάται με την επίτευξη καθαρού θετικού δημοσιονομικού αποτελέσματος στο Ασφαλιστικό Σύστημα από την εφαρμογή του.
Ημερομηνία έναρξης της παρούσας ρύθμισης ορίζεται η 1η Σεπτεμβρίου 2011.
Άρθρο 27
Κοινοποίηση πράξεων
Η επίδοση των πράξεων που εκδίδει το Σ.ΕΠ.Ε. γίνεται με την παράδοση των εγγράφων αυτών με κάθε πρόσφορο μέσο και αποδεικνύεται με σχετική απόδειξη παραλαβής του εγγράφου. Για την επίδοση των πράξεων αυτών εφαρμόζονται το άρθρο 19 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45) και τα άρθρα 47 έως 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), σχετικά με τις επιδόσεις.
Η επίδοση μπορεί να γίνει και με συστημένη επιστολή, η λήψη της οποίας βεβαιώνεται με τη σχετική απόδειξη παραλαβής.
Αν δεν είναι δυνατή για οποιονδήποτε λόγο η επίδοση των πιο πάνω πράξεων, ο επιδίδων πέρα από τις ενέργειες που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, τοιχοκολλά επιπλέον την πράξη σε ειδική πινακίδα του οικείου τοπικού Τμήματος του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, συντάσσοντας γι’ αυτό σχετική έκθεση.
Άρθρο 28
Ποινικές κυρώσεις
Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α΄218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.
Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 29
Ρυθμίσεις για ιατρούς εργασίας
Στο άρθρο 7 του ν. 3418/2005 (Α΄ 287) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Επιτρέπεται η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών από ιατρούς με την ειδικότητα της Ιατρικής της Εργασίας, στην περιφέρεια άλλων ιατρικών συλλόγων χωρίς άδεια των συλλόγων αυτών.»
Μετά την παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) προστίθεται παράγραφος 2Α ως εξής: «2.Α. α) Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφά ολογητικά που κατατίθενται στην αρμόδια υπηρεσία περιλαμβάνεται απαραιτήτως βεβαίωση εγγραφής στον ιατρικό σύλλογο στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι.
- β) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η διαδικασία και ο τρόπος
σύνταξης του Ειδικού Καταλόγου, η αρμόδια υπηρεσία για τη συγκρότηση και την τήρησή του, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, οι προθεσμίες και ο τρόπος υποβολής των αιτήσεων για την εγγραφή των ιατρών σε αυτόν, ο τρόπος τήρησής του και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά σε αυτόν.
- γ) Ιατρός που περιλαμβάνεται στον Ειδικό Κατάλογο
της περίπτωσης α΄ μπορεί να ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας μόνο στην περιφέρεια του ιατρικού συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένος και εφόσον λάβει βεβαίωση του συλλόγου αυτού ότι δεν υπάρχει ή δεν είναι διαθέσιμος ιατρός με την ειδικότητα της Ιατρικής της Εργασίας στην περιφέρεια αυτή.»
Στο άρθρο 20 του ν. 3418/2005 (Α΄ 287) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Ιατρός των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του ν. 3850/2010 (Α΄ 84), ο οποίος έχει σύμβαση ή άλλη σχέση εργασίας με οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, υποχρεούται να προσκομίζει στην υπηρεσία της παραγράφου 2Α του άρθρου 16 του ν. 3850/2010 έγγραφη άδεια της Διοίκησης του ασφαλιστικού φορέα, με την οποία θα επιτρέπεται σε αυτόν η άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας σε συγκεκριμένη επιχείρηση. Ο ιατρός του πρώτου εδαφίου εξαιρείται, κατά την άσκηση των καθηκόντων του στον ασφαλιστικό φορέα, από την οποιαδήποτε παροχή ιατρικών υπηρεσιών προς ασφαλισμένο σε αυτόν, εφόσον ο ασφαλισμένος εργάζεται σε επιχείρηση στην οποία ο ιατρός ασκεί καθήκοντα ιατρού εργασίας.
Άρθρο 30
Δράσεις ανταλλαγής πληροφοριών Σ.ΕΠ.Ε., ΙΚΑ−ΕΤΑΜ και ΓΓΠΣ μέσω ηλεκτρονικής διακυβέρνησης
Η παράγραφος 9α του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (Α΄ 270), αντικαθίσταται ως εξής: «9.Α. Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ− ΕΤΑΜ), με τα όργανά του που είναι αρμόδια για τον έλεγχο, τη βεβαίωση και την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, μπορεί να ζητά από τις δημόσιες ή δημοτικές και κοινοτικές αρχές, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τις τράπεζες, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και γενικά από κάθε οργάνωση επαγγελματική, εμπορική, βιομηχανική, γεωργική οποιεσδήποτε πληροφορίες θεωρεί αναγκαίες για τη διευκόλυνση του έργου του.»
Μετά την παράγραφο 9Α του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως αυτή αντικαθίσταται με την παράγραφο 1, προστίθεται νέα παράγραφος 9Β ως εξής: «9.Β. Οι πληροφορίες τις οποίες θεωρεί αναγκαίες και κάθε άλλο στοιχείο ασφαλιστικού ενδιαφέροντος της παραγράφου 9Α και της περίπτωσης β΄ της παρ. 5 του άρθρου 85 του ν. 2238/1994 (Α΄151) δύνανται να γνωστοποιούνται στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.) και μέσω ηλεκτρονικής διασύνδεσης αρχείων, όπου απαιτείται, από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων ή από κάθε άλλη Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου αυτό να διεκδικήσει πόρους, ασφαλιστικές εισφορές ή να διασφαλίσει κάθε άλλο έννομο δικαίωμά του, είτε αυτά αφορούν στο πρόσωπο εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951, είτε σε οποιονδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και σε ενώσεις προσώπων. Τα πιο πάνω στοιχεία δύνανται να γνωστοποιούνται και στο Σ.ΕΠ.Ε. μετά από αίτημά του και προκειμένου να διευκολυνθεί στο έργο του. Τα παραπάνω στοιχεία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη διασφάλιση του έργου και της αποστολής του Σ.ΕΠ.Ε. και του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και χορηγούνται στο Σ.ΕΠ.Ε. και το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ χωρίς χρέωση. Δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον υπόχρεο στον οποίο αφορούν καθώς και τον Ο.Α.Ε.Δ.. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η διαδικασία, τα στοιχεία και κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.»
Η περίπτωση β΄ της παρ. 5 του άρθρου 85 του ν. 2238/1994 (Α΄151) αντικαθίσταται ως εξής: «β) Η χορήγηση σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ − ΕΤΑΜ) στοιχείων που περιέχονται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος και στα συμπληρωματικά στοιχεία που συνυποβάλλονται με αυτήν, στην Οριστική Δήλωση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, στην οριστική δήλωση ελεύθερων επαγγελμάτων, στην οριστική δήλωση από εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και τα συνυποβαλλόμενα έντυπα ή καταστάσεις, στη δήλωση ακινήτων και αφορούν πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτήν ή συνυποβάλλονται με αυτήν, τα πλήρη στοιχεία που περιλαμβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών, καθώς και στοιχείων από το φάκελο του εργοδότη για την εξακρίβωση των μισθών και ημερομισθίων που αυτός κατέβαλε στο προσωπικό που απασχολεί.»
Η παρ. 5 του άρθρου 68 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3846/2010 (Α΄ 66), αντικαθίσταται ως ακολούθως: «5. Αν η επιχείρηση ή εκμετάλλευση αλλάξει νόμιμο εκπρόσωπο ή αν υπάρξει μεταβολή των αποδοχών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει συμπληρωματικούς πίνακες προσωπικού μόνο ως προς τα νέα στοιχεία, κατά περίπτωση, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τις πιο πάνω μεταβολές. Σε περίπτωση πρόσληψης νέου εργαζόμενου και σε περίπτωση αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει, γραπτά ή ηλεκτρονικά, συμπληρωματικούς πίνακες προσωπικού μόνο ως προς τα νέα στοιχεία, το αργότερο ως και την ίδια ημέρα πρόσληψης ή της αλλαγής του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και πάντως πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τους εργαζόμενους.»
Άρθρο 31
Μικτά κλιμάκια ελέγχου
Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 151 του ν. 3655/ 2008 (Α΄ 58) προστίθενται εδάφια ως εξής: παραγράφου, δύνανται να συμμετέχουν και τα όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 3842/2010). Σε αυτήν την περίπτωση ο συντονισμός, η συγκρότηση, ο έλεγχος και η παρακολούθηση της δράσης των μικτών κλιμακίων γίνεται με συνεργασία του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και του Διοικητή του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ή των ειδικά από αυτούς εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων με βαθμό Προϊσταμένου Διεύθυνσης και για το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και των υποδιοικητών του. Μετά την ολοκλήρωση του κοινού ελέγχου, κάθε μέλος του κλιμακίου προβαίνει αυτοτελώς σε όλες τις νόμιμες ενέργειες, όπως αυτές προβλέπονται από τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του.»
Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 3296/ 2004 (Α΄253) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Τα όργανα του ΣΔΟΕ δύνανται να συμμετέχουν στα μικτά κλιμάκια ελέγχου των επιχειρήσεων και χώρων εργασίας του πέμπτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 151 του ν. 3655/2008. Ο συντονισμός, η συγκρότηση, ο έλεγχος και η παρακολούθηση της δράσης των μικτών κλιμακίων γίνεται με συνεργασία του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και του Διοικητή του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ή των ειδικά από αυτούς εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων με βαθμό Προϊσταμένου Διεύθυνσης και για το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και των υποδιοικητών του. Μετά την ολοκλήρωση του κοινού ελέγχου τα όργανα του ΣΔΟΕ προβαίνουν αυτοτελώς σε όλες τις νόμιμες ενέργειες, όπως αυτές προβλέπονται από τις αρμοδιότητές τους.»
