Νόμοι — ΦΕΚ A' 198/2024

Type Νόμος
Publication 2024-12-06
Τελευταία ενημέρωση 2024-12-05
State In force
Source ΦΕΚ
articles 262
Reform history JSON API

Υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβολή του φόρου - Τροποποίηση παρ. 3, αντικατάσταση περ. α) παρ. 4, τροποποίηση παρ. 6 και προσθήκη παρ. 8 στο άρθρο 67 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1.

Στην παρ. 3 του άρθρου 67 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α΄ 167), περί υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβολής του φόρου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «μέχρι και την 30ή Ιουνίου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κατά το χρονικό διάστημα από τη 15η Μαρτίου μέχρι και τη 15η Ιουλίου», β) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «μέχρι το πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου», και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Η δήλωση υποβάλλεται κατά το χρονικό διάστημα από τη 15η Μαρτίου μέχρι και τη 15η Ιουλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος αποβιώσει ή μεταφέρει την κατοικία του στο εξωτερικό, η δήλωση υποβάλλεται από τους κατά περίπτωση υπόχρεους, καθ’ όλη τη διάρκεια του φορολογικού έτους και συνοδεύεται από δικαιολογητικά και στοιχεία που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Εξαιρετικά, τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία, μπορούν να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου.»

2.

Η περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 67 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής: «4.α) Οι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια του γάμου, υποβάλλουν κοινή δήλωση, αρχής γενομένης από το φορολογικό έτος σύναψης του γάμου και για τα εισοδήματα του έτους αυτού. Υπόχρεος για την υποβολή της κοινής δήλωσης είναι ο ένας εκ των δύο συζύγων που δηλώνεται ως υπόχρεος και για τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν στα εισοδήματα εκάστου συζύγου βεβαιώνεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο.»

3.

Στην παρ. 6 του άρθρου 67 του Κ.Φ.Ε., περί καταβολής φόρου, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» αντικαθίσταται από τις λέξεις «σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 5104/2024, Α΄ 58)», β) το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται, γ) στο τέταρτο εδάφιο το αρκτικόλεξο «Δ.Ο.Υ.» αντικαθίσταται από τις λέξεις «αρμόδια υπηρεσία», δ) το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται, ε) προστίθεται νέο τελευταίο εδάφιο, και η παρ. 6, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής: «6. Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων υπολογίζεται με βάση την ετήσια φορολογική δήλωση του φορολογούμενου και το ποσό της φορολογικής οφειλής καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58), κατόπιν έκπτωσης:

  • α) του φόρου που παρακρατήθηκε,
  • β) του φόρου που προκαταβλήθηκε,
  • γ) του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή σύμφωνα με το άρθρο 9.

Αν το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο, η επιπλέον διαφορά επιστρέφεται. Η καταβολή του φόρου γίνεται σε οκτώ (8) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου Ειδικά η καταβολή του φόρου που προσδιορίζεται από δηλώσεις με καταληκτική ημερομηνία υποβολής την 31η Δεκεμβρίου εκάστου φορολογικού έτους, γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου μήνα του επόμενου έτους, ενώ για τις δηλώσεις αυτής της περίπτωσης που υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία εμπρόθεσμα και η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εκδίδεται μετά την 31η Δεκεμβρίου, η καταβολή γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου. Όταν ο φόρος που οφείλεται με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση καταβάλλεται μέχρι την καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών έκπτωση τέσσερα τοις εκατό (4%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι την 30ή Απριλίου, τρία τοις εκατό (3%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι τη 15η Ιουνίου και δύο τοις εκατό (2%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι τη 15η Ιουλίου. Στα πρόσωπα του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3, παρέχεται έκπτωση τέσσερα τοις εκατό (4%) στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών, εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι την 30ή Απριλίου τρία τοις εκατό (3%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι τη 15η Ιουνίου και δύο τοις εκατό (2%), εφόσον η δήλωση υποβληθεί μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου και ο φόρος που οφείλεται καταβληθεί μέχρι την καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης.»

4.

Στο άρθρο 67 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται παρ. 8 ως εξής: «8. Αν η ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας υποβολής δηλώσεων, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, συμπίπτει με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, μετατίθεται για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.».

Άρθρο 85

Υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων και καταβολή του φόρου - Τροποποίηση παρ. 2 και 3 και προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 68 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1.

Στην παρ. 2 του άρθρου 68 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α΄ 167), περί προθεσμίας υποβολής δήλωσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται,

  • β) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, η δήλωση υποβάλλεται κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Μαρτίου μέχρι και την 15η Ιουλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες των οποίων το φορολογικό έτος λήγει σε διαφορετική ημερομηνία από την 31η Δεκεμβρίου, η δήλωση υποβάλλεται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του έκτου μήνα από το τέλος του φορολογικού έτους. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση, η δήλωση υποβάλλεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη λήξη της εκκαθάρισης για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Σε περίπτωση παράτασης της εκκαθάρισης πέραν του έτους, υποβάλλεται προσωρινή δήλωση για τα εισοδήματα κάθε έτους μέσα σε έναν (1) μήνα από τη λήξη του, επιφυλασσομένης της υποβολής οριστικής δήλωσης συγχρόνως με τη λήξη της εκκαθάρισης. Για τα διαλυόμενα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, για τα οποία δεν επιβάλλεται από τον νόμο εκκαθάριση, η δήλωση υποβάλλεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη διάλυση και σε κάθε περίπτωση πριν από τη διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο των περιουσιακών στοιχείων τους.»

2.

Στην παρ. 3 του άρθρου 68 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περί καταβολής φόρου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «τα άρθρα 31 και 32 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «την παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58)», β) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» διαγράφονται, γ) το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται, και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων υπολογίζεται με βάση την ετήσια φορολογική δήλωση του φορολογούμενου και το ποσό της φορολογικής οφειλής καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58), κατόπιν έκπτωσης:

  • α) του φόρου που παρακρατήθηκε,
  • β) του φόρου που προκαταβλήθηκε,
  • γ) του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή σύμφωνα με το άρθρο 9.

Ειδικά για τα μερίσματα που εισπράττει ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα από ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, όταν δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48, από το ποσό του φόρου εκπίπτει το ποσό του αναλογούντος φόρου εισοδήματος κατά το μέρος που αφορά στα διανεμόμενα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που προβαίνει στη διανομή, καθώς και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε ως φόρος επί του μερίσματος. Σε περίπτωση που το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο, η επιπλέον διαφορά επιστρέφεται. Η καταβολή του φόρου γίνεται σε οκτώ (8) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της δήλωσης και οι υπόλοιπες επτά (7) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επτά (7) επόμενων μηνών. Ειδικά, για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες των οποίων το φορολογικό έτος λήγει την 31η Δεκεμβρίου, η καταβολή του φόρου γίνεται σε οκτώ (8) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους και οι υπόλοιπες Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που έχουν λυθεί ή έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση η καταβολή του φόρου γίνεται εφάπαξ και όχι αργότερα από την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την υποβολή της δήλωσης.»

3.

Στο άρθρο 68 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται παρ. 7 ως εξής: «7. Αν η ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας υποβολής δηλώσεων, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2, συμπίπτει με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, μετατίθεται για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.»

Άρθρο 86

Οριστικοποίηση προσυμπλήρωσης δήλωσης για τον προσδιορισμό εισοδήματος φυσικών προσώπων - Προσθήκη εδαφίου στην παρ. 4 άρθρου 36 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58), περί ειδών προσδιορισμού φόρου, προστίθεται νέο εδάφιο, και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4. Αν ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει εμπροθέσμως φορολογική δήλωση, ο προσδιορισμός του φόρου δύναται να γίνεται με έκδοση πράξης εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου με βάση κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση (εκτιμώμενος προσδιορισμός φόρου), και αφορά ιδίως στο επίπεδο διαβίωσης του φορολογούμενου, την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του ή ομοειδείς επιχειρηματικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες. Εάν, μετά την έκδοση της πράξης αυτής, ο φορολογούμενος υποβάλει φορολογική δήλωση, η πράξη αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Ο προσδιορισμός του φόρου γίνεται και με φορολογική δήλωση που έχει προσυμπληρωθεί αυτοματοποιημένα με βάση όλα τα στοιχεία που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση και έχει κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον ο φορολογούμενος δεν αντιταχθεί στο περιεχόμενο της δήλωσης μέχρι την προθεσμία υποβολής της, αυτή οριστικοποιείται αυτόματα (οίκοθεν προσδιορισμός φόρου). Ειδικά για τον προσδιορισμό φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, αν ο φορολογούμενος δεν αντιταχθεί στο περιεχόμενο της προσυμπληρωμένης δήλωσης εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη της προθεσμίας για την υποβολή της, η οριστικοποίηση λαμβάνει χώρα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.».

Άρθρο 87

Υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων εκ μέρους του δημόσιου τομέα για την προσυμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων - Κυρώσεις μη εγγραφής στο Μητρώο, εκπρόθεσμης διαβίβασης ή διαβίβασης ανακριβών δεδομένων - Προσθήκη άρθρου 15Α και παρ. 56 στο άρθρο 83 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

1.

Στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 5104/2024, Α΄ 58), προστίθεται άρθρο 15Α, ως εξής: «Άρθρο 15Α Υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων εκ μέρους του δημόσιου τομέα για την προσυμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων - Κυρώσεις μη εγγραφής στο Μητρώο, εκπρόθεσμης διαβίβασης ή διαβίβασης ανακριβών δεδομένων

1.

Η διαβίβαση προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) των στοιχείων αποδοχών από μισθωτή εργασία και συντάξεις, επιδομάτων και λοιπών παροχών, αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα, εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους και δικαιώματα, καθώς και λοιπών καταβαλλόμενων ποσών που δεν αποτελούν εισόδημα, για τη διασταύρωση και προσυμπλήρωση στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, όπως ορίζονται με τις αποφάσεις που εκδίδονται ή έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 12 του άρθρου 83 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α΄ 58) ή της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4987/2022 (Α΄ 206) ή της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), όταν αυτή γίνεται από φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) διενεργείται μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας (myAADE), με τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου, υπό τους όρους και με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου.

2.

