Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις:
- α) των άρθρων 319, 330 παρ. 8, 336 παρ. 11 και 337
παρ. 1, 3 και 4 του ν. 4957/2022 «Νέοι Ορίζοντες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Ενίσχυση της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της σύνδεσης των Α.Ε.Ι. με την κοινωνία και λοιπές διατάξεις» (Α’ 141),
- β) του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την
Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α’ 98), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την περ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α’ 133).
Τις 226/2024 και 273/2024 εισηγήσεις του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου.
Την 735/2024 έγκριση του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
Το γεγονός ότι οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν αφορούν σε διοικητική διαδικασία για την οποία υπάρχει υποχρέωση καταχώρησης στο Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών - «Μίτος».
Την 70/2025 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με πρόταση της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, αποφασίζουμε:
ΜΕΡΟΣ Α’
Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου
Άρθρο 1
Μητροπολιτικό Συμβούλιο
Στην Ιερά Μητρόπολη Κώου και Νισύρου, η οποία σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 321 του ν. 4957/2022 περιλαμβάνει τις νήσους και τις νησίδες, συμπεριλαμβανομένων και των βραχονησίδων, κατοικημένες ή μη, εντός των ορίων των Δήμων Κω και Νισύρου, λειτουργεί Μητροπολιτικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελεί όργανο διοίκησης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου.
Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες που απαριθμούνται στο παρόν προεδρικό διάταγμα, όλες δε οι λοιπές αρμοδιότητες διοίκησης, διαχείρισης και εκπροσώπησης της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου και εποπτείας των Ενοριών, Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων ανήκουν στον Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 327 του ν. 4957/2022.
Άρθρο 2
Συγκρότηση Μητροπολιτικού Συμβουλίου
Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου συγκροτείται από πέντε (5) μέλη ως ακολούθως:
- α) τον Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου ως πρόεδρο
με τον αναπληρωτή του,
- β) έναν οικονομολόγο μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας με τον αναπληρωτή του, εγνωσμένου
ήθους, με επαγγελματική δραστηριότητα στην περιοχή της έδρας της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου,
- γ) έναν δικηγόρο με τον αναπληρωτή του, εγνωσμένου
ήθους, με επαγγελματική δραστηριότητα στην περιοχή της έδρας της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου,
- δ) έναν εφημέριο της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και
Νισύρου με τον αναπληρωτή του,
- ε) ένα λαϊκό μέλος από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια
των Ενοριών Δήμου Κω και Δήμου Νισύρου της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου με τον αναπληρωτή του.
Η θητεία των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου είναι τριετής. Τα μέλη διορίζονται με πράξη του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου, η οποία δημοσιεύεται στο επίσημο Δελτίο των Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου της Δωδεκανήσου «Δωδεκάνησος». Η θητεία των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ανανεώνεται με απόφαση του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου.
Ο γραμματέας του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ορίζεται με πράξη του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου.
Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο συνεδριάζει στην έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου και βρίσκεται σε απαρτία, εάν παρίστανται τέσσερα (4) από τα μέλη του.
Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρο σε συνεδρίαση τακτικά μία φορά ανά δύο (2) μήνες και έκτακτα, όταν ο πρόεδρος το κρίνει αναγκαίο.
α) Ο πρόεδρος συντάσσει την ημερήσια διάταξη και κατατάσσει τα θέματα ανάλογα με την σπουδαιότητά τους. Η συζήτηση των θεμάτων γίνεται κατά τη σειρά κατάταξής τους στην ημερήσια διάταξη. Με πρόταση του προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δύναται να συζητηθεί θέμα εκτός ημερήσιας διάταξης, εφόσον είναι παρόντα και συναινούν όλα τα τακτικά μέλη του.
- β) Σε περίπτωση τακτικής συνεδρίασης αντίγραφο
της ημερήσιας διάταξης μαζί με τη σχετική πρόσκληση επιδίδεται από τον γραμματέα του Μητροπολιτικού Συμβουλίου στα μέλη του ή αποστέλλεται στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εκάστου, δύο (2) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Συμβουλίου. Η νομιμότητα της επίδοσης αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση επίδοσης ή από απόδειξη επίδοσης, την οποία συντάσσει ο γραμματέας. Σε περίπτωση έκτακτης συνεδρίασης αρκεί η τηλεφωνική πρόσκληση των μελών είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από την συνεδρίαση, η οποία βεβαιώνεται με σχετική σημείωση του γραμματέα σε ειδικό βιβλίο προσκλήσεων.
Άρθρο 4
Συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία του Μητροπολιτικού Συμβουλίου
Ως προς τη συγκρότηση:
- α) Η τυχόν κατά παράνομο τρόπο κτήση της ιδιότητας,
υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκροτήσεως του οργάνου.
- β) Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να λειτουργήσει, όχι όμως πέραν του τετραμήνου, αν κάποια από
τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απωλέσουν την ιδιότητα, βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις του τα λοιπά μέλη επαρκούν, ώστε να υπάρχει απαρτία.
- γ) Η αντικατάσταση διορισθέντος μέλους του Μητροπολιτικού Συμβουλίου πριν από τη λήξη της θητείας του
είναι δυνατή για λόγο αναγόμενο στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος και πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου.
- δ) Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο διατηρεί την αρμοδιότητά του μετά τη λήξη της προβλεπόμενης θητείας
του και μέχρι να οριστεί η συγκρότησή του με νεότερη πράξη. Η θητεία του Μητροπολιτικού Συμβουλίου μπορεί να ανανεωθεί, σύμφωνα με το εδάφιο γ της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος.
Ως προς τις συνεδριάσεις:
- α) Η απαρτία πρέπει να υπάρχει καθ’ όλη τη διάρκεια
της συνεδριάσεως. Αν κατά την πρώτη συνεδρίαση διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο καλείται εκ νέου σε συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιείται το νωρίτερο σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες, στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη.
- β) Η πρόσκληση σε συνεδρίαση επιτρέπεται να γίνει
από τον γραμματέα του Μητροπολιτικού Συμβουλίου με τηλεφώνημα, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον το γεγονός τούτο αναγράφεται στο πρακτικό της συνεδρίασης.
- γ) Πρόσκληση των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δεν απαιτείται, όταν οι συνεδριάσεις γίνονται
σε ημερομηνίες τακτές που ορίζονται με απόφασή του.
- δ) Πρόσκληση δεν απαιτείται, επίσης, όταν μέλος έχει
δηλώσει, πριν από τη συνεδρίαση, κώλυμα συμμετοχής του σε αυτήν ή όταν το κώλυμα τούτο είναι γνωστό στον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
- ε) Τα αναπληρωματικά μέλη καλούνται προς αναπλήρωση απόντων ή κωλυομένων μελών της ίδιας κατηγορίας.
- στ) Αν κατά τη συνεδρίαση απουσιάσει τακτικό μέλος, το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι
μη νόμιμη και το ίδιο ισχύει ακόμη και αν, αντ’ αυτού, είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους το Μητροπολιτικό Συμβούλιο συνεδριάζει νομίμως, εάν το συγκεκριμένο μέλος είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδριάσεως.
- ζ) Η νομιμότητα της σύνθεσης του Μητροπολιτικού
Συμβουλίου δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις.
- η) Μέλη Μητροπολιτικού Συμβουλίου, τα οποία είναι
σύζυγοι ή συνδέονται μεταξύ τους με συγγένεια, επιτρέπεται να μετάσχουν στην ίδια συνεδρίαση, εκτός εάν αποκλείεται από ειδική διάταξη.
- θ) Η σύγκληση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου σε
συνεδρίαση είναι υποχρεωτική εάν τα δυο τρίτα (2/3) τουλάχιστον του συνόλου των τακτικών μελών του το ζητήσουν εγγράφως από τον πρόεδρο, προσδιορίζοντας και το προς συζήτηση θέμα.
- ι) Οι συνεδριάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου
είναι μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών και του γραμματέως ή των τυχόν ειδικώς οριζόμενων από τον πρόεδρο προσώπων, δεν επιτρέπεται. Ο πρόεδρος πάντως δύναται να καλέσει προς παροχή πληροφοριών ή προσαγωγή στοιχείων υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα, τα οποία και αποχωρούν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας για τη λήψη αποφάσεως.
- ια) Ο πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των
συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και φροντίζει για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και την εύρυθμη λειτουργία του εκκλησιαστικού συλλογικού οργάνου.
- ιβ) Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο είναι δυνατό να συνεδριάζει και με την χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη) ως προς όλα ή ορισμένα εκ των μελών του, γεγονός που βεβαιώνεται στο πρακτικό της συνεδρίασης.
Ως προς τις αποφάσεις:
- α) Οι αποφάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων
μελών. Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός της που διατυπώνουν την ασθενέστερη γνώμη σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρξει ισοψηφία, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Το μέλος που απέχει από την ψηφοφορία ή δίδει λευκή ψήφο θεωρείται παρόν.
- β) Αν η συζήτηση της υπόθεσης διαρκεί περισσότερες
από μία συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού, προηγουμένως, τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτές συζητήσεων. Η ενημέρωση προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά.
- γ) Η ψηφοφορία είναι φανερή, εκτός εάν ο πρόεδρος
ζητήσει τη διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας.
- δ) Η Ιερά Μητρόπολη τηρεί βιβλίο αποφάσεων Μητροπολιτικού Συμβουλίου στο οποίο καταχωρίζονται
οι αποφάσεις.
- ε) Τις αποφάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου
εκτελεί και γνωστοποιεί με έγγραφά του ο πρόεδρος του ή ο νόμιμος αναπληρωτής του.
Ως προς το πρακτικό των συνεδριάσεων:
- α) Για τις συνεδριάσεις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο μνημονεύονται, ιδίως, τα ονόματα και η ιδιότητα των παριστάμενων μελών,
ο τόπος και ο χρόνος της συνεδριάσεως, τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενό τους και οι αποφάσεις, που λήφθηκαν.
- β) Στο πρακτικό καταχωρίζονται οι γνώμες των μελών
που μειοψήφησαν, εάν το ζητήσουν, και σε περίπτωση φανερής ψηφοφορίας και τα ονόματα τούτων.
- γ) Τα πρακτικά του Μητροπολιτικού Συμβουλίου συντάσσονται και τηρούνται, με ευθύνη του προέδρου, από
τον γραμματέα του Συμβουλίου, σε ειδικό θεωρημένο βιβλίο πρακτικών σε έντυπη μορφή και υπογράφονται από τον πρόεδρο και τα μέλη του. Η άρνηση μέλους να συνυπογράψει το πρακτικό βεβαιώνεται στο τέλος του από τον γραμματέα και υπογράφεται από τα λοιπά παριστάμενα μέλη. Η άρνηση συνυπογραφής πρακτικού αποτελεί λόγο διακοπής της θητείας του μέλους.
