Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 171/2009

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2009-09-14
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 171 4 Σεπτεμβρίου 2009

Πειθαρχικό δίκαιο αγρονομικού προσωπικού.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1.

Το άρθρο 23 παρ.2 του ν. 3585/2007 «Προστασία του περιβάλλοντος, αγροτική ασφάλεια και άλλες διατάξεις» (Α΄ − 148).

2.

Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 63/2005 (Α΄− 98).

3.

Την υπ’ αριθμ. Υ357/7.1.2009 απόφαση του Πρωθυπουργού «Κατάργηση θέσης υφυπουργού και σύσταση θέσης αναπληρωτή υπουργού Εσωτερικών» (Β΄−3).

4.

Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

5.

Την υπ’ αριθμ. 164/2009 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών, αποφασίζουμε:

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Έννοια

Άρθρο 1

Γενικά περί πειθαρχίας.

1.

Με τον όρο πειθαρχία νοείται: α. Η πιστή συμμόρφωση προς το Σύνταγμα και τους νόμους και η ενσυνείδητη, πρόθυμη και χωρίς αντιλογία υπακοή των κατωτέρων στους ανωτέρους, ως και η άμεση εκτέλεση των νομίμων διαταγών τους. β. Ο σεβασμός των κατωτέρων προς τους ανωτέρους εντός και εκτός υπηρεσίας. γ. Η αξιοπρεπής και κόσμια συμπεριφορά των ανωτέρων προς τους κατωτέρους. δ. Η πολιτισμένη και αξιοπρεπής συμπεριφορά του αγρονομικού προσωπικού προς τους πολίτες, καθώς και ο σεβασμός και η προστασία των δικαιωμάτων τούτων, που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους.

2.

Η πειθαρχία αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της συνοχής και της ομαλής λειτουργίας της Ελληνικής Αγροφυλακής και την εξασφάλιση της αρμονικής συνεργασίας του προσωπικού της, προς εκπλήρωση της υψηλής αποστολής της.

3.

Οι διαταγές πρέπει να είναι νόμιμες, σαφείς και να διατυπώνονται με ευπρέπεια και σοβαρότητα. Οι αναφορές πρέπει να είναι σύντομες, σαφείς, ακριβείς και να διατυπώνονται με σεβασμό.

4.

Ο ανώτερος είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες της διαταγής του, ο δε κατώτερος έχει υποχρέωση να εκτελεί με ακρίβεια τη διαταγή που πήρε και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση αυτής και για τις συνέπειες της μη εκτέλεσής της. Ο κατώτερος δεν δικαιούται να τύχει ακρόασης και να υποβάλει τα παράπονά του αν προηγουμένως δεν υπακούσει. Όταν ο κατώτερος λαμβάνει διαταγή, την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν την εκτελέσει, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς καθυστέρηση. Σε περιπτώσεις κατεπείγουσας ανάγκης η αναφορά υποβάλλεται αμέσως προφορικά και εκ των υστέρων εγγράφως. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο κατώτερος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.

5.

Η μεταξύ ομοιόβαθμων αρχαιότητα στις υπηρεσιακές σχέσεις εξομοιούται με διαφορά βαθμού, εφόσον υφίσταται διοικητική υπαγωγή. Η ίδια σχέση υπάρχει μεταξύ ομοιοβάθμων και όταν ενεργούν από κοινού προς εκτέλεση υπηρεσίας.

Άρθρο 2

Έννοια πειθαρχικού παραπτώματος

1.

Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στο αγρονομικό προσωπικό.

2.

Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στο αγρονομικό προσωπικό από τις ισχύουσες διατάξεις νόμων, τους κανονισμούς και τις διαταγές της Υπηρεσίας και περιλαμβάνει την υποχρέωση πολιτισμένης και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς εντός και εκτός της υπηρεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Πειθαρχικές ποινές και πειθαρχική ευθύνη

Άρθρο 3

Πειθαρχικές ποινές

1.

