Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 182/2008
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 182 2 Σεπτεμβρίου 2008
Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.2334/1995 «Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄−184).
Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περίπτωση θ΄ του ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄−152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1590/1986 (Α΄−49).
Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄−98).
Τις διατάξεις του π.δ. 205/2007 «Συγχώνευση Υπουργείων» (Α΄−231).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
Την υπ’ αριθμ. 219/2008 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Άμυνας, αποφασίζουμε :
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Έννοια των όρων
Άρθρο 1
Έκταση εφαρμογής Στις διατάξεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος υπόκειται το Αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας.
Άρθρο 2
Γενικά περί πειθαρχίας
Με τον όρο πειθαρχία νοείται :
- α) Η πιστή συμμόρφωση των αστυνομικών προς το
Σύνταγμα και τους νόμους.
- β) Η πρόθυμη και χωρίς αντιρρήσεις υπακοή των κατωτέρων προς τους ανωτέρους ως και η άμεση εκτέλεση
των διαταγών τους, οι οποίες αφορούν στην εφαρμογή των νόμων και των κανονισμών ως και των διαταγών της Υπηρεσίας.
- γ) Ο σεβασμός των κατά βαθμό κατωτέρων προς τους
ανωτέρους εντός και εκτός Υπηρεσίας.
- δ) Η αξιοπρεπής και κόσμια συμπεριφορά των κατά
βαθμό ανωτέρων προς τους κατωτέρους .
- ε) Η ευγενής συμπεριφορά των αστυνομικών προς
τους πολίτες, καθώς και ο σεβασμός και η προστασία των δικαιωμάτων αυτών, που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους.
Η πειθαρχία, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της συνοχής και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας και της αρμονικής συνεργασίας του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, αποτελεί καθήκον του προσωπικού της.
Οι διαταγές πρέπει να είναι νόμιμες, σαφείς και να διατυπώνονται με ευπρέπεια. Οι αναφορές πρέπει να είναι σύντομες, σαφείς και να διατυπώνονται με σεβασμό.
Ο ανώτερος είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες της διαταγής του ο δε κατώτερος υποχρεούται να εκτελεί με ακρίβεια τη διαταγή που έλαβε και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση της και για τις συνέπειες της μη εκτέλεσής της. Ο κατώτερος δικαιούται να τύχει ακρόασης και να υποβάλει τα παράπονά του, αφού εκτελέσει τη διαταγή. Ο κατώτερος αν λάβει διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει πριν την εκτελέσει ν΄ αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να την εκτελέσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η εκτέλεσή της όμως δεν καθιστά νόμιμη τη διαταγή αυτή. Σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης η αναφορά υποβάλλεται αμέσως προφορικά και στη συνέχεια εγγράφως.
Η μεταξύ ομοιοβάθμων αρχαιότητα στις υπηρεσιακές σχέσεις, εξομοιούται με διαφορά βαθμού.
Ο αστυνομικός είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις και παραλείψεις του.
Άρθρο 3
Γενικές Αρχές
Ο αστυνομικός δεν διώκεται δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. 3349
Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος μέχρι το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον διωκόμενο διατάξεις.
Η προαγωγή του αστυνομικού δεν αίρει την πειθαρχική ευθύνη αυτού για παράπτωμα προγενέστερο της προαγωγής του. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται ως προς το διαδικαστικό μέρος οι διατάξεις που ισχύουν για το βαθμό που φέρει.
Η χάρη, η αποκατάσταση ή η με οποιονδήποτε άλλον τρόπο άρση του ποινικώς κολασίμου της πράξης ή η άρση εν όλω ή εν μέρει των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.
Για συρρέοντα πειθαρχικά παραπτώματα, που τελέσθηκαν από τον αστυνομικό στον ίδιο τόπο και χρόνο επιβάλλεται μία ποινή. Κατά την επιμέτρηση της ποινής αυτής λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Αν ένα ή περισσότερα από τα συρρέοντα παραπτώματα περιέλθει σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την επιβολή ποινής για μερικά απ΄ αυτά, αίρεται η ποινή αυτή και επιβάλλεται νέα ποινή για όλα τα παραπτώματα. Στην περίπτωση που τα παραπτώματα αυτά είναι, κατά την κρίση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, μικρής σημασίας σε σχέση με το παράπτωμα ή τα παραπτώματα για τα οποία έχει επιβληθεί ποινή, δεν αίρεται αυτή ούτε επιβάλλεται άλλη ποινή και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του εδαφ. α΄ της παρ. 1 και του εδαφ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου.
