Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 193/2024

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2024-11-25
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού και οργάνωσης Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις:

του ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1590/1986 (Α’ 49),

σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 41),

Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρύθμιση λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις» (Α΄ 73) και

Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α΄  98), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την περ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), και το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται οικονομική επιβάρυνση σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, όπως προκύπτει από την 8000/1/2024/76-α/01.9.2024 εισήγηση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και Επιτελικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

2.

Την 110/2024 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) Η παρ. 6 του άρθρου 11 του ν. 1481/1984 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η τοπική αρμοδιότητα των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.».

Άρθρο 2

Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 584/1985 (Α΄ 204) Η παρ. 4 του άρθρου 39 του π.δ. 584/1985 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Η αιμοδοσία υπέρ των Τραπεζών Αίματος της Ελληνικής Αστυνομίας καταχωρείται σε διακριτή ηλεκτρονική εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, από εξουσιοδοτημένους χειριστές Υπηρεσιών Αστυνομικού Τμήματος και άνω, τόσο για το προσωπικό που υπηρετεί σε αυτές όσο και για το προσωπικό υφιστάμενων Υπηρεσιών τους.».

Άρθρο 3

Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 141/1991 (Α΄ 58)

1.

Το άρθρο 79Α του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Στις Υποδιευθύνσεις Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αττικής της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής και στην Υποδιεύθυνση Ειδικών Επιχειρησιακών Δράσεων της Διεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Θεσσαλονίκης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης συγκροτούνται Ομάδες Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας (Ο.Π.Κ.Ε.), οι οποίες έχουν ως αποστολή τη συμβολή και την παροχή ειδικής υποστήριξης στο έργο των Υπηρεσιών των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος, την αντιμετώπιση ειδικών, αυξημένων ή ιδιαίτερης σημασίας αστυνομικών προβλημάτων και την ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών. Ο.Π.Κ.Ε. δύναται να συγκροτούνται και σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Νομών των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων (ΓΕ.Π.Α.Δ.).

2.

Η συγκρότηση των Ο.Π.Κ.Ε. των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται κατόπιν πρότασης των Διευθυντών των Διευθύνσεων Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων και γνώμης των Γενικών Αστυνομικών Διευθυντών, οι οποίες υποβάλλονται προς τη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας

3.

Η συγκρότηση των Ο.Π.Κ.Ε. των Διευθύνσεων Αστυνομίας Νομών πραγματοποιείται κατόπιν πρότασης των Διευθυντών και γνώμης των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθυντών, οι οποίες υποβάλλονται προς τη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, προκειμένου να εισηγηθεί στον Αρχηγό τη λήψη απόφασης.

4.

Επιπλέον, η συγκρότηση των Ο.Π.Κ.Ε. των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και των Διευθύνσεων Αστυνομίας Νομών δύναται να πραγματοποιείται, πέραν της διαδικασίας της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν. 4249/2014 (Α΄ 73), και με την απευθείας έκδοση διαταγής του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.

5.

Οι Ο.Π.Κ.Ε. συγκροτούνται από αστυνομικό προσωπικό και ειδικούς φρουρούς και υπάγονται διοικητικά και επιχειρησιακά ως ακολούθως: α. Οι Ο.Π.Κ.Ε. της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής διοικητικά και επιχειρησιακά στο Τμήμα Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας των Υποδιευθύνσεων Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων, της Διεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αττικής, υπό την καθοδήγηση και τον συντονισμό του Κέντρου Επιχειρήσεων Ασφάλειας της Διεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αττικής, και οι Ο.Π.Κ.Ε. της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης διοικητικά και επιχειρησιακά στην Υποδιεύθυνση Ειδικών Επιχειρησιακών Δράσεων της Διεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Θεσσαλονίκης, β. Οι Ο.Π.Κ.Ε. των Διευθύνσεων Αστυνομίας Νομών επιχειρησιακά στον οικείο Διευθυντή, βοηθούμενο από τους Διευθυντές των Υποδιευθύνσεων ή τους Διοικητές των Τμημάτων Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων ή των Αστυνομικών Τμημάτων, και διοικητικά στην Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων ή στο Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων της έδρας της Διεύθυνσης Αστυνομίας ή, εφόσον επιχειρησιακοί λόγοι το επιβάλλουν, σε Υποδιεύθυνση Αστυνομίας, Αστυνομικό Τμήμα ή Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων που λειτουργεί εκτός της έδρας της Διεύθυνσης Αστυνομίας.

6.

Οι Ο.Π.Κ.Ε. εφοδιάζονται με τον απαραίτητο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και τα μέσα για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής τους.