- δ) Η υπογραφή του προέδρου ή του αναπληρωτή του
αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση κάθε πράξεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Ως προς την αμεροληψία των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου:
- α) Τα μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή
διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη αποφάσεως ή διατύπωση γνώμης ή εισηγήσεως, εφόσον:
- αα) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους
συνδέεται με την έκβαση της υποθέσεως ή
- αβ) είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε
έως και τετάρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερομένους ή
- αγ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους.
- β) Το μέλος, εφόσον κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό
του λόγος που επιβάλλει την εξαίρεσή του, οφείλει να τον δηλώσει αμέσως στον πρόεδρο και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή το Μητροπολιτικό Συμβούλιο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατό χωρίς τη συμμετοχή του αιτούντος την εξαίρεση.
- γ) Αίτηση εξαιρέσεως μέλους του Μητροπολιτικού
Συμβουλίου δικαιούνται να υποβάλουν οι ενδιαφερόμενοι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Η αίτηση υποβάλλεται στον πρόεδρο. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτήν τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της περ. β της παρούσας παραγράφου.
- δ) Η εξαίρεση επιτρέπεται να διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
- ε) Τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους δεν
εφαρμόζονται σε περίπτωση εξαίρεσης τόσων μελών, ώστε τα απομένοντα να μη σχηματίζουν την κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος απαρτία. Σε περίπτωση εξαιρέσεως μετέχει ο αναπληρωτής του εξαιρεθέντος μέλους και σε περίπτωση ελλείψεως ή κωλύματος του αναπληρωτή το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να συνεδριάσει με ελλιπή σύνθεση, εφόσον έχει απαρτία.
Άρθρο 5
Αρμοδιότητες Μητροπολιτικού Συμβουλίου
Ιεροί Ναοί:
- α) Αποφασίζει για τον καθορισμό των Ενοριακών Ιερών Ναών, καθώς και των πάσης φύσεως Ιερών Ναών
(Ιδρυματικών, Ιδιωτικών, Προσκυνηματικών, Κοιμητηριακών), μετά από σχετική εισήγηση του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου.
- β) Γνωμοδοτεί για την ίδρυση Ορθοδόξων Κοιμητηρίων, καθώς επίσης και για την καθιέρωση των Κοιμητηριακών Ιερών Ναών.
- γ) Γνωμοδοτεί για την απαλλοτρίωση οικοπέδων ή
άλλων χώρων, με σκοπό την ανέγερση ή την επέκταση Ιερών Ναών ή για τη δημιουργία αύλειου χώρου σε αυτούς.
Ιερές Μονές:
- α) Γνωμοδοτεί για την ίδρυση, τη συγχώνευση ή την
κατάργηση των Ιερών Μονών.
- β) Διορίζει τα μέλη των Μοναστηριακών Επιτροπών
για τη διαχείριση των ερημωθεισών και εγκαταλελειμμένων Ιερών Μονών και των Ιερών Μονών, στις οποίες δεν είναι εφικτή η συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου.
- γ) Αποφασίζει για την ίδρυση Μετοχίων Ιεράς Μονής.
Εκκλησιαστικά Συμβούλια, Ηγουμενοσυμβούλια των Ιερών Μονών και Μοναστηριακές Επιτροπές των Ιερών Μονών, στις οποίες δεν είναι εφικτή η συγκρότηση Ηγουμενοσυμβουλίου:
- α) Εγκρίνει, απορρίπτει ή τροποποιεί τις αποφάσεις
των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Επιτροπών.
- β) Διορίζει τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των
Ηγουμενοσυμβουλίων, των Μοναστηριακών Επιτροπών και των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 9 του παρόντος, από κατάλογο τουλάχιστον δεκαπέντε (15) μελών, κατόπιν έγγραφης πρότασης των προέδρων
- γ) Διορίζει τα μέλη των ερανικών επιτροπών των
Ενοριών.
- δ) Απαλλάσσει από τα καθήκοντά τους τους εκκλησιαστικούς συμβούλους και τα μέλη των Ηγουμενοσυμβουλίων και Μοναστηριακών Επιτροπών, οι οποίοι υπέβαλαν
τις παραιτήσεις τους.
- ε) Απαλλάσσει από τα καθήκοντά τους τους εκκλησιαστικούς συμβούλους και τα μέλη των Ηγουμενοσυμβουλίων και των Μοναστηριακών Επιτροπών:
- εα) εάν απουσιάζουν αδικαιολόγητα για τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις,
- εβ) εάν δεν είναι συνεπείς στις προς αυτούς οδηγίεςπαραγγελίες του Μητροπολίτη σχετικά με τα καθήκοντα
και τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτά ορίζονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, από τις Εγκυκλίους της Ιεράς Μητροπόλεως και από τους ισχύοντες νόμους της πολιτείας,
- εγ) εάν δεν υποβάλουν εγκαίρως τον προϋπολογισμό
και απολογισμό της Ενορίας ή της διοικούμενης από Ηγουμενοσυμβούλιο ή Μοναστηριακή Επιτροπή Ιεράς Μονής,
- εδ) εάν παραμελούν ή αρνούνται την προάσπιση των
συμφερόντων της Ενορίας ή της διοικούμενης από Ηγουμενοσυμβούλιο ή Μοναστηριακή Επιτροπή Ιεράς Μονής.
- στ) Εγκρίνει, τροποποιεί ή απορρίπτει τον προϋπολογισμό και απολογισμό των Ενοριών και των Ιερών Μονών, οι οποίοι συνοδεύονται από έκθεση του προέδρου
του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, της Μοναστηριακής Επιτροπής ή του Ηγουμένου αντίστοιχα και υποβάλλονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που καταρτίζει και τροποποιεί η Ιερά Μητρόπολη Κώου και Νισύρου. Τον απολογισμό εγκρίνει το Μητροπολιτικό Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη σχετική εισήγηση του αρχιερατικού επιτρόπου της περιφέρειας στην οποία υπάγεται η Ενορία ή εισήγηση του πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως ή του γενικού αρχιερατικού επιτρόπου για την τήρηση των υπό του νόμου προβλεπομένων σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και την απόδοση των αναλογούντων τελών.
- ζ) Εγκρίνει, τροποποιεί ή απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων και
Μοναστηριακών Επιτροπών περί αξιοποιήσεως της περιουσίας τους με διαγωνισμό, ιδίως εκμίσθωσης, αγοραπωλησίας ή κατ’ εξαίρεση με απευθείας διαδικασίες, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή αφεύκτου ανάγκης της Ενορίας ή Ιεράς Μονής.
- η) Εγκρίνει ή απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών
Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων ή Μοναστηριακών Επιτροπών περί αποδοχής ή αποποίησης δωρεάς ή κληρονομίας κινητών ή ακινήτων προς την Ενορία ή την Ιερά Μονή.
- θ) Μελετά, αξιολογεί, τροποποιεί, εγκρίνει ή απορρίπτει αποφάσεις δωρεών Εκκλησιαστικών Συμβουλίων
των Ενοριών, Ηγουμενοσυμβουλίων ή Μοναστηριακών Επιτροπών των Ιερών Μονών προς Ν.Π.Δ.Δ. και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που επιτελούνται για κοινωφελείς σκοπούς.
- ι) Απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων,
Ηγουμενοσυμβουλίων ή Μοναστηριακών Επιτροπών, οι οποίες κρίνονται επιζήμιες για τα συμφέροντα των Ενοριών ή των Ιερών Μονών.
- ια) Εγκρίνει ή απορρίπτει αποφάσεις Εκκλησιαστικών
Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων ή Μοναστηριακών Επιτροπών για συνομολόγηση δανείου της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής και επένδυση των τυχόν διαθέσιμων κεφαλαίων της, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή αφεύκτου ανάγκης της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής.
- ιβ) Εγκρίνει αποφάσεις Εκκλησιαστικών Συμβουλίων,
Ηγουμενοσυμβουλίων ή Μοναστηριακών Επιτροπών για διενέργεια εράνου υπέρ του Ιερού Ναού ή της Ιεράς Μονής και αποφασίζει τη σύσταση προς τούτο ερανικών επιτροπών. Οι λαχειοφόρες αγορές υπέρ του Ιερού Ναού διέπονται από τις διατάξεις του ν. 5101/1931 (Α’ 238), όπως ισχύει.
- ιγ) Ελέγχει την οικονομική διαχείριση εταιρειών που
συστήνουν οι Ενορίες ή οι Ιερές Μονές και εγκρίνει τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό τους.
- ιδ) Εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του να εγκρίνει και να υπογράφει τις αποφάσεις
Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, Ηγουμενοσυμβουλίων ή Μοναστηριακών Επιτροπών για καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων της Ενορίας ή της Ιεράς Μονής ή χρεογράφων σε επείγουσες περιπτώσεις.
- ιε) Εγκρίνει κάθε τρεις μήνες τις δαπάνες των Ενοριών,
οι οποίες υποβάλλονται εγγράφως από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια.
- ιστ) Εκδίδει τις πράξεις καταλογισμού της παρ. 6 του
άρθρου 19 του παρόντος.
Ενορίες:
- α) Γνωμοδοτεί για την ίδρυση, τη συγχώνευση ή την
κατάργηση των Ενοριών.
- β) Γνωμοδοτεί για την τροποποίηση των ορίων των
υφιστάμενων Ενοριών.
- γ) Γνωμοδοτεί για την υπαγωγή οικισμού ή οικισμών
στην πλησιέστερη Ενορία.
- δ) Αποφασίζει για την επιβολή, τους υπόχρεους, τη διαδικασία καταβολής και τον τρόπο είσπραξης των πόρων
της παρ. 2 του άρθρου 16 του παρόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).
Λοιπές Αρμοδιότητες:
- α) Καταρτίζει και εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου, μετά από σχετική
έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας της Ιεράς Μητροπόλεως, τον οποίο αποστέλλει για έγκριση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
- β) Καταρτίζει και εγκρίνει τον απολογισμό της Ιεράς
Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου, υφισταμένης της δυνατότητας να ζητηθούν γραπτά διευκρινιστικά στοιχεία για ορισμένα κονδύλια αναγραφόμενα στον απολογισμό, ο οποίος αποστέλλεται για έγκριση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
- γ) Εγκρίνει τις πάσης φύσεως δαπάνες των Μητροπολιτικών Γραφείων της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και
Νισύρου. Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου προς κάλυψη συγκεκριμένων και αιτιολογημένων υποχρεώσεών τους.
