Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 195/2010
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 195 22 Νοεμβρίου 2010
Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα» (L 326/13.12.2005).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
Τις διατάξεις: α) του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.1338/1983 «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (Α΄ 34), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν.1440/1984 (Α΄ 70),
- β) το άρθρο 3 του ν.1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε
με το άρθρο 65 ν.1892/1990 (Α΄ 101), γ) το άρθρο 4 του ν.1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν.1440/1984 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 7 του ν.1775/1988 (Α΄ 101), 31 του ν.2076/1992 (Α΄ 130), 19 του ν.2367/1995 (Α΄ 261), 22 του ν.2789/2000 (Α΄ 21), 48 του ν.3427/2005 (Α΄ 132) και 91 του ν.3862/2010 (Α΄ 113).
Τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 25 παρ. 4 του ν.1975/1991 (Α΄ 184), όπως αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 2452/1996 (Α΄ 283).
Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περίπτ. στ΄ του ν.1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1590/1986 (Α΄ 49).
Τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 και 28 παρ. 1 του ν.2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 41).
Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).
Τις διατάξεις του π.δ/τος 184/2009 «Σύσταση Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και καθορισμός των αρμοδιοτήτων του» (Α΄ 213).
Τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2672 από 3−12−2009 απόφασης Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Υφυπουργού Οικονομικών Φιλίππου Σαχινίδη» (Β΄ 2408).
Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού το ύψος της οποίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί επειδή εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα συνδεόμενα κυρίως με την εφαρμογή των άρθρων 6 παρ. 2 περίπτ. β΄, 10 παρ. 9 περίπτ. α΄, 11 παρ. 2, 12 παρ. 4, 13 παρ. 6 περίπτ. δ΄ (αριθμός και διάρκεια σεμιναρίων, αριθμός επιμορφούμενων υπαλλήλων, παροχή νομικής συνδρομής, πραγματοποίηση ιατρικών εξετάσεων και παροχή ιατρικής φροντίδας). Η δαπάνη αυτή όσον αφορά το 2010 θα αντιμετωπισθεί από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού εξόδων του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (Ε.Φ. 43−110, ΚΑΕ 0515), ενώ οι δαπάνες του έτους 2011 και επομένων ετών θα αντιμετωπίζονται από τις πιστώσεις που θα εγκρίνονται για το σκοπό αυτό στον ίδιο ως άνω Π/Υ εξόδων του αντίστοιχου έτους.
Την υπ’ αριθμ. 227/2010 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Προστασίας του Πολίτη και του Υφυπουργού Οικονομικών, αποφασίζουμε:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα» (L 326/13.12.2005).
Άρθρο 2
(Άρθρα 2 και 4 Οδηγίας) Ορισμοί Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος: α. «Σύμβαση της Γενεύης» είναι η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/ 1959 (Α΄ 201), όπως τροποποιήθηκε από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο κυρώθηκε με τον α.ν. 389/1968 (Α΄ 125). 4263 από το ελληνικό κράτος που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή την χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας τεκμαίρεται ότι είναι αίτηση ασύλου, εκτός εάν ο αιτών ζητά ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας, η οποία είναι δυνατόν να ζητηθεί αυτοτελώς. Η αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να περιλαμβάνει και τα μέλη της οικογενείας του αιτούντος που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια. γ. «Mέλη της οικογένειας» του αιτούντος διεθνή προστασία, υπό την προϋπόθεση ότι η οικογένεια υπήρχε πριν την είσοδο στη Χώρα, θεωρούνται: i. Ο σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφός του με τον οποίο διατηρεί σταθερή σχέση, ii. Τα ανήλικα, άγαμα και εξαρτημένα τέκνα, ανεξαρτήτως αν γεννήθηκαν σε γάμο ή εκτός γάμου των γονέων τους ή είναι υιοθετημένα. iii. Τα ενήλικα τέκνα του αιτούντος