Νόμοι — ΦΕΚ A' 180/2011
Όροι δόμησης και προδιαγραφές σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων 1.α. Για τη δημιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται: αα. Οι ειδικότερες κατηγορίες έργων, δραστηριοτήτων και εγκαταστάσεων που πρόκειται να ανεγερθούν στην έκταση του σύνθετου τουριστικού καταλύματος. ββ. Η γενική διάταξη των κτιρίων και εγκαταστάσεων με αναφορά σε τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:5.000. Στη γενική διάταξη πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες να αποτελούν ενότητα διακριτή από το ξενοδοχειακό κατάλυμα. γγ. Οι περιβαλλοντικοί όροι του σύνθετου τουριστικού καταλύματος, ύστερα από τήρηση της διαδικασίας που ορίζεται στο ν. 1650/1986, όπως ισχύει. β. Η δημιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων σε γήπεδα μεγαλύτερα των 800.000 τ.μ. επιτρέπεται μόνο σε Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) που χαρακτηρίζονται και οριοθετούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, όπως τροποποιείται με το νόμο αυτόν. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται επί γηπέδων μεγαλύτερων των 800.000 τ.μ. για τα οποία έχουν καθοριστεί, με ειδικές διατάξεις, ειδικά πολεοδομικά καθεστώτα τουριστικής ανάπτυξης και αξιοποίησης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να συμπληρώνονται οι διατάξεις των ειδικών καθεστώτων του προηγούμενου εδαφίου, οι οποίες αφορούν τις επιτρεπόμενες χρήσεις και λειτουργίες, καθώς και τη θέση και τη διάταξη των κτιρίων, προκειμένου να προσαρμόζονται στις ειδικότερες προβλέψεις δημιουργίας σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων. γ. Ως εμβαδά ιδιοκτησιών για την εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων α΄και β΄, λαμβάνονται τα εμβαδά που αυτές είχαν στις 31.12.2010. Γήπεδα που δημιουργούνται από συνένωση μπορεί να υπάγονται στις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων και μετά την πάροδο της ημερομηνίας αυτής. Δρόμοι ή και άλλα τεχνικά έργα, καθώς και ρέματα που διαπερνούν εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων δεν συνιστούν κατάτμηση αυτών, ούτε προσμετρώνται για τον υπολογισμό του ελάχιστου εμβαδού των ιδιοκτησιών. δ. Σύνθετα τουριστικά καταλύματα επιτρέπεται να δημιουργούνται και εντός εγκαταλελειμμένων οικισμών προ του 1923 ή κάτω των 2.000 κατοίκων σε συνδυασμό με την ανάπλαση τμήματος ή και του συνόλου του οικισμού. Για το σκοπό αυτόν, οι ενδιαφερόμενοι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς καταρτίζουν πρόγραμμα τουριστικής αξιοποίησης και οικιστικής αναζωογόνησης του οικείου οικισμού, το οποίο εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού ύστερα από γνώμη του ΕΟΤ. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται τα ειδικότερα κριτήρια επιλογής των σχετικών οικισμών, οι τρόποι και τα μέσα πολεοδομικής επέμβασης, οι τρόποι απόκτησης των απαιτούμενων ακινήτων, τα παρεχόμενα πολεοδομικά ή και οικονομικά κίνητρα, οι φορείς υλοποίησης των σχετικών προγραμμάτων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. ε. Η δημιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων σε περιοχές, στις οποίες παρατηρείται έλλειμμα υδατικών πόρων, επιτρέπεται εφόσον καλυφθούν οι ανάγκες τους σε νερό με κατάλληλο κατά περίπτωση τρόπο, όπως δημιουργία ταμιευτήρων, χρήση ανακυκλωμένου νερού, αφαλάτωση κ.λπ.. 2.α. Η δημιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων εναρμονίζεται με τις κατευθύνσεις του εκάστοτε ισχύοντος Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και τις χρήσεις γης και λειτουργίες της ευρύτερης περιοχής. Με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 3 του ν. 2742/1999 μπορεί να καθορίζονται ειδικές χωροταξικές κατευθύνσεις για τη δημιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων. β. Όπου στις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 24208/4.6.2009 απόφασης «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό» (Β΄ 1138) αναφέρονται οι «σύνθετες και ολοκληρωμένες τουριστικές υποδομές μικτής χρήσης» νοούνται εφεξής τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα του παρόντος νόμου. 3.α. Τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα υπόκεινται στους όρους και περιορισμούς της εκτός σχεδίου δόμησης τουριστικών εγκαταστάσεων του από 20/28.1.1988 προεδρικού διατάγματος (Δ΄ 61), όπως ισχύει. Ο συντελεστής δόμησης είναι ενιαίος για το σύνολο του σύνθετου τουριστικού καταλύματος και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,15 και ειδικώς για τα κατοικημένα νησιά, πλην Κρήτης, Κέρκυρας, Εύβοιας και Ρόδου, το 0,10. Για οποία αναπτύσσεται το σύνθετο τουριστικό κατάλυμα νοείται ως ενιαίο σύνολο. β. Εφόσον ο υλοποιούμενος συντελεστής δόμησης δεν υπερβαίνει το 0,10, το ποσοστό των δυνάμενων να πωληθούν ή εκμισθωθούν μακροχρονίως τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, καθορίζεται σε 40% της συνολικώς δομούμενης επιφάνειας του σύνθετου τουριστικού καταλύματος. Το ποσοστό αυτό προσαυξάνεται σε 60% όταν ο υλοποιούμενος συντελεστής δόμησης είναι ίσος ή μικρότερος του 0,05. γ. Η υπαγωγή σε μία εκ των δύο ανωτέρω περιπτώσεων α΄ ή β΄ είναι δεσμευτική και για κάθε μεταγενέστερη αναθεώρηση ή τροποποίηση της οικοδομικής αδείας του σύνθετου τουριστικού καταλύματος. δ. Ειδικότερες διατάξεις με τις οποίες έχουν καθοριστεί μικρότεροι συντελεστές δόμησης ή και αυστηρότεροι όροι και περιορισμοί δόμησης για την τουριστική αξιοποίηση συγκεκριμένων γηπέδων, διατηρούνται σε ισχύ. ε. Το ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν των τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών ορίζεται σε 100 τ.μ. ανά αυτοτελή διηρημένη ιδιοκτησία. Οι ημιυπαίθριοι χώροι που κατασκευάζονται στις τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες, οι στεγασμένοι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων που δημιουργούνται εντός αυτών και οι υπόγειοι χώροι αυτών, η οροφή των οποίων υπερβαίνει τα 0,80 μ. από την οριστική στάθμη του εδάφους, προσμετρώνται στο συντελεστή δόμησης. Οι ρυθμίσεις της περιπτώσεως αυτής εφαρμόζονται και για τις τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες που περιλαμβάνονται στα υφιστάμενα ξενοδοχειακά καταλύματα της παραγράφου 6 του άρθρου 8. στ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζονται ειδικές ενεργειακές προδιαγραφές για τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα, ιδίως όσον αφορά την εξοικονόμηση νερού, τη διαχείριση των αποβλήτων και την εν γένει ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτά.
Η επενδυτική δαπάνη των προς μεταβίβαση ή μακροχρόνια μίσθωση τμημάτων των σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων δεν μπορεί να υπάγεται στα κίνητρα της αναπτυξιακής νομοθεσίας.
Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζονται οι τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές, καθώς και οι λοιποί όροι και προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρούνται για τη δημιουργία των σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων. Με τις προδιαγραφές αυτές καθορίζονται και οι κοινόχρηστοι χώροι των ξενοδοχειακών καταλυμάτων, οι οποίοι πρέπει να είναι επαρκείς για την κάλυψη και της δυναμικότητας σε κλίνες που αντιστοιχεί στις τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζονται τα μέτρα και οι προϋποθέσεις για την προστασία και κάλυψη των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών του σύνθετου τουριστικού καταλύματος, ιδίως στις περιπτώσεις που είτε κωλύεται η ορθή λειτουργία της συνιδιοκτησίας λόγω σοβαρής αδυναμίας του φορέα εκμετάλλευσης του τουριστικού καταλύματος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς αυτήν είτε εγείρονται αξιώσεις τρίτων κατά του πιο πάνω φορέα που θίγουν τα δικαιώματα συνιδιοκτησίας, και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα. Με την έκδοση του ως άνω προεδρικού διατάγματος ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, και θέματα υπαγωγής των φορέων εκμετάλλευσης των σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων σε συστήματα χρηματοοικονομικής ασφάλειας μέσω των κατάλληλων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων σε περίπτωση πτωχεύσεως ή αφερεγγυότητας. 7.α. Τα άρθρα 610, 616 και 617 του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζονται επί μακροχρόνιων μισθώσεων τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών συναπτόμενων εντός σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων. β. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 2 του ν. 1652/1986, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 3 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και στις μακροχρόνιες μισθώσεις που συνάπτονται επί τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 8 του παρόντος.
Τα δικαιώματα μακροχρόνιας μίσθωσης που αποκτώνται επί των τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του παρόντος, σημειώνονται στο περιθώριο των οικείων βιβλίων μεταγραφών των αρμόδιων Υποθηκοφυλακείων ή Κτηματολογικών Γραφείων. Μεταγραπτέα πράξη αποτελούν τα σχετικά μισθωτήρια συμβόλαια, τα οποία, επί ποινή ακυρότητας, καταρτίζονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, μπορεί να υπαχθούν και τουριστικές επενδύσεις που διαθέτουν σε ισχύ εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους και οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πλην της περιπτώσεως ε΄. Τουριστικές επενδύσεις που διαθέτουν θετική Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση μπορεί επίσης να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 και ολοκληρώσουν τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος.