- ε) Εγκρίνει τις δωρεές της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου
και Νισύρου για διάφορους εκκλησιαστικούς, φιλανθρωπικούς και κοινωφελείς σκοπούς.
- στ) Μεριμνά για την διαχείριση της κινητής ή ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου με διαγωνισμό, ιδίως εκμίσθωση, αγοραπωλησία
ή κατ’ εξαίρεση με απ’ ευθείας διαδικασίες, λαμβανομένης υπόψη της προφανούς ωφέλειας ή αφεύκτου ανάγκης.
- ζ) Ασκεί καθήκοντα υπηρεσιακού συμβουλίου για τους
εφημερίους, διακόνους, και εκκλησιαστικούς υπαλλήλους της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου που δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι και δεν μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ειδικά για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους που έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καλύπτονται από τις εγγυήσεις της παρ. 4 του άρθρου 103 του Συντάγματος, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο ορίζει με απόφασή του το υπηρεσιακό συμβούλιο, αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα (2/3) από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 338 του ν. 4957/2022.
- η) Αποφασίζει επί αίτησης απόσπασης εφημερίου ή
διακόνου της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου σε Ορθόδοξους Ιερούς Ναούς της κανονικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου. Η απόφαση που εκδίδεται υπόκειται σε έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται για αποσπάσεις στις Σταυροπηγιακές και Πατριαρχικές Μονές Πάτμου, Βλατάδων και Αγίας Αναστασίας Χαλκιδικής και του Όρους Σινά.
- θ) Εγκρίνει την ίδρυση και το καταστατικό οποιουδήποτε Ν.Π.Ι.Δ. ή εταιρείας, που εξυπηρετεί τους εκκλησιαστικούς σκοπούς της Ιεράς Μητροπόλεως, των Ενοριών
και των Ιερών Μονών της, μετά από απόφαση του Μητροπολίτη. Τα ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. και εταιρείες ελέγχονται και εποπτεύονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
- ι) Εγκρίνει τον προϋπολογισμό και απολογισμό των
Ν.Π.Ι.Δ. της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου.
- ια) Αποστέλλει προς τα πιστωτικά ιδρύματα ή προς
κάθε άλλη αρχή τα απαιτούμενα έγγραφα, καθώς και αποσπάσματα πρακτικών, που αφορούν στη νόμιμη σύνθεση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, των Ηγουμενοσυμβουλίων ή των Μοναστηριακών Επιτροπών.
- ιβ) Υποχρεούται να επαγρυπνεί και, κατόπιν εισήγησης
του προέδρου του, να απευθύνει έγγραφες παραγγελίες και υποδείξεις προς τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια για την τήρηση της τάξης, της νομιμότητας και της διαφάνειας.
- ιγ) Υπογράφει τις μισθοδοτικές καταστάσεις των εφημερίων ή εξουσιοδοτεί τον πρόεδρό του προς τούτο ή
τον νόμιμο εκπρόσωπό του.
- ιδ) Εγκρίνει την πρόσληψη του πάσης φύσεως αναγκαίου προσωπικού της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και
Νισύρου που μισθοδοτείται απ’ αυτή, μετά από εισήγηση του Μητροπολίτη.
- ιε) Εγκρίνει τη λήψη δανείου υπέρ της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου, των Ενοριών και των Ιερών
Μονών της.
- ιστ) Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο για να αποφανθεί
επί θεμάτων, τα οποία απαιτούν ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, δύναται να ζητήσει τεχνική έκθεσηγνωμοδότηση ειδικών επιστημόνων, με δαπάνη της ενδιαφερόμενης Ενορίας.
Άρθρο 6
Ένδικα Μέσα
Κατά των αποφάσεων του Μητροπολιτικού Συμβουλίου επιτρέπεται, εντός μηνός από τη νόμιμη κοινοποίηση τους στο οικείο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, Ηγουμενοσυμβούλιο ή Μοναστηριακή Επιτροπή, προσφυγή μόνο για λόγους νομιμότητας ενώπιον της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διά του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου.
Αν η προσφυγή της παρ. 1 απορριφθεί ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησής της, η απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου καθίσταται οριστική και υποχρεωτική για το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, το Ηγουμενοσυμβούλιο ή τη Μοναστηριακή Επιτροπή. Σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο καλεί εγγράφως τα μέλη των ανωτέρω οργάνων να παράσχουν εξηγήσεις εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη ή οι εξηγήσεις κριθούν ανεπαρκείς, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο προχωρεί στην αμετάκλητη αντικατάσταση των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, του Ηγουμενοσυμβουλίου ή της Μοναστηριακής Επιτροπής, που δεν συμμορφώνονται.
Άρθρο 7
Αρμοδιότητες προέδρου Μητροπολιτικού Συμβουλίου
Ο πρόεδρος του Μητροπολιτικού Συμβουλίου υπογράφει:
- α) Τις μισθοδοτικές καταστάσεις των εφημερίων και
των πάσης φύσεως υπαλλήλων, κατόπιν σχετικής εξουσιοδοτήσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
- β) Τα διοριστήρια έγγραφα των μελών του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, καθώς και των αναπληρωτών τους.
- γ) Τα διοριστήρια έγγραφα των τακτικών και αναπληρωματικών μελών των Εκκλησιαστικών Συμβούλων, των
Ηγουμενοσυμβουλίων, των Μοναστηριακών Επιτροπών και των μελών των ερανικών επιτροπών.
- δ) Τα διοριστήρια έγγραφα των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ., των ιδρυμάτων και των
εταιρειών, που εξυπηρετούν τους σκοπούς της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου, των Ενοριών και των Ιερών Μονών της. Κάθε σχετική απόφαση, που έχει ληφθεί πριν από τη δημοσίευση του παρόντος προεδρικού διατάγματος, παύει να ισχύει. τη σχετική ημερήσια διάταξη.
ΜΕΡΟΣ Β’
Συγκρότηση, σύγκληση, λειτουργία και αρμοδιότητες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και του προέδρου του
Άρθρο 8
Όργανα διοίκησης της Ενορίας
Ως κύτταρα της κανονικής οργανώσεως της εκκλησιαστικής ζωής, οι Ενορίες, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 329 του ν. 4957/2022, αποτελούν τις βασικές μονάδες οργάνωσης του εκκλησιαστικού βίου. Η Ενορία, μετά του Ενοριακού Ιερού Ναού, αποτελεί ως Ν.Π.Δ.Δ. ενιαία οντότητα με καθορισμένα γεωγραφικά όρια.
Σε κάθε ενοριακό Ιερό Ναό συστήνεται και λειτουργεί Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 337 του ν. 4957/2022, στο οποίο προεδρεύει τακτικός εφημέριος.
Άρθρο 9
Συγκρότηση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο συγκροτείται από πέντε (5) μέλη, ως ακολούθως:
- α) Από τον εφημέριο, ως πρόεδρο.
- β) Από τέσσερα (4) τακτικά λαϊκά μέλη, καθώς και τέσσερα (4) αναπληρωματικά μέλη, τα οποία διορίζονται
από κατάλογο δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ενοριτών, με πράξη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, κατόπιν έγγραφης προτάσεως του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Σε Ενορίες, που περιλαμβάνουν μέχρι εκατό (100) οικογένειες, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει δύο (2) μόνον λαϊκά μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, με τους αναπληρωτές τους, από κατάλογο δέκα (10) τουλάχιστον ενοριτών.
Άρθρο 10
Καθήκοντα του προέδρου και των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου
α) Ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, εκπροσωπεί, δικαστικά και εξώδικα, το νομικό πρόσωπο της Ενορίας.
- β) Ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου έχει
τα παρακάτω καθήκοντα:
- βα) έχει την ευθύνη πρότασης και καταρτισμού του
καταλόγου ενοριτών προς εκλογή των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου,
- ββ) εκπροσωπεί την Ενορία προς την οικεία Εκκλησιαστική και κάθε άλλη αρχή,
- βγ) συγκαλεί, προεδρεύει, και εισηγείται τα θέματα στο
Εκκλησιαστικό Συμβούλιο,
- βδ) καταρτίζει το πρόγραμμα λειτουργιών και δραστηριοτήτων της Ενορίας και φροντίζει για την ομαλή
συνεργασία μεταξύ των τυχόν συνεφημερίων του, των ψαλτών, των νεωκόρων και των λοιπών συνεργατών της Ενορίας,
- βε) έχει τη διοικητική μέριμνα του Ιερού Ναού, των
γραφείων της Ενορίας και των λοιπών δραστηριοτήτων, αναθέτοντας και κατανέμοντας αρμοδιότητες με τον ορισμό υπευθύνων για κάθε τομέα της ενοριακής ζωής (νεότητα, προνοιακό και φιλανθρωπικό έργο, πολιτισμός, παράδοση).
- γ) Ο πρόεδρος είναι και ιερατικά προϊστάμενος της
Ενορίας, ανεξαρτήτως οφφίκιου, εκτός και αν με απόφαση του Μητροπολίτου Κώου και Νισύρου ορίζεται άλλως.
- δ) Με απόφαση του προέδρου του Εκκλησιαστικού
Συμβουλίου η εκπροσώπηση της Ενορίας δύναται να ανατεθεί και σε μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, με τη χορήγηση ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας.
Τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου έχουν τα παρακάτω καθήκοντα:
- α) Παρίστανται στις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και μετέχουν στη λειτουργική ζωή της
Ενορίας.
- β) Επιδεικνύουν διάθεση συνεργασίας με τα λοιπά
μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τους συνεργάτες της Ενορίας.
- γ) Οργανώνουν την Ενορία για την επιτέλεση του
σκοπού της, ως κέντρο Θείας Λατρείας και κοινωνικής προσφοράς.
- δ) Διαφυλάττουν τους πόρους και τις υποδομές της
Ενορίας για την εύρυθμη λειτουργία και την αποτελεσματική προσφορά της.
- ε) Προστατεύουν και αξιοποιούν την κινητή και ακίνητη περιουσία της Ενορίας.
- στ) Εφαρμόζουν τις εγκυκλίους και τις υποδείξεις του
προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου και σέβονται τους Θείους και Ιερούς Κανόνες και τους νόμους του κράτους.
- ζ) Ασκούν νόμιμη διαχείριση της Ενορίας, τηρώντας
τα απαιτούμενα βιβλία και δεν αμελούν τις θεωρήσεις και τους ελέγχους των βιβλίων αυτών.
- η) Επιμελούνται την καταμέτρηση και καταγραφή των
εσόδων και μεριμνούν για την χρηστή διαχείριση αυτών. Η καταμέτρηση γίνεται παρόντος του προέδρου και δύο (2) τουλάχιστον μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και συντάσσεται απαραιτήτως πρακτικό, το οποίο καταχωρείται στο σχετικό βιβλίο.