Άρθρο 32
Ορολογία
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «Κοινωνικός Επιθεωρητής», αυτός αντικαθίσταται εφεξής από τον όρο «Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων».
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται οι όροι «Τεχνικός Επιθεωρητής» και «Υγειονομικός Επιθεωρητής», αυτοί αντικαθίστανται εφεξής από τον κοινό όρο «Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία».
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται οι όροι «Περιφερειακή Διεύθυνση Κοινωνικής Επιθεώρησης» και «Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου», αυτοί αντικαθίστανται από τον όρο «Περιφερειακή Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων» και «Περιφερειακή Διεύθυνση Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία» της παρ. 1 του άρθρου 10 αντίστοιχα.
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης», αντικαθίσταται από τον όρο «Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων» της παρ. 1 του άρθρου 10.
Όπου σε διατάξεις που αφορούν στην Επιθεώρηση Εργασίας αναφέρεται ο όρος «Τμήμα» ή «Γραφείο Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης», αντικαθίστανται από τον όρο «Τμήμα» ή «Γραφείο Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία» της παρ. 1 του άρθρου 10 αντίστοιχα.
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «άτομα με ειδικές ανάγκες» (ΑΜΕΑ), αυτός αντικαθίσταται από τον όρο «άτομα με αναπηρία» (ΑμεΑ).
Όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται ο όρος «αδήλωτη εργασία», νοούνται όλες οι αμειβόμενες δραστηριότητες που είναι νόμιμες ως προς τη φύση τους αλλά δεν δηλώνονται στις δημόσιες αρχές, κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων.
Άρθρο 33
Μεταβατικές − Καταργούμενες διατάξεις
Το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του ν. 2639/1998 (Α΄ 205) εντάσσεται ή μεταφέρεται στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) που συνιστάται με το άρθρο 1 και ανακατανέμεται στις νέες οργανικές μονάδες. Το ανωτέρω προσωπικό εντάσσεται ή μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, την οργανική θέση, βαθμό, κλάδο και ειδικότητα που κατέχει. Οι Επιθεωρητές Εργασίας που υπηρετούν στο Σ.ΕΠ.Ε. και στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατά τη δημοσίευση του παρόντος θεωρείται ότι έχουν λάβει την πιστοποίηση του άρθρου 6. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου, η τοποθέτηση του ανωτέρω προσωπικού γίνεται με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Όσοι μόνιμοι υπάλληλοι του Σ.ΕΠ.Ε. και του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ανήκουν στους κλάδους ΤΕ Εργοδηγών, ΔΕ Διοικητικού – Λογιστικού, ΔΕ Πληροφορικής και ΔΕ Τεχνικών (εκτός ΔΕ Τεχνικών – Οδηγών) και ασκούν καθήκοντα Επιθεωρητή Εργασίας κατά τη δημοσίευση του παρόντος, εξακολουθούν να τα ασκούν και μετά τη δημοσίευση αυτού.
Συμβάσεις μίσθωσης έργου που έχουν συναφθεί με το Σ.ΕΠ.Ε. του ν. 2639/1998 εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη τους.
Διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη για πλήρωση θέσεων σε κεντρικό ή περιφερειακό επίπεδο, συνεχίζονται κανονικά για λογαριασμό του Σ.ΕΠ.Ε. του άρθρου 1. Το προσλαμβανόμενο προσωπικό και οι αντίστοιχες οργανικές θέσεις μεταφέρονται στο Σ.ΕΠ.Ε. του άρθρου 1.
Οι προϊστάμενοι οργανικών μονάδων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Σ.ΕΠ.Ε. του ν. 2639/1998 τοποθετούνται, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, σε θέσεις Προϊσταμένων στις οργανικές μονάδες όπου μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος ασκούσαν τα καθήκοντά τους ή σε αντίστοιχου επιπέδου οργανικές μονάδες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας που συστήνεται με το άρθρο 1 και εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση νέου Προϊσταμένου.
Οι διατάξεις που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη, τις αποδοχές (μισθοδοσία, επιδόματα, έξοδα κίνησης και αποζημιώσεις), το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του εντασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ένταξή του στο νεοσυστηνόμενο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
Ο Ειδικός Γραμματέας, ο οποίος μέχρι και σήμερα προΐσταται του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του ν. 2639/1998, μεταφέρεται με τον ίδιο βαθμό και στην ίδια θέση που έχει κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στο νεοσυστηνόμενο με τον παρόντα νόμο Σ.ΕΠ.Ε.
Διατάξεις άλλων νόμων και προεδρικών διαταγμάτων που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου εξακολουθούν να ισχύουν. θρο 11 του ν. 3144/2003, το άρθρο 28 του ν. 2956/ 2001, η υ.α. 80068/2003 (Β΄ 1447) και η υ.α. 80031/2003 (Β΄ 905), καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ισχύει κατά τη δημοσίευση του παρόντος και ρυθμίζει διαφορετικά τη διοικητική διάρθρωση των διευθύνσεων και τμημάτων του Σ.ΕΠ.Ε. στις κεντρικές και περιφερειακές υπηρεσίες του, την κατανομή των οργανικών θέσεων και αρμοδιοτήτων στο καταργούμενο Σ.ΕΠ.Ε. του ν. 2639/1998. Μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 10 καταργούνται το π.δ. 136/1999, το άρθρο 1 του ν. 3762/2009, το άρθρο 11 του ν. 3144/2003, το άρθρο 28 του ν. 2956/2001, η υ.α. 80068/2003 (Β΄ 1447) και η υ.α. 80031/2003 (Β΄ 905), καθώς και κάθε άλλη αντίθετη διάταξη που προβλέπει διαφορετική ρύθμιση ως προς τη διοικητική διάρθρωση των διευθύνσεων και τμημάτων του Σ.ΕΠ.Ε. στις κεντρικές και περιφερειακές υπηρεσίες του, την κατανομή των αρμοδιοτήτων και των οργανικών θέσεων στις υπηρεσίες του.
Καθήκοντα Συμφιλιωτή του άρθρου 3 εξακολουθούν να ασκούν όσοι υπάλληλοι και Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων του Σ.ΕΠ.Ε. ασκούν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος τα καθήκοντα αυτά.
Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του άρθρου 1 αποτελεί καθολικό διάδοχο ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του ν. 2639/1998.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, συνεχίζονται από το νεοσυστηνόμενο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του άρθρου 1.
Η υποπερίπτωση 4 της περίπτωσης Δ΄ της παραγράφου ΙΙ του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) καταργείται.
Τα άρθρα 6 έως 17 του ν. 2639/1998 καταργούνται.
Το άρθρο 76 του ν. 3746/2009 (Α΄ 27) διατηρείται σε ισχύ.
Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3762/ 2009 (Α΄ 75) διατηρούνται σε ισχύ.
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΥΠΑΘΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
Άρθρο 34
Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων
Το άρθρο 20 του ν. 2434/1996 (Α΄188), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2556/1997 (Α΄270), «1. Από 1.1.2011 το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) καταβάλλεται στους δικαιούχους σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, των οργανισμών κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΟΓΑ, καθώς και του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.), από τους φορείς από τους οποίους συνταξιοδοτούνται, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
- α) Οι συνταξιούχοι γήρατος και θανάτου να έχουν
συμπληρώσει την 1η Ιανουαρίου 2011 το 60ό έτος της ηλικίας τους. Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας, καθώς και για τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους, δεν απαιτείται όριο ηλικίας.
- β) Το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημά τους από
συντάξεις (κύριες, επικουρικές και βοηθήματα), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα που χορηγήθηκαν σε μισθωτό, να μην υπερβαίνει το ποσό των οχτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εννέα λεπτών (8.472,09 ευρώ). Για τον προσδιορισμό του εισοδήματος αυτού δεν λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που αντιστοιχούν στη σύνταξη αναπήρων και θυμάτων πολεμικής περιόδου κατά την εκτέλεση της στρατιωτικής υπηρεσίας, στην ισόβια σύνταξη σε πολύτεκνες μητέρες (ν. 1892/1990, άρθρο 63 παρ. 4, όπως ισχύει), καθώς και στα προνοιακά βοηθήματα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
- γ) Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο, καθώς
και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα του συνταξιούχου να μην υπερβαίνει το ποσό των εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και έντεκα λεπτών (9.884,11 ευρώ).
- δ) Το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο,
καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα να μην υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα ευρώ και ενενήντα λεπτών (15.380,90 ευρώ). Τα παραπάνω ποσά αφορούν εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους.
- ε) Το συνολικό ακαθάριστο ποσό κύριας και επικουρικής
σύνταξης που καταβάλλεται κατά το μήνα έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως επιδόματα, πλην των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων – Πάσχα και επιδόματος αδείας, να μην υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα (850,00) ευρώ. Το ποσό σύνταξης, όπως προσδιορίζεται από το πρώτο εδάφιο, δεν πρέπει να υπερβαίνουν κατά τον πρώτο πλήρη μήνα συνταξιοδότησης και όσοι καταστούν συνταξιούχοι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου και έως την 31.12.2011. Για κάθε έτος, αρχής γενομένης από 1.1.2012 και εξής, εξετάζεται το καταβαλλόμενο ως ανωτέρω ποσό συντάξεων κατά το μήνα έκδοσης της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 5 ή το δικαιούμενο ποσό συντάξεων κατά τον πρώτο πλήρη μήνα συνταξιοδότησης, αν η συνταξιοδότηση χωρεί μετά την έκδοση της υπουργικής απόφασης.
- στ) Διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα.
Το Ε.Κ.Α.Σ. χορηγείται και σε εκείνους που καθίστανται συνταξιούχοι των ανωτέρω οργανισμών κύριας ασφάλισης μετά την 1η Ιανουαρίου 2011, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1. Στους συνταξιούχους λόγω γήρατος που συμπληρώνουν το όριο ηλικίας μετά την ημερομηνία αυτή, το Ε.Κ.Α.Σ. καταβάλλεται από την 1η του επόμενου μήνα εκείνου που συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους.