Άρθρο 10
Απόσυρση παλαιών τουριστικών καταλυμάτων 1.α. Οι κύριοι των τουριστικών καταλυμάτων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 1Α του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 και τα οποία στερούνται σήματος λειτουργίας αδιαλείπτως κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1991 έως και την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, οφείλουν να καταβάλουν ειδικό ετήσιο τέλος επιβάρυνσης του περιβάλλοντος η οποία προκαλείται από την εγκατάλειψή τους. Το τέλος επιβάλλεται εφόσον τα ανωτέρω καταλύματα δεν επαναλειτουργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας τουριστικής νομοθεσίας εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και για όσο χρονικό διάστημα παραμένουν σε εγκατάλειψη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζονται τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό τουριστικών καταλυμάτων ή και άλλων κτιρίων ως εγκαταλελειμμένων, η αρμόδια υπηρεσία, ο τρόπος και η διαδικασία ελέγχου, οι όροι και οι προϋποθέσεις διαπίστωσης και χαρακτηρισμού αυτών ως εγκαταλελειμμένων, οι περιπτώσεις εξαίρεσης από β. Το ετήσιο τέλος είναι ίσο με ποσοστό 2% επί της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων σύμφωνα με το σύστημα αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Οικονομικών κατά το χρόνο της επιβολής. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζεται η διαδικασία επιβολής του τέλους, ο τρόπος βεβαίωσης αυτού, οι υπόχρεοι καταβολής, οι τρόποι πληρωμής και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Η βεβαίωση του τέλους μπορεί να γίνει μία φορά και ισχύει μέχρις ότου προσκομιστεί από τον υπόχρεο βεβαίωση κατεδάφισης ή άδεια λειτουργίας του τουριστικού καταλύματος, εκτός εάν επαναπροσδιοριστεί το παραπάνω ποσοστό οπότε και επαναβεβαιώνεται. Ο επαναπροσδιορισμός του ποσοστού γίνεται επίσης με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού. γ. Το τέλος κατατίθεται υπέρ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πράσινο Ταμείο», τηρείται σε ειδικό λογαριασμό με την ονομασία «Ταμείο Περιβαλλοντικού Ισοζυγίου» και διατίθεται για προγράμματα και δράσεις περιβαλλοντικής αποκατάστασης και προστασίας χώρων με ιδιαίτερη πολιτιστική, τουριστική και ιστορική σημασία, εντός του πρωτοβάθμιου Ο.Τ.Α. στη διοικητική περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα εγκαταλελειμμένα τουριστικά καταλύματα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού μπορεί να καθορίζεται η διαδικασία κατάθεσης και απόδοσης του τέλους στο Πράσινο Ταμείο και κάθε σχετική λεπτομέρεια. 2.α. Επιτρέπεται η κατεδάφιση των τουριστικών καταλυμάτων τα οποία προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 1Α του άρθρου 2 του ν. 2160/ 1993 και βρίσκονται εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεως και εκτός ορίων οικισμών που προϋφίστανται του έτους 1923 ή έχουν πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων, η οποία συνδυάζεται με την ανάπλαση και τη συνολική αναβάθμιση του άμεσου περιβάλλοντος υποδοχής τους. β. Τα τουριστικά καταλύματα της περίπτωσης α΄ που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου πρέπει: αα. Να έχουν ανεγερθεί με βάση νόμιμη οικοδομική άδεια. ββ. Να έχουν λειτουργήσει με βάση νόμιμη άδεια λειτουργίας για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των δεκαπέντε (15) ετών. γγ. Να μην έχουν λάβει για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των δέκα (10) ετών οποιαδήποτε κρατική ενίσχυση. Σε αντίθετη περίπτωση το ποσό της ενίσχυσης ή επιδότησης που έχει χορηγηθεί επιστρέφεται. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζονται η διαδικασία και ο φορέας επιστροφής της ενίσχυσης ή επιδότησης, τα δικαιολογητικά και στοιχεία που πρέπει να υποβάλει ο υπόχρεος και κάθε σχετική λεπτομέρεια. δδ. Η συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου αυτής διαπιστώνεται με πράξη του ΕΟΤ ύστερα από αίτηση του κυρίου του ακινήτου. γ. Kίνητρo για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου αυτού είναι το δικαίωμα χρήσης συντελεστή δόμησης έως 0,1 για τη δημιουργία νέων τουριστικών επιπλωμένων επαύλεων ή κατοικιών της περίπτωσης α΄ της παρ. 1Β του άρθρου 2 του ν. 2160/1993, οι οποίες θα συνοδεύονται υποχρεωτικώς και από μία, κατ’ ελάχιστον, εγκατάσταση ειδικής τουριστικής υποδομής της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993, εφόσον οι παραπάνω χρήσεις δεν απαγορεύονται στην περιοχή του τουριστικού καταλύματος και κατά παρέκκλιση των όρων και περιορισμών δόμησης της περιοχής αυτής. Ο συντελεστής δόμησης είναι ενιαίος για το σύνολο των πιο πάνω εγκαταστάσεων. Σε κάθε δε περίπτωση, η συνολική επιτρεπόμενη δόμηση για τις εγκαταστάσεις της περίπτωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 15.000 τ.μ.. Με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην επόμενη περίπτωση, κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του οικοδομικού και κτιριοδομικού κανονισμού. δ. Οι διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 και των παραγράφων 3-5 του άρθρου 8, καθώς και οι διατάξεις της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 3 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 9, εφαρμόζονται και επί των εγκαταστάσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, με την επιφύλαξη του ποσοστού των δυνάμενων να πωληθούν τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών, το οποίο εν προκειμένω δεν μπορεί να υπερβαίνει το 60% της συνολικώς δομούμενης επιφάνειας. ε. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται σε τουριστικά κορεσμένες περιοχές ή σε περιοχές με φθίνουσα τουριστική ζήτηση ή με υποβάθμιση των φυσικών τους πόρων και του φυσικού περιβάλλοντος ή του τουριστικού τους προϊόντος λόγω κακής ποιότητας και παλαιότητας των τουριστικών καταλυμάτων, καθώς και στα νησιά που αναπτύσσονται τουριστικά ή στα νησιά με σημαντική τουριστική δραστηριότητα, όπως αυτά ορίζονται, με βάση την ένταση και το είδος της τουριστικής δραστηριότητας, στο άρθρο 5 της υπ’ αριθμ. 24208/ 4.6.2009 απόφασης «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό» (Β΄ 1138). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού μπορεί να καθορίζονται οι ειδικότερες περιοχές στις οποίες είναι δυνατή η κατεδάφιση των τουριστικών καταλυμάτων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή. στ. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζεται η χρονική διάρκεια ισχύος της δυνατότητας απόσυρσης των παλαιών τουριστικών καταλυμάτων, τυχόν ειδικότερες δράσεις, μέτρα, παρεμβάσεις και κατευθύνσεις που εξυπηρετούν την απόσυρση των παλαιών τουριστικών καταλυμάτων και κάθε άλλη σχετική διαδικασία και λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.
Στις ρυθμίσεις της παραγράφου 2 υπάγονται επίσης και τα τουριστικά καταλύματα που προβλέπονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και τα οποία βρίσκονται σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεως και εκτός ορίων οικισμών που προϋφίστανται του έτους 1923 ή έχουν πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων.
Οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 που αφορούν ακίνητα τα οποία εμπίπτουν στο εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών του ν. 3937/2011 εφαρμόζονται μόνον εφόσον επιτρέπεται από τα υφιστάμενα ειδικά νομικά καθεστώτα προστασίας τους και υπό τους όρους και προϋποθέσεις που θεσπίζουν τα καθεστώτα αυτά. ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ
Άρθρο 11
Ρυθμίσεις για τις Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α)
Η παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «3.α. Ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση των Π.Ο.Τ.Α. γίνεται μετά από αίτηση φυσικών ή νομικών προσώπων του ιδιωτικού ή και του δημόσιου τομέα με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού ύστερα από γνώμη του οικείου περιφερειακού συμβουλίου. Η ανωτέρω γνώμη παρέχεται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή του σχετικού φακέλου. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας αυτής, το ως άνω προεδρικό διάταγμα εκδίδεται χωρίς τη γνώμη του περιφερειακού συμβουλίου. Εφόσον στην Π.Ο.Τ.Α. περιλαμβάνονται και εκτάσεις που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα, όπως είναι ιδίως χώροι αρχαιολογικού ή ιστορικού ενδιαφέροντος, δάση και δασικές εκτάσεις, ή περιοχές προστασίας της φύσης και του τοπίου, η ένταξη των οποίων εντός των ορίων Π.Ο.Τ.Α. δεν αντίκειται στην ισχύουσα νομοθεσία, το προεδρικό διάταγμα προσυπογράφουν επιπλέον και οι καθ’ ύλην αρμόδιοι Υπουργοί. β. Της προτάσεως για την έκδοση του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος προηγείται η έγκριση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην υπ’ αριθ. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/ οικ.107017/28.8.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης «Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001» (B΄ 1225/ 5.9.2006). γ. Ο χαρακτηρισμός εκτάσεων ως Π.Ο.Τ.Α. εναρμονίζεται με τις κατευθύνσεις των εγκεκριμένων χωροταξικών σχεδίων εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, με τις χρήσεις γης και λειτουργίες της ευρύτερης περιοχής, καθώς και με τους ευρύτερους αναπτυξιακούς στόχους. Με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 3 του ν. 2742/ 1999 μπορεί να καθορίζονται ειδικές χωροταξικές κατευθύνσεις για το χαρακτηρισμό εκτάσεων ως Π.Ο.Τ.Α.. δ. Οι εκτάσεις που χαρακτηρίζονται ως Π.Ο.Τ.Α. μπορεί να πολεοδομούνται, στο σύνολο ή σε τμήμα τους.»
Η παρ. 4 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «4.α. Με το παραπάνω προεδρικό διάταγμα καθορίζονται και εγκρίνονται τα εξής: αα. Οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και η μέγιστη ανά χρήση εκμετάλλευση, καθώς και οι τυχόν πρόσθετοι περιορισμοί που αποσκοπούν στον έλεγχο της έντασης κάθε χρήσης. ββ. Η γενική διάταξη των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων, με ένδειξη των τμημάτων της Π.Ο.Τ.Α. που τυχόν θα πολεοδομηθούν και της μέγιστης ανά χρήση εκμετάλλευσης στα τμήματα της Π.Ο.Τ.Α. που δεν πολεοδομούνται, καθώς και τα διαγράμματα των δικτύων υποδομής. γγ. Ο φορέας ίδρυσης και εκμετάλλευσης της Π.Ο.Τ.Α.. β. Η μεταβολή της έκτασης και των ορίων της Π.Ο.Τ.Α.. επιτρέπεται μόνον εφόσον τηρηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου για την ίδρυσή της. Κατ’ εξαίρεση, με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού επιτρέπεται η μεταβολή της έκτασης και των ορίων της Π.Ο.Τ.Α., χωρίς μεταβολή των προβλεπόμενων συνολικών χρήσεων ή της μέγιστης ανά χρήση εκμετάλλευσης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: αα. η προκύπτουσα, λόγω της μεταβολής των ορίων, μείωση ή αύξηση της έκτασης της Π.Ο.Τ.Α. δεν υπερβαίνει το 10% της αρχικώς οριοθετηθείσας εκτάσεως και ββ. δεν περιλαμβάνονται στην περιοχή επεκτάσεως της Π.Ο.Τ.Α. εκτάσεις υπαγόμενες σε ειδικά νομικά καθεστώτα ή εκτάσεις για τις οποίες έχουν καθοριστεί μη συμβατές με την Π.Ο.Τ.Α. χρήσεις γης. Η ως άνω εξαίρεση μπορεί να εφαρμόζεται για μία μόνο φορά. Σε περίπτωση νέας αύξησης της συνολικής έκτασης της Π.Ο.Τ.Α., έστω και αν αυτή είναι πάλι μικρότερη του δέκα τοις εκατό (10%), ακολουθείται κανονικά η διαδικασία της παραγράφου 3. Δεν θεωρείται μεταβολή χρήσεως η αντικατάσταση μέρους της επιτρεπόμενης εντός Π.Ο.Τ.Α. συνολικής δυναμικότητας κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων με τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες της περίπτωσης α΄ της παρ. 1Β του άρθρου 2 του ν. 2160/1993, όπως ισχύει, με σκοπό τη δημιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων. γ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και η διαδικασία για τον έλεγχο της συμβατότητας της αιτήσεως με τα δεδομένα του χωροταξικού σχεδιασμού και ρυθμίζονται οι λοιπές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.»
Στο τέλος της περίπτωσης στ΄ της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση δεν απαιτείται επίσης για τα έργα που εκτελούνται εντός των Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, όπως ισχύει.»
Π.Ο.Τ.Α. ή τμήματα αυτών που οριοθετήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν βάσει των διατάξεων που ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, μπορεί να επαναχαρακτηρίζονται και επανοριοθετούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον παρόντα νόμο. Η επανοριοθέτηση είναι υποχρεωτική όταν πρόκειται να μεταβληθούν τα όρια της Π.Ο.Τ.Α.. Εφόσον από την τυχόν μεταβολή των ορίων της Π.Ο.Τ.Α. δεν προκύπτει αύξηση της συνολικής της έκτασης και συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζονται στην περίπτωση β΄ της παρ. 4 του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, όπως αντικαθίσταται με τον παρόντα νόμο, για τον επαναχαρακτηρισμό και την επανοριοθέτηση της Π.Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις της περί προηγούμενη έγκριση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
Άρθρο 12
Σύσταση Ειδικής Υπηρεσίας Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού
Συνιστάται Ειδική Υπηρεσία Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, υπαγόμενη απευθείας στον Γενικό Γραμματέα του ΕΟΤ. Της υπηρεσίας προΐσταται υπάλληλος του ΕΟΤ κατηγορίας ΠΕ Αρχιτέκτονα ή ΠΕ Πολιτικού Μηχανικού.