7.

Το προσωπικό με το οποίο στελεχώνονται οι Ο.Π.Κ.Ε. υπόκειται σε κατάλληλη για την εκπλήρωση της αποστολής τους εκπαίδευση και τακτική συντηρητική μετεκπαίδευση, οι οποίες συνίστανται ιδίως στη χρήση όπλων, σε τεχνικές συλλήψεων και αφοπλισμού, αυτοάμυνας, ελέγχου ύποπτων ατόμων, οχημάτων και κτηρίων και λοιπών συναφών μεθόδων και τεχνικών. Το προσωπικό των Ο.Π.Κ.Ε. αντικαθίσταται περιοδικά, ώστε να εξασφαλίζεται η επιχειρησιακή επάρκεια και το αξιόμαχο των Ομάδων.

8.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατόπιν διαταγής του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, οι Ο.Π.Κ.Ε. δύνανται να διατίθενται προς ενίσχυση λοιπών Υπηρεσιών, εκτός της εδαφικής αρμοδιότητας των οικείων Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων ή των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων, στο πλαίσιο της εκπλήρωσης της αποστολής τους. Οι Ο.Π.Κ.Ε. των Διευθύνσεων Αστυνομίας Νομών δύνανται, σε σοβαρές ή έκτακτες περιπτώσεις, να διατίθενται προς ενίσχυση Υπηρεσιών των λοιπών Διευθύνσεων Αστυνομίας της οικείας Γενικής Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης, με διαταγή του Γενικού Περιφερειακού Αστυνομικού Διευθυντή.

9.

Ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην επιλογή και τη σύνθεση του προσωπικού των Ο.Π.Κ.Ε., την εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευσή του, την επιχειρησιακή τακτική και δράση των Ομάδων, τον υλικοτεχνικό τους εξοπλισμό, καθώς και άλλες λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ρυθμίζονται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία εκδίδεται με μέριμνα της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας».

2.

Η παρ. 1 του άρθρου 172 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Επικήδειες τιμές απονέμονται από την Ελληνική Αστυνομία στα παρακάτω πρόσωπα, σε περίπτωση θανάτου τους: α. Στον Υπουργό και τον Υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη. β. Στους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. γ. Στον Αρχιεπίσκοπο, τους Μητροπολίτες, τους Επισκόπους που αποβιώνουν στην περιφέρειά τους, αν δεν εδρεύει στρατιωτική μονάδα. δ. Σε όλο το εν ενεργεία και εν αποστρατεία ένστολο αστυνομικό προσωπικό.».

3.

Η παρ. 2 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 τροποποιείται ως εξής: «2. Τιμές με επικήδειο τιμητικό απόσπασμα και αντιπροσωπεία απονέμονται: α. Στον Υπουργό και Υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη. β. Στους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. γ. Στον Αρχιεπίσκοπο, τους Μητροπολίτες και τους Επισκόπους. δ. Σε όλο το εν ενεργεία ένστολο αστυνομικό προσωπικό. ε. Στους διατελέσαντες Αρχηγούς και Υπαρχηγούς της Ελληνικής Αστυνομίας.».

4.

Η παρ. 3 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τιμές μόνο με αντιπροσωπεία αποδίδονται σε όλο το εν αποστρατεία ένστολο αστυνομικό προσωπικό, κατά τη διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας εντός του Ιερού Ναού.».

5.

Η παρ. 4 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Η δύναμη των επικήδειων αποσπασμάτων είναι: α. Για τον Υπουργό, τον Υφυπουργό και τους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ένας λόχος και τμήμα μουσικής. β. Για τον Αρχιεπίσκοπο, τους Μητροπολίτες και τους Επισκόπους, μία διμοιρία. δ. Για τους ανώτατους αξιωματικούς εν ενεργεία, δύο διμοιρίες και τμήμα μουσικής. ε. Για τους υπόλοιπους αξιωματικούς εν ενεργεία, μία διμοιρία και τμήμα μουσικής. στ. Για τους εν ενεργεία Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες, Υπαρχιφύλακες, Αστυφύλακες, Ειδικούς Φρουρούς, Συνοριακούς Φύλακες και Συνοριακούς Φύλακες Ορισμένου Χρόνου, δύο ομάδες. ζ. Για τους διατελέσαντες Αρχηγούς και Υπαρχηγούς, μία διμοιρία και τμήμα μουσικής.».

6.

Η περ. α της παρ. 5 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «α. Η ομάδα αποτελείται από εννέα Υπαρχιφύλακες ή Αστυφύλακες και έναν Αρχιφύλακα ως επικεφαλής.».

7.