Ποσό επιδόματος: α. Για συνολικά ποσά εισοδήματος από συντάξεις (κύριες και επικουρικές), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα και μέχρι επτά χιλιάδες επτακόσια δεκαπέντε ευρώ και εξήντα πέντε λεπτά (7.715,65 ευρώ) καταβάλλεται επίδομα διακόσια τριάντα ευρώ (230,00 ευρώ) μηνιαίως. (7.715,66 ευρώ) μέχρι του ποσού των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εννέα λεπτών (8.472,09 ευρώ) καταβάλλεται ποσό μηνιαίου επιδόματος (Ε.Κ.Α.Σ.) σύμφωνα με τα παρακάτω: βα. Από επτά χιλιάδες επτακόσια δεκαπέντε ευρώ και εξήντα έξι λεπτά (7.715,66 ευρώ) και μέχρι του ποσού των οκτώ χιλιάδων δεκαοκτώ ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (8.018,26 ευρώ) ποσό εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτών (172,50 ευρώ). ββ. Από οκτώ χιλιάδες δεκαοκτώ ευρώ και είκοσι επτά λεπτά (8.018,27 ευρώ) και μέχρι του ποσού των οκτώ χιλιάδων διακοσίων δεκαεννέα ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (8.219,93 ευρώ) ποσό εκατόν δέκα πέντε ευρώ (115,00 ευρώ). βγ. Από οκτώ χιλιάδες διακόσια δεκαεννέα ευρώ και ενενήντα τέσσερα λεπτά (8.219,94 ευρώ) μέχρι του ποσού των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εννέα λεπτών (8.472,09 ευρώ) ποσό πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (57,50 ευρώ). γ. Τα ίδια ως άνω ποσά επιδόματος χορηγούνται και στους συνταξιούχους αναπηρίας που λαμβάνουν πλήρη σύνταξη. Στους συνταξιούχους γήρατος και αναπηρίας που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη, το επίδομα ισούται με τα 2/3 των ανωτέρω ποσών. Προκειμένου για συνταξιούχους λόγω αναπηρίας, οποιαδήποτε μεταβολή στο ποσοστό αναπηρίας του δικαιούχου εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους στο οποίο καταβάλλεται το Ε.Κ.Α.Σ., δεν επιφέρει οποιαδήποτε μεταβολή στο ποσό του επιδόματος. Στις περιπτώσεις συνδικαιούχων σύνταξης λόγω θανάτου, τα ποσά του Ε.Κ.Α.Σ. επιμερίζονται κατά το ίδιο ποσοστό επιμερισμού της σύνταξης που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κάθε ασφαλιστικού φορέα.
Για τις περιπτώσεις των συνταξιούχων που πληρούσαν τις προϋποθέσεις για τη λήψη του Ε.Κ.Α.Σ. για το μέχρι 31.12.2010 χρονικό διάστημα, πλην όμως δεν άσκησαν το δικαίωμά τους ή δεν τους καταβλήθηκε το επίδομα και, εφόσον δεν έχει επέλθει παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 137 του ν. 3655/2008 και την παρ. 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 2556/1997, όπως ισχύουν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Από 1.1.2012 και εξής και σε ετήσια βάση τα ποσά που αναφέρονται στα εισοδηματικά κριτήρια της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού δύνανται να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, με βάση το ποσοστό αύξησης του εισοδήματος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, που αναφέρεται στο κριτήριο β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και αντιστοιχεί σε συνταξιούχο πλήρους κατώτατου ορίου κύριας σύνταξης γήρατος του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ, χωρίς προσαυξήσεις. Με την ίδια απόφαση δύνανται να αναπροσαρμόζονται και τα ποσά του Ε.Κ.Α.Σ. για τις από 1.1.2012 και εφεξής ετήσιες χρονικές περιόδους, με βάση την εξέλιξη του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του έτους αναπροσαρμογής. Τα ποσά του Ε.Κ.Α.Σ. που καταβλήθηκαν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα δεν λαμβάνονται υπόψη για την εξέταση της συνδρομής των εισοδηματικών κριτηρίων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
Οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν σύνταξη από περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς κύριας ασφάλισης, το Δημόσιο ή το ΝΑΤ επιλέγουν με αίτησή τους τον φορέα που θα καταβάλλει το επίδομα. Σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δήλωσης εκ μέρους του συνταξιούχου είτε για τον φορέα καταβολής του επιδόματος είτε για τα εισοδηματικά στοιχεία, καθώς και σε περίπτωση πολλαπλής είσπραξης του επιδόματος, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά του επιδόματος παρακρατούνται στο διπλάσιο, από το ποσό της κύριας σύνταξης, σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του ασφαλιστικού οργανισμού.
Ο έλεγχος των εισοδηματικών κριτηρίων χορήγησης του επιδόματος για κάθε έτος διενεργείται το αργότερο μέχρι το τέλος του Απριλίου του αντίστοιχου έτους και σε καμία περίπτωση δεν χορηγούνται ποσά Ε.Κ.Α.Σ. σε μη δικαιούχους από την 1η Μαΐου του ίδιου έτους.
Το ποσό του Ε.Κ.Α.Σ. δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Κλάδου Ασθένειας των οικείων ταμείων ούτε στην Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α΄115).
Η δαπάνη των ασφαλιστικών φορέων για την καταβολή του Ε.Κ.Α.Σ. καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
Το Ε.Κ.Α.Σ. αποτελεί ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή σε χρήμα, καταβαλλόμενο με την προϋπόθεση της μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα και δεν εξάγεται.
Ελάχιστη παροχή κατά την έννοια του άρθρου 58 του Κανονισμού (ΕΚ)883/2004 είναι το ποσό της βασικής σύνταξης του άρθρου 2 του ν. 3863/2010, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου. Εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης κρίνονται με τις ανωτέρω διατάξεις.»
α. Ειδικά για τους κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού δικαιούχους σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και θανάτου των Οργανισμών Κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΟΓΑ, καθώς και του NAT, καταβάλλεται από τον επόμενο της δημοσίευσης του νόμου αυτού μήνα ποσό ΕΚΑΣ 30 ευρώ μηνιαίως, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
- αα) Το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημά τους από
συντάξεις (κύριες, επικουρικές και βοηθήματα), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα, κυμαίνεται από 8.472,10 ευρώ μέχρι 9.200,00 ευρώ.
- ββ) Το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο,
καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 13.500,00 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά αφορούν εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους.
- γγ) Πληρούν όλες τις λοιπές προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 2434/1996 (Α΄188),
όπως ισχύει. β. Το ανωτέρω ποσό του ΕΚΑΣ χορηγείται και σε εκείνους που καθίστανται συνταξιούχοι των ανωτέρω Οργανισμών Κύριας Ασφάλισης μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου αυτής. Στους συνταξιούχους λόγω γήρατος ή θανάτου που συμπληρώνουν το απαιτούμενο όριο ηλικίας μετά την δημοσίευση του νόμου, το ανωτέρω ποσό ΕΚΑΣ κα εξαίρεση τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας, καθώς και τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους, για τους οποίους δεν απαιτείται όριο ηλικίας. γ. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3 και των παραγράφων 5 έως 11 του άρθρου 20 του ν. 2434/1996 (Α΄ 188), όπως ισχύει.
Άρθρο 35
Ρυθμίσεις ασφάλισης ασθένειας − Κάλυψη ανέργων
Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 31 του α.ν. 1846/ 1951 προστίθενται παράγραφοι ως εξής: «1.Α. Οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ, καθώς και τα μέλη οικογένειάς τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33 για την περίοδο από 1.3.2011 έως 29.2.2012 καλύπτονται από το ΙΚΑ−ΕΤΑΜ για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον πενήντα (50) ημέρες ασφάλισης, είτε το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάμηνο, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ημέρες που πραγματοποιήθηκαν κατά το τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του δεκαπενταμήνου. 1.Β. Οι εργαζόμενοι της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης Περάματος, καθώς και των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και Ελευσίνας και τα μέλη της οικογένειάς τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33 για την περίοδο από 1.3.2009 μέχρι 28.2.2013, καλύπτονται από το ΙΚΑ− ETAM για παροχές ασθένειας σε είδος, χωρίς την προϋπόθεση συμπλήρωσης ημερών ασφάλισης. 1.Γ. Οι ρητινοσυλλέκτες και τα μέλη της οικογένειάς τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33, κάτοικοι των περιοχών που έχουν χαρακτηρισθεί ως πυρόπληκτες και ασφαλίζονται στο ΙΚΑ − ΕTΑΜ, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 2450/24.1.1967 Α.Υ.Ε. (Β΄ 70), για την περίοδο από 1.3.2009 μέχρι 28.2.2013, καλύπτονται από το ΙΚΑ − ETAM για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον είχαν δικαίωμα παροχών σε είδος το έτος 2007. 1.Δ. Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, οι οποίοι το 2009 απασχολήθηκαν σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις του νομού Κέρκυρας, που δεν λειτούργησαν το έτος 2010 και τα μέλη οικογενείας τους, καλύπτονται από το ΙΚΑ−ΕΤΑΜ για παροχές ασθένειας σε είδος για την περίοδο από 1.3.2011 έως 29.2.2012, εφόσον είχαν τις απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις για το έτος 2009. Για την ασφάλιση των παραπάνω προσώπων, ο ΟΑΕΔ καταβάλλει στο ΙΚΑ−ΕΤΑΜ για τον Κλάδο Ασθένειας σε είδος μηνιαία εισφορά σε ποσοστό 6,45% επί του εκάστοτε βασικού ημερήσιου επιδόματος ανεργίας.»