Η ανωτέρω υπηρεσία έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. Ενημερώνει τους επενδυτές για το θεσμικό, νομοθετικό, φορολογικό και χρηματοοικονομικό πλαίσιο των τουριστικών επενδύσεων, καθώς και για τις ενέργειες που απαιτούνται για την αδειοδότηση των δραστηριοτήτων αυτών και την ένταξή τους σε υφιστάμενα επενδυτικά προγράμματα ή σχεδιασμούς που αφορούν την προώθηση των τουριστικών επενδύσεων. β. Λειτουργεί ως υπηρεσία μιας στάσεως για την έκδοση των αδειών και την παροχή των εγκρίσεων που είναι απαραίτητες για την έναρξη λειτουργίας των εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής ανεξαρτήτως μεγέθους, των κυρίων τουριστικών καταλυμάτων δυναμικότητας άνω των 300 κλινών και των σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 8 του παρόντος. Για το σκοπό αυτόν, παραλαμβάνει το φάκελο της κατά περίπτωση αιτούμενης αδειοδότησης, ελέγχει την πληρότητά του, φροντίζει για τη συμπλήρωση των αναγκαίων δικαιολογητικών από τον ενδιαφερόμενο και τον διαβιβάζει στους κατά περίπτωση αρμόδιους φορείς, οι οποίοι υποχρεούνται να προβαίνουν κατά προτεραιότητα στις επιβαλλόμενες για το σκοπό αυτόν ενέργειες, σύμφωνα με τις οικείες αρμοδιότητές τους. Οι φορείς αυτοί υποχρεούνται να παρέχουν στην Ειδική Υπηρεσία κάθε αναγκαία ενημέρωση, έγγραφη ή και προφορική, για το στάδιο, στο οποίο βρίσκονται οι σχετικές διαδικασίες, τις τυχόν ελλείψεις του φακέλου και τον τρόπο συμπλήρωσής τους, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης ή της αδυναμίας παροχής των αιτουμένων αδειών ή εγκρίσεων. γ. Διατυπώνει προτάσεις και υποδεικνύει λύσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των διοικητικών δυσχερειών και προβλημάτων τα οποία προκύπτουν κατά την αδειοδοτική ή άλλη συναφή διαδικασία που αφορά σε τουριστικές επενδύσεις. δ. Επεξεργάζεται σχέδια γενικών οδηγιών, εγκυκλίων και αποφάσεων για τη διευκόλυνση της αδειοδότησης των τουριστικών επενδύσεων. 3.α. Εντός της ανωτέρω υπηρεσίας συνιστάται Πολεοδομικό Γραφείο, υπαγόμενο απευθείας στον Διευθυντή της υπηρεσίας αυτής. Του Πολεοδομικού Γραφείου προΐσταται υπάλληλος του ΕΟΤ της κατηγορίας ΠΕ Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή Πολιτικών Μηχανικών. β. Στην αρμοδιότητα του πιο πάνω γραφείου ανήκει η έκδοση και αναθεώρηση οικοδομικών αδειών, ο έλεγχος μελετών για την έκδοσή τους, συναφούς χαρακτήρα πολεοδομικές αρμοδιότητες, καθώς και ο έλεγχος και η επιβολή προστίμων για την κατασκευή αυθαίρετων κτισμάτων κατά την κείμενη νομοθεσία, για τις τουριστικές εγκαταστάσεις που αναφέρονται στην περίπτωση β΄ της προηγούμενης παραγράφου. γ. Για την εφαρμογή των προηγούμενων περιπτώσεων απαιτείται προηγούμενη χορήγηση έγκρισης δόμησης (ισχύοντες όροι και περιορισμοί δόμησης της περιοχής) από το Πολεοδομικό Γραφείο του οικείου δήμου, η οποία χορηγείται με αίτηση του ενδιαφερόμενου μέσω του πιο πάνω γραφείου. Το Πολεοδομικό Γραφείο του οικείου δήμου υποχρεούται να χορηγήσει την έγκριση δόμησης (ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής) εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) εργάσιμων ημερών.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζεται ο τρόπος οργάνωσης της Ειδικής Υπηρεσίας, η διάρθρωσή της σε τμήματα, ο τρόπος επιλογής και τοποθέτησης των προϊσταμένων επιπέδου Διεύθυνσης, Τμήματος και του αυτοτελούς Πολεοδομικού Γραφείου και οι αναγκαίες για τη λειτουργία της οργανικές θέσεις μόνιμου και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού κατά κλάδους, κατηγορίες και ειδικότητες. Οι θέσεις αυτές καλύπτονται με μεταφορά οργανικών θέσεων από τον ΕΟΤ ή από υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.
Οι συνιστώμενες κατά την προηγούμενη παράγραφο θέσεις μπορεί να καλύπτονται και με απόσπαση προσωπικού, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, από υπηρεσίες του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και από φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η διάρκεια της απόσπασης ορίζεται σε τρία (3) έτη με δυνατότητα ανανέωσης για ίσο χρονικό διάστημα.
Ο Προϊστάμενος της ανωτέρω υπηρεσίας υποβάλλει, μέχρι την 1η Φεβρουαρίου κάθε έτους, στον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού και στον Πρόεδρο του ΕΟΤ απολογιστική έκθεση για το έργο που υλοποιήθηκε κατά το προηγούμενο έτος. Στην πιο πάνω έκθεση περιλαμβάνονται υποχρεωτικά πλήρη στοιχεία για τις επενδυτικές αιτήσεις που υποβλήθηκαν στην υπηρεσία και αυτές που διεκπεραιώθηκαν, το χρόνο διεκπεραίωσης, τις αιτήσεις που καθυστέρησαν ή απορρίφθηκαν και τους λόγους της καθυστέρησης ή απόρριψης, καθώς και προτάσεις για την αντιμετώπιση των διοικητικών δυσχερειών και προβλημάτων τα οποία προέκυψαν κατά τη σχετική αδειοδοτική διαδικασία.
Άρθρο 13
Κεντρική Συντονιστική Ομάδα Αδειοδότησης για τις τουριστικές επενδύσεις
Για το συντονισμό και την καλύτερη οργάνωση του συστήματος περιβαλλοντικής, πολεοδομικής και λειτουργικής αδειοδότησης των τουριστικών καταλυμάτων και των εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής, καθώς και την επίλυση προβλημάτων που αφορούν τη χωροθέτηση των τουριστικών επενδύσεων, συγκροτείται Κεντρική Συντονιστική Ομάδα Αδειοδότησης για τις τουριστικές επενδύσεις με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού. Την ομάδα απαρτίζουν οι αρ
Η ομάδα έχει τις εξής αρμοδιότητες:
- α) συντονίζει τις ενέργειες των αρμόδιων υπηρεσιών
των δύο Υπουργείων για την επιτάχυνση της χωροθέτησης και της εν γένει αδειοδοτικής διαδικασίας των τουριστικών επενδύσεων και την αντιμετώπιση σχετικών διοικητικών δυσχερειών,
- β) εισηγείται την έκδοση εγκυκλίων και την πρόταση
νομοθετικών παρεμβάσεων για την επίλυση προβλημάτων που αφορούν τη διαδικασία αδειοδότησης των τουριστικών επενδύσεων,
- γ) επεξεργάζεται, αναλύει και παρέχει πληροφοριακά
και στατιστικά στοιχεία για τις αδειοδοτήσεις των τουριστικών επενδύσεων,
- δ) αξιολογεί την αποτελεσματικότητα του ισχύοντος
συστήματος αδειοδότησης σε ετήσια βάση, ιδίως όσον αφορά το χρόνο, το κόστος και τους διοικητικούς πόρους, με χρήση συγκριτικών στοιχείων και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού μπορεί να εξειδικεύονται οι αρμοδιότητες της Κεντρικής Συντονιστικής Ομάδας και να καθορίζονται ειδικότερα θέματα λειτουργίας της.
Άρθρο 14
Ζητήματα εφαρμογής του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό και άλλες ρυθμίσεις για την προώθηση των τουριστικών επενδύσεων 1.α. Με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων του παρόντος νόμου, για τη χωροθέτηση των τουριστικών καταλυμάτων και των εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής, εφαρμόζονται οι κατευθύνσεις του εκάστοτε ισχύοντος Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό. β. Απαγορεύεται η εγκατάσταση των πιο πάνω δραστηριοτήτων σε περιοχές όπου, σύμφωνα με τις διατάξεις της πολεοδομικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας, έχουν καθοριστεί χρήσεις γης που αποκλείουν τις συγκεκριμένες δραστηριότητες. γ. Σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων οικισμών προ του 1923 ή κάτω των 2.000 κατοίκων, στις οποίες δεν έχουν καθορισθεί από πολεοδομικές και χωροταξικές ρυθμίσεις συγκεκριμένες χρήσεις γης, η χωροθέτηση των τουριστικών καταλυμάτων και των εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής γίνεται σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του εκάστοτε ισχύοντος Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό.
Για τις διαδικασίες αδειοδότησης τουριστικών εγκαταστάσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της υπ’ αριθμ. 24208/4.6.2009 απόφασης «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό» (Β΄ 1138), δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της ανωτέρω απόφασης, εφόσον, πριν την ημερομηνία δημοσίευσής της, είχε εκδοθεί αρμοδίως μια από τις ακόλουθες πράξεις: α. θετική γνωμοδότηση Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002 και τις διατάξεις των άρθρων 3 και 6 της με αριθμ. Η.Π. 11014/703/Φ104/ 14.3.2003 κοινής υπουργικής απόφασης (Β΄ 332), β. έγκριση καταλληλότητας γηπέδου ή αρχιτεκτονικής μελέτης από τον ΕΟΤ, γ. απόφαση κατάταξης στην υποκατηγορία 4 του οικείου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 της κ.υ.α. με αριθμ. Η.Π.11014/703/Φ104/ 14.3.2003 (Β΄ 332).
Οι ρυθμίσεις της υπ’ αριθμ. 24208/4.6.2009 απόφασης «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό» (Β΄ 1138) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αιτήσεων επενδυτικών σχεδίων που υποβλήθηκαν μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 2008, σε συνέχεια της υπ’ αριθμ. 37643/ 31.8.2007 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Προϋπόθεση για την εξαίρεση αυτή αποτελεί η ολοκλήρωση των εγκρίσεων από τον ΕΟΤ εντός διετίας και η έκδοση οικοδομικής άδειας εντός τριετίας από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Οι διατάξεις της παραγράφου Γ΄ του άρθρου 10 της υπ’ αριθμ. 24208/4.6.2009 απόφασης «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό» (Β΄ 1138) καταργούνται.