Στο αγρονομικό προσωπικό επιβάλλονται οι ακόλουθες πειθαρχικές ποινές, οι οποίες καταχωρίζονται στον οικείο ατομικό φάκελο: 6397 γ. Αργία με πρόσκαιρη παύση, διαρκείας 15 ημερών έως 4 μηνών. δ. Αργία με απόλυση, διαρκείας 2 έως 6 μηνών. ε. Απόταξη.

2.

Η επίπληξη και το πρόστιμο είναι κατώτερες πειθαρχικές ποινές. Οι αργίες και η απόταξη είναι ανώτερες πειθαρχικές ποινές.

3.

Οι πειθαρχικές ποινές, πλην της επίπληξης, επιβάλλονται και σε όσους έχουν εξέλθει της υπηρεσίας. Οι ανώτερες πειθαρχικές ποινές δεν επιβάλλονται σε όσους εξήλθαν, λόγω ορίου ηλικίας ή σωματικής ανικανότητας.

4.

Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται και στο αγρονομικό προσωπικό που τελεί σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας. Στην περίπτωση αυτή δεν εκτίονται οι ποινές της αργίας με απόλυση ή αργίας με πρόσκαιρη παύση, επέρχονται όμως οι συνέπειες των άρθρων 18 και 19.

Άρθρο 4

Διάρκεια πειθαρχικής ευθύνης

1.

Η πειθαρχική ευθύνη αρχίζει με την κατάταξη, εκλείπει δε με την αποχώρηση με οποιοδήποτε τρόπο από την Υπηρεσία, οπότε παύει και η τυχόν ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων.

2.

Πράξεις που τελέστηκαν από αγρονομικό προσωπικό πριν από την κατάταξή του, εφόσον αυτές συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος, διώκονται πειθαρχικά στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. Αν τελέστηκαν κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο ν.1256/1982 όπως εκάστοτε ισχύει, αλλά δεν εκδικάστηκαν, ούτε παραγράφηκαν. β. Αν εμπίπτουν στις διατάξεις των περιπτώσεων στ΄ και θ΄ του άρθρου 9 και τελέστηκαν από αυτόν, όταν ήταν ιδιώτης. γ. Αν τελέστηκαν κατά τη διάρκεια της διαγωνιστικής διαδικασίας για την κατάταξή του και σχετίζονται με τη συμμετοχή του στη διαδικασία αυτή ή με τις προϋποθέσεις κατάταξής του.

3.

Η πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που συνεπάγονται την παραπομπή ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου συνεχίζεται και μετά την έξοδο του αγρονομικού προσωπικού από την Υπηρεσία, εφόσον η διαταγή για διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης εκδόθηκε προ της εξόδου και η έξοδος δεν έγινε λόγω ορίου ηλικίας ή σωματικής ανικανότητας. Στις περιπτώσεις επιβολής της ποινής απόταξης ή αργίας η σχετική ποινή καταχωρείται στον ατομικό φάκελο του τιμωρουμένου. Οι ποινές αυτές εκτελούνται αν αυτός επανέλθει στην ενεργό υπηρεσία. Αν το Συμβούλιο αποφασίσει την επιβολή της ποινής του προστίμου, η ποινή αυτή εκτελείται η δε είσπραξη του προστίμου γίνεται σε βάρος των αποδοχών ή της περιουσίας εν γένει του τιμωρουμένου.

4.

Η πειθαρχική δίωξη συνεχίζεται επίσης και μετά την έξοδο του αγρονομικού προσωπικού από την Υπηρεσία, ανεξάρτητα από την αιτία εξόδου του, για τα παραπτώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 20 του άρθρου 12 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή η πειθαρχική δίωξη μπορεί να κινηθεί και μετά τη διαγραφή του αγρονομικού προσωπικού από την Υπηρεσία. Για τις τυχόν δε επιβαλλόμενες ποινές προστίμου εφαρμόζεται το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 5

Παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται από τα άρθρα 12 και 13 του παρόντος διατάγματος παραγράφονται μετά δύο έτη από τότε που διαπράχθηκαν. Αυτά που προβλέπονται από τα άρθρα 9, 10 και 11 παραγράφονται μετά πέντε έτη από τότε που διαπράχθηκαν.

