Νόμοι — ΦΕΚ A' 178/2007
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 178 1 Αυγούστου 2007
Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΚΟΠΟΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 1
Σκοπός Με το νόμο αυτόν σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, υπ’ αριθμ. 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30.6.2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30.6.2006).
Άρθρο 2
Ορισμοί Με την επιφύλαξη των ειδικών ορισμών που περιέχονται στα Κεφάλαια Ζ΄ και ΙΓ΄, κατά τον παρόντα νόμο νοούνται ως:
Πιστωτικό ίδρυμα:
- α) επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων
κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων για λογαριασμό της, ή
- β) ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, κατά την έννοια
της παραγράφου 19 του παρόντος άρθρου.
Άδεια λειτουργίας: Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος από την οποία απορρέει η δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος. Προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε άλλα κράτημέλη ή σε τρίτες χώρες η αντίστοιχη πράξη των αρμόδιων αρχών τους.
Υποκατάστημα: Μονάδα εκμετάλλευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος, η οποία δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και η οποία διενεργεί απευθείας όλες ή μερικές από τις πράξεις που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος.
Αρχικό κεφάλαιο: Η αξία του καταβεβλημένου κεφαλαίου, με εξαίρεση την αξία των προνομιούχων μετοχών που παρέχουν δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος για παρελθούσες χρήσεις, η διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο και τα αποθεματικά πάσης φύσεως με εξαίρεση αυτά από αναπροσαρμογή στοιχείων του ενεργητικού.
Ίδια κεφάλαια: Τα ίδια κεφάλαια, όπως εκάστοτε ορίζονται με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.
Αρμόδιες αρχές: Οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει νόμου ή κανονιστικών διατάξεων να ασκούν την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Κράτος−μέλος: Κάθε κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε άλλο κράτος που έχει κυρώσει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.).
Κράτος−μέλος καταγωγής: Το κράτος−μέλος όπου έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα.
Κράτος−μέλος υποδοχής: Το κράτος−μέλος όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο εδρεύει σε άλλο κράτοςμέλος, έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες.
Τρίτες χώρες: Οι λοιπές, πέραν των κρατών−μελών, χώρες.
Χρηματοδοτικό ίδρυμα: Επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα υπό στοιχεία β΄−ιβ΄, της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.
Έλεγχος: Η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική κατά την έννοια του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, ή η παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης.
Ειδική συμμετοχή: Η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή η άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής. Για το σκοπό της εφαρμογής του ορισμού «ειδική συμμετοχή» λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 10 του ν. 3556/2007. 3753 άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.
Θυγατρική επιχείρηση: Η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Κάθε θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.
Στενοί δεσμοί: Η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται:
- α) δια μέσου συμμετοχής, δηλαδή της άμεσης ή με
δεσμό ελέγχου κατοχής του 20% ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή
- β) με δεσμό ελέγχου, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου, ή
- γ) με μόνιμο τρόπο με το ίδιο πρόσωπο με δεσμό
ελέγχου, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου.
Κίνδυνος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων: ο κίνδυνος ότι ένα εισπρακτέο ποσό θα μειωθεί με πίστωση μετρητών προς τον οφειλέτη ή πίστωση άλλου είδους προς αυτόν.
Λειτουργικός κίνδυνος: ο κίνδυνος επέλευσης ζημιών οφειλόμενων είτε στην ανεπάρκεια ή στην αστοχία εσωτερικών διαδικασιών, φυσικών προσώπων και συστημάτων είτε σε εξωτερικά γεγονότα, ο οποίος περιλαμβάνει και το νομικό κίνδυνο.
Ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος: Επιχείρηση, εκτός του πιστωτικού ιδρύματος της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η οποία εκδίδει μέσα πληρωμής υπό μορφή ηλεκτρονικού χρήματος.
Ηλεκτρονικό χρήμα: Νομισματική αξία, η οποία αντιστοιχεί σε απαίτηση έναντι του εκδότη και η οποία επιπλέον:
- α) είναι αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό υπόθεμα,
- β) έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού, και
- γ) γίνεται δεκτή ως μέσο πληρωμής από επιχειρήσεις
άλλες, εκτός από την εκδότρια.
Κεντρικές τράπεζες: Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών−μελών και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής
α. Ο νόμος αυτός ρυθμίζει την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας, καθώς και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επίσης περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και με την άσκηση δραστηριότητας και την εποπτεία των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. β. Οι διατάξεις των άρθρων 34 έως 49 και 66 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, καθώς και στις μεικτές εταιρείες συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 33 (παράγραφοι 7 και 8) που εδρεύουν στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη−μέλη. γ. Για την εφαρμογή των αναφερόμενων στο εδάφιο β΄ της παρούσας παραγράφου διατάξεων ως χρηματοδοτικά ιδρύματα νοούνται και τα πιστωτικά ιδρύματα, εκτός των κεντρικών τραπεζών των κρατών−μελών, τα οποία εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
Εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος νόμου η Τράπεζα της Ελλάδος και, πλην του άρθρου 88 του παρόντος νόμου, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 του παρόντος νόμου περί ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί από τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ.