Σε περίπτωση που επέρχεται, σύμφωνα με πολεοδομικές ή περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, μεταβολή των χρήσεων γης που αποκλείει εφεξής τη χωροθέτηση τουριστικών καταλυμάτων και εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής, ισχύουν τα ακόλουθα: (α) Οι δραστηριότητες που λειτουργούν νόμιμα εξακολουθούν να λειτουργούν στο χώρο όπου βρίσκονται. (β) Η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός των ως άνω δραστηριοτήτων είναι δυνατός μέσα στο χώρο ή στο γήπεδο στο οποίο λειτουργούσε η δραστηριότητα πριν από την εφαρμογή των παραπάνω πολεοδομικών ή περιβαλλοντικών διατάξεων ή σε όμορο γήπεδο, εφόσον επιτρέπονται σε αυτό οι χρήσεις από τις προαναφερόμενες διατάξεις. (γ) Οι δραστηριότητες για τις οποίες έχει εκδοθεί, προ της μεταβολής των χρήσεων γης, πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, εφοδιάζονται με ειδικό σήμα λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την αλλαγή των χρήσεων γης. (δ) Εφόσον, από τις νέες πολεοδομικές ή περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, επιβάλλεται η απομάκρυνση των πιο πάνω δραστηριοτήτων, αυτές απομακρύνονται υποχρεωτικά μέσα σε διάστημα δέκα ετών από την ημερομηνία εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και αφού προηγηθεί καταβολή αποζημίωσης για την αναγκαστική διακοπή της λειτουργίας τους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζονται οι προϋποθέσεις καταβολής της αποζημίωσης και το ύψος αυτής ανά κατηγορία και δυναμικότητα τουριστικής εγκατάστασης, ο τρόπος καταβολής της, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
Για την έκδοση πολεοδομικών ή περιβαλλοντικών πράξεων με τις οποίες καθορίζονται, σε συγκεκριμένες περιοχές, απαγορεύσεις και περιορισμοί στη χωροθέτηση τουριστικών καταλυμάτων και εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής ή στην άσκηση τουριστικών δραστηριοτήτων και λειτουργιών, απαιτείται η προηγούμενη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού,
Μετά την παρ. 5 του άρθρου 14 του ν. 2971/ 2001 (Α΄ 285) προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής, και οι παράγραφοι 6 έως και 10 του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τους νόμους 3468/2006 και 3851/2010, αναριθμούνται αντιστοίχως σε 7 έως και 11: «6. α. Η εκτέλεση προσωρινών ή μόνιμων έργων επί αιγιαλού και παραλίας, που έχουν χαρακτηρισθεί Τουριστικά Δημόσια Κτήματα ή για τα οποία έχει εκδοθεί Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 1 της Κ΄ Συντακτικής Πράξης της 6/14 Φεβρουαρίου 1968 (Α΄ 33), καθώς και στο συνεχόμενο ή παρακείμενο αυτών θαλάσσιο χώρο, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού, με τη διαδικασία της επόμενης περίπτωσης. β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού συγκροτείται εννεαμελής Επιτροπή, αποτελούμενη από τον Γενικό Γραμματέα Τουρισμού του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλιακής Πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, έναν εκπρόσωπο του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και έναν εκπρόσωπο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο Γενικός Γραμματέας Τουρισμού του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, αναπληρούμενος από τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλιακής Πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι αναπληρωτές των μελών και ο Γραμματέας της Επιτροπής με τον αναπληρωτή του. Η Επιτροπή μπορεί να υποβοηθείται στο έργο της από εξειδικευμένους συμβούλους, μετά από σχετική εισήγηση του Προέδρου της. γ. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζονται θέματα σχετικά με τη λειτουργία της Επιτροπής. δ. Αντικείμενο της Επιτροπής είναι η εξέταση και η διατύπωση γνώμης προς τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού για τη συνδρομή των προϋποθέσεων εκτέλεσης των έργων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, κατόπιν υποβολής του φακέλου και των μελετών που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. ε. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της, μπορεί να διενεργεί αυτοψίες, καθώς και να ζητά πληροφορίες, τεχνικά ή άλλα στοιχεία από τους κατά τόπον αρμόδιους φορείς.»
Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3342/2005 (Α΄ 131) αντικαθίσταται ως εξής: «α. Τον Γενικό Γραμματέα Πολιτιστικής και Τουριστικής Υποδομής ως Πρόεδρο με αναπληρωτή του έναν Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού που ορίζεται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού.»
Στο άρθρο 1 του ν. 3342/2005 (Α΄ 131) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Η ανέγερση ή η τοποθέτηση προσωρινών ή κινητών λυόμενων κατασκευών και εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση εκτάκτων, πρόσκαιρων και βραχυχρόνιων εκδηλώσεων, όπως υπαίθριες αγορές, εορταστικές εκδηλώσεις, διοργάνωση εκθέσεων, επιτρέπεται ύστερα από έγκριση εργασιών που χορηγείται από την υπηρεσία της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, στην οποία καθορίζονται οι απαιτήσεις ασφάλειας και αισθητικής που πρέπει να πληρούν οι κατασκευές και εγκαταστάσεις αυτές, καθώς και ο χρόνος διατηρήσεώς τους. Για την έγκριση εργασιών προσκομίζεται τεχνική έκθεση, στην οποία περιγράφονται οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις και οι αιτούμενες εργασίες, καθώς και τοπογραφικό διάγραμμα. Οι προσωρινές ή κινητές λυόμενες κατασκευές και εγκαταστάσεις αποξηλώνονται εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της εκδήλωσης, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη άδεια ή έγκριση δημόσιας αρχής.»
α) Το άρθρο 13 του ν. 711/1977 (Α΄ 284) αντικαθίσταται ως εξής: « Άρθρο 13 Μητρώο Ο Ε.Ο.Τ. τηρεί Μητρώο στο οποίο καταχωρίζεται ο αριθμός των Ειδικών Τουριστικών Λεωφορείων ανά Τουριστική Επιχείρηση Οδικών Μεταφορών (Τ.Ε.Ο.Μ.) και ανά Τουριστικό Γραφείο. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την τήρηση του Μητρώου.»
- β) Τα εδάφια β΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του
ν. 711/1977 καταργούνται.
- γ) Η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 711/1977 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζεται η διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, για τη χορήγηση από τον Ε.Ο.Τ., της έγκρισης θέσης σε κυκλοφορία ειδικού τουριστικού λεωφορείου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου καθώς και το παράβολο και το ανταποδοτικό τέλος για την καταχώρισή του στο Μητρώο του άρθρου 13 του παρόντος νόμου. Η έγκριση θέσης σε κυκλοφορία Ειδικού Τουριστικού Λεωφορείου εκδίδεται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής στην αρμόδια Περιφερειακή Υπηρεσία του Ε.Ο.Τ., του συνόλου των δικαιολογητικών που απαιτούνται.»
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 2214/1994, ΤΟΥ Ν. 3049/2002, ΤΟΥ Ν. 3862/2010 ΚΑΙ ΤΟΥ Ν. 3867/2010
Άρθρο 15
Τροποποίηση διατάξεων του ν.2214/1994 Συμπλήρωση διατάξεων του ν.3049/2002
Στην παρ. 8 του άρθρου 62 του ν. 2214/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3453/2006 (Α΄ 74), αντί των λέξεων «ανεξάρτητα από το σκοπό των στεγαστικών δανείων» τίθενται οι λέξεις «για όλα τα τοκοχρεολυτικά δάνεια του στεγαστικού τομέα με σκοπό ιδίως την απόκτηση, ανέγερση, αποπεράτωση, επέκταση και επισκευή κατοικίας,». αρμοδιότητα του Αντιπροέδρου, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, υπογράφονται από αυτόν. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν θίγουν το κύρος των μέχρι σήμερα καταρτισθεισών συμβάσεων οι οποίες έχουν υπογραφεί από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Τ.Π. και Δανείων.
Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.3049/2002 (Α΄ 212) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Η σύσταση εταιρείας διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία εγκρίνεται το Καταστατικό της και καθορίζονται ο σκοπός της εταιρείας, η διάρκεια, η επωνυμία, το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο, τα περιουσιακά στοιχεία, οι κλάδοι, τα δικαιώματα και οι μετοχές που συνεισφέρονται ή μεταβιβάζονται με ή χωρίς αντάλλαγμα από το Δημόσιο, τα όργανα διοίκησης της εταιρείας και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για τη σύσταση, τη διοίκηση και τη λειτουργία της, σύμφωνα με τον κ.ν.2190/1920. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ορίζεται ότι ένα ή περισσότερα από τα θέματα που ρυθμίζονται με αυτήν, με εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία, τους κλάδους, τα δικαιώματα ή τις μετοχές που συνεισφέρθηκαν ή μεταβιβάσθηκαν από το Δημόσιο, μπορεί να τροποποιούνται με το Καταστατικό της εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920. Με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.Α.) μπορεί τα δικαιώματα που προβλέπονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 και στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν.3986/2011, να παραχωρούνται με διοικητική άδεια που εκδίδεται υπέρ του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, του άρθρου 1 του ν.3986/2011 (Α΄ 152), χωρίς αντάλλαγμα και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στη διοικητική άδεια ορίζεται το δικαίωμα που ενσωματώνεται, οι διατάξεις οι οποίες το προβλέπουν, ο χρόνος ισχύος της άδειας, οι όροι και οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος που αφορά, οι προϋποθέσεις με τη συνδρομή των οποίων ανακαλείται η άδεια και κάθε αναγκαίο θέμα για την άσκηση του δικαιώματος για το οποίο εκδόθηκε αυτή. Η μεταβίβαση, η εκμετάλλευση και η, με οποιονδήποτε τρόπο, αξιοποίηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την άδεια διενεργούνται από το Ταμείο σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν.3986/2011.»
Άρθρο 16
Τροποποίηση των διατάξεων του ν. 3862/2010 Πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης και συστήματα εσωτερικού ελέγχου των Πιστωτικών Ιδρυμάτων (παράγραφος 3 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2010/76/ΕΕ)
Στο άρθρο 17 του ν. 3862/2010 προστίθεται νέα παράγραφος 6α, ως εξής: «6.α. Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής σχετικά με την πρόθεση ενός ιδρύματος πληρωμών με έδρα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω αντιπροσώπου ή μέσω υποκαταστήματος στην Ελλάδα και εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος έχει βάσιμες υπόνοιες ότι, σε συνδυασμό με την προτιθέμενη πρόσληψη του αντιπροσώπου ή τη δημιουργία του υποκαταστήματος, διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά την έννοια του ν. 3691/2008 ή ότι η πρόσληψη του αντιπροσώπου ή η δημιουργία του υποκαταστήματος ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής.»
Στα άρθρα 32 παράγραφος 2, 33 παράγραφοι 3 και 4, 43 και 44 του ν. 3862/2010 η λέξη «μεμονωμένη» αντικαθίσταται από τη λέξη «επί μέρους».
Στο άρθρο 78 του ν. 3862/2010, οι παραπομπές στο άρθρο 69 παράγραφος 1 και στο άρθρο 70 αντικαθίστανται με παραπομπές στο άρθρο 76 παράγραφος 1 και στο άρθρο 77.
α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 26 του ν. 3601/2007 (Α΄178) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα οφείλει να διαθέτει άρτιο και αποτελεσματικό σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων των κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, καθώς και πολιτικές και πρακτικές αποδοχών οι οποίες είναι συνεπείς και προωθούν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων.» β. Στο τέλος του άρθρου 26 του ν. 3601/2007 προστίθενται νέες παράγραφοι 3 και 4, ως εξής: «3. Τα πιστωτικά ιδρύματα με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται να παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος πληροφόρηση για τις αποδοχές προσωπικού, σύμφωνα με τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης που ορίζονται με αποφάσεις της, στο πλαίσιο του άρθρου 29 του ν. 3601/2007. Η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί την πληροφόρηση που της παρέχεται κατά τα ανωτέρω προκειμένου να προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών των πολιτικών αποδοχών. Η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να παρέχει στην Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή τις ανωτέρω πληροφορίες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, συγκεντρώνει την πληροφόρηση για τον αριθμό των ατόμων ανά πιστωτικό ίδρυμα που ανήκουν σε κατηγορίες αμοιβών ύψους τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένων αφ’ ενός μεν του τομέα απασχόλησης στον οποίο εμπλέκονται, αφ’ ετέρου δε των βασικών στοιχείων των αποδοχών, των πρόσθετων, μεταβλητών αμοιβών, των μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και των συνταξιοδοτικών εισφορών τους. Η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να διαβιβάζει την πληροφόρηση την οποία έχει λάβει κατ’ εφαρμογή της παρούσας παραγράφου
Άρθρο 17
Τροποποίηση των διατάξεων του ν. 3867/2010
Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3867/2010 (Α΄ 128) παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2011 και, αντίστοιχα, η προθεσμία του τετάρτου εδαφίου της παρ. 5 του ίδιου άρθρου παρατείνεται έως την 31η Μαρτίου 2012.