Η ασφαλιστική κάλυψη των ανέργων που έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/ 1999 (Α΄ 273), παρατείνεται για ένα έτος από τη λήξη της και πάντως όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2011. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα αναφερόμενα στις επί μέρους διατάξεις του παραπάνω νόμου και ο ΟΑΕΔ υποχρεούται να καταβάλλει την προβλεπόμενη εισφορά στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Άρθρο 36
Προστασία από απόλυση λόγω μητρότητας
Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153) «1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.»
Η αληθής έννοια του άρθρου 142 του ν. 3655/2008 είναι ότι στο πεδίο εφαρμογής αυτού εμπίπτει η μητέρα που είναι ασφαλισμένη του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, εργάζεται με σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα και για την εναλλακτική χρήση του μειωμένου ωραρίου ως άδειας για φροντίδα του παιδιού καλύπτεται αποκλειστικά και μόνο από τις ρυθμίσεις της εκάστοτε ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (Ε.Γ.Σ.Ε.Ε.), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. των ετών 2004−2005.
Το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 142 του ν. 3655/2008 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Ο χρόνος της ειδικής άδειας προστασίας της μητρότητας λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους κλάδους κύριας σύνταξης και ασθένειας του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ, καθώς και στους οικείους φορείς επικουρικής ασφάλισης, οι δε προβλεπόμενες εισφορές υπολογίζονται επί του κατά περίπτωση αναφερόμενου παραπάνω ποσού, από το οποίο ο ΟΑΕΔ παρακρατεί την προβλεπόμενη εισφορά ασφαλισμένου και την αποδίδει στους αρμόδιους φορείς μαζί με την προβλεπόμενη εισφορά εργοδότη που βαρύνει τον ΟΑΕΔ. Ο χρόνος ασφάλισης, που έχει διανυθεί από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου θεωρείται χρόνος ασφάλισης στον Κλάδο Ασθένειας σε είδος και σε χρήμα του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ.»
Η παρ. 2 του άρθρου 148 του ν. 3655/2008 αντικαθίσταται από την έναρξη ισχύος του ν. 3655/2008 ως ακολούθως: «2. Οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ δικαιούνται επίδομα ασθένειας, εφόσον πέραν των λοιπών προϋποθέσεων που ορίζονται από διατάξεις του Κανονισμού του έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον εκατό (100) ημέρες ασφάλισης, οι οποίες από 1.1.2009 αυξάνονται ανά δέκα (10) κατ’ έτος και μέχρι εκατόν είκοσι (120). Προκειμένου για οικοδόμους, οι ογδόντα ημέρες της παρ. βα΄ του άρθρου 35 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) αυξάνονται από την ίδια ως άνω ημερομηνία ανά δέκα (10) κατ’ έτος και μέχρι εκατό (100).»
Άρθρο 37
Συνταξιοδότηση γονέων, συζύγων και αδελφών αναπήρων
Η παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου ν. 3655/2008, αντικαθίσταται ως εξής: «4.α. Γονείς και αδέλφια ατόμων άγαμων με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, τα οποία δεν εργάζονται και δεν νοσηλεύονται σε ιδρύματα με δαπάνη ασφαλιστικού ή άλλου δημόσιου φορέα, καθώς και σύζυγοι αναπήρων με ποσοστό 80% και άνω, εφόσον έχουν διανύσει τουλάχιστον δεκαετή έγγαμο βίο, ασφαλισμένοι σε φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 7.500 ημερών εργασίας ή 25 ετών πραγματικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση. Για τη συμπλήρωση του ανωτέρω προσδιοριζόμενου χρόνου λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρόνος στρατιωτικής θητείας που αναγνωρίζεται κατόπιν εξαγοράς κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1358/1983 (Α΄ 64), ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών του άρθρου 6 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153), που αναγνωρίζεται κατόπιν εξαγοράς κατά τα οριζόμενα στην παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όπως ισχύει κάθε φορά, καθώς και ο προβλεπόμενος από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. χρόνος απουσίας από την εργασία λόγω κύησης και λοχείας, με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης ζ΄ του παρόντος άρθρου ως προς τους αναγνωριζόμενους χρόνους των ασφαλισμένων του ΟΓΑ. Το δικαίωμα συνταξιοδότησης ασκείται διαζευκτικά από τον ένα γονέα ή, στην περίπτωση των αδελφών, από έναν αδελφό/ή σε έναν φορέα κύριας και σε έναν φορέα επικουρικής ασφάλισης, υπό τους όρους και προϋποθέσεις των επόμενων περιπτώσεων και δεν ισχύει για χορήγηση δεύτερης σύνταξης. β. Για την άσκηση του δικαιώματος από το γονέα του ανάπηρου τέκνου, πρέπει, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση, ο έτερος γονέας να μην λαμβάνει ή να μη δικαιούται σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2.400 ημέρες ή 8 έτη πραγματικής ασφάλισης εκ των οποίων 600 ημέρες ή 2 έτη τα τελευταία 4 χρόνια, σε φορείς κύριας ασφάλισης ή/και το Δημόσιο και να εργάζεται. Αν ο γάμος λυθεί, το δικαίωμα ασκείται από τον γονέα που έχει την επιμέλεια του ανάπηρου παιδιού με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Αν το παιδί είναι ενήλικο, το δικαίωμα ασκείται από τον γονέα που είχε την επιμέλεια όσο ήταν ανήλικο. Αν η ενηλικίωση επήλθε πριν τη λύση του γάμου, το δικαίωμα ασκείται από έναν από τους δύο γονείς με τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης αυτής. Σε περίπτωση που το ανάπηρο παιδί έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το δικαίωμα ασκείται από τον γονέα που έχει ορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης. γ. Για την άσκηση του δικαιώματος από τον αδελφό/ή πρέπει για τουλάχιστον μία πενταετία πριν την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως για συνταξιοδότηση:
- αα) να έχει οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης του/της
αδελφού/ής με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας ή ββ) ο/η με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω αδελφός/ή να συνοικεί αποδεδειγμένα και να τον βαρύνει. Κατά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης οι δύο αδελφοί απαιτείται να είναι ορφανοί και από τους δύο γονείς ή ο εν ζωή γονέας να είναι ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω. Σε περίπτωση παύσης της δικαστικής συμπαράστασης ή διακοπής της συνοίκησης, η σύνταξη διακόπτεται από την ημερομηνία της παύσης ή της διακοπής αντίστοιχα και επαναχορηγείται εφόσον συντρέξουν εκ νέου οι προϋποθέσεις του παρόντος. δ. Για την άσκηση του δικαιώματος απαιτείται η υποβολή εκ μέρους του έτερου ασφαλισμένου γονέα υπεύθυνης δήλωσης προς τον οικείο ασφαλιστικό του φορέα ή τους φορείς, αν συντρέχει ασφάλιση σε περισσότερους του ενός ή το Δημόσιο, ότι δεν έχει και δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα συνταξιοδότησης που του παρέχει η παρούσα διάταξη. ε. Αν το ανάπηρο παιδί ή σύζυγος ή αδελφός ή αδελφή αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχοληθεί, αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης για όσο χρόνο διαρκεί η εργασία ή η αυτοαπασχόληση. Το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το πλήρες κατώτατο όριο σύνταξης λόγω γήρατος, που καταβάλλεται κάθε φορά από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα. στ. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται και για εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του οριστική απόφαση συνταξιοδότησης. ζ. Για τους ασφαλισμένους του ΟΓΑ γονείς και αδελφούς ατόμων αγάμων, καθώς και συζύγους αναπήρων, απαιτούνται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, 20 έτη ασφάλισης και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης Αγροτών για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.2012 και 25 έτη ασφάλισης και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στον Κλάδο για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και εξής. Για τη συμπλήρωση των προαναφερόμενων χρονικών προϋποθέσεων λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας που αναγνωρίζεται κατόπιν εξαγοράς, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3232/2004, ο χρόνος διαδοχικής ασφάλισης σε φορείς κύριας ασφάλισης και ο χρόνος ασφάλισης που διανύθηκε υπό τη νομοθεσία κοινωνικής ασφάλειας κρατών−μελών της Ε.Ε., χωρών του Ε.Ο.Χ. ή της Ελβετίας ή χωρών με τις οποίες έχει συναφθεί διμερής σύμβαση κοινωνικής ασφάλειας. Στη χορηγούμενη σύνταξη προστίθεται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 2458/1997, η συνταξιοδοτική παροχή που προβλέπεται από το άρθρο 4 του ν. 4169/1961, όπως ισχύει, επιφυλασσομένων των διατάξεων του εδαφίου δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, καθώς και αυτών της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 1287/1982, εφόσον έχουν συμπληρωθεί οι ως άνω χρονικές προϋποθέσεις ασφάλισης στον Κλάδο, χωρίς να συνυπολογίζεται στην περίπτωση αυτή ο χρόνος διαδοχικής ασφάλισης σε φορείς κύριας ασφάλισης, καθώς και ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας.»
α. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115) αντικαθίσταται ως ακολούθως: «γ. Εξαιρούνται της παρακράτησης της Ειδικής Εισφοράς οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν το εξωϊδρυματικό επίδομα του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α΄ 68), όπως ισχύει, καθώς και οι συνταξιούχοι της παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, όπως ισχύει, και της παρ. αναπηρίας.» β. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 32 του ν. 3896/2010 (Α΄ 207) τροποποιείται ως εξής : «Ειδικά για το εξωϊδρυματικό επίδομα που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι των ασφαλιστικών Οργανισμών κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του NAT, καθώς και για το επίδομα απόλυτης αναπηρίας με το οποίο προσαυξάνεται η σύνταξη των τυφλών συνταξιούχων των Οργανισμών αυτών, ως δώρο εορτών Χριστουγέννων χορηγείται ολόκληρο το ποσό του μηνιαίου καταβαλλόμενου επιδόματος απόλυτης αναπηρίας ή του εξωϊδρυματικού επιδόματος, ενώ ως δώρο Πάσχα και επιδόματος αδείας το ήμισυ του μηνιαία καταβαλλόμενου επιδόματος απόλυτης αναπηρίας ή του εξωϊδρυματικού επιδόματος αντίστοιχα.»