Η παρ. 7 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «7. Στους Δόκιμους Αστυφύλακες αποδίδονται επικήδειες τιμές Αστυφύλακα.».

8.

Η περ. α της παρ. 8 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «α. Για τον Υπουργό, τον Υφυπουργό και τους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ο Αρχηγός και δύο αστυνομικοί από κάθε βαθμό.».

9.

Η υποπερ. (7) της περ. β της παρ. 8 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «(7) Για τους Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες, Υπαρχιφύλακες, Αστυφύλακες, Ειδικούς Φρουρούς, Συνοριακούς Φύλακες και Συνοριακούς Φύλακες Ορισμένου Χρόνου, έξι ομοιόβαθμοι ή και κατώτεροι του θανόντος και ένας Ανθυπαστυνόμος ή Αρχιφύλακας ως τελετάρχης.».

10.

Μετά την υποπερ. (4) της περ. γ της παρ. 8 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 προστίθεται υποπερ. (5) ως εξής: «(5) Για τους κατώτερους αξιωματικούς, τους Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες, Υπαρχιφύλακες, Αστυφύλακες, Ειδικούς Φρουρούς, Συνοριακούς Φύλακες και Συνοριακούς Φύλακες Ορισμένου Χρόνου, ένας αξιωματικός ή βαθμοφόρος, ανάλογα με τον βαθμό του θανόντος, εφόσον ενημερωθεί προς τούτο η αρμόδια αστυνομική αρχή, από τους οικείους του.».

11.

Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «Επίσης, μουσική διατίθεται για τους Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες, Υπαρχιφύλακες, Αστυφύλακες, Ειδικούς Φρουρούς, Συνοριακούς Φύλακες και Συνοριακούς Φύλακες Ορισμένου Χρόνου που απεβίωσαν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους και ένεκα αυτής.».

12.

Οι παρ. 10, 12 και 14 του άρθρου 173 του π.δ. 141/1991 αντικαθίστανται ως εξής: «10. Τη συγκρότηση των επικήδειων τιμητικών αποσπασμάτων και αντιπροσωπειών διατάσσουν: α. Η Διεύθυνση Επικοινωνίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας για τους ανώτατους αξιωματικούς που απεβίωσαν εν ενεργεία και τους διατελέσαντες Αρχηγούς και Υπαρχηγούς. β. Η Διεύθυνση Αστυνομίας του τόπου της ταφής για τους λοιπούς. Κάθε αμφιβολία που ανακύπτει σχετικά με την αρμόδια Διεύθυνση Αστυνομίας, για όσους ενταφιάζονται στην περιφέρεια Αττικής, επιλύεται με διαταγή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής.

12.

Το προσωπικό που απαιτείται για τη συγκρότηση των επικήδειων αποσπασμάτων και αντιπροσωπειών διατίθεται από τις Υπηρεσίες της αρμόδιας Διεύθυνσης Αστυνομίας του τόπου της ταφής και, αν η δύναμή τους δεν επαρκεί, ενισχύονται από άλλες Υπηρεσίες με έγκριση της αρμόδιας προϊστάμενης Υπηρεσίας.

14.

Αν η κηδεία αστυνομικού που απεβίωσε εν ενεργεία πρόκειται να γίνει σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο του θανάτου, τη σορό κατά τη συγκομιδή της στον τόπο ταφής συνοδεύει ολιγομελής αντιπροσωπεία. Την αντιπροσωπεία αυτή διατάσσει η Διεύθυνση Αστυνομίας του τόπου του θανάτου ή η Διεύθυνση Επικοινωνίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και η σύνθεσή της εξαρτάται από το βαθμό που είχε ο θανών.».

Άρθρο 4

Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 144/1991 (Α΄ 59)

1.

Η παρ. 4 του άρθρου 1 του π.δ. 144/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη υποχρεούται, εντός μηνός από την ημερομηνία λήψης της ένορκης διοικητικής εξέτασης, ή να διατάξει τη συμπλήρωση αυτής, όταν κρίνει τούτο απαραίτητο και μόνο για μία φορά, ή να παραπέμψει την υπόθεση στο συμβούλιο κρίσης, αναλόγως του βαθμού που φέρει ο προτεινόμενος για ανδραγαθία. Σε περίπτωση πράξης ανδραγαθίας, στην οποία έλαβαν μέρος αστυνομικοί διαφόρων βαθμών, η υπόθεση παραπέμπεται για όλους στο συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει τον αστυνομικό που φέρει τον ανώτερο βαθμό.».

2.