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης η΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3867/2010 αντικαθίσταται, ως εξής: «η) Το χαρτοφυλάκιο ζωής μεταβιβάζεται κατά τα λοιπά στον ανάδοχο με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Οι απαιτήσεις των φερόμενων ως ασφαλισμένων, των οποίων δεν έγιναν δεκτά τα νομιμοποιητικά έγγραφα από τον επόπτη χαρτοφυλακίων ζωής, ακολουθούν τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και τυχόν δικαστικές διεκδικήσεις ασκούνται κατά του εκκαθαριστή. Στην περίπτωση αυτή παρακρατείται υπέρ της ασφαλιστικής εκκαθάρισης μέχρι την οριστική διευθέτηση της διαφοράς και δεν μεταβιβάζεται στον ανάδοχο το ανάλογο μέρος, όπως θα καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, των περιουσιακών στοιχείων που έχουν τεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση ζωής.»
To πρώτο εδάφιο της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 3867/2010 (Α΄ 128) αντικαθίσταται ως εξής: «θ) Το μέρος της απαίτησης από ασφάλιση ζωής που δεν αναλαμβάνεται από τον ανάδοχο σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου αυτής, ικανοποιείται από το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ζωής κατά το χρόνο λήξης του αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ατόκως, κατά ποσοστό 70%. Όσα ασφαλιστήρια συμβόλαια έχουν ημερομηνία λήξης μετά το έτος 2024 θεωρείται ότι λήγουν στις 31.12.2024. Η απαίτηση υπολογίζεται όπως είχε διαμορφωθεί κατά την ημέρα ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εταιρείας. Το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ζωής δύναται να ικανοποιεί αιτήσεις πρόωρης εξόφλησης, μετά από συμβιβαστική μείωση της απαίτησης του ενδιαφερόμενου.»
Στο τέλος της περίπτωσης θ΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3867/2010 προστίθενται εδάφια, ως εξής: «Για την εκπλήρωση του παραπάνω ειδικού σκοπού, το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να χορηγεί δάνεια προς το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ζωής μέχρι του συνολικού ποσού των διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000,00) ευρώ με την έκδοση και παράδοση, αντί μετρητών, ομολόγων αντίστοιχης αξίας. Η εξόφληση του δανείου θα γίνεται σε δέκα άτοκες ετήσιες δόσεις με περίοδο χάριτος οκτώ ετών. Από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης, το Δημόσιο αποκτά αυτοδίκαια ενέχυρο επί των 2/3 των συνολικών εσόδων του Εγγυητικού Κεφαλαίου Ζωής, που προέρχονται από τις εισφορές του άρθρου 10 αυτού του νόμου. Οι ειδικότεροι όροι του δανείου καθορίζονται με σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ζωής καταβάλλει στους καταναλωτές τα χρηματικά ποσά, που προβλέπουν οι διατάξεις αυτού του άρθρου, με τον όρο της νομότυπης παραίτησής τους από κάθε σχετική αξίωσή τους, εκκρεμούς ή μη ενώπιον των δικαστηρίων, κατά του Ελληνικού Δημοσίου.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
Άρθρο 18
Ρυθμίσεις φορολογικών θεμάτων 1.α) Υπόχρεοι φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων οι οποίοι δεν έχουν υποβάλει δήλωση ή έχουν υποβάλει ανακριβή δήλωση για την καταβολή ή μη φόρων, τελών ή εισφορών υπέρ του Δημοσίου μπορούν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2011 να υποβάλουν αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις για εισοδήματα που αποκτήθηκαν μέχρι και το οικονομικό έτος 2010, χωρίς την επιβολή πρόσθετου φόρου ή προστίμου. Επίσης δεν επιβάλλεται πρόστιμο της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), εφόσον υποβληθούν μέχρι την ίδια ως άνω προθεσμία αρχικές ή συμπληρωματικές καταστάσεις και ισοζύγια του άρθρου 20 του ΚΒΣ (π.δ. 186/1992, (Α΄ 84).
- β) Κατά την υποβολή των ανωτέρω δηλώσεων δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 10
του ν. 2523/1997, προκειμένου για τις αιτήσεις που υποβάλλονται για την έκδοση των οικείων πιστοποιητικών κατά το χρόνο ισχύος των διατάξεων αυτού του άρθρου.
- γ) Επίσης, μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2011 παρέχεται η δυνατότητα υποβολής δηλώσεων, με τους ευνοϊκούς όρους που αναφέρονται στις παρακάτω παραγράφους,
των οποίων η προθεσμία υποβολής έχει λήξει μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου, για τις κάτωθι φορολογίες:
- αα) Φόρου προστιθέμενης αξίας (ν. 2859/2000, Α΄
248), όσον αφορά: - αρχικές ή τροποποιητικές, περιοδικές, έκτακτες ή εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και δηλώσεις αποθεμάτων, ανεξαρτήτως εάν προκύπτει ή όχι ποσό φόρου για καταβολή, - έκτακτες δηλώσεις για επιστροφή στο Δημόσιο ποσών Φ.Π.Α. που έχουν επιστραφεί αδικαιολόγητα σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41, για τις οποίες ο πρόσθετος φόρος υπολογίζεται από την επομένη της επιστροφής που διενεργήθηκε από τη Δ.Ο.Υ., - ανακεφαλαιωτικούς πίνακες ενδοκοινοτικών αποκτήσεων ή λήψεων υπηρεσιών και παραδόσεων αγαθών ή παροχών υπηρεσιών, - δηλώσεις Intrastat.
- ββ) Αυτοτελούς φορολογίας εισοδημάτων των άρθρων 11, 12, 13 και 14 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
- γγ) Φόρου υπεραξίας από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 20
έως και 27 του ν. 2065/1992 (Α΄ 113).
- δδ) Φόρου κύκλου εργασιών, φόρου ασφαλίστρων του
άρθρου 29 του ν. 3492/2006 (Α΄210), τέλος συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας και τέλος καρτοκινητής τηλεφωνίας του άρθρου 12 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31).
- εε) Τελών χαρτοσήμου, εκτός από τις συναλλαγματικές και γραμμάτια σε διαταγή.
στστ) Φόρων που παρακρατούνται ή προκαταβάλλονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από τις κάθε είδους αμοιβές, αποδοχές και αποζημιώσεις.
- ζζ) Εισφοράς υπέρ ΕΛ.Γ.Α. του άρθρου 31 του ν. 2040/
1992 (Α΄ 70), εισφοράς υπέρ δακοκτονίας του α.ν. 112/1967 (Α΄147’) και του ν. 1402/1983 (Α΄ 167).
- ηη) Φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων και ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών του ν. 1676/1986 (Α΄ 204).
κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών ή προικών, ειδικού φόρου επί των ακινήτων, ενιαίου τέλους ακινήτων νομικών προσώπων και φόρου ακίνητης περιουσίας νομικών προσώπων, όσον αφορά αρχικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις. Αν οι δηλώσεις αφορούν ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου, στις οποίες εφαρμόζεται κατά την πιο πάνω ημερομηνία το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του ν. 1249/1982, οι υπόχρεοι δηλώνουν υποχρεωτικά ως φορολογητέα αξία εκείνη που προκύπτει αντικειμενικά με την πρώτη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στην περιοχή, εφόσον η φορολογική ενοχή γεννήθηκε πριν από την ημερομηνία της πρώτης εφαρμογής. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας υποβάλλεται από τον υπόχρεο στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), η οικεία φορολογική δήλωση, στην οποία επισυνάπτονται και τα αντίστοιχα φύλλα υπολογισμού της αξίας των ακινήτων. Με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του ν. 1249/1982 επέρχεται εξώδικη λύση της διαφοράς, υπό τον όρο ότι όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία στο φύλλο υπολογισμού της αξίας του ακινήτου είναι ειλικρινή. Αν διαπιστωθεί ανακρίβεια των στοιχείων αυτών, για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου διενεργείται έλεγχος και επιβάλλονται οι πρόσθετοι φόροι και τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις.
- ιι) Οποιουδήποτε άλλου φόρου, τέλους, εισφοράς ή
κράτησης υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων που δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις α΄ έως και θ΄, με εξαίρεση τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων και μοτοσικλετών.
- δ) Για τις δηλώσεις της προηγούμενης περίπτωσης υπολογίζεται πρόσθετος φόρος δέκα τοις εκατό (10%),
για τις περιπτώσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2009 και τρία τοις εκατό (3%) για τις περιπτώσεις που η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2010 και η προθεσμία υποβολής της δήλωσης έχει λήξει μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου, εφόσον ο φόρος καταβληθεί σε δόσεις. Στην περίπτωση που ο φόρος καταβληθεί εφάπαξ δεν υπολογίζεται πρόσθετος φόρος. Στην περίπτωση που με τις ανωτέρω δηλώσεις δεν προκύπτει φόρος για καταβολή δεν επιβάλλεται πρόστιμο.
- ε) Η καταβολή του φόρου γίνεται ως εξής:
- αα) Ο φόρος εισοδήματος καταβάλλεται:
(i) από τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 101 του Κ.Φ.Ε. και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε, σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η μεν πρώτη με την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες δύο (2), μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των δύο (2) επόμενων μηνών αντίστοιχα, (ii) από τα φυσικά πρόσωπα μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση.
- ββ) Ο συνολικός φόρος που οφείλεται με βάση τις υποβαλλόμενες δηλώσεις της περίπτωσης γ΄ της παρούσας παραγράφου, καταβάλλεται είτε εφάπαξ με την υποβολή των δηλώσεων είτε σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται ταυτόχρονα
με την υποβολή των δηλώσεων και καθεμία από τις επόμενες μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των αντίστοιχων επόμενων μηνών. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τριακοσίων (300) ευρώ, εκτός της τελευταίας.
- στ) Οι διατάξεις των προηγούμενων υποπαραγράφων
της παρούσας παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή:
- αα) Στις περιπτώσεις όπου μέχρι την έναρξη ισχύος
του παρόντος έχουν εκδοθεί και καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία μεταγραφής οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις.
- ββ) Στις υποθέσεις φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας και δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9).
- γγ) Στις φορολογικές δηλώσεις που υποβάλλονται με
επιφύλαξη.
- δδ) Στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με τις οποίες δηλώνεται ζημία.
- εε) Στις υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία έκδοσης και κοινοποίησης καταλογιστικών πράξεων μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του
παρόντος, εφόσον για αυτές τα βιβλία και στοιχεία των επιτηδευματιών που προβλέπονται από τον Κ.Β.Σ. έχουν κριθεί ανεπαρκή ή ανακριβή από τις επιτροπές της παρ. 5 του άρθρου 30 του π.δ. 186/1992 ή εφόσον παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη από τις ίδιες διατάξεις προθεσμία προσφυγής ενώπιον των Επιτροπών αυτών. Στις υποθέσεις της περίπτωσης αυτής εμπίπτουν και εκείνες που εκκρεμούν ενώπιον των ανωτέρω Επιτροπών.
- ζ) Κατ’ εξαίρεση, οι υπόχρεοι οι οποίοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού έχουν ήδη επιλεγεί για προσωρινό ή τακτικό έλεγχο και στους οποίους επιδίδεται επί αποδείξει σχετική έγγραφη πρόσκληση της
αρμόδιας ελεγκτικής αρχής, μπορούν να υποβάλουν τις δηλώσεις των περιπτώσεων α΄ και γ΄ της παραγράφου αυτής εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την επίδοση της ως άνω πρόσκλησης και όχι αργότερα από το τέλος του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος.