- θ) Επιμελούνται την ευταξία, την καθαριότητα και την
ευλάβεια στον χώρο της λατρείας.
Άρθρο 11
Λοιπά ζητήματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας Εκκλησιαστικού Συμβουλίου
Για να διοριστεί κάποιος ως μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου πρέπει:
- α) να είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και να έχει ορθή
περί την πίστη γνώση και διαγωγή, καθώς και απόλυτο σεβασμό στην Εκκλησία,
- β) να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους - μέλους
της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αλλοδαπός πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα,
- γ) να μην έχει καταδικαστεί για κακούργημα ή για
πλημμέλημα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης επί δικαστηρίω, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας ή κατάχρησης ενσήμων, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας ή για κάποιο από τα εγκλήματα περί το νόμισμα,
- στ) να μην εκκρεμεί δίκη μεταξύ αυτού, είτε ατομικά
είτε ως μέλους της διοίκησης νομικού προσώπου, και της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Εκκλησίας της Κρήτης ή των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου και των υπ’ αυτών νομικών προσώπων.
Απαγορεύεται ο διορισμός συμβούλων που είναι:
- α) συγγενείς μεταξύ τους ή με τον εφημέριο, μέχρι και
του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας,
- β) συγγενείς μεταξύ τους και με τον εφημέριο πρόεδρο
μέχρι και του δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, στις Ενορίες που περιλαμβάνουν μέχρι εκατό (100) οικογένειες,
- γ) πρόσωπα που έχουν εκλεγεί σε οποιοδήποτε αξίωμα στις εκλογές για την ανάδειξη οργάνων της τοπικής
αυτοδιοίκησης και πρόσωπα που έχουν οικονομικές σχέσεις με την Ενορία, ιδίως προμηθευτές και ενοικιαστές ακινήτων.
Το αξίωμα του εκκλησιαστικού συμβούλου είναι τιμητικό, άμισθο και ασυμβίβαστο προς το έργο του έμμισθου υπαλλήλου της Ενορίας.
Η θητεία των εκκλησιαστικών συμβούλων ορίζεται τριετής και άρχεται την πρώτη (1η) Ιανουαρίου του έτους, για το οποίο έγινε ο διορισμός. Τυχόν αντικατάσταση εκκλησιαστικού συμβούλου γίνεται με τον διορισμό νέου μέλους, για το διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη της τριετίας. Σε Ενορίες άνω των εκατό (100) οικογενειών, δεν επιτρέπεται ο επαναδιορισμός τακτικού εκκλησιαστικού συμβούλου πέραν της τρίτης συνεχούς θητείας. Δεν επιτρέπεται η ανάληψη καθηκόντων ταμία από εκκλησιαστικό σύμβουλο πέραν των δύο θητειών, συνεχόμενων ή μη.
Η παραίτηση εκκλησιαστικού συμβούλου υποβάλλεται εγγράφως, διά του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή και απευθείας, προς το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, το οποίο και αποφασίζει για την αποδοχή της ή μη και διορίζει ένα εκ των αναπληρωματικών μελών.
Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας εκκρεμεί δίκη, κατά τα οριζόμενα στην περ. στ της παρ. 1 του παρόντος, ο εκκλησιαστικός σύμβουλος αντικαθίσταται με αιτιολογημένη απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, το οποίο επιλαμβάνεται μετά από σχετική εισήγηση του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Εκκλησιαστικός σύμβουλος που, σύμφωνα με εισήγηση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και σχετική κρίση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος του εκκλησιαστικού συμβούλου και απαλλάσσεται των καθηκόντων του.
Οι εκκλησιαστικοί σύμβουλοι απαλλάσσονται επίσης των καθηκόντων τους με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου:
- α) εάν δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις και στα
καθήκοντα που τους ανατίθενται ή επιδεικνύουν απρεπή συμπεριφορά προς τον πρόεδρο, τα λοιπά μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τα μέλη της Ενορίας,
- β) εάν δεν είναι συνεπείς στις οδηγίες και παραγγελίες
του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου σχετικά με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτά επιβάλλονται από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, από τους Κανονισμούς και τις Εγκυκλίους της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου και από τους νόμους της Πολιτείας,
- γ) εάν δεν υποβάλλουν εμπρόθεσμα προϋπολογισμό
και απολογισμό της διαχείρισής τους ή εάν προβαίνουν σε δαπάνες, οι οποίες δεν έχουν αναγραφεί στον προϋπολογισμό,
- δ) εάν δεν προβαίνουν στις δέουσες δικαστικές και
διοικητικές διαδικασίες για την προστασία των συμφερόντων της Ενορίας,
- ε) εάν παρεμβαίνουν στα τελετουργικά καθήκοντα,
τις αρμοδιότητες και τα θέματα συνεργασίας μεταξύ των εφημερίων της Ενορίας, καθώς και τα αντίστοιχα καθήκοντα των ιεροψαλτών και των νεωκόρων του Ιερού Ναού,
- στ) εάν αποφασίζουν και ενεργούν αυθαίρετα για
θέματα του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ερήμην του προέδρου.
Άρθρο 12
Συγκρότηση και συνεδριάσεις των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο κατά την πρώτη συνεδρίασή του συγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον αντιπρόεδρο, τον γραμματέα και τον ταμία του. Σε Ενορίες κάτω των εκατό (100) οικογενειών ο πρόεδρος αναθέτει σε ένα μέλος τα καθήκοντα του γραμματέα και σε άλλο μέλος τα καθήκοντα του ταμία. Το σχετικό πρακτικό υποβάλλεται προς έγκριση στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Τις εργασίες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου διευθύνει ο πρόεδρος, και σε περίπτωση απουσίας αυτού, ο αντιπρόεδρος, με γραπτή εξουσιοδότηση από τον πρόεδρο.
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρο σε τακτική συνεδρίαση μία (1) φορά ανά μήνα και έκτακτα, όταν ο πρόεδρος το κρίνει αναγκαίο ή το ζητήσουν εγγράφως δύο (2) μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίσταται ο πρόεδρος και τουλάχιστον δύο (2) μέλη του.
Όταν κωλύεται ο πρόεδρος, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία εφόσον παρίστανται τουλάχιστον τρία (3) μέλη του, μεταξύ των οποίων και ο αντιπρόεδρος αυτού.
Σε Ενορίες κάτω των εκατό (100) οικογενειών απαιτείται παρουσία όλων των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου κατά τις συνεδριάσεις του.
Ο πρόεδρος συντάσσει την ημερήσια διάταξη και κατατάσσει τα θέματα ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους. Με πρόταση του προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου δύναται να συζητηθεί θέμα εκτός ημερήσιας διάταξης, εφόσον είναι παρόντα και συναινούν όλα τα μέλη του.
Οι αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. την άποψή τους.
Δικαίωμα συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν προσκλήσεως του προέδρου, έχουν άνευ δικαιώματος ψήφου και τα αναπληρωματικά μέλη του, ακόμη και αν παρίστανται όλα τα τακτικά μέλη.
Άρθρο 13
Αρμοδιότητες Εκκλησιαστικών Συμβουλίων
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο:
- α) για τη σύνταξη και υποβολή στο Μητροπολιτικό
Συμβούλιο του προϋπολογισμού και του απολογισμού των εσόδων και των εξόδων,
- β) για την ανέγερση, επισκευή, συντήρηση, αγιογράφηση και διακόσμηση του Ενοριακού Ναού, των Παρεκκλησίων και Εξωκκλησίων αυτού, καθώς και των βοηθητικών χώρων και των λοιπών ακινήτων που ανήκουν
στην Ενορία,
- γ) για την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης για την
αγορά κινητών και ακινήτων, καθώς και για την αξιοποίηση, εκμίσθωση και εκποίηση της ακίνητης και κινητής περιουσίας της Ενορίας, σύμφωνα με τα άρθρα 22 έως 27 του παρόντος,
- δ) για την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων,
καθώς και για την παραίτηση εξ αυτών, για την παραίτηση από δικαίωμα για δικαστικούς ή εξώδικους συμβιβασμούς, για τον διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου και για την αποδοχή δωρεάς, κληρονομίας και κληροδοσίας,
- ε) για τη χορήγηση βοηθημάτων για φιλανθρωπικούς
σκοπούς,
- στ) για κάθε έκτακτη δαπάνη,
- ζ) για τη διαφύλαξη των ιερών εικόνων, των ιερών
σκευών και των ιερών κειμηλίων των Ενοριών εντός των χώρων λατρείας ή ειδικά διαμορφωμένων χώρων. Τα ανωτέρω δεν εκποιούνται για κανένα λόγο και διαφυλάσσονται με ευθύνη του προέδρου και των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Κατόπιν έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου οι ιερές εικόνες, τα ιερά σκεύη και τα ιερά κειμήλια δύνανται να παραχωρηθούν στην Ιερά Μητρόπολη Κώου και Νισύρου για τη δημιουργία κειμηλιαρχείων με σκοπό την ασφαλέστερη φύλαξη και την προβολή τους.
Όλες ανεξαιρέτως οι αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου πρέπει να εγκριθούν από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος.
Σε έκτακτες περιπτώσεις δύναται το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο να λαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων της Ενορίας.
Άρθρο 14
Γενικές αρχές οικονομικής διαχείρισης Η οικονομική διαχείριση, ο έλεγχος και η εντολή πληρωμής σε βάρος των πόρων των Ενοριών και υπέρ δικαιούχων ενεργούνται σύμφωνα με το παρόν προεδρικό διάταγμα και κατά παρέκκλιση των διατάξεων για το δημόσιο λογιστικό των Ν.Π.Δ.Δ., τις κρατικές προμήθειες, τις δημόσιες επενδύσεις και κάθε άλλης συναφούς γενικής ή ειδικής διάταξης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 318 και της παρ. 3 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.
Άρθρο 15
Πόροι
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο έχει την ευθύνη για την οικονομική διαχείριση της Ενορίας.
Πόροι των Ενοριών είναι οι ακόλουθοι:
- α) τα έσοδα από τη διάθεση κηρού,
- β) οι δωρεές, κληροδοσίες και κληρονομίες,
- γ) τα έσοδα από εράνους, κυτία προσφορών και πάσης
φύσεως εκδηλώσεις υπέρ της Ενορίας,
- δ) τα έσοδα από την αξιοποίηση κινητής και ακίνητης
περιουσίας της Ενορίας,
- ε) τα έσοδα από χορηγίες φορέων.