που πάσχουν από πνευματική ή σωματική αναπηρία και δεν δύνανται να υποβάλουν αυτοτελώς αίτηση. δ. «Αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής ότι ζητεί άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητεί να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, σύμφωνα με την ως άνω Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/2008 (Α΄ 152) και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Επίσης, ως αιτών διεθνή προστασία θεωρείται και ο αλλοδαπός, ο οποίος εισέρχεται στη χώρα μας, κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (L 050/ 25.02.2003). Αν ο αιτών απευθυνθεί σε μη αρμόδια αρχή, αυτή υποχρεούται να τον παραπέμψει αμέσως στην κατά την περίπτωση ιδ΄ του παρόντος άρθρου αρμόδια αρχή παραλαβής, με τον προσφορότερο τρόπο. ε. «Τελεσίδικη απόφαση» είναι η απόφαση που ορίζει εάν αλλοδαπός ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση του ένδικου μέσου που προβλέπεται στο άρθρο 29. στ. «Πρόσφυγας» είναι ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενε ύης. ζ. «Καθεστώς πρόσφυγα» είναι το καθεστώς που χορηγείται κατόπιν της αναγνώρισης από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα. η. «Πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του π.δ. 96/2008, ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του π.δ. 96/2008 και που δεν μπορεί ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας. θ. «Καθεστώς επικουρικής προστασίας» είναι το καθεστώς που χορηγείται κατόπιν της αναγνώρισης από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενούς ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας. ι. «Ασυνόδευτος ανήλικος» είναι το πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα, χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικα υπεύθυνο για τη φροντίδα του, σύμφωνα με το νόμο ή το έθιμο που εφαρμόζεται στον τόπο προέλευσης, και για όσο χρόνο δεν έχει τεθεί υπό την ουσιαστική φροντίδα ενός τέτοιου προσώπου, ή ο ανήλικος που εγκαταλείπεται ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στην Ελλάδα. ια. «Εκπρόσωπος ασυνόδευτου ανηλίκου» είναι ο προσωρινός ή οριστικός επίτροπος του ανηλίκου ή το πρόσωπο που ορίζεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Ανηλίκων ή, όπου δεν υπάρχει Εισαγγελέας Ανηλίκων, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών για την προάσπιση των συμφερόντων του ανηλίκου αυτού. ιβ. «Κράτηση» είναι ο περιορισμός σε ειδικό χώρο, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας του προσώπου. ιγ. «Κέντρο Φιλοξενίας» είναι κάθε χώρος, ο οποίος χρησιμοποιείται για την ομαδική φιλοξενία των αιτούντων, εξαιρουμένων των χώρων κράτησης. ιδ. «Αρμόδιες αρχές παραλαβής της αίτησης διεθνούς προστασίας» ή «αρμόδιες αρχές παραλαβής» είναι οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας που είναι υπεύθυνες για να κινήσουν τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας, ήτοι: Τα Τμήματα Ασύλου των Διευθύνσεων Αλλοδαπών Αττικής και Θεσσαλονίκης, το Τμήμα Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνόμευσης Αερολιμένα Αθηνών, το Τμήμα Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνόμευσης Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης οι Υποδιευθύνσεις ή τα Τμήματα Ασφαλείας της έδρας των Αστυνομικών Διευθύνσεων Χώρας, όπου δεν υπάρχουν Υποδιευθύνσεις Ασφαλείας. ιε. «Αρμόδιες Αρχές Εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας» ή «αρμόδιες αρχές εξέτασης» είναι για αιτήσεις που υποβάλλονται στην περιοχή αρμοδιότητας των: (1) Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής (Γ.Α.Δ.Α.), Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας (Γ.Α.Δ.Π.) Στερεάς Ελλάδας και Αστυνομικής Διεύθυνσης (Α.Δ.) Κυκλάδων, το Τμήμα Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής. (2) Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης (Γ.Α.Δ.Θ.), Γ.Α.Δ.Π. Δυτικής Μακεδονίας, Γ.Α.Δ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας, Α.Δ. Καβάλας και Α.Δ. Δράμας, το Τμήμα Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης. (3) Α.Δ. Αλεξανδρούπολης, Α.Δ. Ροδόπης, Α.