Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 181/2010
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 181 12 Οκτωβρίου 2010
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 104
Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του κοινοτικού σιδηροδρομικού συστήματος (EE L 191/1 της 18.7.2008), και της Οδηγίας 2009/131/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2009, περί τροποποιήσεως του παραρτήματος VII της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ (EE L 273/12 της 17.10.2009).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις
- α) του άρθρου 3 του Ν. 1338/1983 (Α΄ 34), όπως αυτό
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 1892/1990 (Α΄ 101) και του άρθρου 4 του Ν. 1338/1983, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 1440/1984 (Α΄ 70) και τροποποιήθηκε, διαδοχικά, με τα άρθρα 7 του Ν. 1775/1988 (Α΄ 101), 31 του Ν. 2076/1992 (Α΄ 130), 19 του Ν. 2367/1995 (Α΄ 261), 22 του Ν. 2789/2000 (Α΄ 21) και 48 του Ν. 3427/2005 (Α΄ 312)·
- β) του άρθρου δευτέρου του Ν. 3671/2008 «Κύρωση της
Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς πράξεις» (Α΄ 129)·
- γ) του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την
Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.Δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για τη Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (Α΄ 98).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Την αριθ. 191/2010 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθώς και του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, αποφασίζουμε:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Σκοπός και πεδίο εφαρμογής (άρθρο 1 της Οδηγίας)
Σκοπός του παρόντος διατάγματος είναι η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του κοινοτικού σιδηροδρομικού συστήματος (EE L 191/1 της 18.7.2008), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2009/131/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2009, περί τροποποιήσεως του παραρτήματος VII της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ (EE L 273/12 της 17.10.2009), και συμπληρώνεται με την απόφαση 2009/965/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί του εγγράφου αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 4 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του κοινοτικού σιδηροδρομικού συστήματος (EE L 341/1 της 22.12.2009) και την απόφαση 2007/756/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2007, σχετικά με τη θέσπιση κοινής προδιαγραφής για το εθνικό μητρώο οχημάτων (EE L 305/30 της 23.11.2007). Ειδικότερα, το παρόν διάταγμα έχει ως στόχο τον καθορισμό των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος, κατά τρόπο συμβατό προς τις διατάξεις του Π.Δ. 160/2007 (Α΄ 201) όπως αυτό ισχύει. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν τη μελέτη, την κατασκευή, τη θέση σε λειτουργία, την αναβάθμιση, την ανακαίνιση, την επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση των τμημάτων του συστήματος αυτού, καθώς και τα επαγγελματικά προσόντα και τους όρους υγείας και ασφαλείας του προσωπικού που συμμετέχει στην επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση του συστήματος.
Η επιδίωξη του στόχου αυτού πρέπει να οδηγήσει στον καθορισμό βέλτιστου επιπέδου τεχνικής εναρμόνισης και:
- α) να διευκολύνει, να βελτιώσει και να αναπτύξει τις
διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορικές υπηρεσίες στο 4099
- β) να συντελέσει στη σταδιακή υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς τεχνικού εξοπλισμού και υπηρεσιών κατασκευής, ανακαίνισης, αναβάθμισης και λειτουργίας του
σιδηροδρομικού συστήματος εντός της Κοινότητας·
- γ) να συντελέσει στη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος εντός της Κοινότητας.
Εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος:
- α) οι μητροπολιτικοί σιδηρόδρομοι (μετρό) για τα
υποσυστήματα τους εκτός της εθνικής σιδηροδρομικής υποδομής, τα τραμ και τα υπόλοιπα ελαφρά σιδηροδρομικά συστήματα·
- β) τα δίκτυα τα οποία είναι λειτουργικώς χωριστά
από τα υπόλοιπα σιδηροδρομικά συστήματα και προορίζονται μόνο για τη λειτουργία τοπικών, αστικών ή προαστιακών υπηρεσιών μεταφοράς επιβατών, καθώς και τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις με δραστηριότητες μόνο στα δίκτυα αυτά·
- γ) η ιδιωτική σιδηροδρομική υποδομή και τα σιδηροδρομικά οχήματα τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε αυτήν, που υπάρχουν για να χρησιμοποιούνται
αποκλειστικά από τον κύριο της υποδομής για τις δικές του μεταφορές φορτίου·
- δ) οι υποδομές και τα οχήματα που προορίζονται
αποκλειστικά και μόνον για τοπική, ιστορική ή τουριστική χρήση.
Το πεδίο εφαρμογής των Τεχνικών Προδιαγραφών Διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ) επεκτείνεται σταδιακά σύμφωνα με το άρθρο 8, ώστε να καλύψει ολόκληρο το σιδηροδρομικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της σιδηροδρομικής πρόσβασης στους τερματικούς σταθμούς και τις κύριες εγκαταστάσεις λιμένων που εξυπηρετούν, πραγματικά ή δυνητικά, περισσότερους από έναν χρήστες, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων του άρθρου 9 από την εφαρμογή των ΤΠΔ.
Άρθρο 2
Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας) Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος νοούνται ως:
- α) «αναβάθμιση»: σοβαρές εργασίες μετατροπής ενός
υποσυστήματος ή τμήματος ενός υποσυστήματος οι οποίες βελτιώνουν τις συνολικές επιδόσεις του υποσυστήματος·
- β) «αναθέτων φορέας»: κάθε φορέας, δημόσιος ή ιδιωτικός, που παραγγέλλει τη μελέτη ή/και την κατασκευή
ή την ανακαίνιση ή την αναβάθμιση υποσυστήματος. Αυτός ο φορέας μπορεί να είναι σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστής υποδομής ή κάτοχος, ή ο εργολάβος που είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση του έργου·
- γ) «ανακαίνιση»: σοβαρές εργασίες υποκατάστασης
ενός υποσυστήματος ή τμήματος ενός υποσυστήματος οι οποίες δεν τροποποιούν τις συνολικές επιδόσεις του υποσυστήματος·
- δ) «αντικατάσταση στο πλαίσιο συντήρησης»: αντικατάσταση στοιχείων από άλλα με την ίδια λειτουργία
και τις ίδιες επιδόσεις στο πλαίσιο προληπτικής ή διορθωτικής συντήρησης·
- ε) «βασικές απαιτήσεις»: το σύνολο των προϋποθέσεων
που περιγράφονται στο άρθρο 37 παράρτημα III στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται το σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματα και τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, συμπεριλαμβανομένων των διεπαφών·
- στ) «διαλειτουργικότητα»: η ικανότητα του σιδηροδρομικού συστήματος να επιτρέπει την ασφαλή και συνεχή κυκλοφορία αμαξοστοιχιών με την επίτευξη των
απαιτούμενων επιδόσεων στις συγκεκριμένες γραμμές. Η ικανότητα αυτή εξαρτάται από το σύνολο των κανονιστικών, τεχνικών και επιχειρησιακών προϋποθέσεων που πρέπει να τηρούνται προκειμένου να πληρούνται οι βασικές απαιτήσεις·
- ζ) «διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα»: τα διευρωπαϊκά συστήματα, συμβατικά ή υψηλών ταχυτήτων,
όπως ορίζονται στο άρθρο 37 παράρτημα Ι, παράγραφοι 1 και 2 αντιστοίχως·
- η) «δίκτυο»: οι γραμμές, οι σταθμοί, τα τερματικά και
κάθε είδους σταθερός εξοπλισμός που απαιτείται για τη διασφάλιση της ασφαλούς και συνεχούς λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος·
- θ) «εθνική αρχή για την ασφάλεια»: το «Τμήμα Ασφάλειας Σιδηροδρόμων» που προβλέπεται στην παράγραφο 1
του άρθρου 15 του Π.Δ. 160/2007, εφεξής η «Αρχή»·
- ι) «εθνική σιδηροδρομική υποδομή»: όπως ορίζεται στο
άρθρο 2 του Π.Δ. 41/2005 (Α΄ 60)·
- ια) «ειδική περίπτωση»: κάθε μέρος του σιδηροδρομικού
συστήματος για το οποίο στις ΤΠΔ χρειάζονται ειδικές, προσωρινές ή οριστικές, διατάξεις εξαιτίας περιορισμών γεωγραφικών, τοπογραφικών, αστικού περιβάλλοντος ή συνοχής με το υπάρχον σύστημα. Σ’ αυτό μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι σιδηροδρομικές γραμμές και τα δίκτυα που είναι αποκομμένα από το δίκτυο της υπόλοιπης Κοινότητας, το περιτύπωμα, το εύρος τροχιάς ή η απόσταση μεταξύ των αξόνων των τροχιών, τα οχήματα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για τοπική, περιφερειακή ή ιστορική χρήση, και τα οχήματα τα προερχόμενα από τρίτες χώρες·
- ιβ) «εναρμονισμένο πρότυπο»: κάθε ευρωπαϊκό πρότυπο το οποίο έχει εκδώσει κάποιος από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης που μνημονεύονται
στο άρθρο 12, παράρτημα I, του Π.Δ. 39/2001 (Α΄ 28) με το οποίο εναρμονίστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (EE L 204/37 της 21.7.1998) στο πλαίσιο εντολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έχει εκδοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 παράγραφος 3 της ανωτέρω οδηγίας και το οποίο, μόνο ή σε συνδυασμό με άλλα πρότυπα αποτελεί λύση για την τήρηση νομοθετικής διάταξης·
- ιγ) «επιτροπή του άρθρου 29»: η επιτροπή που έχει
συσταθεί με το άρθρο 21 της Οδηγίας 96/48/ΕΚ (EE L 235/6 της 17.9.1996) για να επικουρεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή·
- ιδ) «έργο σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης»: κάθε
έργο του οποίου η φάση προγραμματισμού/κατασκευής βρίσκεται σε τέτοιο στάδιο που θα ήταν απαράδεκτη η χρηματοδοτικό, κοινωνικό ή περιβαλλοντικό, και πρέπει να αιτιολογείται δεόντως·
- ιε) «ευρωπαϊκή προδιαγραφή»: κοινή τεχνική προδιαγραφή, ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση ή εθνικό πρότυπο με
το οποίο έχει μεταφερθεί κάποιο ευρωπαϊκό πρότυπο, όπως ορίζεται με το άρθρο 60, παράρτημα ΧΧΙ, του Π.Δ. 59/2007 (Α΄ 63) όπως ισχύει.·
- ιστ) «Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων»: ο οργανισμός που ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ.