Άρθρο 4
Απαγόρευση άσκησης δραστηριοτήτων από μη πιστωτικά ιδρύματα
Απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα η κατ’ επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό.
α. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας, απαγορεύεται επίσης η κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, εφόσον δεν έχει παρασχεθεί προς το σκοπό αυτόν ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι όροι για τη χορήγηση άδειας για την κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. β. Η απαγόρευση του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου δεν καταλαμβάνει τη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων με οποιονδήποτε τρόπο (περιλαμβανομένης της εκδόσεως πιστωτικών καρτών), εφόσον πρόκειται είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων μεταξύ επιχειρήσεων συνδεδεμένων, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από επιχειρήσεις προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών που διατίθενται από την ίδια την παρέχουσα την πίστωση ή το δάνειο επιχείρηση.
Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει:
- α) για την έκδοση τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο ή
από νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και
- β) για τη λήψη μετρητών ή επιστρεπτέων κεφαλαίων
από επιχειρήσεις που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την άσκηση της κύριας επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας που τους έχει παρασχεθεί, με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Για το ύψος του επιτοκίου και τον εν γένει εκτοκισμό, καθώς και τις λοιπές επιβαρύνσεις των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από τις επιχειρήσεις παροχής πιστώσεων ή από άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην άδεια λειτουργίας που τους έχει χορηγηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από επιχειρήσεις, που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών με βάση το ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄/ 12.10.2000), όπως ισχύει, εφαρμόζεται η ισχύουσα για τα πιστωτικά ιδρύματα νομοθεσία. στωτικά ιδρύματα. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει αναφορικά με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που εξαιρούνται από διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 58 του παρόντος νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΥΤΗΣ
Άρθρο 5
Όροι και προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία πιστωτικού ιδρύματος
Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας ή με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α΄), όπως ισχύει.
Τα πιστωτικά ιδρύματα που ιδρύονται και λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να έχουν και την πραγματική κεντρική διοίκησή τους στην Ελλάδα.
Ο πιστωτικός συνεταιρισμός που λαμβάνει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, συναλλάσσεται με τα μέλη του, με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με το Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή τυχόν θέτει κατά περίπτωση, ο συνεταιρισμός μπορεί να συναλλάσσεται και με μη μέλη του μέχρι ποσού που σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει ποσοστό 50% επί των χορηγήσεών του ή των καταθέσεών του. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή τυχόν θέτει, στον ανωτέρω περιορισμό δεν υπόκεινται οι συναλλαγές: i) οποιασδήποτε φύσεως όταν συμμετέχει και μέλος του συνεταιρισμού, καθώς και ii) αυτές που αφορούν δευτερεύουσες τραπεζικές εργασίες διαμεσολαβητικού χαρακτήρα.
Απαιτείται η κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ίσου τουλάχιστον με τα ακόλουθα ποσά, για τη χορήγηση, κατά περίπτωση, από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας:
- α) πιστωτικού ιδρύματος, με το ποσό των δεκαοκτώ
εκατομμυρίων (18.000.000) ευρώ,
- β) υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που
εδρεύει σε τρίτη χώρα, με το ποσό των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) ευρώ,
- γ) πιστωτικού ιδρύματος, σε πιστωτικό συνεταιρισμό,
με το ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) ευρώ.
Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου όρια μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε ποσά όχι μικρότερα των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ.
α. Σε περίπτωση που το αρχικό κεφάλαιο δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά, η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζει, με απόφασή της, κατά περίπτωση, τα λοιπά στοιχεία με τα οποία μπορεί αυτό να καλύπτεται και καθορίζει την απαιτούμενη αναλογία των μετρητών προς τα εν λόγω στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα κριτήρια για την επάρκεια της ρευστότητας και τη φερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων. β. Ειδικότερα στην περίπτωση μετατροπής λειτουργούντος νομικού προσώπου σε πιστωτικό ίδρυμα, ποσοστό τουλάχιστον 80% του ενεργητικού του υπό μετατροπή νομικού προσώπου θα πρέπει να είναι συνολικά τοποθετημένο σε μετρητά, καταθέσεις, τίτλους διαπραγματεύσιμους σε οργανωμένες αγορές και βραχυπρόθεσμα δάνεια ή λοιπές πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με τραπεζικά κριτήρια.
Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος πρέπει καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του να μην είναι κατώτερο του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με απόφασή της την προθεσμία εντός της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν:
- α) να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαιά τους προς
το εκάστοτε απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο,
- β) να επαναφέρουν τα ίδια κεφάλαιά τους, σε περίπτωση μείωσής τους, στο ύψος του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου.
Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες στην περίπτωση α΄ και τους δώδεκα (12) μήνες στην περίπτωση β΄ της παρούσας παραγράφου.
Προκειμένου περί αύξησης των ιδίων κεφαλαίων λειτουργούντων πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει ειδικούς όρους για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.