Συστήνεται στην Α.Α.Δ.Ε. Ηλεκτρονικό Μητρώο Υπόχρεων Υποβολής Ετήσιου Αρχείου Εισοδημάτων για την Προσυμπλήρωση και Υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (Μητρώο). Στο Μητρώο εγγράφονται υποχρεωτικά οι φορείς της παρ. 1, καθώς και τα πρόσωπα που φέρουν την ευθύνη της έγκαιρης και έγκυρης διαβίβασης των ηλεκτρονικών αρχείων. Ως ευθυνόμενα πρόσωπα, για τις ανάγκες εφαρμογής του παρόντος ορίζονται τα εξής:

  • α) Τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση των φορέων,

δηλαδή: αα) για την Προεδρία της Δημοκρατίας ο Ειδικός Γραμματέας, αβ) για τη Βουλή των Ελλήνων ο Γενικός Γραμματέας, αγ) για την Προεδρία της Κυβέρνησης ο Προϊστάμενος της Μονάδας Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης, αδ) για τα Υπουργεία οι υπηρεσιακοί γραμματείς, αε) για τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις οι Συντονιστές, αστ) για τους δήμους οι γενικοί γραμματείς ή, ελλείψει αυτών, οι Δήμαρχοι, αζ) για τις περιφέρειες οι εκτελεστικοί γραμματείς ή, ελλείψει αυτών, οι Περιφερειάρχες, αη) για τους λοιπούς φορείς το όργανο διοίκησης που κατέχει την υψηλότερα αμειβόμενη έμμισθη θέση σε κάθε φορέα. Ειδικώς σε δημόσιες υπηρεσίες με διοικητική αυτοτέλεια, όπως ενδεικτικά σχολικές μονάδες, αστυνομικά τμήματα, μονάδες των ενόπλων δυνάμεων, ως ευθυνόμενα πρόσωπα λογίζονται οι επικεφαλής των υπηρεσιών αυτών και

  • β) οι προϊστάμενοι των μονάδων του κάθε δημόσιου

φορέα, οι οποίες είναι αρμόδιες για την εκκαθάριση των καταβαλλόμενων ποσών και την αποστολή των στοιχείων της παρ. 1 στην Α.Α.Δ.Ε..

3.

Η προθεσμία για την αρχική εγγραφή στο Μητρώο των φορέων της παρ. 1 και των ευθυνόμενων προσώπων της παρ. 2 ορίζεται από τη 16η Δεκεμβρίου 2024 έως και τη 15η Ιανουαρίου 2025. Για κάθε επόμενο φορολογικό έτος ορίζεται προθεσμία από την 1η Ιανουαρίου έως και αλλαγής των ευθυνόμενων προσώπων της παρ. 2. Δεν είναι δυνατή η διαβίβαση των ηλεκτρονικών αρχείων της παρ. 1 χωρίς την προηγούμενη εγγραφή του υπόχρεου φορέα στο Μητρώο. Η αποστολή ή διαβίβασή τους με διαφορετικό τρόπο δεν λαμβάνεται υπόψη. Οι φορείς της παρ. 1 διατηρούν την υποχρέωση χορήγησης στους φορολογούμενους βεβαιώσεων σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή για φορολογική χρήση.

4.

Kάθε φορέας διαβιβάζει στην Α.Α.Δ.Ε. τα στοιχεία της παρ. 1 από τη 16η Ιανουαρίου έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου εκάστου έτους. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα είναι δυνατή γνωστοποίηση της αλλαγής των ευθυνόμενων προσώπων. Η μη εγγραφή του φορέα και των ευθυνόμενων προσώπων στο Μητρώο εντός της προθεσμίας της παρ. 3, η μη διαβίβαση, η εκπρόθεσμη αρχική διαβίβαση των ηλεκτρονικών αρχείων στην Α.Α.Δ.Ε., καθώς και η εκπρόθεσμη διαβίβαση διορθωτικών ή συμπληρωματικών ηλεκτρονικών αρχείων, αποτελούν παραβάσεις, για τις οποίες επιβάλλεται από την Α.Α.Δ.Ε. το πρόστιμο της παρ. 5. Οι παραβάσεις του προηγούμενου εδαφίου είναι αυτοτελείς και τα σχετικά πρόστιμα επιβάλλονται αθροιστικά, όταν συντρέχουν περισσότερες της μίας παραβάσεις.

5.

Eπιβάλλεται στα ευθυνόμενα πρόσωπα πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ για κάθε μία από τις παραβάσεις της παρ. 4, για την καταβολή του οποίου υπέχουν ατομική ευθύνη. Το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου δεν δύναται να επιβληθεί μέσα στο ίδιο έτος παραπάνω από μια φορά στο ίδιο ευθυνόμενο πρόσωπο για κάθε μία από τις αυτοτελείς παραβάσεις της παρ. 4. Σε περίπτωση: α) εκπρόθεσμης αρχικής διαβίβασης ηλεκτρονικών αρχείων στην Α.Α.Δ.Ε., το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου προσαυξάνεται κατά πενήντα (50) ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης, με ανώτατο όριο προσαύξησης το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ και β) εκπρόθεσμης διαβίβασης διορθωτικών ή συμπληρωματικών ηλεκτρονικών αρχείων, το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου δύναται να μην επιβάλλεται ή να μειώνεται σε συνάρτηση με τον αριθμό των εσφαλμένων εγγραφών ή με το ποσοστό αυτών επί του συνόλου των αρχείων που διαβιβάσθηκαν σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 56 του άρθρου 83. Η πράξη επιβολής προστίμου εκδίδεται στο όνομα του κάθε ευθυνόμενου προσώπου που έχει δηλωθεί στο Μητρώο της παρ. 2. Το πρόστιμο καταβάλλεται εφάπαξ έως και την τριακοστή ημέρα από την κοινοποίηση της πράξης επιβολής του.

6.

Αν δεν είναι δυνατή η εγγραφή στο Μητρώο για λόγους που σχετίζονται με την καθυστερημένη ενεργοποίησή του από την Α.Α.Δ.Ε., η προθεσμία της παρ. 3 αναστέλλεται για όσο διαρκεί η καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή το πρόστιμο της παρ. 5 επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στον Διοικητή και στον Υποδιοικητή της Α.Α.Δ.Ε. με αρμοδιότητα τον ψηφιακό μετασχηματισμό, καθώς και στον προϊστάμενο της αντίστοιχης οργανικής μονάδας, οι οποίοι έχουν ατομική ευθύνη για την καταβολή του προστίμου.

7.

Τα πρόστιμα των παρ. 5 και 6 προσβάλλονται με προσφυγή στο κατά τόπον αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο.

8.

Εάν οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης προθεσμιών συμπίπτουν με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, μετατίθενται για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.»

2.

Στο άρθρο 83 του Κ.Φ.Δ., περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, προστίθεται παρ. 56 ως εξής: «56. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.:

  • α) δύνανται να συμπληρώνονται ή να εξειδικεύονται

περιπτώσεις φορέων του δημοσίου τομέα που εγγράφονται στο Μητρώο του άρθρου 15Α και τα ευθυνόμενα πρόσωπα αυτών,

  • β) καθορίζονται οι περιπτώσεις μη επιβολής ή μείωσης

του ποσού του προστίμου της περ. β) της παρ. 5 του άρθρου 15Α ανά αριθμό εσφαλμένων εγγραφών ή ανά ποσοστό αποστολής εσφαλμένων δεδομένων,

  • γ) καθορίζονται ο τρόπος, η διαδικασία και ο χρόνος

βεβαίωσης των προστίμων του άρθρου 15Α και

  • δ) προβλέπεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 15Α.».
Άρθρο 88

Υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα και σχετικές παραβάσεις - Προσθήκη παρ. 12 στο άρθρο 53 και παρ. 57 στο άρθρο 83 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

1.

Στο άρθρο 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 5104/2024, Α΄ 58), περί κυρώσεων για παράλειψη υποβολής ή εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα και παράλειψη χορήγησης στοιχείων που ζητούνται από τη Φορολογική Διοίκηση, προστίθεται παρ. 12 ως εξής: «12. Σε πρόσωπα, εκτός των φορέων του δημοσίου τομέα της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), υπόχρεα σε διαβίβαση ή υποβολή σε ετήσια βάση στη Φορολογική Διοίκηση, στοιχείων για τη διασταύρωση και προσυμπλήρωση, κατά περίπτωση, των δηλούμενων εισοδημάτων, ιδίως από τόκους και μερίσματα εταιρειών εισηγμένων στο Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων (ΕΛ.Κ.Α.Τ.), καθώς και των πραγματοποιούμενων δαπανών και ιδίως δαπανών για ιδιωτικά σχολεία και για απόσβεση δανείων ή πιστώσεων της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 31 και της περ. στ) του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α΄ 167), αντίστοιχα, και δαπανών πραγματοποιούμενων με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής των παρ. 6 και 7 του άρθρου 15 του Κ.Φ.Ε., στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των φορολογούμενων, όπως ορίζονται με τις αποφάσεις που εκδίδονται ή έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 12 του άρθρου 83 του παρόντος ή της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4987/2022 (Α΄ 206) ή της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), καθώς και με τις αποφάσεις του δευτέρου εδαφίου της περ. ζ) της παρ. 6 και της περ. β) της παρ. 7 του άρθρου 15 του Κ.Φ.Ε., επιβάλλεται:

  • β) πρόστιμο από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως

το διπλάσιο αυτού για την παράβαση της εκπρόθεσμης αποστολής συμπληρωματικών ή διορθωτικών στοιχείων. Το ύψος του προστίμου του προηγούμενου εδαφίου προσδιορίζεται συνολικά κατ’ έτος με βάση τον αριθμό των εσφαλμένων εγγραφών ή με βάση το ποσοστό αυτών επί του συνόλου των αρχείων που διαβιβάσθηκαν. Αν τα ακαθάριστα έσοδα των υπόχρεων της παρούσας για το φορολογικό έτος που αφορούν τα στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, για την παράβαση της περ. α) επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και για την παράβαση της περ. β) επιβάλλεται πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως το διπλάσιο αυτού. Το ύψος του προστίμου του προηγούμενου εδαφίου προσδιορίζεται συνολικά κατ’ έτος με βάση τον αριθμό των εσφαλμένων εγγραφών ή με βάση το ποσοστό αυτών επί του συνόλου των αρχείων που διαβιβάσθηκαν. Τα στοιχεία των προστίμων που επιβάλλονται με την παρούσα και των προσώπων στα οποία επιβλήθηκαν, δημοσιοποιούνται σε διαδικτυακό τόπο της Φορολογικής Διοίκησης για την ενημέρωση των φορολογουμένων.»

2.

Στο άρθρο 83 του Κ.Φ.Δ., περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, προστίθεται παρ. 57 ως εξής: «57. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή, δύναται να τροποποιείται το ύψος του προστίμου της περ. β) της παρ. 12 του άρθρου 53, καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του προστίμου, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την επιβολή του.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 89

Παράταση αναστολής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ακινήτων έως την 31 Δεκεμβρίου 2025 - Τροποποίηση παρ. 1 και 2 άρθρου 70 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Στο άρθρο 70 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Κώδικας Φ.Π.Α., ν. 5144/2024, Α΄ 162), περί μεταβατικών διατάξεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1, οι λέξεις «μέχρι τις 31.12.2024» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέχρι τις 31.12.2025», β) στην παρ. 2, βα) οι λέξεις «έως τις 31.12.2022» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έως τις 31.12.2024», ββ) οι λέξεις «έως τις 31.12.2024» αντικαθίσταται από τις λέξεις «έως τις 31.12.2025», και οι παρ. 1 και 2 διαμορφώνονται ως εξής: «1. Με αίτηση του υποκειμένου στον φόρο κατασκευαστή οικοδομών προς πώληση, αναστέλλεται υποχρεωτικά μέχρι τις 31.12.2025, η εφαρμογή του Φ.Π.Α. στα ακίνητα της παρ. 1 και της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 8 και επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης ακινήτων. Η αναστολή αφορά στο σύνολο των αδιάθετων παραπάνω ακινήτων του υποκειμένου. Μαζί με την αίτηση ο υποκείμενος υποβάλλει κατάσταση με τα αδιάθετα ακίνητα και το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί στο κάθε ακίνητο προς διακανονισμό. Σε περίπτωση αντιπαροχής, η εργολαβία του υποκειμένου στον φόρο κατασκευαστή οικοδομών προς πώληση προς τον οικοπεδούχο, δεν υπάγεται στον φόρο, όταν ο υποκείμενος κατασκευαστής έχει υπαχθεί σε καθεστώς αναστολής του φόρου κατά τα προηγούμενα εδάφια.