Άρθρο 4
΄Εννοια πειθαρχικού παραπτώματος
Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος με πράξη (ενέργεια ή παράλειψη).
Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αστυνομικό από τις διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων, των κανονισμών του Σώματος, των διαταγών της Υπηρεσίας καθώς και από τη συμπεριφορά, που πρέπει να τηρεί ο αστυνομικός εντός και εκτός υπηρεσίας λόγω της ιδιότητάς του.
Τα πειθαρχικά παραπτώματα τιμωρούνται ακόμη και αν τελέσθηκαν εκτός του εδάφους της επικράτειας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΄Αρθρο 5 Πειθαρχικές ποινές
Οι πειθαρχικές ποινές, που επιβάλλονται στους Αστυνομικούς και καταχωρίζονται στα ατομικά τους έγγραφα, είναι:
- α) Απόταξη.
- β) Αργία με απόλυση διάρκειας δύο (2) έως έξι (6)
μήνες
- γ) Αργία με πρόσκαιρη παύση διάρκειας δεκαπέντε
(15) ημερών έως τεσσάρων (4) μηνών.
- δ) Πρόστιμο μέχρι τρεις μηνιαίους βασικούς μηνιαίους
μισθούς του τιμωρουμένου.
- ε) Επίπληξη.
Η απόταξη και οι αργίες είναι ανώτερες το δε πρόστιμο και η επίπληξη κατώτερες πειθαρχικές ποινές.
Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή κατάσταση στην οποία τελεί ο υπαίτιος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου.
Οι ανώτερες πειθαρχικές ποινές δεν επιβάλλονται στον ιερέα του Σώματος και στους εφέδρους που ανακαλούνται στην ενέργεια. Σε περίπτωση διάπραξης απ΄ αυτούς πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει τις προαναφερόμενες ποινές, αυτοί απολύονται του Σώματος οι δε έφεδροι διαγράφονται από τα στελέχη της εφεδρείας με απόφαση του αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο παραπέμπονται με το ερώτημα της παραμονής ή της απόλυσής τους. Αν το συμβούλιο αποφανθεί υπέρ της παραμονής τους, μπορεί να επιβάλλει σ΄ αυτούς κατώτερη πειθαρχική ποινή.
Άρθρο 6
Διάρκεια πειθαρχικής ευθύνης
Η πειθαρχική ευθύνη αρχίζει με την κατάταξη του αστυνομικού και λήγει με την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο έξοδό του από το Σώμα, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Πράξεις που τελέσθηκαν από αστυνομικό πριν από την κατάταξή του και αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα με την έννοια των διατάξεων του παρόντος διώκονται πειθαρχικά, εφόσον διαπράχθηκαν:
- α) Κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του
στο δημόσιο και δεν εκδικάσθηκαν.
- β) Πριν αποκτήσει την ιδιότητα του αστυνομικού και
προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφ. α΄, β΄, γ΄, η΄ και ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 10 και
- γ) Κατά τη διάρκεια της επιλογής ή του διαγωνισμού
μέχρι την κατάταξή του και σχετίζονται με τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και τις προϋποθέσεις της κατάταξής του.
Η πειθαρχική διαδικασία που έχει αρχίσει για πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν ανώτερη πειθαρχική ποινή, συνεχίζεται και μετά την έξοδο του αστυνομικού από το Σώμα, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Στις περιπτώσεις αυτές το πειθαρχικό συμβούλιο επιβάλλει, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, μόνο τις ανώτερες πειθαρχικές ποινές και η μεν ποινή της απόταξης εκτελείται και συνεπάγεται τη διαγραφή του τιμωρηθέντος από τα στελέχη της εφεδρείας οι δε αργίες δεν εκτελούνται και η σχετική απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου καταχωρείται στα ατομικά έγγραφα του τιμωρηθέντος. Αν όμως ο τιμωρηθείς επανέλθει στην ενέργεια, οι ποινές των αργιών εκτελούνται.
Στην έννοια της πειθαρχικής διαδικασίας για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνεται και η προκαταρκτική διοικητική εξέταση (Π.Δ.Ε.). ΄Αρθρο 7 Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων
Τα πειθαρχικά παραπτώματα που τιμωρούνται με ανώτερες πειθαρχικές ποινές παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη τα δε άλλα μετά δύο (2) έτη από την τέλεσή τους. που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου, αν αυτός είναι μεγαλύτερος, άλλως ισχύει ο μεγαλύτερος χρόνος παραγραφής που προβλέπεται για το πειθαρχικό παράπτωμα.