Δ. Ξάνθης, Α.Δ. Ορεστιάδας, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ορεστιάδας. (4) Γ.Α.Δ.Π. Πελοποννήσου, Γ.Α.Δ.Π. Δυτικής Ελλάδας και Γ.Α.Δ.Π. Ιονίων Νήσων, πλην Α.Δ. Κέρκυρας, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών. (5) Γ.Α.Δ.Π. Ηπείρου και Α.Δ Κέρκυρας, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ιωαννίνων. (6) Γ.Α.Δ.Π. Θεσσαλίας, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Βόλου. (7) Α.Δ. Λέσβου, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Μυτιλήνης. (8) Α.Δ. Χίου, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Χίου. (9) Α.Δ. Σάμου, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Σάμου. μα (Α.Τ.) Λέρου και (ii) στα λοιπά Δωδεκάνησα, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου. (11) Γ.Α.Δ.Π. Κρήτης, η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ηρακλείου. (12) Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, το Τμήμα Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνόμευσης Αερολιμένα Αθηνών. (13) Διεθνούς Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, το Τμήμα Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνόμευσης Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης. ιστ. «Κεντρική αρχή» είναι η Διεύθυνση Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. ιζ. «Χώρα καταγωγής» είναι η χώρα της ιθαγένειας ή, για τους ανιθαγενείς, η χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής τους. ιη. «Άδεια διαμονής» είναι κάθε άδεια, η οποία εκδίδεται από τις Ελληνικές Αρχές, σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπει η Ελληνική νομοθεσία και η οποία επιτρέπει σε αλλοδαπό ή σε ανιθαγενή τη διαμονή του στην ελληνική επικράτεια. ιθ. «Αποφαινόμενη Αρχή» είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη που αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί των αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας. Στις περιπτώσεις των άρθρων 17 παράγραφος 3 και 18, Αποφαινόμενη Αρχή είναι ο οικείος Αστυνομικός Διευθυντής, οι Αστυνομικοί Διευθυντές των Διευθύνσεων Αλλοδαπών Αττικής, Θεσσαλονίκης και ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αερολιμένα Αθηνών. κ. «Αρμόδιες Αρχές Απόφασης» είναι η Αποφαινόμενη Αρχή και η Επιτροπή Προσφυγών. κα. «Μεταγενέστερη αίτηση» είναι η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά από τελεσίδικη απορριπτική απόφαση. κβ. «Ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα» είναι η απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει ή να αρνηθεί να ανανεώσει το καθεστώς πρόσφυγα σε ένα πρόσωπο. κγ. «Ανάκληση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας» είναι η απόφαση της αρμόδιας αρχής να ανακαλέσει ή να αρνηθεί να ανανεώσει το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε ένα πρόσωπο. κδ. «Παραμονή στη Χώρα» είναι η παραμονή στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων και των ζωνών διέλευσης. κε. «Σύμβουλος του αιτούντα» είναι ο νομικός, ιατρός, ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός, ο οποίος τον υποστηρίζει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του.
Άρθρο 3
(Άρθρο 3 Οδηγίας) Πεδίο εφαρμογής
Το παρόν προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων, ή στις ζώνες διέλευσης της Χώρας, καθώς και για την ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και για τις αιτήσεις επικουρικής προστασίας καθώς και για την ανάκληση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Όλες οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας εξετάζονται καταρχήν ως αιτήσεις ασύλου και, εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια της Σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς του πρόσφυγα, εξετάζονται με βάση τα κριτήρια του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, εκτός εάν ρητά υποβάλλεται αίτηση παροχής επικουρικής προστασίας.
Το παρόν προεδρικό διάταγμα δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεων διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου που υποβάλλονται σε ελληνικές διπλωματικές αρχές και μόνιμες αντιπροσωπείες στο εξωτερικό.