α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48), όπως ισχύει, τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Ο/η διαζευγμένος/η, σε περίπτωση θανάτου του/ της πρώην συζύγου δικαιούται σύνταξη λόγω θανάτου του/της πρώην συζύγου από τους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και το ΝΑΤ εφόσον πληροί αθροιστικά τις εξής προϋποθέσεις:». β. Το στοιχείο γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48), όπως ισχύει, τροποποιείται ως ακολούθως: «γ. Δέκα (10) έτη έγγαμου βίου μέχρι τη λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.» γ. Το στοιχείο ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48), όπως ισχύει, τροποποιείται ως ακολούθως: «ε. Συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημα το οποίο να μην υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού των εκάστοτε καταβαλλόμενων από τον Ο.Γ.Α. ετήσιων συντάξεων στους ανασφάλιστους υπερήλικες.» δ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48), όπως ισχύει, τροποποιείται ως ακολούθως: «2. Το ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης που δικαιούται ο/η διαζευγμένος/η καθορίζεται ως εξής: α. Σε περίπτωση θανάτου του/της πρώην συζύγου, εφόσον ο γάμος είχε διαρκέσει δέκα (10) έτη έως τη λύση του με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα επιμερίζεται κατά 75% στο χήρο ή χήρα και 25% στον/στη διαζευγμένο/η. Για κάθε έτος εγγάμου βίου πέραν του δεκάτου (10ου) και μέχρι το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος διάρκειας του γάμου, το ποσοστό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα μειώνεται κατά 1% στο χήρο ή χήρα και αυξάνεται αντίστοιχα κατά 1% στον/στη διαζευγμένο/η. Προκειμένου περί έγγαμου βίου που διήρκησε πλέον των τριάντα πέντε (35) ετών έως τη λύση του κατά τα ανωτέρω, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα επιμερίζεται κατά 50% στο χήρο ή χήρα και 50% στον/στη διαζευγμένο/η. Στις ανωτέρω περιπτώσεις εάν ο θανών ή η θανούσα δεν καταλείπει χήρο ή χήρα, ο/η διαζευγμένος/η δικαιούται το αυτό ποσοστό του/της διαζευγμένου/ης κατά τα ως άνω, της σύνταξης που θα εδικαιούτο ο χήρος ή η χήρα. β. Σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός δικαιούχων διαζευγμένων το αναλογούν για τον/τη διαζευγμένο/η κατά τα ως άνω ποσοστά ποσό σύνταξης κύριας και επικουρικής επιμερίζεται εξίσου μεταξύ αυτών.» ε. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο θάνατος επέρχεται μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού.
Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 612/1977 (Α΄164) εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους των ασφαλιστικών οργανισμών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι πάσχουν από κυστική ίνωση ή μόνιμη ορθοκυστική διαταραχή, εφόσον για τις παθήσεις τους αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Άρθρο 38
Επιτάχυνση διαδικασίας απονομής συντάξεων
Οι ασφαλιστικοί φορείς κύριας ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το Δημόσιο και το ΝΑΤ υποχρεούνται, εφόσον έχει εκδοθεί βεβαίωση χρόνου ασφάλισης, να εκδίδουν την οριστική απόφαση συνταξιοδότησης το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης και των δικαιολογητικών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις. Σε περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης, το παραπάνω χρονικό διάστημα επιμηκύνεται σε έξι (6) μήνες.
Για τη συνταξιοδότηση ασφαλισμένων λόγω αναπηρίας, η προθεσμία που αναφέρεται στην ανωτέρω παράγραφο αρχίζει από την κοινοποίηση στον φορέα ή την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο της οριστικής γνωμάτευσης της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής.
Αν δεν είναι δυνατή για οποιονδήποτε λόγο η έκδοση της οριστικής συνταξιοδοτικής απόφασης εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1, ο ασφαλιστικός φορέας εκδίδει πράξη προσωρινής σύνταξης μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερών από την υποβολή της αίτησης που συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 σχετικά με το χρόνο ασφάλισης στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία και την υποβολή των δικαιολογητικών που απαιτούνται και εβδομήντα πέντε (75) ημερών, σε περίπτωση συνταξιοδότησης με διαδοχική ασφάλιση. Το ύψος του ποσού της προσωρινής σύνταξης αντιστοιχεί τουλάχιστον με το 80% της σύνταξης που προκύπτει από το χρόνο ασφάλισης και τις εισφορές ή τις αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση για τον υπολογισμό της σύνταξης και προκειμένου για το ΙΚΑ − ΕΤΑΜ με τις μεικτές αποδοχές που έλαβε ο ασφαλισμένος το μήνα Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης ή σε περίπτωση προγενέστερης διακοπής της ασφάλισής του, τον τελευταίο μήνα απασχόλησής του, όπως οι αποδοχές αυτές προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα ασφαλιστικά βιβλιάρια. Σε κάθε περίπτωση το ποσό της προσωρινής σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται του 90% του εκάστοτε ισχύοντος κατά κατηγορία σύνταξης Κατώτατου Ορίου. Το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται στον ασφαλισμένο με την προσωρινή σύνταξη συμψηφίζεται με το Εάν μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών για την έκδοση της οριστικής πράξης απονομής της σύνταξης, διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ή ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στην υπεύθυνη δήλωση του ασφαλισμένου δεν είναι ακριβή, θα αναζητηθούν τα ποσά συντάξεων που εισπράχθηκαν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Αν δεν προκύπτει υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, η επιστροφή των ποσών θα γίνεται άτοκα. Σε κάθε περίπτωση, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ή εβδομήντα πέντε (75) ημέρες αντίστοιχα σε περίπτωση συνταξιοδότησης με διαδοχική ασφάλιση από την υποβολή της αίτησης, πρέπει να εκδοθεί αιτιολογημένη πράξη απόρριψης της αίτησης για προσωρινή σύνταξη ή πράξη προσωρινής συνταξιοδότησης. Για τις συνταξιοδοτικές περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης, στην καταβολή της ως άνω προσωρινής σύνταξης, υποχρεούται ο τελευταίος φορέας, εφόσον διαπιστώνεται ότι από το συνολικό χρόνο ασφάλισης που αναφέρεται στην υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος συντρέχουν οι ελάχιστες χρονικές προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση, σύμφωνα με τη νομοθεσία του. Στις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης και εφόσον ο απονέμων φορέας είναι διαφορετικός από εκείνον που χορηγεί την προσωρινή σύνταξη, τα ποσά σύνταξης που καταβλήθηκαν από τον φορέα αυτόν δεν αναζητούνται από τον ασφαλισμένο, αλλά συμψηφίζονται με τα ποσά σύνταξης που οφείλει να καταβάλλει ο απονέμων Οργανισμός.
Όταν ο απονέμων τη σύνταξη φορέας είναι το Δημόσιο, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 και 3 προθεσμίες ξεκινούν μετά την καταβολή των τρίμηνων αποδοχών.
Η διάταξη για την έκδοση της προσωρινής σύνταξης δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. Όταν ο ασφαλισμένος με δήλωσή του δεν επιθυμεί την έκδοση προσωρινής σύνταξης. β. Όταν οι ασφαλισμένοι δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. γ. Όταν για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων πρέπει να εφαρμοστούν οι Κανονισμοί 883/2004 και 987/2009 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και οι διμερείς συμβάσεις κοινωνικής ασφάλειας, εκτός των περιπτώσεων που θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο με το χρόνο ασφάλισης σε ελληνικό ασφαλιστικό φορέα. δ. Όταν οι ασφαλισμένοι δεν έχουν καταθέσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά. ε. Όταν ζητείται σύνταξη λόγω θανάτου ασφαλισμένου/ης από τους γονείς του. στ. Όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα και άλλη σύνταξη. ζ. Όταν δεν έχει διακοπεί η εργασία κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης. η. Όταν είναι απαραίτητη η προηγούμενη αναγνώριση χρόνων ασφάλισης για θεμελίωση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων. θ. Όταν υπάρχουν οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές ποσού που υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις ποσά.
Για την επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης συνταξιοδοτικών αποφάσεων ορίζονται κλιμάκια από υπαλλήλους των ασφαλιστικών οργανισμών που υπηρετούν ή έχουν υπηρετήσει δύο (2) τουλάχιστον χρόνια σε υπηρεσίες ανακεφαλαίωσης χρόνου ασφάλισης ή απονομής ή πληρωμής συντάξεων και διαθέτουν την ανάλογη εμπειρία. Τα ανωτέρω κλιμάκια, με βάση τις αρμοδιότητες εκάστου, διακρίνονται σε δύο (2) κατηγορίες, ως ακολούθως: α) Κλιμάκιο Ανακεφαλαίωσης Χρόνου Ασφάλισης και β) Κλιμάκιο Απονομής και Πληρωμής Προσωρινών και Οριστικών Συντάξεων. Η συμμετοχή στα κλιμάκια είναι προαιρετική, η δε σχετική βούληση εκδηλώνεται με υποβολή αίτησης προς τον Διοικητή ή Πρόεδρο του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ο οποίος και εκδίδει την απόφαση ορισμού τους ως πιστοποιημένων εισηγητών, μετά την επιτυχή συμμετοχή τους σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα, σχετικό με την αρμοδιότητα του κλιμακίου, στο οποίο θα ενταχθούν. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο συντονιστής ανά κλιμάκιο. Οι πιστοποιημένοι εισηγητές υποχρεούνται να παρέχουν υπηρεσίες ενημέρωσης πολιτών από τα Κέντρα Ενημέρωσης Ασφαλισμένων και Συνταξιούχων (Κ.Π.Α.Σ.) για δύο (2) ημέρες κάθε μήνα. Οι πιστοποιημένοι εισηγητές εργάζονται και εκτός ωραρίου εργασίας, για την απασχόλησή τους δε αυτή και με βάση το παραγόμενο έργο καταβάλλεται μηνιαία αποζημίωση κατά παρέκκλιση των περιορισμών της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40).