2.

Αναστολές εφαρμογής του Φ.Π.Α. στα ακίνητα της παρ. 1 και της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 8, που είχαν χορηγηθεί και ίσχυαν έως τις 31.12.2024, παρατείνονται έως τις 31.12.2025.».

Άρθρο 90

Παράταση της αναστολής ισχύος άρθρου 41 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για την επιβολή φόρου υπεραξίας από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας - Τροποποίηση περ. α΄ παρ. 33 άρθρου 72 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Στην περ. α΄ της παρ. 33 του άρθρου 72 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α΄ 167), περί μεταβατικών διατάξεων και έναρξης ισχύος, η ημερομηνία «31η Δεκεμβρίου 2024» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31η Δεκεμβρίου 2026» και η περ. α «α. Η ισχύς του άρθρου 41 αναστέλλεται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2026.».

Άρθρο 91

Παράταση φορολόγησης μεταβίβασης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης με τα ποσά φόρου του άρθρου 10 του ν. 2579/1998 - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 19 ν. 5000/2022 Στην παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 5000/2022 (Α΄ 226), περί παράτασης της φορολόγησης μεταβίβασης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης δυνάμει του άρθρου 10 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31), η ημερομηνία «31η.12.2024» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31η.12.2026» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η προθεσμία του δεκάτου εδαφίου της παρ. 1 και του εβδόμου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31), ως προς τα οριζόμενα ποσά φόρου για κάθε μεταβίβαση αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης από επαχθή αιτία, περιλαμβανομένης και της ανταλλαγής του, παρατείνεται και ισχύει για τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται έως και την 31η.12.2026.».

Άρθρο 92

Απαλλαγή από τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων ετών 2025, 2026 και 2027 για τα ακίνητα του Δήμου Σουφλίου της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης - Προσθήκη παρ. 7Θ στο άρθρο 3 του ν. 4223/2013 Στο άρθρο 3 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287), περί απαλλαγών από τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων, προστίθεται παρ. 7Θ ως εξής: «7Θ. Ειδικά για τα έτη 2025, 2026 και 2027 απαλλάσσονται τα ακίνητα που ευρίσκονται στα διοικητικά όρια Μόνιμη απαλλαγή από Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων για εμπράγματα δικαιώματα επί διατηρητέων κτιρίων - Τροποποίηση Ενοτήτων Γ΄ και Ε΄ άρθρου 4 ν. 4223/2013

1.

Στο τελευταίο εδάφιο της Ενότητας Γ΄ του άρθρου 4 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287), περί υπολογισμού του φόρου επί της συνολικής αξίας ανά εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «Ειδικά για τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. ετών 2022, 2023 και 2024» διαγράφονται, β) η λέξη «προηγούμενο» αντικαθίσταται από τη λέξη «πέμπτο» και κατόπιν νομοτεχνικών βελτιώσεων η Ενότητα Γ΄ διαμορφώνεται ως εξής: «Γ. Υπολογισμός φόρου επί της συνολικής αξίας ανά εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου. Για δικαιώματα επί ακινήτων υπολογίζεται φόρος επί της συνολικής αξίας ανά εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, όπως αυτό αποτυπώνεται στη δήλωση στοιχείων ακινήτων του άρθρου 23 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312), σύμφωνα με την κατωτέρω κλίμακα: Kλιμάκια συνολικής αξίας ακινήτου σε ευρώ Συντελεστής φόρου ανά κλιμάκιο αξίας 0,01-400.000 0% 400.000,01-500.000 0,20% 500.000,01-600.000 0,30% 600.000,01-700.000 0,40% 700.000,01-800.000 0,50% 800.000,01-900.000 0,60% 900.000,01-1.000.000 0,70% 1.000.000,01-2.000.000 0,90% >=2.000.000,01 1,00% Ο φόρος υπολογίζεται στη συνολική αξία του εκατό τοις εκατό (100%) της πλήρους κυριότητας του ακινήτου, όπως το δικαίωμα αυτό αναγράφεται στη δήλωση στοιχείων ακινήτων, απομειώνεται με βάση τον συντελεστή συνιδιοκτησίας της παρ. 3 του άρθρου 32 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58), εφόσον υφίσταται συνιδιοκτησία στην πλήρη ή ψιλή κυριότητα, και επιμερίζεται σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 2. Η αξία του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται σύμφωνα με το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο της Ενότητας Ε΄. Η παρούσα Ενότητα εφαρμόζεται, εφόσον η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας του υποκειμένου στον φόρο, όπως αυτή υπολογίζεται βάσει της Ενότητας Ε΄, υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. Η παρούσα Ενότητα δεν εφαρμόζεται για δικαιώματα επί γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού ούτε για δικαιώματα επί των κτιρίων που είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων εκατό (100) ετών και τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία ή ως έργα τέχνης, καθώς και των αναλογούντων σε αυτά ποσοστών επί των γηπέδων ή οικοπέδων στα οποία βρίσκονται. Δεν επιβάλλεται ο φόρος της παρούσας Ενότητας σε δικαίωμα επί οικοπέδου με ή χωρίς κτίσμα, όταν το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του εν λόγω οικοπέδου δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%). Επιπλέον, το δικαίωμα επί του οικοπέδου δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του συντελεστή φόρου ανά κλιμάκιο αξίας της παρούσας Ενότητας, λαμβάνεται όμως υπόψη για τη συνολική αξία της περιουσίας του υποκειμένου στον φόρο για την παρούσα Ενότητα και την Ενότητα Ε΄. Η παρούσα Ενότητα δεν εφαρμόζεται για δικαιώματα επί ιστορικών διατηρητέων μνημείων ή έργων τέχνης, που προστατεύονται από τον Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α΄ 220) και δεν καταλαμβάνονται από το πέμπτο εδάφιο, καθώς και για δικαιώματα επί κτιρίων, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί μέχρι την 31η.12.2021 ως διατηρητέα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 1577/1985 (Α΄ 210) εφόσον τα ως άνω μνημεία, έργα τέχνης ή κτίρια είναι προγενέστερα της 1ης Ιανουαρίου 1940, και για τα αναλογούντα σε αυτά ποσοστά επί των γηπέδων ή οικοπέδων στα οποία βρίσκονται.»

2.

Στο τελευταίο εδάφιο της Ενότητας Ε΄ του άρθρου 4 του ν. 4223/2013, οι λέξεις «Ειδικά για τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. ετών 2022, 2023 και 2024» διαγράφονται, και η Ενότητα Ε΄ «Ε. Προσαύξηση του φόρου φυσικών προσώπων ανάλογα με τη συνολική αξία της περιουσίας. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. φυσικών προσώπων που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, προσαυξάνεται ανάλογα με τη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας

  • α) για αξία ακίνητης περιουσίας έως και εξακόσιες

πενήντα χιλιάδες (650.000) ευρώ, κατά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%),

  • β) για αξία ακίνητης περιουσίας έως και οκτακόσιες

χιλιάδες (800.000) ευρώ, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%),

  • γ) για αξία ακίνητης περιουσίας έως και ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις

εκατό (15%),

  • δ) για αξία ακίνητης περιουσίας από ένα εκατομμύριο

και ένα λεπτό (1.000.000,01) ευρώ και άνω, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%). Η προσαύξηση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται, εφόσον η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Για τον υπολογισμό της συνολικής αξίας της περιουσίας εφαρμόζεται το άρθρο 32 του ν. 3842/2010. Αν το οικόπεδο βρίσκεται σε περιοχή, η οποία δεν εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α΄ 43), για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας αυτού, το γινόμενο της συνολικής τιμής εκκίνησης του οικοπέδου και του συντελεστή οικοπέδου, ο οποίος δεν μπορεί να είναι με

Kλιμάκια συνολικής αξίας ακινήτου σε ευρώ Συντελεστής φόρου ανά κλιμάκιο αξίας
0,01-400.000 0%
400.000,01-500.000 0,20%
500.000,01-600.000 0,30%
600.000,01-700.000 0,40%
700.000,01-800.000 0,50%
800.000,01-900.000 0,60%
900.000,01-1.000.000 0,70%
1.000.000,01-2.000.000 0,90%
>=2.000.000,01 1,00%

υπολογισμό του φόρου ακίνητης περιουσίας φυσικών προσώπων έτους 2013. Στη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας δεν συνυπολογίζεται η αξία των δικαιωμάτων επί των γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού. Επίσης δεν συνυπολογίζεται η αξία των δικαιωμάτων επί των κτιρίων που είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων εκατό (100) ετών και τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία ή ως έργα τέχνης, καθώς και των τυχόν αναλογούντων σε αυτά ποσοστών επί των γηπέδων ή οικοπέδων στα οποία βρίσκονται. Δεν συνυπολογίζεται και η αξία των δικαιωμάτων επί ιστορικών διατηρητέων μνημείων ή έργων τέχνης που προστατεύονται από τον Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς και τα οποία δεν καταλαμβάνονται από το προηγούμενο εδάφιο, καθώς και των δικαιωμάτων επί κτιρίων τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί μέχρι την 31η.12.2021 ως διατηρητέα βάσει του ν. 1577/1985 (Α΄ 210), εφόσον τα ως άνω μνημεία, έργα τέχνης ή κτίρια είναι προγενέστερα της 1ης Ιανουαρίου 1940, και των αναλογούντων σε αυτά ποσοστών επί των γηπέδων ή οικοπέδων στα οποία βρίσκονται.».

Άρθρο 94

Προϋποθέσεις για την υπαγωγή σε ρύθμιση οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση - Κατάργηση περ. γ) παρ. 6 υποπαρ. Α.2 παρ. Α άρθρου πρώτου ν. 4152/2013 Στην παρ. 6 της υποπαρ. Α.2 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), περί διατάξεων για την πάγια ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών, καταργείται η περ. γ), και κατόπιν νομοτεχνικών βελτιώσεων η παρ. 6 «6. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητα:

  • α) η αναλυτική δήλωση όλων των εισοδημάτων, περιουσιακών στοιχείων και τυχόν οφειλών προς τρίτα

πρόσωπα και

  • β) η διαπίστωση ότι έχουν υποβληθεί οι φορολογικές

δηλώσεις της τελευταίας πενταετίας.

  • γ) Καταργείται.».
Άρθρο 95

Παροχή δυνατότητας σε αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα να εξυπηρετήσουν απολεσθείσα ρύθμιση οφειλής - Προσθήκη περ. δ) στην παρ. 1 άρθρου 49 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

1.