Η ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος διατάγματος διενεργούνται πάντα σε συμφωνία με τις επιταγές της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τη Νομική Κατάσταση των Προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης του 1967, καθώς και των διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
Άρθρο 4
(Άρθρο 6 Οδηγίας) Πρόσβαση στη διαδικασία
Κάθε αλλοδαπός ή ανιθαγενής έχει δικαίωμα υποβολής αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Οι αρμόδιες αρχές παραλαβής της αίτησης μεριμνούν, ώστε κάθε ενήλικας να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση, υπό την προϋπόθεση ότι θα παρουσιασθεί αυτοπροσώπως ενώπιον των ως άνω αρχών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. (1) εδ. (α). Σε περίπτωση που ο αιτών είναι κρατούμενος, οι αρχές παραλαβής μεριμνούν για τη μεταγωγή αυτού στην κατά τόπον αρμόδια αρχή εξέτασης κατά την ημερομηνία της συνέντευξης.
Ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος των μελών της οικογένειάς του. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ενήλικα μέλη πρέπει να συναινούν εγγράφως στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους ή, αν αυτό δεν ισχύει, να έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν οι ίδιοι την αίτησή τους. Η συναίνεση ζητείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή το αργότερο κατά την προσωπική συνέντευξη με το εν λόγω μέλος.
Ο ανήλικος, ασυνόδευτος ή μη, άνω των 14 ετών μπορεί να υποβάλει αυτοτελώς αίτηση αν οι ως άνω αρχές θεωρούν ότι έχει την ωριμότητα να αντιληφθεί τη σημασία της πράξης του.
Ο ασυνόδευτος ανήλικος, που δεν πληροί το προαναφερόμενο κριτήριο της ωριμότητας, υποβάλει αίτηση δι’ αντιπροσώπου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12.
Η Κεντρική Αρχή μεριμνά για την ενημέρωση των αρχών στις οποίες είναι πιθανόν να απευθυνθεί όποιος επιθυμεί να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, σχετικά με τις αρμόδιες υπηρεσίες και τη διαδικασία υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 5
(Άρθρο 7 Οδηγίας) Δικαίωμα παραμονής αιτούντων − Εξαιρέσεις
Οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη Χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιοδήποτε τρόπο.
Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται: α. Στις περιπτώσεις όπου οι αρχές παραδίδουν ή εκδίδουν τον ενδιαφερόμενο, είτε σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (Α΄ 127), είτε σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση ενδιαφερόμενου που είναι αντίθετη με το άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αιτήσεώς του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος. β. Στις περιπτώσεις ανάληψης της ευθύνης εξέτασης αίτησης ασύλου από άλλο κράτος, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 343/2003 του Συμβουλίου (L 50/25.2.2003).
Το δικαίωμα παραμονής του αιτούντος στη Χώρα, σύμφωνα με την παρ. 1, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.
Άρθρο 6
(Άρθρο 8 Οδηγίας) Προϋποθέσεις για την εξέταση της αίτησης
Οι αιτήσεις δεν απορρίπτονται, ούτε αποκλείεται η εξέτασή τους για μόνο το λόγο ότι δεν υποβλήθηκαν το ταχύτερο δυνατό.
Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων λαμβάνονται σε ατομική βάση, μετά από εμπεριστατωμένη, αντικειμενική και αμερόληπτη εξέταση. Για το σκοπό αυτό η Κεντρική Αρχή: α. Συγκεντρώνει και αξιολογεί συγκεκριμένες και ακριβείς πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές, όπως η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες, ως προς τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής ή προηγούμενης συνήθους διαμονής των αιτούντων και, εφόσον αυτό απαιτείται, στις χώρες μέσω των οποίων διήλθαν. Οι πληροφορίες αυτές κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές εξέτασης. β. Μεριμνά, ώστε το προσωπικό που εξετάζει τις αιτήσεις και εισηγείται για τη λήψη αποφάσεων, να γνωρίζει τη νομοθεσία και τη νομολογία περί διεθνούς προστασίας. Προς τούτο, διοργανώνει σεμινάρια κατάρτισης, αυτοτελώς ή σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές παραλαβής, εξέτασης και απόφασης τις διαθέσιμες από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες οδηγίες και ενημερωτικά δελτία σε θέματα διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 7
(Άρθρο 9 Οδηγίας) Αιτιολόγηση και επίδοση αποφάσεων
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.