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Δ.Σ. του οικείου ασφαλιστικού φορέα, ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εκπαίδευση των συμμετεχόντων, τη λειτουργία των κλιμακίων και τη μέτρηση του παραγόμενου έργου, τόσο κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας όσο και εκτός αυτού. Το ύψος της αποζημίωσης, καθώς και ο τρόπος και οι προϋποθέσεις καταβολής της καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από εισήγηση των Δ.Σ. των ασφαλιστικών οργανισμών.
Άρθρο 39
Πλασματικός χρόνος παιδιών
Η παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 3029/2002, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 141 του ν. 3655/ 2008, αντικαθίσταται ως εξής: «7. Στους ασφαλισμένους των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΟΓΑ, καθώς και του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ), οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τις προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από 1.1.2011 και εφεξής, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3863/ 2010, αναγνωρίζεται πλασματικός χρόνος για κάθε παιδί, ο οποίος ανέρχεται σε 1 έτος ή 300 ημέρες ασφάλισης για το πρώτο παιδί και σε 2 έτη ή 600 ημέρες ασφάλισης για κάθε επόμενο παιδί και μέχρι το τρίτο. Ο χρόνος που αναγνωρίζεται λαμβάνεται υπόψη τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ασφαλισμένοι έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 3.600 ημέρες ή 12 έτη πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης. Ο χρόνος αυτός συνυπολογίζεται επιπλέον του χρόνου που αναγνωρίζεται με Αν συντρέχει ασφάλιση σε περισσότερους του ενός φορείς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, το δικαίωμα αναγνώρισης του ανωτέρω χρόνου ασκείται σε έναν μόνο φορέα κύριας και σε έναν φορέα επικουρικής ασφάλισης, κατ’ επιλογή. Ο εν λόγω αναγνωριζόμενος χρόνος δεν συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση των μητέρων ανήλικων ή ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία παιδιών και χήρων πατέρων ανήλικων ή ανάπηρων παιδιών, των κατά περίπτωση απαιτούμενων ημερών ασφάλισης στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, του προβλεπόμενου από καταστατικές διατάξεις χρόνου για συνταξιοδότηση σε περίπτωση απόλυσης, καθώς και για τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης ή προσαύξηση της σύνταξης με τις ειδικές διατάξεις του ν. 3717/2008 (Α΄ 239), του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 (Α΄178) και του άρθρου 34 του ν. 3762/2009 (Α΄ 75 ). Η αναγνώριση του ανωτέρω πλασματικού χρόνου γίνεται κατόπιν αίτησης των ενδιαφερομένων και την καταβολή, για κάθε μήνα, ποσού εξαγοράς υπολογιζόμενου με ποσοστό 20% για τους φορείς κύριας ασφάλισης και 6% για τους φορείς επικουρικής ασφάλισης, επί του 25πλάσιου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Οι ασφαλιστικές εισφορές για την αναγνώριση αυτή καταβάλλονται είτε εφάπαξ, εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης, οπότε παρέχεται έκπτωση 15%, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων είναι ίσος με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης. Καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται επιβάρυνσή της με τα εκάστοτε προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσαύξησης του ποσού της σύνταξης, πριν το χρόνο εξόφλησης της εισφοράς εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξόφληση, ποσό ίσο με το 1/4 του ποσού της σύνταξης. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα, αν το οφειλόμενο ποσό από οποιαδήποτε αιτία δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 61 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει.»
Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι και 31.12.2010, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 141, του ν. 3655/2008, όπως ίσχυαν μέχρι την αντικατάστασή τους από το άρθρο αυτό.
Άρθρο 40
Αναγνώριση χρόνων ασφάλισης Το άρθρο 40 του ν. 2084/1992, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης λογίζεται, πλην του χρόνου πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης: α) ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας, β) ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών,
- γ) ο χρόνος επιδότησης λόγω ασθένειας και μέχρι 300
ημέρες, καθώς και ο χρόνος επιδότησης λόγω τακτικής ανεργίας και μέχρι 300 ημέρες, δ) ο χρόνος εκπαιδευτικής άδειας άνευ αποδοχών και μέχρι δύο έτη, ε) ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση ενός μόνο πτυχίου ανώτερης ή ανώτατης σχολής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή διπλώματος επαγγελματικής κατάρτισης μεταδευτεροβάθμιου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης ή διπλώματος Σχολής Ξεναγών, καθώς και ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση πτυχίου, μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας, σε μέσες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές ή σε μονάδες της δευτεροβάθμιας τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης από την έναρξη ισχύος του ν. 576/1977 (Α΄ 102) και μετά ή στο Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο, ο οποίος είναι ίσος με τον κατά το χρόνο αποφοίτησης επίσημο χρόνο σπουδών της οικείας σχολής, στ) ο χρόνος για τον οποίο δεν έχει χωρήσει ασφάλιση σε φορείς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, μετά την υπαγωγή, για πρώτη φορά, στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης ή το Δημόσιο και ο οποίος δεν μπορεί να είναι λιγότερος από έναν πλήρη ημερολογιακό μήνα σε κάθε περίπτωση κενού ασφάλισης μεταξύ περιόδων ασφάλισης, ζ) ο προβλεπόμενος από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. χρόνος απουσίας από την εργασία λόγω κύησης και λοχείας, η) ο χρόνος απεργίας,
- θ) ο πλασματικός χρόνος της παρ. 1 του άρθρου 141 του
ν. 3655/2008 (Α΄ 58), που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όπως ισχύουν, ι) ο χρόνος μαθητείας, όπως ορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις και μέχρι δύο έτη, ια) ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2510/1997 (Α΄ 136) για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν την εκπλήρωση της στρατιωτικής υπηρεσίας επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις, ιβ) ο χρόνος που μεσολαβεί από την απόκτηση του πτυχίου μέχρι και την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στους ασφαλισμένους στον Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, την Ειδική Προσαύξηση και τον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ).
Η αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1358/1983 (Α΄ 60), όπως ισχύουν κάθε φορά. Στις περιπτώσεις που θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2014, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις, το ποσό για την εξαγορά του χρόνου της στρατιωτικής θητείας στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης μειώνεται κατά 30%. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από 1.1.2015 και εφεξής, το ανωτέρω ποσό μειώνεται κατά 50%. Σε κάθε περίπτωση το καταβλητέο ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο αυτού που προκύπτει με βάση υπολογισμού ανά μήνα αναγνώρισης, το 25πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. Ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών αναγνωρίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153), τόσο για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για προσαύξηση του ποσού της σύνταξης και εξαγοράζεται βάσει του ποσοστού εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, που ισχύει σε κάθε φορέα επί του 25πλάσιου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναγνώρισης. ξιοδοτικού δικαιώματος και όχι για τον προσδιορισμό του δικαιούμενου ποσού σύνταξης. Ο χρόνος εκπαιδευτικής άδειας και ο χρόνος απεργίας αναγνωρίζονται με αίτηση του ενδιαφερομένου, τόσο για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για προσαύξηση του ποσού της σύνταξης και εξαγοράζονται βάσει του ποσοστού εισφοράς εργοδότη και ασφαλισμένου του οικείου φορέα και των αποδοχών του ασφαλισμένου κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή των αποδοχών του τελευταίου μήνα πλήρους απασχόλησης, μη δυναμένων τούτων να υπολείπονται του 25πλάσιου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναγνώρισης, το ποσό δε της εξαγοράς βαρύνει τον ασφαλισμένο. Η αίτηση υποβάλλεται στον ασφαλιστικό οργανισμό που υπαγόταν ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο χορήγησης της εκπαιδευτικής άδειας ή της απεργίας και συνοδεύεται από βεβαίωση του εργοδότη, από την οποία να προκύπτει ο λόγος χορήγησης και η διάρκεια της άδειας ή της απεργίας. Ο χρόνος φοίτησης σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές, ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση διπλώματος επαγγελματικής κατάρτισης μεταδευτεροβάθμιου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης ή διπλώματος Σχολής Ξεναγών, καθώς και ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση πτυχίου, μετά την συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας, σε μέσες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές ή σε μονάδες της δευτεροβάθμιας τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης από την έναρξη ισχύος του ν. 576/1977 και μετά ή στο Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο, ο χρόνος μαθητείας, καθώς και ο χρόνος για τον οποίο δεν έχει χωρήσει ασφάλιση σε φορείς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, μετά την υπαγωγή, για πρώτη φορά, στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα ή του Δημοσίου, αναγνωρίζονται, μετά από αίτηση του ασφαλισμένου, για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης με την καταβολή, για κάθε μήνα, ποσού εξαγοράς υπολογιζόμενου με ποσοστό 20% για τους φορείς κύριας ασφάλισης και 6% για τους φορείς επικουρικής ασφάλισης, επί του 25πλάσιου του ΗΑΕ, όπως ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Ο χρόνος της προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2510/1997 για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 και των παραγράφων 1 − 4 του άρθρου 2 του ν. 1358/1983, όπως ισχύει, χωρίς τις μειώσεις που προβλέπονται από την παρούσα παράγραφο για την αναγνώριση στρατιωτικής υπηρεσίας για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2011 και εφεξής.