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 49 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 5104/2024, Α΄ 58), περί αλληλέγγυας ευθύνης, προστίθεται περ. δ), και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Τα πρόσωπα που είναι εκτελεστικοί πρόεδροι, διευθυντές, γενικοί διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση ή διοίκηση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος, παρακρατούμενου φόρου, κάθε επιρριπτόμενου φόρου, Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους, όπως και για τους τόκους, πρόστιμα, προσαυξήσεις και οποιεσδήποτε διοικητικές χρηματικές κυρώσεις επιβάλλονται επ’ αυτών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • α) Τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν μια από τις ανωτέρω

ιδιότητες είτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας είτε κατά τον χρόνο λύσης, διάλυσης ή συγχώνευσής τους είτε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισής τους,

  • β) Οι οφειλές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια της θητείας τους υπό κάποια εκ των ανωτέρω

ιδιοτήτων με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων. Αν οι οφειλές διαπιστώνονται μετά από έλεγχο, ως αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα κατά την έννοια της παρούσας νοούνται μόνο τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά το φορολογικό έτος ή την περίοδο στην οποία ανάγονται οι οφειλές αυτές. Εάν οι φορολογικές οφειλές της παρούσας έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει και τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά τον χρόνο που κάθε δόση της ρύθμισης κατέστη ληξιπρόθεσμη ή η ρύθμιση απωλέσθηκε. Για τα ποσά των τόκων, των προσαυξήσεων, των προστίμων και των λοιπών χρηματικών κυρώσεων, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει τα πρόσωπα που είναι αλληλεγγύως υπεύθυνα για την κύρια οφειλή επί της οποίας υπολογίζονται και επιβάλλονται τα ποσά αυτά.

  • γ) Οι εν λόγω οφειλές δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποδόθηκαν στο Δημόσιο από υπαιτιότητα των ανωτέρω

προσώπων. Το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας φέρουν τα πρόσωπα της παρούσας.

  • δ) Ειδικά αν απωλεσθεί ρύθμιση στην οποία είχαν υπαχθεί οι εν λόγω οφειλές, τα πρόσωπα που ευθύνονται

αλληλέγγυα δύνανται να επανεντάξουν, κατόπιν αίτησής τους, στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης τις υπολειπόμενες οφειλές του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής. Διατάξεις και όροι που διέπουν την αρχική ρύθμιση στην οποία γίνεται επανένταξη, εξακολουθούν να ισχύουν. Στα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, παρέχεται πληροφόρηση για τις οφειλές για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 περί φορολογικού απορρήτου. Ποσά που έχουν καταβληθεί στη Φορολογική Διοίκηση από πρόσωπα λόγω της αλληλέγγυας ευθύνης τους δεν επιστρέφονται. Ειδικά σε περίπτωση που τα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως υποβάλλουν αίτηση για επανένταξη των οφειλών τους σε ρύθμιση, σύμφωνα με τους όρους της παρούσας περίπτωσης, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την απώλεια της ρύθμισης, δεν βαρύνονται με τόκους, προσαυξήσεις ή πρόστιμα που Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζεται ο τρόπος εφαρμογής της ρύθμισης της παρούσας περίπτωσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.»

2.

Η περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 49 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), πλην του πέμπτου εδαφίου αυτής, εφαρμόζεται και σε ρυθμίσεις οι οποίες έχουν απωλεσθεί έως την 1η.3.2025, εφόσον τα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της υποβάλλουν σχετική αίτηση στη Φορολογική Διοίκηση για την επανένταξη των οφειλών σε ρύθμιση. Με την απόφαση της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 49 καθορίζονται ο τρόπος εφαρμογής της ρύθμισης της παρούσας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 96

Προϋποθέσεις εισφοράς τίτλων από φυσικό πρόσωπο σε νομικό πρόσωπο ή οντότητα - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 42 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 42 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167), περί μεταβίβασης τίτλων, οι λέξεις «πρέπει να έχει ως αντικείμενο εργασιών την άσκηση εμπορικής, παραγωγικής, αγροτικής δραστηριότητας ή παροχής υπηρεσιών και να εδρεύει σε συνεργάσιμο στον φορολογικό τομέα κράτος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πρέπει να εδρεύει σε συνεργάσιμο στον φορολογικό τομέα κράτος και η μεταβίβαση των τίτλων που αποκτήθηκαν από τον εισφέροντα να διενεργείται μετά την παρέλευση δύο (2) τουλάχιστον ετών από τη λήψη τους», και η παρ. 4 «4. Σε περίπτωση που οι μεταβιβαζόμενοι τίτλοι είναι εισηγμένοι σε χρηματιστηριακή αγορά, η τιμή κτήσης και η τιμή πώλησης καθορίζονται από τα δικαιολογητικά έγγραφα συναλλαγών, τα οποία εκδίδει η χρηματιστηριακή εταιρεία ή το πιστωτικό ίδρυμα ή οιοσδήποτε φορέας που διενεργεί συναλλαγές. Σε περίπτωση μεταβίβασης μη εισηγμένων τίτλων, η τιμή πώλησης προσδιορίζεται με βάση την αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας που εκδίδει τους μεταβιβαζόμενους τίτλους κατά το χρόνο της μεταβίβασης ή το τίμημα ή αγοραία αξία που αναγράφεται στη σύμβαση μεταβίβασης, εφόσον αυτό είναι υψηλότερο. Στην περίπτωση εισφοράς από φυσικό πρόσωπο ημεδαπών ή αλλοδαπών τίτλων της παρ. 1 σε λήπτη που είναι ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για την κάλυψη ή αύξηση κεφαλαίου του με αντάλλαγμα μετοχές ή εταιρικά μερίδια, ή μερίδες του λήπτη, ως τιμή πώλησης κατά την εισφορά λαμβάνεται η τιμή κτήσης των εισφερομένων τίτλων, υπό την προϋπόθεση ότι ο εισφέρων είναι ο μοναδικός μέτοχος ή εταίρος του λήπτη. Κατά τη μεταγενέστερη μεταβίβαση των μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή μερίδων που αποκτήθηκαν από τον εισφέροντα, ως τιμή κτήσης λαμβάνεται η αξία κτήσης των εισφερόμενων τίτλων. Για την εφαρμογή του τρίτου και του τέταρτου εδαφίου, ο λήπτης πρέπει να εδρεύει σε συνεργάσιμο στον φορολογικό τομέα κράτος και η μεταβίβαση των τίτλων που αποκτήθηκαν από τον εισφέροντα να διενεργείται μετά την παρέλευση δύο (2) τουλάχιστον ετών από τη λήψη τους. Η τιμή κτήσης προσδιορίζεται με βάση την αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας που εκδίδει τους μεταβιβαζόμενους τίτλους κατά το χρόνο απόκτησης ή το τίμημα που αναγράφεται στη σύμβαση μεταβίβασης κατά το χρόνο της απόκτησης των τίτλων, εφόσον οποιοδήποτε από τα ανωτέρω είναι χαμηλότερο. Ως τιμή κτήσης για τίτλους που έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, λαμβάνεται η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν. Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιορισθεί θεωρείται ότι είναι μηδενική. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, για τον προσδιορισμό της τιμής κτήσης λαμβάνονται υπόψη οι εταιρικές πράξεις που έχουν λάβει χώρα μέχρι τον χρόνο της μεταβίβασης. Σε περίπτωση διαδοχικών αποκτήσεων τίτλων, ως τιμή κτήσης λαμβάνεται η μέση τιμή κτήσης που προκύπτει από τη συνολική αξία κτήσης των τίτλων δια της συνολικής ποσότητας αυτών.».

Άρθρο 97

Μη καταχώριση ή εκπρόθεσμη καταχώριση ή ανακριβής καταχώριση των συναλλαγών διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης - Τροποποίηση παρ. 9 άρθρου 147 Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα Στην παρ. 9 του άρθρου 147 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α΄ 265), περί προστίμου σε μεταφορέα, προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο και η παρ. 9 «9. Στις περιπτώσεις μη καταχώρισης ή εκπρόθεσμης καταχώρισης ή ανακριβούς καταχώρισης των συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης εντός της προθεσμίας δεκατεσσάρων (14) ημερών του άρθρου 73 παρ. 2 περ. α΄ του παρόντος νόμου, επιβάλλεται ανά φορολογικό στοιχείο πρόστιμο εκατό (100) ευρώ, επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων. Το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου δεν επιβάλλεται, εφόσον: α) η μη καταχωρισμένη συναλλαγή καταχωρίσθηκε ή η εκπρόθεσμη καταχώριση έγινε εντός δεκαπέντε (15) ημερών από το πέρας της προθεσμίας της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 73 ή β) η ανακριβής καταχώριση διορθώθηκε εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση στο μέλος ΔΙ.Π.Ε.ΘΕ. της κλήσης σε απολογία της παρ. 3 του άρθρου 152. Στα μέλη ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω πρόστιμα για εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώριση συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης, επιβάλλεται ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., ανά ημερολογιακό έτος, έναντι όλων των τελωνειακών αρχών, πρόστιμο έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, όταν το πλήθος των εκπροθέσμως ή ανακριβώς καταχωρημένων συναλλαγών ανά πλήθος των εκπροθέσμως ή ανακριβώς καταχωρημένων συναλλαγών, ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. είναι από πενήντα ένα (51) έως εκατό (100) φορολογικά στοιχεία πρόστιμο έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ από εκατόν ένα (101) και μέχρι 150 φορολογικά στοιχεία και περαιτέρω πενήντα (50) ευρώ ανά 50 φορολογικά στοιχεία πέραν των 150 εφόσον το μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. υποβάλλει σχετική αίτηση στο αρμόδιο Τελωνείο και καταβάλλει το καταλογιζόμενο πρόστιμο με ταυτόχρονη παραίτηση από τα κατά το άρθρο 152 του ν. 2960/2001 καθοριζόμενα ένδικα μέσα εντός δύο (2) μηνών από την έκδοση των καταλογιστικών Πράξεων. Σε περίπτωση που μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., έχει προβεί σε μη καταχώριση συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης ανεξαρτήτως αριθμού ή σε εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώριση άνω των εκατόν πενήντα (150) φορολογικών στοιχείων ανά ημερολογιακό έτος ή σε εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώριση κάτω των εκατόν πενήντα (150) φορολογικών στοιχείων αλλά διαπιστώνεται από τις αρμόδιες αρχές τέλεση λαθρεμπορίας, επιβάλλεται και ποινή διαγραφής του μέλους από το μητρώο ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ.. Δεν συνιστά παράβαση, κατά τα ανωτέρω, ανακριβής δήλωση η οποία επανεισήχθη διορθωμένη στο ως άνω σύστημα από μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 73 παρ. 2 περ. α΄ του παρόντος νόμου προθεσμίας δεκατεσσάρων (14) ημερών. Στις περιπτώσεις που η εκπρόθεσμη καταχώριση στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης αφορά ακύρωση εμπρόθεσμης καταχώρισης και εκ νέου καταχώριση της ίδιας συναλλαγής με προσθήκη του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου του αγοραστή πετρελαίου θέρμανσης, κατόπιν αποστολής σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος στα μέλη του Μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και εντός της ορισθείσας σε αυτό προθεσμίας, δεν οφείλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας παραγράφου. Καταλογιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί για τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου ανακαλούνται, μετά από σχετική αίτηση του μέλους Μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., από την εκδούσα τελωνειακή αρχή και τυχόν καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται.».