881/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων (EE L 220/3 της 21.6.2004)·
- ιζ) «θεμελιώδεις παράμετροι»: κάθε κανονιστική, τεχνική
ή επιχειρησιακή προϋπόθεση, κρίσιμη για τη διαλειτουργικότητα, που διευκρινίζεται στην αντίστοιχη ΤΠΔ·
- ιη) «θέση σε λειτουργία»: το σύνολο εργασιών με τις
οποίες ένα υποσύστημα ή ένα όχημα τίθεται στην επιχειρησιακή κατάσταση την προβλεπόμενη από κατασκευής·
- ιθ) «κάτοχος»: το πρόσωπο ή ο φορέας που εκμεταλλεύεται όχημα ως μέσο μεταφοράς, είτε ως ιδιοκτήτης
είτε ως νομέας οχήματος, και που είναι καταχωρισμένο με την ιδιότητα αυτή στο εθνικό μητρώο οχημάτων του άρθρου 30 του παρόντος·
- κ) «κοινοποιημένοι οργανισμοί»: οι οργανισμοί που
είναι επιφορτισμένοι με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας ή τη διεξαγωγή της διαδικασίας επαλήθευσης «CE» των υποσυστημάτων·
- κα) «όχημα»: σιδηροδρομικό όχημα ικανό να κινείται
με δικούς του τροχούς σε σιδηροδρομικές γραμμές, με ή χωρίς έλξη. Το όχημα αποτελείται από ένα ή περισσότερα δομικά και λειτουργικά υποσυστήματα ή μέρη τέτοιων υποσυστημάτων·
- κβ) «σειρά»: σύνολο πανομοιότυπων οχημάτων ενός
τύπου σχεδίασης·
- κγ) «στοιχεία διαλειτουργικότητας»: κάθε απλό συστατικό στοιχείο, ομάδα συστατικών στοιχείων, υποσύνολο
ή πλήρες σύνολο υλικών ενσωματωμένων ή προοριζόμενων να ενσωματωθούν σε υποσύστημα, από το οποίο εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος. Η έννοια του «στοιχείου» καλύπτει στοιχεία υλικά όσο και άυλα, όπως το λογισμικό·
- κδ) «τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας»
(«ΤΠΔ»): προδιαγραφή που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με την Οδηγία 2008/57/ΕΚ και ισχύει για κάθε υποσύστημα ή τμήμα υποσυστήματος προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις και να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος·
- κε) «τύπος»: ο τύπος οχήματος που ορίζει τα βασικά χαρακτηριστικά σχεδίασης του οχήματος τα οποία
καλύπτονται από ενιαίο πιστοποιητικό εξέτασης τύπου που περιγράφεται στην ενότητα Β της απόφασης 768/2008/ΕΚ (ΕΕ L 218/82 της 13.8.2008)·
- κστ) «υπάρχον σιδηροδρομικό σύστημα»: το σύνολο
το οποίο απαρτίζεται από τη σιδηροδρομική υποδομή, συμπεριλαμβανομένων των γραμμών και των μόνιμων εγκαταστάσεων, του υπάρχοντος σιδηροδρομικού δικτύου, και από τα οχήματα κάθε κατηγορίας και προέλευσης που κυκλοφορούν στην υποδομή αυτή·
- κζ) «υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας»: ο υπεύθυνος για τη συντήρηση του οχήματος φορέας που έχει
καταχωρισθεί με την ιδιότητα αυτή στο εθνικό μητρώο οχημάτων.
- κη) «υποσυστήματα»: το αποτέλεσμα της υποδιαίρεσης του σιδηροδρομικού συστήματος κατά το άρθρο
37 παράρτημα II. Τα υποσυστήματα για τα οποία πρέπει να καθορίζονται βασικές απαιτήσεις είναι δομικής ή λειτουργικής φύσεως·
Άρθρο 3
Γενική συνοχή (άρθρο 3 της Οδηγίας)
Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος αφορούν, για κάθε υποσύστημα, τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, τις διεπαφές και τις διαδικασίες, καθώς και τις προϋποθέσεις γενικής συνοχής του σιδηροδρομικού συστήματος που απαιτούνται για την επίτευξη της διαλειτουργικότητάς του.
Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων σχετικών κοινοτικών διατάξεων. Ωστόσο, στην περίπτωση των στοιχείων διαλειτουργικότητας, συμπεριλαμβανομένων των διεπαφών, για την πλήρωση των βασικών απαιτήσεων του παρόντος διατάγματος ενδέχεται να απαιτείται η χρήση ειδικών ευρωπαϊκών προδιαγραφών που θα καταρτιστούν προς το σκοπό αυτό.
Άρθρο 4
Βασικές απαιτήσεις (άρθρο 4 της Οδηγίας)
Το σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματα, τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, συμπεριλαμβανομένων των διεπαφών, πληρούν τις σχετικές με αυτά βασικές απαιτήσεις.
Οι πρόσθετες τεχνικές προδιαγραφές του άρθρου 26 του Π.Δ. 59/2007, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη συμπλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή των άλλων προτύπων που χρησιμοποιούνται στην Κοινότητα δεν πρέπει να αντιβαίνουν στις βασικές απαιτήσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ
Άρθρο 5
Περιεχόμενο των ΤΠΔ (άρθρο 5 της Οδηγίας)
Κάθε υποσύστημα αποτελεί αντικείμενο μιας ΤΠΔ. Εφόσον απαιτείται, ένα υποσύστημα είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο περισσότερων ΤΠΔ, ενώ μια ΤΠΔ είναι δυνατόν να καλύπτει περισσότερα του ενός υποσυστήματα.
Τα υποσυστήματα είναι σύμφωνα προς τις ΤΠΔ που ισχύουν κατά τη στιγμή της θέσης σε λειτουργία, της ανακαίνισης ή της αναβάθμισής τους σύμφωνα με το παρόν διάταγμα. Η εν λόγω συμμόρφωση διατηρείται συνεχώς καθ’ όλη τη χρήση κάθε υποσυστήματος.
- α) καθορίζει το σκοπούμενο πεδίο εφαρμογής (τμήμα
του δικτύου ή οχήματα κατά το άρθρο 37 παράρτημα Ι, υποσύστημα ή μέρος υποσυστήματος κατά το άρθρο 37 παράρτημα II)·
- β) διευκρινίζει τις βασικές απαιτήσεις του σχετικού
υποσυστήματος και των διεπαφών του με άλλα υποσυστήματα·
- γ) καθορίζει τις λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούνται από το υποσύστημα
και τις διεπαφές του με άλλα υποσυστήματα. Εφόσον απαιτείται, οι εν λόγω προδιαγραφές μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τη χρήση του υποσυστήματος, π.χ. ανάλογα με τις κατηγορίες γραμμών, κόμβων ή/και οχημάτων υλικού που προβλέπονται στο άρθρο 37 παράρτημα I·
- δ) προσδιορίζει τα στοιχεία διαλειτουργικότητας και
τις διεπαφές που πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ευρωπαϊκών προδιαγραφών, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών προτύπων, οι οποίες είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος·
- ε) σημειώνει, σε κάθε υπό εξέταση περίπτωση, τις
διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για να αξιολογείται η συμμόρφωση ή η καταλληλότητα χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας αφενός, ή η επαλήθευση «CE» των υποσυστημάτων αφετέρου. Οι εν λόγω διαδικασίες βασίζονται στις ενότητες που ορίζονται στην απόφαση 768/2008/ΕΚ·
- στ) περιγράφει τη στρατηγική εφαρμογής της ΤΠΔ.
Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διευκρινίζονται τα διανυτέα στάδια για την προοδευτική μετάβαση από την υπάρχουσα κατάσταση στην τελική κατάσταση γενικευμένης τήρησης της ΤΠΔ·
- ζ) περιγράφει, για το οικείο προσωπικό, τις προϋποθέσεις από άποψη επαγγελματικών προσόντων και υγείας
και ασφάλειας κατά την εργασία που απαιτούνται για την επιχειρησιακή λειτουργία και τη συντήρηση του υπόψη υποσυστήματος καθώς και για την εφαρμογή της ΤΠΔ.
Κάθε ΤΠΔ καταρτίζεται αφού εξετασθεί το υπάρχον υποσύστημα και παρουσιάζει ένα υποσύστημα στόχο που μπορεί να προκύψει προοδευτικά και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Κατά τον τρόπο αυτό η σταδιακή θέσπιση των ΤΠΔ και η τήρησή τους παρέχουν τη δυνατότητα να επιτευχθεί προοδευτικά η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος.
Οι ΤΠΔ διαφυλάσσουν προσηκόντως τη συνοχή του υπάρχοντος σιδηροδρομικού συστήματος της Χώρας. Για το σκοπό αυτό μπορούν να προβλέπονται για κάθε ΤΠΔ ειδικές περιπτώσεις, τόσο σε θέματα δικτύου όσο και σε θέματα οχημάτων. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στο περιτύπωμα, στο εύρος τροχιάς ή στην απόσταση μεταξύ των αξόνων των τροχιών καθώς και των οχημάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες ή με προορισμό τρίτες χώρες. Για κάθε ειδική περίπτωση οι ΤΠΔ καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των στοιχείων των ΤΠΔ κατά τις περιπτώσεις (γ) έως (ζ) της παραγράφου 3.
Εάν ορισμένες τεχνικές παράμετροι οι οποίες αντιστοιχούν στις βασικές απαιτήσεις δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν ρητώς από ΤΠΔ, τότε αυτές προσδιορίζονται σαφώς σε παράρτημα της ΤΠΔ ως ανοικτά σημεία. Για τα ζητήματα αυτά εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 17.
Οι ΤΠΔ δεν παρεμποδίζουν τις αποφάσεις του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων σχετικά με τη χρήση των υποδομών για την κυκλοφορία οχημάτων μη διεπομένων από τις ΤΠΔ.
Στις ΤΠΔ είναι δυνατόν να γίνεται ρητή, σαφώς προσδιορισμένη παραπομπή σε ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα ή προδιαγραφές ή τεχνικά έγγραφα δημοσιευόμενα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για την υλοποίηση του στόχου της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ προς την οποία η ελληνική νομοθεσία εναρμονίζεται με το παρόν διάταγμα. Στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω πρότυπα ή προδιαγραφές (ή τα σχετικά αποσπάσματά τους) ή τεχνικά έγγραφα θεωρούνται παραρτήματα της οικείας ΤΠΔ και η εφαρμογή τους καθίσταται υποχρεωτική από τη στιγμή που τίθεται σε ισχύ η ΤΠΔ. Εάν δεν υπάρχουν τέτοια πρότυπα ή προδιαγραφές ή τεχνικά έγγραφα και εν αναμονή της κατάρτισής τους, είναι δυνατόν να γίνεται παραπομπή σε άλλα σαφώς καθορισμένα κανονιστικά έγγραφα. Στην περίπτωση αυτή, τα έγγραφα είναι ευκόλως προσιτά και κοινής χρήσεως.
Άρθρο 6
Θέσπιση, αναθεώρηση και δημοσίευση των ΤΠΔ (άρθρο 6 της Οδηγίας)
Η θέσπιση, αναθεώρηση και δημοσίευση των ΤΠΔ γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ.