Οι χρόνοι της παραγράφου 1 αναγνωρίζονται και στην Ειδική Προσαύξηση του Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) με την καταβολή ποσού εξαγοράς υπολογιζόμενου με το εκάστοτε ισχύον ασφάλιστρο άνω πενταετίας για την Ειδική Προσαύξηση επί του 25πλάσιου του ΗΑΕ, όπως ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Οι ασφαλισμένοι του Τομέα Σύνταξης και Ασφάλισης Υγειονομικών του ΕΤΑΑ που έχουν υπαχθεί και στην κατηγορία Μονοσυνταξιούχων, εφόσον αναγνωρίσουν χρόνους ασφάλισης της παραγράφου αυτής, υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το αντίστοιχο διάστημα και στην κατηγορία Μονοσυνταξιούχων, με καταβολή της ισχύουσας κάθε φορά εισφοράς. Για την αναγνώριση του χρόνου που μεσολαβεί από την απόκτηση του πτυχίου μέχρι και την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στον Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, την Ειδική Προσαύξηση και τον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) καταβάλλεται μηνιαία εισφορά σε ποσοστό 20% για τον Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων στο εκάστοτε ισχύον ασφάλιστρο άνω 5ετίας για την Ειδική Προσαύξηση και σε ποσοστό 6% για τον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), επί του 25πλάσιου του ΗΑΕ, όπως ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης.
Οι ασφαλιστικές εισφορές για τις αναγνωρίσεις των προηγούμενων παραγράφων καταβάλλονται είτε εφάπαξ, εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης αναγνώρισης, οπότε παρέχεται έκπτωση 15%, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων ισούται με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της κοινοποίησης της απόφασης. Καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται επιβάρυνσή της με τα εκάστοτε προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσαύξησης του ποσού της σύνταξης πριν από το χρόνο εξόφλησης της εισφοράς εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξόφληση ποσό ίσο με το 1/4 του ποσού της σύνταξης. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα, αν το οφειλόμενο ποσό από οποιαδήποτε αιτία δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 61 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει. Ο χρόνος κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος έλαβε σύνταξη αναπηρίας συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος.
Όσοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος με προϋποθέσεις που ισχύουν μέχρι και 31.12.2010, ακόμα και με προσμέτρηση χρόνων που προβλέπονται στο άρθρο 40 του ν. 2084/1992, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, καθώς και με την προσμέτρηση του πλασματικού χρόνου της παρ. 1 του άρθρου 141 του ν. 3655/2008, και εφόσον η σχετική αίτηση αναγνώρισης υποβληθεί μέχρι και 31.12.2013, ακολουθούν τις κατά περίπτωση απαιτούμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, που ίσχυαν μέχρι και 31.12.2010. Ειδικά για τις ασφαλισμένες των παραγράφων 11 και 13 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, οι οποίες συνταξιοδοτούνται με 4.500 ημέρες ασφάλισης, ανεξαρτήτως του εάν ο εν λόγω απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης συμπληρώνεται μέχρι ή μετά την 31.12.2010 ακολουθούνται σε κάθε περίπτωση λήψης μειωμένης ή πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος τα όρια ηλικίας που προβλέ η περίπτωση των ασφαλισμένων των ανωτέρω παραγράφων, οι οποίες μέχρι και 31.12.2010 έχουν θεμελιώσει δικαίωμα λήψης μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος, για τις οποίες, προκειμένου για τη λήψη είτε μειωμένης είτε πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, απαιτούνται τα ισχύοντα μέχρι και 31.12.2010 όρια ηλικίας. Επίσης, ειδικά για τους ασφαλισμένους στα πρώην ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών, στους τομείς σύνταξης και ασφάλισης του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ και εκείνους της παρ. 15Β του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, οι ισχύουσες μέχρι 31.12.2010 προϋποθέσεις πλήρους σύνταξης εφαρμόζονται εφόσον πληρούνται η συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και του ορίου ηλικίας, όπου αυτές απαιτούνται αθροιστικά. Για τους ανωτέρω ασφαλισμένους που μέχρι και 31.12.2010 έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα λήψης μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος, προκειμένου για τη λήψη είτε μειωμένης είτε πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος, απαιτούνται τα ισχύοντα μέχρι και 31.12.2010 όρια ηλικίας.
Οι αναγνωριζόμενοι χρόνοι, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο ο σφαλισμένος έλαβε σύνταξη λόγω αναπηρίας συνυπολογίζονται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.600 ημέρες ή δώδεκα (12) έτη πραγματικής ή/και προαιρετικής ασφάλισης. Ο συνολικός χρόνος, ο οποίος, με βάση τα ανωτέρω, συνυπολογίζεται ή αναγνωρίζεται τόσο για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για προσαύξηση του ποσού της σύνταξης, δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη, συνυπολογιζόμενου σε αυτά και κάθε άλλου χρόνου, πραγματικού ή πλασματικού, που έχει τυχόν αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται με βάση άλλες διατάξεις ή αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων ασφαλιστικών οργανισμών. Ειδικότερα, ο χρόνος αυτός καθορίζεται κατ’ ανώτατο όριο:
- α) σε τέσσερα (4) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν για το έτος 2011,
- β) σε πέντε (5) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν για το έτος 2012,
- γ) σε έξι (6) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν για το έτος 2013 και
- δ) σε επτά (7) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν από το έτος 2014 και εξής. Το δικαίωμα αναγνώρισης για καθέναν από τους παραπάνω χρόνους ασκείται μόνο σε έναν φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο και σε έναν φορέα επικουρικής ασφάλισης.
Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από 1.1.2011 και εφαρμόζεται για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από αυτή την ημερομηνία και εφεξής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3863/2010. Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι και 31.12.2010, καθώς και για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης από 1.1.2011 και εφεξής με βάση προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που δεν τροποποιούνται με το άρθρου 10 του ν. 3863/2010, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 2084/1992, όπως αυτό ίσχυε έως την αντικατάστασή του από την παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/ 2010.»
Άρθρο 41
Αναγνώριση χρόνων ειδικών κατηγοριών
Ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ δύνανται, μετά από σχετική αίτησή τους, να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης το χρονικό διάστημα αποδεδειγμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, υπακτέας στα πρώην Ταμεία ΤΕΒΕ, ΤΑΕ, ΤΣΑ, πριν την εγγραφή στα μητρώα αυτών, για το οποίο δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη και λαμβάνεται υπόψη τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης λόγω γήρατος. Δεν δικαιούνται να αναγνωρίσουν το χρόνο αυτόν όσοι ασφαλίστηκαν για το ίδιο διάστημα σε άλλον ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, καθώς και όσοι με δική τους αίτηση έλαβαν εξαίρεση νόμιμα για οποιαδήποτε αιτία από την ασφάλιση του οικείου φορέα (πρώην ΤΕΒΕ, ΤΑΕ, ΤΣΑ) για το διάστημα του οποίου ζητείται η αναγνώριση. Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με την καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς ίσης με την εισφορά του κλάδου σύνταξης της 5ης ασφαλιστικής κατηγορίας του ΟΑΕΕ, όπως ισχύει κάθε φορά, ή, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία. Το ποσό της εξαγοράς καταβάλλεται είτε εφάπαξ είτε σε ισόποσες διμηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ήμισυ του αριθμού των αναγνωριζόμενων μηνών. Για την εξόφληση του ποσού εξαγοράς εφαρμόζεται η νομοθεσία του ΟΑΕΕ για την είσπραξη οφειλόμενων εισφορών και σε κάθε περίπτωση το ποσό της εξαγοράς θα πρέπει να έχει εξοφληθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης. Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης προσαυξάνεται, για κάθε έτος χρόνου προ εγγραφής που αναγνωρίζεται, κατά ποσοστό 2% επί του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας, επί της οποίας καταβλήθηκαν οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, ανεξαρτήτως συνταξιοδοτικού καθεστώτος που επιλέγεται. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011 και εφαρμόζεται για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από αυτήν την ημερομηνία και εφεξής, με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3863/2010. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη του χρόνου άσκησης του επαγγέλματος πριν από την εγγραφή στα μητρώα ασφαλισμένων των παραπάνω φορέων, για τον οποίο ζητείται η αναγνώριση, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με τα παραπάνω θέμα.
Ασφαλισμένοι του Τομέα Ασφάλισης Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα μέχρι 31.12.1992, μπο θηκαν με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, συντάκτη ή του υπαλλήλου, εφόσον για την απασχόλησή τους αυτή, υπείχαν υποχρέωση ασφάλισης στον εν λόγω Τομέα. Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με καταβολή εισφοράς που ανέρχεται σε ποσοστό 15% για κάθε μήνα αναγνώρισης και υπολογίζεται στο 50πλάσιο του ΗΑΕ, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το μήνα υποβολής της αίτησης. Οι ανωτέρω ασφαλισμένοι μπορούν να αναγνωρίσουν στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου χρόνο που συμπίπτει με χρόνο ασφάλισης στον Τομέα Ασφάλισης Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης, εξαιρουμένου του χρόνου διαδοχικής ασφάλισης. Η αναγνώριση και εξαγορά γίνεται με την καταβολή εισφοράς 4% για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα, στην ίδια βάση υπολογισμού που ορίζεται για τον Τομέα Ασφάλισης και με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις.
Ασφαλισμένοι του Τομέα Ασφάλισης Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα μέχρι 31.12.1992, μπορούν, μετά από σχετική αίτηση, να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο παρείχαν εξαρτημένη εργασία με κάποια από τις ειδικότητες του άρθρου 3 του Καταστατικού του Τομέα, σε εργοδότες το προσωπικό των οποίων, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα υπείχε υποχρέωση ασφάλισης στον Τομέα. Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με καταβολή εισφοράς που ανέρχεται σε ποσοστό 16% για κάθε μήνα αναγνώρισης και υπολογίζεται στις συνολικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πλήρους απασχόλησης πριν από την υποβολή της αίτησης, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερες από το 50πλάσιο του ΗΑΕ, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το μήνα υποβολής της αίτησης.