- η) Εξαιρούνται από τις διατάξεις της παραγράφου 1, η
υποβολή περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. που αναφέρονται σε φορολογικές περιόδους από 1.1.2011 και μετά, καθώς και υποθέσεις των επιχειρήσεων για τον έλεγχο των οποίων έχουν συγκροτηθεί Ειδικά Συνεργεία Ελέγχου του άρθρου 39 του ν. 1914/1990 (Α΄ 178).
Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2011, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2012. 3.α) Οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3610/2007 (Α΄ 258) καταργούνται από 1ης Σεπτεμβρίου 2011.
- β) Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22
του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως κυρώθηκε με το ν. 2859/2000 και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Οι ανταποδοτικές εισφορές που επιβάλλουν οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων – Ο.Ε.Β. – (Ειδικοί Οργανισμοί, ΓΟΕΒ, ΤΟΕΒ) στα μέλη τους για την παροχή αρδευτικού ύδατος και οι λοιπές παροχές που συνδέονται άμεσα με τις πράξεις αυτές.»
Σε περίπτωση που ύστερα από τον έλεγχο από το γραφείο του φακέλου της υπόθεσης του επιτηδευματία προκύπτει ότι δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3888/2010 (Α΄175), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εξαιρέσεις των περιπτώσεων δ΄, στ΄ και θ΄ του ίδιου άρθρου και με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για διαχειριστικές περιόδους που έκλεισαν μέχρι και 31.12.2009, η επίλυση των φορολογικών διαφο Για τον υπολογισμό του φόρου του άρθρου 6 του ως άνω νόμου στην περίπτωση των γεωργικών συνεταιρισμών λαμβάνεται υπόψη το είκοσι τοις εκατό (20%) των δηλωθέντων ακαθάριστων εσόδων και στις λοιπές περιπτώσεις τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα αφαιρουμένων των εσόδων από πώληση και επαναμίσθωση του ίδιου πάγιου εξοπλισμού. Δεν υπάγεται στις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων κάθε υπόθεση ή ανέλεγκτη χρήση με ακαθάριστα έσοδα μεγαλύτερα του ποσού των σαράντα εκατομμυρίων ευρώ ή του αντίστοιχου ποσού σε δραχμές και όλες οι επόμενες αυτής χρήσεις. Η κατά τα προηγούμενα εδάφια επίλυση των διαφορών ενεργείται πριν από την έναρξη του ελέγχου με την αποδοχή από τον υπόχρεο του Εκκαθαριστικού Σημειώματος του άρθρου 9 του ως άνω νόμου και τις Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1137/ 11.10.2010 (Β΄ 1631) και ΠΟΛ. 1156/15.11.2010 (Β΄ 1795) εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή του. Το ίδιο εκκαθαριστικό σημείωμα ή ειδικό σημείωμα μπορεί να υποβάλει και μόνος του ο φορολογούμενος μέχρι 31 Οκτωβρίου 2011. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του ν. 3888/2010 μπορεί να ρυθμίζεται η διαδικασία βεβαίωσης οφειλών, ο τρόπος καταβολής, καθώς και κάθε θέμα που αφορά τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. 5.α) Χρέη προς το Δημόσιο των πρωτοβάθμιων και των δευτεροβάθμιων Ο.Τ.Α., των νομικών προσώπων και των επιχειρήσεων που ανήκουν σε Ο.Τ.Α., καθώς και των συνδέσμων Ο.Τ.Α. βεβαιωμένα μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2010, στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) ή στα Τελωνεία του Κράτους, καθώς και χρέη που έχουν βεβαιωθεί μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου και ανάγονται σε χρόνο μέχρι και 31 Δεκεμβρίου 2010 ρυθμίζονται ως ακολούθως: i) με την εφάπαξ καταβολή όλου του ρυθμιζόμενου ποσού στα πλαίσια ισχύος της πρώτης δόσης παρέχεται το ευεργέτημα έκπτωσης κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τους πάσης φύσεως πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις φόρου και φορολογικά πρόστιμα που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή ή έχουν βεβαιωθεί αυτοτελώς και αφορούν στην κύρια οφειλή, καθώς και απαλλαγής σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, ii) με την καταβολή του ρυθμιζόμενου ποσού σε συνεχείς μηνιαίες δόσεις, μέχρι σαράντα οκτώ (48), παρέχεται το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση πρέπει να κατατεθεί μέχρι και τις 31.10.2011 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ή Τελωνείο, όπου είναι βεβαιωμένα τα χρέη. Η καταβολή της πρώτης δόσης γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου από το μήνα υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη. Το συνολικό ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ.
- β) Στις ρυθμίσεις της υποπαραγράφου α) υπάγονται όλες οι ανωτέρω οφειλές που είναι βεβαιωμένες, στην υπηρεσία όπου υποβάλλεται η αίτηση για υπαγωγή στη
ρύθμιση, χωρίς δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει την εξαίρεση μέρους αυτών. Στις ίδιες ρυθμίσεις υπάγονται, μόνο αν ζητηθεί από τον οφειλέτη:
- αα) οι οφειλές που τελούν σε αναστολή είσπραξης,
- ββ) οι οφειλές που έχουν υπαχθεί σε διευκόλυνση
τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 21 του ν. 2648/1998 (Α΄ 238) όπως ισχύουν, καθώς και οι οφειλές που έχουν υπαχθεί σε άλλη νομοθετική ρύθμιση, των οποίων οι όροι τηρούνται κατά την υποβολή του αιτήματος. Στη ρύθμιση της υποπαραγράφου α) και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις μπορούν να υπάγονται και τα χρέη προς το Δημόσιο της παραπάνω κατηγορίας οφειλετών που θα βεβαιώνονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθώς και μετά από φορολογικούς ελέγχους ή αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων και θα αφορούν οφειλές που ανάγονται σε χρόνο ή φορολογική περίοδο μέχρι και 31.12.2010, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους, καθώς και οφειλές της ως άνω περιόδου των οποίων έληξε η αναστολή είσπραξης. Για την υπαγωγή των χρεών αυτών στις ρυθμίσεις της προηγούμενης υποπαραγράφου απαιτείται αίτηση του οφειλέτη στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη βεβαίωση των οφειλών αυτών ή της λήξης της αναστολής αυτών. Η καταβολή της πρώτης δόσης γίνεται την ημέρα υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση. Η δεύτερη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και οι επόμενες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.
- γ) Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης στους οφειλέτες
που είναι συνεπείς σε αυτή:
- αα) Χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας, στους υπόχρεους, μηνιαίας διάρκειας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 26 του ν. 1882/1990 (Α΄
43 ),όπως ισχύει.
- ββ) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/
1990 (Α΄43) όπως ισχύει σήμερα και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.
- γγ) Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο χρέη που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα
χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
- δ) Οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2648/1998 (Α΄
238), όπως ισχύουν, πλην της παραγράφου 2 εφαρμόζονται και για τα χρέη που υπάγονται στις ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου.
- ε) Η παραγραφή των χρεών, για τα οποία υποβάλλεται
σχετική αίτηση υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου, αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αυτής και για ολόκληρο το χρονι αυτής.
- στ) Μέτρα που έχουν επιβληθεί για τη διασφάλιση του
Ελληνικού Δημοσίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 ή παρεπόμενες ποινές ή άλλες δυσμενείς συνέπειες, που συνεπάγονται οι παραπάνω οφειλές ή η ταμειακή βεβαίωσή τους, αίρονται ή η ισχύς τους αναστέλλεται αυτοδικαίως και δεν επιβάλλονται νέα, εφόσον ο οφειλέτης τηρεί την υποχρέωση καταβολής των ως άνω δόσεων.
- ζ) Πρόσωπα που ευθύνονται, μαζί με τους πρωτοβάθμιους και τους δευτεροβάθμιους Ο.Τ.Α., τα νομικά πρόσωπα και τις επιχειρήσεις αυτών, καθώς και τους συνδέσμους Ο.Τ.Α. για την καταβολή μέρους της οφειλής τους
δεν δικαιούνται να ρυθμίσουν μόνο το μέρος αυτό της οφειλής, αλλά το σύνολο αυτής, με τις παρούσες διατάξεις.
- η) Τα νέα πρόσωπα (νέοι δήμοι-νέες περιφέρειες), που
συνιστώνται με τις διατάξεις του άρθρου 283 του ν. 3852/ 2010 (Α΄87), όπως ισχύει, από 1.1.2011, ως καθολικοί διάδοχοι των παλαιών δήμων, νομαρχιών, περιφερειών ευθύνονται για την καταβολή των οφειλών τους και δύνανται να ρυθμίσουν τα χρέη αυτών με τις ως άνω διατάξεις.
- θ) Οι οφειλές που θα υπαχθούν στη ρύθμιση δεν επιβαρύνονται περαιτέρω με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης
καταβολής μέχρι την εξόφλησή τους. Η καθυστέρηση πληρωμής μιας δόσης επιβαρύνεται με τις κατά μήνα προβλεπόμενες, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.
- ι) Η μη καταβολή τριών (3) συνεχών μηνιαίων δόσεων
της ρύθμισης, καθώς και η μη καταβολή της προτελευταίας ή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης, εφόσον παρέλθει αντίστοιχο χρονικό διάστημα έχει ως συνέπεια για το υπόλοιπο της οφειλής: αα) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, ββ) την καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης και γγ) την επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.
Όταν από τα στοιχεία που διαθέτει το Υπουργείο Οικονομικών, προκύπτει το ακριβές ποσό της φορολογητέας ύλης, μπορεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να βεβαιώνεται οίκοθεν, μέσω της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, ο αναλογούν φόρος και οι πρόσθετοι φόροι και να καθορίζεται ο τρόπος καταβολής, η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια η οποία απαιτείται για τη βεβαίωση και είσπραξη αυτών. Για τον υπολογισμό του φόρου και των πρόσθετων φόρων, εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, το οποίο αποστέλλεται στον υπόχρεο. Κατά του εκκαθαριστικού σημειώματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της οικείας φορολογίας, ο φορολογούμενος μπορεί να προτείνει διοικητική επίλυση της διαφοράς σε περίπτωση αποδεδειγμένης ολικής ή μερικής ανυπαρξίας της φορολογικής οφειλής ή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Τα ποσά που βεβαιώνονται καταβάλλονται σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες δεν μπορεί να είναι μικρότερες των τριακοσίων (300) ευρώ, εκτός της τελευταίας, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου και καθεμία από τις επόμενες την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του δεύτερου και τρίτου μήνα από τη βεβαίωση. Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής οι πρόσθετοι φόροι μειώνονται κατά σαράντα τοις εκατό (40%). 7.α) Η παράγραφος 4 του άρθρου 34 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) αντικαθίσταται ως εξής: «4. Ο υπόχρεος λαμβάνει γνώση της περιουσιακής του κατάστασης και της φορολογητέας αξίας της με το εκκαθαριστικό σημείωμα του φόρου ακίνητης περιουσίας, το οποίο επέχει και θέση δήλωσης φόρου ακίνητης περιουσίας του οικείου έτους. Ο υπόχρεος για τον οποίο δεν προκύπτει φόρος για καταβολή, λαμβάνει γνώση της περιουσιακής του κατάστασης και της φορολογητέας αξίας της ακίνητης περιουσίας του μόνο ηλεκτρονικά, μέσω ειδικής διαδικτυακής εφαρμογής της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών το μήνα Σεπτέμβριο του οικείου έτους και τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφαρμογής αυτής, τα οποία επέχουν και θέση δήλωσης φόρου ακίνητης περιουσίας του οικείου έτους, τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Τα εκκαθαριστικά σημειώματα της περίπτωσης αυτής εκτυπώνονται αποκλειστικά και μόνο από τον υπόχρεο, από την ειδική διαδικτυακή εφαρμογή. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα για τη διαδικασία και τη λειτουργία της ειδικής διαδικτυακής εφαρμογής, την ημερομηνία ανάρτησης αυτής και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.»