Τα σχέδια ΤΠΔ και τα επακόλουθα σχέδια τροποποιήσεων τους συντάσσονται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων κατόπιν εντολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τα σχέδια των ΤΠΔ υποβάλλονται στην «επιτροπή του άρθρου 29», στην οποία εκπροσωπείται η Χώρα μας από το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Στο σχέδιο κάθε ΤΠΔ επισυνάπτεται έκθεση για τη συνολική εκτίμηση του αναμενόμενου κόστους και οφέλους της εφαρμογής της ΤΠΔ. Tο Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθούν στην ανωτέρω έκθεση εναλλακτικές λύσεις που πρέπει να εξετασθούν.
Κατά την κατάρτιση, την έκδοση και την αναθεώρηση κάθε ΤΠΔ (συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών παραμέτρων) λαμβάνονται υπόψη το αναμενόμενο κόστος και όφελος όλων των εξεταζόμενων τεχνικών λύσεων καθώς και οι μεταξύ τους διεπαφές, προκειμένου να καθορισθούν και να υλοποιηθούν οι προσφορότερες λύσεις. Η «επιτροπή του άρθρου 29», τηρείται τακτικά ενήμερη για τις εργασίες κατάρτισης των ΤΠΔ. To Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων συμμετέχει στην εκτίμηση αυτή παρέχοντας τα αναγκαία δεδομένα. Προς τούτο ο διαχειριστής σιδηροδρομικής υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις παρέχουν στην Αρχή όλα τα σχετικά στοιχεία.
Ο κατάλογος των ενώσεων και οργανισμών των οποίων πρέπει να ζητείται η γνώμη καταρτίζεται από προσαρμόζεται στα πρόσφατα δεδομένα κατόπιν αιτήσεως του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μετά από εισήγηση της Αρχής.
Αν η αναθεώρηση ΤΠΔ οδηγήσει σε τροποποίηση των απαιτήσεων, η νέα εκδοχή των ΤΠΔ πρέπει να εξασφαλίζει συμβατότητα με υποσυστήματα που έχουν ήδη τεθεί σε χρήση σύμφωνα με προηγούμενες εκδοχές των ΤΠΔ. Εφόσον απαιτείται νέα έγκριση ή ανακαίνιση ή αναβάθμιση των συγκεκριμένων υποσυστημάτων για πλήρως τεκμηριωμένους λόγους ασφάλειας ή διαλειτουργικότητας, οι σχετικές προθεσμίες πρέπει να καθορίζονται είτε με τις ΤΠΔ είτε, αν είναι σκόπιμο, από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μετά από εισήγηση της Αρχής.
Άρθρο 7
Ελλείψεις των ΤΠΔ (άρθρο 7 της Οδηγίας) Αν, μετά από έγκριση ΤΠΔ, κριθεί ότι αυτές δεν ικανοποιούν πλήρως τις βασικές απαιτήσεις το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, μετά από εισήγηση της Αρχής, υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικό αίτημα.
Άρθρο 8
Επέκταση του πεδίου εφαρμογής των ΤΠΔ (άρθρο 8 της Οδηγίας)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει μία ή περισσότερες νέες ΤΠΔ ή/και την αναθεώρηση των ΤΠΔ που έχουν ήδη εκδοθεί, προκειμένου να καλυφθούν οι γραμμές και τα οχήματα που δεν καλύπτονται ακόμη.
Μέχρις ότου επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής των ΤΠΔ ώστε να καλύπτουν το σύνολο του σιδηροδρομικού συστήματος:
- α) εγκρίσεις για τη θέση σε λειτουργία:
- αα) οχημάτων, εποχούμενων υποσυστημάτων ελέγχου−χειρισμού και σηματοδότησης που πρόκειται να
χρησιμοποιηθούν τουλάχιστον εν μέρει στο τμήμα του δικτύου το οποίο δεν εμπίπτει ακόμη στο πεδίο εφαρμογής των ΤΠΔ, για το συγκεκριμένο μέρος του δικτύου,
- ββ) υποσυστημάτων υποδομής, ενέργειας και ελέγχουχειρισμού και σηματοδότησης επί των γραμμών στα
μέρη του δικτύου που δεν εμπίπτουν ακόμη στο πεδίο εφαρμογής των ΤΠΔ, χορηγούνται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 8 του Π.Δ. 160/2007 ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος·
- β) εγκρίσεις για τη θέση σε λειτουργία οχημάτων που
πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ενίοτε στο μέρος του δικτύου που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ΤΠΔ, για αυτό το μέρος του δικτύου, χορηγούνται σύμφωνα με τα άρθρα 21 έως 27 και τους εθνικούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 8 του Π.Δ. 160/2007, ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος.
Η εφαρμογή των νέων ή αναθεωρημένων ΤΠΔ δεν είναι υποχρεωτική στην περίπτωση έργων που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο υλοποίησης ή που υπόκεινται σε σύμβαση υπό εκτέλεση κατά το χρόνο δημοσίευσης της σχετικής δέσμης ΤΠΔ.
Άρθρο 9
Παρεκκλίσεις (άρθρο 9 της Οδηγίας)
Όταν δεν υπάρχουν σχετικές ειδικές περιπτώσεις, δεν είναι υποχρεωτική η εφαρμογή μιας ή περισσοτέρων ΤΠΔ σύμφωνα με το παρόν άρθρο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) για έργο νέου υποσυστήματος, ανακαίνισης ή
αναβάθμισης υφισταμένου υποσυστήματος ή για κάθε στοιχείο κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1, που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης ή αποτελεί αντικείμενο υπό εκτέλεση σύμβασης κατά τη δημοσίευση των εν λόγω ΤΠΔ·
- β) για έργο ανακαίνισης ή αναβάθμισης υφισταμένου
υποσυστήματος, όταν το περιτύπωμα, το εύρος τροχιάς ή η απόσταση μεταξύ των αξόνων των τροχιών, ή η τάση της ηλεκτρικής τροφοδότησης που προβλέπονται στις εν λόγω ΤΠΔ είναι ασύμβατα με εκείνα του υφισταμένου υποσυστήματος·
- γ) για έργο νέου υποσυστήματος ή για έργο ανακαίνισης ή αναβάθμισης υφισταμένου υποσυστήματος, όταν
το σιδηροδρομικό του δίκτυο είναι περίκλειστο ή αποκομμένο λόγω ιδιαίτερων γεωγραφικών συνθηκών από το σιδηροδρομικό δίκτυο της υπόλοιπης Κοινότητας·
- δ) για κάθε έργο ανακαίνισης, επέκτασης ή αναβάθμισης υφισταμένου υποσυστήματος, όταν η εφαρμογή
των εν λόγω ΤΠΔ διακυβεύει την οικονομική βιωσιμότητα του έργου ή/και τη συνοχή του σιδηροδρομικού συστήματος της Χώρας·
- ε) όταν, μετά από ατύχημα ή φυσική καταστροφή, οι
προϋποθέσεις ταχείας αποκατάστασης του δικτύου δεν επιτρέπουν τεχνικώς ή οικονομικώς τη μερική ή ολική εφαρμογή των αντίστοιχων ΤΠΔ·
- στ) για οχήματα προερχόμενα από τρίτη χώρα ή με
προορισμό τρίτη χώρα όπου το εύρος τροχιάς είναι διαφορετικό από εκείνο του κύριου σιδηροδρομικού δικτύου εντός της Κοινότητας.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, μετά από εισήγηση της Αρχής, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή φάκελο με τον οποίο κατατίθενται τα στοιχεία που αναφέρονται άρθρο 37 παράρτημα IX.
Στην περίπτωση (α) της παραγράφου 1, εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος κάθε ΤΠΔ, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάλογο έργων στην Χώρα μας τα οποία ευρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης.
Στις περιπτώσεις (α), (γ) και (ε) της παραγράφου 1, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελέγχει τη συμβατότητα του φακέλου και ενημερώνει τη Χώρα μας σχετικά με τα αποτελέσματα της ανάλυσής της. Εφόσον απαιτείται, καταρτίζεται σύσταση σχετικά με τις προδιαγραφές που πρέπει να εφαρμοσθούν. Η Χώρα μας μπορεί να εφαρμόζει αμελλητί τις εναλλακτικές διατάξεις που προβλέπει το άρθρο 37 παράρτημα IX.
Στις περιπτώσεις (β), (δ) και (στ) της παραγράφου 1, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίζει αν η αίτηση παρέκκλισης γίνεται δεκτή. Πάντως, στην περίπτωση (β), τροπή αποφασίζει εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης συνοδευόμενης από τον πλήρη φάκελο. Ελλείψει τέτοιας αποφάσεως, κρίνεται ότι έχει εγκριθεί η αίτηση. Εν αναμονή της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην περίπτωση (στ) της παραγράφου 1, μπορεί να εφαρμόζονται οι εναλλακτικές διατάξεις που προβλέπει το άρθρο 37 παράρτημα IX.
Ο διαχειριστής υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην Αρχή όλα τα στοιχεία που αφορούν τις περιπτώσεις της παραγράφου 1.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ
Άρθρο 10
Διάθεση στοιχείων διαλειτουργικότητας στην αγορά (άρθρο 10 της Οδηγίας)
Τα στοιχεία διαλειτουργικότητας επιτρέπεται:
- α) να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον επιτρέπουν την επίτευξη της διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος, τηρουμένων των βασικών
απαιτήσεων·
- β) να χρησιμοποιούνται στον τομέα χρήσης τους σύμφωνα με τον προορισμό τους και να εγκαθίστανται και
να συντηρούνται δεόντως. Οι διατάξεις αυτές δεν αποτελούν κώλυμα για τη θέση στην αγορά αυτών των στοιχείων για άλλες εφαρμογές.
Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε απαγόρευση, περιορισμός, ή παρεμπόδιση της διάθεσης στην αγορά στοιχείων διαλειτουργικότητας προοριζομένων να χρησιμοποιηθούν στο σιδηροδρομικό σύστημα, εφόσον αυτά πληρούν τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Ειδικότερα, δεν μπορεί να απαιτείται η διενέργεια ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη δήλωση συμμόρφωσης «CE» ή καταλληλότητας χρήσης, της οποίας τα στοιχεία παρατίθενται στο άρθρο 37 παράρτημα IV.
Άρθρο 11
Συμμόρφωση ή καταλληλότητα χρήσης (άρθρο 11 της Οδηγίας)
Τα στοιχεία διαλειτουργικότητας που συνοδεύονται από δήλωση συμμόρφωσης «CE» ή καταλληλότητας χρήσης θεωρούνται ότι πληρούν τις βασικές απαιτήσεις του παρόντος διατάγματος.
Κάθε στοιχείο διαλειτουργικότητας υποβάλλεται στη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και της καταλληλότητας χρήσης που εμφαίνεται στην αντίστοιχη ΤΠΔ και συνοδεύεται από τη σχετική δήλωση.