Άρθρο 98

Απαλλαγή των ενδοομιλικών μερισμάτων από τον φόρο εισοδήματος και προϋποθέσεις απαλλαγής εισοδήματος από υπεραξία μεταβίβασης τίτλων συμμετοχής σε νομικά πρόσωπα - Προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 48, προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 48Α, τροποποίηση παρ. 40 και προσθήκη παρ. 92 στο άρθρο 72 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1.

Στο άρθρο 48 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α΄ 167), περί απαλλαγής ενδοομιλικών μερισμάτων από τον φόρο εισοδήματος, προστίθεται παρ. 7 ως εξής: «7. Τα ενδοομιλικά μερίσματα που εισπράττει ένα νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, από νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο εκτός της Ε.Ε., απαλλάσσονται από τον φόρο, αν το νομικό πρόσωπο που προβαίνει στη διανομή, σωρευτικά:

  • α) έχει τη νομική μορφή κεφαλαιουχικής εταιρείας με

βάση το δίκαιο του κράτους εγκατάστασής του,

  • β) δεν είναι εγκατεστημένο σε μη συνεργάσιμο κράτος,

σύμφωνα με το άρθρο 65,

  • γ) υπόκειται, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής, σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων ή άλλο

παρόμοιο φόρο,

  • δ) ο λήπτης φορολογούμενος κατέχει ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) της

αξίας ή του πλήθους του μετοχικού ή βασικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του νομικού προσώπου που διανέμει και

  • ε) το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής διακρατείται τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες.

Η παρούσα ισχύει επίσης για τα ενδοομιλικά μερίσματα από μόνιμες εγκαταστάσεις εταιρειών κρατών εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βρίσκονται στην Ελλάδα και προέρχονται από τις θυγατρικές τους σε άλλο κράτος. Οι παρ. 3 έως 6 εφαρμόζονται αναλόγως και στα εισοδήματα της παρούσας.»

2.

Στο άρθρο 48Α του Κ.Φ.Ε., περί προϋποθέσεων απαλλαγής εισοδήματος από υπεραξία μεταβίβασης τίτλων συμμετοχής σε νομικά πρόσωπα, προστίθεται παρ. 4 ως εξής: «4. Το εισόδημα που προκύπτει από την υπεραξία μεταβίβασης τίτλων συμμετοχής σε νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο εκτός της Ε.Ε., που εισπράττει ένα νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, απαλλάσσεται από τον φόρο, αν το νομικό πρόσωπο του οποίου οι τίτλοι μεταβιβάζονται πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) έχει τη νομική μορφή κεφαλαιουχικής εταιρείας με

βάση το δίκαιο του κράτους εγκατάστασής του,

  • β) δεν είναι εγκατεστημένο σε μη συνεργάσιμο κράτος,

σύμφωνα με το άρθρο 65,

  • γ) υπόκειται, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής, σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων ή άλλο

παρόμοιο φόρο,

  • δ) το μεταβιβάζον νομικό πρόσωπο κατέχει ελάχιστο

ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας ή του πλήθους του μετοχικού κεφαλαίου ή βασικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του νομικού προσώπου του οποίου οι τίτλοι συμμετοχής μεταβιβάζονται και

  • ε) το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής διακρατείται τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες.

Οι παρ. 2 και 3 εφαρμόζονται αναλόγως και στα εισοδήματα της παρούσας.»

3.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 40 του άρθρου 72 του Κ.Φ.Ε., περί μεταβατικών διατάξεων, οι λέξεις «των παραγράφων 1 και 2» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των παρ. 1, 2 και 7», και η παρ. 40 διαμορφώνεται ως εξής: «40. Τα φορολογικά πλεονεκτήματα των παρ. 1, 2 και 7 του άρθρου 48 και της παρ. 1 του άρθρου 63 δεν παρέχονται σε ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων οι οποίες, έχοντας τεθεί σε εφαρμογή με κύριο σκοπό ή έναν από σκοπό του παρόντος, δεν είναι γνήσιες ως προς όλα τα σχετικά γεγονότα και τις συνθήκες. Μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη. Για τους σκοπούς της παραγράφου αυτής, μια ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων θεωρείται μη γνήσια στον βαθμό που δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα.»

4.

Στο άρθρο 72 του Κ.Φ.Ε., περί μεταβατικών διατάξεων, προστίθεται παρ. 92 ως εξής: «92. Οι ζημίες των νομικών προσώπων του άρθρου 45, που προέρχονται από τη μεταβίβαση τίτλων συμμετοχής της παρ. 4 του άρθρου 48Α μπορούν να αναγνωριστούν προς έκπτωση μετά την 1η Ιανουαρίου 2025 υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αποτιμηθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2023 και έχουν εγγραφεί στα βιβλία της εταιρείας ή αποτυπώνονται σε οικονομικές καταστάσεις ελεγμένες από ορκωτούς ελεγκτές. Η έκπτωση των ζημιών του πρώτου εδαφίου αναγνωρίζεται, μόνο αν αυτές καταστούν οριστικές έως την 31η Δεκεμβρίου 2026. Αν οι ζημίες, κατά τον χρόνο οριστικοποίησης, είναι μικρότερες από τις ζημίες που αποτιμήθηκαν, αναγνωρίζεται το μικρότερο ποσό και αν είναι μεγαλύτερες, αναγνωρίζεται μόνο το ποσό που αποτιμήθηκε.».

Άρθρο 99

Φορολογική μεταχείριση ωφέλειας από τη διαγραφή μέρους ή του συνόλου του χρέους νομικών προσώπων, νομικών οντοτήτων και φυσικών προσώπων που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα - Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 21 και παρ. 5 άρθρου 47 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1.

Στην παρ. 6 του άρθρου 21 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172, Α΄ 167) προστίθεται τελευταίο εδάφιο και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Η ωφέλεια επιχείρησης που προκύπτει από την παραίτηση πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξη χρέους στο πλαίσιο αμοιβαίας συμφωνίας ή δικαστικού συμβιβασμού, η οποία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους συνεργασίας, αποτελεί εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων του άρθρου 62 του ν. 4389/2016. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί φορολογίας δωρεών του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών, και Κερδών από Τυχερά Παίγνια ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (Α΄ 266). Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, η ωφέλεια που προκύπτει από τη διαγραφή μέρους ή του συνόλου του χρέους προς πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, προς υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή προς εταιρεία του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) στο πλαίσιο εξωδικαστικού συμβιβασμού ή από συμφωνίες που συνάπτονται βάσει του ν. 4469/2017 (Α΄ 62) ή στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020 (Α΄ 207) ή σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος.»

2.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 47 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος μετά τη λέξη «διατάξεις» προστίθενται οι λέξεις «του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 21» και η παρ. 5 διαμορφώνεται «5. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 21, των παρ. 2, 3 και 6 του άρθρου 37 και της παρ. 6 του άρθρου 42 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες του άρθρου 45. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 37 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής και δεν διατηρούν στην Ελλάδα μόνιμη εγκατάσταση.»

3.

Οι παρ. 1 και 2 ισχύουν για φόρους για τους οποίους η υποχρέωση καταβολής αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά.

Άρθρο 100

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους ΣΤ΄

1.

Τα άρθρα 84, περί υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβολής του φόρου, και 86, περί οριστικοποίησης προσυμπλήρωσης δήλωσης για τον προσδιορισμό εισοδήματος φυσικών προσώπων, ισχύουν για τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2024 και εφεξής.

2.

Το άρθρο 85, περί υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων και καταβολής του φόρου, ισχύει για τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2024 και εφεξής.

ΜΕΡΟΣ Ζ΄

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) 1907/2006 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 18ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2006 ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) 1272/2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 16ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008

Άρθρο 101

Χορήγηση εξαιρέσεων από τον Κανονισμό (ΕΚ) 1907/2006 (παρ. 3 άρθρου 2 Κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006)

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας δύναται να χορηγούνται εξαιρέσεις από τον Κανονισμό (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων, καθώς και για την τροποποίηση της Οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου και του Κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής, καθώς και της Οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των Οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (L 396) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις για ορισμένες ουσίες υπό καθαρή μορφή, σε μείγμα ή σε αντικείμενο, εφόσον απαιτείται για λόγους εθνικής άμυνας.

Άρθρο 102

Χορήγηση εξαιρέσεων από τον Κανονισμό (ΕΚ) 1272/2008 (παρ. 4 άρθρου 1 Κανονισμού (ΕΚ) 1272/2008)

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας δύναται να χορηγούνται εξαιρέσεις από τον Κανονισμό (ΕΚ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2006 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των Οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 (L 353) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις για ορισμένες ουσίες ή μείγματα, εφόσον απαιτείται για λόγους εθνικής άμυνας.

ΜΕΡΟΣ Η΄

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 103

Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες - Τροποποίηση παρ. 2 έως 4 άρθρου 48 ν. 4557/2018

1.

Στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), περί των μονάδων και αρμοδιοτήτων της Αρχής τα εδάφια δεύτερο έως έβδομο διαγράφονται, και η περ. β) διαμορφώνεται ως εξής: «β) Η Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή αντίστοιχης σοβαρής οικονομικής εγκληματικότητας, κατά προτίμηση δε και με γνώση της αγγλικής γλώσσας.»

2.

Στην παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 4557/2018 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην υποπερ. αα) της περ. α), οι λέξεις «από το Αρχηγείο» και οι λέξεις «ή την Υ.Π.Ο.Α.Δ.Η.Ε.» διαγράφονται, β) στην περ. β), το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο διαγράφονται, γ) στην περ. γ), οι λέξεις «στο άρθρο 187Α» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στα άρθρα 187Α και 187Β», δ) προστίθεται περ. στ), και κατόπιν νομοτεχνικών βελτιώσεων η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Β΄ Μονάδα Χρηματοοικονομικών Κυρώσεων

  • α) Η Β΄ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και

δύο (2) μέλη της Αρχής με γνώση της αγγλικής γλώσσας, και ειδικότερα:

  • αα) ένα στέλεχος της Ελληνικής Αστυνομίας που προτείνεται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη,
  • ββ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Εξωτερικών που

προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό.

  • β) Η Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς

και από προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων τρομοκρατίας κατά προτίμηση δε και με γνώση της αγγλικής γλώσσας.

  • γ) Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από

τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές ή περιέρχονται σε αυτήν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο και αφορούν την τέλεση πράξης από αυτές που περιγράφονται στα άρθρα 187Α και 187Β ΠΚ. Ομοίως, διερευνά και αξιολογεί κάθε τέτοια πληροφορία που διαβιβάζεται στην Αρχή από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής.

  • δ) Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Μονάδας είναι αρμόδιοι για τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 43

σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που επιβάλλεται με Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των οργάνων του και με Αποφάσεις και Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Μονάδα είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των προσώπων που σχετίζονται με την τρομοκρατία και τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 50.

  • ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα συντάσσει έκθεση

των πεπραγμένων της, η οποία υποβάλλεται μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους στους Υπουργούς Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη.

  • στ) Η Μονάδα συμμετέχει σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς

οργανισμούς, καθώς και σε φορείς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αντίστοιχων με αυτήν αρχών, παρακολουθεί τις εργασίες τους και συμμετέχει σε ομάδες εργασίας των εν λόγω φορέων για θέματα αρμοδιότητάς της.»

3.