Για κάθε χρηματική χορηγία ή δωρεά εκδίδεται τριπλότυπη απόδειξη είσπραξης, στην οποία αναγράφονται υποχρεωτικά τα στοιχεία του χορηγού ή του δωρητή. Τα στελέχη των αποδείξεων αριθμούνται και θεωρούνται υποχρεωτικά κατ’ έτος από τον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του.
Άρθρο 16
Διάθεση και διαχείριση πόρων
Οι πόροι των Ενοριών διατίθενται για την κάλυψη των ακόλουθων δαπανών, βάσει των εγκεκριμένων προϋπολογισμών τους:
- α) υπέρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου,
- β) για την κάλυψη φόρων, τελών και λοιπών κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής
ασφάλισης, όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις,
- γ) υπέρ των Μητροπολιτικών Γραφείων και της μισθοδοσίας του προσωπικού τους,
- δ) για την ανάπλαση, επισκευή και συντήρηση του
Μητροπολιτικού Οικήματος και τη μισθοδοσία του προσωπικού του,
- ε) για τη μισθοδοσία του τακτικού και εκτάκτου προσωπικού της Ενορίας,
- στ) για τη συντήρηση και τις δαπάνες λειτουργίας της
Ενορίας, καθώς και υπέρ των φιλανθρωπικών, προνοιακών και λοιπών δράσεών της,
- ζ) υπέρ της λειτουργίας των φιλανθρωπικών και προνοιακών ιδρυμάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και
Νισύρου, καθώς και των εν γένει πνευματικών και ιεραποστολικών δράσεών της.
Οι πόροι των Ενοριών που διατίθενται για την κάλυψη των δαπανών των περ. α, γ, δ και ζ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου καταβάλλονται υποχρεωτικά κάθε τρεις (3) μήνες.
Μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, το οποίο αρνείται τη διάθεση των πόρων προς καταβολή των ως άνω δαπανών, καλείται προς παροχή εξηγήσεων ενώπιον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και, εάν η άρνησή του κριθεί αδικαιολόγητη, απαλλάσσεται των Μητροπολιτικού Συμβουλίου και αν η άρνησή του κριθεί αδικαιολόγητη, απαλλάσσεται των καθηκόντων του και τα καθήκοντα του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ανατίθενται σε άλλον τακτικό εφημέριο της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου.
Κάθε Ενορία υποχρεούται να τηρεί στο όνομά της λογαριασμό σε αναγνωρισμένο τραπεζικό ίδρυμα. Ο τραπεζικός λογαριασμός δύναται να είναι όψεως, ταμιευτηρίου ή προθεσμιακός και πάντοτε επ’ ονόματι της Ενορίας. Με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ορίζονται οι εκπρόσωποί του σε αυτόν και η μορφή και τα όρια της εκπροσώπησης. Η απόφαση γνωστοποιείται στο τραπεζικό ίδρυμα, στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός, με την αποστολή αντιγράφου εκ του οικείου πρακτικού συνεδριάσεως του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, μετά από γραπτή έγκριση της απόφασης από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Απαγορεύεται η τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων σε μετοχές εταιρειών, αμοιβαία κεφάλαια και επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η μετατροπή τους σε συνάλλαγμα, χωρίς την προηγούμενη ρητή άδεια του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Κάθε ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό της Ενορίας έως του ποσού των πεντακοσίων (500,00) ευρώ πραγματοποιείται με σχετική εξουσιοδότηση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, χωρίς να απαιτείται άλλη έγκριση. Για την ανάληψη ποσών μεγαλύτερων των πεντακοσίων (500,00) ευρώ απαιτείται η προηγούμενη έγκριση του Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου ή του νόμιμου αναπληρωτή του. Το ως άνω όριο δύναται να τροποποιηθεί με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Άρθρο 17
Προϋπολογισμός της Ενορίας
Ο προϋπολογισμός της Ενορίας συντάσσεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και υποβάλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο έως το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του έτους που προηγείται αυτού, στο οποίο αφορά ο προϋπολογισμός. Ο προϋπολογισμός συνοδεύεται από έγγραφο του προέδρου και σχετική πράξη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, συντάσσεται δε σύμφωνα με το υπόδειγμα που καταρτίζει και τροποποιεί η Ιερά Μητρόπολη Κώου και Νισύρου. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο εγκρίνει, απορρίπτει ή τροποποιεί τον προϋπολογισμό, καθορίζοντας και αναγράφοντας υποχρεωτικά τυχόν παραληφθείσες νόμιμες χρηματικές υποχρεώσεις των Ενοριών, καθώς και διάφορες άλλες έκτακτες εισφορές, για την εξυπηρέτηση του εν γένει έργου της Ιεράς Μητροπόλεως.
Οι προϋπολογισμοί εγκρίνονται εντός διμήνου από την υποβολή τους.
Άρθρο 18
Δαπάνες
α) Κάθε καταβολή δαπάνης από την Ενορία διενεργείται από τον ταμία διά εντάλματος πληρωμής υπογεγραμμένου από τον πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Τα στελέχη των ενταλμάτων πληρωμής αριθμούνται και θεωρούνται υποχρεωτικά και κατ’ έτος από την Ιερά Μητρόπολη. Κάθε τρεις (3) μήνες το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο οφείλει να αποστέλλει προς το Μητροπολιτικό Συμβούλιο κατάσταση όλων των δαπανών που διενεργήθηκαν κατά την περίοδο αυτή.
- β) Στο ένταλμα πληρωμής αναγράφονται και επισυνάπτονται τα παραστατικά κάθε δαπάνης. Για δαπάνες που
δεν έχουν αναγραφεί στον προϋπολογισμό της Ενορίας απαιτείται προηγούμενη έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
- γ) Στο ένταλμα πληρωμής αναγράφονται:
- γα) ο αύξων αριθμός του εντάλματος,
- γβ) το οικονομικό έτος,
- γγ) ο τίτλος του Ενορίας,
- γδ) ο κωδικός αριθμός του εξόδου, στον οποίο καταλογίζεται η δαπάνη,
- γε) το πληρωτέο ποσό ολογράφως και αριθμητικώς,
- γστ) το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου, ο αριθμός
φορολογικού μητρώου αυτού και κάθε άλλο στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου, η ακριβής επωνυμία και η έδρα του,
- γζ) πλήρης αιτιολογία της πληρωμής και ο αριθμός του
τιμολογίου ή ισοδύναμου εγγράφου,
- γη) το καθαρό πληρωτέο στον δικαιούχο ποσό και οι
τυχόν υπέρ του δημοσίου και υπέρ τρίτων κρατήσεις (Ιεράς Μητροπόλεως Ενορίας),
- γθ) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσης,
- γι) ο τίτλος της θέσεως και το ονοματεπώνυμο των
αρμόδιων οργάνων που υπογράφουν.
- δ) Την ευθύνη για τη νομιμότητα των διατασσόμενων
πληρωμών φέρει ο πρόεδρος, ο οποίος και υπογράφει το σχετικό ένταλμα πληρωμής, ενώ ο ταμίας ευθύνεται για την ακρίβεια της πληρωμής. Ο ταμίας υποχρεούται να αρνηθεί την πληρωμή δαπάνης, η οποία δεν συνοδεύεται από τα νόμιμα παραστατικά.
Όλες οι δαπάνες υποβάλλονται προς έγκριση ενώπιον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου κάθε τρεις (3) μήνες, σύμφωνα με την περ. ιε της παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος.
Άρθρο 19
Απολογισμός
Ο απολογισμός συντάσσεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και υποβάλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο, έως το τέλος Φεβρουαρίου του έτους που έπεται εκείνου στο οποίο αφορά ο απολογισμός. Ο απολογισμός συνοδεύεται από έγγραφο του προέδρου και σχετική πράξη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, συντάσσεται δε σύμφωνα με υπόδειγμα που καταρτίζει και τροποποιεί η Ιερά Μητρόπολη Κώου και Νισύρου.
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο οφείλει να προσκομίσει άμεσα τα οικονομικά βιβλία και τα παραστατικά εσόδων και εξόδων, εφόσον τούτο ζητηθεί από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ευθύνονται ατομικά και αλληλέγγυα για κάθε απόκρυψη είσπραξης του Αρχιερατικού Επιτρόπου της περιφέρειας, στην οποία υπάγεται η Ενορία ή του Πρωτοσυγκέλλου ή του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου ή του οικονομολόγου μέλους αυτού, για την τήρηση των προβλέψεων του νόμου σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και την απόδοση των αναλογούντων τελών, αποφαίνεται αιτιολογημένα επί του απολογισμού εντός εξαμήνου από την υποβολή του. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο δύναται να συγκροτεί τριμελή επιτροπή ελέγχου των απολογισμών των Ενοριών, με τη συμμετοχή του Αρχιερατικού Επιτρόπου της οικείας Αρχιερατικής περιφέρειας ή του Πρωτοσυγκέλλου ή του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου ή του οικονομολόγου μέλους αυτού για την τήρηση των υπό του νόμου προβλεπόμενων σχετικά με την πραγματοποίησή του.
Η μη υποβολή των προϋπολογισμών και απολογισμών από τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια εντός των τασσόμενων προθεσμιών συνεπάγεται την, κατά τις κείμενες διατάξεις, ποινική ευθύνη των υπαίτιων μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου χωρίς να προηγηθεί πειθαρχική ποινή και δικαιολογεί την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους, με αμετάκλητη απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, διατηρουμένου του δικαιώματος διενέργειας οικονομικού ελέγχου προς εξακρίβωση κακής διαχείρισης και απόδοσης ευθυνών κάθε είδους και του δικαιώματος αποζημίωσης για την τυχόν προκληθείσα ζημία.
Εφόσον η επιτροπή της παρ. 4, μετά το πέρας του οικονομικού ελέγχου της παρ. 5, διαπιστώσει έλλειμμα διαχείρισης ή παράνομη πληρωμή δαπάνης, θεωρούμενης ως ελλείμματος, συντάσσει πόρισμα ελέγχου, στο οποίο προσδιορίζει όλα τα δημοσιονομικά υπεύθυνα πρόσωπα, καθώς και το ύψος του ελλείμματος. Το πόρισμα ελέγχου υποβάλλεται για έγκριση στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο, το οποίο προβαίνει στην έκδοση αιτιολογημένης καταλογιστικής απόφασης κατά του υπολόγου και συντάσσει χρηματικό κατάλογο με τους τυχόν αλληλέγγυα μετ’ αυτού συνευθυνομένους. Αντίγραφα της καταλογιστικής απόφασης και του χρηματικού καταλόγου κοινοποιούνται στον καθού και στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) της τελευταίας κατοικίας των δημοσιονομικά υπεύθυνων προσώπων, ο οποίος επιμελείται την άμεση βεβαίωση του καταλογιζόμενου ποσού ως δημόσιου εσόδου και την είσπραξή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, αποδιδομένων στη συνέχεια των εισπραχθέντων στην Ιερά Μητρόπολη Κώου και Νισύρου. Κατά της καταλογιστικής απόφασης του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου επιτρέπεται προσφυγή, διά του οικείου Μητροπολίτη, ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εντός μηνός από την κοινοποίησή της. Η προσφυγή κατατίθεται στην Ιερά Μητρόπολη Κώου και Νισύρου, η οποία σε προθεσμία ενός (1) μηνός τη διαβιβάζει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, συνοδευόμενη από έκθεση και φάκελο.