Κάποιο στοιχείο διαλειτουργικότητας θεωρείται ότι πληροί τις βασικές απαιτήσεις εφόσον συμμορφώνεται προς τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις αντίστοιχες ΤΠΔ ή προς τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές που έχουν συνταχθεί για τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω προϋποθέσεις.
Ανταλλακτικά για υποσυστήματα που έχουν ήδη τεθεί σε χρήση κατά την έναρξη ισχύος των αντίστοιχων ΤΠΔ μπορούν να εγκαθίστανται στα υποσυστήματα αυτά χωρίς να χρειάζεται να υποβληθούν στη διαδικασία της παραγράφου 2.
Οι ΤΠΔ μπορεί να προβλέπουν μεταβατική περίοδο για τα προϊόντα σιδηροδρόμων τα οποία οι ΤΠΔ προσδιορίζουν ως στοιχεία διαλειτουργικότητας και έχουν ήδη τοποθετηθεί στην αγορά όταν αυτές αρχίζουν να ισχύουν. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10.
Άρθρο 12
Μη συμμόρφωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών προς τις βασικές απαιτήσεις (άρθρο 12 της Οδηγίας) Όταν το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κρίνει, μετά από εισήγηση της Αρχής, ότι ευρωπαϊκές προδιαγραφές οι οποίες χρησιμοποιούνται άμεσα ή έμμεσα για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος δεν πληρούν τις βασικές απαιτήσεις απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη θέσπιση του πλέον ενδεδειγμένου μέτρου, δηλαδή:
- α) τη μερική ή ολική απόσυρση αυτών των προδιαγραφών από τις δημοσιεύσεις όπου έχουν καταχωρισθεί
ή την τροποποίησή τους, αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί με την οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (EE L 204/37 της 21.7.1998), εάν πρόκειται για ευρωπαϊκά πρότυπα· ή
- β) την αναθεώρηση της ΤΠΔ σύμφωνα με τις διατάξεις
του άρθρου 7 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ.
Άρθρο 13
Διαδικασία για τη δήλωση συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης «CE» (άρθρο 13 της Οδηγίας)
Για να συντάξει τη δήλωση συμμόρφωσης «CE» ή καταλληλότητας χρήσης ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας, ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα αντιπρόσωπός του εφαρμόζει τις διατάξεις που προβλέπονται από τις σχετικές ΤΠΔ.
Όταν έτσι απαιτείται από την αντίστοιχη ΤΠΔ, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας πραγματοποιείται από τον κοινοποιημένο οργανισμό, στον οποίο έχει υποβάλει σχετική αίτηση ο κατασκευαστής ή αντιπρόσωπός του εγκατεστημένος στην Κοινότητα.
Όταν τα στοιχεία διαλειτουργικότητας αποτελούν αντικείμενο άλλων κοινοτικών οδηγιών που αφορούν άλλες πτυχές, η δήλωση συμμόρφωσης «CE» ή καταλληλότητας χρήσης αναφέρει, στην περίπτωση αυτή, ότι τα στοιχεία διαλειτουργικότητας ανταποκρίνονται και στις απαιτήσεις αυτών των άλλων οδηγιών.
Εάν ούτε ο κατασκευαστής ούτε αντιπρόσωπός του εγκατεστημένος στην Κοινότητα έχουν τηρήσει τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου, οι υποχρεώσεις αυτές βαρύνουν κάθε άλλον που τοποθετεί το στοιχείο διαλειτουργικότητας στην αγορά. Τις ίδιες υποχρεώσεις υπέχει, σε ό,τι αφορά το παρόν προεδρικό διάταγμα, και εκείνος ο οποίος ή κατασκευάζει τα στοιχεία διαλειτουργικότητας για ιδία χρήση.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14:
- α) κάθε διαπίστωση ότι έχει εκδοθεί παρατύπως δήλωση συμμόρφωσης «CE» συνεπάγεται για τον κατασκευαστή ή τον αντιπρόσωπό του εγκατεστημένο στην
Κοινότητα την υποχρέωση να αποκαθιστά εφόσον είναι αναγκαίο, τη συμμόρφωση του στοιχείου διαλειτουργικότητας και να μεριμνά για την παύση της παράβασης, υπό τους όρους που θα καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων·
- β) αν η μη συμμόρφωση συνεχιστεί, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, και Υποδομών, Μεταφορών
και Δικτύων λαμβάνονται μέτρα για να περιοριστεί ή να απαγορευτεί η τοποθέτηση του σχετικού στοιχείου διαλειτουργικότητας στην αγορά ή να εξασφαλιστεί η απόσυρσή του από την αγορά σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 14.
Άρθρο 14
Μη συμμόρφωση των στοιχείων διαλειτουργικότητας προς τις βασικές απαιτήσεις (άρθρο 14 της Οδηγίας)
Όταν διαπιστωθεί ότι ένα στοιχείο διαλειτουργικότητας, το οποίο συνοδεύεται από τη δήλωση συμμόρφωσης «CE» ή καταλληλότητας χρήσης, διατίθεται στην αγορά και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του, ενδέχεται να μην ικανοποιεί τις βασικές απαιτήσεις, με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, μετά από εισήγηση της Αρχής, λαμβάνονται μέτρα για τον περιορισμό της εφαρμογής του ή την απαγόρευση της χρήσης του ή την απόσυρση του στοιχείου από την αγορά. Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε και αναφέρει τους λόγους της απόφασής του, διευκρινίζοντας, μεταξύ άλλων, εάν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε:
- α) μη τήρηση των βασικών απαιτήσεων·
- β) κακή εφαρμογή των ευρωπαϊκών προδιαγραφών,
στην περίπτωση ισχυρισμού ότι εφαρμόζονται οι εν λόγω προδιαγραφές·
- γ) ανεπάρκεια των ευρωπαϊκών προδιαγραφών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη το συντομότερο δυνατόν. Εάν μετά τη διαβούλευση αυτή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώσει ότι το μέτρο είναι δικαιολογημένο, ενημερώνει αμέσως τη Χώρα μας καθώς και τα άλλα κράτη μέλη. Εάν μετά τη διαβούλευση αυτή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώσει ότι το μέτρο δεν δικαιολογείται, ενημερώνει αμέσως τη Χώρα μας, καθώς και τον κατασκευαστή ή αντιπρόσωπό του εγκατεστημένο στην Κοινότητα. Εφόσον η απόφαση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 αιτιολογείται με την ύπαρξη κενού στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 12.
Όταν ένα στοιχείο διαλειτουργικότητας συνοδευόμενο από δήλωση συμμόρφωσης «CE» αποδεικνύεται στερούμενο συμμόρφωσης, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα έναντι εκείνου που συνέταξε τη δήλωση και το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ
Άρθρο 15
Διαδικασία για τη θέση σε χρήση (άρθρο 15 της Οδηγίας)
Με την επιφύλαξη του κεφαλαίου Ε΄, επιτρέπεται η θέση σε χρήση δομικών υποσυστημάτων του σιδηροδρομικού συστήματος, τα οποία βρίσκονται ή λειτουργούν στην Χώρα. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται κάθε ενδεδειγμένο μέτρο ώστε τα εν λόγω υποσυστήματα να μπορούν να τίθενται σε χρήση μόνον εάν έχουν μελετηθεί, κατασκευαστεί και εγκατασταθεί κατά τρόπο που να ικανοποιούν τις σχετικές με αυτά βασικές απαιτήσεις όταν ενσωματώνονται στο σιδηροδρομικό σύστημα. Ειδικότερα, ελέγχεται:
- α) η τεχνική συμβατότητα των εν λόγω υποσυστημάτων προς το σύστημα στο οποίο ενσωματώνονται·
- β) η ασφαλής ενσωμάτωση των εν λόγω υποσυστημάτων σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου
4 του Π.Δ. 160/2007 καθώς και με τις κοινές μεθόδους ασφάλειας που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 6 του ίδιου Π.Δ.
Πριν τη θέση σε χρήση των υποσυστημάτων αυτών επαληθεύεται ότι τηρούνται, όπου έχουν εφαρμογή, οι απαιτήσεις των σχετικών ΤΠΔ σχετικά με τη λειτουργία και τη συντήρηση.
Μετά τη θέση των εν λόγω υποσυστημάτων σε χρήση, πραγματοποιείται η επαλήθευση αυτή:
- α) για την υποδομή, στο πλαίσιο της έκδοσης και
εποπτείας εγκρίσεων ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 11 του Π.Δ. 160/2007·
- β) για τα οχήματα, στο πλαίσιο της έκδοσης και εποπτείας πιστοποιητικών ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 10 του Π.Δ. 160/2007.
Προς το σκοπό αυτό ακολουθούνται οι διαδικασίες αξιολόγησης και επαλήθευσης οι προβλεπόμενες στο πλαίσιο των σχετικών ΤΠΔ για τη δομή και τη λειτουργία.
Η έγκριση της θέσης σε λειτουργία των δομικών υποσυστημάτων που αποτελούν το σιδηροδρομικό σύστημα και η εξακρίβωση ότι αυτά τα υποσυστήματα λειτουργούν και συντηρούνται σύμφωνα με τις σχετικές βασικές απαιτήσεις γίνονται από την Αρχή. Με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, καθορίζεται η διαδικασία, τα δικαιολογητικά από τον αιτούντα και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για έγκριση της θέσης σε λειτουργία υποσυστήματος σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος Κεφαλαίου.
Άρθρο 16
Ελεύθερη κυκλοφορία υποσυστημάτων (άρθρο 16 της Οδηγίας) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 15, δεν επιτρέπεται, για λόγους που αφο θέσης σε χρήση και της επιχειρησιακής λειτουργίας δομικών υποσυστημάτων του σιδηροδρομικού συστήματος τα οποία πληρούν τις βασικές απαιτήσεις. Ειδικότερα, δεν απαιτείται διενέργεια επαληθεύσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί:
- α) είτε στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση
της δήλωσης επαλήθευσης «CE», της οποίας τα στοιχεία παρατίθενται στο άρθρο 37, παράρτημα V,
- β) ή σε άλλα κράτη μέλη, πριν ή μετά την έναρξη
ισχύος του παρόντος διατάγματος, προκειμένου να επαληθευτεί η συμμόρφωση προς τις ίδιες απαιτήσεις σε ίδιες συνθήκες λειτουργίας.
Άρθρο 17
Συμμόρφωση προς τις ΤΠΔ και τους εθνικούς κανόνες (άρθρο 17 της Οδηγίας)
Θεωρούνται διαλειτουργικά και σύμφωνα προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις τα δομικά υποσυστήματα του σιδηροδρομικού συστήματος τα οποία συνοδεύονται από τη δήλωση επαλήθευσης «CE».
Τηρουμένων των βασικών απαιτήσεων, η επαλήθευση της διαλειτουργικότητας ενός δομικού υποσυστήματος του σιδηροδρομικού συστήματος γίνεται κατ’ αναφορά προς τις ΤΠΔ, εφόσον υπάρχουν.
Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, καταρτίζει, για κάθε υποσύστημα, κατάλογο των τεχνικών κανόνων που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των βασικών απαιτήσεων και κοινοποιεί τον κατάλογο αυτό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όταν:
- α) δεν υπάρχει σχετική ΤΠΔ, ή
- β) έχει κοινοποιηθεί παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου
9, ή
- γ) λόγω ειδικής περιπτώσεως απαιτείται η εφαρμογή τεχνικών κανόνων που δεν περιέχονται στην οικεία
ΤΠΔ. Ο κατάλογος αυτός κοινοποιείται:
- αα) κάθε φορά που τροποποιείται ο κοινοποιημένος βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του
Π.Δ. 159/2007 κατάλογος τεχνικών κανόνων, ή
- ββ) κατά την κοινοποίηση της παρέκκλισης, ή
- γγ) μετά τη δημοσίευση της οικείας ΤΠΔ.
Ο διαχειριστής υποδομής παρέχει στην Αρχή όλους τους τεχνικούς κανόνες που αφορούν την υποδομή. Ο διαχειριστής υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις παρέχουν στην Αρχή όλους τους τεχνικούς κανόνες που αφορούν το τροχαίο υλικό που χρησιμοποιούν. To Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ορίζει τους οργανισμούς οι οποίοι είναι αρμόδιοι να εφαρμόζουν, στην περίπτωση αυτών των τεχνικών κανόνων, τη διαδικασία επαλήθευσης που αναφέρεται στο άρθρο 18. Προϋπόθεση για τον ορισμό οργανισμού από το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, αποτελεί η διαπίστευση του οργανισμού στον τομέα αρμοδιότητας του, είτε από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (Ε.ΣΥ.Δ.) είτε από φορέα διαπίστευσης, μέλος των Συμφωνιών Αμοιβαίας Αναγνώρισης (ΕΑ MLAs) της Ευρωπαϊκής Συνεργασίας για τη Διαπίστευση. Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων δημοσιοποιεί το πλήρες κείμενο των κοινοποιημένων κανόνων κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η θέσπιση νέων εθνικών κανόνων δεν πρέπει να δημιουργεί περαιτέρω φραγμούς και πρέπει να προάγει την κατάταξη των εθνικών κανόνων σύμφωνα με το άρθρο
Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρίνει ότι ο νέος κανόνας συνιστά μέσο αυθαίρετης διάκρισης ή συγκαλυμμένο περιορισμό των σιδηροδρομικών δραστηριοτήτων μεταξύ της Ελλάδας και άλλου κράτους μέλους, λαμβάνει σχετική απόφαση με αποδέκτη τη Χώρα μας. Όσον αφορά τους αυστηρά τοπικούς κανόνες και περιορισμούς, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να επιλέγει να μην τους δημοσιοποιεί όπως προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο. Στην περίπτωση αυτήν, μνημονεύονται οι εν λόγω κανόνες και περιορισμοί στα μητρώα υποδομής του άρθρου 32. Η Αρχή μεριμνά ώστε οι δεσμευτικοί τεχνικοί κανόνες να δημοσιεύονται και να τίθενται στη διάθεση όλων: του διαχειριστή υποδομής, σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, αιτούντων έγκρισης για θέση σε λειτουργία, σε σαφή γλώσσα κατανοητή από τους ενδιαφερόμενους.
Άρθρο 18
Διαδικασία για τη σύνταξη της δήλωσης επαλήθευσης «CE» (άρθρο 18 της Οδηγίας)
Για τη σύνταξη της δήλωσης επαλήθευσης «CE», ο αιτών καλεί τον κοινοποιημένο οργανισμό που έχει επιλέξει για το σκοπό αυτό να κινήσει τη διαδικασία επαλήθευσης «CE» του άρθρου 37 παράρτημα VI. Ο αιτών μπορεί να είναι ο αναθέτων φορέας η ο κατασκευαστής ή αντιπρόσωπός τους στην Κοινότητα.
Η αποστολή του κοινοποιημένου οργανισμού, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο «CE» ενός υποσυστήματος, αρχίζει από το στάδιο του σχεδίου και καλύπτει ολόκληρη την περίοδο της κατασκευής μέχρι το στάδιο της παραλαβής πριν να τεθεί σε λειτουργία το υποσύστημα. Καλύπτει επίσης την επαλήθευση των διεπαφών του υποσυστήματος αυτού με το σύστημα στο οποίο ενσωματώνεται, βάσει των πληροφοριών που περιέχονται στη σχετική ΤΠΔ και στα μητρώα των άρθρων 31 και 32.
Ο κοινοποιημένος οργανισμός είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση του τεχνικού φακέλου που πρέπει να συνοδεύει τη δήλωση επαλήθευσης «CE». Αυτός ο τεχνικός φάκελος περιέχει όλα τα αναγκαία έγγραφα τα σχετικά με τα χαρακτηριστικά του υποσυστήματος καθώς και, κατά περίπτωση, όλα τα δικαιολογητικά από τα οποία προκύπτει η συμμόρφωση των στοιχείων διαλειτουργικότητας. Επίσης περιέχει όλα τα στοιχεία που αφορούν τις προϋποθέσεις και τα όρια χρήσης, τις οδηγίες τρέχουσας εξυπηρέτησης, συνεχούς ή περιοδικής επιτήρησης, ρύθμισης και συντήρησης.
Ο κοινοποιημένος οργανισμός μπορεί να εκδίδει προσωρινές δηλώσεις επαλήθευσης για την κάλυψη ορισμένων σταδίων του κύκλου παραγωγής ή ορισμένων μερών του υποσυστήματος. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 37 παράρτημα VI.
Εάν το επιτρέπει η αντίστοιχη ΤΠΔ, ο κοινοποιημένος οργανισμός μπορεί να εκδίδει πιστοποιητικά 01001811210100024 Μη συμμόρφωση των υποσυστημάτων προς τις βασικές απαιτήσεις (άρθρο 19 της Οδηγίας)
Όταν διαπιστωθεί ότι δομικό υποσύστημα, συνοδευόμενο από δήλωση επαλήθευσης «CE» μαζί με τον τεχνικό φάκελο, δεν πληροί εξ ολοκλήρου τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος και, ιδίως, τις βασικές απαιτήσεις, μπορεί να ζητηθεί η διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων.
Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τις συμπληρωματικές επαληθεύσεις που ζήτησε, αναφέροντας τους λόγους που τις δικαιολογούν.
Στην ενημέρωση της παραγράφου 2 αναφέρεται αν η αδυναμία πλήρους συμμόρφωσης οφείλεται:
- α) σε μη τήρηση βασικών απαιτήσεων ή μιας ΤΠΔ, ή
σε ελλιπή εφαρμογή ΤΠΔ·
- β) σε ανεπάρκεια κάποιας ΤΠΔ.
Άρθρο 20
Θέση σε χρήση υφισταμένων υποσυστημάτων μετά από ανακαίνιση ή αναβάθμιση (άρθρο 20 της Οδηγίας)
Σε περίπτωση ανακαίνισης ή αναβάθμισης, ο αναθέτων φορέας ή ο κατασκευαστής υποβάλλει στην Αρχή φάκελο με περιγραφή του έργου. Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων εξετάζει τον φάκελο αυτό και αποφασίζει, μετά από εισήγηση της Αρχής, λαμβάνοντας υπόψη τη στρατηγική υλοποίησης που εμφαίνεται στη σχετική ΤΠΔ, κατά πόσον η έκταση των εργασιών δικαιολογεί την έκδοση νέας έγκρισης για θέση σε λειτουργία κατά την έννοια του παρόντος διατάγματος. Η νέα αυτή έγκριση για θέση σε λειτουργία απαιτείται κάθε φορά που το συνολικό επίπεδο ασφάλειας του θεωρουμένου υποσυστήματος μπορεί να επηρεασθεί αρνητικά από τις προβλεπόμενες εργασίες. Εφόσον απαιτείται νέα έγκριση, στην ανωτέρω απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ορίζεται και σε ποιο βαθμό πρέπει να εφαρμοστούν στο έργο οι ΤΠΔ. Η ανωτέρω απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων εκδίδεται εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή του πλήρους φακέλου από τον αιτούντα.
Όταν απαιτείται νέα έγκριση και εφόσον δεν εφαρμόζεται πλήρως η ΤΠΔ, Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κοινοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή:
- α) το λόγο για τον οποίο η ΤΠΔ δεν εφαρμόζεται
πλήρως,
- β) τα τεχνικά χαρακτηριστικά που ισχύουν αντί της
ΤΠΔ,
- γ) τους οργανισμούς που έχουν επιφορτισθεί με την
εφαρμογή, στην περίπτωση των χαρακτηριστικών αυτών, της διαδικασίας επαλήθευσης κατά το άρθρο 18. Ο διαχειριστής υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, και σε ό,τι τους αφορά, παρέχουν στην Αρχή όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά που ισχύουν αντί της ΤΠΔ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΟΧΗΜΑΤΑ
Άρθρο 21
Έγκριση για θέση οχημάτων σε λειτουργία (άρθρο 21 της Οδηγίας)
Πριν χρησιμοποιηθεί σε δίκτυο ένα όχημα, λαμβάνει έγκριση για θέση σε λειτουργία από την Αρχή , εκτός εάν το παρόν κεφάλαιο ορίζει διαφορετικά.
Οχήματα που τηρούν τις ΤΠΔ εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 22 ή 23.
Οχήματα που δεν τηρούν τις ΤΠΔ εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 24 ή 25.
Οχήματα σύμφωνα προς εγκεκριμένο τύπο εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 26.
Έγκριση που χορηγείται από την Αρχή ισχύει σε όλα τα λοιπά κράτη μέλη και αντίστροφα, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 23 και 25, σχετικά με τις συμπληρωματικές εγκρίσεις.
Όλες οι αιτήσεις για χορήγηση έγκρισης για θέση σε λειτουργία υπόκεινται σε απόφαση της Αρχής, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 ή τα άρθρα 24 και 25. Η έγκριση για θέση σε λειτουργία μπορεί να ορίζει τους όρους χρήσης και άλλους περιορισμούς.
Οιαδήποτε αρνητική απόφαση της Αρχής σχετικά με τη θέση σε λειτουργία σιδηροδρομικού οχήματος θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ο αιτών μπορεί εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αρνητικής απόφασης να ζητήσει από την Αρχή να αναθεωρήσει την απόφασή της για δεόντως αιτιολογημένους λόγους. Στην περίπτωση αυτή η Αρχή έχει στη διάθεσή της δύο μήνες από την παραλαβή της προσφυγής για να επιβεβαιώσει ή να ανακαλέσει την απόφασή της. Αν η αρνητική απόφαση επιβεβαιωθεί, ο αιτών μπορεί να προσφύγει για λόγους νομιμότητας ή και ουσίας στο Εθνικό Συμβούλιο Σιδηροδρόμων του άρθρου 20 του Ν. 3710/2008 (Α΄ 216) για αναθεώρηση της απόφασης για δεόντως αιτιολογημένους λόγους.