- β) Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από
1.1.2010. 8.α) Στην παρ. 5 του άρθρου 85 του ΚΦΕ προστίθενται περιπτώσεις ιγ΄ και ιδ΄ ως εξής: «ιγ) η χορήγηση στοιχείων σε δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων για επαλήθευση του περιεχομένου δικαιολογητικών που προσκομίζουν οι φορολογούμενοι.
- ιδ) η χορήγηση στοιχείων σε αναδόχους του Υπουργείου Οικονομικών ή όσους εκτελούν βάσει συμβάσεως
συγκεκριμένο έργο προς όφελος του Δημοσίου.»
- β) Στην παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 3842/2010 (Α΄58)
προστίθεται περίπτωση στ΄ ως εξής: «στ) Η χορήγηση στοιχείων σε αναδόχους του Υπουργείου Οικονομικών ή όσους εκτελούν βάσει συμβάσεως συγκεκριμένο έργο προς όφελος του Δημοσίου.»
- γ) Μετά την περίπτωση ε΄ της παρ. 7 του άρθρου 51
του ν. 3842/2010 (Α΄58) προστίθεται περίπτωση στ΄ ως εξής: «στ) Η χορήγηση στοιχείων σε αναδόχους του Υπουργείου Οικονομικών ή όσους εκτελούν βάσει συμβάσεως συγκεκριμένο έργο προς όφελος του Δημοσίου.»
Στο τέλος του άρθρου 9 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90, ΚΕΔΕ) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί, προκειμένου να εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία των υπόχρεων ή συνυπόχρεων προσώπων και να διασφαλιστεί η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, να ανατίθεται η έρευνα σε ελεγκτικές εταιρείες ή δικηγόρους ή δικηγορικά γραφεία ή κοινοπραξίες αυτών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία της ανάθεσης, ο τρόπος της αμοιβής, που μπορεί να συνδέεται
Στην παράγραφο 3 της υπ’ αριθμ. 2084358/ 2116/0049 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1096/11.12.1997) προστίθεται από τότε που ίσχυσε, εδάφιο ως εξής: «Όταν συντρέχουν λόγοι γενικού συμφέροντος και ειδικότερα λόγοι σχετικοί με τη συστημική ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος, το Υπουργείο Οικονομικών, σε συνεννόηση με την Τράπεζα της Ελλάδος και ανάλογα με την κατάσταση και τις πρακτικές της διατραπεζικής αγοράς, μπορεί να τοποθετεί για τον αναγκαίο χρόνο τα διαθέσιμα κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και τα στρατηγικά χρηματοοικονομικά συμφέροντα του Δημοσίου.»
Το εδάφιο β΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 14 του ν. 2971/2001 (Α΄ 285) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι υπόχρεοι προς καταβολή ανταλλάγματος που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο καταβάλλουν ετησίως αποζημίωση (μίσθωμα), που καθορίζεται με την ίδια υπουργική απόφαση και αναπροσαρμόζεται ανά πενταετία. Για το ύψος του μισθώματος λαμβάνεται υπόψη προηγούμενη εισήγηση επί του θέματος της αρμόδιας κατά τόπο Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, αφού αυτή εξετάσει συγκριτικά μισθωτικά στοιχεία της περιοχής, που θα της προσκομίσει ο Προϊστάμενος της αρμόδιας κατά τόπο Κτηματικής Υπηρεσίας ο οποίος μετέχει σε αυτήν ως εισηγητής. Τυχόν εκκρεμείς υποθέσεις, στις οποίες δεν έχει καθοριστεί η ετήσια αποζημίωση (μίσθωμα) σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο ή με τις διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 6 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118), ρυθμίζονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αφού προηγηθεί εισήγηση της αρμόδιας κατά τόπο Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο. Η Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών αφού καταγράψει όσες περιπτώσεις εκκρεμούν, αποστέλλει αυτές στις κατά τόπο αρμόδιες Κτηματικές Υπηρεσίες, προκειμένου να τις επεξεργαστούν και να τις εισαγάγουν εν συνεχεία στην Επιτροπή Δημοσίων Κτημάτων.»
Άρθρο 19
Ειδικές ρυθμίσεις για την καταβολή φορολογικών επιβαρύνσεων λόγω παύσης ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής
Για επαγγελματικά πλοία αναψυχής του ν. 2743/ 1999 (Α΄ 211), τα οποία έχουν εισαχθεί ή αποκτηθεί με απαλλαγή από το φόρο προστιθέμενης αξίας πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και για τα οποία η χορηγηθείσα κατά τις κείμενες διατάξεις άδεια επαγγελματικού πλοίου έπαυσε ή παύει με οποιονδήποτε τρόπο να ισχύει, δεν οφείλονται τέλη εκπροθέσμου καταβολής, πρόστιμα και προσαυξήσεις και δεν επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από την κείμενη φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία λόγω της χρησιμοποίησης των πλοίων αυτών για ιδιωτικούς σκοπούς εφόσον:
- α) υποβάλει ο ενδιαφερόμενος έως τις 30.9.2011 αίτηση για την υπαγωγή του στην παρούσα ρύθμιση και
- β) καταβάλλει εφάπαξ, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της ως άνω αίτησης τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας του
σκάφους και τους φόρους που αναλογούν στα καύσιμα, λιπαντικά και λοιπά εφόδια για τους οποίους το σκάφος έτυχε απαλλαγής. Στην παρούσα ρύθμιση υπάγονται και υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων.
Για σκάφη για τα οποία κατά την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2743/1999 απόφαση παύσης ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, καταβάλλονται ταυτόχρονα με τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας του σκάφους και δασμοί και οι φόροι που αναλογούν στα καύσιμα, λιπαντικά και λοιπά εφόδια για τους οποίους το σκάφος έτυχε απαλλαγής από το χρόνο που έπαυσε να ισχύει η άδεια έως το χρόνο υποβολής αίτησης υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση. Για σκάφη για τα οποία δεν έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2743/1999 απόφαση παύσης ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, προκειμένου να υπαχθούν στη ρύθμιση του παρόντος, εκδίδεται κατόπιν αίτησής τους προς την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο β΄ του ν. 2743/1999, διαπιστωτική πράξη ανάκλησης της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης χωρίς περαιτέρω έλεγχο. Μετά την έκδοση της διαπιστωτικής αυτής πράξης και την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση, καταβάλλονται ταυτόχρονα με τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας του σκάφους και οι φόροι που αναλογούν στα καύσιμα, λιπαντικά και λοιπά εφόδια για τους οποίους το σκάφος έτυχε απαλλαγής από 1.7.2010 έως το χρόνο υποβολής αίτησης υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση. Μαζί με την αίτηση υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση υποβάλλονται κατά περίπτωση η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2743/1999 απόφαση παύσης ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής ή η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπιστωτική πράξη ανάκλησης της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής. Εφόσον πρόκειται για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των ποινικών ή διοικητικών δικαστηρίων, μαζί με την αίτηση προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Για τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου προστιθέμενης αξίας του σκάφους, εφαρμόζεται ο συντελεστής του φόρου που ισχύει κατά την ημέρα της υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση. Η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται ως ακολούθως:
- α) όταν πρόκειται για την εισαγωγή ή την ενδοκοινοτική απόκτηση καινούριου σκάφους με βάση την αξία που
αναγράφεται στο σχετικό παραστατικό τελωνισμού και
- β) όταν πρόκειται για την εισαγωγή ή την ενδοκοινοτική απόκτηση μεταχειρισμένου σκάφους και για την αγορά από το εσωτερικό της χώρας καινούργιου ή μεταχειρισμένου σκάφους με βάση την αρχική τιμή πώλησης
του σκάφους κατά την κατασκευή του. Οι προκύπτουσες κατά τα ανωτέρω αξίες μειώνονται λόγω παλαιότητας κατά το πρώτο έτος κατά ποσοστό 20%, το δεύτερο έτος κατά ποσοστό 10%, τα επόμενα έτη μέχρι και το όγδοο κατά ποσοστό 5% και με ανώτατο όριο 60%.
Η αίτηση υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση για τα σκάφη που έτυχαν της απαλλαγής του Φ.Π.Α. με την κατάθεση του προβλεπόμενου τελωνειακού παραστατικού, υποβάλλεται στην τελωνειακή αρχή του τελωνισμού του σκάφους. Σε κάθε άλλη περίπτωση η αίτηση αυτή υποβάλλεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ..
Εφόσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν ασκείται ποινική δίωξη και η τυχόν ασκηθείσα παύει οριστικά, αίρεται η τυχόν επιβληθείσα δέσμευση ή κατάσχεση του σκάφους και οι σχετικές δίκες στα διοικητικά δικαστήρια καταργούνται.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που κατά το στάδιο του τελωνισμού προσκομίσθηκαν πλαστά τιμολόγια, για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις σκαφών για τα οποία πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2743/1999 απόφαση παύσης ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής και έχουν βεβαιωθεί οι οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Κατά την παύση ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, η φορολογική υποχρέωση για την καταβολή του φόρου πολυτελείας γεννάται και ο φόρος καθίσταται απαιτητός εφόσον το πλοίο αυτό έτυχε απαλλαγής από το φόρο προστιθέμενης αξίας λόγω χαρακτηρισμού του ως επαγγελματικό σε χρόνο μεταγενέστερο της θέσης σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 17 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40).
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να παρατείνεται η προθεσμία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 20
Ρυθμίσεις τελωνειακών θεμάτων
Αυτοκίνητα της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3899/2010 (A΄ 212) και της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) που τελωνίζονται μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας διάταξης, με καταβολή ολόκληρου του προβλεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 121 και 123 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), τέλους ταξινόμησης από επίσημους διανομείς ή εμπόρους αυτοκινήτων, εφόσον μεταβιβάζονται για ταξινόμηση από ιδιώτες σε αντικατάσταση αποσυρόμενου της κυκλοφορίας επιβατικού ή φορτηγού αυτοκινήτου, επιστρέφεται η διαφορά του τέλους ταξινόμησης που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των οριζομένων των προαναφερόμενων διατάξεων. Η διαφορά του τέλους ταξινόμησης επιστρέφεται κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 32 του ν. 2960/2001 μετά από αίτηση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή καταβολής του τέλους ταξινόμησης. Στην αίτηση επιστροφής επισυνάπτονται τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από την κ.υ.α. της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 3899/ 2010. Η κατά τα προηγούμενα αίτηση επιστροφής κατατίθεται μέσα σε διάστημα τριών μηνών από την ταξινόμηση του οχήματος.
Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3899/ 2010 και της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 3943/2011, εφαρμόζονται για αυτοκίνητα που θα τελωνισθούν και θα καταβάλουν τις οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις μέχρι και 31.12.2011.