Στην περίπτωση των ασφαλισμένων των παραγράφων 2 και 3, ο αναγνωριζόμενος χρόνος ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο σε τρία (3) έτη συνολικά, εφόσον για τον προς αναγνώριση χρόνο δεν έχει χωρήσει ασφάλιση σε άλλον ασφαλιστικό φορέα ή Τομέα του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ. Η αίτηση υποβάλλεται στην οικεία Διεύθυνση του ΕΤΑΠ – ΜΜΕ εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου ότι δεν έχει ασφαλισθεί σε άλλον ασφαλιστικό φορέα ή σε άλλο Τομέα του ΕΤΑΠ−ΜΜΕ για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, καθώς και από σχετική βεβαίωση εργοδότη ή πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών και αποδοχών ή δικαστική απόφαση ή στοιχείων αποδεικτικών της άσκησης ή της διακοπής του επαγγέλματος ή της ιδιότητας, η ακρίβεια των οποίων ελέγχεται από τις υπηρεσίες του Ταμείου. Σε περίπτωση υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης ή ανακριβών βεβαιώσεων, ο αναγνωριζόμενος χρόνος ακυρώνεται, οι δε καταβληθείσες για την εξαγορά αυτή εισφορές δεν επιστρέφονται. Αίτηση αναγνώρισης μπορούν να υποβάλουν μέσα στην ίδια προθεσμία και όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι και 31.12.2010, καθώς και όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης από1.1.2011 και εφεξής με βάση προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που δεν τροποποιούνται από το άρθρο 10 του ν. 3863/2010, εφόσον έχουν αναγνωρίσει με προηγούμενες ρυθμίσεις, λιγότερα από τρία (3) έτη ασφάλισης. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος στην περίπτωση αυτή ανέρχεται σε τόσο χρόνο όσος υπολείπεται μέχρι την συμπλήρωση των τριών (3) ετών. Το ποσό της εξαγοράς καταβάλλεται είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση στον αιτούντα της σχετικής απόφασης αναγνώρισης είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ίσες με τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβούν τις τριάντα έξι (36). Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την κοινοποίηση στον αιτούντα της σχετικής απόφασης αναγνώρισης. Καθυστέρηση καταβολής της δόσης επιβαρύνεται με τα προβλεπόμενα κάθε φορά πρόσθετα τέλη.
Το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των προσώπων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού γεννάται και η σύνταξη καταβάλλεται από την πρώτη του επόμενου μήνα μετά την πλήρη εξόφληση του ποσού που προκύπτει από την αναγνώριση.
Για τους ασφαλισμένους του άρθρου αυτού που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2011 και εφεξής με τις προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή και εφεξής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, το σύνολο των αναγνωριζόμενων χρόνων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τόσο οι χρόνοι του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλος χρόνος που έχει τυχόν αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται με βάση άλλες διατάξεις, ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο:
- α) σε τέσσερα (4) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν το έτος 2011,
- β) σε πέντε (5) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν το έτος 2012,
- γ) σε έξι (6) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν το έτος 2013,
- δ) σε επτά (7) έτη, για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται
και ισχύουν το έτος 2014 και εφεξής.
Ασφαλισμένοι φορέων και τομέων επικουρικής ασφάλισης που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο ή από φορέα κύριας ασφάλισης με καθεστώς ίδιο ή εξομοιούμενο με αυτό του Δημοσίου, καθώς και του Τομέα «ΤΕΑΠ−ΕΛΤΑ» μπορούν να θεμελιώνουν συνταξιο δοτικό δικαίωμα και στον επικουρικό φορέα – τομέα τους, συμπληρώνοντας τον απαιτούμενο συντάξιμο χρόνο με αναγνώριση κάθε προϋπηρεσίας που συμπίπτει με συντάξιμο χρόνο στο Δημόσιο ή το φορέα κύριας ασφάλισής τους κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 20 παράγραφοι 3 και 4 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48). Ο αναγνωριζόμενος χρόνος στον επικουρικό φορέα – τομέα αξιοποιείται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με τον ίδιο τρόπο όπως αξιοποιείται στο Δημόσιο ή στο φορέα κύριας ασφάλισής τους. Η αναγνώριση πραγματοποιείται με απόφαση του φορέα – τομέα, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία υποβάλλεται μέχρι την έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης από τον φορέα –τομέα επικουρικής ασφάλισης. Η διάταξη της παραγράφου αυτής έχει εφαρμογή και σε αιτήσεις συ απόφαση.
Άρθρο 42
Απασχόληση Συνταξιούχων και λοιπές διατάξεις
Οι διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1) όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115), καθώς και καταστατικές διατάξεις που προβλέπουν αναστολή καταβολής της σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας σε περίπτωση που ο συνταξιούχος αναλαμβάνει εργασία ή αυτοαπασχολείται και υπάγεται στην ασφάλιση του φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτείται, δεν έχουν εφαρμογή στους συνταξιούχους ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν συνταξιοδοτηθεί με τις διατάξεις του ν. 612/1977, όπως ισχύει, και στους συνταξιούχους που λαμβάνουν το εξωιδρυματικό επίδομα.
Στην παρ. 6 του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (Α΄1) όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3863/2010 (Α΄115) προστίθεται περίπτωση στ΄ ως εξής: «στ. στους συνταξιούχους του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου που παρέχουν εκπαιδευτικό έργο στη Δημόσια Εκπαίδευση, μέχρι την 31.12.2012.»
Η παρ. 7 του άρθρου 63 του ν. 2676/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3863/ 2010, αντικαθίσταται ως εξής: «7. Κάθε διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα καταργείται, εκτός των καταστατικών διατάξεων των φορέων που προβλέπουν διακοπή ή αναστολή καταβολής της σύνταξης σε περίπτωση που ο συνταξιούχος αναλαμβάνει εργασία ή αυτοαπασχολείται και υπάγεται στην ασφάλιση του φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτείται. Στις περιπτώσεις αυτές δεν καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 2 του παρόντος προσαυξημένες ασφαλιστικές εισφορές.» Η ισχύς της ανωτέρω ρύθμισης αρχίζει από τη δημοσίευση του ν. 3863/2010.
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος φορέων επικουρικής ασφάλισης που αναλαμβάνουν εργασία ή αυτοαπασχολούνται μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους, έχουν εφαρμογή οι καταστατικές διατάξεις περί αναστολής καταβολής της σύνταξης των φορέων αυτών. Εξαιρούνται όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί με τις διατάξεις του ν. 612/1977, όπως ισχύει και οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν το εξωϊδρυματικό επίδομα.
Η περίπτωση 2 της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 1902/ 1990 (Α΄ 138), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 47 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165) τροποποιήθηκε με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου του ίδιου νόμου και την παρ. 6 του άρθρου 19 του ν. 2150/1993 (Α΄ 98) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, αντικαθίσταται ως εξής: «Αν ο ασφαλισμένος λαμβάνει σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας από άλλο ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, πλην ΟΓΑ, και των αναπήρων και θυμάτων πολέμου και μητέρων, που συνταξιοδοτήθηκαν με το άρθρο 63 παρ. 4 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) δικαιούται από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ πλήρη σύνταξη γήρατος, εφόσον κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας που απαιτείται σε κάθε περίπτωση από τη νομοθεσία για την απονομή πλήρους σύνταξης και έχει πραγματοποιήσει τις αντίστοιχες προς το όριο ηλικίας πλήρους σύνταξης ελάχιστες ημέρες εργασίας, οι οποίες δεν μπορεί να είναι λιγότερες από 6.000. Αν ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει 4.800 ημέρες ασφάλισης τουλάχιστον και έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, δικαιούται σύνταξη γήρατος μειωμένη κατά 50%. Προκειμένου για γυναίκες που έχουν πραγματοποιήσει τον ανωτέρω χρόνο ασφάλισης, το όριο ηλικίας των 60 ετών αυξάνεται κατά ένα έτος από 1.1.2011 και για κάθε επόμενο έτος μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Η εκ μέρους των γυναικών άσκηση του δικαιώματος συνταξιοδότησης με τον ανωτέρω αριθμό ημερών ασφάλισης χωρεί, εφόσον συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους μέχρι 31.12.2010. Στην ανωτέρω περίπτωση, οι ασφαλισμένες δικαιούνται σύνταξη με το όριο ηλικίας που ισχύει κατά το έτος συμπλήρωσης του 60ού έτους της ηλικίας. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο μείωση σύνταξης επέρχεται και στην περίπτωση όπου απονέμεται σύνταξη αναπηρίας από το ΙΚΑ−ΕΤΑΜ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 5 (εδάφια α΄ − γ΄) του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) εκτός αν ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του ΙΚΑ − ΕΤΑΜ 3.600 ημέρες εργασίας εκ των οποίων 600 την τελευταία πενταετία.» Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και στους λοιπούς πλην ΙΚΑ − ΕΤΑΜ φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πλην ΟΓΑ, προκειμένου για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος και αναπηρίας. Ειδικά για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος απαιτείται η συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, με εξαίρεση την περίπτωση άσκησης θεμελιωμένου συνταξιοδοτικού δικαιώματος σε περισσότερους του ενός φορείς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ταυτόχρονα ή μέσα σε διάστημα έξι (6) μηνών από την έναρξη της συνταξιοδότησης από τον πρώτο φορέα. Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή στο ΙΚΑ − ΕΤΑΜ, όταν είναι ο φορέας στον οποίο θεμελιώνεται δεύτερο συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Ειδικά για τη λήψη δεύτερης σύνταξης λόγω αναπηρίας από τους Τομείς των κλάδων κύριας και επικουρικής ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) απαιτείται η συμπλήρωση τουλάχιστον δώδεκα ετών ασφάλισης. Η ισχύς της ανωτέρω ρύθμισης αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3863/2010.
Άρθρο 43
Έναρξη καταβολής Σύνταξης σε Οφειλέτη Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 61 του ν. 3863/ 2010 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις του ασφαλιστικού φορέα, αν το οφειλόμενο ποσό προσαυξημένο με τα πρόσθετα τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις δεν είναι μεγαλύτερο των τριάντα (30) μηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων λόγω γήρατος για καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό, με ανώτατο όριο το ποσό των 15.000 ευρώ.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)