Αν δεν ληφθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία απόφαση από την Αρχή, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 23 και της παραγράφου 5 του άρθρου 25, θεωρείται ότι εγκρίνεται η θέση σε λειτουργία του συγκεκριμένου σιδηροδρομικού οχήματος μετά την παρέλευση τριών μηνών από τη λήξη των εν λόγω προθεσμιών. Οι εγκρίσεις που εκδίδονται βάσει της παρούσας παραγράφου ισχύουν μόνο στο δίκτυο για το οποίο δεν ελήφθη απόφαση εντός της ταχθείσης προθεσμίας.
Η Αρχή όταν προτίθεται να ανακαλέσει έγκριση για θέση σε λειτουργία που η ίδια έχει χορηγήσει, ή έγκριση που ο αιτών απέκτησε σύμφωνα με την παράγραφο 8, εφαρμόζει τη διαδικασία αναθεώρησης πιστοποιητικών ασφάλειας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 6 του άρθρου 10 του Π.Δ. 160/2007 ή, αναλόγως, τη διαδικασία αναθεώρησης των εγκρίσεων ασφαλείας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 160/2007. ΦΕΚ 181 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4107 παράγραφο 7 μπορεί να ζητήσει από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων γνωμοδότηση η οποία, στην περίπτωση αυτή, εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση της προσφυγής και κοινοποιείται στον αιτούντα, το ρυθμιστικό φορέα και την Αρχή.
Στην περίπτωση των οχημάτων τα οποία κυκλοφορούν από/προς τη Χώρα προς/από τρίτη χώρα, σε δίκτυο του οποίου το εύρος τροχιάς διαφέρει από το εύρος τροχιάς του κύριου σιδηροδρομικού δικτύου εντός της Κοινότητας και για τα οποία είναι δυνατόν να χορηγηθεί παρέκκλιση σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 9, ή τα οποία υπόκεινται σε ειδικές περιπτώσεις, οι εθνικοί κανόνες στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 22 ή 24 μπορούν να περιλαμβάνουν διεθνείς συμφωνίες εφόσον είναι σύμφωνες με την κοινοτική νομοθεσία.
Οι εγκρίσεις για θέση σε λειτουργία οι οποίες χορηγήθηκαν πριν από τις 19 Ιουλίου 2008, συμπεριλαμβανομένων εγκρίσεων που χορηγούνται δυνάμει διεθνών συμφωνιών, ιδίως των RIC (Regolamento Internazionale Carrozze) και RIV (Regolamento Internazionale Veicoli), παραμένουν σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους χορήγησης των εγκρίσεων. Η παρούσα διάταξη υπερισχύει των άρθρων 22, 23, 24 και 25.
Είναι δυνατόν να εκδοθεί έγκριση από την Αρχή για τη θέση σε λειτουργία μιας σειράς οχημάτων.
Οι εγκρίσεις για θέση σε λειτουργία που εκδίδονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο ισχύουν με την επιφύλαξη των υπόλοιπων όρων που επιβάλλονται στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και το διαχειριστή υποδομής, όσον αφορά την εκμετάλλευση τέτοιων οχημάτων στο αντίστοιχο δίκτυο, σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10 και 11 του Π.Δ. 160/2007.
Με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζεται η διαδικασία, τα δικαιολογητικά και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, για έγκριση θέσης σε λειτουργία οχήματος ή σειράς οχημάτων του παρόντος Κεφαλαίου.
Άρθρο 22
Πρώτη έγκριση για τη θέση σε λειτουργία οχημάτων που πληρούν τις ΤΠΔ (άρθρο 22 της Οδηγίας)
Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στα οχήματα που πληρούν όλες τις σχετικές ΤΠΔ, οι οποίες ισχύουν κατά τη στιγμή που αυτά τίθενται σε λειτουργία, υπό την προϋπόθεση ότι οι ΤΠΔ αυτές θεσπίζουν σημαντικό μέρος των βασικών απαιτήσεων, έχει τεθεί δε σε ισχύ και εφαρμόζεται η σχετική ΤΠΔ για το τροχαίο υλικό.
Η πρώτη έγκριση χορηγείται από την Αρχή ως εξής:
- α) όταν όλα τα δομικά υποσυστήματα του οχήματος
έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Δ΄, η έγκριση χορηγείται χωρίς άλλους ελέγχους·
- β) στην περίπτωση οχημάτων που φέρουν όλες τις
απαραίτητες δηλώσεις επαλήθευσης «CE», όπως προβλέπει το άρθρο 18, τα κριτήρια που μπορεί να επαληθεύει η Αρχή προκειμένου να χορηγήσει έγκριση για θέση σε λειτουργία μπορεί να αφορούν μόνο:
- αα) την τεχνική συμβατότητα μεταξύ των σχετικών
υποσυστημάτων του οχήματος και της ασφαλούς ενσωμάτωσής τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 15,
- ββ) την τεχνική συμβατότητα μεταξύ του οχήματος
και του σχετικού δικτύου,
- γγ) τους εθνικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα
ανοικτά σημεία,
- δδ) τους εθνικούς κανόνες που ισχύουν για τις ειδικές περιπτώσεις που προσδιορίζονται δεόντως στις
οικείες ΤΠΔ.
Άρθρο 23
Συμπληρωματικές εγκρίσεις για τη θέση σε λειτουργία των σιδηροδρομικών οχημάτων που πληρούν τις ΤΠΔ (άρθρο 23 της Οδηγίας)
Δεν απαιτείται περαιτέρω έγκριση για θέση σε λειτουργία για τα οχήματα τα οποία τηρούν πλήρως τις ΤΠΔ και καλύπτουν όλες τις πτυχές των σχετικών υποσυστημάτων χωρίς ειδικές περιπτώσεις και χωρίς ανοικτά σημεία που αφορούν αυστηρά την τεχνική συμβατότητα μεταξύ οχημάτων και δικτύων, εφόσον κινούνται σε δίκτυα που τηρούν τις ΤΠΔ στα λοιπά κράτη μέλη ή υπό τους όρους που καθορίζονται στις αντίστοιχες ΤΠΔ.
Όσον αφορά οχήματα τα οποία έχουν εγκριθεί για θέση σε λειτουργία σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ αλλά δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 1, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, μετά από εισήγηση της Αρχής, αποφασίζει εάν απαιτούνται πρόσθετες εγκρίσεις. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 έως 7.
Ο αιτών υποβάλλει στην Αρχή φάκελο που αφορά το όχημα ή τον τύπο οχήματος και την προβλεπόμενη χρήση στο δίκτυο. Ο φάκελος περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
- α) πιστοποίηση του ότι η θέση σε λειτουργία του σιδηροδρομικού οχήματος έχει εγκριθεί σε άλλο κράτος
μέλος σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 2008/57/ ΕΚ·
- β) αντίγραφο του τεχνικού φακέλου κατά το άρθρο
37 παράρτημα VI. Περιλαμβάνονται, εν προκειμένω, για τα οχήματα που διαθέτουν καταγραφείς δεδομένων, πληροφορίες για τη διαδικασία συλλογής δεδομένων η οποία επιτρέπει την εκτύπωση και την αξιολόγηση, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν είναι εναρμονισμένες με βάση την αντίστοιχη ΤΠΔ·
- γ) τα μητρώα όπου εμφαίνονται το ιστορικό της συντήρησης του οχήματος και, ενδεχομένως, οι τεχνικές
τροποποιήσεις που έχουν επέλθει μετά την έγκριση·
- δ) τα τεχνικά και επιχειρησιακά χαρακτηριστικά που
αποδεικνύουν ότι το όχημα είναι συμβατό με τις υποδομές και τις σταθερές εγκαταστάσεις (συμπεριλαμβανομένων των κλιματικών συνθηκών, του συστήματος ενεργειακής τροφοδότησης, του συστήματος σηματοδότησης και ελέγχου−χειρισμού, του εύρους τροχιάς και του περιτυπώματος υποδομής, του μέγιστου φορτίου στον άξονα και των λοιπών περιορισμών του δικτύου).
- α) στην τεχνική συμβατότητα μεταξύ του οχήματος
και του σχετικού δικτύου, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών κανόνων που εφαρμόζονται στα ανοικτά σημεία που απαιτούνται για να εξασφαλίζεται η συμβατότητα,
- β) στους εθνικούς κανόνες τους ισχύοντες για τις
ειδικές περιπτώσεις που προσδιορίζονται δεόντως στις οικείες ΤΠΔ.
Η Αρχή έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να υποβληθούν συμπληρωματικές πληροφορίες, για αναλύσεις κινδύνου που θα πραγματοποιηθούν σύμφωνα τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 352/2009 (EE L 108/4 της 29.4.2009) ή για δοκιμές που θα εκτελεστούν στο δίκτυο για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των στοιχείων που σημειώνονται στην παράγραφο 4. Η Αρχή μπορεί να διενεργεί την εν λόγω επαλήθευση μόνο βάσει των εθνικών κανόνων των ομάδων Β ή Γ που εμφαίνονται στο έγγραφο αναφοράς που προβλέπει η απόφαση 2009/965/ΕΚ (EE L 341/1 της 22.12.2009).
Η Αρχή καθορίζει, κατόπιν διαβουλεύσεως με τον αιτούντα, την έκταση και το περιεχόμενο των συμπληρωματικών πληροφοριών, αναλύσεων κινδύνου ή δοκιμών που ζητούνται. Ο διαχειριστής υποδομής, σε συνεννόηση με τον αιτούντα, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσει τη διενέργεια δοκιμών εντός τριών μηνών από την αίτηση. Εφόσον απαιτείται, η Αρχή λαμβάνει μέτρα για τη διενέργεια των δοκιμών.
Κάθε αίτηση έγκρισης για θέση σε λειτουργία που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αποτελεί το αντικείμενο απόφασης της Αρχής, η οποία λαμβάνεται το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο:
- α) δύο μήνες από την υποβολή του φακέλου της παραγράφου 3·
- β) κατά περίπτωση, ένα μήνα από την υποβολή των
τυχόν πρόσθετων πληροφοριών που ζητεί η Αρχή·
- γ) κατά περίπτωση, ένα μήνα από την υποβολή των
αποτελεσμάτων τυχών δοκιμών που ζητεί η Αρχή.