Στην παρ. 4 του άρθρου 48 του ν. 4557/2018 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην υποπερ. δδ) της περ. α), οι λέξεις «με πτυχίο νομικής σχολής νομικού τμήματος» διαγράφονται, β) στην περ. β), το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο διαγράφονται, γ) στην περ. γ): γα) στο πρώτο εδάφιο, πριν από τις λέξεις «και προβαίνει κατά την κρίση της» προστίθενται οι λέξεις «όπως έχουν κατανεμηθεί σε αυτήν με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 27 του ίδιου νόμου», δ) στο τέταρτο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «εφαρμόζεται αναλόγως», προστίθενται οι λέξεις «, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 του ίδιου νόμου», ε) στο ένατο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης» προστίθενται οι λέξεις «με απόφαση του Προέδρου της Αρχής, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 31 και την παρ. 3 του άρθρου 26 του ν. 5026/2023 (Α΄ 45)» και κατό «4. Γ΄ Μονάδα Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

  • α) Η Γ΄ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και

τέσσερα (4) μέλη της Αρχής κατά προτίμηση δε και με γνώση της αγγλικής γλώσσας και ειδικότερα:

  • αα) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης του

Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό,

  • ββ) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος που

προτείνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο,

  • γγ) ένα στέλεχος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

που προτείνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο,

  • δδ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, που

προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό.

  • β) Η Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς

και από προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων και τη διερεύνηση οικονομικών συναλλαγών.

  • γ) Η Μονάδα δέχεται τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1

του άρθρου 3 του ν. 5026/2023 (Α΄ 45), όπως έχουν κατανεμηθεί σε αυτήν με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 25 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 27 του ίδιου νόμου, και προβαίνει κατά την κρίση της σε δειγματοληπτικό ή στοχευμένο έλεγχο των δηλώσεων αυτών εφαρμόζοντας κριτήρια και τεχνικές ανάλυσης κινδύνου. Στο πλαίσιο αυτό διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή περιέρχονται στην Αρχή σχετικά με τη μη υποβολή ή με ανακρίβειες των δηλώσεων αυτών. Ο έλεγχος, εκτός από τη διαπίστωση της υποβολής και του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει τη διακρίβωση κατά πόσον η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους. Η παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 5026/2023 εφαρμόζεται αναλόγως, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 του ίδιου νόμου. Η Μονάδα προβαίνει κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε έλεγχο των δηλώσεων:

  • αα) των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων της Βουλής

και της Γενικής Κυβέρνησης,

  • ββ) των Γενικών Γραμματέων των Αποκεντρωμένων

Διοικήσεων και των Συντονιστών Αποκεντρωμένων Διοικήσεων,

  • γγ) των Προέδρων, των Αντιπροέδρων, των Διοικητών

και των διευθυνόντων συμβούλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημόσιων επιχειρήσεων και δημόσιων οργανισμών,

  • δδ) του Προέδρου και των Αντιπροέδρων του Νομικού

Συμβουλίου του Κράτους,

  • εε) των ιδιοκτητών, των εκδοτών, των βασικών μετόχων, των προέδρων, των διευθυνόντων συμβούλων, των

διαχειριστών, καθώς και των γενικών διευθυντών και των διευθυντών ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών που κατέχουν άδεια λειτουργίας ή εν γένει έχουν την εκμετάλλευση: i) τηλεοπτικών σταθμών, ελεύθερης λήψης ή παροχής κάθε μορφής συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, ii) επιχειρήσεων ή εταιρειών που εκμεταλλεύονται ή εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας, στστ) των Αρχηγών και των Υπαρχηγών της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής και του Πυροσβεστικού Σώματος. Σε εξαιρετικά σύνθετες περιπτώσεις ελέγχου δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, με απόφαση του Προέδρου της Αρχής, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 31 και την παρ. 3 του άρθρου 26 του ν. 5026/2023, η Μονάδα μπορεί να αναθέτει τη διενέργεια λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές εγγεγραμμένους στο μητρώο που τηρείται στην Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθώς και σε ειδικούς επιστήμονες, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τα στοιχεία των δηλώσεων και των αντίστοιχων δικαιολογητικών και συντάσσουν αναλυτική έκθεση που υποβάλλεται στη Μονάδα για την υποβοήθηση του έργου της. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται η διαδικασία, ο προϋπολογισμός και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας. Η Μονάδα παρέχει κατευθυντήριες οδηγίες στα υπόχρεα προς δήλωση περιουσιακής κατάστασης πρόσωπα και στους αρμόδιους φορείς για τη σύνταξη καταλόγων υπόχρεων προσώπων, καθώς και για οποιαδήποτε λεπτομέρεια εμπίπτει στην αρμοδιότητά της. Μπορεί δε να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία ή να προβούν σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια που σχετίζεται με τον έλεγχο, μέσα στην προθεσμία που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 5026/2023.

  • δ) Μετά το πέρας ενός ελέγχου, η Μονάδα αποφασίζει

αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 5026/2023, Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 5026/2023, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, το πόρισμα αποστέλλεται και στην αρχή αυτή. Υπόθεση που έχει αρχειοθετηθεί μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί ο έλεγχος ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.

  • ε) Η Μονάδα συμμετέχει σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς

οργανισμούς, καθώς και σε φορείς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αντίστοιχων με αυτήν αρχών, παρακολουθεί τις εργασίες τους και συμμετέχει σε ομάδες εργασίας των εν λόγω φορέων για θέματα αρμοδιότητάς της.

  • στ) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα συντάσσει έκθεση

των πεπραγμένων της, η οποία υποβάλλεται μέχρι τις 15 στους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.».

Άρθρο 104

Προσωπικό και λειτουργία της Αρχής - Αντικατάσταση άρθρου 51 ν. 4557/2018 Το άρθρο 51 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), περί προσωπικού και λειτουργίας της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 51 Προσωπικό και λειτουργία της Αρχής

1.

Για τις ανάγκες των Μονάδων της Αρχής και του Αυτοτελούς Γραφείου Διοικητικής Υποστήριξης συστήνονται ενενήντα τρεις (93) οργανικές θέσεις και δύο (2) θέσεις συνεργατών - μετακλητών υπαλλήλων. Οι θέσεις του πρώτου εδαφίου πληρούνται με πρόσληψη, διορισμό, μετάταξη και απόσπαση.

2.

Η Αρχή στελεχώνεται από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έως δύο (2) συνεργάτες μετακλητούς υπαλλήλους, οι οποίοι καταλαμβάνουν αντίστοιχες θέσεις της παρ. 1. Η πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων γίνεται:

  • α) με διορισμό ή πρόσληψη, μετά από εισήγηση του

Προέδρου της Αρχής, σύμφωνα με τον ν. 4765/2021 (Α΄ 6) και το άρθρο 51 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), περί ετήσιου προγραμματισμού ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα, με εξαίρεση τον διορισμό των συνεργατών - μετακλητών υπαλλήλων. Για την πρόσληψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, το άρθρο 57 του ν. 5043/2023 (Α΄ 91), περί πρόσληψης προσωπικού. Οι συνεργάτες - μετακλητοί υπάλληλοι διαθέτουν πέντε (5) τουλάχιστον έτη εμπειρίας στα αντικείμενα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και προσλαμβάνονται κατ’ επιλογή του Προέδρου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλογικά των άρθρων 46 έως 48 του ν. 4622/2019, περί της στελέχωσης των ιδιαίτερων γραφείων.

  • β) με μετάταξη ή απόσπαση μόνιμου προσωπικού και

προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί σε φορείς στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143).

3.

Πέραν του ανωτέρω προσωπικού, στην Αρχή δύναται να αποσπάται προσωπικό ως εξής:

  • α) ένστολοι από την Ελληνική Αστυνομία, το Πυροσβεστικό Σώμα και το Λιμενικό Σώμα - Ελληνική Ακτοφυλακή,
  • β) δικαστικοί υπάλληλοι των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, η απόσπαση των οποίων διενεργείται, ύστερα από πρόταση του Προέδρου της Αρχής, σύμφωνα

με τον Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α΄ 68) και

  • γ) στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής

Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχου.

4.

Οι αποσπάσεις της περ. β) της παρ. 2 και των περ. α) και γ) της παρ. 3 διενεργούνται με απόφαση του Προέδρου της Αρχής, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου φορέα προέλευσης, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης περί αποσπάσεων. Οι αποσπάσεις των ενστόλων της Ελληνικής Αστυνομίας, της περ. α, της παρ. 3, διενεργούνται με απόφαση του προέδρου της Αρχής ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Το σύνολο των θέσεων των αποσπασμένων υπαλλήλων των παρ. 2 και 3 δεν δύναται να υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) των θέσεων της παρ. 1. Οι υπάλληλοι της παρ. 3 δύνανται να καταλαμβάνουν θέσεις προϊσταμένων εντός της Αρχής, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 13.

5.

Η χρονική διάρκεια των αποσπάσεων στην Αρχή ορίζεται σε τρία (3) έτη με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης για μία (1) φορά και αρχίζει από την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας του αποσπασμένου υπαλλήλου στην Αρχή. Η διαδικασία της απόσπασης των παρ. 2 και 3 ολοκληρώνεται μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη διαβίβαση της απόφασης του Προέδρου της Αρχής στον φορέα προέλευσης, με την επιφύλαξη των αποσπάσεων των υπαλλήλων της περ. β) της παρ. 3. Η απόσπαση ανανεώνεται, με την ίδια ως άνω διαδικασία δύο (2) μήνες πριν από τη λήξη της και λήγει οποτεδήποτε για λόγους αναγόμενους αποκλειστικά στην άσκηση των καθηκόντων του αποσπώμενου προσωπικού ή κατόπιν αίτησής του, ύστερα από απόφαση του Προέδρου της Αρχής. Ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπασμένων υπαλλήλων λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη, καθώς και για κάθε άλλη συνέπεια.

6.

Υπάλληλος που προσλαμβάνεται, διορίζεται ή μετατάσσεται στην Αρχή, σύμφωνα με την παρ. 2, δεν μπορεί να μεταταχθεί ή αποσπαστεί σε άλλο φορέα πριν παρέλθει χρονικό διάστημα έξι (6) ετών από την πράξη πρόσληψης, διορισμού ή μετάταξης. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για αποσπάσεις στην Ευρωπαϊκή Αρχή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (AMLA), που έχει συσταθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1620 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, σχετικά με τη σύσταση της Αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 1094/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 (Σειρά L/19.6.2024).

7.

Τα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη, τον διορισμό ή τη μετάταξη στην Αρχή ορίζονται στο π.δ. 85/2022 (Α΄ 237), με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στον Οργανισμό της Αρχής. Το προσωπικό της Αρχής διαθέτει την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση, ακεραιότητα, υπηρεσιακή εμπειρία και ικανότητα για την ανάληψη θέσης σε Μονάδα της Αρχής, καθώς και άριστο υπηρεσιακό μητρώο, κατά προτίμηση δε και γνώση της αγγλικής γλώσσας. Δεν πρέπει να συντρέχουν σε αυτό τα κωλύματα διορισμού του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26). Η κάλυψη των κατέχουν οργανική θέση στην Αρχή.

8.

Για τις αποδοχές του προσωπικού της Αρχής, εφαρμόζεται το άρθρο 51Α.

9.