Την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος αναστέλλουν:
- α) Επί πειθαρχικών παραπτωμάτων, των οποίων η
πραγματική βάση αποτελεί ταυτόχρονα την αντικειμενική υπόσταση ποινικού αδικήματος, η ποινική διαδικασία με τους ιδίους όρους και προϋποθέσεις που αναστέλλει και την παραγραφή του ποινικού αδικήματος.
- β) Η πειθαρχική δίωξη μέχρι να εκδοθεί απόφαση σε
πρώτο βαθμό ο δε χρόνος αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη και
- γ) Η έκδοση απόφασης σε πρώτο βαθμό που επιβάλλει
πειθαρχική ποινή.
Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος, που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στην παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης γι΄ αυτό.
Η παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων, που προβλέπονται από την παρ. 2 του άρθρου 6, αρχίζει από την κατάταξη του αστυνομικού.
Άρθρο 8
Εφαρμογές Κανόνων και Αρχών του Ποινικού Δικαίου
Κανόνες και αρχές του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται ανάλογα και στο πειθαρχικό δίκαιο, αν συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος.
Εφαρμόζονται οι κανόνες και οι αρχές που αφορούν ιδίως:
- α) Τους λόγους που αποκλείουν το άδικο της πράξης
και την ικανότητα προς καταλογισμό.
- β) Το δικαίωμα σιγής του εγκαλουμένου.
- γ) Το τεκμήριο αθωότητας του εγκαλουμένου και τη
λειτουργία των αμφιβολιών υπέρ αυτού.
- δ) Το δικαίωμα παράστασης του εγκαλουμένου με
συνήγορο σε όλα τα στάδια της πειθαρχικής διαδικασίας. ΄Αρθρο 9 Επιμέτρηση της ποινής Κατά την επιμέτρηση του ύψους των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη:
Η βαρύτητα του παραπτώματος, για την οποία συνεκτιμώνται ιδίως η φύση, το είδος και το αντικείμενο του παραπτώματος, η βλάβη που προξένησε ή ο κίνδυνος που προκάλεσε, η επίδραση που είχε στην εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας και στο κύρος του Σώματος καθώς και ο βαθμός του δόλου ή της αμέλειας του υπαιτίου.
Η προσωπικότητα του υπαιτίου, για την οποία συνεκτιμώνται ιδίως ο βαθμός, η πείρα, ο χρόνος υπηρεσίας, ο χαρακτήρας, η προηγούμενη διαγωγή, η τυχόν διάπραξη του αυτού ή άλλου πειθαρχικού παραπτώματος, η ψυχική του κατάσταση, τα αίτια που οδήγησαν στην τέλεση του παραπτώματος, η αφορμή που του δόθηκε, ο σκοπός που επεδίωκε, η έμπρακτη μετάνοια που επέδειξε και η προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του και.
Οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε το παράπτωμα και ιδίως ο χρόνος, ο τόπος, τα μέσα, ο τρόπος διάπραξής του και γενικά οι συνθήκες τέλεσής του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΄Αρθρο 10 Παραπτώματα που επισύρουν ποινή Απόταξης
Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν την ποινή απόταξης, είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα:
- α) Πράξεις που υποδηλώνουν έλλειψη πίστης, σεβασμού και αφοσίωσης στο Σύνταγμα και στο Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας.
- β) Πράξεις που υπονομεύουν άμεσα ή έμμεσα την
έννομη τάξη.
- γ) Πράξεις που συνιστούν βασανιστήρια και άλλες
προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά την έννοια του άρθρου 137 Α του Π.Κ.
- δ) Η συμμετοχή σε κάθε μορφής απεργία.
- ε) Η απείθεια ή η άρνηση εκτέλεσης διαταγής ανωτέρου, που αναφέρεται σε υπηρεσιακό καθήκον.
- στ) Παραβίαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, που σχετίζεται με εθνικά θέματα ή τη διαρροή απορρήτων και
άκρως απορρήτων εγγράφων της Υπηρεσίας.
- ζ) Η κατά τρόπον αναξιοπρεπή χρησιμοποίηση της
αστυνομικής ιδιότητας για την προς όφελος του ιδίου ή τρίτων σύναψη χρεών, τα οποία δεν εξοφλήθηκαν εγκαίρως.