Η παρ. 5 του άρθρου 1 του π.δ. 144/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Κατά των αποφάσεων του συμβουλίου κρίσης, με εξαίρεση τις αποφάσεις του Συμβουλίου Κρίσης Αντιστρατήγων, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής στο αμέσως ανώτερο συμβούλιο, το οποίο εξετάζει τόσο τη νομιμότητα της πράξης, όσο και την ουσία της υπόθεσης. Δικαίωμα άσκησης προσφυγής έχουν τόσο ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος δύναται να την ασκήσει εντός αποκλειστικής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία που περιήλθε σε αυτόν η απόφαση, όσο και ο υπό κρίση προτεινόμενος για ανδραγαθία, ο οποίος δύναται να την ασκήσει εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε σε αυτόν η απόφαση. Το συμβούλιο οφείλει να αποφανθεί εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της προσφυγής σε αυτό. Οι αποφάσεις του συμβουλίου κατά των οποίων δεν ασκήθηκε προσφυγή, καθώς και οι αποφάσεις του συμβουλίου μετά την εξέταση της άσκησης της προσφυγής, είναι υποχρεωτικές για τον Υπουργό, ο οποίος, εντός μηνός από την ημερομηνία που περιήλθε σε αυτόν η απόφαση, προτείνει την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την απονομή του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας.».

1.

Η παρ. 3 του άρθρου 10 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Αξιωματικοί κρινόμενοι κατάλληλοι για υπηρεσία γραφείου δεν δύνανται να επανέλθουν στην κατάσταση της ενεργού υπηρεσίας, με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν. 3731/2008 (Α΄ 263).».

2.

Οι παρ. 2 και 4 του άρθρου 28 του π.δ. 24/1997 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Η κρίση γίνεται με συνεκτίμηση των κατά την προηγούμενη παράγραφο στοιχείων των κρινομένων στη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους και ιδιαίτερα στον κατεχόμενο και τον αμέσως προηγούμενο βαθμό, ως ακολούθως: α. Οι αξιωματικοί μέχρι και τον βαθμό του Αστυνόμου Β΄, βάσει των στοιχείων του κατεχομένου και των προηγουμένων βαθμών τους, ως αξιωματικών. β. Οι Αστυνόμοι Α΄ και οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές, βάσει των στοιχείων του βαθμού τους και των δύο προηγούμενων βαθμών τους, εφόσον αυτά δεν αναφέρονται σε χρόνο πέραν της δεκαετίας από την κρίση. γ. Οι Αστυνομικοί Διευθυντές και ανώτατοι αξιωματικοί βάσει των στοιχείων του βαθμού τους και όλων των προηγουμένων βαθμών τους από την έναρξη της σταδιοδρομίας τους ως αξιωματικών.

4.

Η κρίση σε κάθε βαθμό είναι αυστηρότερη εκείνης του προηγούμενου βαθμού. Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται ιδιαίτερα η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων αξιωματικών σε όλη τη σταδιοδρομία τους, που αφορούν στο ήθος, τη διαγωγή και τα ψυχικά προσόντα τους.».

3.

Η περ. β της παρ. 1 του άρθρου 32 του π.δ. 24/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Οι αξιωματικοί, οι οποίοι μέχρι το τέλος του έτους των κρίσεων συμπληρώνουν τα γενικά τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 15 του παρόντος ως ακολούθως: (1) Οι αξιωματικοί, των οποίων οι οργανικές θέσεις είναι ενιαίες με αυτές του επόμενου βαθμού. (2) Οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές και οι Αστυνόμοι Α΄ σε ποσοστό ίσο με τα 3/5 και τα 2/5, αντίστοιχα, των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων του αμέσως ανώτερου βαθμού. Κλασματικά υπόλοιπα κατά τον υπολογισμό του αριθμού των κρινομένων δεν λαμβάνονται υπόψη. (3) Οι Αστυνόμοι Β΄ και οι Υπαστυνόμοι Α΄ σε ποσοστό ίσο με το 1/4 και το 1/6 αντίστοιχα, των προβλεπομένων οργανικών θέσεων του αμέσως ανώτερου βαθμού. Κλασματικά υπόλοιπα κατά τον υπολογισμό του αριθμού των κρινομένων δεν λαμβάνονται υπόψη. (4) Οι Αστυνόμοι Β΄ και οι Υπαστυνόμοι Α΄ που αποφοίτησαν από το Τ.Ε.Μ.Α. (ν.δ. 649/1970, Α΄ 176) σε ποσοστό ίσο με τα 2/3 και το 1/2 αντίστοιχα, των προβλεπομένων οργανικών θέσεων του αμέσως ανώτερου βαθμού της ίδιας κατηγορίας Αξιωματικών.».

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.