Ο Πρόεδρος της Αρχής αποφασίζει για την κατανομή των υποθέσεων, καθώς και τις περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαία η εμπλοκή δύο (2) ή και όλων των Μονάδων στην έρευνα της ίδιας υπόθεσης.

10.

Για τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη του έργου του Προέδρου της Αρχής, συνιστάται Αυτοτελές Γραφείο Διοικητικής Υποστήριξης, στο οποίο κατανέμονται έως δέκα (10) εκ των θέσεων της παρ. 1, υπάγεται απευθείας στον Πρόεδρο και στελεχώνεται, σύμφωνα με το παρόν.

11.

Ο Πρόεδρος και τα μέλη της κάθε Μονάδας μεριμνούν για τη βελτίωση της εκπαίδευσης και τη συνεχή κατάρτιση του προσωπικού της, συντονίζουν, επιβλέπουν και αξιολογούν το έργο του και λαμβάνουν μέτρα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Μονάδας. Στο τέλος κάθε έτους ο Πρόεδρος συντάσσει έκθεση για την απόδοση και τη συμπεριφορά κάθε υπαλλήλου της Αρχής, την οποία, για τους αποσπασμένους υπαλλήλους, αποστέλλει στον φορέα προέλευσης του υπαλλήλου. Η αξιολόγηση του προσωπικού και των προϊσταμένων διενεργείται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του ν. 4940/2022 (Α΄ 112) και επέχει θέση αξιολόγησης που εφαρμόζεται στον δημόσιο τομέα.

12.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα μέλη και το προσωπικό της Αρχής τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Επιπλέον, τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από την Αρχή. Η παράβαση του καθήκοντος εχεμύθειας τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

13.

Με απόφαση του Προέδρου της Αρχής:

  • α) καθορίζεται ο Οργανισμός της Αρχής, κατανέμονται

και ανακατανέμονται οι θέσεις της παρ. 1 ανά κατηγορία εκπαίδευσης, ανά εργασιακή σχέση, κλάδο και ειδικότητα, προς κάλυψη των επιχειρησιακών αναγκών της Αρχής,

  • β) τοποθετούνται ή μετακινούνται οι υπάλληλοι στις

επιμέρους μονάδες της Αρχής,

  • γ) που εκδίδεται έως την 20ή Δεκεμβρίου κάθε έτους,

καθορίζονται και κατανέμονται στις οργανικές μονάδες της Αρχής οι προτεραιότητες και οι στόχοι για το επόμενο έτος αναφοράς και

  • δ) ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα που αφορούν στη

λειτουργία της Αρχής και των επιμέρους μονάδων της, τον κανονισμό λειτουργίας, τη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων, τις ειδικότερες αρμοδιότητες του Προέδρου, των μελών και του προσωπικού τους, τον τρόπο διαχείρισης των υποθέσεων και τη συνεργασία της Αρχής και των επιμέρους Μονάδων με τις εθνικές και τις αλλοδαπές αρχές και κάθε άλλο θέμα αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία της Αρχής.».

Άρθρο 105

Μισθολογικό καθεστώς Αρχής - Προσθήκη άρθρου 51Α στον ν. 4557/2018 Στον ν. 4557/2018 (Α΄ 139), προστίθεται άρθρο 51Α, «Άρθρο 51Α Μισθολογικό καθεστώς Αρχής - Εξουσιοδοτική διάταξη

1.

Στον Πρόεδρο και τα μέλη της Αρχής καταβάλλεται αποζημίωση. Στο σύνολο του προσωπικού που υπηρετεί στην Αρχή καταβάλλονται, πέραν των αποδοχών της θέσης τους, πρόσθετες αμοιβές οι οποίες δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων.

2.

Στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Αρχή εξακολουθεί να καταβάλλεται:

  • α) η προσωπική διαφορά του άρθρου 27 του

ν. 4354/2015 (A΄ 176), περί διασφάλισης αποδοχών, στο ύψος που αυτή έχει προσδιοριστεί κατά την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας στην Αρχή και

  • β) η οικογενειακή παροχή του άρθρου 15 του

ν. 4354/2015. Στους προϊστάμενους των οργανικών μονάδων της Αρχής καταβάλλεται, για όσο χρόνο ασκούν τα συγκεκριμένα καθήκοντα, το αντίστοιχο με τη θέση μηνιαίο επίδομα, όπως αυτό ορίζεται με τις ισχύουσες διατάξεις.

3.

Οι υπάλληλοι που υπηρετούν με απόσπαση στην Αρχή λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών και επιδομάτων της οργανικής τους θέσης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4354/2015. Οι αποδοχές του αποσπασθέντος προσωπικού συνεχίζουν να καταβάλλονται από την υπηρεσία προέλευσής του, σύμφωνα με το άρθρο 54 του ν. 4407/2016 (Α΄ 134) κατ’ εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 23 του ν. 4354/2015.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, η αποζημίωση του Προέδρου και των μελών της Αρχής, καθώς και οι πρόσθετες αμοιβές του προσωπικού της παρ. 1.

5.

Με απόφαση του Προέδρου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 του ν. 4354/2015, περί αποζημίωσης για εργασία καθ’ υπέρβαση του υποχρεωτικού ωραρίου και αποζημίωσης για εργασία προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, το προσωπικό της Αρχής λαμβάνει αποζημίωση για υπερωριακή εργασία και εργασία κατά τις νυχτερινές ώρες ή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, σύμφωνα με τον ν. 4270/2014 (Α΄ 143) και το π.δ. 54/2018 (Α΄ 103).».

Άρθρο 106

Πειθαρχικά συμβούλια - Προσθήκη άρθρου 51Β στον ν. 4557/2018 Στον ν. 4557/2018 (Α΄ 139), προστίθεται άρθρο 51Β, «Άρθρο 51Β Πειθαρχικά συμβούλια - Εξουσιοδοτική διάταξη

1.

Ο Πρόεδρος, τα μέλη και οι υπάλληλοι κάθε Μονάδας, που παραβαίνουν υπαίτια τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, υπέχουν, ανεξάρτητα από την ποινι

  • α) Για τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Αρχή,

εφαρμόζονται τα άρθρα 103 έως 151 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26), με την επιφύλαξη των περ. β) και γ) της παρούσας,

  • β) ειδικά για τους αποσπασμένους υπαλλήλους,

οι οποίοι προέρχονται από φορείς εκτός του πεδίου εφαρμογής του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., η πειθαρχική δίωξη ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα των φορέων από τους οποίους προέρχονται, ύστερα από αναφορά του Προέδρου της Αρχής προς αυτά,

  • γ) για τους Προϊσταμένους των Α΄, Β΄ και Γ΄ Μονάδων,

την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο Πρόεδρος της Αρχής,

  • δ) για τα μέλη των Μονάδων, η πειθαρχική δίωξη ασκείται, κατά περίπτωση, από τον εποπτεύοντα Υπουργό ή

Διοικητή ή Πρόεδρο του φορέα προέλευσης, ύστερα από αναφορά του Προέδρου της Αρχής προς τα πειθαρχικά συμβούλια των φορέων προέλευσης και η υπόθεση εκδικάζεται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα των φορέων αυτών,

  • ε) για τον Πρόεδρο, η πειθαρχική δίωξη ασκείται και η

υπόθεση εκδικάζεται από τα όργανα που προβλέπονται στο Σύνταγμα και τον Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α΄ 109).

2.

Με απόφαση του Προέδρου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συστήνεται και συγκροτείται το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Αρχής, στη σύνθεση του οποίου μετέχουν:

  • α) ο Προϊστάμενος της Α΄ Μονάδας της Αρχής με τον

αναπληρωτή του που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Αρχής και

  • β) δύο (2) Πάρεδροι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι ορίζονται από

τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η θητεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται διετής. Με την ίδια απόφαση ορίζεται η αμοιβή των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Αρχής έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας στους υπαλλήλους που υπηρετούν με οργανική θέση στην Αρχή, καθώς και στους αποσπασμένους από φορείς εντός του πεδίου εφαρμογής του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., εκτός των Προϊσταμένων των Α΄, Β΄ και Γ΄ Μονάδων της Αρχής, για τους οποίους αρμόδιο πειθαρχικό όργανο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 146Α του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.. Για την αρμοδιότητα του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Αρχής εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 120 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

3.

Αρμόδιο πειθαρχικό όργανο για να κρίνει σε δεύτερο βαθμό το λοιπό προσωπικό της Αρχής που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πειθαρχικού Συμβουλίου αυτής είναι το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 146Α του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.. Αν κρίνονται υπάλληλοι της Αρχής, στο ως άνω Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέχει, αντί του μέλους που προβλέπεται στην περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 146Α, ο Πρόεδρος της Αρχής, ο οποίος, με απόφασή του, ορίζει ως αναπληρωτή του Προϊστάμενο Μονάδας της Αρχής, πριν από την έναρξη λειτουργίας του Συμβουλίου.

4.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών καθορίζονται ο ειδικότερος τρόπος λειτουργίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Αρχής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρ. 1.».

Άρθρο 107

Υπηρεσιακό συμβούλιο - Προσθήκη άρθρου 51Γ στον ν. 4557/2018 Στον ν. 4557/2018 (Α΄ 139), προστίθεται άρθρο 51Γ, «Άρθρο 51Γ Υπηρεσιακό Συμβούλιο Συστήνεται και συγκροτείται, με απόφαση του Προέδρου της Αρχής, πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο για το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στην Αρχή. Στη σύνθεση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου μετέχουν με θητεία δύο (2) ετών:

  • α) Ο Προϊστάμενος της Α΄ Μονάδας της Αρχής, ως

Πρόεδρος, με τον αναπληρωτή του που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Αρχής,

  • β) ο Επικεφαλής του Τμήματος Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης της Α΄ Μονάδας της Αρχής με το

νόμιμο αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου,

  • γ) ο Προϊστάμενος άλλης Μονάδας που ορίζεται μαζί

με τον αναπληρωτή του, με κλήρωση και

  • δ) δύο (2) αιρετοί εκπρόσωποι του προσωπικού της

Αρχής που έχουν οργανική θέση στον φορέα με τους αναπληρωτές τους κατά τη σειρά εκλογής τους. Μέχρι τη διενέργεια εκλογών ανάδειξης αιρετών εκπροσώπων, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του παρόντος λειτουργεί νόμιμα με τα τρία (3) τακτικά μέλη.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ

Άρθρο 108

Διάρθρωση της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού Ταμείου Ανάκαμψης, αρμοδιότητες και διάρθρωση Διεύθυνσης Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής Στήριξης και Διεύθυνσης Αναφορών Δράσεων Δανειακής Στήριξης - Αντικατάσταση παρ. 3 άρθρου 273, αντικατάσταση άρθρου 276Β και προσθήκη άρθρου 276Γ στον ν. 4738/2020

1.

Η παρ. 3 του άρθρου 273 του ν. 4738/2020 (Α΄ 207), περί της διάρθρωσης της Ειδικής Υπηρεσίας, αντικαθίσταται ως εξής: Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σύμφωνα με τα άρθρα 196, 197 και 197Α του ν. 4820/2021 (Α΄ 130), η σύνταξη αναφορών και εκθέσεων, η υποβολή αιτημάτων πληρωμής, καθώς και η άσκηση κάθε άλλης αρμοδιότητας αναφορικά με την υλοποίηση των ανωτέρω δράσεων και με την επίτευξη οροσήμων και στόχων των οικείων δράσεων που αποτελείται από:

  • α) τη Διεύθυνση Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής

Στήριξης και

  • β) τη Διεύθυνση Αναφορών Δράσεων Δανειακής Στήριξης.».
2.