Άρθρο 24
Πρώτη έγκριση για τη θέση σε λειτουργία οχημάτων που δεν τηρούν τις ΤΠΔ (άρθρο 24 της Οδηγίας)
Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στα οχήματα τα οποία δεν τηρούν όλες τις σχετικές ΤΠΔ οι οποίες ισχύουν κατά τη στιγμή που αυτά τίθενται σε λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων των οχημάτων που υπόκεινται σε παρεκκλίσεις ή όταν σημαντικό μέρος των βασικών απαιτήσεων δεν καθορίζεται σε μία ή περισσότερες ΤΠΔ.
Η πρώτη έγκριση χορηγείται από την Αρχή ως εξής:
- α) για τις τεχνικές πτυχές που καλύπτει μια ΤΠΔ, εάν
υπάρχουν, εφαρμόζεται η διαδικασία επαλήθευσης «CE» του κεφαλαίου Δ΄,
- β) για τις άλλες τεχνικές πτυχές, εφαρμόζονται οι
εθνικοί κανόνες οι οποίοι κοινοποιούνται βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος και του άρθρου 8 του Π.Δ. 160/2007. Αυτή η πρώτη έγκριση είναι έγκυρη μόνο στο δίκτυο της Χώρας μας.
Άρθρο 25
Πρόσθετες εγκρίσεις για θέση σε λειτουργία οχημάτων που δεν τηρούν τις ΤΠΔ (άρθρο 25 της Οδηγίας)
Όσον αφορά οχήματα τα οποία έχουν εγκριθεί για θέση σε λειτουργία σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 12 του άρθρου 21, ή το άρθρο 24 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να αποφασίζει, μετά από εισήγηση της Αρχής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο κατά πόσον απαιτούνται στη Χώρα πρόσθετες εγκρίσεις για θέση σε λειτουργία.
Ο αιτών υποβάλλει στην Αρχή τεχνικό φάκελο που αφορά το όχημα ή τον τύπο οχήματος, αναφέροντας λεπτομέρειες για την προβλεπόμενη λειτουργία του στο δίκτυο. Ο φάκελος περιλαμβάνει τις κάτωθι πληροφορίες:
- α) αποδεικτικά στοιχεία ότι για τη θέση σε λειτουργία
του οχήματος δόθηκε έγκριση σε άλλο κράτος μέλος καθώς και τεκμηρίωση για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου να αποδειχθεί ότι το όχημα πληροί τις ισχύουσες απαιτήσεις ασφάλειας και, επιπλέον, ενδεχομένως, πληροφορίες για τις παρεκκλίσεις που εξασφαλίστηκαν ή χορηγήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ·
- β) τα τεχνικά δεδομένα, το πρόγραμμα συντήρησης
και τα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά. Περιλαμβάνονται, εν προκειμένω, για τα οχήματα που διαθέτουν καταγραφείς δεδομένων, οι πληροφορίες για τη διαδικασία συλλογής δεδομένων η οποία επιτρέπει την εκτύπωση και την αξιολόγηση, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, περίπτωση (γ), του άρθρου 20 του Π.Δ. 160/2007·
- γ) τα μητρώα όπου εμφαίνονται το ιστορικό της επιχειρησιακής του λειτουργίας, της συντήρησής του και,
ενδεχομένως, οι τεχνικές τροποποιήσεις που έχουν επέλθει μετά την έγκριση·
- δ) τα τεχνικά και επιχειρησιακά χαρακτηριστικά που
αποδεικνύουν ότι το όχημα είναι συμβατό με τις υποδομές και τις σταθερές εγκαταστάσεις συμπεριλαμβανομένων των κλιματικών συνθηκών, του συστήματος ενεργειακής τροφοδότησης, του συστήματος σηματοδότησης και ελέγχου−χειρισμού, του εύρους τροχιάς και του περιτυπώματος υποδομής, του μέγιστου φορτίου στον άξονα και των λοιπών περιορισμών του δικτύου.
Τα δεδομένα των περιπτώσεων (α) και (β) της παραγράφου 2, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν από την Αρχή, εκτός εάν αυτή είναι σε θέση να αποδείξει, με την επιφύλαξη του άρθρου 16, την ύπαρξη σημαντικού κινδύνου σε επίπεδο ασφαλείας. Η Αρχή δεν μπορεί να επικαλεστεί συναφώς κανόνα της ομάδας Α που εμφαίνεται στο έγγραφο αναφοράς της απόφασης 2009/965/ΕΚ.
Η Αρχή έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να υποβληθούν συμπληρωματικές πληροφορίες, για αναλύσεις κινδύνου που θα πραγματοποιηθούν σύμφωνα τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 352/2009 ή για δοκιμές που θα εκτελεστούν στο δίκτυο για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των στοιχείων, στα οποία αναφέρονται οι ηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος διατάγματος ή το άρθρο 8 του Π.Δ. 160/2007. Η Αρχή μπορεί να διενεργεί την εν λόγω επαλήθευση μόνο βάσει των εθνικών κανόνων των ομάδων Β ή Γ που εμφαίνονται στο έγγραφο αναφοράς της απόφασης 2009/965/ΕΚ. Η Αρχή καθορίζει, κατόπιν διαβουλεύσεως με τον αιτούντα, την έκταση και το περιεχόμενο των συμπληρωματικών πληροφοριών, αναλύσεων κινδύνου ή δοκιμών που ζητούνται. Ο διαχειριστής υποδομής, σε συνεννόηση με τον αιτούντα, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσει τη διενέργεια δοκιμών εντός τριών μηνών από την αίτηση. Όταν χρειασθεί, η Αρχή λαμβάνει μέτρα για τη διενέργεια των δοκιμών.
Κάθε αίτηση έγκρισης για θέση σε λειτουργία που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αποτελεί το αντικείμενο απόφασης της Αρχής, η οποία λαμβάνεται το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο:
- α) τέσσερις μήνες από την υποβολή του τεχνικού φακέλου κατά την παράγραφο 2·
- β) κατά περίπτωση, δύο μήνες από την υποβολή των
συμπληρωματικών πληροφοριών ή αναλύσεων επικινδυνότητας που ζητήθηκαν από την Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4·
- γ) κατά περίπτωση, δύο μήνες από την υποβολή των
αποτελεσμάτων δοκιμών που ζητήθηκαν από την Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4.
Άρθρο 26
Έγκριση τύπων οχημάτων (άρθρο 26 της Οδηγίας)
Η Αρχή μπορεί να εγκρίνει τύπους οχημάτων.
Ωστόσο, εάν η Αρχή χορηγεί έγκριση σε ένα όχημα, χορηγεί ταυτόχρονα έγκριση και στον τύπο του οχήματος.
Όχημα που είναι σύμφωνο προς τύπο ο οποίος έχει ήδη εγκριθεί στην Χώρα εγκρίνεται βάσει δήλωσης συμμόρφωσης προς τον τύπο αυτόν, υποβαλλόμενης από τον αιτούντα, χωρίς άλλους ελέγχους. Ωστόσο, εάν έχουν τροποποιηθεί οι σχετικές διατάξεις των ΤΠΔ και των εθνικών κανόνων βάσει των οποίων εγκρίθηκε τύπος οχήματος, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων αποφασίζει, μετά από εισήγηση της Αρχής, εάν οι ήδη χορηγηθείσες εγκρίσεις τύπου εξακολουθούν να ισχύουν ή εάν πρέπει να ανανεωθούν. Τα κριτήρια τα οποία εφαρμόζει η Αρχή στην περίπτωση ανανεωμένης έγκρισης τύπου επιτρέπεται να αφορούν μόνον τους τροποποιηθέντες κανόνες. Η ανανέωση της έγκρισης τύπου δεν επηρεάζει τις εγκρίσεις οχημάτων οι οποίες έχουν ήδη χορηγηθεί βάσει προηγουμένως εγκεκριμένων τύπων.
Η δήλωση συμμόρφωσης προς τον τύπο καταρτίζεται:
- α) για τα οχήματα που τηρούν τις ΤΠΔ, σύμφωνα με
τις διαδικασίες επαλήθευσης των σχετικών ΤΠΔ·
- β) για τα οχήματα που δεν τηρούν τις ΤΠΔ, σύμφωνα με τις διαδικασίες επαλήθευσης που ορίζονται στις
ενότητες Δ ή Ε της Απόφασης 768/2008/ΕΚ.
Ο αιτών μπορεί να ζητεί ταυτόχρονα χορήγηση αδείας τύπου σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Στην περίπτωση αυτή, η Αρχή συνεργάζεται με τις εθνικές αρχές για την ασφάλεια των λοιπών κρατών μελών με στόχο την απλούστευση της διαδικασίας και την ελαχιστοποίηση των διοικητικών προσπαθειών.
Οι χορηγήσεις εγκρίσεων τύπου καταχωρίζονται στο ευρωπαϊκό μητρώο εγκεκριμένων τύπων οχημάτων του άρθρου 31. Το μητρώο αυτό διευκρινίζει το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη στο οποίο ή στα οποία έχει εγκριθεί τύπος οχήματος.
Άρθρο 27
Ταξινόμηση των εθνικών κανόνων (άρθρο 27 της Οδηγίας)
Προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία έγκρισης για θέση σε λειτουργία των οχημάτων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 25, οι εθνικοί κανόνες κατατάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράρτημα VIΙ.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων εκπονεί σχέδιο του εγγράφου αναφοράς με διαντιστοίχηση όλων των εθνικών κανόνων που εφαρμόζει η Χώρα μας καθώς και τα άλλα κράτη μέλη κατά τη θέση οχημάτων σε κυκλοφορία, και το υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που εκδίδει το έγγραφο αναφοράς. Ο κατάλογος των παραμέτρων οι οποίες προβλέπεται να ελέγχονται όταν πρόκειται για τη θέση σε κυκλοφορία οχημάτων που δεν είναι σύμφωνα προς ΤΠΔ, που είναι σημαντικά λεπτομερέστερος σε σχέση με εκείνον του άρθρου 37 παράρτημα VII παράγραφος 1, είναι αυτός που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της απόφασης 2009/965/ΕΚ.
Η Αρχή συνεργάζεται με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων για την κατάρτιση του εγγράφου αναφοράς. Ο διαχειριστής υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις παρέχουν στην Αρχή όλους του τεχνικούς κανόνες που αφορούν τα οχήματα τους που δεν είναι σύμφωνα με ΤΠΔ ώστε να συμπεριληφθούν στο έγγραφο αναφοράς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ
Άρθρο 28
Κοινοποιημένοι οργανισμοί (άρθρο 28 της Οδηγίας)
To Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα υπόλοιπα κράτη μέλη τους οργανισμούς οι οποίοι είναι αρμόδιοι να εφαρμόζουν τη διαδικασία για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης του άρθρου 13 και της διαδικασίας επαλήθευσης του άρθρου 18, αναφέροντας τον τομέα αρμοδιότητας του καθενός και τον αριθμό ταυτοποίησής του, τον οποίο προηγουμένως έχει λάβει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Προϋπόθεση για την κοινοποίηση οργανισμού από το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, αποτελεί η διαπίστευση του οργανισμού στον τομέα αρμοδιότητας του, είτε από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (Ε.ΣΥ. Δ.) είτε από φορέα διαπίστευσης, μέλος των Συμφωνιών Αμοιβαίας Αναγνώρισης (ΕΑ MLAs) της Ευρωπαϊκής Συνεργασίας για τη Διαπίστευση. πρότυπα, τεκμαίρεται ότι ανταποκρίνονται στα κριτήρια του παραρτήματος VIII του άρθρου 37.