Άρθρο 20
Έλεγχος των αποφάσεων των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων
Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος, ασκεί έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας της διαχειρίσεως και διοικήσεως της Ενορίας.
Κάθε απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου υποβάλλεται ενώπιον του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, το οποίο την εγκρίνει, τη συμπληρώνει, την τροποποιεί ή την απορρίπτει. Η απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκδίδεται εντός τριμήνου από της υποβολής της απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου σε αυτό. Μετά την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, η απόφαση θεωρείται ότι εγκρίθηκε σιωπηρώς, εκτός των περιπτώσεων των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
Αποδοχή ή αποποίηση δωρεάς υπό τρόπο, κληρονομίας ή κληροδοσίας, καθώς και συνομολόγηση οποιουδήποτε δανείου δεν δύνανται να πραγματοποιηθούν από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο χωρίς την προηγουμένη έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Κάθε απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου για την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς ή εγκλήσεως, την έγερση αγωγής, την παραίτηση από ένδικα μέσα και τον δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό, ισχύει μόνο εφόσον έχει ληφθεί προηγούμενη έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση σε περίπτωση επ’ αυτοφώρω αδικήματος και αιτήσεως χορήγησης προσωρινής διαταγής και προκειμένου να αντιμετωπισθεί κατεπείγουσα περίπτωση ή άμεσος κίνδυνος. Για τη συνέχιση της διαδικασίας απαιτείται η έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 5 και στο άρθρο 6 του παρόντος κάθε απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου είναι υποχρεωτική για το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Εάν αυτό αρνηθεί την εκτέλεσή της, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο απευθύνει σύσταση στα μέλη του, ενώ, εάν αυτά επιμείνουν τα καλεί να υποβάλουν εγγράφως τις εξηγήσεις τους εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη ή οι εξηγήσεις κριθούν αβάσιμες, το Μητροπολιτικό Συμβούλιο προβαίνει στην αντικατάσταση των ελεγχόμενων μελών με τον διορισμό νέων για το υπόλοιπο της θητείας του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Άρθρο 21
Τηρούμενα βιβλία
Με ευθύνη του προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου σε κάθε Ενορία τηρούνται τα κάτωθι βιβλία, τα οποία θεωρούνται από τον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου ή τον νόμιμο αναπληρωτή του:
- α) πρωτόκολλα: αλληλογραφίας και εκδόσεως πιστοποιητικών,
- β) βιβλία βαπτίσεων, γάμων και κηδειών,
- γ) βιβλίο αποφάσεων Εκκλησιαστικού Συμβουλίου,
- δ) βιβλίο ταμείου,
- ε) κτηματολόγιο - περιουσιολόγιο,
- στ) βιβλίο πρακτικών καταμέτρησης εσόδων.
δύνανται να τηρούνται και σε ηλεκτρονική μορφή.
Άρθρο 22
Ακίνητη και κινητή περιουσία των Ενοριών
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο διαχειρίζεται την ακίνητη και κινητή περιουσία της Ενορίας.
Η Ενορία επιτελεί σημαντικό κοινωνικό έργο και επομένως χρειάζεται πόρους. Προς τούτο, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο πρέπει να αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία της όσο το δυνατόν καλύτερα και περισσότερο προσοδοφόρα. Τούτο είναι δυνατόν να γίνεται με τους εξής τρόπους:
- α) με την εκμίσθωση,
- β) με την εκποίηση, συμπεριλαμβανομένων και των
εργολαβικών αντιπαροχών,
- γ) με τη σύσταση δικαιώματος επιφανείας, σύμφωνα
με την παρ. 7 του άρθρου 334 του ν. 4957/2022.
Με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου διαπιστώνεται η ανάγκη και καθορίζεται ο τρόπος αξιοποίησης κάθε περιουσιακού στοιχείου της Ενορίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5, μετά από πρόταση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και αιτιολογημένη εισήγηση του προέδρου του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Άρθρο 23
Εκμισθώσεις ακινήτων
Η εκμίσθωση ακινήτου που ανήκει σε Ενορία πραγματοποιείται κατόπιν διενέργειας δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού με δημοπρασία. Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα αυτής, καθώς και σε μία (1) ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:
- α) Για να συμμετάσχει κάποιος στον διαγωνισμό, πρέπει να καταθέσει ως εγγύηση συμμετοχής χρηματικό
ποσό ίσο με το διπλάσιο της τιμής πρώτης προσφοράς.
- β) Στον διαγωνισμό δεν δύνανται να συμμετάσχουν
οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.
- γ) Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του μισθωτηρίου
συμφωνητικού, βαρύνουν τον τελευταίο πλειοδότη.
- δ) Το μίσθιο δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αντίθετους με τα χρηστά ήθη.
- ε) Κάθε δαπάνη επισκευής και συντήρησης του μισθίου, αναγκαία, επωφελής ή και πολυτελής, βαρύνει αποκλειστικά τον μισθωτή και παραμένει υπέρ του μισθίου
και του εκμισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτή, εκτός εάν υφίσταται προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, εγκεκριμένη από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, και
- στ) Για τη μίσθωση πρέπει να εγγυηθεί υπέρ του μισθωτή και ένας τουλάχιστον αξιόχρεος εγγυητής.
Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, καθώς επίσης ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται ανεπιφύλακτα και ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσουν το μίσθιο για σκοπούς αντίθετους με τα χρηστά ήθη. Εάν κάποιος συμμετέχει για λογαριασμό άλλου, πρέπει να δηλώσει τούτο προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, πριν από την έναρξη της δημοπρασίας, άλλως θεωρείται ότι συμμετέχει για τον εαυτό του. Ο πλειοδότης, ο οποίος προσφέρει το μεγαλύτερο μίσθωμα έως τη λήξη του διαγωνισμού, ανακηρύσσεται τελευταίος πλειοδότης. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους πλειοδότες, πλην του τελευταίου, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.
Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο πλειοδότη και αποστέλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο προς έγκριση. Εφόσον δεν υποβληθούν ενστάσεις ή όσες υποβληθούν απορριφθούν, καλείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης να υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, μαζί με έναν (1) τουλάχιστον αξιόχρεο εγγυητή. Εάν αυτός, μαζί με τον εγγυητή, δεν προσέλθουν εντός της ως άνω προθεσμίας, ο τελευταίος πλειοδότης κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν προσέλθει και υπογράψει τη σύμβαση μίσθωσης, η εγγύηση συμμετοχής αντικαθίσταται από εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης, η οποία ισούται με το διπλάσιο του μηνιαίου μισθώματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά την πλειοδοσία.
Εάν ο διαγωνισμός κηρυχθεί άγονος ή τυχόν ενστάσεις κριθούν βάσιμες, επαναλαμβάνεται με απλή ανακοίνωση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, η οποία παραπέμπει στην αρχική διακήρυξη και η οποία αναρτάται, πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την επαναληπτική διεξαγωγή του διαγωνισμού, στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα αυτής.
Εάν ο διαγωνισμός αποβεί άγονος και δεύτερη φορά, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, κατόπιν σχετικής εγκρίσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, δύναται να μειώσει την τιμή πρώτης (1ης) προσφοράς και, εάν και πάλι ο διαγωνισμός αποβεί άγονος, δύναται να εγκρίνει την απευθείας εκμίσθωση του ακινήτου, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη.
Κατ’ εξαίρεση, Ενορία μπορεί να προβαίνει, κατόπιν αποφάσεως του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και
- α) Όταν η ετησία πρόσοδος από το μίσθιο δεν υπερβαίνει το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων (18.000,00) ευρώ
ή διαφορετικά, όταν το μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ ανά ακίνητο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν αναπροσαρμογή των μισθωμάτων κατά τη διάρκεια της μίσθωσης.
- β) Όταν πρόκειται για εκμίσθωση ακινήτων προς
άλλα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς και εκκλησιαστικά ιδρύματα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς και επικουρούν το έργο εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, για την ικανοποίηση των στεγαστικών ή λειτουργικών αναγκών τους. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για εκμίσθωση ακινήτων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), τα Ν.Π.Δ.Δ. και τις Δημόσιες Επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η απευθείας μίσθωση εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο κοινωφελείς σκοπούς. Περιορισμένης εκτάσεως οικονομικές δραστηριότητες, ως πηγή πρόσθετων πόρων κοινωφελούς ιδρύματος, εφόσον εξυπηρετούν τον σκοπό της παραχώρησης, κρίνονται κατά περίπτωση από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
- γ) Όταν πρόκειται για εκμίσθωση ακινήτων που προορίζονται για ειδική ή εποχική χρήση. Στην περίπτωση
αυτή η μίσθωση δεν μπορεί να διαρκέσει πλέον των επτά (7) μηνών.
- δ) Όταν πρόκειται για εκμίσθωση με σκοπό την διατήρηση της νομής ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή, η
μίσθωση συνομολογείται για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) ετών.
- ε) Κατ’ εφαρμογή κάθε άλλης ειδικής διατάξεως νόμου,
δια της οποίας επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού εκμίσθωση εκκλησιαστικού ακινήτου.
Στην περίπτωση που η διάρκεια της μίσθωσης υπερβαίνει τα εννέα (9) έτη ή το μηνιαίο μίσθωμα ορίζεται άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, απαιτείται έγκριση των όρων του διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτου από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο και έγκριση της μίσθωσης του ακινήτου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Επιτρέπεται η κατάρτιση μακροχρονίου μισθώσεως διάρκειας έως ενενήντα (90) ετών για την εκμετάλλευση και αξιοποίηση μεγάλων αγόνων εκτάσεων ή γηπέδων, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, οι οποίες απαιτούν ιδιαίτερα ουσιώδεις δαπάνες του μισθωτή, όπως κατασκευή κτιρίων, τεχνικών έργων, εγκαταστάσεων και γενικώς για την εκτέλεση μεγάλου επενδυτικού προγράμματος με αυτοχρηματοδότηση ή όχι. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται έγκριση των όρων του διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτου από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο και έγκριση της μίσθωσης του ακινήτου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Άρθρο 24
Εκποίηση ακινήτων
Η εκποίηση ακινήτου που ανήκει σε Ενορία, στην έννοια της οποίας υπάγονται και οι εργολαβικές αντιπαροχές, πραγματοποιείται κατά κανόνα με τη διενέργεια δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού (δημοπρασία). Για την εκποίηση ακινήτου απαιτείται έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Προκειμένου να οριστεί η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού, προηγείται εκτίμηση της αξίας του ακινήτου είτε από πιστοποιημένο εκτιμητή είτε από τριμελή επιτροπή ειδικών, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η εκτίμηση της αξίας του ακινήτου δεν πρέπει να απέχει από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού χρονικό διάστημα άνω του έτους.
Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα αυτής, καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:
- α) Για να συμμετάσχει κάποιος στον διαγωνισμό πρέπει
να καταθέσει ως εγγύηση συμμετοχής χρηματικό ποσό ίσο με το ένα εικοστό (1/20) της τιμής πρώτης προσφοράς.
- β) Στον διαγωνισμό δεν δύνανται να συμμετάσχουν
οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών, και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.
- γ) Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του σχετικού συμβολαίου και μεταγραφής του, βαρύνουν τον τελευταίο
πλειοδότη.
Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και συμβολαιογράφου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα, και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Για τη συμμετοχή προσώπου για λογαριασμό άλλου απαιτείται σχετική δήλωση προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, με ταυτόχρονη κατάθεση αντίστοιχης εξουσιοδότησης πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι το πρόσωπο αυτό συμμετέχει για τον εαυτό του. Ο πλειοδότης, ο οποίος προσφέρει το μεγαλύτερο τίμημα έως τη λήξη του διαγωνισμού, ανακηρύσσεται τελευταίος πλειοδότης. Μετά το πέρας του διαγωνισμού, σε όλους τους πλειοδότες, πλην του τελευταίου, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.
Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Στη συνέχεια, το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος, με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις, αποστέλλονται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο προς έγκριση. Εφόσον η ένσταση γίνει δεκτή από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον τελευταίο πλειοδότη και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον το αποτέλεσμα του διαγωνισμού εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης να υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας εντός τριάντα (30) ημερών. Εάν αυτός δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας, ο πλειοδότης κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν ο πλειοδότης προσέλθει και υπογράψει το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, η εγγύηση συμμετοχής συμψηφίζεται με το επιτευχθέν τίμημα, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα διακήρυξης και διεξαγωγής της διαγωνιστικής διαδικασίας.
Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού εκποίηση ακινήτων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α., τα Ν.Π.Δ.Δ., τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και άλλα Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς. Επιπλέον, είναι επιτρεπτή η άνευ διαγωνισμού εκποίηση προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όταν δεν είναι δυνατόν ή συμφέρον να γίνει διαγωνισμός. Τούτο συντρέχει, ενδεικτικά, στη συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου, στη λύση της κοινωνίας δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη, στην περίπτωση που το ακίνητο είναι ετοιμόρροπο ή κατεδαφιστέο και η εκποίησή του θα ενισχύσει οικονομικά τους σκοπούς της Ενορίας. Η ως άνω απευθείας εκποίηση επιτρέπεται με αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, κατόπιν έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και τελικής έγκρισης του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι της πώλησης και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος. Στις παραπάνω περιπτώσεις το ζητούμενο τίμημα δεν δύναται να υπολείπεται της προσδιοριζόμενης από πιστοποιημένο εκτιμητή αξίας ή της αξίας του ακινήτου βάσει συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον επί εκκλησιαστικών ακινήτων των Ενοριών δημιουργήθηκαν νομικές και πραγματικές καταστάσεις που παρακωλύουν την άσκηση νομής και κατοχής και εν γένει την ελεύθερη διαχείρισή τους ή συντρέχουν σοβαροί κοινωνικοί λόγοι ή λόγοι εκκλησιαστικού συμφέροντος, επιτρέπεται, με τη διαδικασία εδαφίου δ, η προς συμβιβασμό και διακανονισμό της υπόθεσης απευθείας εκποίηση ακινήτου, εφόσον ήθελε κριθεί συμφέρουσα, τηρουμένης της διαδικασίας επίκαιρης εκτίμησης από πιστοποιημένο εκτιμητή της αγοραίας αξίας του ακινήτου πριν από την εκποίησή του. Προϋπόθεση της κατ’ εξαίρεση εκποίησης του παρόντος είναι ο αγοραστής (ο ίδιος ή οι δικαιοπάροχοί
- του) να διατηρεί επί είκοσι (20) έτη αδιατάρακτη νομή
ή και κατοχή επί του ακινήτου. Η τιμή της εκποίησης είναι δυνατόν να μειώνεται έναντι της εκτιμηθείσης αγοραίας κατά ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) ανά έτος άσκησης νομής από τον αγοραστή ή τους δικαιοπαρόχους του για το πέραν της εικοσαετίας διάστημα παραμονής του στο ακίνητο έως ποσοστού μείωσης τριάντα τοις εκατό (30%) κατ’ ανώτατο όριο.
Η σύσταση δικαιώματος επιφανείας διέπεται από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 334 του ν. 4597/2022.
Άρθρο 25
Παραχώρηση της χρήσης ακίνητου
Η παραχώρηση χρήσης ακινήτου που ανήκει στην Ενορία πραγματοποιείται μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή υπόκειται σε έγκριση αρχικά από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο και στη συνέχεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η παραχώρηση πραγματοποιείται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, δωρεάν ή έναντι ανταλλάγματος, εν όλω ή εν μέρει, σε Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον εκπληρώνει κοινωφελείς σκοπούς που δεν είναι αντίθετοι στους Ιερούς Κανόνες, τις παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα χρηστά ήθη. Στους όρους της παραχώρησης περιλαμβάνεται υποχρεωτικά πρόβλεψη ότι το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ενορίας δεν στερείται του δικαιώματος άρσης της παραχώρησης, άνευ αποζημίωσης του χρησαμένου, εκτός και αν συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για την παραχώρηση, στο οποίο αναγράφονται ρητά οι προϋποθέσεις και οι όροι αποζημίωσης του χρησαμένου, καθώς και οι όροι ανάκλησής της.
Στην περίπτωση παραχώρησης χρήσης ακινήτου της Ενορίας, μετά την τελική έγκριση συντάσσεται και υπογράφεται σχετική σύμβαση παραχώρησης χρήσηςχρησιδανείου, στην οποία εξειδικεύονται οι ειδικότεροι όροι και συμφωνίες. Όσα βαρύνουν το ακίνητο, ιδίως οι πάσης φύσεως φόροι, δαπάνες και τέλη, καταβάλλονται αποκλειστικά από τον χρησάμενο.
Άρθρο 26
Διαχείριση της κινητής περιουσίας των Ενοριών
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο διαχειρίζεται την κινητή και άυλη περιουσία των Ενοριών. Αυτή συνίσταται στα παρακάτω:
- α) χρήματα,
- β) μετοχές, αξιόγραφα, λοιποί ονομαστικοί ή ανώνυμοι
τίτλοι και άυλες αξίες,
- γ) κινητά αντικείμενα, ιδίως τιμαλφή αφιερώματα, πίνακες ζωγραφικής και έπιπλα.
Η διαφύλαξη των ως άνω κινητών αξιών πραγματοποιείται με τη σύσταση παρακαταθήκης σε τραπεζικούς λογαριασμούς (τα χρήματα) ή σε τραπεζικές θυρίδες (τα τιμαλφή), οι οποίοι ανοίγονται μόνον επ’ ονόματι του νομικού προσώπου της Ενορίας κατόπιν απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισής της από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Ο χρόνος και ο τρόπος αξιοποίησής τους αποφασίζεται εκάστοτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, η απόφαση του οποίου εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Η αγορά ακινήτου για τις ανάγκες Ενορίας πραγματοποιείται κατά κανόνα με τη διενέργεια δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού με δημοπρασία. Για κάθε αγορά αξίας μεγαλύτερης των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ απαιτείται και έγκριση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Προκειμένου να οριστεί η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού προηγείται εκτίμηση της αξίας του προς αγορά κατάλληλου ακινήτου είτε από πιστοποιημένο εκτιμητή είτε από τριμελή επιτροπή ειδικών, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η εκτίμηση της αξίας του ακινήτου δεν πρέπει να απέχει από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού χρονικό διάστημα άνω του έτους.
Οι όροι του διαγωνισμού συντάσσονται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Δημοσίευση της περίληψης των όρων αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα αυτής, καθώς και σε μία (1) ημερήσια εφημερίδα της τοποθεσίας του ακινήτου τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:
- α) Προϋπόθεση συμμετοχής στον διαγωνισμό είναι η
κατάθεση ως εγγύησης συμμετοχής χρηματικού ποσού ίσου με το ένα εικοστό (1/20) της τιμής πρώτης προσφοράς.
- β) Στον διαγωνισμό δεν δύνανται να συμμετάσχουν
οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών, και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.
- γ) Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του σχετικού συμβολαίου και μεταγραφής του βαρύνουν τον τελευταίο
μειοδότη.
Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια στα γραφεία της Ενορίας, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Οι ενδιαφερόμενοι, αφού καταβάλουν τη σχετική εγγύηση συμμετοχής, υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα, μεταξύ των οποίων και βεβαίωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό, αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Για τη συμμετοχή προσώπου για λογαριασμό άλλου απαιτείται δήλωση προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, με ταυτόχρονη κατάθεση σχετικής εξουσιοδότησης πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι το πρόσωπο αυτό συμμετέχει για τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα του μειοδοτικού διαγωνισμού κατακυρώνεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο υπέρ του προσώπου που προσφέρει το μικρότερο τίμημα και έχει υποβάλει τα οριζόμενα στη διακήρυξη δικαιολογητικά. Μετά το πέρας του διαγωνισμού σε όλους τους συμμετέχοντες, πλην του τελευταίου μειοδότη, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής.
Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον τελευταίο μειοδότη. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Στη συνέχεια, το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού, με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις, αποστέλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο προς έγκριση. Εφόσον η ένσταση γίνει δεκτή από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον τελευταίο μειοδότη και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον ο διαγωνισμός εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο τελευταίος μειοδότης να υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας εντός τριάντα (30) ημερών. Εάν αυτός δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας, κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας.