To άρθρο 276Β του ν. 4738/2020, περί Διεύθυνσης Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής Στήριξης αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 276B Διεύθυνση Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής Στήριξης

1.

Η Διεύθυνση Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής Στήριξης είναι αρμόδια για τον συντονισμό και την υποστήριξη των φορέων που μετέχουν στην υλοποίηση των δράσεων δανειακής στήριξης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

2.

Η Διεύθυνση Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής Στήριξης περιλαμβάνει τα ακόλουθα τμήματα:

  • α) Τμήμα Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής Στήριξης Α΄

και

  • β) Τμήμα Υλοποίησης Δράσεων Δανειακής Στήριξης Β΄.

Τα ως άνω τμήματα είναι αρμόδια για τον συντονισμό και την υποστήριξη των φορέων που μετέχουν στην υλοποίηση των δράσεων δανειακής στήριξης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.».

3.

Στον ν. 4738/2020 προστίθεται άρθρο 276Γ ως εξής: «Άρθρο 276Γ Διεύθυνση Αναφορών Δράσεων Δανειακής Στήριξης

1.

Η Διεύθυνση Αναφορών Δράσεων Δανειακής Στήριξης είναι αρμόδια για τη σύνταξη εκθέσεων και αναφορών και την υποβολή αιτημάτων πληρωμής κατόπιν της επίτευξης οροσήμων και στόχων των δράσεων δανειακής στήριξης.

2.

Η Διεύθυνση Αναφορών Δράσεων Δανειακής Στήριξης περιλαμβάνει τα ακόλουθα τμήματα:

  • α) Τμήμα Αναφορών Δράσεων Δανειακής Στήριξης Α΄,

και

  • β) Τμήμα Αναφορών Δράσεων Δανειακής Στήριξης Β΄.

Τα ως άνω τμήματα είναι αρμόδια για τη σύνταξη εκθέσεων και αναφορών, τη συγκέντρωση στοιχείων των δράσεων δανειακής στήριξης, την ενημέρωση του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος και την υποβολή αιτημάτων πληρωμής μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Αναφορών και Θεσμικής Υποστήριξης.».

Άρθρο 109

Προσωπικό Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού Ταμείου Ανάκαμψης - Αντικατάσταση περ. δ) παρ. 1 και προσθήκη παρ. 3α στο άρθρο 278 του ν. 4738/2020

1.

Η περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 278 του ν. 4738/2020 (Α΄ 207), περί του προσωπικού Ειδικής Υπηρεσίας, αντικαθίσταται ως εξής: «δ) δύο (2) θέσεις δικηγόρων και μια (1) θέση νομικού συμβούλου με έμμισθη εντολή.»

2.

Στην παρ. 1 του άρθρου 278 του ν.  4738/2020, περί του προσωπικού Ειδικής Υπηρεσίας, προστίθεται παρ. 3α, ως εξής: «3α. Προσωπικό που έχει ήδη προσληφθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος για την κάλυψη θέσεων νομικών συμβούλων, διατηρείται σε θέση δικηγόρου με έμμισθη εντολή της περ. δ) της παρ. 1, μη θιγομένων των διατάξεων που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος ως προς τις αποδοχές του.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Άρθρο 110

Παράταση αποσπάσεων στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών - Τροποποίηση άρθρου 55 ν. 5092/2024 Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 55 του ν. 5092/2024 (Α΄ 33), περί παράτασης αποσπάσεων στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι λέξεις «30ή Σεπτεμβρίου 2024» αντικαθίστανται από τις λέξεις «15η Φεβρουαρίου 2025», και το άρθρο 55 διαμορφώνεται «Άρθρο 55 Παράταση αποσπάσεων στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Η διάρκεια των αποσπάσεων των υπαλλήλων που έχουν αποσπασθεί σε υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής, καθώς και σε υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με βάση την υπ’ αρ. 99603/9.9.2020 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για αποσπάσεις ογδόντα (80) υπαλλήλων στη Γενική Γραμματεία Φορολογικής Πολιτικής και Δημόσιας Περιουσίας», παρατείνεται από τη λήξη τους μέχρι την 15η Φεβρουαρίου 2025 κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης. Ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπασμένων υπαλλήλων λογίζεται, για κάθε συνέπεια, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση.».

Άρθρο 111

Μετάταξη υπαλλήλων στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 34 ν. 5000/2022 Στην παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 5000/2022 (Α΄ 226), περί μεταβατικών διατάξεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «του ν. 4440/2016 (Α΄ 224)» τελευταίο εδάφιο, οι λέξεις «και πάντως μέχρι χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών» διαγράφονται, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από σύμφωνη γνώμη του Προϊσταμένου της ΚεΜΚΕ, αποσπασμένοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην ΚεΜΚΕ έως τη δημοσίευση του παρόντος και προέρχονται από φορείς του δημοσίου τομέα, όπως ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), μετατάσσονται στην ΚεΜΚΕ κατά τη λήξη της απόσπασης, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης. Οι υπάλληλοι μετατάσσονται σε κενή οργανική θέση του ιδίου κλάδου, με τον βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχουν, την ίδια σχέση εργασίας και με διατήρηση τυχόν προσωπικής διαφοράς στις αποδοχές. Υπάλληλοι που προέρχονται από φορέα στον οποίο εφαρμόζεται διαφορετικό βαθμολογικό ή μισθολογικό καθεστώς, κατατάσσονται βάσει των αντίστοιχων διατάξεων που ισχύουν για το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Αν δεν υφίσταται κενή οργανική θέση στην ΚεΜΚΕ, είναι δυνατή η μετάταξη των αποσπασμένων υπαλλήλων σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις, με παράλληλη δέσμευση κενών οργανικών θέσεων, για όσο χρόνο υφίστανται οι προσωποπαγείς θέσεις. Εάν η απόσπαση λήξει πριν από τη δημοσίευση της πράξης μετάταξης, παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την έκδοση της πράξης μετάταξης. Οι υπάλληλοι που δεν υποβάλλουν αίτηση ή δεν μετατάσσονται επιστρέφουν στην υπηρεσία στην οποία ανήκει η οργανική τους θέση μετά τη λήξη της απόσπασης.».

Άρθρο 112

Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Η΄

1.

Οι υπάλληλοι που υπηρετούν στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος και επιθυμούν τη μετάταξή τους σε αυτήν υποβάλλουν σχετική αίτηση στην Αρχή εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, εκδίδεται απόφαση του Προέδρου για την κατανομή των θέσεων του προσωπικού της Αρχής ανά κλάδο και ειδικότητα, η οποία ισχύει έως την έκδοση του Οργανισμού της Αρχής της περ. α) της παρ. 13 του άρθρου 51 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139). Ο Πρόεδρος της Αρχής αξιολογεί τις αιτήσεις και εισηγείται στο αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών τη μετάταξη αυτών. Κατόπιν απόφασης του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι εν λόγω υπάλληλοι μετατάσσονται σε κενή θέση ίδιου κλάδου και ειδικότητας και διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχουν. Αποσπάσεις προσωπικού που λήγουν μέχρι και ένα (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την ολοκλήρωση της μετάταξης του προσωπικού.

2.

Κατ’ εξαίρεση, για τους: α) ένστολους των σωμάτων ασφαλείας, πλην αυτών της Ελληνικής Αστυνομίας και

  • β) δικαστικούς υπαλλήλους των δικαστηρίων και των

εισαγγελιών που υπηρετούν στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, συστήνονται προσωποπαγείς θέσεις, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, με ταυτόχρονη δέσμευση κενής οργανικής θέσης μόνιμου προσωπικού, για όσο χρόνο υφίστανται οι προσωποπαγείς θέσεις. Οι θέσεις του προηγούμενου εδαφίου αποδεσμεύονται με την, με οποιονδήποτε τρόπο, αποχώρηση των υπαλλήλων από την Αρχή. Η πλήρωση των προσωποπαγών θέσεων γίνεται εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι υποβάλλουν σχετική αίτηση στην Αρχή εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Ο Πρόεδρος της Αρχής αξιολογεί τις αιτήσεις των υπαλλήλων και εισηγείται στο αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σχετικά με την πλήρωση των θέσεων αυτών. Κατόπιν απόφασης του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών οι εν λόγω υπάλληλοι διορίζονται στην Αρχή. Με την έκδοση της απόφασης αυτής, τεκμαίρεται αυτοδικαίως παραίτηση των ανωτέρω υπαλλήλων από την οργανική θέση που κατείχαν μέχρι τότε. Οι ανωτέρω υπάλληλοι υπάγονται στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς που διέπει τους υπαλλήλους που υπηρετούν στο Δημόσιο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου. Ως προς το μισθολογικό και υπηρεσιακό τους καθεστώς, διέπονται από τον ν. 4354/2015 (Α΄ 176) και τον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26), αντίστοιχα και κατατάσσονται μισθολογικά και βαθμολογικά, βάσει της συνολικής υπηρεσίας, που είχε αναγνωριστεί στη θέση, που κατείχαν. Με πράξη του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 37 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), κατατάσσονται σε κλάδο, ειδικότητα και κατηγορία, χωρίς να απαιτείται εκ νέου δοκιμαστική περίοδος για τη μονιμοποίησή τους. Η πρόσθετη προϋπηρεσία στον δημόσιο τομέα αναγνωρίζεται, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις. Οι πιστώσεις που αφορούν στη μισθοδοσία των ανωτέρω υπαλλήλων μεταφέρονται από τον φορέα προέλευσής τους στις αντίστοιχες πιστώσεις μισθοδοσίας του προϋπολογισμού της Αρχής.

3.

Οι υπάλληλοι που υπηρετούν με απόσπαση στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και δεν υποβάλλουν αίτηση, καθώς και όσοι δεν περιλαμβάνονται στην εισήγηση του Προέδρου της Αρχής που εκδίδεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, παραμένουν στην Αρχή έως τη λήξη της απόσπασής τους με την επιφύλαξη της ανανέωσής αυτής υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 51 του ν. 4557/2018.

4.

Οι παρ. 1 και 2 ισχύουν και για τις διαδικασίες ανανέωσης της απόσπασης υπαλλήλων που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η παρ. 7 του άρθρου 49 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), περί εξουσιών των Μονάδων της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.

ΜΕΡΟΣ Θ΄

ΛΟΙΠΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 114

Συμπληρωματικός Κρατικός Προϋπολογισμός οικονομικού έτους 2024 Οι πιστώσεις του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων οικονομικού έτους 2024 του ειδικού φορέα 1024-208-0000000 αυξάνονται κατά εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ ως προς το εθνικό σκέλος και κατά τριακόσια εκατομμύρια (300.000.000) ευρώ ως προς το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος. Οι εν λόγω πιστώσεις εγγράφονται υπό τον Αναλυτικό Λογαριασμό Εξόδων 2910601001 «Πιστώσεις για δαπάνες εφαρμογής δράσεων προγραμμάτων» του ως άνω ειδικού φορέα.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)