Εάν ένας κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί πλέον τα κριτήρια που αναφέρονται στο παράρτημα VIII του άρθρου 37, τo Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων προβαίνει στην ανάκληση της κοινοποίησης του, ενημερώνοντας σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη.
Εάν το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κρίνει ότι ένας οργανισμός από άλλο κράτος μέλος δεν πληροί τα κριτήρια του παραρτήματος VIII του άρθρου 37, ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να λάβει τα αναγκαία μέτρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΜΗΤΡΩΑ ΔΙΚΤΥΟΥ ΚΑΙ ΟΧΗΜΑΤΩΝ
Άρθρο 29
Σύστημα αρίθμησης των οχημάτων (άρθρο 32 της Οδηγίας)
Οιοδήποτε όχημα τίθεται σε λειτουργία στη Χώρα φέρει Αριθμό Ευρωπαϊκού Οχήματος (ΑΕΟ) ο οποίος δίδεται όταν χορηγείται η πρώτη έγκριση για θέση σε λειτουργία.
Ο αιτών την πρώτη έγκριση είναι επίσης υπεύθυνος για τη σήμανση του οχήματος με τον ΑΕΟ που του έχει δοθεί.
Ο ΑΕΟ καθορίζεται στην ΤΠΔ για τη λειτουργία και τη διαχείριση της κυκλοφορίας.
Σε κάθε όχημα δίνεται ΑΕΟ άπαξ, εκτός εάν προβλέπει διαφορετικά η ΤΠΔ για την λειτουργία και διαχείριση της κυκλοφορίας.
Παρά την παράγραφο 1, όσον αφορά τα οχήματα που κυκλοφορούν ή πρόκειται να κυκλοφορήσουν από ή προς τρίτες χώρες των οποίων το εύρος τροχιάς διαφέρει από εκείνο του κύριου σιδηροδρομικού δικτύου εντός της Κοινότητας, είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά οχήματα σαφώς προσδιορισμένα με διαφορετικό σύστημα κωδικοποίησης.
Άρθρο 30
Εθνικά μητρώα οχημάτων (άρθρο 33 της Οδηγίας)
Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων τηρεί μητρώο των σιδηροδρομικών οχημάτων στα οποία έχει χορηγηθεί έγκριση στη Χώρα. Το μητρώο αυτό:
- α) συμμορφώνεται προς τις κοινές προδιαγραφές που
ορίζονται στην παράγραφο 2.
- β) ενημερώνεται από το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
- γ) στο μητρώο έχουν πρόσβαση:
- αα) η Αρχή και οι αρχές για την ασφάλεια των λοιπών κρατών μελών που συστήθηκαν κατ’ εφαρμογή του
άρθρου 16 της Οδηγίας 2004/49/ΕΚ·
- ββ) η Επιτροπή Διερεύνησης Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Συμβάντων του άρθρου 21 του Ν. 3710/2008
(Α΄ 216) και οι φορείς διερεύνησης σιδηροδρομικών ατυχημάτων και συμβάντων των λοιπών κρατών μελών που συστήθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 της Οδηγίας 2004/49/ΕΚ·
- γγ) ο ρυθμιστικός φορέας του άρθρου 20 του
Ν. 3710/2008 και οι ρυθμιστικοί φορείς των λοιπών κρατών μελών που οποίοι συστήθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 της Οδηγίας 2001/14/ΕΚ (EE L 75/29 της 15.3.2001)·
- δδ) ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων·
- εε) ο διαχειριστής υποδομής και οι σιδηροδρομικές
επιχειρήσεις· καθώς και στστ) τα πρόσωπα ή οι οργανισμοί που καταχωρίζουν οχήματα ή που περιλαμβάνονται στο μητρώο.
- ζζ) τα πρόσωπα ή οργανισμοί που έχουν έννομο συμφέρον.
Οι κοινές προδιαγραφές για το μητρώο οχημάτων θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προδιαγραφές περιλαμβάνουν: το περιεχόμενο, τον μορφότυπο των δεδομένων, τη λειτουργική και τεχνική αρχιτεκτονική, τον τρόπο λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης ρύθμισης για την ανταλλαγή δεδομένων, τους κανόνες εισαγωγής δεδομένων και πρόσβασης σε αυτά. Για κάθε όχημα, το μητρώο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
- α) τον ΑΕΟ·
- β) στοιχεία της δήλωσης επαλήθευσης «CE» και του
φορέα που την εξέδωσε·
- γ) στοιχεία του ευρωπαϊκού μητρώου εγκεκριμένων
τύπων οχημάτων του άρθρου 34·
- δ) στοιχεία ταυτότητας του ιδιοκτήτη του οχήματος
και του κατόχου του·
- ε) ενδεχόμενους περιορισμούς όσον αφορά τη χρήση
του οχήματος·
- στ) τον φορέα που είναι αρμόδιος για τη συντήρηση.
Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων δηλώνει αμέσως οιαδήποτε τροποποίηση των δεδομένων του εθνικού μητρώου οχημάτων, την καταστροφή οχήματος ή την απόφασή της να μην καταχωρίζει πλέον ένα όχημα, στην αρχή οιουδήποτε κράτους μέλους στο οποίο το όχημα εγκρίθηκε για πρώτη φορά.
Εφόσον το εθνικό μητρώο οχημάτων δεν είναι συνδεδεμένο με αυτά των λοιπών κρατών μελών, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ενημερώνει το μητρώο με τις τροποποιήσεις που επιφέρει άλλο κράτος μέλος στο οικείο μητρώο, σχετικά με τα δεδομένα που αφορούν το εθνικό μητρώο οχημάτων.
Στην περίπτωση των οχημάτων που τίθενται σε λειτουργία για πρώτη φορά σε τρίτη χώρα και εγκρίνονται για να τεθούν σε λειτουργία στη Χώρα μας, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μεριμνά ώστε τα δεδομένα των περιπτώσεων (δ) έως (στ) της παραγράφου 2, να μπορούν να ανακτηθούν μέσω του εθνικού μητρώου οχημάτων. Τα δεδομένα της περίπτωσης (στ) της παραγράφου 2 μπορούν να αντικαθίστανται από ζωτικά για την ασφάλεια δεδομένα που σχετίζονται με το πρόγραμμα συντήρησης.
Άρθρο 31
Ευρωπαϊκό μητρώο εγκεκριμένων τύπων οχημάτων (άρθρο 34 της Οδηγίας)
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων δημιουργεί και τηρεί μητρώο των τύπων σιδηροδρομικών οχημάτων που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη για
- α) το μητρώο είναι δημόσιο και προσιτό στο κοινό δια
της ηλεκτρονικής οδού·
- β) το μητρώο τηρεί τις κοινές προδιαγραφές που ορίζει η παράγραφος 4·
- γ) το μητρώο συνδέεται με όλα τα εθνικά μητρώα
οχημάτων.
Το μητρώο περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία για κάθε τύπο οχήματος:
- α) τα τεχνικά χαρακτηριστικά του τύπου οχήματος,
όπως ορίζονται στις αντίστοιχες ΤΠΔ·
- β) την επωνυμία του κατασκευαστή·
- γ) τις ημερομηνίες, τα στοιχεία και τα κράτη μέλη έκδοσης των διαδοχικών εγκρίσεων για τον συγκεκριμένο
τύπο οχήματος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν περιορισμών ή αποσύρσεων.
Όταν χορηγείται, τροποποιείται ή αποσύρεται έγκριση τύπου , η Αρχή ενημερώνει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων, ο οποίος προσαρμόζει το μητρώο στα πρόσφατα δεδομένα.
Οι κοινές προδιαγραφές για το μητρώο οχημάτων θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προδιαγραφές περιλαμβάνουν: το περιεχόμενο, τον μορφότυπο των δεδομένων, τη λειτουργική και τεχνική αρχιτεκτονική, τον τρόπο λειτουργίας, τους κανόνες εισαγωγής δεδομένων και πρόσβασης σε αυτά.
Άρθρο 32
Μητρώο υποδομής (άρθρο 35 της Οδηγίας) Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μεριμνά ώστε να δημοσιεύεται και να ενημερώνεται μητρώο υποδομής βάσει του κύκλου ενημέρωσης που θα οριστεί με τις προδιαγραφές για το μητρώο υποδομής. Το μητρώο αναγράφει, για κάθε οικείο υποσύστημα ή μέρος υποσυστήματος, τα κύρια χαρακτηριστικά (π.χ. τις θεμελιώδεις παραμέτρους) και την αντιστοιχία τους με τα χαρακτηριστικά που επιτάσσουν οι εφαρμοστέες ΤΠΔ. Για τον σκοπό αυτό, κάθε ΤΠΔ καθορίζει επακριβώς τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στο μητρώο υποδομής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 33
Σχέδια πλαισίων αναφοράς (άρθρο 36 της Οδηγίας) Μετά την έγκριση του πλαισίου αναφοράς για τους τεχνικούς κανόνες της παραγράφου 1 του άρθρου 36 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την πρόθεση να θεσπίσει οποιαδήποτε εθνική διάταξη ή να αναπτύξει οποιοδήποτε σχέδιο που παρεκκλίνει από το πλαίσιο αναφοράς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 34
Αιτιολόγηση (άρθρο 37 της Οδηγίας) Όλες οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος διατάγματος και αφορούν στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας για χρήση στοιχείων διαλειτουργικότητας και την επαλήθευση υποσυστημάτων που συγκροτούν το σιδηροδρομικό σύστημα καθώς και οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 7, 12, 14 και 19 του παρόντος διατάγματος αιτιολογούνται επακριβώς. Κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο το συντομότερο δυνατόν με μνεία των ένδικων μέσων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και των προθεσμιών για την άσκησή τους.
Άρθρο 35
Εκθέσεις και ενημέρωση (άρθρο 39 της Οδηγίας) Με αίτηση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να ζητηθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων ο πίνακας του επιπέδου διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος της παραγράφου 3 του άρθρου 39 της Οδηγίας 2008/57/ΕΚ.
Άρθρο 36
Καταργούμενες διατάξεις (άρθρο 40 της Οδηγίας) Τo Π.Δ. 159/2007 καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος. Οι αναφορές στο καταργούμενο Π.Δ. 159/2007 νοούνται ως αναφορές στις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Από την 19η Ιουλίου 2008 καταργείται τo άρθρο 14 του Π.Δ. 160/2007.
Άρθρο 37
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)