- η) Η τέλεση ή η απόπειρα τέλεσης εγκλημάτων σε
βαθμό κακουργήματος και η τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των εγκλημάτων, Αντίστασης (΄Αρθρο 167 Π.Κ.), ελευθέρωσης φυλακισμένου από πρόθεση (΄Αρθρο 172 παρ.1 Π.Κ.), εγκληματικής οργάνωσης (΄Αρθρο 187 Π.Κ.), παραχάραξης (΄Αρθρο 207 Π.Κ.), πλαστογραφίας (΄Αρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφίας πιστοποιητικών (΄Αρθρο 217 Π.Κ.), πλαστογραφίας και κατάχρησης ενσήμων (΄Αρθρο 218 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (΄Αρθρο 220 Π.Κ.), υπεξαγωγής εγγράφου (΄Αρθρο 222 Π.Κ.), ψευδορκίας (΄Αρθρο 224 Π.Κ.), ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (΄Αρθρο 225 Π.Κ.), ψευδούς καταμήνυσης (΄Αρθρο 229 Π.Κ.), υπόθαλψης εγκληματία (Άρθρο 231 Π.Κ.), παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας (΄Αρθρα 235−236 Π.Κ.), κατάχρησης εξουσίας (΄Αρθρο 239 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης (΄Αρθρο 242 Π.Κ.), καταπίεσης (΄Αρθρο 244 Π.Κ.), απιστίας περί την υπηρεσία (΄Αρθρο 256 Π. Κ), εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθρο 257 Π.Κ.), παράβασης καθήκοντος (΄Αρθρο 259 Π.Κ.), παρότρυνσης υφισταμένων και ανοχής (΄Αρθρο 261 Π.Κ.), εμπρησμού από πρόθεση (΄Αρθρο 264 Π.Κ.), έκθεσης (΄Αρθρο 306 Π.Κ.), παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής (΄Αρθρο 307 Π.Κ.), εμπορίας δούλων (΄Αρθρο 323 Π.Κ.), εμπορίας ανθρώπων (΄Αρθρο 323 Α΄ Π.Κ.), παράνομης κατακράτησης (΄Αρθρο 325 Π.Κ.), κατακράτησης παρά το Σύνταγμα (΄Αρθρο 326 Π.Κ.), παράνομης βίας (΄Αρθρο 330 Π. Κ.), εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (΄Αρθρα 336 έως 353 Π.Κ.), συκοφαντικής δυσφήμησης (΄Αρθρο 363 Π.Κ.), παραβία υπεξαίρεσης κοινής και στην υπηρεσία (άρθρα 375, 258 Π.Κ.), εκβίασης (΄Αρθρο 385 Π. Κ.), απάτης (΄Αρθρο 386 Π.Κ.), απάτης σχετικής με τις ασφάλειες (΄Αρθρο 388 Π.Κ.), αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος (΄Αρθρο 394 Π. Κ), τοκογλυφίας (΄Αρθρο 404 Π. Κ), παραβάσεις της νομοθεσίας περί ζωοκλοπής, ναρκωτικών, αλλοδαπών, αρχαιοτήτων και λαθρεμπορίας, ως και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών εφόσον οι τελευταίες τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους.
- θ) Η από πρόθεση τέλεση κάθε εγκλήματος που στρέφεται κατ΄ ανωτέρου και σχετίζεται με την εκτέλεση
της υπηρεσίας.
- ι) Η αυθαίρετη απουσία επί πέντε (5) συνεχείς ημέρες
ή δέκα (10) ημέρες συνολικά σ΄ ένα έτος.
- ια) Η χρήση ναρκωτικών ουσιών ή η ροπή στη χρήση
οινοπνευματωδών ποτών.
- ιβ) Η χαρακτηριστικά αναξιοπρεπής ή ανάξια για
αστυνομικό συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας ή συμπεριφορά που μαρτυρεί διαφθορά χαρακτήρα.
- ιγ) Η βαρειά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος
από πρόθεση,
- ιδ) Η δημόσια προφορικώς ή εγγράφως άσκηση κριτικής των πράξεων της ιεραρχίας με προσβλητικές ή
υποτιμητικές εκφράσεις και
- ιε) Η παροχή υπηρεσιών, συλλογής πληροφοριών για
λογαριασμό τρίτων, φρούρησης ή φύλαξης ή προστασίας προσώπων ή πραγμάτων, καθώς και η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο απασχόλησή του στα καταστήματα του άρθρου 1 του Π.Δ.180/1979 (Φ.Ε.Κ.46 τ. Α΄).
Η ποινή της απόταξης επιβάλλεται και στην περίπτωση διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή αργίας με απόλυση, εφ’ όσον κατά την τελευταία πενταετία ο υπαίτιος έχει τελεσίδικα τιμωρηθεί είτε με την ποινή αυτή είτε με δύο (2) ποινές αργίας με πρόσκαιρη παύση.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.