Η προθεσμία που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) παρατείνεται μέχρι και την 30.12.2011. Στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται και επιβατικά οχήματα και αυτοκίνητα τύπου jeep, που πληρούν τις προδιαγραφές της Οδηγίας 98/69/ΕΚ Φάσης Β ή μεταγενέστερης, για τα οποία από 30.6.2011 και μέχρι την έναρξη εφαρμογής του παρόντος νόμου έxει καταβληθεί το τέλος ταξινόμησης και έχουν εκδοθεί τα αποδεικτικά είσπραξης. Στις περιπτώσεις αυτές επανυπολογίζεται το τέλος ταξινόμησης, συμψηφίζεται με αυτό που έχει καταβληθεί και επιστρέφεται η προκύπτουσα διαφορά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΛΟΙΠΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Άρθρο 21
Μισθώσεις Ελληνικού Δημοσίου
Η μισθωτική αξία των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (A΄ 247), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α΄ 141), και πριν τη συμπλήρωσή του με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α΄66), τεκμαίρεται ότι κατά το έτος 2010 έχει μειωθεί κατά 20%. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα μισθώματα που καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς, για τη μίσθωση ακινήτων στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους, μειώνονται κατά ποσοστό 20%, το οποίο υπολογίζεται στο ύψος των μισθωμάτων της χρήσης Ιουλίου 2010 και μέχρι 30.6.2013 απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους. Σε περίπτωση κατά την οποία τα μισθώματα αυτά έχουν αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) μετά την 1.7.2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Οι εκμισθωτές δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αμφισβητήσουν το ύψος του παραπάνω τεκμηρίου και τη μείωση του μισθώματος. Το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αποδείξουν ότι η μείωση της μισθωτικής αξίας και αντιστοίχως του μισθώματος είναι μεγαλύτερη από το παραπάνω ποσοστό.
Η μείωση του μισθώματος της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται στις μισθώσεις που οι εκμισθωτές συμφώνησαν με το Ελληνικό Δημόσιο ή τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου στη μείωση του καταβαλλόμενου από 1.7.2010 και εφεξής μισθώματος κατά ποσοστό τουλάχιστον 20%. Σε περίπτωση που είχαν συμφωνήσει μείωση σε ποσοστό μικρότερο του 20% τότε το καταβαλλόμενο μίσθωμα μειώνεται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κατά το υπόλοιπο ποσοστό μέχρι τη συμπλήρωση του ποσοστού 20%.
Στις περιπτώσεις που το ετήσιο μίσθωμα που προκύπτει, μετά την κατά τις προηγούμενες παραγράφους μείωσή του, είναι κατώτερο του μισθώματος που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982 (Α΄ 43) με την επιβολή συντελεστή απόδοσης 5%, δικαιούται ο εκμισθωτής με αίτησή του Παρακολούθησης της εφαρμογής των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής στο Υπουργείο Οικονομικών
Στο Υπουργείο Οικονομικών συνιστάται οργανική μονάδα, επιπέδου Διεύθυνσης, με τίτλο «Υπηρεσία Σχεδιασμού και Παρακολούθησης της εφαρμογής των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής», υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομικών.
Η Υπηρεσία Σχεδιασμού και Εφαρμογής των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής διαρθρώνεται σε τέσσερα Τμήματα, μεταξύ των οποίων κατανέμονται οι αρμοδιότητές της, ως ακολούθως:
- α) Τμήμα Α΄- Σχεδιασμού, Διαχείρισης και Ελέγχου
των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής:
- αα) Συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς και ιδίως με
το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Σ.Ο.Ε.) για την ανεύρεση ορθών και αποτελεσματικών ενεργειών με στόχο την υλοποίηση των Προγραμμάτων.
- ββ) Αξιολόγηση των προτεινόμενων μέτρων/δράσεων
που ενσωματώνονται σε κάθε Πρόγραμμα, υποβολή προτάσεων σε συνεργασία με το Σ.Ο.Ε. για εναλλακτικές επιλογές μέτρων προς τον Υπουργό Οικονομικών, τα οποία επεξεργάζεται σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, με στόχο τη διευκόλυνση των ευρύτερων στόχων κάθε Προγράμματος.
- γγ) Υποστήριξη του Υπουργού Οικονομικών και εισήγηση των Προγραμμάτων και των επί μέρους επικαιροποιήσεών τους.
- δδ) Διαμόρφωση θέσεων, απόψεων και παροχή διευκρινίσεων προς το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Σ.Ο.Ε.) και προς όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, που είναι αρμόδιοι για τη διαπραγμάτευση και εκπροσώπηση της χώρας στα κοινοτικά και διεθνή όργανα
και οργανισμούς.
- β) Τμήμα Β΄ - Παρακολούθησης της Εφαρμογής των
Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής, που υλοποιούνται από υπηρεσίες εκτός του Υπουργείου Οικονομικών:
- αα) Παρακολούθηση, συγκέντρωση και επεξεργασία
των στοιχείων και των πληροφοριών από τους αρμόδιους φορείς, καθώς και τα κοινοτικά και διεθνή όργανα και οργανισμούς, σχετικά με την πορεία της έγκαιρης εφαρμογής των μέτρων/δράσεων των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής με εξαίρεση τα Μέτρα και τις Δράσεις που υλοποιούνται από Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών.
- ββ) Διαβίβαση των πληροφοριών και ενημέρωση των
αρμόδιων φορέων αναφορικά με τις υποχρεώσεις τους και τις προθεσμίες εκπλήρωσης αυτών, όπως απορρέουν από κάθε Πρόγραμμα.
- γγ) Ενημέρωση και υποβολή εκθέσεων σε τακτική βάση προς τον Υπουργό Οικονομικών και το Σ.Ο.Ε. για την
πορεία εφαρμογής κάθε Προγράμματος. Εντοπισμός τυχόν καθυστερήσεων, δυσκολιών και προβλημάτων στην υλοποίηση του Προγράμματος και εισήγηση τρόπων αντιμετώπισης των παραπάνω. στην αρμόδια υπηρεσία για την καταβολή του μισθώματος, στην οποία επισυνάπτεται φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του μισθίου θεωρημένου από την αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του εκμισθωτή Δ.Ο.Υ., να ζητήσει τη μείωση του μισθώματος μέχρι το ύψος του μισθώματος, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω ή τη μηδενική μείωση αυτού στην περίπτωση που το μίσθωμα, πριν από οποιαδήποτε μείωση, είναι ίσο ή κατώτερο αυτού. Η αρμόδια για την καταβολή του μισθώματος υπηρεσία ενημερώνει εγγράφως σχετικά την αρμόδια για τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης αρχή.
Άρθρο 22
Ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων
Κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες έχει κριθεί ότι σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 107 ΣΛΕΕ είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, δυνάμει απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή απόφασης του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρέπει να ανακτηθούν, ανακτώνται από την αρμόδια υπηρεσία, ως εξής: α. Με πρωτοβουλία της αρμόδιας υπηρεσίας, αποστέλλεται στον αποδέκτη της ενίσχυσης και ειδικότερα, στον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, αντίγραφο της απόφασης με πρόσκληση για καταβολή του εκεί οριζόμενου ποσού εντός ορισμένης προθεσμίας, στη Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου. β. Μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, η αρμόδια υπηρεσία συντάσσει χρηματικό κατάλογο, στον οποίο αναγράφεται το όνομα του υπόχρεου νομικού προσώπου, ο Α.Φ.Μ. του, οι Α.Φ.Μ. των φυσικών προσώπων, που είναι υπόχρεα για την καταβολή του ποσού που θα βεβαιωθεί στον Α.Φ.Μ. του νομικού προσώπου, το προς ανάκτηση ποσό, ο κωδικός αριθμός του εσόδου, καθώς και ο τρόπος καταβολής (εφάπαξ ή δόσεις, ημερομηνία καταβολής κ.λπ.) τον αποστέλλει στην οικεία Δ.Ο.Υ., προκειμένου να γίνει η βεβαίωση και η είσπραξη του ποσού με τη διαδικασία του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του ποσού αποτελεί η απόφαση της παραγράφου 1.
Αρμόδια υπηρεσία για τη σύνταξη και αποστολή του χρηματικού καταλόγου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. είναι η υπηρεσία που εποπτεύει τις δραστηριότητες του νομικού προσώπου για τις οποίες χορηγήθηκε η παράνομη κρατική ενίσχυση.
Αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη βεβαίωση και είσπραξη των ποσών που ανακτώνται κατά το παρόν άρθρο ορίζεται η Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου.
Όπου στο παρόν άρθρο αναφέρεται νομικό πρόσωπο νοείται και επιχείρηση κάθε μορφής που μπορεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι αποδέκτης κρατικής ενίσχυσης.
Από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγονται ειδικότερες διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε συγχρηματοδοτούμενα έργα.
- εε) Τήρηση των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3
του άρθρου 5 του ν. 1682/1987 (Α΄ 14) πληροφοριών ή στοιχείων που υποχρεούνται να παρέχουν οι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα στο Σ.Ο.Ε, για την υποβοήθηση του έργου του.
- γ) Τμήμα Γ΄ – Παρακολούθησης της Εφαρμογής των
Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής που υλοποιούνται από Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών:
- αα) έχει όλες τις αρμοδιότητες του Τμήματος Β΄ όσον
αφορά τα Μέτρα και τις Δράσεις των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής για τα οποία αρμόδιος φορέας εφαρμογής τους είναι Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών.
- δ) Τμήμα Δ΄- Γραμματειακής και Διοικητικής Υποστήριξης:
- αα) Προετοιμασία και οργάνωση των επισκέψεων των
κλιμακίων εκπροσώπων διεθνών και κοινοτικών οργάνων και οργανισμών.
- ββ) Παροχή γραμματειακής υποστήριξης σε όλα τα
Τμήματα της Διεύθυνσης.
- γγ) Διεκπεραίωση των μεταφράσεων των κειμένων και
τήρηση του αρχείου της Διεύθυνσης. 3.α) Η ανωτέρω Υπηρεσία στελεχώνεται από υπαλλήλους όλων των κλάδων του Υπουργείου Οικονομικών, κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.
- β) Της Διεύθυνσης και των Τμημάτων Α΄- Σχεδιασμού,
Διαχείρισης και Ελέγχου, Β΄- Παρακολούθησης της Εφαρμογής αυτής και Γ΄ Παρακολούθησης της Εφαρμογής των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής που υλοποιούνται από Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών προΐστανται υπάλληλοι, κατηγορίας ΠΕ, των κλάδων Εφοριακών ή Δημοσιονομικών ή Τελωνειακών ή Διοικητικών ΓΧΚ ή των αντίστοιχων προσωρινών ή των προσωρινών κλάδων Διοικητικού Προσωπικού. Του Τμήματος Δ΄- Γραμματειακής και Διοικητικής Υποστήριξης προΐσταται υπάλληλος των ίδιων κλάδων, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ.
- γ) Ο αριθμός των υπαλλήλων, που απαιτούνται για τις
ανάγκες στελέχωσης της Διεύθυνσης και των Τμημάτων αυτής, ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, καθώς και τα ειδικότερα ή πρόσθετα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών προσδιορίζονται με σχετική ανακοίνωση – πρόσκληση για την πλήρωση αντίστοιχου αριθμού θέσεων, ανάλογα με τις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται ο χρόνος έναρξης λειτουργίας της Διεύθυνσης και των Τμημάτων αυτής.
Άρθρο 24
Δημοσιονομικές διατάξεις και ρυθμίσεις θεμάτων Ν.Σ.Κ.
Στο τέλος της περίπτωσης ι΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 προστίθενται οι λέξεις «ειδικοί ερευνητές και επιστήμονες συνεργάτες της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ν. 1682/1987.».
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται η παράγραφος 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991 (Α΄ 50), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992 (Α΄170) και το άρθρο 10 του ν. 3320/2005 (Α΄ 48) και παύει η χορήγηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές επιδότησης αγοράς ή ανέγερσης κατοικίας, ανεξάρτητα από το χρόνο τοποθέτησης, μετάθεσης ή μετάταξης του υπαλλήλου σε υπηρεσία προβληματικής περιοχής.
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) προστίθεται περίπτωση γ΄, ως εξής: «γ) Οι ειδικές εισφορές των προηγούμενων περιπτώσεων που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.7.2011 κατανέμονται ισόποσα και συνεισπράττονται με τις εισφορές των επόμενων μηνών του έτους 2011 σύμφωνα και με όσα ορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της προηγούμενης περίπτωσης.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)