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού αγορά ακινήτων από το Ελληνικό Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α., τα Ν.Π.Δ.Δ., τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και άλλα Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία εκπληρώνουν κοινωφελείς σκοπούς. Επιπλέον, είναι επιτρεπτή η άνευ διαγωνισμού αγορά από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όταν δεν είναι δυνατόν ή συμφέρον να γίνει διαγωνισμός. Τούτο συντρέχει, ενδεικτικά, στη συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου και στη λύση της κοινωνίας δικαιώματος κατ’ ιδανικά μέρη, στην περίπτωση που το ακίνητο είναι κατάλληλο για τις ανάγκες και τους σκοπούς της Ενορίας. Η ως άνω απευθείας αγορά γίνεται κατόπιν έκθεσης τουλάχιστον ενός (1) πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων, αιτιολογημένης αποφάσεως του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, εγκρίσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, και τελικής έγκρισης του Οικουμενικό Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι της αγοράς και ο τρόπος καταβολής του τιμήματος. Στις παραπάνω περιπτώσεις το ζητούμενο τίμημα δεν δύναται να είναι ανώτερο της προσδιοριζόμενης αγοραίας αξίας από τον πιστοποιημένο εκτιμητή ή της αξίας του ακινήτου βάσει συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού. Με την ίδια διαδικασία επιτρέπεται και η απευθείας αγορά ήδη διακατεχόμενων ακινήτων των Ενοριών, για τα οποία δεν πληρούνται προϋποθέσεις χρησικτησίας, εφόσον δημιουργήθηκαν νομικές και πραγματικές καταστάσεις που εξυπηρετούν σοβαρές εκκλησιαστικές ανάγκες.
Άρθρο 28
Έργα, προμήθειες και υπηρεσίες των Ενοριών της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου
Η εκτέλεση έργου, προμήθειας και υπηρεσίας υπέρ της Ενορίας για ποσόν άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ πραγματοποιείται κατόπιν διενέργειας δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού. Εφόσον αντικείμενο του διαγωνισμού είναι η εκτέλεση έργων, αυτός διενεργείται κατόπιν τεχνικής μελέτης ή προμελέτης ή τεχνικής Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και η σχετική απόφαση εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Εφόσον αντικείμενο του διαγωνισμού είναι οι πάσης φύσεως προμήθειες και υπηρεσίες, αυτός διενεργείται κατόπιν διακήρυξης που συντάσσεται και αποφασίζεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Περίληψη της διακήρυξης αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Ενορίας και στην ιστοσελίδα της, στον πίνακα ανακοινώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου και στην ιστοσελίδα της και δημοσιεύεται σε μία ημερήσια τοπική εφημερίδα τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. Απαγορευμένων των τεχνητών κατατμήσεων του αντικειμένου των συμβάσεων, οι απευθείας αναθέσεις έργου, προμήθειας και υπηρεσίας κάτω των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ διενεργούνται μόνο κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκρισης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
Ο διαγωνισμός πρέπει να περιλαμβάνει απαραίτητα τους ακόλουθους όρους:
- α) Για να συμμετέχει κάποιος στον διαγωνισμό, πρέπει
να καταθέσει τις εγγυήσεις που προβλέπει η διακήρυξη.
- β) Στον διαγωνισμό δεν δύνανται να συμμετέχουν
οφειλέτες του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ιερών Ναών, των Ιερών Μονών, και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων εν γένει.
- γ) Τα έξοδα της διακήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και της σύνταξης του σχετικού συμφωνητικού βαρύνουν το πρόσωπο υπέρ του οποίου θα
κατακυρωθεί ο διαγωνισμός.
Ο διαγωνισμός διεξάγεται δημόσια, κατά τον τρόπο και τη διαδικασία που ορίζεται στην διακήρυξη, ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή επιτροπής που αυτό ορίζει. Οι ενδιαφερόμενοι καταθέτουν την οριζόμενη στη διακήρυξη εγγύηση συμμετοχής και υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή συνέπεια για τον Ιερό Ενοριακό Ναό αν δεν εγκριθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είτε από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο είτε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, καθώς επίσης ότι έλαβαν γνώση των όρων του διαγωνισμού, τους οποίους αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα και ότι θα καταθέσουν όλα τα λοιπά δικαιολογητικά που απαιτούνται. Εάν κάποιος συμμετέχει για λογαριασμό άλλου, πρέπει να δηλώσει τούτο προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ή την επιτροπή, καταθέτοντας ταυτόχρονα τη σχετική εξουσιοδότηση πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας, άλλως θεωρείται ότι συμμετέχει για τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού κατακυρώνεται από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο υπέρ του προσώπου που καταθέτει την πλέον συμφέρουσα προσφορά, σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού και έχει υποβάλει τα οριζόμενα στη διακήρυξη δικαιολογητικά. Μετά την υπογραφή του πρακτικού κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού, κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο, επιστρέφεται στο ακέραιο η εγγύηση συμμετοχής σε όλους του συμμετέχοντες πλην του προσώπου, υπέρ του οποίου κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού.
Το πρακτικό κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπογράφεται από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και τον ανάδοχο ή νόμιμα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. Ένσταση για παραβίαση των όρων της διακήρυξης του διαγωνισμού δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου όποιος έχει έννομο συμφέρον και δεν έχει λάβει την εγγυητική επιστολή του, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εν συνεχεία, το πρακτικό κατακύρωσης, μαζί με τις τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις και την έκθεση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, αποστέλλεται στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο προς έγκριση. Εφόσον η ένσταση γίνει δεκτή από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, ο διαγωνισμός ακυρώνεται, επιστρέφεται η εγγύηση συμμετοχής στον ανάδοχο και ορίζεται νέα ημερομηνία διεξαγωγής του διαγωνισμού. Εφόσον ο διαγωνισμός εγκριθεί, καλείται εγγράφως ο ανάδοχος να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Εάν αυτός δεν προσέλθει εντός της ως άνω προθεσμίας κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής καταπίπτει υπέρ της Ενορίας. Εάν ο ανάδοχος προσέλθει, προκειμένου να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό, η εγγύηση συμμετοχής πρέπει να αντικατασταθεί με την εγγύηση καλής εκτέλεσης, όπως προβλέπεται στους όρους της διακήρυξης.
Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου δεν αφορούν περιπτώσεις διαχειριστικών πράξεων, για τις οποίες οι Ενορίες επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, για τις οποίες εφαρμοστέες είναι οι ισχύουσες διατάξεις για τις κρατικές ή δημόσιες συμβάσεις του ν. 4412/2016 (Α’ 147), αλλά θεσπίζονται μόνο για έργα, υπηρεσίες και προμήθειες που δεν υπάγονται σε αυτές.
Άρθρο 29
Δανειοδότηση της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου, των Ενοριών και Μονών από τραπεζικούς οργανισμούς
Για την έγκριση λήψης δανείου υπέρ της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου απαιτείται απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου (κατά το άρθρο 5 παρ. 5 περ. ιδ), κατόπιν οικονομοτεχνικής έκθεσης υπογεγραμμένης από έναν τουλάχιστον οικονομολόγο, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Η απόφαση τεκμηριώνει κατά πλήρη αιτιολόγηση την αναγκαιότητα λήψης του δανείου, τη δυνατότητα ανταπόκρισης στα τοκοχρεολύσια, τη λήψη προσφορών από τρεις τουλάχιστον τράπεζες και την πλέον συμφέρουσα εξ αυτών και εγκρίνεται από τονΟικουμενικό Πατριάρχη και την περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Για την έγκριση λήψης δανείου υπέρ Ενοριών και Ιερών Μονών απαιτείται απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ή Ηγουμενοσυμβουλίου ή Μοναστηριακής Επιτροπής, κατόπιν οικονομοτεχνικής έκθεσης υπογεγραμμένης από έναν τουλάχιστον οικονομολόγο, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. τρεις τουλάχιστον τράπεζες και την πλέον συμφέρουσα εξ αυτών και εγκρίνεται από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή υποθήκης σε ακίνητα που εξυπηρετούν θρησκευτικούς σκοπούς, ούτε η παροχή εγγύησης εκ μέρους της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου ή άλλου Ιερού Ναού, ή Ιεράς Μονής αυτής.
Άρθρο 30
Ερανικές επιτροπές
Επιτρέπεται η σύσταση ερανικών επιτροπών για τη διενέργεια εράνων εντός της περιφέρειας της Ιεράς Μητροπόλεως Κώου και Νισύρου με σκοπό την ανέγερση, αποπεράτωση, αγιογράφηση, επισκευή των Ιερών Ναών ή την ενίσχυση του κοινωνικού και ποιμαντικού έργου τους, μετά από απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκριση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Στη σχετική απόφαση πρέπει να μνημονεύεται ο σκοπός της διεξαγωγής του εράνου, ο τόπος και χρόνος διεξαγωγής του και τα ονόματα των μελών της ερανικής επιτροπής.
Για τη διενέργεια εράνου και εκτός της περιφέρειας της Ιεράς Μητροπόλεως απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη, στην Εκκλησιαστική Επαρχία του οποίου θα διεξαχθεί ο έρανος, καθώς και η σχετική έγκριση των αρμόδιων κρατικών αρχών.
Η ερανική επιτροπή, μετά την κατά τα ως άνω σύστασή της, συγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον ταμία αυτής. Πρόεδρός της τίθεται αυτοδικαίως ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Με απόφαση της ερανικής επιτροπής ορίζονται οι ομάδες που διενεργούν τον έρανο.
Η ερανική επιτροπή οφείλει να εφοδιάζει τις ομάδες του εράνου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, προκειμένου να αποδεικνύεται η νομιμότητα του εράνου κατά τους ελέγχους των αρχών.
Η ερανική επιτροπή διεξάγει τον έρανο με διάθεση προτυπωμένων δελτίων εισφορών συγκεκριμένης αξίας, τα οποία αριθμούνται και σφραγίζονται από την Ιερά Μητρόπολη.
Η ερανική επιτροπή υποχρεούται:
- α) Να μη διαθέτει αυτοβούλως το προϊόν του εράνου,
ούτε και να προβαίνει σε κανένα εκκλησιαστικό έργο, αλλά να καταθέτει τούτο αμελλητί στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η Ενορία.
- β) Να ενημερώσει εγγράφως το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, εντός μηνός από το πέρας του εράνου, για το
αποτέλεσμα αυτού και για το συνολικό χρηματικό ποσό που συγκεντρώθηκε. Επίσης, να καταθέσει στην Ιερά Μητρόπολη, εντός της ιδίας προθεσμίας, τα αδιάθετα αριθμημένα και σφραγισμένα δελτία εισφορών.
Το αποτέλεσμα του εράνου εγγράφεται σε ειδικό πεδίο του απολογισμού της Ενορίας.
Άρθρο 31
Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος. Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2025 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ Καποδιστρίου 34, 104 32 Αθήνα