2.

Ο χρόνος που μεσολαβεί από την κίνηση της πειθαρχικής δίωξης για τη βεβαίωση του παραπτώματος μέχρι την εκδίκασή του και την έκδοση εκτελεστής πράξης επιβολής ποινής αναστέλλει την παραγραφή το πολύ για ένα έτος.

3.

Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί παράλληλα και την πραγματική βάση ποινικού αδικήματος ακολουθεί το χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος, εφόσον η παραγραφή που προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα είναι μεγαλύτερη απ΄ αυτή που προβλέπεται για το πειθαρχικό παράπτωμα, διαφορετικά ισχύει η μεγαλύτερης διάρκειας παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. Στις περιπτώσεις αυτές, η παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων αναστέλλεται υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται και για το ποινικό αδίκημα.

4.

Για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής των παραπτωμάτων που αναφέρονται στην παρ. 2α΄του προηγουμένου άρθρου δεν λαμβάνεται υπόψη ο τυχόν εκτός υπηρεσίας χρόνος που μεσολάβησε από την έξοδο του υπαιτίου από την προγενέστερη Υπηρεσία μέχρι την κατάταξή του, εφόσον ο χρόνος αυτός δεν υπερβαίνει την 2ετία.

5.

Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου παραπτώματος που αποσκοπεί στην απόκρυψη του πρώτου ή στη ματαίωση της πειθαρχικής δίωξης γι΄ αυτό.

Άρθρο 6

Λόγοι μη αίροντες την πειθαρχική ευθύνη Η προαγωγή του αγρονομικού προσωπικού δεν αίρει την πειθαρχική ευθύνη αυτού για παράπτωμα προγενέστερο της προαγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ως προς μεν το διαδικαστικό μέρος εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για το βαθμό που φέρει ο εγκαλούμενος, ως προς δε το ουσιαστικό, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για το βαθμό που αυτός κατείχε κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος.

Άρθρο 7

Δεδικασμένο − Μη συρροή ποινών

1.

Το αγρονομικό προσωπικό δεν διώκεται δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

2.

Για συρρέοντα παραπτώματα που τελέσθηκαν στον ίδιο τόπο και χρόνο από το ίδιο αγρονομικό προσωπικό επιβάλλεται μία ποινή. Αν ένα ή περισσότερα από τα συρρέοντα παραπτώματα περιέλθουν σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την επιβολή ποινής για μερικά από αυτά, αίρεται η ποινή που επιβλήθηκε και επιβάλλεται μια συνολική ποινή για όλα τα συρρέοντα παραπτώματα. Αν τα παραπτώματα αυτά είναι, κατά την κρίση αυτού που ασκεί την πειθαρχική εξουσία, ασήμαντα σε σχέση με το παράπτωμα ή τα παραπτώματα για τα οποία

Άρθρο 8

Επιμέτρηση της ποινής Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη: α. Η βαρύτητα του παραπτώματος, για την εκτίμηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη κυρίως οι επιπτώσεις που είχε τούτο στην εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας και το γόητρο αυτής, η φύση, το είδος και το αντικείμενο του παραπτώματος, το μέγεθος της βλάβης ή του κινδύνου που προκλήθηκε απ΄ αυτό, καθώς και η ένταση του δόλου ή ο βαθμός της αμέλειας του υπαιτίου. β. Η προσωπικότητα του υπαιτίου, για την εκτίμηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη κυρίως ο βαθμός, η πείρα, ο χρόνος υπηρεσίας, ο χαρακτήρας, η προηγούμενη διαγωγή και ιδιαίτερα η κατ΄ επανάληψη διάπραξη του αυτού πειθαρχικού παραπτώματος, η μόρφωση, η ψυχική κατάσταση αυτού, καθώς και τα αίτια που οδήγησαν στην τέλεση του παραπτώματος, ο σκοπός που επιδίωκε, η δοθείσα αφορμή, η επιδειχθείσα μεταμέλεια και η προθυμία για επανόρθωση των συνεπειών της πράξεώς του. γ. Οι περιστάσεις, κάτω από τις οποίες έγινε το παράπτωμα και κυρίως ο χρόνος, ο τόπος, τα μέσα και ο τρόπος διάπραξης αυτού, καθώς και οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την τέλεσή του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ

Άρθρο 9

Παραπτώματα που επισύρουν ποινή απόταξης Τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν την ποινή της απόταξης είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα, ανεξάρτητα από το αξιόποινο ή όχι αυτών: α. Πράξεις οι οποίες υποδηλώνουν έλλειψη πίστης, σεβασμού και αφοσίωσης στο Σύνταγμα και στο Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας. β. Κάθε ενέργεια που στρέφεται άμεσα ή έμμεσα στην υπονόμευση της έννομης τάξης, καθώς και η συμμετοχή σε προπαγάνδα τείνουσα προς το σκοπό αυτό. γ. Η πρόκληση βασάνων, οποιασδήποτε σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, η άσκηση ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη ενέργεια ή συμπεριφορά, που συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή εκτός αυτής. δ. Η απείθεια ή η άρνηση εκτέλεσης διαταγής ανωτέρων που αφορούν την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων. ε. Η εκμετάλλευση της ιδιότητας του ως άνω αγρονομικού προσωπικού για την ανάληψη χρεών προς όφελός του ή προσκειμένων σ΄ αυτό προσώπων, καθώς και η μη έγκαιρη εξόφληση των κατ΄ επανάληψη συναφθέντων χρεών. στ. H διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης εγκλημάτων σε βαθμό κακουργήματος, η διάπραξη εγκλημάτων κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.), υπεξαίρεσης κοινής και στην υπηρεσία (άρθρα 375, 258 Π.Κ.), απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.), απάτης σχετικής με τις ασφάλειες (άρθρο 388 Π.Κ.), εκβίασης (άρθρο 385 Π.Κ.), εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 Π.Κ.), πλαστογραφίας (άρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), πλαστογραφίας και κατάχρησης ενσήμων (άρθρο 218 Π.Κ.), δωροδοκίας (άρθρα 235 − 236 Π.Κ.), τοκογλυφίας (άρθρο 404 Π.Κ.), καταπίεσης (άρθρο 244 Π.Κ.), απιστίας περί την υπηρεσία (άρθρο 256 Π.Κ.), υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρο 222 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης (άρθρο 242 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθρο 257 Π.Κ.), παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), παρότρυνσης υφισταμένων και ανοχή (άρθρο 261 Π.Κ.), παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής (άρθρο 307 Π.Κ.), ελευθέρωσης φυλακισμένου από πρόθεση (άρθρο 172 παρ. 1 Π.Κ.), παραχάραξης (άρθρο 207 Π.Κ.), υπόθαλψης εγκληματία (άρθρο 231 Π.Κ.), αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος (άρθρο 394 Π.Κ.), εμπόριο δούλων (άρθρο 323 Π.Κ.), εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α), παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.), κατακράτησης παρά το Σύνταγμα (άρθρο 326 Π.Κ.), παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.), κατάχρησης εξουσίας (άρθρο 239 Π.Κ.), εμπρησμού από πρόθεση (άρθρο 264 Π.Κ.), έκθεσης (άρθρο 306 Π.Κ.), παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας (άρθρο 370Α Π.Κ.), αντίστασης (άρθρο 167 Π.Κ.), ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.), ψευδορκίας (άρθρο 224 Π.Κ.), ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 225 Π.Κ.), συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 Π.Κ.), εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (άρθρα 336 έως 353 Π.Κ.),ζωοκλοπής και ζωοκτονίας, ναρκωτικών, αλλοδαπών, αρχαιοτήτων και λαθρεμπορίας καθώς και παραβάσεων της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών κατά των οποίων απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον ενός έτους και η διάπραξη από πρόθεση κάθε εγκλήματος που στρέφεται κατ’ ανωτέρου και σχετίζεται με την εκτέλεση της υπηρεσίας. ζ. Η αυθαίρετη απουσία τουλάχιστον επί πέντε (5) συνεχείς ημέρες ή δέκα (10) ημέρες συνολικά σ΄ ένα έτος. η. H χρήση ναρκωτικών ουσιών ή η ροπή στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών. θ. Οι πράξεις που μαρτυρούν διαφθορά χαρακτήρα. ι. H διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων, για τα οποία προβλέπεται η επιβολή αργίας με απόλυση, εφόσον ο υπαίτιος έχει τιμωρηθεί τελεσίδικα κατά την τελευταία πενταετία ή με την ποινή αυτή ή με δύο ποινές αργίας με πρόσκαιρη παύση.

