Νόμοι — ΦΕΚ A' 199/2002

Type Νόμος
Publication 2002-09-05
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 199 27 Aυγούστου 2002

Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελλη?νικής Δημοκρατίας και του Υπουργικού Συμβουλίου της Ουκρανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φορολογικής διαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Υπουργικού Συμβου?λίου της Ουκρανίας για την αποφυγή της διπλής φορο?λογίας και την αποτροπή της φορολογικής διαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, που υπογράφηκε στο Κίεβο την 6η Νοεμβρίου 2000, το κείμε?νο της οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: ΣΥΜΒΑΣΗ Μεταξύ της Κυβέρνησης της Eλληνικής Δημοκρατίας και του Υπουργικού Συμβουλίου της Ουκρανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φορολογικής διαφυγής σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου. Η Κυβέρνηση της Εληνικής δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο της Ουκρανίας επιθυμώντας να συνάψουν συμφωνία για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδια?φυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κε?φαλαίου και επιβεβαιώνοντας την προσπάθειά τους για ανάπτυξη και ενίσχυση των οικονομικών τους σχέσεων. Συμφώνησαν τα ακόλουθα: ΑΡΘΡΟ 1 ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΣΥΜΒΑΣΗ Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στα πρόσωπα που είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών. ΑΡΘΡΟ 2 ΦΟΡΟΙ ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΑΦΟΡΑ Η ΣΥΜΒΑΣΗ

1.

Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, που επιβάλλονται για λογα?ριασμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των πολιτών του υποδιαιρέσεων ή των τοπικών αρχών, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβάλλονται.

2.

Φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, ή στο συνολικό κεφάλαιο ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επι?βάλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων που επιβάλλονται στην υπεραξία που προκύπτει από την ανα?τίμηση του κεφαλαίου.

3.

Οι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση ειδικότερα είναι:

i)

ο φόρος στα κέρδη των επιχειρήσεων και ii) ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων (στο εξής αναφερόμενος ως ουκρανικός φόρος)

i)

ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου φυσικών προ?σώπων ii) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των νομικών προσώπων (στο εξής αναφερόμενος ως εληνικός φόρος).

4.

Η Σύμβαση αυτή εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδή?ποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της πα?ρούσας Σύμβασης επιπρόσθετα, ή αντί, των υφιστάμενων φόρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών θα γνωστοποιούν η μια στην άλλη οποιαδήποτε σημαντι?κή μεταβολή που έχει επέλθει στην αντίστοιχη φορολο?γική νομοθεσία τους. ΑΡΘΡΟ 3 ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

1.

Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, εκτός αν η έννοια του κειμένου ορίζει διαφορετικά:

Συμβαλλόμενο Κράτος» σημαίνουν την Ελληνική Δημο?κρατία ή την Ουκρανία, όπως το κείμενο απαιτεί.

3965

έχει κυριαρχικά δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δί?καιο.

i)

όλα τα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν την ιθαγένεια ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ii) όλα τα νομικά πρόσωπα, τις προσωπικές εταιρείες και τις ενώσεις που αποκτούν το νομικό τους καθεστώς από τους νόμους που ισχύουν σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη.

εταιρεία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων.

μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομι?κό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείρι?ση με την εταιρεία κεφαλαιουχικού χαρακτήρα.

από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του άλλου Συμβαλ?λόμενου Κράτους.

μεταφορά από πλοίο ή αεροσκάφος, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί μεταφορά αποκλειστικά μεταξύ σημείων μέσα σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος.

i)

στην περίπτωση της Ουκρανίας, την Κρατική Φορολο?γική Αρχή της Ουκρανίας ή τον εξουσιοδοτημένο εκπρό?σωπό της, και ii) στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας του Υπουργού Οικονομικών ή εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του.

2.

Όσον αφορά στην εφαρμογή της Σύμβασης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος που δεν κα?θορίζεται σε αυτήν θα έχει εκτός αν η έννοια του κειμένου απαιτεί διαφορετικά, την έννοια που έχει σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους αυτού τους σχετικούς με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο της Σύμβασης. ΑΡΘΡΟ 4 ΚΑΤΟΙΚΟΣ

1.

Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» σημαίνει κάθε πρόσωπο που, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κρά?τους, υπόκειται σε φορολογία σ’ αυτό λόγω κατοικίας, διαμονής, τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστη?ριοτήτων τόπου ιδρύσεως - καταχωρήσεως του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρίου. Αλλά ο όρος αυτός δεν πε?ριλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που υπόκειται σε φο?ρολογία στο Κράτος αυτό, μόνον όσον αφορά σε εισό?δημα από πηγές μέσα σ’ αυτό το Κράτος ή κεφάλαιο που βρίσκεται μέσα σ’ αυτό.

2.

Εάν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλ?λμένων Κρατών, τότε η κατάστασή του καθορίζεται ως εξής:

Κράτους στο οποίο διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία^ εάν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Συμ?βαλλμενα Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομι?κούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων).

του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του.

Κράτη, ή σε κανένα από αυτά, θεωρείται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος.

3.

Εάν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 ένα πρόσωπο εκτός από φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλμένων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται κάτοικος του Κράτους στο οποίο βρίσκε?ται η έδρα της πραγματικής διοίκησής του. ΑΡΘΡΟ 5 ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

1.

Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει έναν καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου οι εργασίες μιας επιχείρησης διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει.

2.

Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» συμπεριλαμβάνει ει?δικότερα:

οποιοδήποτε άλλο τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων

την εξερεύνηση φυσικών πόρων

πρατήριο πωλήσεων.

3.

Ένα εργοτάξιο ή έργο κατασκευής ή εγκατάστασης συνιστά μόνιμη εγκατάσταση μόνο εάν διαρκεί περισσό?τερο από δώδεκα μήνες.

4.

Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του πα?ρόντος άρθρου, ο όρος μόνιμη εγκατάσταση δεν θεωρεί?ται ότι περιλαμβάνει:

την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπο?ρευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση

που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση

που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση 3966 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό τη διεξαγωγή για την επιχείρηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή βοηθητικού χαρακτήρα,

όρο ότι η όλη δραστηριότητα του καθορισμένου τόπου, η απορρέουσα από αυτόν τον συνδυασμό είναι προπαρα?σκευαστικού ή βοηθητικού χαρακτήρα.

5.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 οποτεδήποτε ένα πρόσωπο εκτός του ανεξάρτητου πράκτορα για τον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του παρόντος Άρθρου ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει εξουσιοδότηση, την οποία ασκεί συστηματικά, να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα της επιχείρησης, ή να διατηρεί απόθεμα αγαθών ή εμπορευμά?των που ανήκουν στην επιχείρηση, από το οποίο ενερ?γείται πώληση αυτών των αγαθών ή εμπορευμάτων στο όνομα της επιχείρησης, η επιχείρηση αυτή θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κρά?τος σε σχέση με δραστηριότητες που αναλαμβάνει το πρόσωπο αυτό για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστη?ριότητες του εν λόγω προσώπου περιορίζονται σε εκείνες που μνημονεύονται στην παράγραφο 4, οι οποίες, έστω και αν ασκούνται μέσω επί καθορισμένου τόπου επιχει?ρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν τον καθορι?σμένο αυτόν τόπο μόνιμη εγκατάσταση κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

6.

Μια επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκα?τάσταση σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απλά και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κρά?τος μέσω ενός μεσίτη, γενικού επί προμήθεια αντιπροσώ?που ή οποιουδήποτε άλλο ανεξάρτητου πράκτορα, εφό?σον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαί?σια της δραστηριότητάς τους.

7.

Το γεγονός ότι εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμ?βαλλόμενου Κράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία η οποία είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κρά?τους, η οποία διεξάγει εργασίες σε αυτό το άλλο κράτος (είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλο τρόπο), δεν μπορεί αυτό και μόνο να καθιστά την καθεμία από τις εταιρείες μόνιμη εγκατάσταση της άλλης. ΑΡΘΡΟ 6 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

1.

Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμ?βαλλόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπερι?λαμβανομένου και του εισοδήματος από γεωργική ή δα?σική δραστηριότητα) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Ο όρος «ακίνητη περιουσία» έχει την έννοια που κα?θορίζεται με την νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω η περιουσία. Ο όρος οπωσδήποτε περιλαμβάνει περιουσία παρεπόμενη της ακίνητης περιουσίας, ζώα και εξοπλισμό που χρησιμο?ποιούνται στη γεωργία και την δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της γονικής νομο?θεσίας σχετικά με την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία σε ακίνητη περιουσία ή δικαιώματα από τα οποία απορρέουν πληρωμές μεταβλητές ή καθορισμένες ως αντάλλαγμα για εκμετάλλευση, ή για δικαίωμα εκμετάλλευσης, μεταλ?λευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων. Πλοία, πλοιάρια και αεροσκάφη δεν θεωρούνται ως ακί?νητη περιουσία.