2.

Για τα πειθαρχικά παραπτώματα της τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης των εγκλημάτων αντίστασης (άρθρο 167 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 225 Π.Κ.), ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης (άρθρο 242 Π.Κ.), εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθρο 257 Π.Κ.), παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής (άρθρο 307 Π.Κ.), παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.), κατακράτησης παρά τω Σύνταγμα (άρθρο 326 Π.Κ.), παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.) και συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 Π.Κ.) που προβλέπονται από το εδάφιο στ΄ της παρ. 1, το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, εκτιμώντας τη βαρύτητα του παραπτώματος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8, την προσωπικότητα του υπαιτίου και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν, μπορεί να επιβάλλει αντί της ποινής της απόταξης ποινή αργίας με απόλυση. ποινή αργίας με απόλυση

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία επισύρουν την ποινή της αργίας με απόλυση είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα, ανεξάρτητα από το αξιόποινο ή όχι αυτών: α. Η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, που μπορεί να επιφέρει βλάβη της Υπηρεσίας ή τρίτων ή να δυσχεράνει το έργο της ή σχετίζεται με άλλα σοβαρά υπηρεσιακά θέματα. β. Οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων ή πολιτικών προσώπων κατά την άσκηση των καθηκόντων. γ. Η δημόσια προφορικώς ή εγγράφως άσκηση κριτικής των πράξεων της Ιεραρχίας με προσβλητικές ή υποτιμητικές εκφράσεις ή με την επίκληση ψευδών δεδομένων. δ. Η μέθη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας. ε. Η συμμετοχή σε παράνομα παίγνια, που διενεργούνται κυρίως σε δημόσια κέντρα ή άλλους δημόσιους χώρους, καθώς και η παραμονή σε τέτοιους χώρους, όπου διενεργούνται παράνομα παίγνια. στ. Η ελευθέρωση κρατουμένου από βαρεία αμέλεια. ζ. Η από πρόθεση διάπραξη εγκλημάτων, κατά των οποίων απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών, εφόσον η πράξη αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του προηγουμένου άρθρου. η. Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων από μία έως τέσσερις συνεχείς ημέρες ή μέχρι εννέα (9) συνολικά ημέρες σε ένα έτος. θ. Η από βαρεία αμέλεια απώλεια οπλισμού και άλλων δημοσίων ειδών και εγγράφων. ι. H βαρεία παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος από πρόθεση, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 9 περίπτωση στ΄. ια. Η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, που προβλέπεται από το άρθρο 11 του παρόντος, εφόσον μέσα σ΄ ένα χρόνο ο υπαίτιος έχει τιμωρηθεί με ποινή προστίμου, τρεις φορές για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα ή πέντε φορές για διαφορετικά παραπτώματα. ιβ. Η παρότρυνση σε απείθεια κατά των νόμων, των κανονισμών ή των διαταγών της υπηρεσίας.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.