3.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στο εισόδημα που προέρχεται από άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρήσης της ακίνητης περιου?σίας.

4.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχεί?ρησης και στο εισόδημα από ακίνητα περιουσία που χρη?σιμοποιείται για την άσκηση ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών. ΑΡΘΡΟ 7 ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

1.

Τα κέρδη επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό εκτός αν η επιχεί?ρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σ’ αυτό. Εάν η επιχεί?ρηση διεξάγει εργασίες κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φορολογούνται στο άλλο Κράτος αλλά μόνο ως προς το τμήμα αυτών που θεωρεί?ται ότι ανήκει μόνιμη αυτή εγκατάσταση.

2.

Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 3, εάν μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης σ’ αυτό, τότε σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη θεωρούνται ότι ανήκουν στην μό?νιμη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη που υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε, αν αυτή ήταν μια ξεχωριστή και ανεξάρτητη επιχείρηση που ασχολείται με την ίδια ή με παρόμοια δραστηριότητα, κάτω από τις ίδιες ή παρό?μοιες συνθήκες και που ενεργεί τελείως ανεξάρτητα από την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3.

Κατά τον καθορισμό των κερδών μιας μόνιμης κατά?στασης, αφαιρούνται τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών και γενικών διαχειριστικών εξόδων, που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκα?τάστασης είτε στο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού. Εντούτοις δεν αφαιρούνται τα ποσά, εάν υπάρχουν, που καταβάλλονται εκτός από πλη?ρωμές για δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί από την μόνιμη εγκατάσταση προς το κεντρικό γραφείο ή άλλο τμήμα της επιχείρησης, με την μορφή δικαιωμάτων, αμοι?βών, ή άλλων παρόμοιων πληρωμών σε αντάλλαγμα για τη χρήση ευρεσιτεχνίες ή άλλων δικαιωμάτων, ή με τη μορφή προμήθειας, για παροχή συγκεκριμένων υπηρε?σιών ή για παροχή διοικητικών υπηρεσιών, εκτός τις πε?ριπτώσεις της τραπεζικής επιχείρησης, με τη μορφή τόκων επί δανείου προς την μόνιμη εγκατάσταση από το κεντρικό γραφείο ή από άλλο τμήμα της επιχείρησης.

4.

Εφόσον συνηθίζεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος τα κέρδη που θεωρούνται ότι ανήκουν σε μία μόνιμη εγκατάσταση να καθορίζονται με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών της επιχείρησης στα διάφορα τμήματά της, οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρό?ντος Άρθρου δεν εμποδίζουν το Κράτος αυτό να καθο?ρίζει τα φορολογητέα κέρδη μ’ αυτόν τον καταμερισμό όπως συνηθίζεται. Όμως, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3967 εγκατάσταση για το λόγο ότι η μόνιμη εγκατάσταση έκα?νε απλώς αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων για την επιχεί?ρηση.

6.

Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που θεωρούνται ότι ανήκουν στη μόνιμη εγκα?τάσταση καθορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι για να κα?θορίζονται διαφορετικά.

7.

Στις περιπτώσεις που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος για τα οποία γίνεται ιδιαίτερα μνεία σ’ άλλα Άρθρα της παρούσας Σύμβασης, τότε οι διατά?ξεις των Άρθρων εκείνων δεν επηρεάζονται από τις δια?τάζεις του παρόντος άρθρου. ΑΡΘΡΟ 8 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

1.

Κέρδη (εισόδημα) που προέρχονται από την εκμε?τάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο τα πλοία έχουν νηολογηθεί ή από το οποίο έχουν εφοδιαστεί με προσωρινά ναυτιλιακά έγγραφα.

2.

Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 1. κέρ?δη που αποκτώνται από επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκμετάλλευση πλοίου σε διεθνείς μετα?φορές φορολογούνται μόνο σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος.

3.

Κέρδη που αποκτώνται από επιχείρηση ενός Συμβαλ?λόμενου Κράτους από την εκμετάλλευση αεροσκάφους σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο σε αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 εφαρμόζο?νται επίσης σε κέρδη από τη συμμετοχή σε «POOL», σε κοινοπραξία ή σε πρακτορείο που λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο. ΑΡΘΡΟ 9 ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

1.

Αν:

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.